6/25/22

ΠΕΡΙΗΓΕΝ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΓΑΛΙΛΑΙΑΝ


«Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» 
(Ματθ. 4, 23)

«Ὁ ᾿Ιησοῦς περιόδευε ὅλη τὴ Γαλιλαία. Δίδασκε στὶς συναγωγές τους, κήρυττε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ γιάτρευε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἀδυναμία» 

            Μετά τη Κυριακή των Αγίων Πάντων, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει πως όλα όσα είδαμε να συμβαίνουν την περίοδο του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου προϋποθέτουν πλέον την δική μας συμμετοχή. Όλα ξεκινούν από την αρχή και πάλι μέσα στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Και δεν είναι τυχαίο το ευαγγελικό ανάγνωσμα που μάς δίδεται για να κατανοήσουμε αυτή την μεγάλη αλήθεια.

Μετά την βάπτισή Του ο Χριστός ξεκίνησε το απολυτρωτικό Του έργο στον κόσμο. Η πρώτη Του κίνηση, πριν απευθυνθεί στους ανθρώπους, ήταν να καλέσει εκείνους που θα Τον συντρόφευαν στο έργο αυτό: τους δώδεκα μαθητές. Είναι σημαντικό το στοιχείο αυτό. Ο Θεάνθρωπος είχε την δύναμη να κάνει ό,τι ήθελε, να μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων χωρίς  και την φυσική παρουσία Του ακόμη. Δεν το έπραξε. Ακολούθησε την οδό του καθένα που θέλει να στείλει ένα μήνυμα. Επικοινωνεί και καλεί. Δεν είναι μόνο η πρόβλεψη για μετά την Ανάληψη. Είναι και ότι κάθε έργο χρειάζεται όχι μόνο ηγέτη, αλλά και συνεργάτες. Έτσι είναι τα ανθρώπινα. Και ο Χριστός, εκτός από τέλειος Θεός, είναι και τέλειος άνθρωπος.

           Υπάρχει όμως και κάτι άλλο αξιοσημείωτο. Ο Χριστός περιόδευε σε όλη την Γαλιλαία. Δεν ξεκίνησε από την πρωτεύουσα του Ισραήλ, την Ιερουσαλήμ, εκεί όπου η θρησκευτική ηγεσία θεωρούσε δεδομένη την καθοδήγηση των ανθρώπων με την δική της παρουσία, επίβλεψη και εξουσία. Ξεκίνησε από μία περιοχή στην οποία το θρησκευτικό στοιχείο δεν ήταν ενιαίο. Υπήρχαν και Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες.  Υπήρχαν «άγιοι» και αμαρτωλοί. Πιστοί στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης και πολλοί που δεν είχαν καμία σχέση μ’ Εκείνον, αλλά λάτρευαν τα είδωλα, δηλαδή τους ψεύτικους «θεούς» που ο νόμος του Μωυσή ρητά απαγόρευε την όποια πίστη σ’ αυτούς. Δεισιδαίμονες άνθρωποι, που ακολουθούσαν διάφορες δοξασίες, αλλά και μεικτοί γάμοι, που απειλούσαν την καθαρότητα του ισραηλιτικού λαού. Η πρωτεύουσα περιφρονούσε την Γαλιλαία. Αλλά και οι μαθητές που διάλεξε ο Χριστός Γαλιλαίοι ήταν. Δεν διάλεξε δηλαδή ο Κύριος πρόσωπα που θα ακολουθούσαν την επίσημη θρησκευτική τάξη, αλλά ανθρώπους που η στάση της θρησκευτικής ηγεσίας έναντί τους θα ήταν υποτιμητική. «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη» (Α’ Κορ. 1, 27).

            Τι σχέση έχουν αυτά με την σημερινή πραγματικότητα;

          Πρώτα, ας κρατήσουμε το γεγονός ότι το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν είναι μήνυμα για λίγους, αλλά για όλους. Ας μην οχυρωνόμαστε πίσω από την όποια θρησκευτική μας αυτάρκεια, ας μην νομίζουμε ότι επειδή γνωρίζουμε, ή οδός της Βασιλείας είναι για μας και για όσους μας μοιάσουν. Ο Χριστός συχνά διαλέγει αυτούς που δεν περιμένει κανείς. Χρέος των χριστιανών είναι να δώσουμε μαρτυρία πίστης, ανάστασης, αγάπης όπου και όσο μπορούμε. Και ας μην κρατάμε με απολυτότητες και βεβαιότητες κλειστή την πόρτα του ουρανού για τους άλλους, διότι είναι «αμαρτωλοί», «χαλασμένοι», «ακάθαρτοι», δεν είναι σαν κι εμάς.

      Δεύτερον, ότι σε κάθε εποχή δεν έχει σταματήσει, ούτε θα σταματήσει η κλήση του Θεού στους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν. Δεν υπάρχουν «χαλασμένες»  εποχές. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι δεκτικοί και άλλοι όχι. Δεν κάνει η εποχή τον άνθρωπο. Μπορεί να τον επηρεάζει, αλλά ο Θεός επιτρέπει να γεννιόμαστε σε συγκεκριμένους χρόνους. Δεν ωφελεί λοιπόν ούτε η μεμψιμοιρία, ούτε οι οιμωγές ότι «τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι ήταν καλύτεροι» και να γυρίσουμε πίσω. Η Εκκλησία που σκέφτεται με κριτήριο το χτες, έχει χάσει το σήμερα και έχει υπονομεύσει το αύριο, κατά άνθρωπο, γιατί ο Θεός μπορεί όλα να τα αλλάξει. Όμως, το ότι ο Χριστός κάλεσε τους ανθρώπους του καιρού Του να τον συντροφεύσουν στον αγώνα του Ευαγγελίου μάς δείχνει ότι η πίστη είναι δώρο που υπερβαίνει τον χρόνο, τις συνθήκες, τα προτερήματα και τα ελαττώματα. Είναι κλήση προσωπική και ελεύθερη. Και ο Χριστός δεν εμφανίζεται μαγικά στον κόσμο, αλλά μέσα από τους ανθρώπους. Θα είμαστε άραγε δεκτικοί στο κάλεσμά Του;

            Και τρίτον, οι μαθητές είπαν το μεγάλο ΝΑΙ σ’  αυτό που τους ζήτησε ο Χριστός. Έβαλαν προτεραιότητα το πρόσωπό Του και την αποστολή που τους ζήτησε να αναλάβουν κοντά Του και άφησαν, με απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον, το έργο της επιβίωσης.  Η σχέση θέλει θυσία. Θέλει παραίτηση. Θέλει εμπιστοσύνη. Αν αυτό ισχύει στα μεταξύ μας ανθρώπινα, πόσο μάλλον στην σχέση μας με τον Θεό. Όμως η παραίτηση δεν φέρνει λύπη, αλλά χαρά. Είναι το όμορφο, παράδοξο και ευλογημένο νόημα της συνάντησης με τον Χριστό.

            Ας ζήσουμε αυτήν την συνάντηση στους καιρούς μας. Δεν έχει σημασία σε ποιον πολιτισμό ζούμε. Ας γνωρίζουμε τα στοιχεία του, αλλά δεν είναι αυτός που θα μας σώσει ή θα μας συντρίψει. Η αγάπη του Χριστού είναι η οδός της σωτηρίας, η οδός της καλής αλλοίωσης, η οδός που οδηγεί τον καθέναν μαζί με άλλους στην χαρά μιας ζωής με νόημα, μιας ζωής με άλλη ποιότητα και προοπτική. Χωρίς φόβο ας προχωρήσουμε στον κόσμο αυτό και ας δοξάσουμε τον Θεό που όχι μόνο επιτρέπει, αλλά έρχεται να μας συναντήσει, τον καθέναν μέσα από άλλους, που μας φέρνουν άλλοτε με λόγο, άλλοτε με έργα, άλλοτε με σιωπή, πάντοτε όμως με αγάπη, το μήνυμα της βασιλείας των ουρανών. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

26 Ιουνίου 2022

Β’ Ματθαίου

6/21/22

ΜΕ ΑΔΙΚΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΦΤΑΣΕΙΣ

 

“Είναι αδύνατον να οργιστεί κανείς εναντίον του πλησίον, αν πρώτα δεν υπερηφανεύεται εσωτερικά απέναντί του και αν δεν τον περιφρονήσει και αν δεν θεωρήσει τον εαυτό του καλύτερο από εκείνον” (αββάς Δωρόθεος)

Όταν ο λογισμός στις ανθρώπινες σχέσεις θεριεύει, οι συγκρούσεις και ο διχασμός έρχονται αναπόφευκτα. Μπορεί ο εκκοσμικευμένος πολιτισμός μας να μην δέχεται ότι υπάρχει διάβολος, ότι υπάρχει το πνεύμα του πονηρού, αυτό είναι εμφανές όμως ότι δεν ισχύει, όταν διαπιστώνουμε πως η καρδιά μας είναι διασπασμένη απέναντι στον άλλον. Η σκέψη μας τροφοδοτείται από δύο κυρίως λογισμούς, που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Ο ένας είναι ότι ο άλλος δεν μπορεί να μας φτάσει στις ικανότητες, στην προσφορά, στα δεδομένα που δικαιούμαστε και, επομένως, έχουμε κάθε δίκιο να θυμώνουμε, ακόμη και να οργιζόμαστε μαζί του, διότι δεν μας νιώθει. Ο άλλος λογισμός έχει να κάνει με το αίσθημα της αδικίας που αισθανόμαστε ότι υφιστάμεθα από αυτόν. Και η αδικία γίνεται πάλι θυμός, κάποτε και με τις επιλογές μας, κάποτε μόνο με τον άλλον. 

Ας το δούμε αυτό και στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά. 

Οι γονείς θυμώνουν με τα παιδιά, διότι τα θεωρούν έτσι κι αλλιώς ανώριμα, ότι χρειάζονται την προστασία τους, και, την ίδια στιγμή, αχάριστα, διότι δεν εκτιμούν κόπους, θυσίες, χρήματα. Όσο τα παιδιά επικαλούνται, ιδίως στην εφηβεία, δικαιώματα, οι γονείς αισθάνονται φόβο για την ελευθερία τους και το πώς θα την διαχειριστούν και ότι πλέον οι μεγάλοι δεν έχουν λόγο στην ζωή των μικρότερων, με αποτέλεσμα ένα κεκαλυμμένο παράπονο να γίνεται θυμός. Δεν αποκλείεται οι νεώτεροι να έχουν αποτύχει να χτίσουν γέφυρες εμπιστοσύνης με την συμπεριφορά τους, ιδίως με την αδυναμία τους να διαχειριστούν σωστά τον χρόνο τους, όπως επίσης και όταν παρασύρονται από τις παρέες τους και δεν καταλαβαίνουν ότι οι γονείς τους έχουν τις ανησυχίες τους. 

Τα παιδιά, πάλι, έχουν κι αυτά το ίδιον θέλημα. Ένας χαρακτήρας που βαριέται εύκολα ή βρίσκει διεξόδους στα gudget του σήμερα θα είναι πιθανόν σε ρήξη με τους γονείς και τους δασκάλους που θα ήθελαν να διαβάζει. Το χάσμα των γενεών, άλλωστε, δεν έπαψε να υφίσταται, μόνο που η αμφισβήτηση προς τους μεγαλύτερους δεν είναι φανερή, αλλά οι αντιστάσεις είναι κρυφές. Η επιθυμία, εξάλλου, των παιδιών να αισθανθούν ότι το μεγάλωμά τους, η νέα τους ταυτότητα γίνεται αποδεκτή, μέσα στις πολλές δοκιμές της, ή, τουλάχιστον, το πρόσωπό τους δεν καθίσταται απορριπτέο, φέρνει το αίσθημα ότι οι γονείς τα αδικούν, διότι δεν τα καταλαβαίνουν. Ο συνδυασμός, έκφραση ενός απαραίτητου, όχι όμως πάντοτε με μέτρο, εγωκεντρισμού, φέρνει διάσπαση. Ο διάβολος τροφοδοτεί με λογισμούς το υπόστρωμα και οι σχέσεις υπονομεύονται.

Η ασκητική παράδοση της πίστης μας προτείνει ως φάρμακα την αγάπη, την ταπείνωση και την υπομονή. Όχι την ανειλικρίνεια, ούτε το κρύψιμο των λογισμών, αλλά την εξαγόρευσή τους. Ζητά να δίνουμε χρόνο και χώρο στον άλλο, είτε δεχτεί την οπτική μας είτε όχι. Και τότε μπορεί να δοθεί η ευκαιρία για μικρά νέα ξεκινήματα. Άλλωστε, οι σχέσεις δεν χαλάνε από μεγάλα λάθη, αλλά από τα μικρά που τις φθείρουν. Μικρά γεφύρια επικοινωνίας, μέσα από καλή διάθεση, προσευχή και σεβασμό στο πρόσωπο του άλλου, ακόμη κι αν λαθεύει, είναι δρόμος που νικά τον θυμό.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 22 Ιουνίου 2022

6/17/22

ΑΡΝΗΣΟΜΑΙ ΑΥΤΟΝ ΚΑΓΩ ΕΜΠΡΟΣΘΕΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ


 «Ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 33)

«Ἐκεῖνον ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιο» 

            Η γιορτή των Αγίων Πάντων, μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή, μας αποκαλύπτει τον αληθινό προορισμό της ζωής μας, όπως τον βλέπει η πίστη, και, ταυτόχρονα, τα κίνητρα τα οποία γίνονται αφετηρία για να ακολουθήσουμε τον δρόμο της πίστης. Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος, στοιχώντας τον τρόπο της Εκκλησίας, καλείται να γίνει άγιος, δηλαδή να αφήσει κατά μέρος κάθε άγος, κάθε τι που τον χωρίζει από την αγάπη του Θεού, κάθε λογισμό, κάθε κίνηση, κάθε επιθυμία που καθιστά τον εαυτό του θεό, και να υιοθετήσει την σημασία και προτεραιότητα της σχέσης του με τον Θεό, που τον κάνει να βλέπει την σχέση του με τους ανθρώπους αλλιώτικα. Ο άγιος αγαπά τον Θεό. Ο άγιος αγαπά τον άνθρωπο. Νιώθει την καρδιά του να λειτουργεί στην προοπτική της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Και από την άλλη, η αγάπη τον κάνει να έχει την καρδιά του προσανατολισμένη στην θυσία: από την παραίτηση από τον χρόνο του, μέχρι και την παραίτηση από την ζωή, αν χρειαστεί.

            Ο λόγος όμως του Χριστού, όπως διατυπώνεται ξεκάθαρα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της εορτής, ξεδιαλύνει και τα κίνητρα αυτής της πορείας προς την αγιότητα. Ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει ότι όποιος ομολογήσει ότι πιστεύει, λόγοις και έργοις, θα έχει την ευλογία να αναγνωριστεί ως πρόσωπο αυθεντικό και πολύτιμο από τον ίδιο τον Κύριο ενώπιον του Θεού Πατρός. Όποιος όμως αρνηθεί τον Χριστό σ’  αυτήν την ζωή, θα τον αρνηθεί και ο Χριστός ενώπιον του Θεού Πατρός.

Ο λόγος αυτός θα μπορούσε να είναι  λόγος φόβου, λόγος μισθού ή λόγος αγάπης. Η πρώτη ανάγνωση γεννά το αίσθημα του φόβου. Το να μας αρνηθεί ο Χριστός στον ουρανό, στην αιωνιότητα, ενώπιον του Πατρός Του, μοιάζει ως την χειρότερη τιμωρία που θα μπορούσε να λάβει ο άνθρωπο. Μοιάζει έξοδος στην απόγνωση και στον θάνατο, καθώς μια τέτοια άρνηση δεν έχει επιστροφή. Από την άλλη, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ο λόγος αυτός και στην προοπτική της ανταπόδοσης. Αν ομολογήσουμε την πίστη μας στον Χριστό ενώπιον των ανθρώπων, θα λάβουμε ως δώρο και την δική Του ομολογία, την αγιότητα, την αιώνια κοινωνία μαζί Του. Όπως θα Του δώσουμε, έτσι και θα μας δώσει, και, μάλιστα, πολλαπλάσια. Μας συμφέρει μια τέτοια επιλογή. Υπάρχει όμως και η οδός της αγάπης. Ομολογούμε τον Χριστό, όχι γιατί περιμένουμε να λάβουμε κάτι από Αυτόν ή να μην τιμωρηθούμε, αλλά γιατί Τον αγαπούμε ως Θεό μας , ως Πατέρα μας, ως φίλο, ως αδελφό μας, ως έναν από εμάς που η παρουσία του Προσώπου Του δίνει νόημα, όπως η παρουσία των αγαπημένων κατά άνθρωπον προσώπων μάς δίνει χαρά και νόημα. Η ζωή βρίσκεται στην σχέση, στην συνύπαρξη, στο μοίρασμα της αγάπης. Και δεν θέλουμε αυτήν την αγάπη να την στερηθούμε στην αιωνιότητα. Ίσα-ίσα, θέλουμε μέσω του Χριστού να γνωρίσουμε τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι να ζήσουμε την χαρά της κοινωνίας στον αιώνα, μαζί με τους συνανθρώπους μας, τον κάθε άνθρωπο, καθότι η βασιλεία του Θεού δεν έχει όριο πληρότητας και ποσότητας.

Ο άγιος είναι αυτός που επιλέγει την οδό της αγάπης. Ο άγιος δεν στερείται τις χαρές αυτής της ζωής, μόνο που βρίσκει ποιες από αυτές είναι αυθεντικές, κρατούνε δηλαδή και δεν είναι πρόσκαιρες.  Τα αγαθά, οι απολαύσεις, ακόμη και οι σχέσεις που μένουν στο συμφέρον ή στην φυσικότητα, όπως οι σχέσεις της οικογένειας, δεν δίνουν πληρότητα στον άνθρωπο, μολονότι δίνουν νόημα. Μόνο που αυτό μένει στο πρόσκαιρο. Από την άλλη, η σχέση με τον Χριστό, όπως αυτή εκφράζεται στην αγάπη της προσευχής, της συγχώρησης, της ελεημοσύνης, της θυσίας, της υπέρβασης του εγωισμού, της μετοχής στην Εκκλησία και την ζωή της, γίνεται σπουδή στην χαρά που κρατά. Η απόλυτη αφιέρωση δεν είναι κλήση για όλους μας. Η επιλογή όμως της χαράς της κοινωνίας και της ομολογίας του Χριστού μπορεί να γίνει επιλογή όλων μας.

Χρόνια πολλά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουνίου 2022

Πάντων των Αγίων

6/14/22

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

 

«Ποτέ μην κάνεις το κακό για ν’  αστειευτείς. Γιατί πολλές φορές συμβαίνει να κάνει κανείς στην αρχή αστεία το κακό, μετά όμως και χωρίς να  το θέλει υποδουλώνεται σ’  αυτό» (Αββάς Δωρόθεος)

Γελάμε με το κακό σήμερα ή διασκεδάζουμε με αυτό. Ταινίες και σειρές θρίλερ, με αίμα, βία, θάνατο, παραψυχολογικά φαινόμενα, δαιμονικές υπάρξεις, τέρατα καθιστούν την εικόνα του κακού ελκυστική. Το συνηθίζουμε. Δεν μας ενοχλεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα διαδικτυακά παιχνίδια. Το κακό, επειδή στην οθόνη έχουμε την αίσθηση ότι δεν είναι πραγματικό, δεν μας αγγίζει. Επειδή είναι εικονικό και δεν το ζούμε, δεν πειράζει να το απολαμβάνουμε. Άλλωστε ό,τι είναι ακραίο εξάπτει την περιέργειά μας. Και η βιομηχανία του θεάματος αυξάνει την ακρότητα, την σκληρότητα, την βία, ακριβώς για να προκαλέσει.

Παλαιότερα, αυτό που σχηματικά φαινόταν ως καλό, στο τέλος επικρατούσε. Σήμερα, ακόμη και ο «καλός» ήρωας έχει πολλές σκοτεινές πλευρές μέσα του. Στο όνομα της δικαιοσύνης, όλα επιτρέπονται. Υπάρχει και η άποψη ότι το καλό δεν κάνει εντύπωση. Είναι ό,τι αναμένουμε και θέλουμε. Το κακό όμως μπορούμε να το αναλύσουμε, να το συζητήσουμε, να το φιλοσοφήσουμε, διότι, κατά βάθος, το φοβόμαστε. Πρέπει να δικαιολογήσουμε γιατί ο κόσμος δεν είναι όπως τον θέλουμε. Επομένως, ο μοναδικός τρόπος ερμηνείας του είναι η κυριαρχία του κακού. Μόνο που εμάς δεν μας αγγίζει. Είμαστε αποστασιοποιημένοι. Αγνοούμε, συνειδητά ή μη, ότι ο εφευρέτης του κακού είναι πρόσωπο. Είναι ο άγγελος που έκανε χρήση της ελευθερίας του στην προοπτική της προσωπικής αυτοθέωσης και της άρνησης του Θεού. Και θα υπάρχει μέχρι το τέλος του κόσμου, για να χωριστεί από αγγέλους και ανθρώπους, όπως τα ζιζάνια θα θεριστούν μαζί με τα στάχια.

Στην ασκητική παράδοση της πίστης μας δίδεται και μια άλλη διάσταση του κακού, που ερμηνεύει πολλά. Είναι το κακό που ξεκινά κάποιος για να αστειευτεί. Είναι η ειρωνεία εις βάρος του άλλου, που αποσκοπεί στο να τον μειώσει «για πλάκα», για διασκέδαση. Είναι τα ψεύτικα τεχνάσματα. Είναι οι αρρωστημένες φάρσες. Είναι η χυδαιολογία που υποτιμά την προσωπικότητα του συνανθρώπου. Είναι ένα αίσθημα ότι μπορείς να ερωτοτροπείς με το κακό, διότι το ελέγχεις, ότι μπορείς να το σταματήσεις ανά πάσα στιγμή. Είναι η σύμπραξη με άλλους, για να φανούμε ότι έχουμε κοινωνικότητα. Είναι η μίμηση πράξεων που υπερβαίνουν τα όρια, για να δείξουμε ποιοι είμαστε, εγωκεντρικά και εξουσιαστικά. Ότι μπορούμε. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην εφηβεία, όπου αγόρια και κορίτσια θέλουν να μην υστερούν από τις παρέες τους σε επίδειξη εξυπνακισμού, μόνο και μόνο για την ένταξη στην παρέα. Και ας είναι κακή αυτή η παρέα.

Όμως το κακό σε υποδουλώνει. Και γι’  αυτό χρειάζεται η ανάπτυξη ηθικής συνείδησης, η οποία  να οριοθετεί την αλήθεια. Να δείχνει ότι δεν υπάρχουμε για να επιδεικνυόμαστε ή να εξουσιάζουμε, αλλά για να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε. Να σεβόμαστε και να αγαπούμε. Κι αν δεν έχουμε δύναμη να νικήσουμε το κακό, τουλάχιστον να μην το δικαιολογούμε. Να μην το θεωρούμε ασήμαντο. Να μην υποτασσόμαστε στην εικονική του διάσταση, Να κατανοούμε ότι ο εθισμός είναι εύκολος. Και η υποταγή στον πονηρό αναπόφευκτη.

«Ρύσαι ημάς από του πονηρού». Εγρήγορση και αναζήτηση της χαράς στην αγάπη. Και η ένταξη στην ομάδα μπορεί να γίνει με καλοσύνη. Αν μάθουμε να το θέλουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φυλλο της Τετάρτης 15 Ιουνίου 2022

6/11/22

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ ΟΥΚ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ

“Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται” (Ιωάν. 7,52).

Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως κατάγεσαι κι ἐσὺ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία; Μελέτησε τὶς Γραφὲς καὶ θὰ δεῖς πὼς κανένας προφήτης δὲν πρόκειται νὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Γαλιλαία».


Η τελευταία εορτή του Πεντηκοσταρίου είναι η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Στην εβραϊκή παράδοση οι Ιουδαίοι γιόρταζαν την παράδοση του νόμου στον Μωυσή στο όρος Σινά, δηλαδή των δέκα εντολών και των υπόλοιπων διατάξεων, διά των οποίων η εβραϊκή κοινωνία ήξερε ποιο ήταν το θέλημα του Θεού για τον λαό (ονομαζόταν Σαβουότ η γιορτή και εορτάζονταν την 50ή ημέρα από το ιουδαϊκό Πάσχα, την ανάμνηση του περάσματος της Ερυθράς θαλάσσης και την απαλλαγή από την δουλεία των Αιγυπτίων). 

Στην χριστιανική πνευματική παράδοση η Πεντηκοστή είναι συνδεδεμένη με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επί των αποστόλων, 50 ημέρες μετά το Πάσχα και την απαλλαγή των ανθρώπων από την δουλεία του θανάτου, τόσο του σωματικού όσο και του πνευματικού που επήλθε με την Ανάσταση του Χριστού, 10 ημέρες μετά την Ανάληψη του Κυρίου εις ουρανούς, διά της οποίας η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με την θεότητα, πλέον είναι “εις ουρανόν οικούσα” για πάντα, σημείο ότι μπορούμε να εκπληρώσουμε τον αυθεντικό προορισμό μας, δηλαδή να γίνουμε παιδιά του Θεού και θεοί κατά χάριν. Αυτή η πορεία περνά πλέον μέσα από την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, την παρουσία δηλαδή του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, το οποίο “όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας”, καθιστά δηλαδή την κοινωνία με τον Χριστό εφικτή εν τη αγάπη, εν τοις μυστηρίοις, εν τη αναζητήσει μας, καθώς μέσα στην ζωή και στον τρόπο της Εκκλησίας ο Χριστός γίνεται για όλη μας την ύπαρξη παρών και παρόν.

Στο ευαγγέλιο της Πεντηκοστής διαφαίνεται ένα συγκλονιστικό στοιχείο: η ρήξη των ανθρώπων για το ποιος είναι ο Χριστός. Η άρνησή τους, που επεκτείνεται στην ιστορία και φτάνει μέχρι και το σήμερα για την ταυτότητά του. Θεωρούσαν αδιανόητο ο Χριστός να μην εκπληρώνει το γράμμα της Γραφής, δηλαδή την ακρίβεια της διατύπωσης της παράδοσης, με αποτέλεσμα, επειδή αγνοούσαν ότι είχε γεννηθεί στην Βηθλεέμ, δηλαδή στην πόλη του Δαβίδ, όπως η παράδοση προφήτευε για τον Μεσσία, να Τον αρνούνται. Πίστευαν ότι καταγόταν από την Γαλιλαία, όπου και είχε μεγαλώσει.Και με βάση αυτό το εσφαλμένο στοιχείο, στο οποίο συνέτεινε και η βεβαιότητά τους ότι στην Γαλιλαία δεν θα μπορούσε να αναπαύεται ο Θεός, αφού οι άνθρωποι λειτουργούσαν συγκρητιστικά, ακολουθούσαν και ειδωλολατρικές παραδόσεις, όπως επίσης και δεν είχαν την ευσέβεια, την αρχοντιά, το πρωτευουσιάνικο πνεύμα των Ιεροσολύμων και της γύρω περιοχής, απέρριπταν τον Χριστό. Το είπαν και στον κρυφό μαθητή του Χριστού, τον Νικόδημο, με έμφαση.

Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία όμως μάς δείχνει έναν άλλο δρόμο. Ότι ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και όποιος Τον ακολουθήσει, δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει από Εκείνον το φως που δίνει ζωή. Το φως δείχνει την αλήθεια, πέρα από τις εμμονές και τις δικές μας ερμηνείες. Οι Ιουδαίοι αναζητούσαν εχέγγυα για τον Μεσσία, ορμώμενοι από τον νόμο που ήταν το κριτήριό τους, όπως και από τους προφήτες. Η κάθοδος όμως του Αγίου Πνεύματος αναδιαμορφώνει το περιεχόμενο της Γραφής: δεν είναι ο σχολιαστικός έλεγχος των επιχειρημάτων που μας αποκαλύπτει την αλήθεια, παρότι μπορούμε και πρέπει να ερευνούμε τις γραφές, αλλά η σχέση με τον Χριστό ως Πρόσωπο, που ανανοηματοδοτεί την πορεία μας. Δεν είναι το γράμμα που σώζει, αλλά το πνεύμα του νόμου. Η αγάπη και όχι ο φορμαλισμός. Η σχέση και όχι η ιδέα. Προφανώς και τίποτα δεν αποκλείεται. Οι λόγοι επιβεβαιώνουν την αυθεντικότητα της εμπειρίας του Λόγου του Θεού. Αυτό όμως γίνεται εν τη Εκκλησία, στην συνύπαρξη των αποστόλων, στην συμπόρευση με τους Αγίους, στην κοινωνία του Χριστού με τα Άγια που δίδονται στους αγίους, στον κάθε πιστό που με ταπείνωση αποδέχεται όσα δεν γνωρίζει, δοξολογεί Αυτόν που έδωσε και δίνει την ζωή και προχωρά με αγάπη στην καθημερινότητά του και αναζήτηση του Τριαδικού Θεού.

Η εορτή της Πεντηκοστής αποτελεί για όλους μας μια ευκαιρία επανεκτίμησης της πίστης και της πορείας μας. Επειδή το Άγιο Πνεύμα κατήλθε, ανοιγόμαστε στον Χριστό της αγάπης και όχι της περιχαράκωσης. Στον Χριστό του φωτός και όχι της μιζέριας των ατομικών μας πεποιθήσεων, ιδιοτροπιών, οπτικών για τον κόσμο. Στον Χριστό της Εκκλησίας, της συνάντησης δηλαδή, της συνύπαρξης, της συγχώρεσης, της συμμετοχής στον μυστικό δείπνο  της βρώσης και της πόσης του εσταυρωμένου, αναστάντος και αναληφθέντος Κυρίου, ο Οποίος κρατά ακέραια τα στίγματα της αγάπης στο σώμα Του και αδιαπραγμάτευτα αιώνια την αγάπη για όλους μας. Αυτόν τον Χριστό ας αναζητούμε με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος στους καιρούς του πολέμου, του διχασμού, του ατόμου-θεού, του φόβου του θανάτου.

Χρόνια Πολλά!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

12 Ιουνίου 2022

Της Πεντηκοστής

6/8/22

ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΜΑΙ, ΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΗΣΥΧΑΖΩ


 «Αν κάνει κάποιος κάτι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οπωσδήποτε θα συναντήσει πειρασμό. Γιατί σε κάθε καλό που γίνεται ή προηγείται ή ακολουθεί πειρασμός» (Αββάς Δωρόθεος)

Οι άνθρωποι, όταν κάνουμε καλό στην ζωή μας, συχνά αισθανόμαστε ότι βρίσκουμε τον μπελά μας. Δεν είναι αρκετές οι καλές προθέσεις μας. Δεν εκτιμώνται, συχνά ούτε και από αυτούς στους οποίους κάνουμε το καλό, διότι η διάρκειά του είναι πρόσκαιρη, οι ανάγκες συνεχίζουν να υφίστανται και αυτός που ζητά κάτι, θα ζητήσει περισσότερα, με αποτέλεσμα να μην αναπαύεται και στο τέλος να αισθάνεται και παραπονεμένος και απογοητευμένος από αυτόν που του προσφέρει. Άλλοτε πάλι, κάνοντας το καλό, θίγονται εκείνοι οι οποίοι περίμεναν να εκμεταλλευτούν τις δυσκολίες αυτού που υφίσταται το καλό και μένουν ανικανοποίητα τα συμφέροντα ή οι επιθυμίες τους. Έτσι, όποιος βοηθά, αποκτά, ταυτόχρονα, και εχθρούς. Άλλοτε ο πειρασμός ενσπείρει μάταιους λογισμούς σε όσους σχετίζονται μαζί μας. Προσφέρουμε κάτι στο ένα παιδί μας, ζηλεύει το άλλο. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να λέμε, κάποτε απογοητευμένοι από την στάση των άλλων, ότι όταν κάνουμε το καλό στενοχωριόμαστε κιόλας, ενώ όταν κάνουμε το κακό ή αδιαφορούμε, είμαστε ήσυχοι. Οι πονηροί προκόβουν.

Η ασκητική παράδοση της πίστης μας μάς υπενθυμίζει, ερμηνεύοντας στην πράξη τα λόγια του Χριστού ότι είναι στενή και τεθλιμμένη η οδός όσων επιδιώκουν την βασιλεία του Θεού, την αγάπη, την θυσία, την προσφορά, πως αν κάνει κάποιος κάτι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οπωσδήποτε θα συναντήσει πειρασμό. Διότι ο διάβολος πειράζει πρώτα όσους μπορούν να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο του Θεού με προσχήματα ανούσια, εξουσιαστικά, ανταγωνιστικά ή επειδή εκλαμβάνουν το καλό που γίνεται στον άλλο ως πρόκριμά του αντ’  αυτών. Αλλά και όταν ο άνθρωπος παραιτείται από τα δικά του κοσμικά θελήματα και ακολουθεί το θέλημα του Θεού, κάτι που έχει κόστος, ο πειρασμός έρχεται να τον θλίψει, γεννώντας του το ανικανοποίητο. Οι δοκιμασίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την στέρηση της ζωής, της υγείας, των αγαθών, αλλά έχουν να κάνουν και με την στέρηση της αγάπης, με ένα αίσθημα εγκατάλειψης και μοναξιάς που ο πράττων το θέλημα του Θεού ζει στην πορεία του.

Είναι λύση να αρνιόμαστε το καλό, να μένουμε στον εαυτό μας, μόνο και μόνο διότι θα προηγηθούν ή θα ακολουθήσουν πειρασμοί;

Προφανώς και όχι. Η αγάπη θέλει κόπο. Η αγάπη έχει κόστος. Χρειάζεται να επιμένουμε, ιδίως όταν γνωρίζουμε ότι το θέλημα του Θεού έγκειται στην σωτηρία των ανθρώπων, στην αποφυγή της συντριβής τους, στην άρση του σταυρού τους με την βοήθεια Κυρηναίων. Το κακό πρόσκαιρα επικρατεί. Το θέλημα του Θεού θα φανερωθεί οριστικά στο τέλος του καθενός μας. Αν θυμηθούμε την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου, θα διαπιστώσουμε ότι ο πλούσιος δεν κατακρίθηκε από τον Θεό γιατί είχε χρήματα, αλλά γιατί δεν αγάπησε, δεν πρόσφερε, δεν στήριξε τον φτωχό συνάνθρωπο. Θέλει υπομονή στον πειρασμό, όταν έχει γίνει αυτό που ο Θεός ζητά. Όταν έχει φανερωθεί η αλήθεια. Το να κοιμόμαστε με ήρεμη συνείδηση ότι βοηθήσαμε, ότι ακούσαμε το Ευαγγέλιο και το εφαρμόσαμε στην ζωή μας, ότι προσευχόμαστε και για όσους μας θλίβουν είναι κλειδί. Ας το μάθουμε και στα παιδιά μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 8 Ιουνίου 2022

6/3/22

ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΕΤΕΛΕΙΩΣΑ Ο ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΙΝΑ ΠΟΙΗΣΩ


«Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, Πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί»
(Ιωάν. 17, 4-5)
 «’Εγὼ φανέρωσα τὴ δόξα σου πάνω στὴ γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τὸ ἔργο ποὺ μοῦ ἀνέθεσες νὰ κάνω. Τώρα λοιπὸν ἐσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντὰ σ’ ἐσένα μὲ τὴ δόξα ποὺ εἶχα κοντά σου προτοῦ νὰ γίνει ὁ κόσμος»

       Ο Χριστός, λίγο πριν την σύλληψη, τα πάθη, τον σταυρό, την ταφή, την ανάστασή Του, προσεύχεται στον εν ουρανοίς Πατέρα Του, αποκαλύπτοντας στους μαθητές που ακούνε το Ποιος είναι στην πραγματικότητα, αλλά και γιατί θα υποστεί ό,τι πρόκειται να υποστεί. Αυτή η αρχιερατική προσευχή αποτελεί για όλους εμάς υπόμνηση για το πρόσωπο του Κυρίου μας. Αυτό το πρόσωπο υπερασπίστηκαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι αγωνίστηκαν να μην αλλοιωθεί η πίστη μας από τις απόπειρες καλοπροαίρετων μεν ανθρώπων, με εσφαλμένα όμως κριτήρια, τα οποία έγιναν εμμονές, με αποτέλεσμα να καταστήσουν την λογική τους, την αλήθεια τους ανώτερη από την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, καθιστώντας αδύνατη τη συνύπαρξη. Διότι οι αιρετικοί κάθε εποχής δεν έχουν μία ιδεολογική διαφορά με την Ορθοδοξία, αλλά μία οντολογική: δεν ερμηνεύουν μόνο διαφορετικά το πρόσωπο του Χριστού ή τα δόγματα της Εκκλησίας. Δεν συνειδητοποιούν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Χριστό όπως είναι, ακέραιο, διότι στην θέση του Κυρίου βάζει τον εαυτό του, τις δικές του απόψεις, αρνείται την ταπείνωση και την αγάπη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει την καρδιά του ανοιχτή σε κάποιον που δεν πιστεύει ότι είναι Αυτός που είναι.
         Ο Χριστός δόξασε τον Πατέρα Του εν ουρανοίς με την ενανθρώπησή Του και την παρουσία Του επί της γης. Έδειξε ότι είναι Υιός και μας κάλεσε να γίνουμε τέκνα Θεού. Έδειξε ότι η ζωή έχει νόημα όταν αναφερόμαστε στον Πατέρα. Η κατά άνθρωπον ζωή μας ξεκινά με την αναφορά μας στους γονείς μας. Η αποστολή τους έχει ίδια, αλλά και ξεχωριστά στοιχεία, ιδιότητες. Η μητέρα μάς δίνει την ζωή, μας τρέφει, μας φροντίζει. Ο πατέρας μάς δείχνει ότι η ζωή δεν μπορεί να είναι στηριγμένη σε μια αποκλειστική σχέση, όπως αυτής της μάνας και του παιδιού, αλλά ανοιχτή στον κόσμο, καθώς ο πατέρας εκπροσωπεί τον κόσμο στον οποίο το παιδί καλείται να ανοιχτεί, να μην εγκλωβιστεί στην αυτάρκεια μιας αγάπης που του δίνει ζωή και επιβίωση, αλλά δεν το αφήνει να ελευθερωθεί, να κερδίσει την ζωή μόνο του, να χτίσει σχέσεις πέρα από το αυτονόητο της δοσμένης αγάπης. Μπορεί και ο πατέρας να αγαπά αυτονόητα τα παιδιά του, όμως δείχνει σ’ αυτά ότι η ζωή περνά από τον κόπο και τον ιδρώτα να χτίσεις, να εργαστείς, να μάθεις να κερδίζεις την αλήθεια, ότι η μητέρα δεν τους ανήκει και ότι χρειάζεται, αφού σπουδάσουν την αγάπη μέσα από εκείνην, να την μοιραστούν, όπως εκείνος.
                Ο Χριστός μάς δείχνει ότι έχουμε Πατέρα εν ουρανοίς. Η αγάπη με την οποία ο Θεός μάς προίκισε είναι ταυτόχρονα και ελευθερία. Ότι υπάρχουμε για να μοιραζόμαστε, αλλά και για να βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε πλησίον μας, του κάθε συνανθρώπου μας όλη την ανθρωπότητα (άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ). Ότι δεν κληθήκαμε μόνο για σχέσεις αποκλειστικές και κλειστές, αλλά και για σχέσεις ανοιχτές. Ότι η ζωή βρίσκεται όχι στην παραίτηση από το σώμα και την περιφρόνησή του, αλλά στην θυσία. Και αυτό έγινε με την ενανθρώπηση του Υιού και με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο. Ο Πατέρας δεν μένει στην πληρότητα της σχέσης με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αλλά συμπεριλαμβάνει τον κόσμο, τους αγγέλους και τους ανθρώπους σε μια αγάπη που δεν έχει όριο και τέλος. Αυτή είναι η ελευθερία. Στην πληρότητά σου να έχεις τόπο, για να μετάσχουν και άλλοι στο δώρο της αγάπης.
        Ο Χριστός εργάστηκε και τελείωσε το έργο που ο Πατέρας του έδωσε να εργαστεί. Και αυτό δεν είναι άλλο από την σωτηρία μας, από την είσοδο της βασιλείας του Θεού στον κόσμο τούτο και το να καταστεί ο κόσμος βασιλεία. Και η βασιλεία έχει βασιλιά. Αυτός είναι ο τριαδικός Θεός, όπως Τον ζούμε στην θεία λειτουργία, η οποία ξεκινά με την φράση «ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και τους Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Δεν είναι τυραννία του ενός αλλά η κοινωνία των τριών προσώπων, η αλληλοπεριχώρηση και η αγάπη τους, η οποία γίνεται δημιουργία, εν ταπεινώσει και αγάπη. Μυστήριο άρρητο και απερίγραπτο. Σημείο αυτής της σχέσης είναι το άνοιγμά της στον κόσμο. Με την ενανθρώπηση του Υιού ο κόσμος Τον γνώρισε και γνώρισε δι’ Αυτού τον Πατέρα. Με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, το έργο της σωτηρίας διά της βασιλείας του Θεού συνεχίζεται μέχρι το τέλος της ιστορίας. Η Εκκλησία είναι αυτή που γίνεται και δείχνει τι είναι η Βασιλεία του Θεού: σώμα αγάπης, ταπείνωσης, ενότητας, σωτηρίας της ύπαρξης από το κακό και τον θάνατο, οικείωσης του Χριστού, συμπερίληψης του κάθε ανθρώπου, ζώντος και κεκοιμημένου που ελεύθερα αποφασίζει να μετάσχει, μετανοεί για ό,τι τον χωρίζει από την αγάπη, παραιτείται από την αυτάρκεια του εγώ. 
        Αυτό το έργο κορυφώθηκε στον σταυρό, που είναι η δόξα του Θεού., ακριβώς διότι είναι το έσχατο σημείο ταπείνωσης για τον Θεό. Ενδυόμενος τον θάνατο και ζώντας τον ο Χριστός τον μεταβάλλει από έσχατο εχθρό του ανθρώπου σε αρχή ανάστασης και αιωνιότητας, αρχικά για την ψυχή μας και στην Δευτέρα Παρουσία και για το σώμα μας, για τον πλήρη άνθρωπο. Και η δόξα που ο Χριστός είχε προ καταβολής, δηλαδή η δόξα της αγάπη που η σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος βιώνει, μεταδίδεται πλέον στον άνθρωπο, καθώς ο Θεός προσέλαβε την φύση μας. Και η δόξα της αγάπης που νικά τον θάνατο έχει αγιάσει και μεταμορφώσει την φύση μας, η οποία βρίσκεται ενωμένη με την θεότητα στο πρόσωπο του Χριστού εκ δεξιών του Πατρός. Μας δίδεται στην Εκκλησία και είναι μια προτροπή όλη η ζωή μας να είναι εμπειρία αυτής της δόξας, διά της αγάπης, της ταπείνωσης, της μετάνοιας, καθώς δυνάμεθα. Είναι η μεγίστη δωρεά που λάβαμε, να είμαστε μέλη της βασιλείας του Θεού από την πρώτη στιγμή της ζωής μας, όχι μόνο ως εικόνες Θεού, αλλά και ως κεκλημένοι να ζήσουμε το καθ’ ομοίωσιν στην Εκκλησία.
              Ο άνθρωπος, ο μικρός, ο μέγας. Ας δοξάζουμε τον Τριαδικό Θεό που διά του Χριστού μας δίνει τέτοια δωρεά, ευλογία και αγάπη. Ας φανούμε άξιοί της. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 5 Ιουνίου 2022 
Κυριακή των αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου