4/24/11

ΧΑΡΑ ΕΝ ΟΛΩ ΤΩ ΚΟΣΜΩ


Η Ανάσταση βιώνεται στην οικογένεια της Εκκλησίας!
Χριστός Ανέστη!
π. Θ.

4/23/11

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΖΩΗ


Τι είπε ο Χριστός; Το τέλος της ζωής (δηλαδή ο θάνατος) είναι ζωή. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό δεν κατάλαβε τίποτα.
Σε ποιούς το είπε; Τοις εν σκότει και σκιά θανάτου
.(Ζ. Λορεντζάτου, Collectanea).
Την αναστάσιμη ζωή ας επιλέξουμε με τον τρόπο της Εκκλησίας μας! Χριστός Ανέστη!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

4/21/11

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ



ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ...

Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε. Κάθε ομιλία σε πληγώνει.
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ΄ όπου, μαζί με το αίμα σου,
στάζει και λίγη απεραντοσύνη.
(Τάσος Λειβαδίτης)


Καλήν Ανάσταση!
π. Θ. Μ.

4/20/11

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ


Κάθε γιορτή της Εκκλησίας έχει δύο πλευρές. Αυτή που φαίνεται και έχει να κάνει με το τελετουργικό, το τυπικό, τα ήθη και τα έθιμα που την συνοδεύουν. Είναι η εξωτερική της πλευρά, στην οποία συμμετέχουμε όλοι. Υπάρχει όμως και ο καρπός, το μέσα της. Είναι το ήθος που αυτή αποτυπώνει, η ελπίδα που γεννά, το νόημα που δίνει σ’ όποιον τη γιορτάζει. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που διαφημίζει την εμφάνιση, χωρίς να νοιάζεται γι’ αυτό που αληθινά υπάρχει. Ίσως όμως έτσι να διαφυλάσσεται το πρόσωπο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να περιγράψει τι είναι αυτό τελικά που γεννιέται στην καρδιά σου όταν ζεις τη γιορτή. Αν και σήμερα, μάλλον τη γιορτή την χρωστάμε.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα έχει αυτό που φαίνεται κι αυτό που δεν φαίνεται. Αυτό που φαίνεται είναι ξεχωριστό και διάσημο. Αποτυπώνει τη μοναδικότητα της Κέρκυρας. Τυπικά και έθιμα δίνουν έναν μοναδικό συνδυασμό, που γεννά έναν τρόπο γιορτής που όποιος τον ζήσει, δεν μπορεί να τον ξεχάσει. Το Κερκυραϊκό Πάσχα θέλει το χρόνο του. Αν θέλεις να ζήσεις την εμπειρία, πρέπει να του αφιερωθείς. Να το αφήσεις να σε κυριεύσει. Χωρίς αντίσταση. Κι όταν περάσει, όπως ένας ξαφνικός έρωτας, να μετρήσεις αν άξιζε. Δεν ξέρω, πάντως, αν θα βρεθεί εύκολα κάποιος που να πει ότι δεν έζησε κάτι ξεχωριστό.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα ξεκινά την Κυριακή των Βαΐων με την λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνα σε ανάμνηση της σωτηρίας του νησιού από την πανώλη. Επί τρεις ώρες ο Άγιος περιφέρεται στην παλιά πόλη με τον μοναδικό τρόπο που είναι δομημένη η κερκυραϊκή λιτανεία, την μεγαλοπρέπεια της πομπής, τον παιάνα των Φιλαρμονικών του νησιού, την τιμητική συνοδεία των παιδιών, τα λάβαρα και τις σκόλες από όλες τις εκκλησίες της παλιάς πόλης, τον κλήρο με τα βάγια στο χέρι. Και όλος ο κόσμος να κάνει το σταυρό του στο πέρασμα του προστάτη του τόπου. Να δέεται στα όρια του παλαιού τείχους, εκεί που κάποτε ήταν το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, πολιούχου του νησιού μέχρι να έρθει από την Κωνσταντινούπολη ο Άγιος. Και να χαίρεται το εαρινό φως στην επιστροφή στην Πάνω Πλατεία, στο πέρασμα από το Παλάτι και το Λιστόν και στην εναπόθεση στο ναό του Αγίου.
Τις πρώτες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας όλα μαρτυρούν την προετοιμασία. Οι Κερκυραίοι θα πάνε στις εκκλησίες για να ακούσουν το «Ιδού ο Νυμφίος» και το τροπάριο της Κασσιανής, να χρισθούν στο Ευχέλαιο, να εξομολογηθούν την Μεγάλη Τετάρτη και να κοινωνήσουν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης. Δεν θα ξεχάσουν όμως και τις συναυλίες των Φιλαρμονικών που θα παρουσιάσουν τα πένθιμα της Δύσης, υπενθυμίζοντας αυτό που πάντοτε ήταν η Κέρκυρα. Σταυροδρόμι ρευμάτων και πολιτισμών. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής στις περισσότερες εκκλησίες, μετά την Σταύρωση και τα Δώδεκα Ευαγγέλια, νέες κοπέλες και μεγαλύτερες θα στολίσουν τον Επιτάφιό τους, κυρίως με γαρύφαλλα τα οποία δένουν με το μικρό, κομψό και χρυσοβαμμένο κουβούκλιο, αφήνοντας να φανεί η αρχοντιά του παρελθόντος και η λιτότητα με την οποία ο κόσμος θέλει τον Χριστό στο ξόδι του.
Από τις 2 το μεσημέρι μέχρι τις 10 το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, σχεδόν κάθε μισή ώρα, λιτανεύονται οι Επιτάφιοι. Ακόμη και παλαιοί ναοί που δεν λειτουργούν, θα βγάλουν επιτάφιο, όπως η παράδοση επιβάλλει. Κι είναι η λιτανεία του Επιταφίου ξεχωριστή. Προπορεύονται το λάβαρο και η σκόλα του ναού όχι ψηλά, αλλά ξαπλωτά στους ώμους των κουβαλητών. Τα παλιά βενετσιάνικα φανάρια και τα τορτσόνια. Και μαζί η μπάντα. Σε κάθε ναό και σε κάθε λιτανεία. Ο ήχος του πένθιμου εμβατηρίου δένει με την ψαλμωδία του «Αι γενεαί πάσαι» από το «κόρο», ενώ πρόσκοποι, μαθητές, παιδιά με καλαθάκια γεμάτα λουλούδια, ο Σταυρός, ο κλήρος και λαός συνοδεύουν στο Λιστόν το τελευταίο ίχνος του Θεανθρώπου πριν μπει στον Τάφο. Κι αργά το βράδυ, ο Επιτάφιος της Μητρόπολης, τελευταίος, μα μεγαλοπρεπής, ανεβαίνει τα Μουράγια, για να περάσει από το Λιστόν και τα καντούνια μέχρι τη Σπηλιά, ενώ ο κόσμος, κρατώντας αναμμένα κεριά, μαρτυρεί με την σιωπή του την θλίψη για το θάνατο, μα και την ελπίδα της Ανάστασης που δεν σβήνει.
Το Μεγάλο Σάββατο αρχίζει με την λειτουργία σε όλους τους ναούς που τελειώνει νωρίς το πρωί. Και στις 9 ξανά λιτανεία. Είναι το σκήνωμα του Αγίου πάλι, μαζί με τον Επιτάφιο του ναού, ο οποίος είναι ο μοναδικός που δεν πορεύεται την Μεγάλη Παρασκευή. Το μπαρλακί που σε κάθε λιτανεία μπαίνει πάνω από τον Άγιο, τώρα είναι πάνω από τον Επιτάφιο. Και είναι ο Άγιος που έσωσε το νησί από την σιτοδεία τέτοια μέρα αυτός που λιτανεύει οιωνεί ιερέας, το Χριστό. Τα πρόσωπα σιωπηλά. Δεσπόζει ο ήχος του «Αμλέτου» που αποδίδει μοναδικά η «Παλαιά» Φιλαρμονική, ένα ταξίδι στην μεγαλοπρέπεια που ταιριάζει στον Θεάνθρωπο, αλλά και στην ήρεμη μελαγχολία του θανάτου, που φαντάζει ανίκητος, μα δεν είναι.
Κι αμέσως μετά την λύπη του θανάτου, η χαρά της ζωής που δίνει η Ανάσταση. Τα καντούνια πλημμυρισμένα από κόσμο που περιμένει το σινιάλο. Την καμπάνα της Μητρόπολης που θα σημάνει στις 11 ακριβώς το πρωί για να δοθεί το μήνυμα του «Ανάστα ο Θεός», ενώ ο Μητροπολίτης θα πετάει τις δάφνες, σύμβολο του θριάμβου του Ναζωραίου και του κάθε πιστού που τον ακολουθεί επάνω στο κράτος του θανάτου. Και το μήνυμα θα το πάρει το καμπαναριό του Αγίου και όλες οι καμπάνες των εκκλησιών στην παλιά πόλη θα σημάνουν «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα», ενώ από παντού θα πέφτουν οι «μπότηδες», τα κανάτια, για να συντριβεί «ως σκεύος κεραμέως» ο θάνατος, και να νιώσουν όλοι ότι έρχεται η καινούρια ζωή, η Ανάσταση, η χαρά, η αγάπη.
Το βράδυ, χιλιάδες λαμπάδες αναμμένες με το Άγιο Φως που κάθε χρόνο έρχεται από τον Πανάγιο Τάφο, θα συγκεντρωθούν στην πάνω πλατεία για να ακούσουν την φωνή του Μητροπολίτη να ψάλλει «Χριστός Ανέστη», να δούνε τα πυροτεχνήματα να φωτίζουν τον κερκυραϊκό ουρανό και να γευθούν την στιγμή που πάντες αγκαλιάζονται, φιλιούνται και πανηγυρίζουν, γιατί «Χριστός ανέστη, χαρά μου».
Και την επόμενη, την «Νια ημέρα», σε όλες τις εκκλησιές οι λιτανείες θα ξαναβγούν από νωρίς το πρωί, με τις μπάντες και πάλι μπροστά, το λάβαρα και τις σκόλες ψηλά, με την εικόνα της Ανάστασης, με τους Λαμπριάτικους ψάλτες τους να λένε το «Την Ανάστασίν σου, Χριστέ Σωτήρ», θα περάσουν από το Λιστόν με χαρούμενο βήμα, για να αναφωνήσουν έξω από την πύλη του ναού, μετά το Εωθινό Ευαγγέλιο, «Χριστός Ανέστη». Και θα γίνει η λειτουργία της Ανάστασης, ενώ ο Άγιος, στο ναό του, θα ‘ναι ακόμη στη θύρα, μέχρι τη «Νια Τρίτη», για να μαρτυρεί κι αυτός με τη σειρά του ότι κατελύθη του θανάτου του κράτος.
Και του χρόνου λοιπόν;
Το Κερκυραϊκό Πάσχα είναι κι αυτό που δεν φαίνεται. Η ουσία του ξεπερνά την συμμετοχή στα τυπικά και τα έθιμα. Το Πάσχα είναι βεβαίως η σπουδαιότερη γιορτή της χριστιανοσύνης. Η γιορτή έχει το θεολογικό της νόημα και περιεχόμενο, το οποίο η Εκκλησία το περιγράφει με τον λόγο και το βίωμά της. Ο λόγος έχει πάψει να αγγίζει τους πολλούς σήμερα. Ίσως γιατί έγινε πολύ ξύλινος ή απόμακρος από τις παραστάσεις και την πραγματικότητα των ανθρώπων. Η παγκοσμιοποίηση, ο σύγχρονος πολιτισμός, η ρουτίνα της καθημερινότητας, η έτοιμη ευτυχία, ο φόβος του θανάτου δεν αντιμετωπίζονται με λόγια. Μόνο το προσωπικό βίωμα ξυπνά μέσα μας την ελπίδα ότι αυτή έχει η ζωή έχει κι άλλο νόημα, το οποίο δεν μπορείς να το βρεις αν δεν ακούσεις φωνή μέσα σου.
Και τούτη η φωνή ξυπνά όταν οι αισθήσεις μας συναντούν ό,τι μας θυμίζει την παιδικότητά μας κι ό,τι μας κάνει να ψηλαφούμε το αόρατο. Κι αυτό γίνεται μέσα από τη γλώσσα της ποίησης και της μουσικής, μέσα από τα δρώμενα του τυπικού και των εθίμων, αλλά, κυρίως, μέσα από τα λόγια και την περιγραφή των στιγμών που ένα Πρόσωπο μοναδικό έζησε και φανέρωσε στον καθένα μας. Ευτυχώς, η Εκκλησία διασώζει και θα διασώζει τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Γιατί Εκείνος γίνεται η γέφυρα που μας κρατά ενωμένους με την ψυχή μας. Αυτός γίνεται η αφετηρία της γιορτής και η γιορτή μας κάνει να νιώθουμε ότι έχουμε καρδιά και ψυχή. Κι όσο κι αν δεν το λέμε, η ψυχή μας πάντα μας νοιάζει. Το κερκυραϊκό Πάσχα λοιπόν μας καλεί να ξεκινήσουμε από τη γιορτή για να βρούμε την ψυχή μας, την τρυφερότητά μας, την αρχοντιά μας, την αγάπη για το Θεό και τον άνθρωπο.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα αποτελεί μία ανεπανάληπτη συνάντηση. Η Εκκλησία συναντιέται με τον κόσμο και μεταμορφώνει τον κόσμο σε Εκκλησία. Ανατολή και Δύση γράφουν την ιστορία της κοινής πορείας τους με τις νότες στο ναό και στη λιτανεία. Οι καμπάνες που σημαίνουν την Ανάσταση βρίσκουν τους μπότηδες που σπάνε τον θάνατο. Η λιτανεία του Επιταφίου γίνεται λιτανεία της Ανάστασης. Το πνευματικό τραπέζι με τη συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας συνεχίζεται στο υλικό πασχαλινό τραπέζι. Δεν υπάρχει διάσπαση ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, αλλά όλα ενώνονται στη χαρά. Ο παπάς κρατά το Ευαγγέλιο και μπαίνει μπροστά από τον Επιτάφιο και την Ανάσταση, μαζί με τους επιτρόπους του, εκπροσώπους του λαού, δείχνοντας ότι η πίστη δεν ακολουθεί παθητικά τον δρόμο του Θεού, αλλά μπαίνει μπροστά μαζί με το Θεό και ανοίγει δρόμο για να συναντήσει ο Θεός τον άνθρωπο και τον κόσμο. Κι είναι ο παπάς μαζί με το λαό του, όχι ανώτερός του, αλλά βγαλμένος μέσα από αυτόν και κεκλημένος να ζει μ’ αυτόν και υπέρ αυτού. Και θα έρθει, τέλος, το πρόσωπο του Χριστού να συναντηθεί και να συμπορευθεί με το πρόσωπο του Αγίου το Μεγάλο Σάββατο, για να φανερώσει τον Θεό που έγινε άνθρωπος και βαδίζει μαζί με τον άνθρωπο που έγινε κοντά Του κατά χάριν θεός.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα γίνεται έτσι μια πρόσκληση να κρατήσουμε ζωντανή την ολοένα και περισσότερο λησμονημένη ταυτότητά μας. Φέρνει την Ιστορία στο παρόν και δείχνει έναν μοναδικό δρόμο για το μέλλον. Αυτόν του ήθους της πίστης που δίνει νόημα και ελπίδα. Που κάνει μέσα από την λύπη να ανατέλλει η χαρά. Που γεννά μέσα από τις νικημένες από το χρόνο και το θάνατο πόλεις των ανθρώπων όχι μόνο κέλυφος πολιτισμού, αλλά πρόταση ζωής.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα είναι διάσημο και φέρνει κοντά του ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, από όλο τον κόσμο. Όποιος το ζήσει όμως σ’ όλες του τις διαστάσεις θα λάβει στην καρδιά και στο νου μία αίσθηση μεγάλης χαράς. Δεν είναι μόνο η γιορτή, η σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία και οι αναμνήσεις που ξυπνούν αυτές τις μέρες. Είναι το γεγονός ότι κάπου μέσα σου πιστεύεις πως και το δικό σου τέρμα, ο δικός σου θάνατος, όσο ασήμαντος κι αν είναι για την Ιστορία και τον κόσμο, δεν θα διαγράψει τελικά ό,τι έζησες και θα ζήσεις. Αφού τελικά νικήθηκε ο Άδης και η χαρά ανέστη, τότε κι εσύ, θα αναστηθείς. Μπορεί «το οστράκινο σκεύος», ο «μπότης» της ύπαρξής σου να σπάσει. Αυτό όμως θα γίνει με μεγαλοπρέπεια και αρχοντιά, με περηφάνια και προσδοκία, όχι με φόβο και απελπισία. Και μαζί μ’ αυτό το σπάσιμο, θα ξεκινήσει για σένα οριστικά η καινή κτίση, η όγδοη ημέρα της προσωπικής σου ύπαρξης και δημιουργίας. Εκεί όπου θα συναντήσεις το Χριστό, θα ακούσεις την φωνή Του να σου λέει «Χαίρε» και θα δροσιστείς από την αύρα της αγάπης Του. Όχι για μία βδομάδα, έστω και Μεγάλη. Αλλά αιώνια.

4/15/11

ΙΝΑ ΙΔΩΣΙΝ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟΝ


Μετά την ανάσταση του Λαζάρου ο Χριστός θα πορευθεί στην Ιερουσαλήμ. Πριν όμως ξεκινήσει, θα φιλοξενηθεί στη Βηθανία, στο σπίτι του Λαζάρου. (Ιωάν. 12, 18) Εκεί η Μαρία, η αδελφή του φίλου του Χριστού, θα αλείψει τα πόδια Του με μύρο και θα σκανδαλίσει τον Ιούδα, ο οποίος θεώρησε μεγάλη την σπατάλη του μύρου για τα πόδια του διδασκάλου Του. Θα προτιμούσε να είχε δοθεί στους φτωχούς. Ήταν όμως καταχραστής των χρημάτων του κοινού ταμείου και ο Χριστός του ζήτησε να μην κρίνει την Μαρία για την πράξη της ευγνωμοσύνης προς το Χριστό, ο οποίος ανέστησε τον αδελφό της. «Πάντοτε θα έχετε τους φτωχούς μαζί σας. Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε». Πλήθος ανθρώπων μαζεύτηκε στη Βηθανία για να δει το Χριστό, αλλά μαζί Του να δει και τον Λάζαρο. Το θαύμα προκαλεί θόρυβο. Κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να μάθουν λεπτομέρειες. Οι πρωταγωνιστές τους γίνονται θέαμα για τους πολλούς. Και η νοοτροπία του θεάματος θα συνεχιστεί με την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου θα μαζευτεί πλήθος κόσμου για να δει Αυτόν που ανέστησε τον Λάζαρο και που Τον θεωρούσαν ως τον Βασιλιά του Ισραήλ. Εκείνον που πίστευαν ότι θα τους αποκαθιστούσε εθνικά και θα τους έδινε την προτέρα δόξα τους. Και γι’ αυτό Τον υποδέχτηκαν με τα βαΐα των φοινίκων, όπως υποδέχονταν τους βασιλείς.
Και στα χρόνια του Χριστού, αλλά και κατά τη διάρκεια της πορείας του κόσμου, η ζωή γίνεται θέαμα κι ο άνθρωπος θεατής. Αρέσκεται να παραμένει στην κερκίδα. Να παρατηρεί τα έργα των άλλων, χωρίς να λαμβάνει μέρος σ’ αυτά. Να σχολιάζει, να συζητά, αλλά να μην συμμετέχει στην ουσία τους. Κι αυτό διότι η συμμετοχή απαιτεί θυσία. Ρίσκο. Να αναλάβει την ευθύνη ο άνθρωπος να προβληματιστεί, να αποδεχθεί το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων. Να αλλάξει τη ζωή του. Οι Ιουδαίοι είδαν το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου. Ως θεατές όμως δεν προσέγγισαν αληθινά το Χριστό. Δεν διέγνωσαν την ουσία της αποστολής Του που ήταν να νικήσει τον θάνατο και να φανερώσει την κοινή ανάσταση. Παρέμειναν προσκολλημένοι στην εθνική τους επιθυμία να βρούνε έναν Μεσσία που θα τους αποκαθιστούσε την ελευθερία με το λόγο, την ορμή και την προσωπικότητά του, χωρίς να πολυκοπιάσουν οι ίδιοι. Σα να μπορεί να αλλάξει ο κόσμος χωρίς αγώνα.
Αυτή η νοοτροπία παραμένει μέχρι και σήμερα. Ίσως, μάλιστα, σήμερα ολόκληρη η ζωή μας να έχει γίνει ένα θέαμα, μία εικονική πραγματικότητα, όπου άλλοι αποφασίζουν κι εμείς αποδεχόμαστε παθητικά. Άλλοι διασκεδάζουν και αυτοπροβάλλονται ως πρότυπα κι εμείς περνούμε τον καιρό μας βλέποντάς τους και στηρίζοντάς τους οικονομικά, ως καταναλωτές του εικονικού κόσμου, των προϊόντων του, χωρίς να κρίνουμε τι ωφελεί αληθινά και τι όχι. Σ’ αυτή την μετατροπή της κοινωνίας σε εικόνα, άλλοτε, διαμαρτυρόμαστε, τοποθετούμαστε διαφορετικά, δείχνουμε ότι απορρίπτουμε, αλλά ελάχιστοι αναλαμβάνουμε τον κόπο να παλέψουμε να αλλάξει ο κόσμος μας. Δεν πιστεύουμε άλλωστε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Έτσι, γινόμαστε θεατές του και απολαμβάνουμε ό,τι μας δίδει, χωρίς να κοπιάσουμε να το ερευνήσουμε και να παλέψουμε στη ζωή μας αληθινά να απορρίψουμε ό,τι δεν μας αναπαύει.
Ιδίως στην θρησκευτική ζωή αυτή η παθητικότητα, αυτή η επιλογή του να είμαστε θεατές, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ζητούμε θαύματα. Ζητούμε από το Θεό να μας ακούσει. Ζητούμε από τους άλλους να είναι καλοί και σωστοί, ιδίως από τους επισκόπους, τους ιερείς και τους μοναχούς, για να έχουμε το καλό παράδειγμα. Καταναλώνουμε ατέλειωτες ώρες κηρυγμάτων, τα οποία μας προτρέπουν να είμαστε καλοί και ενάρετοι άνθρωποι, να πιστεύουμε, να δείχνουμε καλή συμπεριφορά, να προσκολλώμαστε στη ζωή της Εκκλησίας και στα πρόσωπα των πνευματικών μας πατέρων γιατί εκείνοι γνωρίζουν το πώς θα σωθούμε και μετατρέπουμε την θρησκευτική μας ζωή σε θέαμα.
Έρχεται όμως ένας άλλος λόγος του Χριστού, ιδιαίτερα σκληρός, για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα: « ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως η Βασιλεία των ουρανών» (Λουκ. 17, 20), αλλά «βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Δεν έχει νόημα να βλέπεις πού είναι η Εκκλησία και η Βασιλεία του Θεού, χωρίς να αγωνίζεσαι να την κατακτήσεις με τον κόπο σου και την εκζήτηση της σχέσης με το Χριστό. Δεν έχει νόημα να ζητωκραυγάζεις για τον Κύριο που εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και να κρατάς τα βαΐα των φοινίκων ψηλά, όταν δεν μπορείς να διακρίνεις ποια είναι η αποστολή Του και πώς μπορείς να την οικειωθείς. Δεν έχει νόημα να βλέπεις τον αναστημένο Λάζαρο, αν εσύ δεν αγωνιστείς να οικειωθείς την ανάσταση από αυτόν τον κόσμο, μέσα από την αγάπη, την απλότητα, την ταπεινότητα, την σκέψη του Θεού.
Καθώς ξεκινά και πάλι η Μεγάλη Εβδομάδα ας αναρωτηθούμε τελικά, τουλάχιστον για την πνευματική μας πορεία, αν όχι και για την σύνολη ζωή μας, κατά πόσον θα επιλέξουμε να παραμείνουμε θεατές, καταναλωτές, παθητικοί αποδέκτες των μηνυμάτων του Χριστού και της Εκκλησίας, με κίνδυνο να περιμένουμε την επόμενη χρονιά, οπότε και πάλι για το καλό θα συνεχίσουμε αυτήν την πορεία, ή αν θα διαλέξουμε να ριψοκινδυνεύσουμε σχοινοβατώντας ανάμεσα στην απόρριψη των ανθρώπων γιατί αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε το Χριστό, γιατί θέλουμε να δώσουμε αίμα και να λάβουμε πνεύμα, γιατί ζητούμε την δική μας ανάσταση μετανοίας, αγάπης και αληθινής ελευθερίας, και στην εμπιστοσύνη στο Πρόσωπο του Κυρίου μας που ενίοτε μας αφήνει να νομίζουμε ότι είμαστε μόνοι στο σταυρό που σηκώνουμε, αν και πάντοτε Εκείνος γίνεται ο Κυρηναίος μας. Αλλά κι αν δεν μπορούμε να παλέψουμε, τουλάχιστον ας συναισθανθούμε την αδυναμία μας τελωνικά και ας αποτάξουμε την υποκρισία του Ιούδα, που έκρινε και απέρριπτε την αγάπη για τη δική του αυτοδικαίωση. Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω.

Κέρκυρα, 17 Απριλίου 2011

4/8/11

ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ ΤΙ ΑΙΤΕΙΣΘΕ


«Δεν ξέρετε τι ζητάτε» (Μάρκ. 10, 35). Με την φράση αυτή ο Χριστός απευθύνεται προς τους μαθητές Του, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, όταν του ζητάνε, λίγο πριν το πάθος Του, να δώσει ώστε να καθίσουν ο ένας στα δεξιά Του και ο άλλος στα αριστερά Του, όταν θα εγκατασταθεί στον κόσμο η Βασιλεία Του. Και ο Χριστός, θέλοντας να τους βοηθήσει να καταλάβουν ότι η Βασιλεία Του δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα της εξουσίας, της κυριαρχίας επάνω στους ανθρώπους, της επίδειξης δύναμης, αλλά είναι βασιλεία αγάπης, διακονίας των ανθρώπων, μέριμνας γι’ αυτούς και απολύτου σεβασμού στην ελευθερία τους, τους μιλά μ’ αυτόν τον σκληρό τρόπο.
Δεν είναι μόνο ότι το αίτημά τους μαρτυρεί έλλειψη κατανόησης του ποιος είναι ο τρόπος ύπαρξης που ζητά ο Χριστός. Οι δύο μαθητές, αλλά και οι υπόλοιποι που αγανάκτησαν μαζί τους, ίσως γιατί δεν πρόλαβαν οι ίδιοι να ζητήσουν κάτι αντίστοιχο πρώτοι, δείχνουν αυτό που πολλές φορές συμβαίνει δίπλα σε ηγετικές προσωπικότητες. Έρχονται άνθρωποι χωρίς ταπεινότητα, που ζητούν να λάβουν αξιώματα κοντά στους ξεχωριστούς. Άνθρωποι χωρίς επίγνωση των δυνατοτήτων τους, άνθρωποι ετερόφωτοι, που θέλουν να δείχνουν σπουδαίοι. Και ο Χριστός τους προσγειώνει στην πραγματικότητα, που είναι πρωτίστως πνευματική. Δεν είναι Αυτός που ακολουθούμε εκείνος που μας δοξάζει, ούτε τα χαρίσματά μας. Είναι η ειλικρινής μας διάθεση να προσφέρουμε, να θυσιαστούμε, να δώσουμε τον εαυτό μας στην αγάπη. Αυτό είναι που μας καταξιώνει αληθινά. Η ταπεινή αγάπη, το μοίρασμα, η αυταπάρνηση.
Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο ως ο υψηλός Θεός, «αλλ’ εφάνη ταπεινός άνθρωπος». Σκοπός του να ελκύσει προς το ύψος του ουρανού όλους εκείνους που αποφασίζουν να τον μιμηθούν στην ταπεινότητα. Που δεν ζητούν για τον εαυτό τους τιμές και αναγνώριση, αλλά δίδονται στον αγώνα να τιμηθεί ο Θεός στον κόσμο και στους ανθρώπους. Και είναι τέτοια τα έργα τους που δεν επιδιώκουν κανέναν έπαινο. Η ίδια η αρετή τους είναι ο έπαινός τους, αλλά δεν στρέφονται προς αυτήν, ούτε επιδιώκουν δόξες. Αντιθέτως, ετοιμάζονται στη ζωή τους να αντιμετωπίσουν την αχαριστία των ανθρώπων, την απόρριψη, την θλίψη και το Σταυρό, ακριβώς διότι δεν επιδιώκουν δόξες.
Δύσκολος ο δρόμος. Κι αυτό διότι ισχύει και για μας ο λόγος του Κυρίου: «ουκ οίδαμεν τι αιτούμεθα». Συχνά η προσευχή μας στο Θεό είναι για την επιτυχία μας, για την υγεία μας, για την αποδοχή μας από τους άλλους, για τη δόξα μας, για την αναγνώριση των κόπων μας. Και εκεί στοχεύουμε. Στην επιτυχία μας. Όταν έρχεται η ώρα να πιούμε το ποτήριο του αγώνα και της δοκιμασία, εκεί λακίζουμε. Ακόμη και την πίστη μας, τη ζωή της Εκκλησίας, την θεωρούμε στον νου μας ως αφορμή καταξίωσης. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις δυσκολίες που συμβαίνουν στη ζωή μας, από τη στιγμή που πιστεύουμε. Γιατί θεωρούμε ότι έχουμε δικαιώματα έναντι του Θεού και έναντι του κόσμου.
Η Εκκλησία ψάλλει: «Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου». Δίδαξέ με Κύριε αυτό που Εσύ δικαιούσαι, δηλαδή το παν της ύπαρξής μας. Ό,τι έχω, Εσύ μου το έχεις δώσει. Εσύ έχεις κάθε δικαίωμα επάνω μου, ζωής και θανάτου. Γιατί εσύ ανέβηκες στο Σταυρό για μένα και ήπιες το ποτήρι των παθημάτων και το βάπτισμα του θανάτου. Κι αυτό σου το δρόμο της διακονίας του κόσμου και της παραίτησης από τα δικαιώματά μου, δίδαξέ με να μπορώ να τον ακολουθώ. Μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Μέσα στις δυσκολίες του κόσμου. Και μάθε με αυτό να ζητώ. Για να γνωρίζω τι ζητώ.

Κέρκυρα, 10 Απριλίου 2011

4/7/11

ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΠΙΣΤΩΝ ΑΜΦΙΒΟΛΟΝ ΑΚΟΥΣΜΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΑΝΑΜΦΙΒΟΛΟΝ ΚΑΥΧΗΜΑ


Τα μυστήρια της πίστης μας αποτελούν για πολλούς από τους ανθρώπους της εποχής μας «αμφίβολα ακούσματα». Διακατεχόμενοι από το πνεύμα του ορθολογισμού, το οποίο μετρά τα πάντα με βάση την παρατήρηση, το πείραμα, την απόδειξη, δεν δίνουν περιθώριο στον εσώτερο άνθρωπο να αφεθεί στο άνοιγμα προς έναν κόσμο, ο οποίος δεν μπορεί να χωρέσει στη λογική του πειραματισμού, αλλά αφήνει σ’ αυτόν που τον προσεγγίζει την δυνατότητα να διαπιστώσει ότι υπάρχει και μία άλλη διάσταση στην ύπαρξη: αυτή της ψυχής η οποία δημιουργεί, αλλά και έρχεται σε επαφή με τον Δημιουργό του κόσμου. Το παράδοξο είναι ότι όλοι όσοι αμφιβάλλουν είναι ανοιχτοί σε ένα κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν έχει πάντοτε λογική: την τέχνη. Κανείς δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύσει πώς και γιατί ένα μουσικό έργο μας συγκινεί, όπως επίσης δεν είναι δυνατόν να περιγράψει τα συναισθήματα που του προκαλούνται από την ακρόασή του επακριβώς. Αλλά, ακόμη κι αν τα καταφέρει, κανείς άλλος δεν μπορεί να ζήσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο την συγκίνηση του περιγράψαντος. Κι αυτό διότι η εμπειρία έχει μοναδικά αποτελέσματα, τόσο στον δημιουργό, όσο και στον αποδέκτη. Αυτό όμως που για την τέχνη γίνεται αποδεκτό, δηλαδή το μυστήριό της, δεν γίνεται αντίστοιχα αποδεκτό για την πίστη. Κι εδώ έρχεται η αντίφαση στο ορθολογιστικό πνεύμα.
Η Υπεραγία Θεοτόκος, δεσπόζων πρόσωπο στη ζωή της πίστης, αλλά και στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή, είναι εκ των πραγμάτων αμφίβολο άκουσμα για τους απίστους, τους άθεους, τους ορθολογιστές. Δεν είναι δυνατόν μία κοπέλα να γεννά, άνευ ανδρός, τον Θεό. Να παραμένει προ τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο παρθένος. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται χώρα του αχωρήτου. Δεν είναι δυνατόν μετά τον θάνατό της να μεθίσταται στους ουρανούς. Δεν είναι δυνατόν να μεσιτεύει δίπλα στον Υιό και Θεό της για τον καθέναν από εμάς, να γίνεται η Απαντοχή και η Προστάτις όλων των ανθρώπων. Τα μυστήρια της πίστης είναι ακατανόητα και αμφίβολα.
Όμως για τους πιστούς η Υπεραγία Θεοτόκος είναι το «αναμφίβολο καύχημά μας». Πρώτα γιατί το ανθρώπινο Γένος έδωσε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει στο Δημιουργό του στο πρόσωπο της Παναγίας. Του έδωσε την χάρη, την αγνότητα, την αγάπη, την ομορφιά, την αρετή, το πνευματικό και σωματικό κάλλος, αλλά και την δυνατότητα της δημιουργίας που έχει η κάθε γυναίκα με την μητρότητα, επομένως και ο κάθε άνθρωπος. Η Παναγία είναι το αντίδωρο του ανθρώπου στο Θεό για την δημιουργία του από Εκείνον. Γι’ αυτό και ονομάστηκε «νέα Εύα». Η πρώτη Εύα είναι το δώρο του Θεού, η αρχή της ζωής για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η δεύτερη Εύα είναι το αντίδωρο του ανθρώπου στο Θεό, η ευχαριστία του και η ευγνωμοσύνη του όχι μόνο για την ζωή, αλλά και για την ανακαίνιση του ανθρώπου και του κόσμου, όπως αυτή προήλθε από τον καρπό της δευτέρας Εύας, που είναι ο Χριστός.
Είναι το αναμφίβολο καύχημά μας η Υπεραγία Θεοτόκος γιατί είναι αυτή που υπάκουσε στο θέλημα του Θεού, νικώντας το δικό της ορθολογιστικό πνεύμα, το οποίο της έλεγε ότι δεν θα μπορούσε να κυοφορήσει άνευ ανδρός. Η Παναγία, για μία στιγμή, βρέθηκε στην θέση όλων των ορθολογιστών ανά τους αιώνες. Μόνο που εκείνοι μένουν στον ορθολογισμό τους. Η Παναγία αφέθηκε στο θέλημα του Θεού, δείχνοντας την κορυφαία αρετή που μπορεί να δείξει ο άνθρωπος: την εμπιστοσύνη στον Πλάστη Του. Δεν ρώτησε παραπέρα η Παναγία. Σε αντίθεση με την πρώτη Εύα, η οποία απέδωσε την πτώση της στο φίδι, δηλαδή στα δημιουργήματα του Θεού, ενώ η ίδια συζήτησε μαζί του, ενώ η ίδια αμφισβήτησε τον λόγο του Θεού και την εντολή Του να μη φάει ο άνθρωπος από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, για να μην πεθάνει όντας μακριά από το Θεό, η Παναγία δεν συζήτησε περαιτέρω τον λόγο του Θεού. Τον αποδέχθηκε και μας έδειξε τι σημαίνει εμπιστοσύνη. Έκανε, δηλαδή, για λογαριασμό μας, ό,τι δυσκολευόμαστε οι περισσότεροι στη ζωή μας σε σχέση με το Θεό.
Είναι το αναμφίβολο καύχημά μας η Υπεραγία Θεοτόκος γιατί αφιέρωσε όλη της τη ζωή στην διακονία του Υιού της. Και ήταν σταυρός αυτή η διακονία. Να περιμένει τη ρομφαία που θα διήρχετο την καρδιά της, κατά τον λόγο του Συμεών. Να γνωρίζει ότι το παιδί της έπρεπε να το μοιραστεί με όλο τον κόσμο, να είναι δικό της και να μην είναι. Να το βλέπει με τον λόγο και τα θαύματά Του να αναδεικνύει την οδό για την Βασιλεία του Θεού και να ζει την άνοδό Του στο Σταυρό, ωσάν τον κακούργο, να μην μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της κακίας και της αχαριστίας των ανθρώπων που ο Υιός της ευεργέτησε, να Τον συνοδεύει στον τάφο, κάτι που είναι ο μεγαλύτερος πόνος για μια μάνα. Αλλά ήταν και χαρά αυτή η διακονία, που κορυφώθηκε στην Ανάσταση. Έκανε δηλαδή και πάλι η Παναγία ό,τι δεν είναι εύκολο στους περισσότερους από εμάς: να διακονούμε με αγάπη το Χριστό στα πρόσωπα των αδελφών μας, να σηκώνουμε το Σταυρό μας, όχι ζητώντας, αλλά δίνοντας και αποδεχόμενοι σιωπηλά ότι τίποτα δεν μας ανήκει, μολονότι «μηδέν έχοντες», χάρις στο Θεό είμαστε «τα πάντα κατέχοντες».
Η Παναγία είναι το αναμφίβολο καύχημά μας. Για να το βιώσουμε αυτό χρειάζεται να ζούμε την παρουσία της στην Εκκλησία, με τον αγώνα για το πνευματικό κάλλος ως αντίδωρο της αγάπης του Θεού. Με την άφεσή μας στο θέλημά Του, δηλαδή την υπακοή της πίστης. Με την διακονία της αγάπης μέχρι τέλους στον αδελφό μας, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Ας μην κλονιζόμαστε από την ρητορεία των απίστων που αμφιβάλλουν για τα όσα ακούνε και βλέπουν και γνωρίζουν. Εκείνη είναι κοντά μας με την δύναμη της αγάπης που γίνεται προσευχή, δάκρυα, μητρότητα για τον καθέναν μας. Και μπορεί να μας συνδράμει τόσο στην προσωπική μας ζωή, όσο και στην κοινωνική μας πραγματικότητα. Ο δικός της τρόπος μας κάνει να ξεπερνάμε κρίσεις, όπως έγινε επανειλημμένα στο παρελθόν. Όπως έγινε το βράδυ που εψάλη ο Ακάθιστος Ύμνος στην Κωνσταντινούπολη. Όπως έγινε στα χρόνια της σκλαβιάς. Όπως έγινε στον αγώνα του ’40. Όπως γίνεται κάθε φορά που ο άνθρωπος δεν βάζει μπροστά τον ορθολογισμό του, αλλά αφήνεται στο μυστήριο της πίστης. Δρα, χωρίς να αγωνιά. Και βιώνει τελικά την εμπιστοσύνη του στο Θεό ως τη χαρά και το καύχημά του.

Κέρκυρα, 8 Απριλίου 2011

4/2/11

ΤΟ ΑΚΑΘΑΡΤΟ ΠΝΕΥΜΑ


Αμέσως μετά την Μεταμόρφωσή Του ο Κύριος, κατεβαίνοντας με τους τρεις μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, από το Θαβώρ, συναντά τους υπόλοιπους εννέα περιστοιχισμένους από κόσμο. Μαζί τους βρίσκεται κι ένας πατέρας, ο οποίος έχει φέρει το παιδί του να το θεραπεύσει ο Χριστός από το δαιμονικό πνεύμα, το οποίο τον διακατέχει. Ο πατέρας ζήτησε πρώτα από τους υπόλοιπους μαθητές να κάνουν καλά το παιδί του, αλλά αυτοί δεν μπόρεσαν. Έτσι, έρχεται στον ίδιο το Χριστό. Ο Κύριος, αφού λέει ότι η γενιά των ανθρώπων είναι άπιστη στο Θεό και αναρωτιέται μέχρι πότε θα την ανέχεται, ζητά να του φέρουν το παιδί. Μόλις το πνεύμα βλέπει το Χριστό, κάνει το παιδί να ταράζεται και να κυλιστεί βγάζοντας αφρούς. Αυτό το έκανε από την μικρή του ηλικία. Άλλοτε το έριχνε στη φωτιά και άλλοτε στο νερό. Ο πατέρας ζητά από τον Κύριο να τον ευσπλαχνισθεί και να τον βοηθήσει. Ο Χριστός του ζητά να πιστέψει. Και ο πατέρας απαντά: «Πιστεύω Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή». Τότε ο Χριστός, βλέποντας ότι συγκεντρωνόταν κόσμος, προστάζει το ακάθαρτο πνεύμα να βγει από το παιδί και να μην ξαναμπεί μέσα του. Το πνεύμα θα φύγει και το παιδί θα μοιάσει με νεκρό. Όμως ο Χριστός θα το σηκώσει και θα δείξει σε όλους τη δύναμη του Θεού. Στο ερώτημα, μάλιστα, των μαθητών Του, γιατί οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να βγάλουν το πνεύμα από το παιδί, ο Χριστός θα απαντήσει ότι το γένος των δαιμόνων δεν μπορεί να φύγει από τον άνθρωπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία (Μάρκ. 9, 17-31).
Ας αναλογιστούμε το δράμα του πατέρα να έχει ένα παιδί που δεν μπορούσε να έχει τον εαυτό του ακέραιο. Να βλέπει το παιδί του να έχει καταληφθεί από ένα ακάθαρτο πνεύμα, το οποίο δέσμευε την ελευθερία του, δεν το άφηνε να ακούσει και να μιλήσει και έκανε απόπειρες να το οδηγήσει στο θάνατο, είτε στη φωτιά είτε στο νερό. Όταν άκουσε για το Χριστό ο πατέρας έσπευσε να ζητήσει ελπίδα και βοήθεια. Αλλά, επειδή είχε αγωνία, δεν περίμενε τον ίδιο τον Κύριο. Ζήτησε από τους μαθητές Του να θεραπεύσουν το παιδί του. Η αγωνία και η αναζήτηση λύσης τον κάνουν να μην τον νοιάζει ποιος, αρκεί να γίνει η θεραπεία. Και γι’ αυτό ο Χριστός μιλά για άπιστη γενιά. Δεν καταλαβαίνει ο κόσμος ποιος είναι ο Θεός, αλλά προσπαθεί να βρει ελπίδα και νόημα σε όποιον φαίνεται να είναι κοντά στο Θεό. Δεν απορρίπτει ο Χριστός τους μαθητές Του. Απορρίπτει την στάση εκείνων οι οποίοι δεν βλέπουν πού βρίσκεται αληθινά ο Θεός, αλλά ψάχνουν τα υποκατάστατά του, δε ζητούν από τον ίδιο το Θεό βοήθεια, αλλά από εκείνους που τους νομίζουν εκπροσώπους του. Και γι’ αυτό εκείνοι δεν έχουν τη δύναμη. Γιατί η θεραπεία δεν δίνεται στο όνομά τους, ούτε από τους ίδιους, αλλά από τον Θεό.
Το ακάθαρτο πνεύμα, ο διάβολος που είναι μακριά από τον Θεό, καταλαμβάνει τον άνθρωπο σε κάθε εποχή. Και οι συνέπειες της παρουσίας του ακαθάρτου πνεύματος στον άνθρωπο είναι οι ίδιες. Πρωτίστως του στερεί την ελευθερία του. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να σκεφτεί και να δράσει ελεύθερα, αλλά δεσμεύεται από το κακό και την αμαρτία που εκφράζει ο πονηρός. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να χρησιμοποιήσει τις αισθήσεις του για να δει ποιος είναι ο Θεός, ποιος είναι ο κόσμος, ποιος είναι ο συνάνθρωπος. Δεν μπορεί δηλαδή να επικοινωνήσει, να συνυπάρξει, να συμβιώσει μέσα από την αγάπη και το άνοιγμα της καρδιάς ο άνθρωπος που έχει καταληφθεί από το ακάθαρτο πνεύμα. Και οδηγείται κατ’ αυτόν τον τρόπο στον θάνατο, πρωτίστως τον πνευματικό, αλλά και τον σωματικό. Το πνεύμα της αμαρτίας οδηγεί τον άνθρωπο στη φθορά, στην απουσία νοήματος ζωής, στο άγχος και την αγωνία, στον χωρισμό από το Θεό, τον συνάνθρωπο, τον κόσμο.
Αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά ενός πολιτισμού μακριά από τον Θεό. Αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Το ακάθαρτο πνεύμα του αιώνος τούτου μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μέσα στις ηδονές, στην παντογνωσία, στην επιστήμη, στις τέχνες του κόσμου είμαστε αυτάρκεις και ελεύθεροι. Αλλά δεν μπορούμε να νικήσουμε τον χρόνο και τον θάνατο, γιατί ο Θεός δεν υπάρχει στη ζωή μας. Κι έτσι, μέσα στην αμαρτωλότητά μας, μέσα στο γεγονός ότι είμαστε χωρισμένοι από το Θεό, ενώ μας δόθηκε η ελευθερία, δεν είμαστε ελεύθεροι. Το ακάθαρτο πνεύμα του αιώνος τούτου μας εγκλωβίζει στον εαυτό μας. Μας κάνει να μην μπορούμε να ακούσουμε το Θεό, τον συνάνθρωπο, τον κόσμο ολόκληρο. Μας κάνει αναίσθητους μπροστά στον πλησίον μας, στις ανάγκες του, στους προβληματισμούς του, στις θλίψεις του. Μας κάνει άλαλους, εγκλωβισμένους στην οθόνη της τηλεόρασης και του υπολογιστή, αφοσιωμένους στην εργασιομανία μας, ανίκανους να μοιραστούμε συναισθήματα, προβληματισμούς, αγωνίες με τους άλλους, γιατί δεν έχουμε χρόνο και διάθεση, ούτε και για παιδιά μας πολλές φορές. Το ακάθαρτο πνεύμα του αιώνος τούτου μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο, γιατί μας κάνει να θανατώνουμε την καρδιά μας, παραδομένοι σε ένα πνεύμα στενού ορθολογισμού, που μας καθιστά ανίκανους να αγαπήσουμε και να το δείξουμε στο Θεό, στον συνάνθρωπο, στον κόσμο. Όταν μόνη έγνοια είναι ο εαυτός μας, τότε έχουμε κλειστεί σ’ αυτόν και δεν μπορούμε να ανοιχτούμε. «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί», όπως λέει ο ποιητής (Τ. Λειβαδίτης).
Ο Χριστός είναι ο μόνος που μπορεί να θεραπεύσει τον άνθρωπο, τον καθέναν μας από το ακάθαρτο πνεύμα του αιώνος τούτου. Αρκεί να διακρίνουμε ότι υπάρχει και μας έχει καταλάβει. Γιατί αυτό είναι το παράδοξο του ανθρώπου σήμερα. Δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν πιστεύει ότι υπάρχει ακάθαρτο πνεύμα. Και η ζωή μας κινείται στη δούλεψή του, χωρίς εκείνο να αποκαλύπτεται. Η πορεία στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η πνευματική αυτή στάση αποτελεί για τον καθέναν μας μία πρόκληση να δούμε πόσο επηρεασμένοι από το ακάθαρτο πνεύμα είμαστε και πώς μπορούμε να αντισταθούμε. Κι αυτή η αντίσταση γίνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Όχι όμως βάζοντας άλλους να προσεύχονται, να μιλούν, να αγωνιούν για μας, αλλά απευθυνόμενοι ο καθένας μας προσωπικά στο Χριστό. Γιατί δεν συναντάμε εκπροσώπους στην Εκκλησία, αλλά τον Χριστό. Εκκλησία είμαστε όλοι μας. Αν δεν προσπαθούμε ο καθένας μας να μιλήσει στο Χριστό, θα επαναπαυόμαστε στο ότι κάποιοι προσπαθούν για μας, αλλά εμείς θα παραμένουμε άλαλοι και κωφοί. Και το ακάθαρτο πνεύμα φεύγει μόνο με την δική μας συνάντηση, την προσωπική, με τον Κύριό μας. Ας είναι αυτό το μήνυμα το κλειδί για να εντείνουμε τις πνευματικές μας προσπάθειες στο δεύτερο μισό της Τεσσαρακοστής. Και ο Κύριος θα μας ανεχθεί, θα μας βοηθήσει στην αδυναμία της πίστης μας και θα μας θεραπεύσει.

Κέρκυρα, 3 Απριλίου 2011