2/23/24

ΑΡΠΑΓΕΣ, ΑΔΙΚΟΙ, ΜΟΙΧΟΙ

 

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι» (Λουκ. 18, 11-12)

«Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικὰ κι ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴ σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του· “Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸν ναὸ τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα τὰ εἰσοδήματά μου”. 

            Ο ηθικός άνθρωπος αισθάνεται συνήθως ικανοποίηση για τις επιλογές της ζωής του, ιδίως όταν ακούει τις γνώμες των άλλων, ιδίως όταν έρχεται η ώρα να σταθεί ενώπιος ενωπίω με τον Θεό. Μάλλον το είδος αυτό τείνει να περιοριστεί, ιδίως στη νεώτερη γενιά, η οποία απομακρύνεται αρκετά και από το ήθος και από την προσευχή και από την ενδοσκόπηση. Ωστόσο, όπως ο Φαρισαίος στην παραβολή που ακούμε από τον Χριστό την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, της περιόδου εκείνης που μας προετοιμάζει αρχικά για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στη συνέχεια μας ζητά να ξαναδούμε τις συνισταμένες της ζωής μας, θέτοντάς τες στην προοπτική της σχέσης με τον Θεό και στην αλλαγή όσον αφορά στον τρόπο θέασης του πλησίον όχι ως αντικειμένου ή αφορμής δικού μας αυτοδοξασμού, αλλά ως συν-εικόνας του Θεού, τραυματισμένης τουλάχιστον εξίσου με  μας, εντούτοις εμείς εύκολα επιλέγουμε την άλλη οδό. Ικανοποιημένοι διότι διαλέγουμε τον υγιή δρόμο, χαιρόμαστε γι΄ αυτόν και μπαίνουμε και στη λογική της σύγκρισης με τον πλησίον. Δεν είναι όμως ο πλησίον μας σημείο αναφοράς για να συν-άρουμε τους σταυρούς μας, αλλά αφορμή επανάπαυσης ότι εμείς δεν είμαστε σαν εκείνον, καθώς υπακούμε στον Θεό και η συνείδησή μας δεν μας ενοχλεί.

            Τι είναι αυτό που ενόχλησε τον Χριστό και λέει αυτή την παραβολή; Τον ενόχλησε η ηθική του Φαρισαίου; Το ότι τηρούσε τις εντολές; Τον ενόχλησε ότι δεν ήταν άρπαγας, άδικος και μοιχός; Αυτό, προφανώς, δεν παίζει. Αυτό που ενοχλεί τον Κύριο είναι το αίσθημα της αυτάρκειας που ο Φαρισαίος έχει. Αποδίδει τα κατορθώματά του στον εαυτό του και στην ατομική του ικανότητα, στον ατομικό του αγώνα, χωρίς να επικαλείται τη βοήθεια του Θεού. Κι έτσι, μέσα στην αυτάρκειά του, συγκρίνει και προχωρά στην κατάκριση. Αντί να συμπονέσει τον τελώνη, όχι από αίσθημα ανωτερότητας, αλλά διότι οι εντολές του Θεού, όπως και η ηθική έχουν ως σκοπό να μας βοηθήσουν να αγαπούμε τους πεπτωκότας, όπως επίσης και να βλέπουμε τις δικές μας υστερήσεις, τις δικές μας αμαρτίες, ο Φαρισαίος αυτοδοξάζεται και απορρίπτει. Δείχνει ότι γι’ αυτόν η κοινότητα δεν έχει χώρο για τους αμαρτωλούς, αλλά μόνο για τους «δικαίους». Ο Χριστός όμως έχει πει ότι δεν ήρθε να καλέσει τους δίκαιους σε μετάνοια, αλλά τους αμαρτωλούς. Δεν αγαπά τους δίκαιους; Προφανώς και τους αγαπά. Δεν τους  θέλει στη Βασιλεία Του; Τους θέλει, αρκεί όμως κι εκείνοι να νιώθουν ότι η καρδιά τους καλείται να είναι ανοιχτή, να χωρέσει κι όλους τους άλλους, όταν μάλιστα εκείνοι νιώθουν την ανάγκη να επικαλεστούν και να ζήσουν το έλεος του Θεού.

            Στην αρχή του Τριωδίου κι εμείς ας αποβάλλουμε την επιθετικότητα εις βάρος όσων η αμαρτία μοιάζει εμφανής στη ζωή τους. Ας αποβάλλουμε τη σύγκριση και την κατάκριση. Ας δούμε τις δικές μας πτώσεις. Ακόμη κι αν αυτές δεν είναι τέτοιες που να μοιάζουν βαριές, ας θυμηθούμε ότι μεγαλύτερες πτώσεις είναι η υπερηφάνεια, ο εγωκεντρισμός, η αυτάρκεια. Ότι χωρίς τον Χριστό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ότι τελικά κληθήκαμε να παλεύουμε για το ήθος της αγάπης, για να είμαστε μέλη της Εκκλησίας, για να συναντιόμαστε με τους άλλους ως συν-εικόνες του Θεού και μαζί τους να συγκροτούμε το Σώμα του Χριστού.

            Καλό Τριώδιο! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

25 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου

GRAHAM GREENE, «Ο ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ»

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 130- GRAHAM GREENE, «Ο ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ», μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 

Ο Graham Greene (1904-1991), περίφημος Άγγλος συγγραφέας, καταφέρνει να συνδυάσει στα μυθιστορήματά του την εξαιρετική πλοκή με την θέση υπαρξιακών ερωτημάτων μέσα από ήρωες που φαινομενικά μοιάζουν επιφανειακοί και συνηθισμένοι άνθρωποι. Τα θέματα των βιβλίων του επηρεάστηκαν έντονα και από τη θητεία του ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η δημοσιογραφική του ιδιότητα ως ανταποκριτή και απεσταλμένου σπουδαίων εφημερίδων στο παγκόσμιο ειδησεογραφικό γίγνεσθαι, τον βοήθησε να διακρίνει λεπτομέρειες που νοηματοδοτούν τη ζωή των ηρώων του.  

Πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον εξαίρετο μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη, το μυθιστόρημά του «Ο επίτιμος πρόξενος», το οποίο κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. Το μυθιστόρημα έχει πολλές πτυχές. Είναι καλά στημένο στο πλαίσιο της σύγκρουσης στη Λατινική Αμερική ανάμεσα στην Παραγουάη και την Αργεντινή, όχι μόνο για εδάφη κι ελευθερία, αλλά, κυρίως, για το μεγάλο πρόβλημα κάθε εποχής, που είναι η έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο ένας από τους δύο κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος, ο Τσάρλι Φόρτναμ, είναι επίτιμος πρόξενος της Αγγλίας σε μία επαρχιακή πόλη της Αργεντινής, κοντά στα σύνορα της Παραγουάης. Σατιρίζοντας με εξαιρετικό, φλεγματικό αγγλικό χιούμορ, ο Greene την αγγλική γραφειοκρατία, η οποία, ενώ δεν αναγνωρίζει ουσιαστικό ρόλο στον επίτιμο πρόξενο και δεν νοιάζεται για τη σωτηρία του όταν αυτός απαχθεί από Παραγουανούς αντάρτες, εντούτοις του χορηγεί τη δυνατότητα να αλλάζει ως διπλωμάτης αυτοκίνητα, να ζει άνετα, με μόνη του αρμοδιότητα να επικυρώνει έγγραφα για τους ελάχιστους Άγγλους πολίτες που διαβιούν στην περιοχή.

                Ο Φόρτναμ έχει φίλο του τον δεύτερο κεντρικό ήρωα γιατρό Τεντ Πλαρ, γιο ενός πολιτικού κρατούμενου και μιας μάνας η οποία τον μεγάλωσε χωρίς αγάπη κι έγνοια, καθώς η μόνη σκέψη της ήταν στην Καθολική Εκκλησία, ενώ η μοναδική χαρά της ήταν να τρώει γλυκά. Ο Φόρτναμ θα παντρευτεί μια πρώην πόρνη, η οποία όμως θα βρει χαρά στο πρόσωπο του γιατρού. Ο γιατρός δεν είναι ερωτευμένος μαζί της. Την αφήνει έγκυο, δεν θέλει το παιδί, εκείνη όμως αρνείται να το οδηγήσει στην έκτρωση (σαφής μομφή και εναντίον της αντίληψης ότι το παιδί δεν είναι άνθρωπος). Ο Φόρτναμ νομίζει ότι είναι δικό του το παιδί. Έτσι, ο γιατρός μπορεί να συνεχίσει να ζει ως μποέμ. Στην πραγματικότητα, έχει θυμό εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος της Αργεντινής κι έτσι, σε μια επίσκεψη του Αμερικανού πρεσβευτή στην περιοχή, θα συμμετάσχει στο σχέδιο απαγωγής του, που καταστρώνουν Παραγουανοί αντάρτες, με επικεφαλής έναν πρώην κληρικό, τον Λέον Ρίβας, ο οποίος πέταξε τα ράσα του για να παντρευτεί (σαφής μομφή στην υποχρεωτική αγαμία του κλήρου που επιβάλλει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία). Από λάθος όμως και ερασιτεχνισμό, καθώς μπερδεύουν τις πινακίδες των αυτοκινήτων, οι απαγωγείς θα πάρουν μαζί τους τον επίτιμο πρόξενο.

                Εδώ ξεκινά όλο το μαρτύριο. Από την μία οι πολιτικοί αδιαφορούν για τη ζωή του ενός ασήμαντου επίτιμου πρόξενου, τον οποίοι  οι απαγωγείς θέλουν να ανταλλάξουν με φυλακισμένους πολιτικούς κρατουμένους, μεταξύ των οποίων ο γιατρός Πλαρ πιστεύει ότι είναι και ο πατέρας του. Όμως, μία ζωή είναι παράπλευρη απώλεια. Θα το διαπιστώσουν τόσο οι απαγωγείς, όσο και ο γιατρός. Από την άλλη, από το μυθιστόρημα παρελαύνουν χαρακτήρες που δείχνουν τη ρηχότητα του κόσμου, χωρίς όμως να παύουν να είναι συμπαθείς ως άνθρωποι. Τέτοιοι είναι ο Αργεντινός συγγραφέας Σααβέδρα, ο πρέσβης της Αγγλίας, οι συνεργάτες του, ο καθηγητής της Αγγλικής στην περιοχή, η διευθύνουσα τον οίκο ανοχής, ο αστυνομικός Πέρες, οι δικτάτορες της Αργεντινής και της Παραγουάης και όλο το σύστημα του καιρού, που αρνείται να νοιαστεί για τον κάθε άνθρωπο.

                Ο συγγραφέας εστιάζει το ενδιαφέρον του στην αντάρτικη ομάδα που έχει απαγάγει τον επίτιμο πρόξενο. Ξεχωρίζει ο πρώην κληρικός, ο οποίος αναζητεί τον εαυτό του, τον μέσα άνθρωπο, την ίδια του την ιερωσύνη, από την οποία, παρότι απομακρύνθηκε, ουδέποτε την εγκατέλειψε. Και θα την ξαναβρεί στο τέλος του μυθιστορήματος, καθώς θα τελέσει την τελευταία λειτουργία για τους καταδικασμένους σε θάνατο αντάρτες, τον Φόρτναμ και τον γιατρό. Θα τον βοηθήσει η πίστη της γυναίκας του, η οποία δεν παύει να απορεί για τη θεσμική σκληρότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, την άρνησή της να δει τον άνθρωπο πιο πάνω από τα σχήματα.  Ο γιατρός, αυτός που αμαρτάνει χωρίς συνείδηση, βρίσκει στο πρόσωπο του Φόρτναμ τον χαμένο πατέρα του, καθώς όλο το μυθιστόρημα γύρω από αυτό το θέμα περιστρέφεται, την πατρότητα.

Δεν είναι θέμα φυσικής συγγένειας, αλλά θέμα αληθινής οικειότητας. Ο πατέρας δεν είναι μόνο αυτός που αποκτά την ιδιότητα από την κατά σάρκα γέννηση των παιδιών του. Πατέρας είναι ο Θεός. Πατέρας είναι αυτός που αγαπά και συγχωρεί. Πατέρας είναι αυτός που νοιάζεται, όπως ο Φόρτναμ για την γυναίκα του, αυτή που τον απάτησε με τον γιατρό, αυτή που τον παντρεύτηκε για τα χρήματά του, για να μπορέσει να καλύψει τα κενά της ύπαρξής της, χωρίς όμως να αισθάνεται το δέσιμο της καρδιάς. Πατέρας γίνεται ο γιατρός, όταν θα μπει μπροστά στις κάνες των όπλων για να γλιτώσει τον επίτιμο πρόξενο. Πατέρας γίνεται ο πρώην ιερέας, που θα μπει κι αυτός μπροστά στις κάνες των όπλων για να γλιτώσει από τον θάνατο τον γιατρό, αυτόν που μοιράστηκε μαζί του την μόνη αλήθεια που διαρκεί: την αγάπη. Πατέρας θα γίνει για λίγο και ο ρηχός συγγραφέας Σααβέδρα, όταν νιώθει ότι ήρωας γίνεται όχι αυτός που κρατά μια πένα, αλλά αυτός που μπορεί να θυσιαστεί. Την πατρότητα όμως δεν μπορούν να τη ζήσουν οι πολιτικάντηδες, οι γραφειοκράτες, οι συμφεροντολόγοι, αυτοί που η καρδιά τους δεν έχει έγνοια για τον άλλον, αλλά μόνο για το «εγώ» τους.   

Ο Greene, πιστός ρωμαιοκαθολικός χριστιανός, όχι της συνήθειας και της επιφάνειας, αλλά της βαθύτερης αναζήτησης, μέσα από το δυνατό και συναρπαστικό μυθιστόρημά του, θέτει το ερώτημα της μετάνοιας για τις πράξεις της ζωής. Μπορεί να το συνδέει με τη δύναμη και την πίεση του θανάτου, όμως η μετάνοια είναι το τελικό ζητούμενο για τους ήρωές του. Αυτοί που ξεκινούν με την ανάγκη για ικανοποίηση του machismo, που αποδίδεται στα ελληνικά ως «αντριλίκι», καταλήγουν να ζούνε την αγάπη ως νόημα της ζωής τους και ως αληθινό machismo. Μεσολαβεί όμως η μετάνοια, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τη ζωή στην προοπτική της σχέσης με τον Θεό ως πατέρα και αγάπη. Έτσι, ξανανθίζει η ελπίδα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

23 Φεβρουαρίου 2024

2/21/24

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΜΨΗ

                

 Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, στο τελευταίο του μήνυμα εν ζωή, απηύθυνε μια προτροπή: «Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει». Αυτός ο λόγος παραμένει επίκαιρος, όσο ποτέ, στις ημέρες μας. Είναι ο μοναδικός οδοδείκτης που αναφέρεται στη μαρτυρία της Εκκλησίας σήμερα.

Τι κινδυνεύει αληθινά σήμερα; Η επίγνωση της ταυτότητάς μας στο μέλλον. Από την μία αυτό το «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κ. Καραμανλή, το οποίο ουδείς νουνεχής μπορεί να απορρίψει. Μόνο που το ερώτημα έγκειται σε ποια Δύση ανήκουμε; Αυτή του δικαιωματισμού; Της κουλτούρας του εξοστρακισμού;  Του κινήματος WOKE; Ή ανήκουμε στη Δύση που θέτει ως όραμα του ανθρώπου τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του, την καθολική παιδεία, την πρόσβαση στα αγαθά αυτής της ζωής, όχι όμως χωρίς όραμα μεταφυσικό, χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς ενότητα λαών και ανθρώπων; Και οι δύο όψεις του δυτικού κόσμου συνυπάρχουν και συγκρούονται σήμερα μεταξύ τους.

Η απάντηση στην Ευρώπη και στην Αμερική είναι πολιτική. Ο Τραμπ, η Λεπέν, η Μελόνι θεωρητικώς υπερασπίζονται τη Δύση της μεταφυσικής, της χριστιανικής παράδοσης, της απόρριψης της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, στην πραγματικότητα όμως είναι όψεις του συστήματος, που εκτονώνουν τον θυμό των ανθρώπων για ό,τι κινδυνεύει να χαθεί ή ήδη χάθηκε: την αξία του ανθρώπου ως προσώπου. Κι αυτοί στις επιθυμίες στηρίζονται. Στη θεοποίησή τους. Μόνο που καλύπτουν με «χριστιανική» γαρνιτούρα και σε επίπεδο συμβόλων που χρειάζονται, αλλά δεν είναι αρκετά χωρίς βίωση του νοήματός τους, την ανημπόρια να καταθέσουν μία συνολική πρόταση πολιτισμού και ζωής που θα αγγίζει την οικονομία, την παιδεία, την κοινωνία. Από την άλλη, η νομενκλατούρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όσοι την ακολουθούν, έχουν υποκύψει στον δικαιωματισμό, με όριο όχι τη συνείδηση, αλλά τον νόμο που επιτρέπει την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, αρκεί να μην κάνει άμεσα κακό στον άλλο. Η συζήτηση για το νομοσχέδιο του «γάμου» των ομόφυλων ζευγαριών σε γενικές γραμμές έδειξε ποια Δύση έχουν κατά νουν και οι δικοί μας πολιτικοί, όλων των παρατάξεων.

Κι έτσι απομένει η Εκκλησία και κάποιοι λίγοι διανοούμενοι, που μπορούν να κρατήσουν τον λόγο του Αρχιεπισκόπου ζωντανό. Αντίσταση δεν σημαίνει άρνηση της Δύσης. Σημαίνει αγώνας να βρεθεί ένας άλλος τρόπος, ο τρόπος της κοινότητας, της φιλοκαλίας, της προσωπικής ευθύνης, των ορίων. Ο τρόπος της αγάπης που θα αληθεύει όχι στην μονότονη υπεράσπιση των δικαιωμάτων, αλλά στην καλλιέργεια προσωπικοτήτων που θα θεωρούν αυτονόητη την συνύπαρξη που θα στηρίζεται σε αρχές. Που θα νιώθει τι σημαίνει αμαρτία, όχι ηθικολογικά, αλλά ως αποτυχία του ανθρώπου να μοιραστεί, να δώσει και να πάρει αγάπη όχι με κέντρο τον εαυτό του, αλλά με βάση την κοινωνία ως άθροισμα σχέσεων και όχι ως συνεταιρισμό επιθυμιών και συμφερόντων.  Και σχέση σημαίνει να λέω και «όχι» σε ό,τι διαλύει το ιερό, το κανονικό, το αιώνιο. Είναι άλλο να δέχομαι τον αμαρτωλό και να παλεύω μαζί του και άλλο να αμνηστεύω την αμαρτία.

Ανάκαμψη σημαίνει να υπερβώ την προπαγάνδα που κατασκευάζει «αλήθειες» και απορρίπτει με θράσος την μεταφυσική, ενσωματώνοντας μηδενισμό. Ανάκαμψη σημαίνει ανάληψη ευθύνης, ώστε η νέα γενιά να μάθει να σέβεται, να πειθαρχεί, να απορρίπτει την εύκολη δικαιολογία, να συγχωρεί, να αντέχει, να σκέπτεται, να κρίνει, να μοιράζεται, να μη μένει στην εικόνα.

Δύσκολος ο δρόμος. Φαινομενικά χωρίς ελπίδα. Τον χρωστάμε όμως στους εαυτούς μας και στον κόσμο όσοι πιστεύουμε.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 21 Φεβρουαρίου 2024

2/20/24

MASSIMO RECALCATI, “ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΦΙΛΙ”


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 129: MASSIMO RECALCATI, “ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΦΙΛΙ”, μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδόσεις ΚΕΛΕΥΘΟΣ

 

Ο Massimo Recalcati είναι ένας σπουδαίος σύγχρονος Ιταλός ψυχαναλυτής του καιρού μας. Εκτός της επιστημονικής του ιδιότητας, εργασίας και ακαδημαϊκής προσπάθειας, γράφει τα τελευταία χρόνια βιβλία για να φέρει την ψυχανάλυση πιο κοντά στον άνθρωπο, να μας δώσει την ευκαιρία να δούμε βασικά σημεία της ζωής μας μέσα από την προοπτική μιας επιστήμης και τέχνης που σκοπό έχει να ερμηνεύσει την πορεία μας στον σύγχρονο πολιτισμό, να καταδείξει τις ελλείψεις μας, να μας προβληματίσει σχετικά με την διαμόρφωση ενός αξιακού πλαισίου που δεν θα ρυθμίσει απλώς τη συμπεριφορά μας, αλλά θα μας δώσει την ευκαιρία να βρούμε ένα νόημα ζωής για τον εαυτό μας, που με τη σειρά του θα διαμορφώσει την επί γης πορεία μας.

Σ’ ένα εξαιρετικό βιβλίο τσέπης με τίτλο “Κράτα το φιλί- σύντομα μαθήματα για τον έρωτα”, που κυκλοφορείται σε μία εύληπτη και όμορφα γλωσσικώς δοσμένη μετάφραση του Χρήστου Πονηρού από τις εκδόσεις ΚΕΛΕΥΘΟΣ ο Recalcati καταγράφει επτά τηλεοπτικές εκπομπές-διαλέξεις που έδωσε πριν τον κορωνοϊό σχετικά με τον μάλλον απόντα από τις ζωές μας έρωτα. Τίτλοι των κεφαλαίων είναι οι εξής: Η υπόσχεση, η επιθυμία, τα παιδιά, προδοσίες και συγχώρεση, η βία, χωρισμοί, ο έρωτας που διαρκεί. Αντί για τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ο Recalcati μας μιλά για τις επτά καταστάσεις που περιγράφουν την εμπειρία του έρωτα, δείχνοντάς μας ότι ο κόσμος δεν μπορεί να έχει νόημα χωρίς αυτόν, ότι χρειάζεται κόπος και υπερνίκηση του εγώ μας για να δει κάποιος τον έρωτα ως πηγή ζωής, δημιουργίας, μοναδικότητας αισθημάτων και αφετηρία ευτυχίας. Κυρίως όμως να κάνει τον αγώνα του ώστε ο έρωτας να μην είναι φλόγα, αλλά διάρκεια, να κρατήσει για πάντα, όσο κι αν αυτό φαίνεται ουτοπία. Τα κείμενα διανθίζονται από αποσπάσματα εκ του στοχασμού του Λακάν, του Φρόιντ, του Ρολάν Μπαρτ, από ποιήματα του Νερούδα, του Χάντκε και την “Οδύσσεια” του Ομήρου, από ψήγματα ιταλικής λογοτεχνίας, δείγμα ότι ο συγγραφέας συγκρίνει τις γνώσεις, τις εμπειρίες, τις εξομολογήσεις των θεραπευομένων του με το πιο γόνιμο κομμάτι της κοσμικής μας ζωής που είναι η τέχνη και ομορφαίνει συμπληρώνοντας εκπληκτικά τη δύναμη των στοχασμών του. 

Σημειώνουμε, χωρίς παραπομπές σε σελίδες, ορισμένα σημεία των θέσεων του Recalcati: “ο έρωτας προσφέρεται ως έκπληξη”. Κλειδί το βλέμμα, η ματιά. Δεν βλέπουμε την τελειότητα του σώματος του όποιου άλλου, αλλά το ελάττωμα. Η γοητεία της συνάντησης εμπεριέχει το μυστήριο: γιατί μ’ αυτόν; γιατί μ’ αυτήν; Ο έρωτας είναι για το όλο και συχνά συνοδεύεται από τη συνάντηση με τον τοίχο αυτού που δεν αφομοιώνεται ή δεν κατέχεται. 

Η χαρά του έρωτα είναι να μας προσδοκούν. Η σεξουαλική επιθυμία δεν γεννά τον έρωτα. Αντίθετα, ο έρωτας, η αναγνώριση του αναντικατάστατου του αγαπημένου προσώπου, όταν ενώνεται με την επιθυμία και δεν διαχωρίζεται από αυτήν, μπορεί να καταστήσει δυνατή τη συνάντηση των Δύο. Το σώμα του άλλου στον αληθινό έρωτα είναι βιβλίο για να το διαβάσεις και όχι αντικείμενο για να απολαύσεις απρόσωπα.

Το παιδί, όταν έρχεται αναπνέει τον έρωτα ή τον μη έρωτα αυτών που το έφεραν στον κόσμο (απίστευτα επίκαιρη παρατήρηση για τον νέο τραγικό θεσμό της παρένθετης μητέρας). Οι Δύο ολοκληρώνουν την αποστολή τού να είναι ο δικός τους κόσμος του έρωτα με τον ερχομό του παιδιού. Η μητέρα δεν πρέπει να είναι ποτέ “όλη μητέρα”, αλλά να είναι και γυναίκα.

Η ζήλια μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε βίαιες πράξεις, για να επιβεβαιωθεί η κατοχή του άλλου. Δεν συγχωρούμε γιατί ξεχνούμε, αλλά μπορούμε να ξεχάσουμε μόνο αν έχουμε συγχωρέσει. Μία προϋπόθεση υπάρχει για να επιτευχθεί η συγχώρεση: η αποδοχή της ατέλειας του Άλλου ως μια μορφή της δικής μας ατέλειας.

Ο έρωτας γίνεται δημιουργικός όταν δεν θέλω η κατοχή του αγαπημένου μου προσώπου να αποκλείει την ελευθερία του. Αγαπώ σημαίνει παλεύω να καταλάβω τον φευγαλέο και άπιαστο χαρακτήρα του άλλου. Ο βίαιος άντρας κρύβει μέσα του έναν σαδιστή παιδαγωγό, που θα ήθελε να εξηγήσει στη γυναίκα πώς πρέπει η αγάπη και ο έρωτάς της να συμπίπτουν με την υποδούλωσή της.

 “Στον θάνατο ενός έρωτα τελειώνει και ο κόσμος των Δύο, των αντικειμένων τους, των τελετουργιών τους, των αναμνήσεων, των ταξιδιών τους, των μερών όπου πήγαιναν για φαγητό μαζί, των βιβλίων τους, των σπιτιών τους, της ένωσης των σωμάτων τους, της ίδιας τους της ζωής, γιατί η ύπαρξη του έρωτα ήταν αυτό που έδινε νόημα σε αυτόν τον κόσμο που τώρα πια δεν υπάρχει”. Ο χωρισμός είναι ένας διαμελισμός. Στην εποχή μας ο λόγος του καπιταλιστή ενθαρρύνει την μανιακή λύση του πένθους: όταν πεθάνει μια αγάπη, πρέπει να την αντικαταστήσουμε αμέσως με μιαν άλλη, χωρίς αναδίπλωση στον εαυτό, που μοιάζει εργασία αναχρονιστική. Το μίσος μετά τον χωρισμό είναι η καταστροφή της εικόνας του άλλου, κάποτε και της ίδιας του της ζωής. 

“Ο έρωτας είναι το Καινούργιο μέσα στο Ίδιο”, τονίζει ο Recalcati. Αυτή η εμπειρία είναι και ο έρωτας που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο. Κάθε λειτουργία, κάθε μεταλαβιά, κάθε προσευχή, κάθε γιορτή, κάθε μετάνοια είναι το Καινούργιο μέσα στο Ίδιο. Αυτός είναι και ο έρωτας που καλείται να προσφέρει ο άνθρωπος τόσο στον Θεό, όσο και στον συνάνθρωπο. Ίσως η απόφαση για πιστότητα, για εμπιστοσύνη, για αγώνα υπέρβασης της επιθυμίας για αλλαγή που γίνεται ο πειρασμός σε μια σχέση στην οποία ο έρωτας δεν είναι η προτεραιότητα, αλλά άλλοι λόγοι, όπως απωθημένα, υπέρβαση μοναξιάς, σεξουαλική επιθυμία, να βγω από την ανία μου, να ικανοποιήσω προσδοκίες άλλων, να μη χάσω την οδό του “έτσι κάνουν όλοι”, να είναι η αφετηρία όταν συναντηθούμε με τον έρωτα, να θέλουμε όχι να καεί, αλλά να διαρκέσει.

Εξαιρετικό το βιβλίο του Recalcati. 

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

20 Φεβρουαρίου 2024


2/16/24

Η ΘΥΓΑΤΗΡ ΑΥΤΗΣ

 

«Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης». Ματθ. 15, 28

«Κι ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα γιατρεύτηκε ἡ θυγατέρα της». 

Μια μάνα, καταγόμενη από τη Χαναάν, όντας ειδωλολάτρισσα, πλησιάζει τον Χριστό σε έναν τόπο ειδωλολατρικό. Εκείνη την εποχή οι γυναίκες συνήθως δεν κυκλοφορούσαν μόνες τους, αν δεν είχαν παντρευτεί. Φαίνεται πως η Χαναναία ήταν χήρα, διότι πουθενά δεν γίνεται λόγος για τυχόν άντρα της. Η στάση των μαθητών του Χριστού μάλιστα, όπως φαινομενικά και του ίδιου του Χριστού στην αρχή, όταν η γυναίκα αυτή κραυγάζει ζητώντας τη βοήθειά του διότι η κόρη της ήταν δεινώς δοκιμαζόμενη είτε από δαιμονική επίδραση είτε από ασθένεια που την απέδιδαν στον πειρασμό, ήταν περιφρονητική. Δεν ήταν μόνο η ειδωλολατρική της πίστη. Ήταν και ότι ως γυναίκα ζητούσε να ακουστεί σε έναν κόσμο ανδρών, σε έναν κόσμο όπου μόνο αν η γυναίκα ήταν υποταγμένη και αντλούσε το όποιο δικαίωμα λόγου από τον άντρα, είχε τη δυνατότητα να υπάρχει κοινωνικά.

Η Χαναναία επικαλείται τρεις ιδιότητες, για να δικαιολογήσει εμμέσως πλην σαφώς το διάβημά της έναντι του Χριστού. Πρώτα, το ανοιχτό πνεύμα της που φαίνεται από το γεγονός ότι χαρακτηρίζει τον Χριστό ως Υιό του Δαβίδ, κάτι που αποδεικνύει πως ήταν άνθρωπος αναζήτησης. Παρότι ειδωλολάτρισσα, γνώριζε τι πίστευαν οι Ιουδαίοι. Αυτό σημαίνει ότι συνυπήρχε με τις γυναίκες των Ιουδαίων της περιοχής και είχε γνωρίσει την πίστη και τις παραδόσεις τους, ιδίως τις μεσσιανικές. Καίτοι σε άλλο θρησκευτικό στρατόπεδο,  δεν έβλεπε τη ζωή κλειστά, μονομερώς, με το αίσθημα της αυτάρκειας που η θρησκευτική πίστη αναπόφευκτα γεννά.

 Η δεύτερη ιδιότητα είναι ότι είναι μάνα. Αναλαμβάνει την αποστολή να υπερβεί τις συμβάσεις της εποχής για τις γυναίκες, διότι πιο πολύ από την εικόνα της την ενδιαφέρει η ίαση της κόρης της. Η ιδιότητα της μητέρας την κάνει να υπερβαίνει προκαταλήψεις και φόβους. Για μια μάνα, σημασία έχει το παιδί της και όχι το δικό της «εγώ». Μόνο όποια γυναίκα έχει ζήσει και ζει την ιδιότητα της μητρότητας μπορεί να νιώσει τον πόνο της μάνας για το παιδί της που κινδυνεύει. Και είναι ικανή η μάνα να κάνει τα πάντα για το παιδί της.

Η τρίτη ιδιότητα είναι η βεβαιότητα της καρδιάς της ότι ο Χριστός είναι, εκτός από Υιός Δαβίδ, Εκείνος που έχει τη δυνατότητα να γιατρέψει το παιδί της. Είναι ο απεσταλμένος του Θεού που έχει και την αγάπη για τους ανθρώπους και τη δύναμη να τους γιατρέψει. Και για να λάβει τη δωρεά αυτή, είναι αποφασισμένη να δεχτεί κάθε ταπείνωση και απόρριψη. Γυναίκα δυνατή και δυναμική. Γυναίκα ταπεινή, όχι όμως για να κλειστεί στον εαυτό της, αλλά για να μη λυγίσει στις δοκιμασίες, καθώς γνωρίζει ότι τον τελικό λόγο τον έχει ο Θεός. Και είναι ξεκάθαρο πως η γυναίκα αυτή, τη στιγμή του διαλόγου με τον Χριστό, εγκαταλείπει οριστικά τον κόσμο της ειδωλολατρίας, διότι νιώθει πως ο Χριστός είναι ο Θεός. Και δεν είναι από συμφέρον πλέον αυτή η νέα ταυτότητα που σχηματίζει για τον εαυτό της, αλλά μία νέα πορεία που πηγάζει από τη σχέση της με τον Χριστό.

Η θυγατέρα της Χαναναίας γιατρεύεται. Ο Χριστός βλέπει την ανοιχτή καρδιά της μάνας, βλέπει την αγάπη της μάνας που νικά κάθε φόβο, βλέπει την δύναμη της πίστης της μάνας που την καθιστά και παιδί και κυνάριο του Θεού. Και δείχνει στους μαθητές Του και σε όλους εμάς ότι ο Θεός δεν κλείνει τ’ αυτιά Του σε όσες και όσους είναι έτοιμοι να δοθούν στην αγάπη Του.

Ζούμε σε καιρούς, στους οποίους η καρδιά μας δεν είναι ανοιχτή να γνωρίσουμε τους άλλους, τι πιστεύουν και τι θέλουν. Ζούμε σε καιρούς στους οποίους και οι άλλοι, ιδίως όσοι ασπάζονται έναν νέο ειδωλολατρικό τρόπο σκέψης και ζωής, όπως αυτός εκφράζεται από την άρνηση του Θεού, δεν θέλουν να γνωρίσουν τι πιστεύουμε οι χριστιανοί και σε Ποιον πιστεύουμε. Ζούμε σε καιρούς στους οποίους η απαίτηση από τον Θεό να μας δώσει κατά το θέλημά μας είναι δεδομένη, καθώς πηγάζει από έναν νου που έχει κατασκευάσει σχήματα για τον Θεό και όχι από καρδιά ταπεινή. Ζούμε σε καιρούς στους οποίους η ιδιότητα της μάνας για τη γυναίκα έχει μπει στην άκρη και δεν είναι προτεραιότητα. Σε καιρούς στους οποίους για τον κόσμο η ιδιότητα της μάνας, που συνδέεται άμεσα με το παιδί και τη σχέση μαζί του, δείχνει να έχει υποχωρήσει στη λογική του δικαιώματος το παιδί να είναι προέκταση του εαυτού μας και όχι δώρο αγάπης και αφόρμηση θυσίας. Σ’ αυτούς τους καιρούς λοιπόν ας διδαχθούμε από τη Χαναναία. Είναι πολύτιμη υπενθύμιση μιας οδού που φέρνει αληθινή λύτρωση και ζωή, καθώς περνά από Αυτόν που είναι η Ζωή. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

18 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή ΙΖ’ Ματθαίου - της Χαναναίας

           

 

2/14/24

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

            

    Παρακολουθώντας σύγχρονες τηλεοπτικές σειρές, κυρίως από την Αμερική, βλέπουμε μία συστηματική απόπειρα προβολής του ομοφυλόφιλου έρωτα ως αυθεντικής πηγής ευτυχίας. Είδαμε την σειρά The Last of Us, μία δυστοπική περιγραφή ενός κόσμου που βγαίνει από μια πανδημία, η οποία καταστρέφει το μυαλό του ανθρώπου, αφήνοντας πίσω ελάχιστους που καταφέρνουν να επιβιώσουν από τις επιθέσεις των ζωντανών-νεκρών ως προς το μυαλό. Κεντρικοί ήρωες ένα νέο κορίτσι, το οποίο έχει ανοσία στον ιό, κι ένας μέσης ηλικίας άνθρωπος που αναλαμβάνει να γίνει στην πραγματικότητα πατέρας γι’  αυτήν και να την μεταφέρει σε ένα ερευνητικό κέντρο, όπου υπάρχει η δυνατότητα να παραχθεί φάρμακο από το αίμα της, που θα σώσει τους υπόλοιπους ανθρώπους, οδηγώντας την ίδια στον θάνατο.

Η σειρά, προερχόμενη από βιντεοπαιχνίδι επιβίωσης, είναι εξαιρετική ως προς τους συμβολισμούς της.   Ο ιός, αποτέλεσμα μετάλλαξης από έργα ανθρώπινα, καταστρέφει το μυαλό του ανθρώπου, αυτό που καταναλώνει, που δεν αφήνει περιθώρια για ποιότητα ζωής, για αγάπη και συναισθήματα, και καθιστά τον ξενιστή του επιθετικό τόσο πολύ, ώστε ένα άγγιγμα να είναι αρκετό σε 24 ώρες να διαλύσει το όποιο θύμα και να το μεταμορφώσει σε σκλάβο ως προς τον νου, έτοιμο να μεταδώσει θάνατο. Αυτός είναι δυστοπικά ο κόσμος μας. Αυτός στον οποίο δεν χωρά η αγάπη, αυτός ο οποίος λειτουργεί στην προοπτική του βολέματος, που περιμένει από την επιστήμη τα πάντα, αλλά είναι ανίκανος να μοιραστεί. Αυτός ο κόσμος προϋποθέτει θάνατο, για να λάβει ζωή. Όμως ο θάνατος δεν είναι βέβαιο ότι θα σώσει όλους, καθώς η χρήση του αντιδότου δεν είναι απαραίτητο ότι θα συμπεριλάβει τους πάντες. Σίγουρα θα δοθεί στους εκλεκτούς, στους «επαναστάτες»,  αυτούς που έχουν διαχωρίσει τη θέση τους από την παγκόσμια τάξη των πραγμάτων, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς είτε για άλλους ιδεολογικούς λόγους. Και σίγουρα αυτοί δεν έχουν ως βάση τους την αγάπη, όπως δείχνουν οι διάφορες σέκτες τις οποίες συναντούν ο άντρας και το κορίτσι, οι δύο ήρωες.

Αξιοσημείωτο όμως είναι το επεισόδιο στο οποίο απεικονίζεται το μόνο αληθινά ευτυχισμένο ζευγάρι της σειράς. Είναι δύο άντρες, οι οποίοι συζούν, παρότι ο ένας ήταν κλεισμένος σε ένα σπίτι φρούριο μιας ερειπωμένης πόλης. Σταδιακά γνωρίζονται και ερωτεύονται, μέχρι που θα πεθάνουν μαζί. Οι σεναριογράφοι της σειράς φρόντισαν, στα πλαίσια της εξοικείωσής μας με τον νέο κόσμο που πλέον τείνει να εγκαθιδρυθεί, τον κόσμο του δικαιώματος σε όλα, να μας παρουσιάσουν τον ομοφυλόφιλο έρωτα ως απάντηση στην ανάγκη για γνησιότητα.

Ο έρωτας όμως δόθηκε στον άνθρωπο για να μοιραστεί το σώμα και την ψυχή του στην συμπληρωματικότητά τους. Δεν είναι απλή φιλία. Δεν είναι μόνο η συντροφικότητα. Είναι και η ένωση που γεννά ζωή. Κι αυτό το παραθεωρούν οι σύγχρονες δημιουργίες, οι οποίες προσπαθούν να απομονώσουν τον έρωτα από τη συνολική λειτουργία του ανθρώπου. Ο έρωτας είναι υπέρβαση του δικαιώματος  της αυτόνομης ύπαρξης, ακριβώς γιατί γεννιέται μαζί με τον πόθο για τοκετό στο αγαθό, το οποίο ταυτίζεται σίγουρα και με τη  γέννα του παιδιού, χωρίς να εξαντλείται σ’ αυτό.   

Αυτούς τους δρόμους οι σειρές που απευθύνονται κυρίως στους νεώτερους έχουν πάψει να τα θέτουν.  Αντίθετα, υπηρετούν τα νέα ιδεολογήματα που κυριαρχούν σταδιακά στη ζωή μας. Λύση δεν είναι ο στρουθοκαμηλισμός, αλλά η κριτική τοποθέτηση, όπως και σε όλα τα σύγχρονα θέματα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 14 Φεβρουαρίου 2024

 

2/9/24

ΔΟΤΕ ΤΩ ΕΧΟΝΤΙ ΤΑ ΔΕΚΑ ΤΑΛΑΝΤΑ

 «Ἄρατε οὖν ἀπ' αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα· τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται· ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ» (Ματθ. 25, 28-29)

«Πάρτε του, λοιπόν, το τάλαντο και δώστε το σ’ αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα. Γιατί σε καθέναν που έχει, θα του δοθεί με το παραπάνω και θα ’χει περίσσευμα· ενώ απ’ όποιον δεν έχει, θα του πάρουν και τα λίγα που έχει». 

            Ξεχωριστή αληθινά η παραβολή των ταλάντων, την οποία αφηγείται ο Κύριος στους μαθητές του λίγο πριν το σωτήριο Πάθος Του. Οι περισσότεροι ίσως μένουμε στον φόβο για τη στάση του δούλου που έλαβε το ένα τάλαντο και το έκρυψε. Όμως πάντοτε υπάρχουν και οι δύο άλλοι δούλοι: ο ένας που έλαβε πέντε τάλαντα και τα έκανε με τον κόπο του δέκα, και ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα και τα έκανε με τον κόπο του τέσσερα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Χριστός χωρίζει τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες. Οι δύο, η πλειοψηφία δηλαδή, εργάζονται, αξιοποιούν ό,τι τους δόθηκε. Ο ένας, η μειοψηφία δηλαδή, κρύβει αυτό που του χαρίστηκε και το επιστρέφει με αχαριστία προς τον ευεργέτη του. Το κακό βεβαίως ελκύει. Προκαλεί την προσοχή μας. Και εκεί μένουμε συνήθως στην ανάγνωση της παραβολής. Να μη μοιάσουμε στον πονηρό και τεμπέλη δούλο. Κι αυτός όμως έλαβε. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Ο Θεός δε λειτουργεί με το κριτήριο της ισότητας στην ποιότητα. Λειτουργεί όμως με το κριτήριο της αγάπης που δίνει στον καθένα ό,τι μπορεί να αντέξει. Κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο πώς σκέπτεται ο Θεός και πώς οι άνθρωποι, οι οποίοι νομίζουμε ότι αν λάβουμε τα ίσα, αυτό είναι δικαιοσύνη. Για τον Θεό δικαιοσύνη είναι ό,τι κι αν έχουμε λάβει, γιατί κανέναν δεν λησμονεί, να το αξιοποιήσουμε.

            Ο Χριστός κλείνει την παραβολή με μια φαινομενική αδικία. Ενώ στη χαρά του Κυρίου θα συμμετάσχουν και ο δούλος με τα δέκα τάλαντα και ο δούλος με τα τέσσερα τάλαντα, εντούτοις το ένα τάλαντα που έμεινε αναξιοποίητο δεν μοιράστηκε στη μέση, αλλά δόθηκε αποκλειστικά σ’ εκείνον που είχε από την αρχή πλεονέκτημα και εργάστηκε κάνοντας τα πολλά περισσότερα. Προφανώς κι αυτός που έχει πολλά και τα διπλασιάζει, έχει ανάγκη να εργαστεί ταυτόχρονα σε περισσότερα μέτωπα. Ο κόπος του είναι μεγαλύτερος, όχι απαραίτητα σωματικά, όσο διανοητικά, πνευματικά, ψυχικά. Αυτός που έχει λάβει πολλά, έχει περισσότερες ευθύνες γιατί καλείται να τα διαχειριστεί όλα. Επομένως, δεν είναι ζήτημα αδικίας ή ισότητας πάλι. Η δικαιοσύνη του Θεού έχει να κάνει με την αναγνώριση του ψυχικού κόπου εκείνου που είχε πολλά μέτωπα ανοιχτά. Και τα μέτωπα δεν έχουν να κάνουν μόνο με τον εαυτό του. Έχουν να κάνουν και με τους ανθρώπους. Διότι τα τάλαντα δεν πολλαπλασιάζονται ατομοκεντρικά. Χρειάζονται κοινωνία, κοινότητα. Όποιος εργάζεται, θα γευτεί απόρριψη. Ο κόπος φέρει λύπη. Φέρει συγκρούσεις, ακόμη κι αν αυτός που κοπιάζει, δεν τις επιθυμεί.

            Οι συγκρούσεις έρχονται επειδή υπάρχουν διάφορες αντιμετωπίσεις στη ζωή. Οι άνθρωποι δεν μένουμε ήσυχοι, τόσο από τις επιδράσεις του διαβόλου, όσο και από το δικό μας «σαρκικό φρόνημα», δηλαδή από τον παρασυρμό μας από την καθημερινότητα. Πώς να ασκήσεις τα δώρα του Θεού, που έχουν να κάνουν με τα χαρίσματα της εικόνας σου, την αγάπη, την ελευθερία, τη δημιουργικότητα, το λογικό, την ικανότητα του  άρχειν, τη συνείδηση, όταν η συνεννόηση δεν είναι εύκολη; Όταν αυτό που ζητάς να δώσεις από την καρδιά σου βρίσκει τοίχο; Όταν ο φθόνος των ανθρώπων έρχεται να σε θλίψει; Όταν η αδιαφορία και η αντίθεση στην καλοσύνη και στην αγάπη, γεννά ματαιώσεις; Δεν είναι καθόλου εύκολος ο δρόμος των ταλάντων. Όμως έχει τη χαρά του τέλους. Τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επανέλθει. Ότι θα δώσεις λόγο για ό,τι σου δόθηκε και ο κόπος δε θα πάει χαμένος.

            Σ’ αυτόν που έλαβε τα πέντε τάλαντα και τα έκανε δέκα του δόθηκε και το τάλαντο του οκνηρού και πονηρού δούλου. Όχι γιατί το είχε ανάγκη, αλλά γιατί ο Χριστός υπενθυμίζει μια μεγάλη αλήθεια. Πως όταν παλεύεις, όταν δε λυγίζεις, όταν κάνεις αυτό που περνά από το χέρι σου, ώστε τα πνευματικά αγαθά, οι αρετές να αυξηθούν, επειδή είσαι ευγνώμων σ’ Αυτόν που σου έδωσε, αλλά και νιώθεις ότι χωρίς εργασία και κόπο η ζωή είναι άνευ νοήματος, απλά μια αναμονή του τέλους, τότε θα έχεις περίσσεια στη χαρά. Διότι μπορείς να εισέλθεις εκεί όπου βρίσκεται ο Κύριός σου. Όχι ως δούλος πλέον, αλλά ως υιός. Μόνο τα παιδιά νιώθουν τη χαρά του πατέρα τους. Και ο πατέρας αναγνωρίζει τον κόπο τους. Και η περίσσεια είναι σημάδι ανοιχτωσιάς, γενναιόδωρης αγάπης, αλλά και υπόδειξη ότι κοντά στον Θεό υπάρχει πλούτος χάριτος και ελέους και την ίδια στιγμή πλούτος δωρεών.

            Ας χαρούμε με τη χαρά των αγίων. Κι ας εισέλθουμε κι εμείς στη χαρά του Χριστού, στη ζωή της Εκκλησίας, όπου καλούμαστε να αξιοποιήσουμε τα τάλαντά μας.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

11 Φεβρουαρίου 2024

Κυριακή ΙΣΤ’ Ματθαίου- Των ταλάντων