3/24/19

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΕΘΟΡΙΟ ΚΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ



                «Ο Ησαΐας προεικόνισε την σύλληψη του Χριστού από την Παναγία  ενεργώς με όσα αξιώθηκε ήδη μακαρίως να πάθει. Διότι αυτός δεν είδε τον Σεραφείμ να παίρνει αμέσως τον άνθρακα από το νοητό θυσιαστήριο του ουρανού. Τούτον τον πήρε ο Σεραφείμ με την λαβίδα, με την οποία έγγισε και τα χείλη του, δίδοντας την κάθαρση. Αυτή η εμπειρία της λαβίδας ήταν το ίδιο μ’  εκείνο το μεγάλο θέαμα που είδε ο Μωυσής, μια βάτος που ήταν αναμμένη με πυρ και δεν κατακαιόταν.
                Ποιος δεν γνωρίζει ότι εκείνη η βάτος και αυτή η λαβίδα ήταν όπως η παρθενομήτωρ, που συνέλαβε μέσα της το θείο πυρ απυρπολήτως, αφού και εδώ αρχάγγελος μεσίτευε στην σύλληψη και συνήνωνε δι’  αυτής τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου με το ανθρώπινο γένος και με την απόρρητη συνάφεια μας εξάγνισε; Επομένως αυτή η παρθενομήτωρ είναι η μόνη μεθόριο κτιστής και άκτιστης φύσεως. Όσοι βέβαια γνωρίζουν τον Θεό θα αναγνωρίσουν και αυτήν ως χώρα του αχωρήτου θα υμνήσουν μετά τον Θεό όσοι υμνούν τον Θεό. Αυτή είναι και η αιτία των πριν από αυτή και προστάτιδα των μετά από αυτή και πρόξενος των αιωνίων αγαθών. Αυτή είναι υπόθεση των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίδα των διδασκάλων. Αυτή είναι η δόξα των επί γης, η τερπνότητα των ουρανίων, το εγκαλλώπισμα όλης της κτίσεως. Αυτή είναι η καταρχή, η πηγή και η ρίζα της αποθησαυρισμένης για μας ελπίδος στους ουρανούς» (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, « Ομιλία ΙΔ’ εις τον Ευαγγελισμόν»)
                Στην εορτή του Ευαγγελισμού βλέπουμε μία μοναδικής σημασίας αλήθεια της πίστης μας: ότι ο άνθρωπος συμμετέχει ενεργά στον ερχομό του Θεού στον κόσμο και  δεν λειτουργεί παθητικά. Συμμετέχει με την ελεύθερη αποδοχή της κλήσης του από τον Θεό. Συμμετέχει με όλη του την ύπαρξη, καθώς συζητά, διαλέγεται με τον Θεό, διά μέσω του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, χρησιμοποιεί τον νου του θέτοντας εύλογα ερωτήματα, όπως είναι το πώς θα γεννηθεί ο Θεός χωρίς να μεσολαβήσει η συνάφεια ανδρός και γυναικός, πώς θα ξεπεραστεί δηλαδή η φύση του κόσμου και του ανθρώπου, για να έρθει με τρόπο υπέρ την φύσιν ο Θεάνθρωπος. Συμμετέχει και προς τον άνθρωπο, διότι η Υπεραγία Θεοτόκος μάς δείχνει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φύση, δηλαδή να γίνει «άσπιλη, αμόλυντη, άφθορη, άχραντη, αγνή» και να αξιωθεί να παραμείνει εν παρθενία. Κι όμως, ενώ φτάνει τόσο ψηλά πνευματικά και να προσελκύσει κάθε ομορφιά και χάρη, εντούτοις, αν δεν γίνει Θεόνυμφος, αν δηλαδή δεν κοινωνήσει πλήρως τον Θεό με όλη την ύπαρξη, ψυχοσωματικά, τότε δεν μπορεί να σωθεί, να νικήσει τον θάνατο, να καταξιωθεί στην αιωνιότητα. Δεν είναι επειδή πλαστήκαμε κτιστοί. Είναι διότι το άκτιστον δεν επιβάλλει. Αγκαλιάζει το κτιστόν μόνο με την σύμφωνη γνώμη του τελευταίου. Του έχει μεταδώσει εξ αρχής της δημιουργίας του τόσο την εικόνα όσο και το καθ’  ομοίωσιν μαζί Του. Όμως η ομοίωση δεν έρχεται στανικά. Είναι δωρεά και ενεργοποιείται εν ελευθερία.  Η Παναγία δείχνει το όριο του κτιστού, αλλά και την συγκατάβαση και την αγάπη του ακτίστου, διά της οποίας το κτιστό ενώνεται μαζί Του και θεοποιείται. Δεν γίνεται ο άνθρωπος θεός από μόνος του. Δεν του δόθηκε η θεία φύση, αλλά η δυνατότητα μετοχής σ’  αυτήν. Και η Παναγία μάς δείχνει ότι η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό ολοκληρώνει την ύπαρξή μας, ενώ η παρουσία του Θεού εντός μας δεν μας συντρίβει, δεν μας κατακαίει, δεν μας εξουθενώνει, αλλά μας αγιάζει, θεοποιεί!
                Στην εορτή του Ευαγγελισμού, της είδησης της χαράς και της ελπίδας, αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο της Παναγίας μας την πηγή της αποθησαυρισμένης για μας ελπίδας στους ουρανούς. Ελπίζοντας στον τρόπο της , αυτόν της επίγνωσης των ορίων μας αλλά και της εμπιστοσύνης στον Θεό και στο θέλημά Του, πορευόμαστε στους καιρούς μας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Βρίσκουμε στην Εκκλησία την ενεργοποίηση αυτής της ελπίδας και παλεύουμε για το ταξίδι προς την υπέρβαση των ορίων μας. Μόνο που ζητούμε την παρουσία, την εγκατοίκηση του Χριστού και στις δικές μας καρδιές. Αγαπώντας, ενεργοποιώντας κάθε χάρισμά μας, με πορεία προς τον ουρανό, μπορούμε να αλλάξουμε και τα γήινα. Είναι αυτό που λείπει στον θόρυβο και την απελπισία της εκκοσμικευμένης πραγματικότητας. Είναι το ΝΑΙ στον ορθόδοξο δρόμο να νικήσουμε τον θλιβερό εγωτισμό μας, να υπερβούμε την φύση μας που είναι η προσκόλληση στην ζωή με κάθε τρόπο, να αγγίξουμε την ελευθερία τόσο του σώματος όσο και της ψυχής. Να θυμηθούμε τελικά τους προγόνους μας οι οποίοι νίκησαν την φύση τους και πάλεψαν μέχρι θανάτου για τον τρόπο του υπέρ την φύσιν, που είναι η ελευθερία της αγάπης μέσα από την αγάπη για την ελευθερία!   

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2019

3/23/19

ΣΟΙ ΛΕΓΩ


«Σοί λέγω, γειρε καί ρον τόν κράβαττόν σου καί παγε ες τόν οκον σου. Καί γέρθη εθέως, καί ρας τόν κράβαττον ξλθεν ναντίον πάντων» (Μάρκ. 2, 11-12)
«Σέ σένα το λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και μπροστά σ’ όλους βγήκε έξω.

«Σοι λέγω». Λόγος θεϊκός. Λόγος αρχοντικός. Λόγος μεγαλοσύνης. Λόγος κυριαρχικός. Λόγος αγάπης τρυφερής, μα και αποφασιστικής. Λόγος που δεν χωρά ούτε καν λογισμό αμφιβολίας. Λόγος που φέρνει ως μοναδική απάντηση το «ευθέως». Είναι ο λόγος του Θεανθρώπου προς τον παραλυτικό της Καπερναούμ. Ο λόγος του δωρεοδότη της υγείας προς τον αδύναμο και ασθενή. Του κινούμενου προς τον άνθρωπο και εξιστάμενου εκ της φύσεώς Του για να προσλάβει την δική μας Θεού. Του Θεανθρώπου που συναντά τον πεπτωκότα, φθαρέντα, νικημένο από την ίδια του την φύση άνθρωπο. Όπως διά του λόγου του Θεού τα πάντα εγεννήθησαν, καθώς ο λόγος γίνεται ενέργεια, πλην του ανθρώπου, στον οποίο εκτός από τον λόγο ο Θεός έβαλε και μία ξεχωριστή κίνηση, την κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν πλάση του ανθρώπου, έτσι και εδώ με τον ερχομό του Χριστού, ο λόγος θεραπεύει, δίνει δηλαδή μια καινούργια γέννηση στους ανθρώπους όταν έχει να κάνει με την αποκατάσταση της φύσης μας, ενώ για την διάλυση της φθοράς μας, για την ανάπλασή μας, ο Χριστός θα σηκώσει ο Ίδιος τον Σταυρό του θανάτου, θα κάνει μία κίνηση πέρα από τον λόγο, δίδοντάς μας τον τρόπο της αυθεντικής ύπαρξης. 
«Σοι λέγω». Δεν λογαριάζει την στάση των γραμματέων, για τους οποίους είναι αδιανόητο ένας Θεός να ασχολείται με τους αμαρτωλούς ανθρώπους, όπως θεωρούσαν όσους είχαν βαρύτατα νοσήματα. Δεν λογαριάζει την αμφισβήτηση των ανθρώπων της θρησκείας προς το πρόσωπό Του. Ότι δεν Τον αποδέχονται ως Υιό του Θεού. Δεν λογαριάζει την άρνησή τους να αγαπήσουν. Να χαρούν με την άφεση των αμαρτιών που παίρνει ο συνάνθρωπός τους, διότι πιστεύουν σε έναν Θεό της καθαρότητας και της τυπολατρίας, έναν Θεό που βλέπει μόνο την εξωτερική συμπεριφορά, το να είναι κάποιος «εντάξει» με τα λόγια της Γραφής, ακόμη κι αν η καρδιά είναι άδεια από αγάπη. Δεν είναι ότι τους περιφρονεί. Συζητά μαζί τους. Τους αποδεικνύει τον λανθασμένο τρόπο σκέψης και ζωής και κάνει το θαύμα τελικά, για να τους οδηγήσει στην μετάνοια, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι δεν θα αδράξουν την ευκαιρία. 
«Σοι λέγω». Μιλώντας στον παραλυτικό, απευθύνεται και στους φίλους του, οι οποίοι αποστεγάζουν τη στέγη, για να τον κατεβάσουν ενώπιον του Χριστού, αφορμώμενοι από την αγάπη για τον φίλο τους, αλλά και από την πίστη στον Θεάνθρωπο, χωρίς να λογαριάσουν τον θόρυβο, την αποδοκιμασία από τους άλους ανθρώπους, την πιθανή οργή του ιδιοκτήτη του σπιτιού.  Απευθύνεται σ’  αυτούς απορώντας με χαρά για την δύναμη της πίστης τους. Μιλώντας στον παραλυτικό είναι σαν να λέει και σε κείνους ότι το θαύμα της θεραπείας είναι επιδοκιμασία της αγάπης και δώρο χαράς σ αυτούς που το ζητούν με τρόπο σιωπηλό, καθώς δεν είπαν τίποτα στον Χριστό, μα έμπρακτο. Η άρση της παραλυσίας του φίλου τους είναι κι ένα σημάδι ότι για τον Χριστό τίποτα δεν είναι αδύνατο, αλλά όταν υπάρχει η αγάπη, τότε τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο  στην φθορά.
«Σοι λέγω». Ο Χριστός διά της Εκκλησίας μάς καλεί και σήμερα με τον δικό Του αυθεντικά αρχοντικό τρόπο, μέσα από την κοινωνία με το πρόσωπό Του, να διαπιστώσουμε σε ποια κατηγορία ανθρώπων ανήκουμε. Σ αυτούς που έχουμε συναίσθηση της φθοράς μας, σ αυτούς που βλέπουμε ότι η ανθρώπινη φύση μάς οδηγεί στην παράδοση στα πάθη και τις εγωκεντρικές επιθυμίες οι οποίες μας κλείνουν στον εαυτό μας και δεν μας αφήνουν να περπατήσουμε προς τους άλλους και ότι χρειαζόμαστε και σταμάτημα της φθοράς και ανάπλαση αιωνιότητας; Σ αυτούς που νομίζουμε ότι όλα είναι εντάξει, από την στιγμή που δεν έχουμε βαριά αμαρτήματα ή τηρούμε τυπικά τίς εντολές του Θεού, χωρίς όμως η καρδιά μας να αγαπά, ιδιαιτέρως όσους δυσκολεύονται να είναι κοντά στον Θεό, όσους νιώθουν μοναχικότητα, όσους η ύπαρξή τους έχει παραλύσει από το ψεύτικο του κόσμου, είτε το κατανοούν είτε όχι; Σ αυτούς που νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο στην ζωή από το να εμπιστευόμαστε τον Θεό, να αγαπούμε έμπρακτα, ακόμη και με προσωπικό κόστος, να γινόμαστε  φίλοι με τους πονεμένους, αφήνοντας την αγάπη να καλύπτει πλήθος αμαρτιών; 
Η αυθεντική απάντηση στο «σοι λέγω» του Χριστού είναι το «ευθέως». Στην ζωή της Εκκλησίας η συγκαταβατική, έμπρακτη, ταπεινή αγάπη μιας καρδιάς μετανοούσας, που μέσα της έχει ως νόημα την πίστη στον Θεάνθρωπο. Ας ακούμε με τα ώτα της καρδίας τα μηνύματα της ανάπλασης της φύσης μας, του σταματήματος της φθοράς, του νέου ξεκινήματος της κοινωνίας με τον Χριστό!


Κέρκυρα, 24 Μαρτίου 2019 

3/21/19

ΧΑΙΡΕ Η ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΛΥΤΡΟΥΜΕΝΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ Η ΤΟΥ ΒΟΡΒΟΡΟΥ ΡΥΟΜΕΝΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ


             Πολλές οι μορφές της ειδωλολατρίας στους καιρούς μας. Κυριαρχεί η εικόνα.
Παλαιότερα ήταν τα αγάλματα, στα οποία οι άνθρωποι πρόσφεραν θυσία στους θεούς. Ήταν τα κατασκευάσματα ενός κόσμου ο οποίος έβλεπε από την μία την φύση και από την άλλη τα πάθη του ανθρώπου και μετέτρεπε την ανάγκη για προστασία από τις φυσικές δυνάμεις, όπως επίσης και την ανάγκη για δικαιολόγηση των δικών του αδυναμιών, σε θεότητες, ώστε να μπορεί να αισθάνεται ασφάλεια. Αν ο ήλιος, ο κεραυνός, η θάλασσα, η γη, οι εποχές είχαν στοιχειά πίσω τους, αν η απιστία, η πολεμική διάθεση, ο έρωτας κι ο θάνατος δικαιολογούνται  να είναι άμετρες καταστροφικότητες, είναι διότι οι θεοί που κρύβονται σε όλες αυτές τις δυνάμεις είναι σαν κι εμάς και χρειάζονται εξιλέωση, χρειάζονται ταξίματα, χρειάζονται καταπράυνση.  Ούτε είναι η ανάγκη μας για δημιουργικότητα, για σοφία, για συνύπαρξη που μάς καλούν να βρούμε θεούς, για να κάνουμε αυτό που από μόνοι μας δυσκολευόμαστε. Να υποχωρούμε δηλαδή μεταξύ μας, να βάζουμε νόμους και κανόνες, να έχουμε γιορτές για να μπορούμε να ομορφαίνουμε την ζωή μας, να μην είναι η ζωή μας θεμελιωμένη μόνο στο λογικό.
Σήμερα θεός είναι ο εαυτός μας. Δεν είναι μόνο η μεταμοντέρνα αντίληψη ότι η αλήθεια είναι προσωπική υπόθεση και απόφανση. Ότι ο καθένας μας είναι κάτοχος της προσωπικής του θέασης της αλήθειας και ότι δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων, αφού είναι ο ίδιος η αυθεντία. Είναι ότι αυτόν τον μικρό θεό μπορούμε να τον λατρεύσουμε ανεβάζοντας την εικόνα του ως φωτογραφία σε έναν κόσμο στον οποίο όλοι χωρούμε, εκτός από εκείνους που δεν συμμετέχουν σ’ αυτόν. Η αναγνωρισιμότητα, η αποδοχή, η συμμετοχή των άλλων στην προβολή της εικόνας μας είναι το Α και το Ω για να αισθανόμαστε κάποιοι. Και είναι δύσκολο να εξαιρεθούμε από αυτό το παιχνίδι του να γινόμαστε ΑΥΤΕΙΔΩΛΑ (όπως αναφέρεται στον Μεγάλο Κανόνα). Θα έχουμε όλοι έναν μικρό ή μεγαλύτερο στρατό από «ακόλουθους», δηλαδή εν είδει πιστών που θα μας λατρεύουν.
Τότε η ανθρωπότητα χρειάστηκε την Υπεραγία Θεοτόκο, για να μας λυτρώσει από την βάρβαρη θρησκεία της πολυθεΐας. Μία γυναίκα άσημη και ανύπαρκτη για τις εξουσίες, θρησκευτικές και πολιτικές. Ανύπαρκτη και για τους συντοπίτες της, γεννά τον Σαρκωμένο Θεό. Δεν είναι απλώς αυτή που την φιλοξενεί εν μήτρα της. Δανείζει σάρκα και φύση ανθρώπινη και κάνει τον κόσμο να δει την ζωή και την αλήθεια πέρα από την φύση. Δεν είναι ο φόβος του θανάτου, ο φόβος τω στοιχειών της φύσης, οι ανάγκες και οι επιθυμίες που δεσπόζουν τώρα. Είναι η αγάπη που ως τέλεια διά της σχέσεως με τον Θεό έξω βάλλει κάθε φόβο. Είναι η αγάπη, η οποία κάνει τους νόμους περιττούς. Είναι η αγάπη που κάνει όλη την ζωή γιορτή και όχι μόνο κάποιες συγκεκριμένες μέρες. Διότι τον Σαρκωμένο Θεό Τον ακολουθούν μυριάδες μυριάδων, παιδιά κι αυτοί της Υπεραγίας Θεοτόκου ως προς τον τρόπο της πίστης, τον τρόπο της υπακοής και της εμπιστοσύνης, τον τρόπο της θυσίας, τον τρόπο του μοιράσματος, τον τρόπο της ελπίδας. Είναι η αγάπη που μας υποδεικνύει ότι δεν είναι τα πάθη μας ακατάβλητα, αλλά ότι «ο έρωτας με έρωτα νικιέται», ο έρωτας για την αμαρτία, ζοφώδης και ασέληνος, υποτάσσεται στον έρωτα για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ενώ ό,τι φαίνεται ακαταμάχητο κατά φύσιν, ο άνθρωπος για τον εαυτό του, γίνεται υπέρ την φύσιν ευλογία. Ο εαυτός μου παλεύει διά της αγάπης να είναι για πάντα με τον συνάνθρωπο μαζί στον τρόπο της Εκκλησίας, στην συνάντηση που οδηγεί στην αιωνιότητα. Λυτρωθήκαμε από τον «βόρβορο» των έργων μας, διότι η μετάνοια αναστέλλει την ισχύ τους, τα κάνει χθες, οδηγεί την ύπαρξη σε μία συνεχή νέα αρχή με την παρουσία του Χριστού.
Και σήμερα μάς χρειάζεται πάλι η Υπεραγία Θεοτόκος. Να μας δείξει το μέτρο της χαράς. Το μέτρο της αλήθειας μας που δεν είναι ο εαυτός μας, αλλά ο Σαρκωμένος Θεός και ο πλησίον, ο τρόπος της Εκκλησίας. Ο τρόπος της υπέρβασης της φύσης. Ο τρόπος της αγάπης. Υπάρχει η πρόνοια του Αγαπώντος Θεού, ο Οποίος δύναται να μας δώσει ό,τι μας λείπει, να θεραπεύσει τα ασθενή μας. Στο άγχος της προβολής της εικόνας μας, να μας φωτίσει λιγότερο να προβαλλόμαστε και περισσότερο να μοιραζόμαστε. Δεν είναι το είδωλό μας που μετρά, αλλά η ζωή μας. Δεν είναι ο ορθολογισμός μόνο, αλλά, κυρίως, η καρδιά. Είναι η έξοδός μας από το εγώ μας και όχι ο εγκλωβισμός σ’  αυτό. Είναι η δίψα για το υπέρ την φύσιν, που χρειάζεται ως οδός υπέρβασης του θανάτου, όσο κι αν ο θάνατος κυβερνά.
Η Υπεραγία Θεοτόκος ας μας δείχνει τον δρόμο!

Κέρκυρα, 22 Μαρτίου 2019

3/20/19

ΓΙΑΤΙ ΕΝΩ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΔΕΝ ΤΟ ΠΡΑΤΤΟΥΜΕ;


«Χωρίς ταραχή και θλίψη, αλλά με χαρά, να παραδέχεσαι ότι έκανες στραβά εκείνο που νόμισες ότι έκανες σωστά» (Αββάς Δωρόθεος).
Δύσκολος ο ασκητικός λόγος. Έρχεται να αντισταθεί στο αταπείνωτο φρόνημά μας, στο αίσθημα ότι έχουμε δίκιο σε ό,τι κάνουμε, καθώς δεν μπορεί η προσωπικότητά μας να «τσαλακωθεί» από την κριτική του άλλου. Αυτό το ζούμε και με τα παιδιά μας, αλλά και στην σχέση μας με τον/την σύζυγό μας.
 Εύκολος είναι ο προσανατολισμός στο εγώ. Κάθε άλλη θεώρηση αρχικά γεννά μία πίεση πολιτισμική. Οι καιροί μας δεν είναι για υποχώρηση, αλλά για νίκη. Ο καθένας μας έχει ένα μικρό αλάθητο. Ακόμη κι αν κατανοεί ότι σφάλλει, φοβάται ότι η υποχώρηση διά της παραδοχής θα οδηγήσει σε σειρά ηττών και απολογιών. Αφού παραδέχτηκε μία φορά ότι έσφαλε, γιατί να μην είναι συνεχώς η συμπεριφορά του εσφαλμένη; Όλα στο παιχνίδι της εξουσίας γίνονται. Και αν ζητήσουμε μία φορά συγγνώμη, ποιος εγγυάται ότι ο άλλος δεν θα θεωρεί δεδομένο ότι δεν θα χρειαστεί να το πράξουμε και στα σωστά μας. Ο λογισμός για το λάθος θα τον συντροφεύει και θα επανέρχεται. «Όπως έκανες λάθος σ’  αυτό, έτσι κάνεις λάθος και σε εκείνο».
Στην συνέχεια, έρχεται η απαίτηση του «αν με αγαπάς, θα με συγχωρέσεις, θα με ανεχτείς». Έχω δικαίωμα στο λάθος, διότι με αγαπούνε. Απόδειξη η κατανόηση. Αν δεν μπορεί ο άλλος να με δεχτεί όπως είμαι, γιατί να πιστεύω ότι με αγαπά; Το να απαιτεί από εμένα να αλλάξω, δεν είναι όμορφο. Η αλλαγή όμως είναι μία διαδικασία απαραίτητη για τη ωρίμασή μας. Κανένας χαρακτήρας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αυτάρκης. Αντίθετα, μέσα από την αλλαγή, ιδίως αυτή που έρχεται διά της αυτογνωσίας και της μετανοίας, προχωρούμε όχι σε αλλοίωση της προσωπικότητάς μας, αλλά σε ανακαίνισή της. Δίνουμε χαρά όταν αντιλαμβανόμαστε έμπρακτα ότι σφάλλουμε και ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή. Αυτή είναι η ενηλικίωση! Και τότε όντως μας αγαπούν, όχι περισσότερο, αλλά πιο εύκολα, γιατί τους δείχνουμε ότι γνωρίζουμε να χάνουμε!
Οι άλλοι είναι το κριτήριό μας. Όχι ως αφορμή ενοχής, ότι δεν μπορούμε να τους ευχαριστήσουμε με ό,τι κάνουμε και ό,τι είμαστε, διότι τότε παύουμε να υπάρχουμε ελεύθερα. Οι άλλοι γίνονται ο καθρέφτης μας, διότι μάς δίνουν το κίνητρο της αυθεντικής κοινωνίας. Επειδή αγαπώ, προσφέρομαι. Επειδή αγαπώ, καθρεφτίζομαι και βλέπω τι επάνω μου βοηθά στην εύρεση της  αλήθειας και τι όχι. Η μοναξιά περιμένει όποιον δεν σκέφτεται με βάση και τον αδελφό του, ή, κυρίως, τον αδελφό του. Η χαρά της συνύπαρξης ομορφαίνει αυθεντικά την ζωή μας!
Επιμένω στο λάθος, διότι κι ο άλλος κάνει λάθος. Συνάντηση εγωισμών γίνεται η σχέση. Το ίδιο και στα παιδιά μας. Ζητούμε από αυτά να παραδέχονται τα λάθη τους από σεβασμό, χωρίς εμείς να αναλαμβάνουμε το μερίδιο της ευθύνης για ό,τι γνήσιο δεν τους δώσαμε. Κυρίως την αγάπη και την συγκατάβαση, αλλά και μια εξουσία που αποσκοπεί στην πρόοδό τους και όχι στο δικό μας βόλεμα.
«Συγχώρεσε με και εύχου για μένα». Ο λόγος του Αββά λυτρώνει. Κάνει την ήττα κοινωνία και όχι αναγκαίο κακό. Αυτός είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Τον χρειαζόμαστε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαρτίου 2019




3/15/19

ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;


ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ; (ΕΥΡΙΣΚΕΙ ΙΗΣΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΝ, ΕΥΡΙΣΚΕΙ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΟΝ ΝΑΘΑΝΑΗΛ)


«Εὑρίσκει ὁ Ἰησοῦς Φίλιππον καί λέγει αὐτ: ἀκολούθει μοι... Εὑρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ καί λέγει αὐτ: ὅν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰωάν. 1, 44,46)

«Βρίσκει ο Ιησούς τον Φίλιππο και λέει: ‘ακολούθησέ με’. Βρίσκει ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στον νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο του Ιωσήφ, από την Ναζαρέτ»


                Ο χριστιανισμός είναι μία συνεχής αναζήτηση της Αλήθειας. Η Αλήθεια δεν είναι ιδέα, αλλά Πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Για να βρούμε την Αλήθεια, χρειάζεται αναζήτηση. Όποιος αναζητεί, θα συναντήσει τον Χριστό. Θα τον βρει ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Δεν είναι τυχαία η συνάντηση. Είναι ανταπόκριση στο χτυποκάρδι για αλήθεια, σε μία βαθύτερη αναζήτηση της ύπαρξης για νόημα που ξεπερνά τον χρόνο, για την αγάπη που νικά κάθε πάθος, κάθε δικαίωμα, κάθε πρόσκαιρο. Και ο Χριστός δεν κωφεύει σ ’αυτήν την αναζήτηση. Εμφανίζεται στον αναζητητή άλλοτε απευθείας, όπως στον Φίλιππο, άλλοτε διά μέσου των άλλων ανθρώπων, όπως έκανε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ. Τον βρήκε και του ανακοίνωσε την μεγάλη συνάντηση.
                Γι’ αυτό και η ιεραποστολή είναι στάση ζωής στην χριστιανική παράδοση. Αν με βρήκε ο Χριστός, αυτό είναι η αρχή για να βρω τον άλλο, τον πλησίον μου και να του ανακοινώσω την δική μου χαρά. Να την μοιραστώ. Να δείξω ότι άλλαξε η ζωή μου. Όχι με πομπώδη τρόπο, όχι με επίδειξη, όχι για να φανερώσω ότι είμαι ο εκλεκτός. Αλλά γιατί η αγάπη έχει νόημα και πληρότητα όταν μοιράζεται, όταν δεν κρατιέται στο εγώ, όταν γίνεται λαχτάρα και άλλοι να συναντήσουν, να γιατρευτούν, να μοιραστούν.
                Πώς μας βρίσκει ο Χριστός σήμερα;
                Συνήθως Τον προσπερνούμε αδιάφοροι. Δεν μένουμε σε αυτό που είναι ο Ίδιος, διότι δεν Τον αναζητούμε. Είμαστε βέβαιοι ότι Τον έχουμε, παραδομένοι στην συνήθεια, την επανάληψη, το αίσθημα ότι τα έχουμε καλά μαζί Του. Δεν αισθανόμαστε την Εκκλησία σπίτι μας, διότι εκεί πηγαίνουμε άλλοτε για να μην τα χαλάσουμε με τον Θεό και άλλοτε για να ζήσουμε την γαλήνη από τις ζάλες της ζωής, όχι όμως για να βρούμε τους άλλους, τους πλησίον μας. Αν μας έβρισκε ο Χριστός έτοιμους να Τον αποδεχτούμε, έτοιμους να Του δώσουμε την καρδιά, τα πάθη και τα λάθη μας, δεν θα μας ένοιαζε ποιος είναι ο πλησίον μας, τι κάνει, πώς φέρεται, αν είναι σαν κι εμάς, αν δεν είναι. Και δεν απολαμβάνουμε την ζωή της πίστης, διότι έχουμε λογισμούς, αν είναι δυνατόν ο Χριστός στο πρόσωπο του πλησίον μας να είναι αγαθός, καθώς κατάγεται από την Ναζαρέτ και όχι από την Ιερουσαλήμ. Κατάγεται από την ταπεινή πόλη και όχι από την πρωτεύουσα. Κι εμείς πρωτεύουσα θεωρούμε το  εγώ και τον τρόπο μας.
                Ο κόσμος Τον έχει διαγράψει από τις προτεραιότητές του. Συνήθως αναζητά την ύπαρξη των θρησκειών ως ιδεολογιών, για να μπορεί να κρατιέται από κάπου, να έχει την παρηγοριά της χρησιμότητας, ψήγματα διαφορετικότητας, γιορτές που αναπαύουν στην πορεία του χρόνου. Ο κόσμος είναι βέβαιος για τις αλήθειες του, για τα αγαθά του, για την ευτυχία στην ηδονή, στο αυτονομημένο σώμα, στην φυγή από την καθημερινότητα διά του Διαδικτύου, της τηλεόρασης, των ταξιδιών, του ποδοσφαίρου.  Ο κόσμος δεν Τον αναζητεί, δεν αισθάνεται ότι του λείπει, διότι αποθεώνει το εγώ του καθενός και έχει συμβιβαστεί με τον θάνατο, τον οποίο προσπαθεί να αναβάλει, για να χαρεί την ζωή. Μένουν οι δοκιμασίες, οι λύπες, η απόγνωση μπροστά στο τέλος ως τελευταίες ευκαιρίες να ανοιχτεί  στην συνάντηση, παρότι ο Χριστός είναι πανταχού και διαρκώς παρών.
                Κι εμείς οι χριστιανοί επηρεαζόμαστε από τους ρυθμούς του κόσμου, ιδίως οι νεώτεροι. Παγιδευμένοι στις βεβαιότητές μας από την μία και εκκοσμικευμένοι όσο τίποτε από την άλλη, δεν νιώθουμε την ανάγκη για προτεραιότητα του Χριστού. Μας αρπάζουν και οι βιοτικές μέριμνες, οι οποίες καθιστούν το ασήμαντο πρωταγωνιστή. «Πού να Τον βρούμε λοιπόν σ’ αυτόν τον κόσμο, που όλα πια τα έχει δει, όλα τα ’χει καταλάβει, όλα τα ‘χει δεχτεί;» (Σταμάτης Σπανουδάκης).
                Δεν είναι καιρός για απόγνωση. Αν κάτι κρατά ζωντανό η Ορθοδοξία στην ζωή μας είναι η αναζήτηση. Είναι η δίψα για συνάντηση με τον Χριστό, τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, ο Οποίος ανταποκρίνεται στον μικρό πόθο μας για Αλήθεια, φωτίζει δείχνοντάς μας ότι Αυτός είναι το νόημα. Και μας καλεί σε συνάντησή μαζί Του στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνους μας. Να βρούμε στον πλησίον Κύριον τον Θεόν μας. Όποιος κι αν είναι ο πλησίον. Μόνο με ταπείνωση, υπομονή και σταθερότητα.  Και μια βαθιά συγγνώμη για ό,τι δεν είμαστε, για ό,τι δεν είναι.
                Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι Κυριακή εξόδου από τις βεβαιότητές μας και την ίδια στιγμή αναζήτησης του Χριστού και του αδελφού μας. Θέλει απόφαση. Θέλει ταπείνωση. Θέλει αγάπη. Θέλει Εκκλησία! Κι ας μην λησμονούμε τον λόγο του Θεανθρώπου: «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει»!

Κέρκυρα, 17 Μαρτίου 2019

3/14/19

ΧΑΙΡΕ ΔΙ’ ΗΣ ΝΕΟΥΡΓΕΙΤΑΙ Η ΚΤΙΣΙΣ, ΧΑΙΡΕ ΔΙ’ ΗΣ ΒΡΕΦΟΥΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΚΤΙΣΤΗΣ


                Μία γέννηση είναι ένα καινούργιο ξεκίνημα της ζωής. Είναι χαρά και ελπίδα. Μπορεί ποσοτικά να είναι ασήμαντη, διότι τα κοσμικά μεγέθη δεν επηρεάζονται ουσιαστικά, όμως, στην πράξη, μία γέννηση είναι ένα «σημείο», ένα σημάδι ότι υπάρχει συνέχεια, ότι ο νέος άνθρωπος μπορεί να φέρει κάτι διαφορετικό, ότι θα έχει τα δικά του χαρίσματα, την δική του ιστορία, θα δώσει χαρά στους οικείους του, θα τους καταξιώσει, θα τους διδάξει ευθύνες, θα γίνει αφορμή και ίσως και αιτία αγάπης, θα δείξει ότι η ζωή έχει νόημα, καθώς, ενώ πολεμείται από τον χρόνο και την φθορά, βγάζει νέα βλαστάρια, αντιστέκεται και θα συνεχίσει να παλεύει εναντίον του εκμηδενισμού του σωματικού, του εν χρόνω  θανάτου.
                «Νεουργείται η κτίσις». Εν σοφία εποίησε τα πάντα ο Θεός. Όσοι πιστεύουμε, δεν μένουμε στο κατά φύσιν, ότι δηλαδή φέρουμε εντός μας την δίψα για το καινούργιο, για την γέννα, την δημιουργία. Για τα ζώα είναι ένστικτο. Για μας, εκτός από ένστικτο, είναι και έλλογη επιλογή. Γνωρίζουμε ότι θα γεννήσουμε έναν νέο άνθρωπο. Επιλέγουμε αν θα το πράξουμε, αν θα κρατήσουμε ένα παιδί, αν θα χαρούμε που θα γεννηθεί, αν θα το μεγαλώσουμε με αυταπάρνηση ή αν θα το θεωρήσουμε βάρος. Πάντως, τίποτε στην ζωή δεν είναι ίδιο όταν ένας νέος άνθρωπος γεννιέται. «Τα πάντα γίνονται καινά»!
                Εκτός όμως από το κατά φύσιν, στην ιστορία της ανθρωπότητας ήρθε η ώρα κάποτε να συμβεί και το «υπέρ την φύσιν». Η ενανθρώπηση του Θεού, η πρόσληψη από τον Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, της ανθρώπινης φύσης με τρόπο που ξεπερνά τα όρια του νου μας, με τρόπο υπέρ την φύσιν και με εμφάνισή Του «κατά φύσιν», δηλαδή μέσω της Γεννήσεώς Του διά της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι ένα «σημείο» μιας άλλης χαράς, μιας άλλης ελπίδας. Αυτή η γέννα δεν είναι όπως όλες. Ο Χριστός δεν γεννήθηκε για να δώσει χαρά σε λίγους,  σε οικείους, αλλά γεννήθηκε για να αγκαλιάσει και να δώσει χαρά σε όλη την ανθρωπότητα, και του καιρού Του και κάθε εποχής. Ήρθε αφήνοντας κατά μέρος την όποια φθορά της έλλογης σχέσης δύο προσώπων, καθώς δεν γεννήθηκε ως αποτέλεσμα επιλογής ενός άνδρα και μιας γυναίκας, εφόσον η σύλληψή Του νίκησε την τάξη της φύσεως. «Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου». Τη επιλογή την κάνει μία γυναίκα, η κατεξοχήν εκφράζουσα την φύση, για να νικήσει και να υπερβεί την φύση. Η γυναίκα, η οποία στην μήτρα της παρατείνει την ζωή, τώρα την ανα-νοηματοδοτεί και της δίνει περιεχόμενο αιωνιότητας. Η γυναίκα, η οποία αναστέλλει την κυριαρχία του θανάτου, γεννά Αυτόν που θα τον καταργήσει. Η γυναίκα, η οποία αφού κάνει το χρέος της, θα φύγει με την σειρά της από την ζωή, αφήνοντας στις επόμενες το χρέος της διαιώνισης και της συνέχειας, τώρα θα φύγει από την ζωή και θα παραμείνει, όχι μόνο στις καρδιές μας, αλλά και δίπλα στον Υιό και Θεό της μεσιτεύοντας για μας να ζήσουμε αναζητώντας και κοινωνώντας Αυτόν που η ίδια γέννησε, για να την συναντούμε δι’ Αυτού τόσο στην παρούσα ζωή εν τη Εκκλησία, όσο και στην αιώνια, εν τη κοινωνία της Βασιλείας, δηλαδή στην Εκκλησία όπου αναπαύεται ο Θεός των Ζώντων και όχι των νεκρών.  Η γυναίκα που με την γέννα της νικά το μηδέν του σωματικού θανάτου, καθώς φέρνει τον τρόπο της Αναστάσεως!
                «Βρεφουργείται ο Κτίστης και νεουργείται η κτίσις». Στην ακολουθία των Χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο βιώνουμε την κλήση και για την δική μας «νεούργηση». Μας καλεί η Εκκλησία, με την Παναγία ως πρότυπο, να πούμε ΝΑΙ στον Χριστό του Ευαγγελίου. ΝΑΙ στην αγάπη. ΝΑΙ στην υπέρβαση της φύσης, δηλαδή στην απόφαση να μη μείνουμε στην επιβίωση, να μη μείνουμε στο δίκιο μας, να μη μείνουμε στα δικαιώματα του εγώ, να μη μείνουμε στην σχέση εξάρτησης με έναν κόσμο που ζητά κατανάλωση, όχι όμως κίνηση προς τον πλησίον, έξοδο από την αυτάρκεια, εγώ που μοιράζεται πρωτίστως, πρόσωπο που ελπίζει. ΝΑΙ στα χαρίσματά μας ως αρχή κοινωνίας με τον πλησίον. ΝΑΙ στην θέαση των παθών μας, όχι για να τραφούμε από αυτά ή για να τα αποθεώσουμε, αλλά για να τα εμπιστευθούμε στον Δωρεοδότη της μετανοίας και της αφέσεως, για να γίνουμε κι εμείς νέοι στην καρδιά. ΝΑΙ στην κοινωνία με τον Θεάνθρωπο, στο μυστήριο της ευχαριστίας, στην ζωή της χαράς ότι ο θάνατος είναι ένα επεισόδιο στην ζωή μας, όχι το τέλος της.
                Ας κοιτάξουμε την Υπεραγία Θεοτόκο και ας την παρακαλέσουμε. Δεν είναι ο κόσμος μόνο ό,τι βλέπουμε!

Κέρκυρα, 15 Μαρτίου 2019

3/13/19

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ



Μία από τις πιο δύσκολες επιλογές στην καθημερινότητα του ζευγαριού είναι η γλώσσα της σιωπής. Συνήθως βλέπουμε την σιωπή να υπάρχει όταν ο ένας φοβάται να πει την αλήθεια στον άλλον, τόσο για πράξεις που έχει κάνει όσο και για την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του/της συντρόφου του. Σιωπούμε για να μην κάνουμε τα πράγματα χειρότερα. Σιωπούμε γιατί έχουμε επιλέξει να είμαστε “ανώτεροι” από τον άλλο και να μην “πέφτουμε” στο επίπεδό του. Σιωπούμε όταν αισθανόμαστε ότι φταίμε. Στην πράξη όμως σπάνια αυτή η γλώσσα λειτουργεί αυθεντικά, διότι, κατά βάθος, είμαστε θυμωμένοι, δεν συγχωρούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τον άλλο, προσπαθούμε να αγοράσουμε χρόνο, χωρίς να έχουμε προχωρήσει είτε σε αληθινή αυτοκριτική και μετάνοια για την συμπεριφορά μας είτε στην απόφαση να προχωρήσουμε με υπομονή, η οποία θα ξεπεράσει την κατάκριση ή το παράπονο. 
Δεν είναι πνευματική κατάσταση η σιωπή αυτή. Αυθεντική είναι η σιωπή όταν βλέπουμε τον άλλον συνολικά. Όταν δεν μένουμε σε λάθη ή ελαττώματά του, αλλά τον αγαπούμε γι᾽ αυτό που είναι, δηλαδή ο/η μοναδικός/ή για την ζωή μας και αυτό είναι απόφαση καρδιάς. Είναι συνειδητή επιλογή να μην μείνουμε στα αρνητικά, αλλά να προχωρήσουμε με αγάπη και κατανόηση. Συμπάθεια αληθινή, διότι βλέπουμε πρωτίστως τον εαυτό μας. Εδώ είναι το δύσκολο. Να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε αλάνθαστοι και να μπορέσουμε να συγχωρήσουμε τον άλλο που μας δυσκολεύει, διότι συνειδητοποιούμε ότι κι εμείς το ίδιο κάνουμε.
Η σιωπή είναι αρετή. Είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησιαστική ζωή. Είναι ίδιον της τέλειας αγάπης, η οποία βγάζει έξω κάθε φόβο. Δεν είναι εγωιστική επιλογή, αλλά σημάδι ταπεινής προσέγγισης του άλλου. Δεν εξαρτάται από αυτόν. Αν θέλουμε να προχωρήσουμε αυθεντικά, ματώνουμε την γλώσσα μας, γιατί αγαπούμε. Διότι ο πειρασμός, κάποτε μόνιμος, είναι να ματώσουμε τον άλλον, να του αποδείξουμε το πόσο λίγος είναι και πόση χάρη του κάνουμε που είμαστε μαζί του, μολονότι έχει αδυναμίες και δεν του αξίζει. Η σιωπή είναι μίμηση Χριστού, ο Οποίος δεν απαντούσε στις λοιδορίες και στις ύβρεις, αλλά προσευχόταν για τους σταυρωτές Του.
Η σιωπή έρχεται σε αντίθεση με την νοοτροπία των καιρών μας, οι οποίοι φωνάζουν να φωνάζουμε! Απαιτούν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας και, κάποτε, την επιβολή τους με κάθε τρόπο. Δεν είναι βέβαιο ωστόσο ότι το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που νομίζουμε, διότι η δικαίωση του “εγώ” δεν λύνει τα προβλήματα κατανόησης και επικοινωνίας, ούτε αποκαθιστά την αγάπη ανάμεσα στο ζευγάρι.
Κάποτε δεν μπορούμε να σιωπήσουμε. Αισθανόμαστε αδυναμία, διότι νιώθουμε το δίκιο να μας πνίγει. Ας τηρήσουμε τουλάχιστον την διάκριση της ήρεμης εκφοράς του λόγου μας. Ας προσπαθήσουμε να μην ισοπεδώσουμε το πρόσωπό του, αλλά με στοργή και υπομονή ας περιγράψουμε τα συναισθήματά μας και ας του ζητήσουμε να σκεφτεί. Την ίδια στιγμή, ας προσευχόμαστε στον Θεό να φωτίζει. Εμείς να συγχωρούμε. Εκείνος να βοηθά. Το δύσκολο είναι να μην χάσουμε τον έλεγχό μας. Να μην εμπλακούμε σε αντιδικίες. Να μην συντριβούμε από τον εγωισμό. Να ακούσουμε τι έχει να μας πει ο άλλος. Και το ίδιο να κάνουμε και με τα παιδιά μας. Η νουθεσία ή η τιμωρία να μην είναι αφ᾽ υψηλού. Να μία ωραία απόφαση για την Σαρακοστή!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αληθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαρτίου 2019