5/20/17

ΤΥΦΛΟΣ ΩΝ ΑΡΤΙ ΒΛΕΠΩ


 Η όραση είναι ίσως η πιο πολύτιμη από τις αισθήσεις, με τις οποίες ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο. Με τη βοήθειά της ο άνθρωπος πετυχαίνει να κατανοήσει την όψη των πραγμάτων, να δει τον πλησίον του και το πώς σκέπτεται και εκφράζεται, καθώς και να κάνει βήματα προς την αλήθεια της ζωής. Η όραση γεννά δημιουργικότητα. Οδηγεί στην αγάπη. Δίνει στον άνθρωπο το αίσθημα της χαράς. Χωρίς αυτήν μία μεγάλη έλλειψη μας χαρακτηρίζει. Πρέπει να μαντεύουμε για τα πάντα. Δεν έχουμε αυθεντική προσέγγιση της αλήθειας, διότι δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε, έστω και με σχετικότητα, αυτό που σκεπτόμαστε, αναζητούμε και βρίσκουμε.  Ο χωρίς όραση άνθρωπος έχει πάντοτε στην πορεία του το αίσθημα της μερικότητας, της αποσπασματικότητας. Χωρίς απαραίτητα να είναι δυστυχισμένος, ακούει τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να τον δει. τον μοιράζεται, αλλά δεν τον προσλαμβάνει στην πληρότητά του, διότι του λείπει η ικανότητα ταυτόχρονα να βλέπει και να σκέφτεται τι είναι αυτό που βλέπει. Όταν πρέπει να μαντεύει, αισθάνεται ότι πορεύεται τα πάντα τελικά θα είναι κάπως άγνωστα στη ζωή του.
                Η μόνη σχέση που δεν μπορεί να επηρεαστεί από την απουσία ή τη αδυναμία της όρασης, είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Θεός δεν φανερώνεται μόνο στα αισθητά μάτια του ανθρώπου, αλλά, κυρίως, αγκαλιάζει την καρδιά του. Δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να Τον αισθανθεί στην ύπαρξή του, να κατανοήσει ποιο είναι το θέλημά Του, να γνωρίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός υπάρχει, δηλαδή την αγάπη, και να αποκτήσει την ελπίδα ότι η τυφλότητα ξεπερνιέται όχι μόνο με το να ανοιχτούν τα μάτια του σώματος, αλλά, κυρίως, με το να μπορεί να δει ο άνθρωπος με τα μάτια της ψυχής. Τυφλός είναι όποιος δεν ζει την αλήθεια.  Όποιος δεν βλέπει την πορεία της ζωής ότι υπόκειται στις διαστάσεις του χρόνου, ότι η φύση παραμένει απαθής και στην ζωή και στο τέλος του ανθρώπου, ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς. Τυφλός είναι όποιος δεν αναζητεί την χαρά της παρουσίας του Θεού, είτε διότι ο νους και η πνευματική του όραση έχουν σκοτασμό από τις γνώσεις και την έπαρση του προοδευμένου ανθρώπου, είτε επειδή θεωρεί πως ο δρόμος της ζωής έγκειται στο «εγώ»  και όχι στον φωτισμό από τον Θεό και την σχέση μαζί Του.
                Την έκτη Κυριακή από το Πάσχα, γιορτάζουμε την θεραπεία του εκ γενετής τυφλού από τον Χριστό. «Έν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω» (Ιωάν. 9, 25). «Ένα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».  Αυτό είναι που αναφωνεί ο πρώην τυφλός σε εκείνους που αμφισβητούν όχι τόσο το θαύμα, όσο Αυτόν που το έκανε, δηλαδή τον Χριστό. Και βλέπει ο τυφλός και ως προς τις τρεις μεγάλες δυνατότητες που η όραση μας παρέχει. Μπορεί να κατανοήσει πλέον πως είναι τα πράγματα, πώς είναι οι άνθρωποι, αλλά και ποια είναι η αλήθεια της ζωής. Και τα τρία περνούν μέσα από την σχέση με τον Χριστό.  
                Ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Μέσα από την όραση μπορούμε να διαπιστώσουμε την ομορφιά, την ποικιλότητα, την μοναδικότητα που η δημιουργία έχει, επειδή ο Δημιουργός έτσι θέλησε. Και ο πρώην τυφλός δεν βλέπει απλώς αυτό τον κόσμο. Από τον διάλογό του με τους Ιουδαίους, αλλά και με τον Χριστό καταλαβαίνει ότι τα πάντα στη ζωή ανήκουν στον Θεό. Ταυτόχρονα, βλέπει τους ανθρώπους, τους πλησίον του. Καταλαβαίνει τι τους απασχολεί. Έχει όμως συνδέσει τη σωματική με την πνευματική όραση. Έτσι βλέπει αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να δούνε:  ότι ζωή δίνει μόνο ο Χριστός. Αυτός είναι η Αλήθεια και το φως του κόσμου. Επομένως δεν βλέπει και τους συνανθρώπους του στην πρόσκαιρη λογική του να τους έχει ευχαριστημένους, εκπληρώνοντας το θέλημά τους και ταυτόχρονα δείχνοντας ότι πιστεύει αυτό που πιστεύουν εκείνοι, αλλά είναι αποφασισμένος να δείξει αυτό που η όραση πλέον ξεκάθαρα του προσέφερε:  την ευλογία να είναι προσωπικότητα. Να έχει την δική του άποψη για την ζωή και να μην στηρίζεται στις απόψεις των άλλων. Δεν είναι πλέον εξαρτημένος από την ελεημοσύνη των άλλων, το στήριγμα και την φροντίδα των γονέων του, δεν είναι αυτός που θα ακολουθεί, αλλά γίνεται εκείνος που βλέποντας σωματικά, ξέρει ποιος είναι και τι πιστεύει. 
Κι όλα αυτά μέσα από την παρουσία του Χριστού στην ζωή του. Η πίστη στον Χριστό κάνει τον πρώην τυφλό να γνωρίζει γιατί βλέπει, γιατί ζει, σε Ποιον πιστεύει, Ποιος είναι η Αλήθεια του κόσμου. Και αυτή την επίγνωση δεν θα του την στερήσει τίποτε, ούτε η απόρριψη των τυπολατρών, ούτε το να εκδιωχθεί και πάλι από την θρησκευτική του κοινότητα, που, μεγάλη ειρωνεία, συνεχίζεται, διότι πριν βρει το φως του θεωρούνταν αμαρτωλός και επομένως απόβλητος, ενώ μετά, που ο Χριστός του έδωσε το φως του, πάλι θεωρείται απόβλητος, διότι πιστεύει  στον Χριστό, το  φως του κόσμου και των ανθρώπων. Σ’  αυτόν που οι οικείοι του δεν τολμούν ή δεν θέλουν να πιστέψουν. Η αλήθεια έχει και το τίμημά της.
Ο λόγος του πρώην τυφλού «τυφλός ων άρτι βλέπω» αποτελεί πρόταση και για την δική μας πορεία. Μόνο που αυτό είναι για μας συνήθως ζητούμενο. Επειδή η καρδιά μας δεν είναι πάντοτε δοσμένη στον Χριστό, μολονότι η σωματική μας όραση υφίσταται, δυσκολευόμαστε να δούμε αληθινά. Έτσι αδιαφορούμε για τον κόσμο μας ή θεωρούμε ως αυτονόητη την ύπαρξή του και δεν δοξάζουμε τον Θεό για ό,τι μας έδωσε. Κυρίως όμως δεν μπορούμε να δούμε αληθινά τον πλησίον μας. Λειτουργώντας με κριτήριο τον εαυτό μας και την οιασδήποτε μορφής γνώση που έχουμε, είτε θρησκευτική είτε κοσμική, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα και μπορούμε να ερμηνεύσουμε καθετί που συμβαίνει, χωρίς να το περάσουμε μέσα από το θέλημα του Χριστού, μέσα από το Ευαγγέλιο και την πίστη. Τελικά επιλέγουμε η δική μας κοινότητα να είναι ο κάτοχος της αλήθειας, χωρίς να βλέπουμε ότι η Εκκλησία είναι αυτή που μας διασφαλίζει το αληθινό, δηλαδή την σχέση με τον Χριστό που δίνει κριτήρια και για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και για να μην νικηθούμε από την ματαιότητα της ζωής.
Ο πρώην τυφλός πήγε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όντας σταλμένος από τον Χριστό και υπακούοντας στον λόγο Του, για να νιφθεί από τον πηλό, με τον οποίο ο Κύριος του ξαναέδωσε την όραση. Ας νιβόμαστε κι εμείς στην ζωή της Εκκλησίας, στα μυστήρια, στην άσκηση, στην αγάπη, για να μπορούμε να αναφωνούμε αναστημένοι πλέον από την τύφλωση του εγωκεντρισμού: «τυφλός ων άρτι βλέπω»!

Κέρκυρα, 21 Μαΐου 2017

5/18/17

ΤΑ ΞΕΡΩ ΟΛΑ...


Η εποχή μας πάσχει από την ασθένεια του «ξερολισμού». Νεώτεροι και μεγαλύτεροι έχουν άποψη για τα πάντα. Δικαιούνται να σχολιάζουν οτιδήποτε συμβαίνει με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, χωρίς όμως ενδιαφέρον για την αλήθεια.  Δεν ενδιαφέρονται για επιχειρήματα, αλλά είναι έτοιμοι «γκουκλάροντας» και ακολουθώντας την πρώτη εμφανιζόμενη ανάρτηση, να έχουν άποψη, την οποία δεν επιτρέπουν σε κανέναν να τη αμφισβητήσει. 
«Το ξέρω». Όταν κάποιος επισημαίνει σφάλματα ή άλλες οδούς ο αταπείνωτος νους απαντά με αυτή την φράση. Με πείσμα και ισχυρογνωμοσύνη αρνούμαστε να παραδεχθούμε ότι η διάνοιά μας είναι πεπερασμένη, ότι δεν είμαστε αυθεντίες ούτε αλάθητοι. Το σωκρατικό «έν οίδα ότι ουδέν οίδα», το ευαγγελικό «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη»  δεν μας αγγίζουν σήμερα.  Το να ακούσουμε ή να αναζητήσουμε άλλες πλευρές προϋποθέτει κόπο. Προϋποθέτει την ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη για τυχόν λάθη μας, ακόμη και να ζητήσουμε συγγνώμη γι’ αυτά.   
Ταυτόχρονα ο άνθρωπος με ταπεινό φρόνημα νιώθει χαρά όταν μέσα από μία συζήτηση, μία αναζήτηση, ένα μοίρασμα σκέψεων και απόψεων, μπορεί να πλουτίσει όχι μόνο τις γνώσεις, αλλά και τον τρόπο θέασης της πραγματικότητας.  Το κατεστημένο όμως πολιτισμικό πρότυπο, αυτό της αυτοδικαίωσης και της αυτοθέωσης, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μία τέτοια στάση. Αν  παραδεχθούμε ότι η γνώμη μας δεν ήταν σωστή, τότε φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψουν, θα μας ειρωνευτούν, θα μας συντρίψουν. Έτσι εμμένουμε στο «το ξέρω», το υπερασπιζόμαστε και προσποιούμαστε ότι οι άλλοι δεν ξέρουν. Κάποτε φτάνουμε στο να πιστέψουμε κιόλας την επιφανειακή μας άποψη.  
Οι άνθρωποι μαθαίνουμε ότι σημασία έχει η ευχαρίστηση του «να περνάς καλά». Ότι ο κόπος, η κριτική, η αναζήτηση της αλήθειας δεν έχουν πέραση σήμερα. Και αυτό διαφαίνεται στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την παιδεία. Η ήσσων προσπάθεια αποθεώνεται, στο όνομα του δικαιώματος να έχουν όλη πρόσβαση στο σχολείο και ένα χαρτί στο χέρι. Ποιο όμως είναι το πραγματικό αντίκρισμα;  Η αγορά εργασίας, αλλά και η αδυναμία σύναψης αυθεντικών σχέσεων, με γνώμονα την αγάπη και την ευθύνη, μαρτυρούν την απόληξη της ευκολίας.
«Τα ξέρω όλα...». Ο υπερήφανος νους που καλλιεργείται σήμερα από το πολιτισμικό πρότυπο των καιρών δεν αφήνει περιθώριο για αυθεντική πνευματική καλλιέργεια. Για αναζήτηση απαντήσεων σε υπαρξιακά ερωτήματα, όπως ο Θεός, ο θάνατος, η αγάπη. Η απουσία πνεύματος μαθητείας κάνει συχνά τους νέους, το τμήμα της κοινωνίας στο οποίο θα έπρεπε όλοι να ελπίζουμε, να έχουν μία παθητική θέαση του κόσμου και της πραγματικότητας. Γιατί να ασχοληθούν με την πολιτική, με την θρησκεία, με την τέχνη, με την γνώση και να διαμορφώσουν προσωπικές επιλογές, με επιχειρήματα, όταν όλα τους τα δίδονται έτοιμα και σε στερεοτυπικές μορφές και δόσεις, για να κερδίζουν οι ιδεολογικοί κυρίαρχοι, από όπου κι αν προέρχονται;
Εδώ έγκειται και η ευθύνη της Εκκλησίας. Αφού κάνουμε την αυτοκριτική μας, διότι ιεροποιήσαμε το γράμμα της παράδοσης και αρκούμαστε σ’  αυτό, να τολμήσουμε επιτέλους να ανοιχτούμε στο πνεύμα της. Να αφυπνίσουμε. Να εξηγήσουμε. Να χτίσουμε σχέσεις αλήθειας και όχι εύπεπτου συμβιβασμού με το ψεύτικο. Καιρός να πάψουμε να θεοποιούμε την εικόνα μας και να ρισκάρουμε. Άλλωστε, μόνο ο Θεός τα ξέρει όλα. Εμείς σπουδάζουμε με ταπείνωση το θέλημά Του, ζητώντας τον φωτισμό κι αυτόν τον δρόμο ας δείξουμε!    

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Πέμπτης 18 Μαΐου 20127 

5/12/17

ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ


  Μία από τις πιο ωραίες συνήθειες των χριστιανών είναι τα προσκυνήματα, ταξίδια δηλαδή και επισκέψεις σε ιερούς ναούς, μοναστήρια και τόπους, για να λάβουν την ευλογία διά των ιερών εικόνων, των λειψάνων των Αγίων ή διά της ενθυμήσεως γεγονότων που έλαβαν χώρα εκεί ή να ακούσουν λόγους πνευματικούς και να πάρουν ευχή πρόσωπα που συνδέονται με τους τόπους, ασκούνται και παραμένουν εκεί και που έχουν φώτιση από τον Θεό. Τα προσκυνήματα γίνονται έτσι σύμβολα της διάθεσης του ανθρώπου να αντλήσει δύναμη από την πίστη του στον Θεό και να πορευτεί στη ζωή του με κριτήριο αυτή την πίστη.
     Το Ευαγγέλιο όμως μάς δίνει μία άλλη διάσταση στην έννοια του προσκυνήματος και του προσκυνητή. Το προσκύνημα δεν συνδέεται κατ’  ανάγκην με έναν τόπο, αλλά με τον τρόπο της ζωής του ανθρώπου στην Εκκλησία, τον τρόπο που βλέπει τον Θεό και τον τρόπο που θέλει ο Θεός από εμάς. «Έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί  προσκυνήσουσιν τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία. Και γαρ ο πατήρ τοιούτους  ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν» (Ιωάν. 4, 23). « Έρχεται όμως ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύουν τον Πατέρα με την δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια (πνευματικά και αληθινά). Γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν».  
Ο λόγος αυτός του Χριστού απαντά σε έναν προβληματισμό της Σαμαρείτιδος γυναίκας και επιλύει πνευματικά μία μεγάλη διαμάχη που υπήρχε ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες, οι οποίοι διαφωνούσαν έντονα, στα όρια της εχθρότητας και του θρησκευτικού φανατισμού για το πού έπρεπε να γίνεται η λατρεία του Θεού: στον ναό των Ιεροσολύμων των Ιουδαίων ή στο όρος Γαριζίν των Σαμαρειτών. Οι άνθρωποι διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα της λατρείας του Θεού. Θεωρούσαν τον δικό τους τόπο ιερό και ότι ο Θεός μόνο εκεί κατοικούσε. «Δικός μας ο Θεός», έλεγαν.  Στην ουσία βέβαια διαμόρφωναν έναν Θεό κατά τις επιθυμίες τους. Δεν έβλεπαν τι ζητούσε από αυτούς, αλλά κολλούσαν στο γράμμα των διατάξεων του Νόμου, της Παλαιάς Διαθήκης, με σκοπό να κρατήσουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα της αποκλειστικής διαχείρισης του Θεού, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.  Έτσι, το κριτήριο της πνευματικότητας και της λατρείας, το κριτήριο του προσκυνήματος και του προσκυνητή δεν ήταν ο τρόπος, αλλά ο τόπος.
Ο Χριστός έρχεται να δώσει μία διαφορετική διάσταση. Σημασία έχει ο τρόπος. Και αυτός έχει να κάνει με τρεις διαστάσεις: Το Πνεύμα, την Αλήθεια και το θέλημα του Πατρός. Κλειδί δεν είναι το προσκύνημα καθαυτό, αλλά το περιεχόμενό του. Είναι προσκύνημα πνευματικότητας, αλήθειας, επιγνώσεως του θεϊκού θελήματος; Αν ναι, τότε ο τόπος δεν έχει σημασία, γιατί τον τόπο τον φέρει ο καθένας μέσα του, καθότι το σώμα και η ύπαρξή μας γίνονται ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος. Αν όμως αρκεστούμε στον τόπο και την τυπικότητα του προσκυνήματος, όση ιεροποίηση και αν προσδώσουμε, αυτή δεν λειτουργεί μεταμορφωτικά για μας. Δεν σημαίνει αυτό ότι ο τόπος δεν έχει αξία, μοναδικότητα, ιερό χαρακτήρα. Τίποτε από αυτά όμως δεν μας αγγίζει, αν δεν ζούμε κατά τον αυθεντικό τρόπο.
Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος και η πνευματική προσκύνηση του Θεού δεν έχει να κάνει με την περιφρόνηση του υλικού στοιχείου, με έναν διαχωρισμό του υλικού από το πνευματικό, του σωματικού από το ψυχικό, του πρόσκαιρου από το αιώνιο. Κάθε προσκύνημα του Θεού έχει να κάνει με την σύνολη ύπαρξή μας. Γι’  αυτό και ο Χριστός αγιάζει τον άνθρωπο ως ενιαία οντότητα. Στον ναό ανάβουμε κερί, αναπνέουμε το λιβάνι, ακούμε την ψαλμωδία, κοινωνούμε εκ του ενός άρτου και του ποτηρίου, έχοντας προσφέρει τα υλικά, για να τα προσλάβουμε μεταβληθέντα σε σώμα και αίμα Χριστού, άγια για αγίους, με τον Ένα Άγιο να μας αγιάζει. Η παρουσία όμως του Αγίου Πνεύματος μας απαλλάσσει από την αίσθηση ότι ο Θεός είναι δικαιωματικά δικός μας, διότι ανήκουμε σε έναν εκλεκτό λαό χωρίς να το αποδεχτούμε και να το βιώσουμε. Δεν μας σώζουν οι ιδιότητές μας, η φυλή και η καταγωγή, οι παραδόσεις μας, αλλά η παρουσία του Θεού εντός μας, η ενεργός αποδοχή του καλέσματός Του να γίνουμε παιδιά Του και να Τον ζούμε ως προτεραιότητα και νόημα στην ζωή μας. Η απόφασή μας να Τον εμπιστευτούμε και να εναποθέσουμε τις αμαρτίες μας στα πόδια Του, αλλά και η δίψα μας να Τον κοινωνούμε ως την Ζωή!
Ο τρόπος της προσκύνησης όμως είναι και τρόπος αληθείας. Αυτή δεν είναι ιδέα, ούτε φιλοσοφία, ούτε αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά Πρόσωπο. Είναι ο Χριστός. Η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Και η Αλήθεια δεν κατακτάται με τον νου, ούτε είναι αποτέλεσμα συλλογιστικής. Βιώνεται ως κοινωνία, ως συνάντηση, όχι μόνο με τον Θεό, αλλά και με τις εικόνες Του, που είναι οι άνθρωποι. Οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι ο Θεός ανοίγεται σε όλους τους ανθρώπους, θέλει όλοι να έρθουν σε επίγνωση αληθείας και να σωθούν, δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν! Γι’  αυτό και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, διότι δεν θεωρούσαν τον άλλο λαό πλασμένο κατ’  εικόνα Θεού. Η αλήθεια βιώνεται μέσα από τη συνάντηση της αγάπης. Αλλά περνά και μέσα από τον θάνατο των παθών, της αποκλειστικότητας, της αίσθησης ότι τα πάντα είναι θέμα γνώσης και διανοίας. Τον θάνατο της αμαρτίας και του αμαρτωλού φρονήματος. Την ανάσταση της ύπαρξης όταν αγαπά και μοιράζεται την δωρεά της Αλήθειας, δηλαδή την δωρεά του Χριστού να είμαστε όλοι παιδιά Του και να κατοικεί εντός μας, αφήνοντας όμως χώρο και περιθώριο και για τον κάθε άνθρωπο, ακόμη κι αυτόν που δεν πιστεύει. Γιατί και όσοι δεν πιστεύουν έχουν τον νόμο της συνειδήσεως εντός τους, που σημαίνει ότι δεν αποκλείονται από την βασιλεία του Θεού εκ προοιμίου.
Ο τρόπος της προσκύνησης πηγάζει και από το πώς βιώνουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Αν το σπουδάζουμε στο Ευαγγέλιο, αν αυτό γίνεται ο οδοδείκτης της πορείας μας. Αν το βλέπουμε στην προοπτική της τετράδος των αρετών, της αγάπης, της προσευχής, της ταπείνωσης, της διάκρισης. Αν αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Αν μπορούμε να ρυθμίσουμε την σχέση μας με τον πλησίον στην προοπτική που το Ευαγγέλιο βάζει. Αν είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τα αντλήματά μας κατά μέρος, δηλαδή τις βεβαιότητες, τους τρόπους, ακόμη και τα χαρίσματά μας και να αναφωνήσουμε «Δεύτε ίδετε τον Θεάνθρωπον» στην ζωή της Εκκλησίας!
Οι αληθινοί προσκυνητές δεν είναι απλώς περιηγητές τόπων ή εκζητητές λόγων Αγίων ή λάτρεις εικόνων και λειψάνων. Δεν είναι δηλαδή διαποτισμένοι με την αυτάρκεια της αγιότητας των άλλων, αλλά ζητούνε τον δικό τους αγιασμό, όχι με την τήρηση εξωτερικών τύπων μόνο, αλλά με την βίωση της αυθεντικής κοινωνίας με τον Θεό. Αλλιώς, όσα προσκυνήματα κι αν γυρίσουν, αν η καρδιά δεν αναπαύεται αληθινά στην λατρεία και τον τρόπο που ο Θεός ζητά και προσφέρει, μάτην κοπιώσι. Η εκκλησιαστική ζωή, όταν είναι αυθεντική, γεννά μεταμορφούμενους πιστούς στην χάρη της Ανάστασης και της Αγάπης, στον τρόπο της όντως Αλήθειας που είναι ο Χριστός! Ας γίνουμε με την χάρη του Θεού τέτοιοι!

Κέρκυρα, 14 Μαΐου 2017   

5/10/17

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΠΡΟΤΥΠΑ...

Μετά τα Θρησκευτικά και η Ιστορία. Χωρίς συστηματική έρευνα για το πώς η Ιστορία θα μπορούσε και να διδάσκεται καλύτερα και να εμπνέει τους μαθητές να την προσλαμβάνουν δημιουργικά, δηλαδή ως ευκαιρία και γνώσης, αλλά και προβληματισμού για την πορεία της πατρίδας μας στο σήμερα και στο αύριο, η Πολιτεία ετοιμάζει αλλαγές στο περιεχόμενο του μαθήματος. Γνώμονας η προσαρμογή στην παγκοσμιο- ποιημένη τάξη πραγμάτων. Η απομάκρυνση της Ιστορίας από την λογική της προτυποποίησης και η πρόταξη μιας γενικής θεώρησης των πραγμάτων, ωσάν τα παιδιά να έχουν γίνει φιλόσοφοι ή ερευνητές. Τα πρόσωπα, τα δρώντα δηλαδή ιστορικά υποκείμενα, τα κατορθώματά τους, αλλά και οι συνθήκες μέσα στις οποίες είτε καλλιέργησαν τα χαρίσματα και τις ικανότητές τους είτε υπερέβησαν τον εαυτό τους, δεν πρέπει να αγγίζονται από τα παιδιά. Δεν μπορεί να είναι στόχος να νικήσουμε τον εαυτό μας, διότι αυτό προϋποθέτει άρνηση του συμβιβασμού με την ευκολία, με το δεδομένο του εκάστοτε συστήματος. Και πώς θα είμαστε τότε καταναλωτές των παραγγελμάτων του;
       Ο Ελληνισμός διακατεχόταν πάντοτε από ένα πνεύμα αντίστασης. Ο Έλληνας  δεν συμβιβαζόταν εύκολα με την εξουσία κάθε μορφής. Είχε άποψη. Ήθελε ο ίδιος να κρίνει ό, τι του παρουσίαζαν οι εκάστοτε κρατούντες ως τον δρόμο της ορθότητας. Και έπεφτε σε λάθη, διότι ήθελε να πειστεί. Παράλληλα, δεν ήταν εύκολο να παραμείνει ήσυχος σε ό,τι έκανε. Ταξιδιάρικη η ψυχή του, με κριτήριο του να κάνει και να ζήσει κάτι καινούργιο, δεν μπορούσε να χωρέσει σε πολιτισμικά παπούτσια άλλων, αλλά ήθελε πάντοτε να φτιάχνει τα δικά του, ακόμη κι αν τον οδηγούσαν στην καταστροφή. Κάπως έτσι και διαπρέψαμε και συντριβήκαμε. Όμως το πνεύμα της αντίστασης παρέμενε ζωντανό στην ψυχή μας.
    Σήμερα το πολιτισμικό μας πρότυπο επισημαίνει το αναπόφευκτο της υποταγής. Σκόπιμα αποκρύβει ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε δική μας πορεία εντός του συστήματος, καλλιεργώντας την κριτική μας σκέψη. Ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα την οποία θα θέλαμε να έχουμε δεν μπορεί να στηριχτεί στην ησυχία, αλλά στην ανησυχία. Ήσυχος είναι μόνο ο νεκρός. Αυτός που είναι κλεισμένος στον εαυτό του, στην εργασία του, στις σπουδές του, στην ζωούλα του, στις απολαύσεις του, στο Διαδίκτυό του, στις σχέσεις του, στα ψευτο-όνειρα για ευτυχία που σταματά στον τάφο ή συνεχίζεται ως αιώνια ανάπαυση, δηλαδή ως διακοπές της ψυχής. Αντίθετα, αυτή η «απεχθής Ευρώπη», όπως μας την παρουσιάζουν, πάντοτε είναι έτοιμη να επιβραβεύσει την καινοτομία, τις ιδέες, την όρεξη για ζωή, την φιλοτιμία, την δημιουργικότητα, το χάρισμα. Ό,τι δηλαδή εμείς προσπαθούμε συνειδητά ή από δήθεν φιλανθρωπία να υποβαθμίσουμε.
       Η αποδοχή ενός μαθήματος Ιστορίας στο οποίο τα πρόσωπα θα πάψουν να προβάλλονται, θα αποτελέσει την οριστική ταφόπλακα του προτύπου της χαρισματικότητας. Μία νέα τυραννία ετοιμάζεται από όσους δεν θέλουν δημιουργικούς ανθρώπους, αλλά σκλάβους του μεροκάματου και της ησυχίας. Σκόπιμα παρουσιάζονται ως είδηση μόνο τα οικονομικά θέματα ή οι επιδόσεις τηλεοπτικών αστέρων και θεαμάτων. Από την μία ο συμβιβασμός στον οικονομοκεντρικό τρόπο ζωής και από την άλλη αξίζουν όσοι τυγχάνουν εικονικής προβολής. Ένας κόσμος προσανατολισμένος στο σήμερα, χωρίς χθες και ταυτότητα, χωρίς νόημα αντίστασης που θα δώσει αύριο.
        Εκκλησία και Παιδεία πρέπει να αφυπνιστούν και να αφυπνίσουν!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Μαΐου 2017

5/6/17

ΜΗΚΕΤΙ ΑΜΑΡΤΑΝΕ, ΙΝΑ ΜΗ ΧΕΙΡΟΝ ΣΟΙ ΤΙ ΓΕΝΗΤΑΙ


           Όταν διαβάζουμε για ένα θαύμα στο Ευαγγέλιο ή στη ζωή των Αγίων μας, εύλογα ερωτήματα ανακύπτουν: άλλαξε η ζωή των ανθρώπων που το έζησαν;  ήρθαν άραγε πιο κοντά στον Θεό; αυξήθηκε η πίστη τους; έζησαν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και τον τρόπο των Αγίων; μήπως το θαύμα αποτέλεσε ένα περιστατικό που έγινε μία χαμένη ευκαιρία; Συνήθως μένουμε στην δύναμη του Χριστού και την χάρη που οι Άγιοί μας έχουν πάρει από τον Θεό και την πίστη τους σ’  Αυτόν. Μένουμε στο γεγονός του θαύματος καθαυτό. Χαιρόμαστε. Εξετάζουμε τις προϋποθέσεις για να γίνει. Σκεφτόμαστε την μίμηση που καλούμαστε να δείξουμε στα πρόσωπα εκείνων που έλαβαν το ποθούμενο. Δεν μας είναι όμως τόσο εύκολο, παγωμένοι στην στιγμή, να δούμε και να εξετάσουμε την συνέχεια της ζωής τους. Ίσως επειδή τόσο το Ευαγγέλιο όσο και τα συναξάρια των Αγίων δεν αποτελούν κείμενα που αφηγούνται τις ιστορίες όσων συνάντησαν τον Χριστό και τους Αγίους γιατί θέλουν να μας βάλουν στην θέση τους. Να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι όλες οι εκδοχές της ζωής είναι ανοιχτές για όποιον έλαβε την ευεργεσία να συναντήσει και να γνωρίσει τόσο τον Χριστό όσο και τους Αγίους.    
         Όμως ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος για όσους έχουν λάβει την ευεργεσία του θαύματος με οποιονδήποτε τρόπο: «Ίδε υγιής γέγονας. Μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται» (Ιωάν. 5, 14). «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά. Από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Ο παράλυτος της Βηθεσδά, γιατί σ’  αυτόν απευθύνεται ο λόγος του Κυρίου, επί τριανταοκτώ χρόνια ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι του, που ήταν ο τάφος του. Ο Χριστός, παρότι εκείνος δεν είχε καμία ελπίδα, θα τον αναστήσει. Η μόνη λέξη του Κυρίου θα είναι το «θέλεις;» (Ιωάν. 5,6). Θα τον βγάλει από τον τάφο του και θα του ξαναδώσει τόσο την δύναμη να σηκωθεί και να κρατά στους ώμους του το κρεβάτι του, όσο και την ευκαιρία να χτίσει μία καινούργια ζωή, παρότι η νεότητά του δεν θα μπορούσε να επανέλθει. Δεν βλέπει την ηλικία του παράλυτου ο Χριστός, δεν θεωρεί την υπόλοιπη ζωή του χαμένη. Ανασταίνοντάς τον όμως δεν σημαίνει ότι τον παραδίδει στην λήθη για όσα πέρασε και έζησε.  Για το ότι δεν είχε άνθρωπο, αλλά παρέμενε μόνος του στην ζωή. Για το ότι και δεν αγάπησε και δεν αγαπήθηκε. Για το ότι αισθανόταν ανήμπορος να πάρει την ζωή στα χέρια του, όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Για το ότι δεν εμπιστευόταν τον Θεό, ούτε είχε ελπίδα, αλλά από συνήθεια καθόταν δίπλα στην δεξαμενή της Βηθεσδά, μόνο και μόνο για να μην χάσει στο βάθος της ύπαρξής του εκείνο το «λες να τα καταφέρω να πέσω στο ταραγμένο νερό;». Για το ότι η νέκρωσή του δεν ήταν μόνο σωματική, αλλά, κυρίως πνευματική.
        Αναρωτιόμαστε ποια ήταν η αμαρτία του παράλυτου για να υποφέρει τόσα χρόνια. Η στάση του αμέσως μετά το θαύμα, μας αφήνει να την καταλάβουμε. Όταν οι άρχοντες των Ιουδαίων τον καλούν για να τον επιπλήξουν, επειδή κουβάλησε το κρεβάτι του τη ημέρα του Σαββάτου, για την φαινομενική του άρνηση να τηρήσει την ιουδαϊκή τυπολατρία, ο πρώην παράλυτος σπεύδει να αποσείσει από τον εαυτό του οποιαδήποτε ευθύνη: «ο ποιήσας με υγιή, εκείνος μοι είπεν: άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει». (Ιωάν. 5, 11). Δεν φταίω εγώ για το ότι δεν τήρησα τον νόμο. Εκείνος που με έκανε καλά, εκείνος μου είπε να σηκώσω το κρεβάτι μου κι εγώ τον άκουσα. Εκείνος φέρει την ευθύνη. Εκείνος είναι ο ισχυρός. Μην τα βάζετε μαζί μου. Υπάκουσα στην εντολή του, από τη στιγμή που με έκανε καλά. Και στις επίμονες ερωτήσεις των Ιουδαίων ποιος ήταν αυτός που τον γιάτρεψε, ο πρώην παράλυτος δεν ήξερε να πει. Στην χαρά του γιατί έγινε καλά, γιατί απέκτησε την σωματική δύναμη να μπορεί να κινείται και να σηκώνει τα βάρη του, να αρχίσει να ζει αναστημένος από την παραλυσία, δεν σκέφτηκε να μείνει και να ευχαριστήσει Αυτόν που τον γιάτρεψε. Αλλά και όταν ο Κύριος τον βρίσκει και τον προτρέπει να είναι προσεκτικός στην πορεία της ζωής του, για να μην τον βρει τίποτε χειρότερο, ο παράλυτος σπεύδει να δώσει πληροφορίες στους Ιουδαίους για την ταυτότητα του ιατρεύσαντος. 
       Διαβλέπουμε λοιπόν ότι ο παράλυτος δεν μπορεί να ζήσει ευχαριστιακά. Να δοξάσει τον Θεό για την ευλογία που παίρνει να νικήσει τον θάνατο και να αναστηθεί. Να μείνει κοντά στον Ευεργέτη του και να προσπαθήσει να χτίσει καινούργια πορεία μέσα από την σχέση μαζί Του. Ο πρώην παράλυτος είναι αγνώμων. Δεν μπορεί να αγαπήσει κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και σπεύδει να αποσείσει την ευθύνη για την παραβίαση του Σαββάτου. Αποδεικνύεται πειθήνιο όργανο της θρησκευτικής εξουσίας. Άνθρωπος που δεν κρίνει και δεν αποστομώνει όσους αμφισβητούν τον Ιησού, καθότι ο ίδιος έχει γευτεί το θαύμα, αλλά έτοιμος να συνταχθεί μαζί τους, για να μην χάσει την εύνοιά τους. Έτσι φαίνεται ότι η παραλυσία του σώματος ήταν το σωματικό σύμπτωμα της παραλυσίας της ψυχής, της καρδιάς. Της ανικανότητας να αγαπήσει, να εκτιμήσει, να μοιραστεί, να δοξάσει, να χαρεί αληθινά και να μοιραστεί την χαρά του. Να αναλάβει την ευθύνη να χτίσει καινούργια ζωή αγαπώντας. Και να ξεκινήσει αυτή την πορεία αποδεικνύοντας ότι πρωτίστως αγαπά Αυτόν που τον έκανε καλά.
     Η Ανάσταση και η Αγιότητα που πηγάζουν από την σχέση με τον Χριστό είναι τα μεγαλύτερα θαύματα που βιώνουμε στην ζωή μας. Προϋποθέσεις για να τα οικειωθούμε είναι η πίστη και η αγάπη προς τον Χριστό, αλλά και η ευγνωμονούσα καρδιά. Αυτή που είναι έτοιμη να συγκινηθεί, όχι μόνο συναισθηματικά, αλλά να αναλάβει να κινηθεί σε μία νέα πορεία. Αγωνιζόμενη εναντίον της ιδιοτροπίας και της μιζέριας να τα περιμένει όλα έτοιμα από τους άλλους, ακόμη και να την αγαπήσουν. Έχοντας ελπίδα στον Θεό. Βλέποντας τα λάθη και τις αμαρτίες. Και έτοιμη να καταθέσει την μαρτυρία της αλήθειας σε οποιονδήποτε την αμφισβητεί. Τυπολάτρη, άθεο, αρνητή, μη αναστημένο, ουσιαστικά εξίσου παράλυτο! Για να έχει το θαύμα αυθεντική αξία μεταμόρφωσης και ελπίδας στην ζωή μας!  

Κέρκυρα, 7 Μαΐου 2017

5/3/17

ΑΔΕΙΕΣ ΨΥΧΕΣ


                Πόσο άδειες είναι οι ψυχές των νέων ανθρώπων σήμερα; Πόσο εύκολο είναι αυτό να γίνει αφορμή αφύπνισης;
                Οι νέοι σήμερα έχουν επιλέξει μία οδό συμβιβασμού με τον κόσμο και την εποχή τους. Έχουν εκλάβει ως δεδομένο ότι θα πρέπει να ακολουθούν τον πολιτισμό του καιρού, όχι μόνο ως προς τις συνήθειες, τις επιλογές της διασκέδασης, τις μοντέρνες ιδέες, την προβολή του εαυτού στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, αλλά και ως προς τις σχέσεις τους. Οι νέοι αναζητούν την κοινωνικότητα και την συντροφικότητα όχι μέσα από τον έρωτα, το μοίρασμα, την ευθύνη, αλλά, κυρίως, μέσα από την ευκολία της σωματικής επαφής, την αποθέωση της εμφάνισης, την αποφυγή του δεσίματος. Οι σχέσεις δεν αποτυπώνουν στους νέους αυτό που ονομάζουμε «νόημα ζωής». Μάλλον λειτουργούν ως αντίδοτο στον φόβο της μοναξιάς, σε ένα διαφαινόμενο αίσθημα απόρριψης από τους άλλους. Έτσι, οι νέοι δεν αντιδρούν εύκολα στο κάθε μορφής κακό. Δεν θέλουν να διαμορφώσουν ολοκληρωμένη άποψη, να παλέψουν για κάτι διαφορετικό.
                Σε μία εποχή στην οποία η ζωή είναι γεμάτη από πληροφορίες και κάποτε και εμπειρίες, οι ψυχές παραμένουν ασυγκίνητες, άδειες. Δεν ενοχλεί όμως αυτό, διότι μεγαλύτεροι και νεώτεροι δεν βιαζόμαστε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα του θανάτου και της αιωνιότητας.  Είναι μακριά για μας. Προτιμούμε να ζούμε όπως οι πολλοί, παρά να θέλουμε την Αλήθεια, η οποία όμως δεν είναι μόνο για να την γνωρίσουμε, αλλά και για να την ακολουθήσουμε.
                Άδειες οι ψυχές γιατί δεν πεινάνε για ελπίδα. Κέντρο της ζωής είναι το τώρα, το παρόν. Επειδή δεν είναι μόνοι τους οι νέοι, νιώθουν ότι δεν χρειάζεται να σκεφτούνε γιατί ζούνε και τι μπορούν να μοιραστούνε. Κι έτσι το μέλλον φαντάζει αρκετά μακρινό, για να διαμορφώσει κάποιος θέση και να αφιερωθεί ώστε να την υλοποιήσει. Συμπαρομαρτούνε άλλωστε όλοι εκείνοι που δεν ελπίζουν σε κάτι, αλλά μόνο στο «εγώ» τους, τον εαυτό τους. Και τότε «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Αρκεί λοιπόν το να περνάμε καλά.
                Η χριστιανική πίστη και η ζωή της Εκκλησίας μπορούν να γίνουν αφετηρία ώστε οι ψυχές να μπολιαστούν και με νόημα και με ελπίδα. Στις μικρότερες και μεγαλύτερες κρίσεις της ζωής, στην αποτυχία της αγάπης, στον εκμηδενισμό των ονείρων έρχεται η αυθεντικότητα  της κοινωνίας με τον Χριστό να κάνει νεώτερους και μεγαλύτερους να αισθάνονται όχι απλώς λιγότερο μόνοι, αλλά έτοιμοι να παλέψουν για έναν κόσμο που θα ακολουθεί το Ευαγγέλιο. Στα δύσκολα. Στην δίψα για εκδίκηση και συντριβή του άλλου που είναι εχθρός. Στην επιθυμία χρήσης του άλλου ως αντικειμένου για την δική μας ευχαρίστηση. Στον πόνο από την αρρώστια, τον θάνατο, την απώλεια. Στην ταραχή που η ήττα και η ματαίωση φέρνουν. Αλλά και στην ανάγκη για μέτρο όταν διαχειριζόμαστε τις χαρές μας. 
Η παρουσία του Χριστού γεμίζει τις ψυχές. Πιστεύουμε και ζούμε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος και έφτασε μέχρι τον θάνατο από αγάπη για μας. Με γνώμονα αυτή την πίστη γνωρίζουμε γιατί ζούμε. Και ξεκινούμε από την αρχή κάθε στιγμή, στον τρόπο της Εκκλησίας. Ευθύνη των μεγαλύτερων να δείξουμε στους νέους αυτόν τον δρόμο. Ευθύνη όλων μας η ψυχή μας να πάψει να είναι άδεια.  Για να χαρούμε το ουσιώδες! Αυτόν και αυτό που διαρκεί!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 3 Μαΐου 2017

4/29/17

ΗΓΕΡΘΗ, ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΩΔΕ


Υπάρχουν γεγονότα τα οποία αλλάζουν τον ρουν της Ιστορίας. Το σπουδαιότερο από αυτά, ανεξαρτήτως αν κάποιος πιστεύει σ’ αυτό ή όχι, είναι η Ανάσταση του Χριστού, η οποία χώρισε την ιστορία σε δύο περιόδους. Δεν είναι η γέννηση η αυθεντική βάση του χωρισμού, αλλά η ανάσταση. Χωρίς την ανάσταση η γέννηση θα παρέμενε ένα συναισθηματικό επεισόδιο ερχομού στον κόσμο ενός ανθρώπου που είπε ωραία λόγια, έκανε μερικές υπερβάσεις στην φυσική πορεία της ζωής, αλλά νικήθηκε και Αυτός, όπως όλοι, από την αναπόδραστη ανθρώπινη μοίρα που φαίνεται ότι είναι ο θάνατος. Χωρίς την Ανάσταση το έργο του Χριστού θα παρέμενε μάταιο, διότι δεν θα ήταν λυτρωτικό. Θα υποτασσόταν στην δύναμη του χρόνου και κάθε ελπίδα για λύτρωση θα αποδεικνυόταν ανεπαρκής. Γι’ αυτό και η πίστη στην Ανάσταση αποτελεί σημαδιακό γεγονός. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση της Ανάστασης αποτελεί σημείο κατατεθέν για όσους δεν θέλουν να πιστεύουν στον Θεό. Η Ανάσταση του σκανδαλίζει. Τη Ανάσταση χλευάζουν. Την Ανάσταση θέλουν να διαγράψουν από τις καρδιές των ανθρώπων, κυρίως όσων επιμένουν να παραμένουν πιστοί.
         Αυτό γινόταν από την πρώτη στιγμή που ο Χριστός αναστήθηκε. Ο λόγος του Αγγέλου στο κενό μνημείο «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν» (Μάρκ. 16,6), («Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει») δεν ηχεί παράδοξα μόνο στ’ αυτά των Μυροφόρων γυναικών, οι οποίες με αγάπη πήγαν να αλείψουν με αρώματα τον νεκρό Ιησού. Ηχεί παράδοξα σε κάθε ανθρώπινη κατηγορία η οποία έχει θέσει την πίστη σε δεύτερη μοίρα.
           Πρώτα στ’ αυτιά των στρατιωτών που φύλαγαν τον τάφο. Αυτόπτες μάρτυρες της Ανάστασης, προτίμησαν να δωροδοκηθούν ώστε να γλιτώσουν την μήνι του αφεντικού τους, του Ρωμαίου διοικητή Πιλάτου, για το ότι δεν μπόρεσαν να φυλάξουν τον τάφο. Δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν μια δύναμη που ξεπερνούσε και τα μέτρα τους και την λογική τους και τις ικανότητές τους. Και ενώ έβλεπαν τι συνέβαινε, προσποιήθηκαν το ψέμα της κλοπής του νεκρού σώματος από τους εξαφανισμένους δια τον φόβον των Ιουδαίων μαθητές του Χριστού. Ανάλογη είναι και η στάση όλων εκείνων που ανά τους αιώνες γίνονται μάρτυρες μεγάλων θαυμάτων, τόσο θεραπειών από ασθένειες ή εξόδων από υλικούς κινδύνους, όσο και μεταστροφής ανθρώπων από αδιάφορους ή αρνητές σε πιστούς. Έχοντας ταχθεί ως φύλακες των δικών τους ιδεών και παραδόσεων, ως συντηρητές των αληθειών τους, πιστεύουν ότι η πίστη δεν έχει δύναμη να βγει από τον τάφο στον οποίο την κλείνουν. Τάφο της επιστήμης και της διανόησης. Τάφο της υλιστικής σκέψης. Τάφο της ματαιότητας των πολιτισμικών προτύπων. Και νομίζουν ότι μπορούν να την εμποδίσουν να αναστηθεί, να αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων, να νοηματοδοτήσει την ζωή τους. Και ενώ είναι πολύ μικροί, αισθάνονται τους εαυτούς τους σπουδαίους, ότι επιτελούν μεγάλο έργο, όπως ο κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου διάβολος θεωρεί ότι κάνει, αποτρέποντας όσους αγαπούν τον Θεό να έχουν ελπίδα και κάνοντας τους πάντες να πιστεύουν ότι η ζωή έχει νόημα όταν απαλλαγούμε από θρησκοληψίες και πίστεις και την πάρουμε στα δικά μας χέρια. Όταν δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, ούτε τον Θεό. Η Ανάσταση όμως διαψεύδει και θα διαψεύσει.
         Κατόπιν όσοι έχουν επενδύσει όχι στον Θεό και την πίστη, αλλά στον εαυτό τους, στο εγώ τους, είτε είναι μέλη του σώματος του Χριστού είτε εκτός αυτού. Πρόκειται για τους θρησκευτικά υπερήφανους, για όσους έχουν συγκεκριμένες αντιλήψεις για την πίστη και δεν μπορούν να δεχτούν ότι δεν είναι το γράμμα που σώζει, αλλά το Πνεύμα. Είναι εκείνοι που μοιάζουν με τους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού. Αυτάρκεις στον εαυτό τους και στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, δεν είναι έτοιμοι να κάνουν έξοδο από το εγώ τους. Να κενωθούν, ξεκινώντας από έναν συνεχή αυτοέλεγχο για την πορεία τους, από την μετάνοια για τα λάθη τους, από την αίσθηση ότι και ο άλλος χωρεί στην Βασιλεία του Θεού, ακόμη κι αν δεν είναι τέλειος, ακόμη κι αν οι αμαρτίες του μπορεί να φαίνεται ότι του κλείνουν το δρόμο. Όμως αν ο άλλος μοιάζει με τον τελώνη και την πόρνη, έχει δηλαδή επίγνωση της κατάστασής του και δεν δικαιώνει τον εαυτό του, αλλά πορεύεται εν μετανοία, τότε είναι σε θέση να κατανοήσει και να ζήσει την Ανάσταση. Διότι Ανάσταση σημαίνει επίγνωση ότι ακολουθούμε έναν δρόμο θανάτου με τα λάθη και τα πάθη μας και ζητούμε να μετανοήσουμε με αγάπη, υπομονή και αλλαγή πορείας. Οι σύγχρονοι Φαρισαίοι όμως ζούνε στην αυτάρκειά τους και αρνούνται να δούνε άλλη οδό πλην της αυτοδικαίωσής τους.
           Τέλος, το μήνυμα της Ανάστασης απευθύνεται στις μυροφόρες γυναίκες και στους μαθητές. Όλοι καλούνται να προσκυνήσουν τον Κύριο και να μην διστάσουν. Να μην σκεφτούν ορθολογιστικά. Φοβικά. Να μην λογαριάσουν τον κόσμο τι θα πει. Να μην λογαριάσουν ούτε το εγώ, το οποίο θέλει βεβαιότητες. Να εμπιστευθούν τον αναστάσιμο λόγο και το κενό μνημείο και να αφεθούν στην χαρά του. Και τότε ο Νικητής του Θανάτου θα εμφανιστεί και θα νοηματοδοτήσει την ζωή τους. Είτε με την προσωπική Του αυθεντική παρουσία. Είτε με το Σώμα και το Αίμα του. Είτε με την αγάπη μέσα από τα πρόσωπα των άλλων. Είτε με την μυστική ενίσχυση την οποία η πίστη φέρνει στις καρδιές. Είτε με κάθε τρόπο εσωτερικής γαλήνης που έρχεται όταν η πίστη γίνεται προτεραιότητα. Κυρίως όμως μέσα από το μοίρασμα της πασχαλινής εμπειρίας στον κόπο να ξυπνήσουμε λίαν πρωί. Να αφήσουμε κατά μέρος κάθε άλλη εργασία και να πορευθούμε προς το μνημείο, έχοντας ως αρώματα την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη. Αφήνοντας κατά μέρος κάθε δεύτερη σκέψη ότι ο αναστάσιμος λόγος είναι περιθωριοποιημένος. Ότι δεν είναι αποδεκτός. Δεν είναι μοντέρνος. Ότι κάποτε ίσχυε και τώρα έχει τοποθετηθεί στην άκρη. Σε πείσμα των καιρών, εμείς θα εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε Θεό ζώντα και όχι σε Θεό νεκρό. Διότι τελικά οι μυροφόρες γυναίκες, Ιωσήφ από Αριμαθαίας, ο Νικόδημος εκφράζουν όλους όσους δεν αισθάνονται ότι ο τάφος κατάπιε την ζωή, αλλά ότι η Αγάπη θα αναστηθεί!
           «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Ας ψηλαφήσουμε τον αναστάσιμο λόγο στις καρδιές και την ζωή μας. Μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, ας αντισταθούμε στην δύναμη των στρατιωτών και των υποκριτών και με αγάπη ας στραφούμε προς τον Νικητή του Θανάτου, για να ανήκουμε στην πλευρά αυτών που αποδέχονται ότι η Ιστορία του κόσμου άλλαξε, αλλά και ότι μπορεί να αλλάξει και η προσωπική μας ιστορία. Ότι ο θάνατος δεν θα μας αγγίξει. Ότι τελικά δι’ ημάς ηγέρθη!

Κέρκυρα, 30 Απριλίου 2017