11/20/17

Ο ΚΑΘΑΡΩΤΑΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΙΣΑΓΕΤΑΙ ΕΝ ΤΩ ΟΙΚΩ ΚΥΡΙΟΥ


«Ο ζωντανός ναός της χάριτος του Θεού συναντά τον πέτρινο ναό του Μωσαϊκού Νόμου». Ο λόγος αυτός του π. Αλέξανδρου Σμέμαν δείχνει τι ακριβώς γιορτάζουμε την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στον πέτρινο ναό της θρησκείας, της προετοιμασίας του κόσμου για την αλήθεια, που ενίοτε γίνεται τυπολατρία, αυτάρκεια, αίσθημα ανωτερότητας, εισάγεται η μικρή κόρη που πρόκειται να λάβει εντός της ύπαρξής της τον ίδιο τον Θεό, το πλήρωμα της χάριτος, αυτή που εκφράζει την καρδιά που πάλλεται από ζωή, αγάπη, υπακοή, πίστη!
Οι άνθρωποι που θεωρούμε ότι πιστεύουμε συχνά λειτουργούμε σε ένα άσαρκο κέλυφος κανόνων, τυπολατρίας, αυτοδικαίωσης. Είμαστε βέβαιοι ότι ξέρουμε Ποιος είναι ο Θεός και ότι είμαστε πιστά τέκνα Του και την ίδια στιγμή ξέρουμε ποιους να απορρίψουμε. Άραγε είμαστε ζωντανοί ναοί Του; Αγαπάμε τόσο, ώστε την στιγμή που μπαίνουμε στον επίγειο ναό Του να έχουμε στην καρδιά μας την αθωότητα του βλέμματος της Παναγίας, την ταπεινότητα να περιμένουμε το αγκάλιασμα του Θεού και την αγάπη να απλώσουμε τα χέρια προς όλους τους συνανθρώπους μας, σεσωσμένους και μη, καθαρούς και μη, βλέποντάς τους να περιμένουν από μας λίγη προσευχή, λίγη ελεημοσύνη ή τουλάχιστον να μη γινόμαστε πρόσκομμα φαρισαϊκό στην έγνοια τους για σωτηρία;
                Η Παναγία ας μας φωτίσει!

π. Θ.
21-11-2017

11/18/17

ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ


          Ο σύγχρονος άνθρωπος θεμελιώνει την ζωή του στα επιτεύγματα του πολιτισμού και τον εαυτό του, στις ιδέες του, στις αξίες με τις οποίες μεγάλωσε και αυτές τις οποίες ενστερνίζεται. Ο πολιτισμός γεννά μια καθημερινότητα. Μας οδηγεί στην ευκολία, στις επιλογές,  στις εναλλακτικές λύσεις. Σημείο κατατεθέν το να μη βαριόμαστε. Να έχουμε τρόπους ώστε ο χρόνος μας να μην είναι εχθρός αδυσώπητος, όπως συμβαίνει όταν δεν έχουμε τι να κάνουμε. Οι παλαιότεροι ακολουθούσαν τον χρόνο και δεν το θεωρούσαν κακό. Είχαν χωρισμένες τις εποχής ανάλογα με τις εργασίες που μπορούσαν να γίνουν. Κοιμόντουσαν νωρίς και ξυπνούσαν νωρίς. Ενέτασσαν τις υποχρεώσεις τους, την εργασία τους, τις δουλειές του σπιτιού, τα μαθήματα του σχολείου στον φυσικό χρόνο και όταν υπήρχε περιθώριο ασχολούνταν δημιουργικά με δημιουργικές δραστηριότητες που μπορούσαν να προσφέρουν στο σπίτι ή με συναντήσεις με τους άλλους ανθρώπους, ώστε να μη λείπει και η κοινωνικότητα από την ζωή τους. Σήμερα οι άνθρωποι κοιμόμαστε λιγότερο. Έχουμε  το πρόγραμμά μας το οποίο λειτουργεί σε ρυθμούς αυξημένης ταχύτητας, είτε λόγω των μεγάλων πόλεων, είτε επειδή προσπαθούμε να χωρέσουμε όλο και περισσότερες εργασίες και δραστηριότητες σ’ αυτό και δείχνουμε ότι θέλουμε να ελέγξουμε τον χρόνο. Αυτός να μας ακολουθεί και όχι εμείς. Έτσι γινόμαστε ολοένα και πιο αγχώδεις και έχουμε φόβο για το τι θα κάνουμε αν δεν υπάρχει άλλη δραστηριότητα. Γκρινιάζουμε περισσότερο οι άνθρωποι σήμερα και στρεφόμαστε στον εαυτό μας, ο οποίος είναι το κλειδί. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Δεν φτάνει όμως για να έχουμε αυθεντικό προσανατολισμό στην ζωή μας. 
      Η πίστη στον Θεό μας υπενθυμίζει κάποιες από τις παλαιές, τις παραδοσιακές αξίες. Ότι χρειάζεται να ακολουθήσουμε λίγο τον χρόνο και όχι να τρέχουμε πριν από αυτόν. Κι αυτό γίνεται μέσα από τις γιορτές, αλλά και μέσα από την διαρκή υπενθύμιση ότι η ζωή δεν μπορεί να είναι στηριγμένη στον εαυτό μας, αλλά στον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος της ύπαρξής μας που είναι ο Χριστός. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, επισημαίνει ότι καλούμαστε να ζήσουμε «εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω» (Εφεσ. 2, 20-21). «Προστεθήκατε κι εσείς στο οικοδόμημα που έχει θεμέλιο τους αποστόλους και τους προφήτες κι ακρογωνιαίο λίθο αυτόν τον ίδιο τον Χριστό. Μ’ Αυτόν ολόκληρο το οικοδόμημα δένεται και μεγαλώνει, ώστε να γίνει ναός άγιος για τον Κύριο». Ο Χριστός, οι απόστολοι, οι προφήτες είναι πρόσωπα και διδασκαλίες που φαινομενικά έρχονται από το παρελθόν. Όμως η φρεσκάδα και η ζωή που δίνουν υπερβαίνει τον χρόνο. Ακολουθώντας τους, νομίζουμε ότι επιστρέφουμε στο χτες. Στην πράξη όμως είμαστε συνεχώς με το βλέμμα και στο σήμερα και στο αύριο.
     Πρωτίστως η οικοδομή δεν είναι στηριγμένη σε ιδέες ή σε ηθικά παραγγέλματα αλλά στα Πρόσωπα που έζησαν όπως μας έδειξαν και μας αποκάλυψαν. Οι Ιουδαίοι, ακούγοντας τον Χριστό να μιλά, αναφωνούσαν ότι ουδέποτε μίλησε άνθρωπος, όπως Εκείνος. Και δεν μιλούσε μόνο ο Χριστός, αλλά εξέφραζε την πεμπτουσία του λόγου Του με τα έργα Του. Και ο λόγος είχε τρεις κυρίως γραμμές: την αγάπη, την μνήμη της σωτηρίας, την απάντηση σε όλες τις ανάγκες του ανθρώπου. Η αγάπη συνίσταται στην υπέρβαση της εγωκεντρικής αυτάρκειας, στην ενασχόληση του ανθρώπου με τον εαυτό του και μόνο. Ο κατά Χριστόν αγαπών ανοίγεται στους άλλους, τόσο αναφορικά με την προσφορά των υλικών αγαθών, δηλαδή της ελεημοσύνης, όσο και σε ό,τι έχει να κάνει με την ανθρωπιά, το μοίρασμα, την ακρόαση των άλλων, την έγνοια, την προσευχή γι’ αυτούς. Έτσι η αγάπη γίνεται απάντηση σε όλες τις ανάγκες του ανθρώπου. Δίνει κριτήρια ώστε ο άνθρωπος να γνωρίζει πώς θα υπερβεί τις δυσκολίες του, πώς θα χειριστεί τις σχέσεις του, πώς θα τιθασεύσει τον ίδιο τον εαυτό και τα πάθη του, νικώντας το αίσθημα του δικαιώματος. Ο Χριστός όμως μας καλεί να θυμόμαστε την σωτηρία μας. Την Βασιλεία των ουρανών. Τον θησαυρό εν ουρανοίς. Την παρουσία του Τριαδικού Θεού, ώστε ζωή και θάνατος να μην είναι εμπόδια, αλλά περάσματα. Ανάλογη είναι και η διδασκαλία των αποστόλων και των προφητών, η οποία εκφράζεται μέσα από ένα συνεχές μετανοείν, δηλαδή μέσα από την ανάγκη μας να επιστρέφουμε στις τρεις γραμμές που χαράζει ο Χριστός και να βρίσκουμε νόημα ζωής μέσα από αυτές. Και όλα στην κοινωνία των Προσώπων, όπως αυτή βιώνεται στην Εκκλησία. Διότι τον Χριστό στην Εκκλησία Τον συναντούμε. Τους αποστόλους, τους προφήτες, τους αγίους ως εκείνους που εφάρμοσαν τους λόγους και την πράξη που ο Χριστός έφερε στον κόσμο, είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά την παρουσία Του ανάμεσά μας, στην Εκκλησία τους συναντούμε.
       Αυτός ο δρόμος γεννά μιαν αλλιώτικη θέαση του χρόνου. Δεν είμαστε πλέον δούλοι του, αλλά ούτε και προσπαθούμε να κυριαρχήσουμε σ’ αυτόν. Ακολουθούμε τα προγράμματα του πολιτισμού και του καιρού μας, την ίδια στιγμή όμως αφηνόμαστε όσο το δυνατόν στον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία ζει τον χρόνο. Ως μία συνεχή υπόμνηση του Προσώπου του Χριστού, του μηνύματος του Ευαγγελίου, της πορείας της αγιότητας. Ο λειτουργικός    χρόνος, μέσα από τις γιορτές, αλλά και την μελέτη του λόγου του Θεού, μέσα από την νηστεία και την μετοχή μας στην θεία Ευχαριστία, μέσα από το μετανοείν διά των υποδειγμάτων των αγίων, μας κάνει λιγότερο αγχώδεις. Μας δίνει δύναμη να ξέρουμε ότι ξεκινούμε την κάθε μέρα μας για να αγαπήσουμε περισσότερο, να απαντήσουμε στους πειρασμούς και τις προκλήσεις της καθημερινότητάς μας και να θυμόμαστε την σωτηρία μας, βλέποντας τον πλησίον μας, σχετικοποιώντας την ευχαρίστηση των αγαθών, μειώνοντας το άγχος για ό,τι μας κρατά δεμένους με τον κόσμο και τον χρόνο του και αποβλέποντας στην κοινωνία με τον Χριστό που ελεεί και αγιάζει. Έτσι γινόμαστε ναός Θεού και κατοικεί Εκείνος εντός μας!
         Να το διαφορετικό κι ευλογημένο θεμέλιο που μας καθιστά μέλη της Εκκλησίας, ανθρώπους που γνωρίζουμε γιατί ζούμε!

Κέρκυρα, 19 Νοεμβρίου 2017

11/15/17

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΟ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

              
Πόσο αληθινός είναι λόγος της Εκκλησίας στους καιρούς μας; Δεν μιλούμε για το Ευαγγέλιο ή τον πατερικό λόγο. Μιλούμε για το κατά πόσον ο λόγος τόσο των κληρικών, όσο και του κάθε χριστιανού, συμβαδίζει με την ζωή και τα έργα μας και ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, ιδίως των νέων.
                Ο κλήρος στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι μόνο αυτός που εκπροσωπεί τον Θεό στους ανθρώπους, αλλά, κυρίως, αυτός που εκπροσωπεί τους ανθρώπους στον Θεό. Επίσκοποι και ιερείς είμαστε βγαλμένοι από την κοινωνία, άλλοι από καθημερινές οικογένειες, άλλοι από ανεβασμένες μορφωτικά, άλλοι άγαμοι, άλλοι έγγαμοι. Πόση συναίσθηση άραγε έχουμε ότι οι άνθρωποι δεν μας βλέπουν ως τους λειτουργούς, αυτούς δηλαδή που επιτελούν έργο λαού έναντι του Θεού και έναντι του κόσμου, αλλά μας βλέπουν μόνο μέσα από την αλλοτριωμένη, δυτική αντίληψη, ότι είμαστε οι εκπρόσωποι του Θεού σ’  αυτούς;
Μας φορτώνουν με ένα βάρος το οποίο κανείς δεν μπορεί να σηκώσει, αλλά εμείς το αποδεχόμαστε με ευχαρίστηση, διότι μας δίνει πρωτίστως εξουσία έναντί τους. Μας κάνει να αποκτούμε την αίσθηση ότι είμαστε ξεχωριστοί και ζητούμε τιμές. Απαιτούμε ο λόγος μας να είναι λόγος αυθεντίας. Απαιτούμε  η κοινωνία να μας λάβει σοβαρά υπ’ όψιν, διότι φανερώνουμε μία αιώνια και υπερβατική πραγματικότητα, την οποία ενίοτε ούτε εμείς οι ίδιοι δεν ζούμε. Να μας προσέξουν διότι φέρουμε επάνω μας σημεία του παρελθόντος, τελετουργίες, άμφια, γλώσσα, μουσική  και κηρύττουμε την επιστροφή στο παρελθόν για να προχωρήσουμε σωστά, λες και υπήρχε ιδανικό παρελθόν.
Ο λόγος της αληθείας όμως δεν έχει να κάνει με την δική μας δόξα και αυθεντία. Ό,τι χρειάζονται οι άνθρωποι και ιδίως οι νέοι, είναι ο Χριστός, τον Οποίο εμείς καλούμαστε να βιώσουμε, όχι ως εκπρόσωποί Του, αλλά ως οδοδείκτες για τους πολλούς. «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι», λέγει ο Ψαλμωδός. Μεταξύ ανόμων κι εμείς, διδάσκουμε τον δρόμο του Χριστού, για να επιστρέψουν οι ασεβείς, μεταξύ των οποίων κι εμείς, που άλλα λέμε, άλλα κάνουμε, άλλα χρειαζόμαστε.
Δεν χρειάζεται να απεμπολήσουμε την παράδοση, για να γίνουμε αρεστοί στους ανθρώπους. Χρειάζεται να καταδείξουμε με τον λόγο και την ζωή μας, ότι πιστεύουμε στον Θεό. Ότι στις δικές μας δοκιμασίες ξέρουμε ότι Εκείνος είναι παρών. Να μην αρκούμαστε στο «φαίνεσθαι» του χθες, αλλά να αναζητούμε την πηγή που θα ποτίσει το σήμερα. Χριστιανός σημαίνει αυτός που ζει την ειρήνη του Χριστού στην καρδιά του. Το έλεός Του. Που γνωρίζει την πίστη. Τι τον ξεχωρίζει από τους άλλους, από τα δόγματα, τις θρησκείες, τους λαούς, αλλά και τι τον ενώνει, δηλαδή  η επίγνωση ότι όλοι είμαστε εικόνες Θεού και για όλους μας ο Χριστός έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Μία Εκκλησία φωνασκούσα και περιχαρακωμένη και αντίστοιχα μία Εκκλησία συμβιβασμένη με το ψέμα των καιρών για να είναι ευχάριστη, δεν έχει αλήθεια, γιατί δεν μπορεί να είναι αληθινή.         
   Οι Πατέρες της Εκκλησίας δίδασκαν, κατά το χάρισμά τους, με αλήθεια και αγάπη. Δεν φόβιζαν, αλλά και δεν χάιδευαν αυτιά. Και ζούσαν όπως πίστευαν. Αυτή η οδός μας χρειάζεται.  Όχι να καμαρώνουμε για την εξουσία μας, αλλά να πλένουμε τα πόδια των άλλων, όντας οι έσχατοι. Κλήρος και λαός.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 15 Νοεμβρίου 2017 

11/10/17

ΗΤΙΣ ΚΑΤΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΔΙ’ ΗΜΩΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΝ ΤΩ ΘΕΩ



                Μία από τις λέξεις που δύσκολα βγαίνουν από το στόμα μας στην εποχή μας είναι το «ευχαριστώ». Οι άνθρωποι έχουμε μάθει στο τι δικαιούμαστε. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι άλλοι πρέπει να μας παρέχουν αυτό που θέλουμε. Τα παιδιά δυσκολεύονται να εκτιμήσουν την αγάπη των γονιών τους. Οι γονείς δεν θυμούνται ότι το να πούνε ένα «ευχαριστώ» στα παιδιά  τους για το ότι υπάρχουν, τους αγκαλιάζουν, τους εμπιστεύονται, τους δίνουν χαρές βοηθά κι εκείνα να μάθουν ότι τα πάντα στην ζωή ξεκινούν από το να αναγνωρίζουμε την αγάπη, για να την ζήσουμε. Αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο το «ευχαριστώ» απουσιάζει. Έτοιμοι να αντιπαρατεθούμε, να γκρινιάξουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να απορρίψουμε οι άνθρωποι δεν θέλουμε να δούμε ότι και το να κάνει κάποιος την δουλειά του δεν συνεπάγεται την άρνηση να τον ευχαριστήσουμε, να τον ενθαρρύνουμε, να δείξουμε την ευγένεια της ψυχής μας, να τον κάνουμε να αισθανθεί ότι ο όποιος κόπος του, τα όποια χαρίσματά του μιλούν στα πρόσωπα και τις καρδιές. Σημείο –κλειδί η παιδεία. Σχέσεις αδιαφορίας και αντιπαλότητας ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές και φοιτητές, ένα αίσθημα ότι όλα είναι μία  υποχρέωση.
                Ανάλογη είναι και η στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού. Συχνά πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να μας παράσχει την ζωή και κάθε αγαθό που του ζητούμε. Σαν κακομαθημένα παιδιά που τα θέλουμε όλα δικά μας είμαστε έτοιμοι να γκρινιάξουμε, να παραπονεθούμε, να αρνηθούμε ακόμη και την ύπαρξή Του, όταν βλέπουμε ότι το θέλημά Του δεν έρχεται να συμφωνήσει με το δικό μας. Αλλά και όταν αυτό γίνεται, για λίγο είναι η ευχαριστία μας. Διότι πάλι θα βρεθεί ένα καινούργιο αίτημα και ο φαύλος κύκλος της αμφισβήτησης θα ξεκινήσει.
                «Εν παντί πλουτιζόμενοι εις πάσαν απλότητα, ήτις κατεργάζεται δι’ ημών ευχαριστίαν τω Θεώ» (Β’ Κορ. 9, 11). «Αυτοί που θα πάρουν από μας την δική μας εισφορά θα ευχαριστούν τον Θεό». Ο αποστολικός λόγος είναι σπουδαίο μήνυμα για την ζωή μας. Ο Παύλος, απευθυνόμενος στους Κορινθίους, αναφέρει ότι ο Θεός μας παρέχει  κάθε αγαθό που μας είναι αληθινά χρήσιμο, ώστε να το μοιραζόμαστε με τους άλλους ανθρώπους, για να μπορούν να ευχαριστούν τον Θεό. Ο απόστολος μας επισημαίνει ότι το «ευχαριστώ» δεν είναι μόνο για μας, αλλά και για όλους τους ανθρώπους. Ότι όταν ευχαριστούμε τον Θεό, όταν ζούμε με ήθος ευχαριστίας, τότε γινόμαστε παράδειγμα στους άλλους ανθρώπους. Ότι ως χριστιανοί δεν έχουμε ευθύνη μόνο για τον εαυτό μας να τηρούμε τις εντολές του Θεού, αλλά έχουμε ευθύνη να δείχνουμε στους άλλους το ήθος που πηγάζει εκ της πίστεως, για να μπορούν κι εκείνοι να δοξολογούν τον Θεό με βάση την δική μας στάση ζωής.
                Αλλά η ευχαριστία δεν είναι μόνο για τα καλά. Είναι ήθος  που συναντά στην ζωή και τις δοκιμασίες. Τα προβλήματα. Τις ήττες. Τους σταυρούς και τις λύπες. Διότι τότε είναι που έχει και μεγαλύτερη αξία, καθώς συναντά την μη εκπλήρωση του θελήματός μας. Τότε καλούμαστε να δούμε ότι ο Θεός βλέπει στον χρόνο συνολικά και γνωρίζει τι μας συμφέρει αληθινά. Ακόμη κι αν αυτή η οδός περνά μέσα από τον πόνο και τον θάνατο, είναι οδός σωτηρίας. Λέγοντας «ευχαριστώ» στον Θεό, δοξάζοντάς Τον «πάντων ένεκεν» κατανοούμε και εκφράζουμε την εμπιστοσύνη μας σ’ Αυτόν, την βίωση της υιότητας έναντι του Πατρός μας του εν ουρανοίς, ο Οποίος μας λυτρώνει. Μας κάνει να υπερβαίνουμε το πνεύμα του συμφέροντος και της συναλλαγής, το οποίο μας μετατρέπει σε ωφελιμιστές, σε κριτές των πάντων, σε αρνητές της αγάπης, η οποία είναι ανοιχτή σε όλους και σε όλα και όχι περιορισμένα σε όσους μας συμφέρουν, σε ό,τι μας είναι χρήσιμο. Το «ευχαριστώ» στον Θεό γεμίζει με έναν αλλιώτικο θησαυρό την καρδιά μας και την ομορφαίνει αυθεντικά. Είναι ο θησαυρός της ελπίδας και της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι.
                Η ευχαριστία, τέλος, βάζει τον άνθρωπο στην πραγματική του θέση. Είμαστε ευγνωμονούσες υπάρξεις έναντι Εκείνου ο Οποίος ανά πάσα στιγμή γιατρεύει τις πληγές μας με το λάδι της ευσπλαχνίας Του και τον οίνο της απαθείας, η οποία καυτηριάζει το εγωκεντρικό φρόνημα, την απαίτηση, το δικαίωμα, τα οποία μας τραυματίζουν και νεκρώνουν την καρδιά μας. Ταυτόχρονα, αισθανόμενοι την σμικρότητά μας, δεν κινδυνεύουμε από την υπερηφάνεια, από την έξοδο από το αληθινό μας μέτρο, από την πτώση που θα μας συντρίψει. Αυτό το ήθος μπορεί να μεταφερθεί σε όλη μας την ζωή, κάνοντάς μας ανθρώπους που μπορούν να συνυπάρξουν εν ταπεινώσει με τον κόσμο. Ανθρώπους που αλλάζουν τον κόσμο, χωρίς να τον περιφρονούν. Αληθινούς και την ίδια στιγμή αποφασισμένους να μη συμβιβαστούν με το θράσος  των καιρών.
                Ένα «ευχαριστώ» αλλάζει τις σχέσεις μας, αλλάζει την καθημερινότητά μας, μάς κάνει να αισθανόμαστε υπεύθυνους για την αγάπη που λείπει, αλλά και γι’ αυτήν που μπορούμε να προσφέρουμε. Μέσα από την παράδοση της πίστης μας ας αντιληφθούμε ότι η Εκκλησία σε κάθε θεία λειτουργία, αλλά και σε κάθε πτυχή της ζωής μας αντιτάσσει στην απαίτηση και το δικαίωμα την ταπεινή αναγνώριση ότι χωρίς την σχέση με τον Χριστό τίποτα δεν δικαιούμαστε και τίποτε δεν μπορούμε να πράξουμε. Το « ευχαριστώ» νικά την πτώση του ανθρώπου, την απαίτησή του να είναι θεός χωρίς τον Θεό. Το «ευχαριστώ» νικά το αίσθημα ότι όλοι μας οφείλουν και μας κάνει ανθρώπους αγάπης, μιμητές του ελέους του Θεού, ανθρώπους προσευχόμενους και εμπιστευόμενους τον Θεό και για τον εαυτό μας και για τον πλησίον μας και για τον κόσμο μας. Το δόσιμο και η προσφορά στους άλλους είναι έμπρακτη φανέρωση του «ευχαριστώ». Η συγχώρεση επίσης. Η εν υπομονή ταπείνωση. Η κοινωνία με τον δύσκολο πλησίον. Η αναγνώριση του κόπου όλων. Ένα ήθος τελικά μεταμορφωτικό, που μόνο αυτό μπορεί να μας κάνει να γνωρίζουμε γιατί ζούμε! 

Κέρκυρα, 12 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΟ


                Είναι σύνηθες η κυκλοφορία ενός καινούργιου μοντέλου κινητού τηλεφώνου να φέρνει ουρές για την προμήθειά του, ιδίως από νέους. Δεν είναι ότι το έχουν ανάγκη. Είναι η αίσθηση της μετοχής στους χρήστες που σε κάνει να αισθάνεσαι ξεχωριστός, έτοιμος να κοπιάσεις γι’ αυτό. Είναι η δυνατότητα της επίδειξης στους φίλους. Οι ευκαιρίες συνεχούς σύνδεσης με το Διαδίκτυο, ανάρτησης εικόνων ανώτερης ποιότητας, άμεσης επικοινωνίας που το κάθε νέο μοντέλο διαθέτει σε βελτιωμένη έκδοση και μορφή. Αυτή την δίψα της μετοχής οι εταιρείες τηλεφωνίας την αξιοποιούν δίδοντας προσφορές σε πολλές δόσεις, για να προμηθευθούν το νέο κινητό περισσότεροι. Ο καταναλωτισμός σε όλο του το μεγαλείο.
                Οι άνθρωποι σχηματίζουν ουρές. Στο μετρό για να βγάλουν ηλεκτρονική κάρτα. Στις τράπεζες, στην Εφορία και στην ΔΕΗ για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους. Άλλοι στο συσσίτιο, για να πάρουν ένα πιάτο φαγητό. Στο γήπεδο για το ποδόσφαιρο. Στις συναυλίες για να καμαρώσουν τα είδωλά τους. Κάποτε και στους ναούς, για να χαιρετίσουν μία εικόνα ή ένα άγιο λείψανο.  Σήμερα σχηματίζουν ουρά και για να πάρουν ένα κινητό. Όχι για να σχετισθούν ή για να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα, ακόμη και για να παρακολουθήσουν κάτι, αλλά για να κλειστούν τελικά στον εαυτό τους, απορροφημένοι από την δύναμη και την μαγεία της τεχνολογίας.
                Αυτό είναι το παράδοξο. Ότι το κινητό, ενώ δίνει ευκαιρίες επικοινωνίας, ταυτόχρονα εγκλωβίζει τον καθέναν στην εικονική μοναξιά του. Είναι συχνό το φαινόμενο νέοι να κάθονται στη καφετέρια κι εντός της ίδιας παρέας να επικοινωνούν με μηνύματα, χωρίς να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, χωρίς να αρθρώνουν λόγο ο ένας στον άλλο. Και το κινητό γίνεται αφορμή επίδειξης, κάποτε και ζήλειας. Γιατί αυτός και όχι εγώ; Το «έχειν» πέρασε σε νέα φάση. Δεν είναι το αυτοκίνητο που εντυπωσιάζει, η μηχανή, τα ρούχα, τα παπούτσια. Ένα μικρό αντικείμενο, που χωρά στην τσέπη, είναι αρκετό για να τονίσει την σπουδαιότητα του  κατόχου του.
                Εξαρτηθήκαμε από τα κινητά τηλέφωνα. Απλοποίησαν την ζωή μας. Μπορούμε μέσα από τους ενσωματωμένους χάρτες να κυκλοφορούμε στην μεγάλη πόλη χωρίς να χρειάζεται να ρωτάμε. Να ταξιδέψουμε στο εξωτερικό, χωρίς ανάγκη για προσανατολισμό και γνώση της γλώσσας. Να πληροφορούμαστε ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στον κόσμο, τι συμβαίνει στις ζωές των φίλων μας, να ξέρουμε πού βρίσκονται τα παιδιά μας, να μην αισθανόμαστε αποκομμένοι, αλλά να είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι και σε ζωντανή μετάδοση. Το κινητό είναι υπολογιστής, είναι τηλεόραση, είναι βίντεο, είναι cd-player, είναι μέσο αλληλογραφίας, φέρνει κοντά τους ανθρώπους από την μία άκρη του κόσμου στην άλλη, είναι μεταφορέας χρημάτων, κάρτα επιβίβασης στα αεροπλάνα. Είναι ένα πολυμηχάνημα, το οποίο γίνεται προϋπόθεση ευτυχίας, χωρίς να την διασφαλίζει.
                Πόσο είμαστε έτοιμοι, νεώτεροι και μεγαλύτεροι, να αφήσουμε στην άκρη το κινητό για να επικοινωνήσουμε; Να καταλάβουμε ότι δεν είναι το μοντέλο που σε κάνει να αξίζεις, αλλά  το πρόσωπό σου, ο λόγος σου, η παρουσία σου, η μοναδικότητά σου;  Ένα μηχάνημα ενώνει τους χρήστες του, αλλά δεν τους κάνει φίλους, οικείους, αν δεν το επιλέξουν οι ίδιοι. Ας γίνει κριτήριο το να συναντήσουμε τον πλησίον, το να κρατήσουμε την μοναδικότητα των στιγμών, τις οποίες ένα κινητό απαθανατίζει, αλλά δεν μπορεί να εκφράσει! Οικογένεια, παιδεία και Εκκλησία ας προβληματιστούμε!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 8 Νοεμβρίου 2017

11/4/17

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;


                Ποιο είναι το πρακτικό όφελος να είναι κάποιος χριστιανός; Αυτό είναι το ερώτημα που πολλοί άνθρωποι, ιδίως νέοι, διατυπώνουν στην εποχή μας. Η κοινωνική σημασία της χριστιανικής ιδιότητας εξαίρεται. Η Εκκλησία, από την περιουσία της, βοηθά φτωχούς και ανήμπορους και αυτό είναι σημαντικό. Αυτό όμως είναι ένα έργο το οποίο το πραγματοποιούν και διάφορες ανθρωπιστικές οργανώσεις, όπως και κρατικοί φορείς. Η ηθική διάσταση της εκκλησιαστικής πίστης και ζωής παραμένει εν ισχύει, παρότι ο κόσμος σήμερα γοητεύεται από ποικίλες ιδέες, φιλοσοφικές και συγκρητιστικές, αλλά και μεθόδους και τεχνικές άλλων θρησκειών. Η μεταφυσική, μεταθανάτια προοπτική της πίστης συγκινεί αρκετούς, καθότι τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν θα πάψουν να απασχολούν τον άνθρωπο, όσο κι αν ο πολιτισμός μας τα θέτει στο περιθώριο. Είναι άλλωστε τόσες οι περιστάσεις της ζωής, οι αρρώστιες, οι δοκιμασίες, ο θάνατος, που η ήττα του ανθρώπου είναι δεδομένη και η αγωνία του για το μετά δεν καταπραΰνεται, όση αθεΐα κι αν παρουσιαστεί ως το μόνο φάρμακο.
      Το ερώτημα δεν αφορά στους άλλους. Αφορά σε μας προσωπικά. Τις σχέσεις μας μία μειοψηφία τις ρυθμίζει με βάση τους ευαγγελικούς κανόνες. Τα κηρύγματα δεν συγκινούν τους πολλούς. Η μειοψηφία των πιστών εργάζεται συνειδητά στην διακονία του ευαγγελικού λόγου και τρόπου. Μόνο χρήματα προσφέρονται για να στηριχτεί το έργο της Εκκλησίας και υπάρχουν εκείνοι οι λίγοι, κληρικοί και λαϊκοί, που τ φέρουν εις πέρας, σηκώνοντας στους ώμους τους τον κάποτε βαρύ σταυρό του. Το ερώτημα παραμένει: σε προσωπικό επίπεδο, τι μου προσφέρει ο χριστιανισμός; Γιατί να τον ακολουθήσω, όταν έχω τόσες ευκαιρίες να είμαι καλά, να σκέφτομαι, να δρω, να ελπίζω σε μένα ή στους άλλους; Γιατί να αναλώνω τον εαυτό μου στην ακολούθηση κανόνων, οι οποίοι δεν είναι βέβαιο ότι έχουν πραγματικό αντίκρισμα, καθώς η πίστη ελάχιστα στηρίζεται στον τρόπο των αισθήσεων και του λογικού, αλλά κηρύττει άνοιγμα πέρα από αυτόν; Οι νέοι ιδιαίτερα προβληματίζονται. Συχνά, στην πράξη απορρίπτουν τον εκκλησιαστικό τρόπο και λόγο. Τον συναντούν μόνο σε περιστάσεις της ζωής, σε γιορτές και συνήθειες, σε φάσεις οπότε και κάτι αισθάνονται ότι χρειάζονται.
       Ο απόστολος Παύλος αναφέρει στους Γαλάτες, ότι όποιος πιστεύει και καυχιέται για τον Σταυρό του Χριστού, όποιος υπερβαίνει την προσκόλληση  σε έθιμα της παραδοσιακής θρησκευτικότητας όπως ήταν «η περιτομή και η ακροβυστία» και ζει την «καινή κτίση» της πίστης, ακολουθεί έναν νέο κανόνα. «Όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού» (Γαλ. 6,16). «Όσοι ακολουθούν αυτή την αρχή, θα έχουν την ειρήνη και το έλεος του Θεού μαζί τους, αυτοί και όλος ο λαός του Θεού».
      Ο λόγος του Παύλου δίνει μία απάντηση στο ερώτημα του πρακτικού οφέλους, μεταμορφωτική για όλη μας την ύπαρξη. Όποιος ακολουθεί τον σταυρό, την καινή κτίση, υπερβαίνει τις πρακτικές της θρησκευτικότητας, οι οποίες είχαν πρακτικό αντίκρισμα, καθώς ξεχώριζαν τους πιστούς από τους απίστους, τότε λαμβάνει από τον Θεό δύο δώρα: το ένα είναι η ειρήνη και το άλλο το έλεος. Και αυτή η δωρεά επεκτείνεται σε όλο τον λαό του Θεού, μέσα από τον δωρολήπτη.  Δεν είναι μόνο η δική του προσωπική πορεία που μεταμορφώνεται διά των δώρων. Είναι και η πορεία των όσων συνυπάρχουν με τον δωρολήπτη. Γιατί ένας μπορεί να επηρεάσει πολλούς. Να προσφέρει σε πολλούς. Να αγιάσει αγιαζόμενος. Και αυτό το αίσθημα της ευθύνης και της προσφοράς στο σύνολο, που τόσο έχει λείψει στους καιρούς του ατομοκεντρισμού, η χαρά του να μοιράζεσαι Αυτόν που έχεις λάβει, Αυτόν που πιστεύεις, ακόμη και μέσα από τον δρόμο του Σταυρού, είναι μοναδική, διότι είναι μία ελπίδα αληθινά μεταμορφωτική, που δεν τελειώνει.
       Ειρήνη. Ο Χριστός είναι η ειρήνη της καρδιάς. Η εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, ακόμη κι όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι αποκαρδιωτικές, η αίσθηση ότι όσο κι αν οι συνάνθρωποί μας δεν είναι όπως τους θέλουμε, η κοινωνία δεν πορεύεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, η ζωή δεν είναι ατέλειωτη,  είναι όψεις της ειρήνης που μας δίνεται μέσα από την σχέση με τον Χριστό. Μέσα από την προσευχή, την ασκητική διάσταση, την κοινωνία με τους άλλους, οι οποίοι δεν υπάρχουν μόνο για να μας κάνουν χαρούμενους επειδή μας ευχαριστούν, αλλά επειδή μας προκαλούν να παλέψουμε για να νικήσουμε τον φανερό και αφανή εαυτό μας, να καταλάβουμε ότι ακόμη και οι ήττες του θελήματός μας είναι γόνιμες, διότι είναι αποτυπώσεις του Σταυρού του Χριστού, Τον οποίο κι εμείς αίρουμε. Ζωή και θάνατος δεν μπορούν να μας υφαρπάξουν την ειρήνη της πίστης. Και η ειρήνη τότε μας δίνει την δυνατότητα να μοιραστούμε με τους άλλους νηφαλιότητα, διάλογο, συνάντηση, πειθώ, έγνοια.
      Έλεος. Ο Χριστός είναι έλεος και μας δίνει το έλεος του Θεού. Μας συγχωρεί για όσα δεν μπορούμε, αλλά, κυρίως, γι’ αυτό που είμαστε. Μας δείχνει την αγάπη Του στέλνοντας ανθρώπους από τους οποίους, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, κάτι λαμβάνουμε που ανοίγει την καρδιά μας. Κάποτε και στην καθημερινή μας ζωή υπάρχουν άνθρωποι που μας βοηθούν να καλύψουμε ανάγκες οι οποίες μας θλίβουν. Το έλεός όμως έχει να κάνει και με την αιωνιότητα. Είναι η οδός των Αγίων. Αυτοί ζούνε την κοινωνία με τον Χριστό πέρα από τον χρόνο και μας το αποδεικνύουν, όχι μόνο εμπνέοντάς μας με την ζωή τους, αλλά και με τα θαύματα και τις δωρεές τις οποίες βιώνουμε όταν τους τιμούμε και απευθυνόμαστε σ’ αυτούς στην εκκλησιαστική ζωή.
      Επί τον Ισραήλ του Θεού. Όλοι είμαστε ο νέος Ισραήλ. Η Εκκλησία είναι πέρα από οποιαδήποτε πρακτική θρησκευτικότητα. Την ενσωματώνει, αλλά δεν την απομονώνει από την σχέση, την πίστη, την ζωή που ο Χριστός μας προσφέρει. Και ό,τι έχουμε δίνουμε. Δεν σώζουμε εμείς τον κόσμο, αλλά και δεν είναι αμελητέα η μαρτυρία μας γα να ζήσει ο κόσμος. Ο χριστιανός που αντανακλά την ειρήνη και το έλεος του Θεού μπορεί να μην κάνει την μεγάλη επανάσταση, αλλά γίνεται πηγή φωτός, ελπίδας και εμπιστοσύνης ότι η πίστη δίνει ζωή!
       Έτσι καταξιώνεται ο χριστιανός!        

      Κέρκυρα, 5 Νοεμβρίου 2017


11/1/17

ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ


                «Στην άσφαλτο κουρσάρος με καράβι την μοτοσυκλέτα» αναφέρει ένα ιδιαίτερα αγαπητό παλαιότερα στην νεολαία τραγούδι. Περιγράφει το όνειρο πολλών, οδηγώντας μία μηχανή πολλών κυβικών, να αισθάνονται ανεξάρτητοι, έτοιμοι να προκαλέσουν την ζωή, «μάγκες», ξεχωριστοί, ερωτεύσιμοι. Η μηχανή δεν είναι μέσο γι’ αυτούς, αλλά προέκταση του εαυτού τους. Οδηγούν χωρίς κράνος. Περιφρονούν τον κίνδυνο. «Δεν θα μου συμβεί   εμένα κάτι κακό», λένε φωναχτά και κρυφά. Και δεν λογαριάζουν ότι, αν τραυματιστούν, θα μείνουν εκτός της ζωής, του σχολείου, της χαράς και της παρέας για καιρό, ενώ αν σκοτωθούν, εκτός του ότι θα έχουν θυσιάσει την νιότη τους, θα έχουν κάνει δυστυχισμένους τους γονείς και τα αδέρφια τους, τους φίλους τους, αλλά και όλους όσους νοιάζονται γι’ αυτούς.
                Είναι ίδιον των νέων να είναι οιηματίες. Να έχουν την αίσθηση ότι τίποτε δεν τους αγγίζει. Προκλητικοί, γιατί δεν έχουν απάντηση στην απουσία άλλου νοήματος ζωής. Υπάρχω για να με προσέξουν. Τρέχω γιατί είμαι νέος. Δεν φοβάμαι γιατί είμαι άτρωτος. Ανίκητος. Ακόμη κι αν έχω πιει.  Η παρέα μου με σπρώχνει να το πιστεύω. Γιατί και οι φίλοι μου βάζουν στοιχήματα ποιος θα νικήσει στις κόντρες. Γιατί τα κορίτσια γοητεύονται από την δύναμη να ξεπερνώ τα όριά μου. Γιατί η Αστυνομία δεν μπορεί ή δεν θέλει να με  σταματήσει. Γιατί τους γονείς μου τους έχω απορρίψει. Οι συμβουλές τους, τα άγχη τους, οι φόβοι τους δεν μου λένε κάτι. Εγώ είμαι ο αναβάτης, ο ιππότης της ασφάλτου.    
                Καθημερινά θρηνούμε στην πατρίδα μας το αίμα νέων που άφησαν την πνοή τους στην άσφαλτο. Λείπει όμως η αυτοκριτική. Γονείς που από ενοχές πληρώνουν για να αγοράσουν τα παιδιά τους μηχανές, χωρίς αυτά να πληρούν τις προϋποθέσεις της ασφαλούς οδήγησης. Δεν φτάνει το δίπλωμα στον ανώριμο νου. Γονείς που δεν μπορούν να πουν όχι στα παιδιά τους, γιατί δεν έχουν σχέδιο, προσανατολισμό, υπέρβαση του συναισθήματος, όταν υπόκειται σε εκβιασμούς. Γονείς που χαίρονται με την μαγκιά των παιδιών τους, διότι έτσι γίνονται «άντρες». Άλλοι που έχουν υποταγεί στο πνεύμα των καιρών, το οποίο φωνάζει: «μην στερείτε από τα παιδιά αυτό που θέλουν, διότι θα τους δημιουργηθεί ψυχολογικό τραύμα».
                «Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν», ιδίως αν το δεύτερο δεν έχει νόημα στην περίπτωση του θανάτου. Και πρόληψη σημαίνει όχι απλώς εξέταση στα σήματα και στην ικανότητα οδήγησης, αλλά και στην ψυχική ωριμότητα του παιδιού, το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως αγοραστής μηχανής που θα κάνει τον έμπορο να κερδίσει ή ως καταναλωτής καυσίμων, ανταλλακτικών, διαδρομών. Μηχανή, όπως και αυτοκίνητο, να οδηγούν αυτοί που είναι προσγειωμένοι. Που έχουν επίγνωση ότι αν είναι απρόσεκτοι, θα κάνουν κακό και στον εαυτό τους και στους άλλους. Και δεν έχει να κάνει με την νεότητα η προσοχή, αλλά με την πίστη ότι έχουμε ψυχή και ζωή και δεν πρέπει να παίζουμε ανεύθυνα.
                Η Εκκλησία καλείται να συμβάλλει στο να διδαχτεί υπευθυνότητα και σε γονείς και σε παιδιά. Δεν αρκεί η αναφορά στην «κακιά ώρα», ούτε στον «άδικο Θεό», απόπειρες ερμηνείας, άλλωστε, εκ των υστέρων.  Ο άνθρωπος, από την νιότη του, χρειάζεται να αισθάνεται ότι η ζωή θέλει αγάπη και ελεύθερος δεν είναι όποιος τρέχει, αλλά όποιος νοιάζεται. Σπουδαίος αγώνας, που ήρθε η ώρα να αναληφθεί!   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Νοεμβρίου 2017