3/25/17

Ω ΓΕΝΕΑ ΑΠΙΣΤΟΣ, ΕΩΣ ΠΟΤΕ ΠΡΟΣ ΥΜΑΣ ΕΣΟΜΑΙ;

              
  Συχνά οι άνθρωποι προκαλούμε τον Θεό. Δεν είναι τόσο η αμαρτωλότητά μας, το γεγονός ότι οι σκέψεις, οι πράξεις, η ζωή μας εν γένει αφίσταται του θεϊκού θελήματος, όπως αυτό αποτυπώνεται στο Ευαγγέλιο και στην ζωή της Εκκλησίας. Κυρίως είναι η ολιγοπιστία ή η απιστία ή η αδιαφορία μας για την παρουσία του Θεού στην ζωή μας. Τη αμαρτωλότητά μας ο Θεός την συγχωρεί. Άλλωστε, γι’ αυτό ενηνθρώπησε. Όταν η αμαρτία οδηγεί στην επίγνωση των ορίων μας, όταν η απάντησή μας σ’  αυτήν  είναι η ταπείνωση και η μετάνοια, παύει να είναι πρόκληση. Γίνεται αγώνας υπέρβασης.    
Κάποιοι όμως από μας πορευόμαστε σαν να μην υπάρχει ο Θεός. Είμαστε τόσο αδιάφοροι ζώντας με τον τρόπο του εαυτού μας. Έχουμε μεταθέσει την σχέση με τον Θεό στο μεταφυσικό πεδίο και επειδή βλέπουμε ότι έχουμε χρόνο μπροστά μας δεν αισθανόμαστε την ανάγκη ούτε να γνωρίσουμε ούτε να αγαπήσουμε ούτε να ακολουθήσουμε ό,τι ο Θεός είναι και μας αφήνει να δούμε. Άλλοι είμαστε ολιγόπιστοι. Μένουμε στο συμφέρον μας. Αν ο Θεός μας χρειάζεται, τότε σπεύδουμε να Τον επικαλεστούμε, αλλά όχι με την καρδιά μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε το θέλημά Του για μας, αλλά  ζητούμε να Το διαμορφώσουμε κατά την δική μας κρίση. Γι’  αυτό και εύκολα απογοητευόμαστε και μελαγχολούμε έναντί Του. Άλλοι πάλι είμαστε άπιστοι. Ζητούμε σημεία για να πιστέψουμε, όχι για να αλλάξουμε την ζωή μας, αλλά για να βάλουμε στην λογική μας την ιδέα του Θεού ως μία από τις αλήθειες της ζωής. Και επειδή τα θαύματα δεν έρχονται στην προοπτική των αισθήσεων, αλλά στην προοπτική της ανοιχτής καρδιάς, η οποία ζητά αυθεντικά τον Θεό και παραδίδεται στην αγάπη Του, παραμένουμε «γενεά άπιστος».
        Και προκαλούμε τον Θεό. Εξισώνουμε τον εαυτό μας μ’ Αυτόν. Διατρανώνουμε το δικαίωμά μας να είναι Εκείνος υποχρεωμένος έναντί μας. Τον κρίνουμε. Απαιτούμε. Και τελικά Τον αρνούμαστε. Παραδίδουμε τον εαυτό μας στο «γένος των δαιμόνων», οι οποίοι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο φέρθηκαν και φέρονται έναντι του Θεού. Της ισοθεΐας. Της απαίτησης. Του εγωισμού. Της άρνησης. Και όπως οι δαίμονες παλεύουν να επιβληθούν με τον τρόπο τους σε όλους τους ανθρώπους, έτσι κι εμείς, θέτοντας τον Θεό υπό αμφισβήτηση  ή ζητώντας από Αυτόν να εκπληρώσει το θέλημά μας, χωρίς εμπιστοσύνη, μεταφέρουμε τον τρόπο μας στους άλλους και γινόμαστε δημόσια πηγή απιστίας, ολιγοπιστίας, αδιαφορίας.
        Μετά την μεταμόρφωσή Του ο Χριστός κατεβαίνει από το όρος Θαβώρ. Εκεί εμφανίζεται σ’  Αυτόν ένας πατέρας, ο γιος του οποίου ήταν υποδουλωμένος σε δαιμονικό πνεύμα. Ο πατέρας δεν απευθύνθηκε στον Χριστό, αλλά στους μαθητές Του. Θεώρησε ότι το χάρισμα του να βγάζει κάποιος δαιμόνια από τους άλλους ήταν μία αυτονόητη δωρεά του δασκάλου στους μαθητές. Ότι το θαύμα είναι μία εύκολη υπόθεση. Ότι δεν χρειάζεται η πίστη στον Χριστό, ο αγώνας του ανθρώπου να πλησιάσει τον Θεό, να συναισθανθεί την αμαρτωλότητά του, να ταπεινωθεί, να μετανοήσει, να ζητήσει, να υπομείνει, να περιμένει. Όλα μπορούν να διορθωθούν, αρκεί να υπάρχει μία παρέα θαυματοποιών στο όνομα του Θεού, διά των οποίων κάθε δυσκολία υπερβαίνεται. Και βέβαια οι μαθητές δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το παιδί. Ο πατέρας πηγαίνει στον Χριστό, κατανοώντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ομολογεί την αποτυχία του λογισμού του και την αποτυχία των μαθητών. Και τότε ο Χριστός αναφωνεί: «ω γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών;» (Μάρκ. 9, 19) «Άπιστη γενιά! Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Πόσον καιρό ακόμη θα σας ανέχομαι;». Ο πατέρας θα βρει την πίστη του, αφού συνειδητοποιήσει την ολιγοπιστία του, και ο Χριστός θα διώξει το δαιμόνιο, απαντώντας και στους μαθητές Του ότι το δαιμονικό γένος χρειάζεται «προσευχή και νηστεία» για να βγει από τη ύπαρξη, για να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τον τρόπο του δαίμονα που τον υποδουλώνει  και ψυχικά και σωματικά.
         Αυτή η φράση του Χριστού είναι ένας έλεγχος και για την δική μας ζωή και πορεία. Ο Θεός δεν αποδέχεται την ανθρώπινη πρόκληση, για να αποδείξει ότι υπάρχει. Δεν είναι ένα παιχνίδι εξουσίας η σχέση Θεού και ανθρώπου, όπου ο Ισχυρός θέλει να αποδείξει στον αδύναμο ότι δεν μπορεί να Τον νικήσει. Είναι μία υπόμνηση ότι η πρόκληση έχει όριο:  το ότι ο Θεός θα σεβαστεί την ελευθερία μας και θα φύγει από κοντά μας. Θα μας εγκαταλείψει.  Δεν θα μας ανεχτεί, όχι γιατί πρέπει να μας τιμωρήσει ώστε να επικρατήσει η δικαιοσύνη για τα κρίματά μας, αλλά γιατί εμείς αρνούμαστε την αγάπη Του με την απιστία μας. Θέτοντας τον Θεό στην πρόκληση της εγωιστικής αμφισβήτησης και άρνησης, όχι του προβληματισμού που είναι ανθρώπινος, δηλώνουμε ότι δεν χρειαζόμαστε την ανοχή Του, την αγάπη Του, την παρουσία Του στην ζωή μας. Ότι μπορούμε μόνοι μας. Και βέβαια, είμαστε έτοιμοι να παραμείνουμε παραδομένοι στον δαιμονικό τρόπο. Διότι η προσευχή και η νηστεία που χρειάζονται για την εκδίωξη των δαιμόνων δεν είναι τίποτε άλλο παρά δήλωση προς τον Θεό ότι Τον αναγνωρίζουμε ως τον Κύριο της ζωής μας και ότι Τον εμπιστευόμαστε, αλλά και η δική μας κίνηση πίστης, να νηστέψουμε από ό,τι μας χωρίζει από την αγάπη Του, αμαρτία σώματος και ψυχής. Η στέρηση των δικαιωμάτων μας να καταναλώνουμε τα πάντα είναι μία εκούσια παράδοση της ελευθερίας μας στον Θεό και το θέλημά Του, κίνηση ταπείνωσης, την οποία οι δαίμονες απεχθάνονται.     
     Στην εποχή μας, αλλά και στην ζωή μας προκαλούμε τον Θεό. Εκείνος είναι βεβαίως πάντοτε μαζί μας. Εμείς δεν είμαστε. Εκείνος μπορεί ως τέλειος άνθρωπος να αναφωνεί ενώπιον όσων Τον έβλεπαν ως θαυματοποιό και όχι ως Τον Θεάνθρωπο, ως εξουσιαστή και εκπληρωτή των συμφερόντων τους, όσο ευγενή κι αν ήταν, και όχι ως Σωτήρα το «ως πότε θα είμαι μαζί σας;  ως πότε θα σας ανέχομαι;», αλλά γνωρίζουμε ότι ακόμη κι αν μας εγκαταλείπει, είναι αρκετό ένα «Μνήσθητι» πίστης για να επανέλθει. Γιατί αυτή είναι η Αγάπη στην οποία δεν πιστεύουμε. Είναι η παρουσία. Είναι η έγνοια για το σε βάθος χρόνου συμφέρον μας που είναι η σωτηρία. Είναι η πρόσκληση σε μετάνοια, εμπιστοσύνη, παραίτηση από τον δαιμονικό τρόπο του εγώ. Ας αναφωνήσουμε λοιπόν κι εμείς στην ζωή της Εκκλησίας, μαζί με τον πατέρα του δαιμονιζόμενου παιδιού, το «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία»!

Κέρκυρα, 26 Μαρτίου 2017   
                

3/23/17

ΧΑΙΡΕ Η ΣΤΗΛΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

            
   Τα παιδιά αποτελούν για τον κόσμο μας ένα πρότυπο ιδανικό και αξεπέραστο. Η ανάγκη προστασίας τους κάνει τους μεγαλύτερους να αισθάνονται υπεύθυνοι, να τα αγαπούν, να τα φροντίζουν, να τους δίνουν ό,τι περνά από το χέρι τους. Η αθωότητα και η αφέλεια κάνουν  τα παιδιά, ακόμη κι όταν στενοχωρούν τους άλλους, να μην δίνουν την εντύπωση ότι πράττουν αυτό από κακία. Η ευκολία με την οποία συγχωρούν όσους τους μαλώνουν και τους δυσκολεύουν την ζωή, η εμπιστοσύνη στους λόγους και τα πρόσωπα των μεγαλύτερων, ακόμη κι αν αρχικά αντιδρούν σ’  αυτούς, ένα αίσθημα προσωπικής επιστροφής στο παρελθόν, μνήμης της παιδικότητας των μεγαλύτερων, αποτελούν στοιχεία που καθιστούν τα παιδιά εικόνες αυθεντικής ζωής.
             Αυτά τα στοιχεία θυμίζουν καρδιά παρθενική απέναντι στα προβλήματα της ζωής. Απέναντι στους λογισμούς που τυραννούν τον άνθρωπο. Τις μνήμες του παρελθόντος, τις απογοητεύσεις του παρόντος, τα άγχη του μέλλοντος. Απέναντι στο υπόστρωμα των επιθυμιών και των ηδονών, οι οποίες κάνουν τον άνθρωπο να θέτει στόχους στην προοπτική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Απέναντι στους άλλους ανθρώπους οι οποίοι μας βάζουν εύκολα στην λογική του συμφέροντος, του κέρδους, της εξουσίας. Γιατί τα παιδιά είναι εύπλαστα. Αν διδαχθούν την κυριαρχία του «εγώ», ότι η ζωή έχει νόημα με βάση το κέρδος, την αυτάρκεια, την εκπλήρωση του συμφέροντος, τότε αυτόν τον δρόμο θα ακολουθήσει η καρδιά τους. Αν όμως εμπνευστούν να παλέψουν για μία ζωή στην οποία κέντρο θα είναι η αγάπη, τότε ακόμη κι αν χάνουν στις ανθρώπινες σχέσεις, θα επιμένουν, σαν να μην προδόθηκαν, σαν να μην απογοητεύθηκαν ποτέ από τους άλλους.
             Ο κόσμος μας επενδύει στην παρθενική ματιά και καρδιά των παιδιών. Θέλει να περάσει στις συνισταμένες του πολιτισμού μέσα από αυτά. Τον καταναλωτισμό, αλλά και την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη. Την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και την μετακύλιση των ευθυνών στους άλλους. Την καλοπέραση, αλλά και τον αυτοδοξασμό μέσα από την εικονική πραγματικότητα και το Διαδίκτυο. Τον εγκλωβισμό της θρησκευτικότητας στην συνήθεια και την κατάποση του ελεύθερου χρόνου με κάθε τρόπο. Την αδιαφορία για τα μεγάλα, τα υπαρξιακά, τα αιώνια και την ενασχόληση με τα ασήμαντα. Ο κόσμος μας πονηρεύει τα παιδιά από την μικρή ηλικία. Τα βομβαρδίζει με την ιδέα της φιλαρέσκειας. Τα στολίζει όχι με την χάρη της αρετής, αλλά με την επίδειξη της εξωτερικής εμφάνισης. Τα μαθαίνει να απαιτούν το «δίκιο» τους, να μην ξέρουν να χάνουν, να αισθάνονται «αιώνια μωρά» που δεν πρέπει να αναλάβουν ευθύνες. Κι έτσι, ενώ ομνύει στην παρθενική ματιά και καρδιά, στην πράξη την υπονομεύει και την εξαλείφει.
            Η Εκκλησία, προβάλλοντας ως πρότυπο τόσο για την παρούσα, όσο και για την αιώνια ζωή, την Υπεραγία Θεοτόκο, μας δείχνει μίαν άλλη οδό: «Χαίρε η στήλη της παρθενίας, χαίρε η πύλη της σωτηρίας», αναφωνεί ο ιερός υμνογράφος στην ακολουθία των Χαιρετισμών. Η στήλη δεν είναι μνημείο άψυχο, πέτρινο, νεκρό, στημένο για να θυμίζει το παρελθόν. Είναι εικόνα σάρκινη, ζωντανή, στην οποία αν ατενίσει κάποιος, θυμάται τον προορισμό του. Εμπνέεται από το πρόσωπο που απεικονίζεται, για να έχει ενώπιόν του το τι καλείται να κάνει για να αλλάξει την ζωή του. Και είναι στήλη της παρθενίας η Υπεραγία Θεοτόκος, διότι νίκησε και τους λογισμούς, και τις επιθυμίες και τα πάθη τα οποία ταλανίζουν τον κόσμο μας. Στην πραγματικότητα άφησε τον Θεό να την βοηθήσει να μην εισέλθουν, να μην αγγίξουν την ύπαρξή της. Χωρίς να πάψει να είναι ένας κανονικός άνθρωπος, με όλες τις ανθρώπινες ανάγκες και τον τρόπο ζωής του καιρού της, αγίασε και αγιάστηκε. Με την προσευχή και την εμπιστοσύνη στον Θεό, διαφύλαξε την παρθενία του νου. Γνώριζε τι είναι ο κόσμος, αλλά δεν νικήθηκε από το κοσμικό φρόνημα, το οποίο ζητά από τον άνθρωπο να αφήσει τον Θεό στην άκρη και να θεοποιήσει τον εαυτό του με την φράση «Μπορώ μόνος μου». Με το άνοιγμα της καρδιάς στον ουρανό, τόσο στον ναό των Ιεροσολύμων, όσο και στην ώρα του Ευαγγελισμού της, νίκησε το θέλημα της καρδιάς που ζητά από τον άνθρωπο να χαρεί την ζωή του κατά πώς τον ευχαριστεί, μακριά από δεσμεύσεις και ευθύνες που δεν του επιτρέπουν να απολαύσει την ελευθερία του. Κράτησε έτσι την παρθενία της καρδιάς, που σαν παιδί εμπιστεύεται τον Πατέρα τον εν ουρανοίς. Με την ταπείνωση ακολούθησε τον Υιό της μέχρι το τέλος, όντας μητέρα, αλλά και πιστή στον λόγο και το τρόπο που Εκείνος κατέθεσε στον κόσμο.  Κρατά έτσι την παρθενία έναντι των επιθυμιών για δόξα, επειδή είναι η μητέρα του Θεού, για εξουσία εις βάρος των άλλων ανθρώπων, επειδή η εκ φύσεως ιδιότητα της μητέρας πρέπει να τιμάται,  για να είναι αφ’  εαυτής της σημείο αναφοράς, επειδή ο Χριστός είχε έγνοια γι’  αυτήν, μέχρι τον Σταυρό. Δεν είναι αυτή η οποία θα κηρύξει το Ευαγγέλιο στον κόσμο με το δικαίωμα της μητέρας του Θεού. Είναι όμως αυτή η οποία θα δίνει ευχή και ευλογία στους αποστόλους και στον καθέναν που αγωνίζεται να πράξει το θέλημα του Θεού.
           Γίνεται έτσι και πύλη της σωτηρίας. Κεκλεισμένη η οδός η οποία οδηγούσε στην επίγνωση του Θεού και στην αφιέρωση της ύπαρξης σ’  Αυτόν. Ο θάνατος νικά τον καθέναν. Το ίδιο και οι αμαρτίες μας. Ακόμη και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης είχαν ενώπιον τους το μεσότοιχον του φραγμού. Έβλεπαν κάτι από τον Θεό και την παρουσία Του, αλλά τα χοϊκά μάτια, όπως και τα μάτια της ψυχής δεν μπορούσαν να να αφεθούν στην χάρη, διότι ήταν άλλης ποιότητας. Δεν ήταν μόνο η αμαρτία που εμπόδιζε. Έπρεπε να προσλάβει ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, για να διαλυθεί το μεσότοιχον του φραγμού, να γίνει ένας εξ ημών, για να μπορούμε να Τον δούμε ενώπιος ενωπίω, να έχουμε την δυνατότητα αφήνοντας κατά μέρος την αμαρτία και ποθώντας Τον να Τον συναντήσουμε και να Τον αναγνωρίσουμε τόσο στην παρούσα, όσο και στην αιώνια ζωή. Και αυτή η οδός περνά μέσα από την πύλη που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Αυτή, με την παρθενία της ως μοναδικό δώρο στον Υιό της, γίνεται η πρώτη που αφήνεται να δει τον Θεό!  Αποκτά αυτή την άλλη ποιότητα που έλειπε από τον άνθρωπο. Να αφεθεί στο έλεος και την αγάπη του Θεού, να υπακούσει απόλυτα στο θεϊκό θέλημα και να παραμείνει η ύπαρξη παρθένος, προ, κατά και μετά τον τόκον, διότι είναι ο Ίδιος ο Θεός που ευλογεί και διακρατεί την παρθενία.
       Στην εορτή του Ευαγγελισμού, εκτός των άλλων, γιορτάζουμε την ευλογία να μπορούμε να ξαναβρούμε την παρθενία της παιδικότητας. Αυτήν που η Υπεραγία Θεοτόκος μας προσφέρει ως πρότυπο με την δική της ζωή. Όχι ως κατόρθωμα δικό μας, αλλά ως επιλογή αφέσεως στο θέλημα του Θεού. Δεν είναι μόνο ζήτημα σωματικότητας η παρθενία. Είναι υπαρξιακός στόχος. Τα σωματικά μας κρατούνε στον κόσμο και στην παρούσα ζωή. Η πνευματικότητα  της πίστης μας μάς κάνει να παλεύουμε για την  παρθενία του νου, της καρδιάς, του θελήματος, των επιθυμιών. Την παρθενία να γίνουν τα πάντα μέσα μας Χριστός. Κάθε φορά που μεταλαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Τον φιλοξενούμε στην καρδιά μας, όπως η Παναγία. Ξαναγινόμαστε για λίγο παιδιά. Ξαναβρίσκουμε την χαμένη από την αμαρτία, το εγωκεντρικό μας θέλημα, το κοσμικό μας φρόνημα, παρθενία. Αυτήν της αγάπης και της εμπιστοσύνης στον Χριστό. Ας δούμε την Εκκλησία ως τον τόπο και τον τρόπο διατήρησης αυτής της παρθενίας. Με το να είναι ο Χριστός, όπως για την Παναγία, τα πάντα για μας. Και ας είναι Εκείνη, η Μητέρα όλης της ανθρωπότητας, η στήλη και για τη δική μας παρθενία, η πύλη για την δική μας σωτηρία, εις πείσμα των καιρών!


Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2017          

3/22/17

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ

Είναι εμφανής μια τάση επιστροφής στα εθνικά κράτη, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Μετά από μία σχεδόν 25ετία κυριαρχίας του οράματος για παγκοσμιοποίηση, με ό,τι αυτή συνεπαγόταν (πολιτισμικός ιμπεριαλισμός, μόδα, μουσική, αθλητισμός, διασκέδαση, ιδέες), πλέον ο κόσμος έχει κουραστεί. Το όραμα της ενότητας των λαών και των ανθρώπων δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί. Η οικονομία κυριάρχησε, όπως επίσης και η επίδειξη ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων διά των όπλων. Ο παράγοντας «Ισλάμ» οδήγησε σε μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και στον φόβο της τρομοκρατίας. Οι άνθρωποι θέλουν να δοκιμάσουν να επιστρέψουν στα όσα γνώριζαν, στα οικεία τους.
          Είναι δεδομένο πως η παγκοσμιοποίηση δεν θα «πεθάνει» τόσο εύκολα. Έχει θέσει τις βάσεις κυρίως μέσω του Διαδικτύου, το οποίο αποτελεί για τους νεώτερους την κύρια πηγή ψυχαγωγίας, πληροφόρησης, διασκέδασης, ενασχόλησης. Στο Διαδίκτυο υπάρχει σχετική ελευθερία. Μπορεί να γίνεται λόγος για εθνικές ρίζες, ιστορία, θρησκευτικότητα, αξίες, κείμενα και μορφές του παρελθόντος, ωστόσο όλα αυτά έχουν να κάνουν με ένα ακίνδυνο χτες.  Η παιδεία εξακολουθεί να λειτουργεί στην λογική της αποδόμησης της γλώσσας, της ιστορίας, των συμβόλων, του θρησκευτικού συγκρητισμού. Ο αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου θεωρείται κυρίαρχο δικαίωμα, ενώ η ένταξη στην κοινότητα δευτερεύουσας σημασίας. Η παγκοσμιοποίηση, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία συνάντησης ανθρώπων, νοοτροπιών, ιστοριών, πολιτισμών, θρησκειών, χωρίς απαίτηση υπεροχής, έχει οδηγήσει στην καλλιέργεια μιας νοοτροπίας στηριγμένης στο politically correct. Δεν μας ενδιαφέρει τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αρκεί να μην συγκρούονται, να μην διαφωνούν, να μην κινδυνεύουμε από τις αντιρρήσεις και τις ταυτότητές τους να χάσουμε το όραμα που είναι ένας κόσμος χωρίς διαφορές σε συλλογικό επίπεδο, αλλά με διαφορές μόνο σε ό,τι αφορά το άτομο.    
       Η κούραση των ανθρώπων είναι παράγοντας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυθεντική επιστροφή στις εθνικές ρίζες. Γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και χαιρόμαστε την αναστροφή με άλλους λαούς και ανθρώπους, επειδή η πολυφωνία αποτελεί στοιχείο που βοηθά όχι στο να παραιτηθούμε από τον εαυτό μας, αλλά για να μοιραστούμε και με τους άλλους ό,τι νοηματοδοτεί το δικό μας «εμείς», παίρνοντας στοιχεία και από το αντίστοιχο δικό τους. Τότε μπορούμε να εστιάσουμε στην ανάγκη της ενότητας εν τη ποικιλία, και όχι σε εκείνη της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, η οποία παραθεωρεί τα ιδιαίτερα στοιχεία του κάθε λαού, για να μας μετατρέψει σε πληθυσμούς άχρωμους, άγευστους και όμοιους, χωρίς την χαρά της διαφοράς. Αν όμως δεν γίνει συνειδητή προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες μας, τότε η παγκοσμιοποίηση θα επανέλθει ως η μόνη λύση! 
       Στην πατρίδα μας χρειάζεται να ξαναβρούμε το ενδιαφέρον για την παράδοσή μας. Όχι με αντιγραφή του χτες, αλλά με εγχρονισμό στο σήμερα. Να δούμε τις αξίες της μουσικής και του χορού και να μη μείνουμε μόνο στις φόρμες τους. Να δούμε τι σημαίνει κοινότητα στην ενορία της Εκκλησίας. Τι σημαίνει παιδεία με στόχο στην ποιότητα της ύπαρξης μέσα από τα κείμενα της αρχαιοελληνικής και πατερικής παράδοσης και με στόχευση σε θετικές επιστήμες που θα υπηρετούν τον άνθρωπο και δεν θα τον κατευθύνουν  στην εγωτική αυτάρκεια. Αφύπνιση από όλους και παρότρυνση στους νέους μας να μην φοβούνται την παράδοση, αλλά να ερευνήσουν και να την αγαπήσουν. Η αφύπνιση της Εκκλησίας και της Οικογένειας  πρέπει να είναι η αρχή!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 22 Μαρτίου 2017

3/18/17

ΤΙ ΓΑΡ ΩΦΕΛΗΣΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΑΝ ΚΕΡΔΗΣΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΟΛΟΝ, ΚΑΙ ΖΗΜΙΩΘΗ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΑΥΤΟΥ;

 
Οι παλιοί χρησιμοποιούσαν συχνά μία φράση του Ευαγγελίου η οποία λέει πολλά για την ματαιότητα της ζωής, του πλούτου, της δόξας, για το τι είναι ουσιώδες και αυθεντικό: «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» (Μάρκ. 8,36). «Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του;».
Καίριο το ερώτημα και σε μία εποχή όπως η δική μας στην οποία η έννοια της ψυχής είναι εντελώς εγκεφαλική και διανοητική, εγκλωβίζεται στα συναισθήματά μας και κατά την γνώμη πολλών πεθαίνει μαζί με το σώμα.  Η ψυχή είναι μία από τις δύο εκφράσεις της ύπαρξης, του προσώπου του καθενός ανθρώπου όπως μας δημιούργησε ο Θεός. Η άλλη είναι το σώμα.
Η παράδοση της Εκκλησίας μας αναφέρει ότι το σώμα πεθαίνει. Η ψυχή όμως ως το πνεύμα του ανθρώπου, ως το σημείο της ζώσας ύπαρξης δεν πεθαίνει, αλλά προσδοκά την ανάσταση των νεκρών. Εισέρχεται στην διάσταση της κοινωνίας με τον Θεό με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε, αλλά εμπιστευόμαστε τον Χριστό ως φως και δόξα για να τον ζήσουμε, αλλά και αποδεχόμαστε ως σημείο του την χάρη που αναβλύζει από τα λείψανα των αγίων μας, είτε όταν είναι ακέραια, είτε όταν θαυματουργούν, είτε όταν μυροβλύζουν, είτε όταν αισθάνεται κανείς πως από κάποια άλλη πραγματικότητα μπορούν να μας δώσουν δύναμη, νόημα και φως. Και η ψυχή σώζεται αυθεντικά και προγεύεται την κοινωνία με τον Θεό όταν αγαπά, όταν σηκώνει σταυρούς χωρίς να αγανακτεί, όταν παραδίδεται στο θέλημα του Θεού.
Τότε, εξερχόμενη του σώματος, μπορεί να αναγνωρίσει τον Θεό, διότι έχει μιμηθεί τον Χριστό στην ζωή της, αναλαμβάνοντας με την σειρά της μαζί με το σώμα, δηλαδή ως σύνολη ύπαρξη, να σηκώσει τον σταυρό της., είτε αυτός έχει να κάνει με τον εαυτό μας και τις αγωνίες του είτε με τους άλλους, τις σχέσεις μας, το εγώ μας που συγκρούεται με τον πλησίον, με το πνεύμα της εξουσίας, με τα πάθη τόσο τα προσωπικά όσο και των άλλων ανθρώπων, με τον διάβολο και τα τεχνάσματα που μηχανεύεται για να μας απομακρύνει από τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον Θεό. Αλλά και τους άλλους σταυρούς, του πόνου, της αρρώστιας, του θανάτου, της αποτυχίας, της ήττας. Η ύπαρξη που καρτερικά αναδέχεται ό,τι επιτρέπει ο Θεός να συμβεί στην ζωή, βρίσκει και βιώνει τα κλειδιά της Βασιλείας.
Το ερώτημα όμως του Χριστού είναι καίριο, διότι περιγράφει τρία χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ύπαρξης, τα οποία δεν μας επιτρέπουν εύκολα να σηκώσουμε τον σταυρό μας με υπομονή, συγχωρητικότητα, αγάπη ακόμη και γι’   αυτούς που μας ταλαιπωρούν, αλλά και με εμπιστοσύνη προς τον Θεό.
Το πρώτο είναι η επιθυμία του ανθρώπου για κέρδος. Οι πράξεις μας αποσκοπούν στο να πετύχουμε, να απολαύσουμε, να επικρατήσουμε εις βάρος των άλλων, να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους. Και όχι μόνο αυτό. Να συσσωρεύσουμε κέρδη, διότι με τον τρόπο αυτό πιστεύουμε ότι ελέγχουμε την ζωή μας από μόνοι. μας. Το κέρδος, όταν δεν περιορίζεται στο να μπορεί ο άνθρωπος να ζει αξιοπρεπώς, αλλά αποσκοπεί στην επίδειξη δύναμης, στην απόλαυση των αγαθών του κόσμου, στο έλεγχο επάνω στην ζωή, καθιστά τον άνθρωπο έναν μικρό θεό. Και είναι ελεύθερη η επιλογή μας να επιδιώκουμε το κέρδος σε ό,τι κάνουμε. Όμως αυτός ο δρόμος είναι στηριγμένος σε δύο απουσίες. Η μία είναι αυτή του φόβου του θανάτου, της έγνοιας ότι κάποια στιγμή το τέλος θα έρθει και επομένως ό,τι κι αν συγκεντρώσουμε από κέρδη στην ουσία θα μείνει εδώ. Η δεύτερη έχει να κάνει με την έλλειψη ενδιαφέροντος για την αιωνιότητα ή την απιστία σ’  αυτήν. Ο άνθρωπος, έχοντας προσανατολίσει τον εαυτό του στο παρόν, δεν σκέφτεται ότι υπάρχει και η μεταθανάτια ζωή και ό,τι κερδίζει εδώ, δεν έχει νόημα στο επέκεινα, πλην της αγάπης.
Το δεύτερο είναι ο κόσμος. Αν για κάτι μας φαίνεται ακατανόητος ο σταυρός είναι διότι όποιος τον σηκώνει, στην ουσία εγκαταλείπει την εξάρτηση από τον κόσμο και την προσκόλληση σ’  αυτόν.  Σηκώνω τον σταυρό μου σημαίνει ότι έχω αναγκαστεί ή ότι έχω αποφασίσει να μην είναι ο κόσμος το κριτήριό μου, αλλά μία νέα πορεία του εαυτού μου. Όποιος σηκώνει σταυρό νιώθει την φθαρτότητά του. Δεν βλέπει πώς περνά ο κόσμος, ποιο είναι το ήθος του, τι ζητάνε οι άνθρωποι για να είναι ευτυχισμένοι, ποιο τίμημα είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν, αλλά  βλέπει ότι παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου και ο ίδιος έχει μιαν άλλη αποστολή. Να αντέξει, με την βοήθεια του Θεού, του πλησίον, του αγώνα του, της ελπίδας του. Μιλάμε για μιαν άλλη πορεία ζωής. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι δεν αγαπούμε  τους σταυρούς μας, αλλά θέλουμε να φύγουν από πάνω μας. Διότι δεν μας επιτρέπουν να ζούμε την κοσμικότητα, δηλαδή την ζωή χωρίς Θεό η οποία μας δημιουργεί την αίσθηση ότι απολαμβάνοντας τους κοσμικούς τρόπους και πειρασμούς μπορούμε να περάσουμε καλά στην ζωή μας. Ταυτίζουμε τον σταυρό με την λύπη, ενώ όποιος πιστεύει ξέρει ότι μέσα από τις δυσκολίες γεννιόμαστε άνωθεν, συναντούμε τον Θεό, διαπιστώνοντας τα όριά μας.
Το τρίτο είναι η έννοια του «όλου». Οι άνθρωποι είμαστε πλεονέκτες. Τα θέλουμε όλα δικά μας. Δεν μας αρκεί ο κόσμος, ένα τμήμα του. Θέλουμε όλο τον κόσμο για μας. Θέλουμε όλη την ευτυχία. Όλη την απόλαυση. Όλη την εξουσία. Και γι’  αυτό μέσα μας μεμψιμοιρούμε. Εύκολα γκρινιάζουμε για το παραμικρό. Δεν ικανοποιούμαστε, ό,τι κι αν έχουμε. Και γι’  αυτό ο κάθε σταυρός μας δείχνει ότι όχι μόνο δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, αλλά θα μας λείψουν και αυτά που θεωρούμε δεδομένα, ό,τι μας ανήκει. Αν όμως αυτή η έλλειψη γίνει αφορμή εμπιστοσύνης στον Θεό, άσκησης και υπομονής, και την ίδια στιγμή δυνατότητας να δούμε τα ουσιώδη, τι πραγματικά χρειαζόμαστε, τότε ο όποιος σταυρός θα μας βοηθήσει να κερδίσουμε, αφού χάσουμε. Να δοξάσουμε τον Θεό για ό,τι επιτρέπει να μας συμβεί και να μπορούμε να χαιρόμαστε ακόμη και το λίγο.
Όποιος επιθυμεί να κερδίσει όλο τον κόσμο, κινδυνεύει να ζημιωθεί σε ό,τι αφορά στην ψυχή του, σε ό,τι αφορά δηλαδή στην οδό της αιωνιότητας. Η αυθεντική ζωή, η οδός της αιωνιότητας περνά από τον Σταυρό. Ανεβαίνοντας επάνω του ο Χριστός μας δείχνει ποιος είναι αληθινά ο άνθρωπος, ποιος ο κόσμος και ποιο το νόημα της ζωής.  Όταν μας κυβερνά το συμφέρον και όχι η αγάπη, τότε και κακοί γινόμαστε και το κακό θριαμβεύει. Όταν κριτήριό μας είναι ο κόσμος, τότε μας ενδιαφέρει η απόλαυση, η ανέμελη ζωή, η οικείωση των κοσμικών τρόπων, χωρίς όμως Θεό, δηλαδή χωρίς ελπίδα αιωνιότητας. Τέλος, όταν τα πάντα λειτουργούν στην ζωή με κριτήριο την πλεονεξία, την απολυτότητα, την απουσία μέτρου, όλες οι δυσκολίες μας φαίνονται βουνό.  Και είναι βέβαιο ότι θα χάσουμε, θα ζημιωθούμε ψυχικά. Διότι δεν θα είμαστε σε θέση να εμπιστευτούμε Αυτόν που μας  αγαπά, ανέβηκε πρώτος στον σταυρό για μας και τελικά μας δίνει δύναμη να αντέξουμε τις μικρές ή τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής. 
Στην μέση της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στο μέσον των ναών, η Εκκλησία βάζει τον Τίμιο Σταυρό. προσκυνώντας τον να μπορέσουμε να θυμηθούμε ότι η αξία της ζωής βρίσκεται στην αγάπη. Στην εμπιστοσύνη στον Θεό και την ελπίδα της αιωνιότητας, αλλά και στην επίγνωση των ορίων μας. Στο λίγο που γίνεται πολύ με την παρουσία του Θεού, αρκεί να ξεκινά από το μέτρο της αναζήτησης της σχέσης μαζί Του στην Εκκλησία. Τότε ο Σταυρός γίνεται συνέχεια μία καινούργια αρχή, αγάπης και ανακαίνισης. Και αλλάζει ο κόσμος μας!

Κέρκυρα, 19 Μαρτίου 2017

3/17/17

ΧΑΙΡΕ ΒΥΘΟΥ ΑΓΝΟΙΑΣ ΕΞΕΛΚΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΦΩΤΙΖΟΥΣΑ


       
Ένα από τα επιτεύγματα της εποχής μας είναι η ανάπτυξη της επιστήμης σε όλες τις πτυχές της. Δεν υπάρχει αντικείμενο του επιστητού που να μην έχει προοδεύσει. Μπορούμε να υποστηρίξουμε άφοβα ότι ο άνθρωπος σήμερα γνωρίζει συνολικά πολύ περισσότερα από ό,τι γνώριζαν οι παλαιότεροι. Και αυτό δεν είναι κακό. Δείχνει μία αγωνία και έναν αγώνα να ερμηνευθεί ο κόσμος, και ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος και ο ορατός και ο αόρατος,με την λογική και τις αισθήσεις. Η ερμηνεία κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι τα μυστικά, τα μυστήρια του κόσμου δεν τα αφήνει στην πορεία τους, αλλά είναι ο ίδιος το κλειδί για να μπορέσει να τα αποκωδικοποιήσει. Η γνώση φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στην αλήθεια. Και η αλήθεια ελευθερώνει από τα δεσμά της άγνοιας, της παιδιάστικης και αφελούς ερμηνείας της ζωής. Κάνει τον καθέναν μας να αισθάνεται πιο ελεύθερος από την εξάρτηση από δεισιδαιμονίες. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να ορίσει τον εαυτό του με υπευθυνότητα. Διότι ξέρει. Και αυτός που ξέρει δεν έχει δικαιολογίες για τις επιλογές του.
          Υπάρχουν όμως τρία ερωτήματα, στα οποία η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί να δώσει αφ’  εαυτής της επαρκείς απαντήσεις
. Μπορεί να ερμηνεύσει το πώς. Κάποτε και το «γιατί» ως σωματικό και ψυχικό μηχανισμό. Δεν μπορεί όμως να ερμηνεύσει όλες τις πτυχές του «γιατί;», το «μετά» και το «αν» υπάρχει Κάποιος υπαρκτός Λόγος που να έχει άμεση σχέση με τα ερωτήματα αυτά. Είναι τα ερωτήματα του θανάτου, της αγάπης και του Θεού. 
       Γνωρίζουμε τους μηχανισμούς του θανάτου. Γνωρίζουμε γιατί βιολογικά πεθαίνουμε, είτε λόγω της φθοράς του χρόνου είτε λόγω των ασθενειών είτε λόγω άλλων παραγόντων όπως είναι οι ανθρώπινες παρεμβάσεις, η εσκεμμένη ή κάποτε και χωρίς επίγνωση αφαίρεση της ζωής. Μπορούμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει στο σώμα μας την στιγμή του θανάτου και πέρα. Δεν μπορούμε να απαντήσουμε αν η ζωή συνεχίζεται μετά τον θάνατο, τουλάχιστον με βάση την αυτόνομη γνώση που έχουμε. Μπορούμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει στην ύπαρξή μας όταν αγαπούμε. Ακόμη μπορούμε να ερμηνεύσουμε το γιατί αγαπούμε συγκεκριμένους ανθρώπους και τι ζητούμε από αυτούς και βιολογικά και ψυχολογικά. Δεν μπορούμε όμως να ερμηνεύσουμε τον μηχανισμό της αγάπης, όπως αυτός συνδέεται με την επιλογή μας να αγαπήσουμε εκείνους που δεν μας αγαπούν, να συγχωρήσουμε όσους κάνουν κακό σε εμάς, να ελεήσουμε, να είμαστε ανθρώπινοι. Η αγάπη επί της ουσίας αντίκειται σε έναν άλλο μηχανισμό που υπάρχει στον άνθρωπο, αυτόν του συμφέροντος. Και δεν μιλούμε για την αγάπη έναντι αυτών που μας ωφελούν ή μας κάνουν να απολαμβάνουμε. Εννοούμε την αγάπη που γίνεται ευαισθησία και άνοιγμα, τόσο έναντι γνωστών όσο και έναντι αγνώστων, φίλων και εχθρών, ξένων και οικείων.   Τέλος, το ερώτημα του Θεού είναι το πλέον δύσκολο να απαντηθεί, διότι ο άνθρωπος ζητά να γνωρίσει τον Θεό με τις αισθήσεις ή από τα έργα της φύσης και του κόσμου και δεν είναι εύκολο να αποδεχθεί ένα Πρόσωπο με το οποίο δεν έχει αισθητή κοινωνία. Κατ’ επέκτασιν, είναι πολύ δύσκολο με την δική του αυτονομημένη από τον Θεό γνώση ο άνθρωπος να αποδεχθεί δυνάμεις που ξεπερνούν τα όρια του αισθητού. 
         Επομένως, παρότι ο άνθρωπος καυχάται ότι γνωρίζει, εντούτοις υπάρχει άγνοια και μάλιστα βυθός, διότι όσο βαθιά κι αν κατεβεί ο άνθρωπος στην θάλασσα της γνώσης, κάποια στιγμή θα κουραστεί και θα βυθιστεί. Ιδίως το ερώτημα του θανάτου είναι αυτό που ταλαιπωρεί τον καθέναν. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθώς ψάλλει την ακολουθία των Χαιρετισμών, αναφωνεί μαζί με τον ιερό υμνογράφο προς το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου: «Χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα . χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα».  Η Υπεραγία Θεοτόκος έχει βρει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα και οι οποίες δείχνουν ότι υπάρχει μία άλλη οδός που ξεπερνά τα πεπερασμένα όρια της ανθρώπινης γνώσης και δίνει έναν αλλιώτικο φωτισμό, ακόμη και σε εκείνους που νομίζουν ότι γνωρίζουν.
         Στο ερώτημα του Θεού η Παναγία δεν απαντά μέσω της πίστης σε μία απρόσωπη δύναμη, η οποία ερμηνεύει τα κενά της ανθρώπινης γνώσης, κυρίως στο «Ποιος» δημιούργησε τον κόσμο, αλλά μέσω της εμπιστοσύνης στον συγκεκριμένο και μοναδικό Θεό που είναι Τριαδικός. Στον Ευαγγελισμό της η Θεοτόκος λέει ΝΑΙ στο θέλημα του Θεού Πατέρα και κυοφορεί τον Υιό, αφού το Άγιο Πνεύμα επέρχεται επ’  αυτήν με την ελεύθερη συγκατάθεσή της. Δεν ζει μόνο το μυστήριο της «τετοκυίας άνευ ανδρός μητέρας». Ζητεί το μυστήριο της εξόδου στο πρόσωπό της όλης της ανθρωπότητας από την άγνοια, διότι με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο ο καθένας μας μπορεί δια του Υιού να γνωρίσει τον Πατέρα και να φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα. Αρκεί να ζητούμε την σχέση με τον Τριαδικό Θεό με τον τρόπο της Παναγίας. Τον τρόπο της εμπιστοσύνης σε κάθε περίσταση της ζωής μας. Εμπιστοσύνη σημαίνει πίστη. Αν μέσα μας αφήνουμε κατά μέρος ορθολογισμό και αισθήσεις και εμπιστευόμαστε την ύπαρξη του Θεού με βάση ότι προηγήθηκαν από μας η Παναγία και οι άγιοι της πίστης μας, τότε η άγνοιά μας πάει να υφίσταται. Γνωρίζουμε ότι η σχέση μας με τον Θεό μας ελευθερώνει. Και μας δίνει την δυνατότητα να απαντήσουμε και στα άλλα δύο ερωτήματα.
        Γιατί η Παναγία, μέσω της εμπιστοσύνης στον Θεό, επιλέγει την οδό της απόλυτης αγάπης. Αφιερώνεται στον Θεό επειδή αγαπά. Γίνεται μητέρα και παραμένει παρθένος επειδή αγαπά. Μεγαλώνει τον Υιό του Θεού επειδή αγαπά. Τον συνοδεύει παντού επειδή αγαπά. Συγχωρεί τους σταυρωτές Του και αναδέχεται τον πόνο επειδή αγαπά. Χαίρεται την Ανάσταση επειδή αγαπά. Φθάνει μέχρι τον δικό της θάνατο χωρίς λύπη και αγωνία επειδή αγαπά. Και η αγάπη την κάνει να γνωρίζει ότι η σχέση με τον Θεό μας βγάζει από τα φθαρτά όρια του χρόνου και μας κάνει να γνωρίσουμε την αιώνια πραγματικότητα:  αυτή της Βασιλείας στην οποία ο θάνατος δεν έχει πέραση. Εκεί όπου τα πάντα φωτίζονται από την αγάπη της παρουσίας του Θεού. Και γεύεται την ανάσταση όλης της ανθρωπότητας στο δικό της σώμα με την μετάστασή της. Εμείς σωματικά θα περιμένουμε την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αυτή ήδη ζει την χαρά της αιωνιότητας.
         Τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά τις συναντούμε εκεί όπου η Υπεραγία Θεοτόκος τιμάται και μας τις έχει αφήσει ως παρακαταθήκη. Στην ζωή της Εκκλησίας.  Εκεί όπου μαθαίνουμε, και με τις δικές της πρεσβείες, να ζούμε την ζωή που ο Θεός θέλει για μας. Να εμπιστευόμαστε. Να αγαπούμε τον πλησίον μας. Και να μην νικιόμαστε από την υπαρξιακή αγωνία του θανάτου, διότι γνωρίζουμε ότι υπάρχει η ανάσταση του Υιού της, δια της οποίας και ο καθένας από εμάς θα ζήσει τον θάνατο ως πέρασμα στην αιωνιότητα και όχι ως μηδενισμό.  Σ’  αυτήν την οδό της πίστης, την οδό της Υπεραγίας Θεοτόκου, χρειαζόμαστε όλο τον άνθρωπο. Και τις αισθήσεις και τον νου και τη καρδιά και το σώμα και την ψυχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι περιφρονούμε την γνώση της επιστήμης. Συνειδητοποιούμε όμως ότι αυτή έχει όρια.   Και επιλέγοντας την οδό της πίστης ζούμε την πληρότητα της Θεογνωσίας, η οποία δεν είναι επίτευγμα του νου, αλλά καρπός τόσο της ελευθερίας μας όσο και της χάριτος του Θεού. Διότι τις τελικές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματά μας τις λαμβάνουμε όταν αφηνόμαστε σ’ Εκείνον. Στην ζωή της Εκκλησίας. Της αλήθειας που δεν νικιέται από την άγνοια και δεν φοβάται καμία γνώση. Γιατί είναι αγάπη, δια της Αγάπης.

Κέρκυρα, 17 Μαρτίου 2017

3/15/17

ΤΟ ΔΙΠΟΛΟ «ΔΥΣΗ Η’ ΑΝΑΤΟΛΗ» ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ

Οι εκκλησιαστικοί ταγοί συχνά κάνουν αναφορές στο δίπολο «Δύση και Ανατολή». Προσπαθώντας να καταδείξουμε τις θεολογικές διαφορές που χωρίζουν την Ορθοδοξία από τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό, δεν διστάζουν να τονίσουν ότι «το κακό έρχεται από την Δύση». Επισημαίνουν την λογικοκρατία της δυτικής φιλοσοφίας και θεολογίας, την μη αποδοχή της δυνατότητας για γνώση του Θεού μέσω της μετοχής στις άκτιστες ενέργειές Του και τον περιορισμό της γνώσης στην δια του νου μας γνώση «περί του Θεού». Εκφράζονται με απέχθεια για την ανηθικότητα, την αδικία, τις αθεΐα που χαρακτηρίζουν τον Διαφωτισμό, στον οποίο έχει στερεωθεί ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός. Αντίθετα, τονίζουν το ασκητικό ήθος της Ορθοδοξίας, την μοναχική εμπειρία ως πρότυπο ζωής της καθ’  ημάς Ανατολής και ομνύουν στην αντίσταση εναντίον της εκκοσμίκευσης, η οποία απειλεί την καθαρότητα της εκκλησιαστικής ζωής.
           Όσο αληθινή κι αν είναι αυτή η θεώρηση δεν μπορεί να αγγίξει τους νέους των καιρών μας. Καταλήγουμε έτσι στο να τονίζουμε  ότι ότι η Εκκλησία πορεύεται ως έχει, περιμένοντας από τον κόσμο να γίνει Εκκλησία και χωρίς να ζητά η ίδια να τον εκκλησιαστικοποιήσει. Ο κόσμος άλλωστε «εν τω πονηρώ κείται». Γιατί να έχουμε αγωνία για την πορεία του; Είναι αρκετό να κηρύττουμε την μετάνοια και να προσευχόμαστε περιμένοντας.
          Η κατάκριση του κόσμου και μάλιστα του δυτικού έρχεται βεβαίως σε αντίφαση με την ουσία της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του λίγο πριν τα πάθη, κατά την οποία δεν ζήτησε από τον Θεό να βγάλει τους μαθητές και κάθε χριστιανό από την ζωή του κόσμου, αλλά να τους προφυλάξει από τον πονηρό και τις παγίδες που αυτός στήνει στους ανθρώπους στον κόσμο. Άλλωστε, ο Χριστός δήλωσε ξεκάθαρα ότι δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να τον σώσει.
       Εξάλλου, ο τρόπος της εκκλησιαστικής καθημερινότητας δυτικός είναι. Τα επιτεύγματα της δυτικής τεχνολογίας χρησιμοποιούμε και στους ναούς και στην ζωή μας οι χριστιανοί. Τα μέσα διευκόλυνσης, μεταφοράς, επικοινωνίας της Δύσης αξιοποιούμε. Στα σπίτια μας η Δύση δεσπόζει. Η παιδεία μας δυτικό προσανατολισμό έχει. Επαιρόμεθα για τους επιστήμονες που εξάγουμε στο εξωτερικό, ενώ η κοινωνία μας καλείται να εκσυγχρονιστεί και πολιτικά και  οικονομικά  και θεσμικά.
        Σε τι άραγε είμαστε Ανατολή; Στον μηδενισμό των ανατολικών θρησκευμάτων; Στον φανατισμό του Ισλάμ; Στο πολεμικό και κατακτητικό πνεύμα και στην εξουσιαστικότητα;  Στην νοοτροπία του κλεισίματος της γυναίκας στο σπίτι ή της μπούρκας;
       Η Ορθοδοξία πάντοτε ήταν οικουμενική. Ο δικέφαλος αετός της κοιτούσε και προς την Δύση και προς την Ανατολή, αλλά ήταν ελεύθερος, ανεξάρτητος. Η Ορθοδοξία είχε την δική της ταυτότητα. Αντλούσε ό,τι καλό είχε τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή, αλλά τα μπόλιαζε με το δικό της ήθος, το θεανθρωποκεντρικό, το «εμείς», χωρίς όμως να αρνείται την ελευθερία του ανθρώπου να αναζητήσει την Αλήθεια με βάση το δικό του χάρισμα. Γι’ αυτό και προτάσσει την αγάπη. Στην αυθεντική της διάσταση διαλέγεται. Συγχωρεί. Συγκαταβαίνει. Βλέπει την κρίση του κόσμου και την αμαρτία, η οποία δεν είναι συνέπεια του πολιτισμού, αλλά απόρροια της απομάκρυνσης από τον Θεό, δηλαδή προσωπική απόφαση.
          Ας εμπνεύσουμε ως Ορθόδοξοι τους νέους μας να αγωνίζονται εναντίον του πονηρού σε όποιο πολιτισμικό πρότυπο κι αν ζούμε!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 15 Μαρτίου 2017

3/10/17

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΕΥΚΟΠΩΤΕΡΟΝ;

   
 Οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι για τον Θεό όλα είναι εύκολα. Είναι παντοδύναμος. Μπορεί να ικανοποιήσει οποιοδήποτε αίτημά μας. Ιδίως αυτά που έχουν να κάνουν με την υγεία, την επιτυχία, την πρόοδο, την άνεση. Δεν είναι προτεραιότητά μας να ζητούμε από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και τα πάθη μας. Αυτό το θεωρούμε μάλλον αυτονόητο ή κάτι που έχει να κάνει με την αιωνιότητα. Και έτσι έχουμε μεταβάλει την σχέση μας με τον Θεό σε μία σχέση δούναι και λαβείν, μόνο που εμείς βλέπουμε τα πράγματα υπό το πρίσμα της απαίτησης. «Πρέπει» ο Θεός να αποδείξει ότι μας αγαπά και νοιάζεται για μας. Και η απόδειξη έρχεται με την εκπλήρωση των αιτημάτων μας.
          «Όταν ο Θεός δεν μας δίνει κάτι που το ζητάμε με πολλή επιμονή, τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν είναι προς όφελός μας ή εμείς δεν ξέρουμε πώς και πότε να Του το ζητήσουμε ή και τα δύο μαζί» (άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης).  Οι άνθρωποι βλέπουμε το «εδώ και τώρα», το άμεσο όφελος το οποίο το ταυτίζουμε με το θέλημά μας, με την επιθυμία μας. Ο Θεός βλέπει συνολικά την ζωή μας, το ευρύτερο πνευματικό μας συμφέρον και κάποτε δεν μας δίνει αυτό που ζητούμε. Άλλοτε πάλι δεν ξέρουμε πώς να ζητήσουμε αυτό που ζητάμε. Επαιρόμεθα ότι τα έχουμε καλά με τον Θεό διότι τηρούμε τις εντολές Του. Λειτουργούμε έτσι όπως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Θεωρούμε λοιπόν ότι έχουμε δικαίωμα από έναν Θεό που του είναι εύκολα να εκπληρώσει κάθε αίτημα, να διεκδικούμε το δικό μας. Από την άλλη, η αμεσότητα του τώρα μας κάνει να παραβλέπουμε  μία πνευματική κατάσταση που είναι πολύτιμη για την πορεία μας: την υπομονή, η οποία συνδυάζεται με την ταπεινοφροσύνη. Όταν περνά ο χρόνος και έχουμε πίστη, ενώ επιδεικνύουμε και υπομονή, τότε το ταπεινό μας φρόνημα μας δίνει την ευλογία  να εμπιστευτούμε τον Θεό και να αφεθούμε στο θέλημά Του.
Όντως για τον Θεό όλα είναι εύκολα. Ο Χριστός, ευρισκόμενος στην Καπερναούμ και διδάσκοντας σε ένα σπίτι πλήθος ακροατών βλέπει να ανοίγει η σκεπή και τέσσερις   άνθρωποι να κατεβάζουν με το κρεβάτι του έναν παραλυτικό. Η παράλυση θεωρούνταν τότε τιμωρία από τον Θεό στον άνθρωπο για τις αμαρτίες του. Ο Χριστός θαυμάζει την πίστη και την εφευρετικότητα της αγάπης των τεσσάρων οικείων του ασθενούς και του συγχωρεί τις αμαρτίες. Οι παρόντες όμως γραμματείς, τυπολατρικοί ερμηνευτές του μωσαϊκού νόμου και θρησκευτικές αυθεντίες της εποχής, σπεύδουν να απορρίψουν τον λόγο και την κίνηση του Χριστού. «Δεν είναι Θεός», είναι το σκεπτικό τους. Μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρέσει τις αμαρτίες των ανθρώπων. Όμως ο Χριστός δεν συγχωρεί αμαρτία που έφερε την τιμωρία του Θεού, αλλά δίνει την πλήρη σωτηρία στον άνθρωπο. Και στους λογισμούς των γραμματέων αντιπαραθέτει το δικό Του σκεπτικό: «Τι εστίν ευκοπώτερον, ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει;» (Μάρκ. 2, 9). «Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο ‘σου συγχωρούνται οι αμαρτίες ‘  ή να του πω ‘σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα’».
Για τον Θεό είναι εύκολο να συγχωρέσει και τις αμαρτίες και να δώσει την υγεία στον ασθενή. Δεν είναι άλλωστε η ασθένεια αποτέλεσμα τιμωρίας. Είναι συνέπεια της τρόπου ζωής του ανθρώπου ή αποτέλεσμα της φθοράς που χαρακτηρίζει την ύπαρξή μας μέσα στον χρόνο.  Οι γραμματείς θεωρούν ότι ο παραλυτικός δεν αξίζει ούτε την ίαση της ψυχής ούτε την ίαση του σώματος και γι’  αυτό σκανδαλίζονται, γι’  αυτό και κατακρίνουν τον Κύριο. Όμως ο Χριστός δίνει και τα δύο. Το θαύμα στο σώμα είναι ορατό. Το θαύμα στην ψυχή έχει ήδη συντελεσθεί χάρις στην πίστη και την αγάπη των φίλων του παραλυτικού. Μπορεί να μην είναι ορατό, αλλά ο Χριστός βλέπει ότι πιο πάνω από την φθορά, από τον τρόπο ζωής μας, από τον θάνατο, βρίσκονται ακριβώς η πίστη στον Θεό και η αγάπη για τον συνάνθρωπο, ό,τι δεν είχαν οι γραμματείς. Και δίνει την πληρότητα της υγείας στον παραλυτικό, για να τον βοηθήσει να κάνει ένα νέο ξεκίνημα, χωρίς να λησμονήσει την περιπέτεια της ζωής του, όπως δείχνει η εντολή του Χριστού να φέρει το κρεβάτι στους ώμους του καθώς θα πηγαίνει στο σπίτι του, για να ωφεληθούν τόσο ο ίδιος όσο και όλοι αυτοί που τον γνωρίζουν και βλέπουν το θαύμα.
Για τον Θεό όλα είναι εύκολα. Περιμένει όμως από εμάς τις προτεραιότητές μας. Να του ζητήσουμε την άφεση για τις αμαρτίες μας. Να είμαστε έτοιμοι να φανερώσουμε ότι στην καρδιά μας υπάρχει η πίστη και η αγάπη. Να είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε την κατάκριση εις βάρος του πλησίον μας, αλλά και τις εύκολες ερμηνείες για κάθε δοκιμασία. Και τότε μας δίνει την πληρότητα της θεραπείας, της ίασης. Την άμεση άφεση για την ψυχή, αλλά και την δωρεά της ανακαίνισης του σώματος. Ίσως στο σώμα να χρειάζεται η υπομονή και πάντοτε η ταπείνωση. Όμως και εκείνου η κατεύθυνση είναι η ίαση, είτε στον παρόντα χρόνο είτε στην αιωνιότητα διά της Αναστάσεως. Στην άμεση απαίτησή μας από τον Θεό  να αποδείξει με την ευκολία της παντοδυναμίας Του ότι είναι κοντά μας, ο Χριστός απαντά δείχνοντάς μας τι είναι ουσιώδες. Και αυτό έχει να κάνει με την δική μας συνέργεια στην πορεία της σωτηρίας, δηλαδή της πλήρους ιάσεως. Ας γνωρίζουμε λοιπόν και τι ζητούμε και πώς και πότε το ζητούμε, για να λάβουμε  την ευλογία της παρουσίας του Θεού, χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα. Όποιος παραδίδεται σιωπηλά στην αγάπη Του, όπως ο παραλυτικός και οι οικείοι του, λαμβάνει τα πάντα. Τελικά τον ίδιο τον Θεό!

Κέρκυρα, 12 Μαρτίου 2017