4/2/20

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 49 - ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, “ΔΑΒΙΔ ΚΟΠΕΡΦΙΛΔ”


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 49 - ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, “ΔΑΒΙΔ ΚΟΠΕΡΦΙΛΔ”, διασκευή-μετάφραση Κ. Γεωργίου,   Εκδόσεις Πέτρου Δημητράκου και Charles Dickens, “David Copperfield”, Penguin Popular Classics

Ένας μεγάλος λογοτέχνης αντλεί το υλικό των έργων του από την δική του ζωή και πορεία. Όσο κι αν το περιβάλλον, ο κοσμικός χρόνος, ο πολιτισμός, τα πρόσωπα των ανθρώπων, γνωστά σ᾽ αυτόν ή και άγνωστα (π.χ. μία είδηση στην εφημερίδα για κάποιον ή κάποια, μία πληροφορία, μία κατασκευή που έχει να κάνει με το πώς φαντάζεται ο συγγραφέας τους ανθρώπινους τύπους) αποτελούν πηγή έμπνευσης, εντούτοις τα πάντα φιλτράρονται και περιγράφουν το πώς ο ίδιος ο συγγραφέας ζει την ζωή, ποια είναι η κοσμοθεωρία του. Και γι᾽ αυτό όλα τα λογοτεχνικά έργα, πεζά και ποιητικά, περιλαμβάνουν αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. 
Γιατί να μας νοιάζει το πώς έζησε και πώς αντιμετώπισε δυσκολίες κάποιος που θέλε να μοιραστεί μαζί μας την εμπειρία του; Σε μία εποχή κατεξοχήν ατομοκεντρική, στην οποία βλέπουμε τα μυθιστορήματα να μην λειτουργούν λυτρωτικά, οι κλασικοί συγγραφείς αγοράζονται, αλλά δεν διαβάζονται. Και όσα έχουν να μας πούνε, δύσκολα σημαδεύουν και επαναδιαμορφώνουν την δική μας πορεία. Άλλωστε, θριαμβεύει πια η εικόνα. “Πού καιρός πια για ποιήματα ελληνικά στον πόλεμο;”  (Καβάφης). Κι όμως. Οι κλασικοί συγγραφείς έχουν πάντα κάτι καινούργιο να μας πούνε, αρκεί να δούμε τα θέματά τους με προσοχή. Κι αυτά δεν είναι άλλα από τα υπαρξιακά ζητήματα που απασχολούν τον κάθε άνθρωπο. Την αγάπη, τον θάνατο, το κακό, την καλοσύνη, τον Θεό. Οι κλασικοί συγγραφείς νοιάζονται να μην μπούμε ή να βγούμε από την κόλαση που το κακό κεντά γύρω μας. Το κακό γι᾽ αυτούς έχει να κάνει με τις επιλογές μας, με τον χαρακτήρα μας, με τον θρίαμβο του εγώ μας. Έτσι, η έξοδος από αυτό προϋποθέτει δύο κύριους παράγοντες:  την απόφασή μας να παλέψουμε και την βοήθεια των άλλων. 
Ξαναδιαβάζοντας τον κλασικό “Δαβίδ Κόπερφιλδ” (1850) του Κάρολου Ντίκενς, μυθιστόρημα το οποίο στην Ελλάδα παρουσιάστηκε ως παιδικό, με ποικίλες διασκευές, οι οποίες δεν επιμένουν στην χαρακτηρολογία, αλλά στην προδιαγραφή ενός χαρούμενου τέλους, νιώθουμε να ξαναβρίσκουμε όλα τα παραπάνω μεγάλα ζητήματα. Αν μάλιστα μπείτε στον πειρασμό να διαβάσετε την πλήρη έκδοσή του στα αγγλικά, η οποία συναρπάζει και δίνει μιαν άλλη εικόνα στο μυθιστόρημα (οι ελληνικές εκδόσεις περιλαμβάνουν σε διασκευή περίπου το 1/3 του μυθιστορήματος), θα διαπιστώσετε ότι ο Ντίκενς δεν είναι συγγραφέας για παιδιά, αλλά ένας μάστορας του λόγου, της πλοκής, της κριτικής της ζωής και της κοινωνίας, αποφασισμένος να βγάλει τον αναγνώστη από την “ έρημο της Σαχάρας”. Γι’ αυτόν η κοινωνία, όταν στηρίζεται στην αστική υποκρισία, στην έγνοια για το χρήμα, σε μία ατομικότητα χωρίς αγάπη, γίνεται μία “έρημος της Σαχάρας”. Χρειάζεται έγνοια για να πορευθούμε προς τον ουρανό, να βλέπουμε ψηλά, να βλέπουμε με αγάπη τον άλλον, να νοιαζόμαστε να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του στην ζωή, με ρεαλισμό και συγχωρητικότητα εκεί όπου χρειάζεται, χωρίς όμως ψευδαισθήσεις. 
Ήρωες αυτοκαταστροφικοί (όπως ο Στήρφορθ) ή κυνικά κακοί (όπως ο Uriah Heep και ο Litimmerστην αγγλική έκδοση). Ήρωες με καλοσύνη κι ανθρωπιά (όπως ο Κόπερφιλντ και η Αγνή, το κλειδί του μυθοστορήματος). Ήρωες της απλότητας, έτοιμοι να προσφέρουν τον εαυτό τους για έναν καλό λόγο, για να δείξουν, είτε το κάνουν συνειδητά είτε όχι, ότι το νόημα της ζωής είναι η αγάπη (όπως ο κ. Πέγκοτυ, μία απίστευτης καλοσύνης προσωπικότητα). Ήρωες που μέσα στην απολυτότητά τους την κρίσιμη στιγμή ξέρουν να κάνουν υπερβάσεις (όπως η περίφημη θεία του Δαβίδ).  Ήρωες που ερωτεύονται, χωρίς να μπορούν να ξεπεράσουν τις αδυναμίες, την ταυτότητα του χαρακτήρα τους (όπως η Ντόρα Σπένλοου ή η Rosa Dartle και η Martha στην αγγλική έκδοση), ήρωες αυθεντικά ρομαντικοί (όπως η Έμιλυ και ο Χαμ ή ο Traddles και η Sophy στην αγγλική έκδοση) χωρίς όμως ο ρομαντισμός της εποχής τους να τους κάνει εξωπραγματικά γλυκερούς. Ήρωες, με μια λέξη, αληθινοί!
Και βεβαίως, όλα τα αγαπημένα θέματα του αυτοβιογραφούμενου Ντίκενς περνούν μπροστά μας. Η παιδεία πρέπει να είναι αυταρχική, καταπιεστική ή εμπνευστική με το κύρος του δασκάλου, του σχολείου, του πανεπιστημίου; Καλύτερη παιδεία προσφέρει το σχολείο ή ο φωτισμένος δάσκαλος; Η “λογική” πρέπει να διαγράφει τα συναισθήματα ή να δένει μαζί τους σε μία υγιή συμπόρευση; (Το ερώτημα γίνεται πολύ πιο επιτακτικό σήμερα από την αντίθετη πλευρά:  τα συναισθήματα, ιδίως αυτά που κυριαρχούν με την μορφή των επιθυμιών, πρέπει να διαγράφουν την λογική ή να συμπορεύονται;). Η οικονομική διαχείριση πρέπει να γίνεται με την μορφή του δανεισμού ή με το πλεόνασμα, έστω το ελάχιστο; (Κλασικός εδώ ο κ. Μικώμπερ, ο οποίος φωνάζει στον Δαβίδ: “αν ένας άνθρωπος έχει εισόδημα χίλια φράγκα τον χρόνο και ξοδεύει εννιακόσια ενενήντα εννιά φράγκα και μισό, αυτός ο άνθρωπος θα γίνει ευτυχισμένος. Όταν όμως ξοδεύει χίλια φράγκα και μισό, τότε θα γίνει οπωσδήποτε δυστυχισμένος”- η κατεξοχήν αρχή οικονομικής θεωρίας). Ο έρωτας πρέπει να στηρίζεται στα ωραία λόγια και την γοητεία ή οι σχέσεις να είναι στηριγμένες στην αυθεντική προσωπικότητα, στην δυνατότητα κατανόησης, ενσυναίσθησης, συμπόρευσης και ρεαλισμού; Είναι ο άνευ όρων έρωτας διέξοδο στην αναζήτηση του καινούργιου, στην έξοδο από την μίζερη ζωή, στην δίψα για ελευθερία ή σκλαβώνει; Το σωφρονιστικό σύστημα οδηγεί στην μετάνοια τον άνθρωπο ή το κακό δεν φεύγει από μέσα μας αν δεν υπάρξει πίστη σε έναν άλλο τρόπο ύπαρξης (που για μας τους ορθόδοξους χριστιανούς είναι η σχέση με τον Χριστό); Η μετανάστευση είναι σωτηρία ή απλά μεταφορά σε άλλον τόπο των αδυναμιών μας; 
Ένα σπουδαίο ερώτημα όμως είναι και το ποια είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία (μόνο σύζυγος και μητέρα ή εργαζόμενη και ελεύθερη). Για τον Ντίκενς οι ηρωίδες του τείνουν προς την πρώτη εκδοχή, αλλά κι εκεί υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Συναντούμε την προσωπικότητα, όπως η Αγνή, την χαριτωμένη καρικατούρα όπως η  “child - wife” στην αγγλική έκδοση Ντόρα Σπένλοου που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην καθημερινότητα, την ρομαντική και με όνειρα που μόνο ο έρωτας μπορεί να ικανοποιήσει, οδηγώντας συχνά στην καταστροφή, όπως η Έμιλυ, την τυραννική μητέρα που επιβάλλει τα όνειρά της στον γιο, όπως η κ. Στήρφορθ, την δυναμική που παίρνει τη ζωή στα χέρια της, όπως η θεία Μπέτσυ ή η νάνος Mowcher στην αγγλική έκδοση, την ταπεινή και δοτική, όπως η Κλάρα Πέγκοτυ και η κ. Γκόμιτζ ή η Sophy στην αγγλική έκδοση, και βέβαια την κ. Μικώμπερ, την πιστή στα όνειρα του συζύγου της που δικαιώνεται για την υπομονή και την αγάπη.
Οι προχωρημένοι των καιρών μας λένε ότι αυτά είναι γνωστά, ότι έχουν δοθεί οι απαντήσεις. Η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Ο καθένας μας ξαναζεί το κενό, το ρίσκο, την αποτυχία, χωρίς όμως να αισθάνεται ότι καλείται να προσανατολιστεί, να δουλέψει με τον εαυτό του. Οι νεώτεροι ιδίως, οι οποίοι έχουν λησμονήσει τα ερωτήματα και τα ερωτηματικά και πορεύονται κατά τις επιθυμίες της στιγμής, έχουν ανάγκη να ξαναδούν τους κλασικούς. Εκτός του ότι διαβάζονται ευχάριστα, διότι είναι ταλαντούχοι αφηγητές ιστοριών, δίνουν απαντήσεις που μας προκαλούν στην ενσυναίσθηση, μας δείχνουν πόσο αξίζει να αγαπάμε, ιδίως με τον τρόπο της Πέγκοτυ, τον τρόπο του Χαμ (που θυσιάστηκε για να σώσει ναυαγούς), τον τρόπο της Αγνής που στάθηκε σε πατέρα και άντρα με αρχοντιά, τον τρόπο της κυρίας Μικώμπερ που δεν εγκατέλειψε τον αφελή άντρα της μόνο στην δυστυχία του!
Είναι απολαυστικός ο Ντίκενς, είτε στις φτωχές ελληνικές διασκευές του, που βοηθούν ωστόσο τους νεώτερους να μπούνε στο πνεύμα του, είτε στην πλήρη έκδοση που είναι αληθινά συναρπαστική!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 2 Απριλίου 2020


4/1/20

ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ;


Σχεδόν όλοι όσοι προσπαθούν να δούνε θετικά το γεγονός του υποχρεωτικού εγκλεισμού μας και να μας δώσουν δύναμη, μας λένε ότι είναι μία εξαιρετική ευκαιρία επικοινωνίας, ότι μπορούμε να μετατρέψουμε τα σπίτια μας σε χώρους προσευχής, ότι μπορούν οι γονείς να έρθουν σε επικοινωνία με τα παιδιά και μεταξύ τους, ενώ αναρτώνται “έξυπνα” σχόλια όπως: “είναι καλοί οι άνθρωποι τους οποίους γνώρισα αυτές τις μέρες”, εννοώντας τους οικείους. Η ταχύτητα της ζωής μας, οι υποχρεώσεις, τα προγράμματα, αλλά και ο τρόπος διάθεσης του ελεύθερου χρόνου, ουσιαστικά δεν μας επέτρεπαν την επικοινωνία ούτε με τον Θεό ούτε με τον συνάνθρωπο. 
Από την άλλη, το διαδίκτυο θριαμβεύει αυτό το διάστημα. Προτάσεις για ταινίες, σειρές, επαναλήψεις, παιχνίδια γεμίζουν τον χρόνο στο άψε σβήσε. Ακόμα και οι πορνογραφικές ιστοσελίδες προσφέρουν ελεύθερη πρόσβαση! Εύκολα μπορούμε να αναρωτηθούμε, αναλογιζόμενοι και το πώς ο άνθρωπος έχει μάθει να σκέπτεται και να φέρεται, αν ο υποχρεωτικός εγκλεισμός του θα τον κάνει να αλλάξει συνήθειες ή από την πλήξη του εντός, οδηγηθεί σε ακόμη μεγαλύτερη παράδοση στην εικονική πραγματικότητα; Ο ρεαλισμός μας οδηγεί στο να σκεφτούμε το δεύτερο. Αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούμε στις πόλεις, που σημαίνει ότι δεν μας είναι εύκολο να έρθουμε σε επαφή με την φύση -και ακριβώς γι᾽ αυτόν τον λόγο εγκλειστήκαμε υποχρεωτικά, για να μην πηγαίνουμε στην φύση και να μη συναντιόμαστε μεταξύ μας-, καταλαβαίνουμε ότι όση καλή διάθεση και να έχει κάποιος, δύσκολα θα μάθει να διαβάζει, να συζητά, να δημιουργεί ευκαιρίες αυθεντικής κοινωνικότητας. Θα επιλέξει το εύκολο, το οποίο θα του πάρει την πλήξη από τον νου. 
Όταν λήξει αυτή η περίοδος απομόνωσης, ποια θα είναι άραγε η στάση μας; Οι άνθρωποι δεν πέφτουμε συνήθως με “τα μούτρα” σε ό,τι στερηθήκαμε; Και όταν εκτονωθούμε, δεν θα γυρίσουμε στον κανονικό μας ρυθμό; Ποια συζήτηση γίνεται στις καθημερινές ενημερώσεις από τους ειδικούς για τον πολιτισμό μας;  Η ασθένεια ουσιαστικά είναι ένα επεισόδιο, κάνουμε υπομονή για να περάσει και μετά θα επανέλθουμε. Ο πολιτισμός μας δεν έχει αποφασίσει να παραιτηθεί από τον έλεγχο της σκέψης και της ζωής μας. Περισσότερο θα μας δεσμεύσει.
Αντί λοιπόν να βγάζουμε μεγάλους λόγους και να θεωρούμε ότι αυτό το διάστημα θα αλλάξει άρδην τις συνήθειές μας, ας σκεφτούμε και ας δράσουμε ρεαλιστικά. Μικρές ενέσεις ποιότητας. Λίγη επικοινωνία παραπάνω. Λίγη προσευχή και φιλοσόφηση της ζωής μας, ώστε να δούμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε, ακόμη κι αν ο πολιτισμός μας δεν θα μας αφήσει ήσυχους, να εντοπίσουμε τα όριά μας και με ταπείνωση να πορευτούμε στο εξής, να νιώσουμε την αξία της αγάπης ως πρωταρχικής στάσης ζωής, ότι η προσωπική ευθύνη δεν σημαίνει κατάργηση της προσωπικότητάς μας, του εαυτού μας, της θέσης μας έναντι της ζωής, και, κυρίως, η συνείδηση της φθαρτότητάς μας, η οποία θα μας βγάλει από την αυταπάτη της αιωνιότητας που δήθεν η επιστήμη, η τεχνολογία και ο πολιτισμός μας δίνουν είναι μηνύματα που αξίζει να κρατήσουμε.
Το σπίτι μας είναι η κατ᾽ οίκον εκκλησία. Το μεταβάλλαμε σε πανδοχείο ικανοποίησης αναγκών. Καιρός να το ξανακάνουμε τόπο και τρόπο συνάντησης.  Δεν είναι μοναστήρι. Από κει δεν φεύγουν οι μοναχοί. Εμείς όμως μπορούμε να μάθουμε τρόπους ώστε η έξοδός μας να έχει ελπίδα!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Απριλίου 2020


3/28/20

ΕΥΛΟΓΩΝ ΕΥΛΟΓΗΣΩ ΣΕ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΩΝ ΠΛΗΘΥΝΩ ΣΕ




«Τῷ γάρ Ἀβραάμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεί κατ’ οὐδενός εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ, λέγων. ἦ μήν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καί πληθύνων πληθυνῶ σε» (Ἑβρ. 6, 13-14)
«Όταν ο Θεός έδωσε την υπόσχεσή του στον Αβραάμ, επειδή δεν υπήρχε ανώτερος για να ορκιστεί, ορκίστηκε στον εαυτό του λέγοντας: σου υπόσχομαι ότι θα σε ευλογήσω και θα σου δώσω πολλούς απογόνους»

   Οι χριστιανοί είμαστε συνεχιστές μιας μεγάλης πίστης που ξεκινά από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι η πίστη του Αβραάμ στον Θεό, που έκανε τον γενάρχη των Εβραίων να αφήσει την πόλη του στην Μεσοποταμία και να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για να εγκατασταθεί στην γη της επαγγελίας. Είναι η πίστη που τον έκανε να ξεβολευτεί από την καθημερινότητά του, από τις βεβαιότητές του, από το αίσθημα ότι μπορεί να λατρεύει τον Θεό από εκεί που βρισκόταν και να Τον υπακούει στην καθημερινότητά του. Ο Αβραάμ υπάκουσε στο αίτημα του Θεού να αφήσει κάθε τι που του ανήκε, την κανονικότητα της ζωής του, και να προχωρήσει σε μία περιπέτεια στην οποία το μοναδικό εχέγγυο ήταν ο όρκος του Θεού στον ίδιο Του τον εαυτό ότι θα ευλογήσει αυτόν που Τον ακούει και θα του δώσει πολλούς απογόνους, ενώ η γυναίκα του Αβραάμ, η Σάρα, ήταν στείρα. Και ο Αβραάμ εμπιστεύθηκε τον Θεό και ακολούθησε τον δρόμο, όπως του ζητήθηκε.
     Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Εβραίους, μας υπενθυμίζει αυτόν τον όρκο του Θεού, ο οποίος απευθύνεται και προς όλους όσους συνεχίζουν να αποδέχονται την πίστη του Αβραάμ, με την επέκτασή της στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο Άγιο Πνεύμα, δηλαδή όσους θέλουν να ζούνε το μυστήριο της Εκκλησίας. Μας υποσχέθηκε ο Θεός ότι θα μας ευλογήσει και ότι θα μας δώσει πολλούς απογόνους. Η ευλογία αυτή δεν έχει να κάνει κατ’ ανάγκην με τα υλικά αγαθά αυτής της ζωής, ούτε με το πόσα παιδιά θα κάνει κάποιος, αν δηλαδή θα κάνει οικογένεια. Η ευλογία είναι πρωτίστως πνευματική. Είναι η επίγνωση του νοήματος της ζωής. Είναι η πίστη που μας κάνει να αντέχουμε σε δυσκολίες και δοκιμασίες. Είναι η βεβαιότητα ότι ο Θεός προνοεί για μας. Είναι μια αισιοδοξία στην καρδιά που γίνεται χαρά ότι επειδή ο Θεός είναι μαζί μας, «ουδείς καθ’ ημών», ουδείς έχει δύναμη να μας υποτάξει. Είναι το αίσθημα πως όσους σταυρούς κι αν κληθούμε να σηκώσουμε, δεν είμαστε μόνοι. Και την ίδια στιγμή η πληθύς έχει να κάνει με την δύναμη της αρετής. Τη δύναμη των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι μόνο η πίστη που μας δίνει κουράγιο, ούτε μόνο η χαρά να έχουμε τον Θεό μαζί μας. Είναι η δύναμη της αγάπης για τον συνάνθρωπο. Ότι στις δυσκολίες πρέπει να αντέξουμε όχι μόνο για μας, αλλά και για τον καθέναν που είναι μαζί μας και είμαστε μαζί του. Είναι η δύναμη της συγχώρεσης για όσους δεν συμμερίζονται τον τρόπο μας. Είναι η δύναμη της καλοσύνης, ότι στην κακία του κόσμου, στο κλείσιμο στον εαυτό μας, εμείς αντιτάσσουμε την ανοιχτή σε όλους καρδιά, η οποία δεν περιμένει τίποτα, αλλά μοιράζεται ό,τι έχει. Είναι η ηρεμία της ψυχής, η οποία και στην ώρα της αγωνίας και του φόβου, αντιτάσσει την προσευχή και το δάκρυ ως παράκληση σ’ Αυτόν που δεν μας λησμονεί. Είναι το μέτρο της εγκράτειας που μας λέει μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε και μας κάνει να πειθαρχούμε στο θέλημα του Θεού. Είναι η ειρήνη της ύπαρξης που γνωρίζει ότι ο δρόμος μας δεν είναι δρόμος θανάτου αλλά ανάστασης και αιωνιότητας.
     Οι ημέρες μας είναι πολύ δύσκολες, κυρίως ψυχικά. Ο ακούσιος εγκλεισμός μας σε σπίτια που δεν μοιάζουν πλέον τόποι ανάπαυσης αλλά ένα είδος φυλακής, διότι δεν μένουμε σ’ αυτά επειδή το θέλουμε, αλλά επειδή δεν μας επιτρέπεται να βγούμε, μας κάνει να ξαναδούμε την ζωή μας. Ξεβολευτήκαμε από την κανονικότητά μας. Διαπιστώσαμε όμως ότι αυτή δεν περιείχε την εμπιστοσύνη στον Θεό και το ΝΑΙ στην ευλογία και την πλήθυνση. Έγκλειστοι τώρα, διαβλέπουμε τι αληθινά χρειαζόμαστε και, συχνά, όχι όλοι. Ας πάρουμε δύναμη από την πίστη και ας θυμηθούμε ό,τι ο Θεός μας υποσχέθηκε! Ας μην αποκάμουμε ψυχολογικά, θρηνώντας για τον όποιο προσωπικό ή κοινωνικό παράδεισο χάσαμε, αλλά ας δούμε τι μπορούμε να καλλιεργήσουμε. Ας εργαστούμε και πνευματικά και όταν έρθει η ώρα της επιστροφής στην όποια κανονικότητά μας, ας μην λησμονήσουμε ότι η δοκιμασία μας δίνεται για να βρούμε τον εαυτό μας και όχι για να κάνουμε ό,τι κάναμε, που αποδείχτηκε εκ των πραγμάτων ότι μένει στο εδώ και τώρα του κόσμου.  
    Η υπόσχεση του Θεού ισχύει, κυρίως, στο ξεβόλεμά μας: «ευλογών ευλογήσω σε και πληθύνων πληθυνώ σε»! Εδώ είναι το κλειδί για να αντέξουμε!

Κέρκυρα, 29 Μαρτίου 2020
Δ’ Νηστειών

3/27/20

ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Ο ΑΣΑΛΕΥΤΟΣ ΠΥΡΓΟΣ, ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟΝ ΤΕΙΧΟΣ




            Μία από τις παλαιές παραδόσεις του Γένους μας είναι και η αμοιβαιότητα Εκκλησίας και Πολιτείας, η «συναλληλία», όπως ονομαζόταν από τα χρόνια του Βυζαντίου. Σ’  αυτήν την αμοιβαιότητα η παράδοσή μας επισημαίνει το μοναδικό ρόλο της παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άβαρους, κατά το έτος 626 μ.Χ.,  ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε στην συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του.
            Γι’  αυτό και ο υμνογράφος χαρακτηρίζει την Παναγία ως τον ασάλευτο πύργο της Εκκλησίας και ταυτόχρονα το απόρθητον τείχος της βασιλείας, δηλαδή της πολιτείας. Και οι δύο εικόνες είναι παρμένες από την πολιορκία. Από τον πύργο πολεμούν οι στρατιώτες τον εχθρό. Το τείχος προφυλάσσει την πόλη και, επομένως, τους πολίτες από τις επιθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με πόλεμο.
Εχθρός της Εκκλησίας είναι ο πειρασμός, είναι ο διάβολος, είναι ένας αντίθεος πολιτισμός, ο οποίος θεωρεί ότι η Εκκλησία δεν έχει λόγο ύπαρξης, καθότι ο άνθρωπος υπάρχει για το μηδέν, για το τίποτα, και το μόνο που χρειάζεται σ’  αυτήν την ζωή είναι να περνάει καλά, να μετέχει των υλικών αγαθών, να αναστέλλει τον θάνατο, να ζει για τις σωματικές του ανάγκες. Εχθρός της Εκκλησίας είναι κάθε έλλειμα αγάπης. Η Εκκλησία  όμως στηρίζεται στην Παναγία, η οποία είναι ο ασάλευτος πύργος της. Στέκεται η Παναγία ενώπιον του πειρασμού και τον αποκρούει με όπλα της την πίστη στον Θεό, την υπακοή στο θέλημά Του, την βεβαιότητα της αναστάσεως, την αυταπάρνηση, την προσευχή ως επίγνωση των μέτρων της, την χαρά για το ότι έγινε μάνα του Θεού και μάνα όλων των ανθρώπων, κυρίως όμως την αγάπη της για όλους! Τα όπλα αυτά αποκρούουν την λύπη του θανάτου και τον φόβο του εκμηδενισμού, την κακία, το μίσος και την απελπισία! Τα όπλα αυτά αποκρούουν το μήνυμα της ζωής ως επιβίωσης και μόνο και την καθιστούν πορεία προς την αλήθεια της αιωνιότητας! Μπορεί να χρειαστεί και η μαρτυρία να γίνει μαρτύριο, είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως. Ακόμη κι έτσι όμως, όποιος ακολουθεί την Παναγία ως Υπέρμαχο Στρατηγό γνωρίζει και γιατί ζει και γιατί παλεύει!
Εχθρός της πολιτείας είναι η αποθέωση της δύναμης. Επειδή η πολιτεία έχει στα χέρια της την εξουσία, την βία, τον νόμο, δεν είναι δύσκολο να χάσει το μέτρο. Να μεθύσει τόσο ώστε να αισθανθεί ότι στα χέρια της βρίσκονται οι ζωές των ανθρώπων, όχι μόνο ως προς την επιβίωσή τους, κάτι για το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί, αλλά και ως προς το νόημα της ζωής τους. Έτσι η πολιτεία, όπως καλείται να εξοπλιστεί εναντίον των εχθρών της, που μπορεί να είναι αλλόφυλοι ή όσοι δεν αποδέχονται τις αρχές της και προκαλούν επανάσταση που αποβαίνει εις βάρος των πολιτών-μελών της, καλείται να εξοπλιστεί και με άλλες αρχές, όπως ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων να αυτοδιατίθενται, όταν δεν βλάπτουν τους άλλους, να έχουν άποψη, ακόμη κι αν αυτή είναι αντίθετη με την λογική των πολλών, να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Κυρίως όμως η πολιτεία υγιαίνει όταν αφήνει περιθώριο στην πίστη του ανθρώπου στον Θεό να συντροφεύσει την λογική. Έτσι συνδέθηκε η πολιτεία του Βυζαντίου με την Παναγία. Οι στρατιώτες είχαν τα όπλα τους και πολεμούσαν. Η πολιτεία όμως επικαλέστηκε και την βοήθεια της Παναγίας. Άφησε την εικόνα να περιτρέχει τα τείχη, δίνοντας δύναμη στους υπερασπιστές. Και η Παναγία έκανε το θαύμα της και με τον ανεμοστρόβιλο!
Η παράδοση του ελληνικού Βυζαντίου, της Ρωμανίας μας, στηρίχτηκε σ’  αυτήν την συναλληλία, στην οποία η Παναγία ήταν η εγγυήτρια. Κάποια στιγμή ακούστηκε και το «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει». Την ίδια στιγμή όμως ο λαϊκός βάρδος προσθέτει:  «σώπασε κυρα-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα  ‘ναι». Ο λαός μας δεν έχασε αυτή την εμπιστοσύνη στην Παναγία ως εγγυήτρια. Γι’  αυτό και κράτησε την Παναγία στην καρδιά του ως εχέγγυο της ελληνικότητάς του, της διαφορετικότητάς του από τους κατακτητές, ως εχέγγυο της ελεύθερης ψυχής. Και όταν ήρθε η  ώρα, συνέδεσε τον αγώνα της Παλιγγενεσίας του το 1821 με την εορτή του Ευαγγελισμού, με την Μητέρα του Θεού και μητέρα όλων μας.
Στις μέρες μας, παγωμένοι από τα γεγονότα, βλέπουμε έναν κόσμο στον οποίο να επικρατεί και πάλι ο φόβος του θανάτου, ο φόβος που ενσπείρει ο πειρασμός για τον μηδενισμό της ύπαρξης. Μήπως είναι καιρός να ξαναβρούμε αυτήν την σύνδεση αυθεντικής «συναλληλίας» Εκκλησίας και Πολιτείας, αφήνοντας κατά μέρος μονομέρειες που μαρτυρούν απουσία σεβασμού στην παράδοση του λαού μας και να ισορροπήσουμε, όσο είναι δυνατόν, έστω και στα πλέον αναγκαία, προκειμένου να δείξουμε ότι  αυτό που οι περισσότεροι επιδιώκουν, την αμοιβαιότητα, μπορούμε να το πραγματώσουμε; Η Εκκλησία δεν έπαψε να δείχνει το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ως την στρατηγό μας σε κάθε πόλεμο. Η Παναγία δίνει δύναμη. Ας μην το αγνοήσουμε!

Κέρκυρα, 27 Μαρτίου 2020
Δ’  Χαιρετισμοί

3/24/20

ΨΑΥΕΤΩ ΜΗΔΑΜΩΣ ΧΕΙΡ ΑΜΥΗΤΩΝ


Μία από τις πιο δυνατές ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης είναι και αυτή που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Β’  Βασιλειών. Ο Δαβίδ, μετά τον θάνατο του βασιλιά Σαούλ και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, ανακηρύσσεται βασιλιάς και κάνει την πορεία προς την Ιερουσαλήμ για να εγκατασταθεί εκεί. Μαζί του φέρνει την κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία είναι αποτεθησαυρισμένες οι πλάκες των Δέκα εντολών, η ράβδος του Ααρών και η χρυσή στάμνα με το μάνα από την σαραντάχρονη πορεία των Εβραίων στην έρημο. Η εντολή του Θεού ήταν ξεκάθαρη. Απαγορευόταν να αγγίξει άλλος την κιβωτό εκτός από τους ιερείς από την φυλή του Λευί. ΟΙ ιερείς που έπρεπε να σηκώσουν την κιβωτό, προτίμησαν να την βάλουν σε μία άμαξα που έσερναν βόδια. Κάποια στιγμή η άμαξα ταρακουνήθηκε πολύ με αποτέλεσμα η κιβωτός να κινδυνεύσει να πέσει. Ο οδηγός της άμαξας ο Οζα, κατέβηκε κάτω και πρόλαβε να μην πέσει η κιβωτός. Όμως παραβίασε την εντολή του Θεού και έμεινε νεκρός επί τόπου. Ο Δαβίδ δεν θέλησε να συνεχίσει την πορεία προς τα Ιεροσόλυμα, αλλά άφησε επί τρεις μήνες την κιβωτό στο σπίτι του Αβεδδαρά του Γεθθαίου, ο οποίος ευλογήθηκε από τον Θεό. Μετά από αυτό το διάστημα ο Δαβίδ τήρησε τον κανόνα και μετέφερε, όπως ήθελε ο Θεός, την κιβωτό (Βασιλειών Β’ ,  6, 1-23).
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνθέτει για την εορτή του Ευαγγελισμού τον κανόνα και στην ένατη ωδή ξεκινά με τον εξής ύμνο: “Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῶ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων. Χείλη δέ πιστῶν τῆ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ Ἀγγέλου άναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ” (άπιστο χέρι να μην αγγίξει την κιβωτό του Θεού. Μόνο χείλη πιστών σιωπηλά ανυμνώντας την Θεοτόκο με αγαλλίαση, ας αναφωνούν όπως ο άγγελος, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου - μετάφραση Ανθούσας μοναχής εν Πάτμω).  
Ο άγιος χωρίζει τώρα τον κόσμο σε δύο κατηγορίες: στους αμύητους και στους πιστούς. Ζητά από τους αμύητους να μην προσπαθήσουν να ψηλαφήσουν το μυστήριο της Θεοτόκου, το μυστήριο του Ευαγγελισμού. Υπονοεί ότι η όποια απόπειρα του αμύητου οδηγεί σε έναν άλλον θάνατο: τον πνευματικό. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που θεοποιεί τον εαυτό του, την σκέψη του και τον ορθολογισμό του, αυτός που δεν έχει σχέση με την πίστη διότι είτε την αποδέχεται ως κάτι καλό ή ως κάτι που δεν πειράζει να υπάρχει ή την απορρίπτει γιατί δεν ταιριάζει με τα δικά του μέτρα, το δικό του εγώ, στην ουσία ζει μακριά από τον Θεό και προσπαθώντας να αγγίξει, να ψαύσει  το άψαυστον του μυστηρίου, απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από τον Θεό. Και η απομάκρυνση είναι σημείο του πνευματικού θανάτου. Όση γνώση κι αν έχει ο αμύητος, δεν του φτάνει να εισέλθει στην χάρη και να ζήσει τον Θεό. Γιατί έχει αντικαταστήσει την ταπείνωση που απαιτεί η υπακοή στον Θεό, με τις δικές του απαιτήσεις για αλήθεια. 
Δεν είναι τόσο η ηθική κατάσταση του αμυήτου που ενδιαφέρει. Για τον Οζά δεν έχουμε πληροφορίες ότι ήταν ανήθικος και κακός χαρακτήρας. Μάλιστα η σκηνή του θανάτου του είναι συγκλονιστική. Ο αμύητος νομίζει ότι μπορεί να σώσει την κιβωτό από την πτώση. Και το κάνει εκείνη την στιγμή, καθώς θεώρησε ότι ο Θεός θα την άφηνε να πέσει κάτω. Υποκατέστησε τον Θεό με τον εαυτό του. Δεν είχε επίγνωση του μέτρου και της θέσης του. Και ανέλαβε έργο που δεν του αναλαγούσε. Έτσι η ασήμαντη για μας πράξη, που μαρτυρούσε όμως ένα είδος ύβρεως έναντι του Θεού και των εντολών Του, τον οδήγησε και στον σωματικό θάνατο.
Για να προσεγγίσουμε λοιπόν το μυστήριο της Θεοτόκου, χρειάζεται επίγνωση Ποιος είναι ο Θεός και τι έγινε για μας. Και η επίγνωση έρχεται “ασιγήτως”. Η πίστη είναι σιωπηλή. Δεν κάνει θόρυβο. Ακούει πολλά, αλλά μένει σταθερή εντός της ύπαρξης. Είναι εμπιστοσύνη στον Θεό που έχει τον τελευταίο λόγο. Είναι επίγνωση των ορίων και των μέτρων μας. Είναι άκουσμα του λόγου του Θεού, όπως αυτός αναφωνήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Είναι αυτή η ανύμνηση προς την Παναγία: “Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου”.
“Χαίρε”. Να στρεφόμαστε αν θέλουμε να είμαστε πιστοί προς την Θεοτόκο και να της λέμε κι εμείς “χαίρε”. Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, σου λέμε να έχεις χαρά και να την μεταδίδεις και σε μας. Να έχεις χαρά, ναι, γιατί είσαι κεχαριτωμένη, έχεις τα χαρίσματα τα μοναδικά της υπέρβασης της δύναμης που ο χρόνος έχει στον άνθρωπο όταν γεννήθηκες από ηλικιωμένους και στείρους γονείς, της ανατροφής σου στα άγια των αγίων στον ναό του Θεού, της πίστης που σε κάνει να παραδίδεσαι στον νόμο των ανθρώπων όταν σε εμπιστεύονται στον άγνωστό σου ουσιαστικά Ιωσήφ, της υπακοής στο θέλημα του Θεού που νικά κάθε λογική και καθε φόβο, της αγάπης για όλη την ανθρωπότητα που σε κάνει να δέχεσαι να κυοφορήσεις τον Αχώρητο όχι για να δοξαστείς εσύ, αλλά για να λάβει η ανθρωπότητα την ζωή που νικά κάθε θάνατο, της παρθενίας που σε κάνει να αφήνεις κατά μέρος το ανολοκλήρωτο του ανθρώπου που δεν ζει την ενότητα του σώματος με τον συνάνθρωπό του, αλλά επιλέγεις τον σταυρό να είσαι μάνα στην αιωνιότητα για όλους μας, να παρακαλείς τον καθέναν μας να αφήσει κατά μέρος τις αταξίες της αμαρτίας και να εμπιστευθεί τον Υιό σου, της αρετής που ουδείς άνθρωπος είχε και θα έχει στην ιστορία του κόσμου. Να έχεις όμως χαρά, διότι πιο πάνω από όλα αυτά ο Κύριος ο Θεός είναι μαζί σου. Πάνω από τα δικά σου μέτρα, που έφτασες την φύση μας στον υψηλότερο βαθμό που άνθρωπος θα μπορούσε να φτάσει, νιώθεις ο Θεός να σου δίνει αυτό που σου έλειπε: την ζωή που νικά τον θάνατο, τον τρόπο της συνάντησης μαζί Του, που κανείς δεν θα μπορούσε να πετύχει: δεν αποκαλύπτεται απλώς ο Θεός σε σένα. Γίνεται ένα με σένα. Παίρνει σπλάχνα από τα σπλάχνα σου, σάρκα από την σάρκα σου, αίμα από το αίμα σου, γάλα από το στήθος σου, λόγο από τα λόγια σου, γίνεται άνθρωπος και αγιάζει τον καθέναν μας, αφού πρώτα αγίασε εσένα! 
Σε χαιρετάμε, Παναγία μας, και σε παρακαλούμε στους καιρούς που όλα του ανθρώπου μαρτυρούν φόβο, απιστία, απουσία δίψας για αλήθεια, για αρετή, για αγάπη, για πίστη, στην εποχή που κυριαρχούν οι αμύητοι, να είσαι η μάνα μας, να μεσιτεύεις, να απλώνεις τα χέρια και την αγκαλιά σου και να μας δείχνεις πώς να λέμε κι εμείς με την σειρά μας το ΝΑΙ στον Υιό και Θεό σου. Πώς να Τον εμπιστευόμαστε και να νιώθουμε την ελπίδα σ᾽Αυτόν να νικά κάθε φόβο. Πώς να αισθανόμαστε, υπερβαίνοντας τα μέτρα του ορθολογισμού, ότι Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο. Πώς να μην απαιτούμε να Τον διορθώσουμε, αλλά να  κρατήσουμε τα χείλη μας “ασίγητα” μπροστά στο θέλημά Του και να προσευχόμαστε με χαρά, γιατί γνωρίζουμε ότι ούτε εσύ ούτε Εκείνος θα μας εγκαταλείψετε, ακόμη και όταν μοιάζουν μια πορεία προς ένα τέλος.
“Χαίρε”. “Ασιγήτως”. “Ταπείνωση”. “Ελπίδα”. “Πίστη”. Δεν μπορούμε να ψαύσουμε. Δεν πρέπει να ψαύσουμε. Ας κρατήσουμε τις πέντε αυτές λέξεις και ας εμπιστευθούμε την έμψυχο Κιβωτό. Και θα μας συμπεριλάβει εντός της. Μαζί με την νέα εντολή της αγάπης, αντί για τις πέτρινες πλάκες. Με το θαύμα της ανάστασης από κάθε θάνατο, το ορθολογιστικά αδύνατο αντί για το ραβδί που άνθισε. Με την τροφή της θείας ευχαριστίας, ως άρτο ζωής αιωνίου, αντί για την μανναδόχο στάμνα. Στην κιβωτό της Εκκλησίας που μας διασώζει όλους!

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2020
Του Ευαγγελισμού 

ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΜΙΣΟΣ;


Έφτανε μία ασθένεια που εξελίχθηκε σε πανδημία και η οποία έδειξε πόσο ανίσχυρος είναι ο άνθρωπος είτε απέναντι στα επιτεύγματά του είτε απέναντι στον κόσμο τον οποίο ο ίδιος εξέλιξε στον σημερινό βαθμό και πολιτισμό, αλλά δεν μπόρεσε να μην αφήσει τρύπες εισόδου του κακού σ’   αυτόν, για να εκφρασθεί μίσος απέραντο εναντίον της πίστης και των χριστιανών! Ούτε λίγο ούτε πολύ οι χριστιανοί θα είμαστε υπαίτιοι για τον θάνατο πολλών ανθρώπων, καθώς συναζόμαστε στις εκκλησίες, κοινωνούμε, οι περισσότεροι είναι ηλικιωμένοι  και, επομένως, ευπαθείς και θα μεταδώσουμε τον θανατηφόρο ιό στους συνανθρώπους μας.  Οι ηλικιωμένοι κλείστηκαν στο σπίτι, οι οικογένειες έπαψαν να εκκλησιάζονται, οι ναοί τελικά έκλεισαν, αλλά πολλοί εξακολουθούν να κουνούν το δάχτυλο ως νέοι Νέρωνες και Διοκλητιανοί. Δημοσιογράφοι που αρθρογραφούν σε αθλητικές ιστοσελίδες ανέλαβαν εργολαβικά να ζητήσουν την δημόσια διαπόμπευση των επισκόπων και των κληρικών, σε παραληρήματα ρατσιστικού λόγου, για τον οποίο ουδείς θα τους ελέγξει. Πολιτικοί από βήματος Βουλής θεώρησαν τους χριστιανούς ως κτήτορες του ιού, ενώ διάφοροι επιστήμονες, χωρίς στοιχεία, αλλά με εικασίες και από ιδεολογικές τους θέσεις, καταδίκασαν τους χριστιανούς σε κοινωνικό θάνατο.
                Γιατί τόσο μίσος, αλήθεια;
        Λόγος που δεν στηρίζεται σε λογική ακρίβεια, λόγος που μαρτυρεί φόβο θανάτου και ανασφάλεια, λόγος που εχθροποιεί όποιον βλέπει την ζωή διαφορετικά, λόγος που ξυπνά στερεότυπα τα οποία κοιμόντουσαν σε έναν πολιτισμό της φαινομενικής ανοχής στο διαφορετικό.  Όταν περάσει η κρίση, καλό θα ήταν να συγκεντρωθούν από τους εκκλησιαστικούς υπευθύνους, τα δημοσιεύματα και ο λόγος αυτός, διότι δείχνουν το κοινωνικό μαρτύριο το οποίο οι χριστιανοί περνούμε σήμερα. Ταυτόχρονα θα άξιζε να γίνει σύγκριση με τον χριστιανικό λόγο για την διαφορετικότητα που παρουσιάζει ως αυτονόητη η εποχή μας: η πίστη μας διδάσκει ότι προσπαθούμε ως χριστιανοί να καταλάβουμε τον συνάνθρωπό μας, να αποδεχτούμε την ελευθερία του, να βλέπουμε και την αμαρτία του, ωστόσο να μην τον αποπαίρνουμε, να μην τον καταδικάζουμε, να μην τον εξορίζουμε κοινωνικά.
       Η θλίψη όμως αυξάνεται, όταν βλέπουμε ένα υπόκωφο μίσος εναντίον της λαϊκής μας ευσέβειας, του τρόπου που οι πολλοί ζούνε την πίστη, από επιφανείς, κατά τα άλλα χριστιανούς, οι οποίοι, μέσα στην μόρφωσή τους και μέσα στην αγωνία τους να γίνουν αποδεκτοί από το σύστημα που κυριαρχεί, κουνούν κι αυτοί το δάχτυλο στον καθημερινό χριστιανό που πονά όταν του αμφισβητούν την θεία κοινωνία, όταν τον θεωρούν κινούμενη βόμβα μετάδοσης ασθένειας, οπισθοδρομικό, άσχετο με τη θεολογία. Ίσως αυτός ο πόνος να είναι μεγαλύτερος, διότι προέρχεται από τους οικιακούς.
          Παρηγοριά  χρειαζόμαστε οι χριστιανοί. Κλεισμένοι στο ταμιείον μας, διαπιστώνουμε για μία ακόμη φορά την ανεπάρκεια της θεσμικής Εκκλησίας να έχει υλικό για δύσκολες μέρες που να αναφέρεται σε παιδιά και νέους, να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία, να προτείνει από περιηγήσεις σε ναούς και στην ιστορία τους, μέχρι ταινίες με βίους αγίων ή αποσπάσματα από κείμενα πατερικά ή λόγους ανθρώπων που να μιλάνε σύγχρονα, που να μην περιορίζουν το ενδιαφέρον τους στην ηθική των ανθρώπων, που να δείχνουν τον Χριστό.
          Κι όμως! Μέσα σ’  αυτό το κλίμα δεν θα χάσουμε την αισιοδοξία μας που πηγάζει από τον Χριστό, που είπε:  «Αν ο κόσμος εμένα μίσησε και εσάς θα μισήσει»! Θα περιμένουμε να ξανασμίξουμε στις εκκλησιές μας, μετρώντας πληγές, αλλά όρθιοι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τρίτης 24 Μαρτίου 2020

3/21/20

ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ (ΟΦΕΙΛΕΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙΝ)




«Καί διά τήν ἀσθένειαν ὀφείλει, καθώς περί τοῦ λαοῦ, οὕτω καί περί ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπέρ ἁμαρτιῶν» (Ἑβρ. 5,3)
«Κάθε αρχιερέας έχει κι ο ίδιος ανθρώπινες αδυναμίες και εξαιτίας τους είναι υποχρεωμένος να προσφέρει, όπως για τον λαό, έτσι και για τον εαυτό του, θυσίες για την συγχώρηση τω αμαρτιών».

                Στις δύσκολες ημέρες που διερχόμαστε, εκτός των άλλων, ένα ερώτημα που δεν έχει εύκολη απάντηση, αναφύεται στις σκέψεις και τις καρδιές όλων: είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας ατομικές υποθέσεις ή γεγονότα που πρέπει να συμπεριλαμβάνουν το σώμα του Χριστού, έστω και με αντιπροσωπευτική παρουσία; Η θεία λειτουργία τελείται από τον επίσκοπο ή τον ιερέα μόνο ή χρειάζεται και έναν εκπρόσωπο του λαού (έναν ψάλτη, έναν επίτροπο, έναν νεωκόρο, μία γυναίκα, έναν άντρα, ένα παιδί, έναν μοναχό, μια μοναχή);
Η συζήτηση έρχεται να ενταθεί καθώς φτάσαμε στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, στην οποία η Εκκλησία μας θέτει εν μέσω του ναού και εν μέσω του κόσμου τον Τίμιο Σταυρό για να πάρουμε δύναμη, να τον προσκυνήσουμε και να θυμηθούμε ότι η ζωή μας προϋποθέτει τον σταυρό πριν έρθει η ανάσταση. Η Εκκλησία μας ακόμη ορίζει να διαβάζεται ένα απόσπασμα από την επιστολή του αποστόλου Παύλου προς τους Εβραίους, στο οποίο επισημαίνεται ότι ο ηγέτης της ιουδαϊκής κοινότητας, ο αρχιερέας, κάθε χρόνο προσέφερε εισερχόμενος στα Άγια των Αγίων μία θυσία εξιλαστική, με την προσφορά ζώων, με το αίμα των οποίων ράντιζε τον λαό. Αυτή την θυσία την προσέφερε και για τον εαυτό του, για τις δικές του δηλαδή αμαρτίες, και γι’ αυτές του λαού του. Βεβαίως, στην Καινή Διαθήκη την θυσία αυτή την προσέφερε άπαξ ο Χριστός ως ο Μέγας Αρχιερέας της ανθρωπότητας. Δεν ήταν θυσία ζώων, αλλά του ίδιου του εαυτού Του. Δεν την προσέφερε γιατί ο ίδιος είχε αμαρτίες. Την προσέφερε για τις δικές μας αμαρτίες.
Κάθε φορά που τελείται η θεία λειτουργία ο επίσκοπος ή ο ιερέας εις τύπον Χριστού τελούν την αναίμακτο πλέον θυσία, διότι στον Γολγοθά έγινε η θυσία του αίματος πάνω στον σταυρό, ενώ τώρα μεταβάλλεται ο άρτος και ο οίνος σε σώμα και αίμα Χριστού, Σταυρωμένου και Αναστημένου, κατά τον τρόπο του μυστηρίου. Κάθε φορά που τελείται θεία λειτουργία ο επίσκοπος ή ο ιερέας την προσφέρουν και για τις δικές τους αμαρτίες και για τις αμαρτίες του λαού, καθότι ο επίσκοπος ή ο ιερέας είναι ως «εις», ένας εκ του λαού, ο επικεφαλής του, χωρίς να εξαιρούνται όμως από την φθορά της ανθρώπινης φύσης, την αποτυχία της να επιλέξει την ζωή με τον Θεό «κατά πάντα» και «διά πάντα». Ο επίσκοπος και ο ιερέας είναι απαραίτητοι για την τέλεση της λειτουργίας, διότι συνεχίζουν το έργο του Χριστού και των Αποστόλων. Αλλιώς θα εκπίπταμε σε μία μορφή προτεσταντισμού, όπου η ιερωσύνη είναι γενική μόνο και δεν έχει μυστηριακό, χαρισματικό χαρακτήρα. Είναι αυτονόητο ότι ο επίσκοπος και ο ιερέας θα κριθούν ξεχωριστά, προσωπικά, για τις δικές τους αμαρτίες, για το αν αξιοποίησαν το επιπλέον χάρισμα που τους δόθηκε, αυτό όμως δεν καταργεί την σημασία της παρουσίας τους στην εκκλησιαστική ζωή!
Η θεία λειτουργία είναι εκκλησιαστικό γεγονός, διότι η Εκκλησία συμπεριλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα. Εκπρόσωπος της ανθρωπότητας είναι ο επίσκοπος ή ο ιερέας. Η θεία λειτουργία έχει νόημα, έχει τελεστεί ακόμη κι αν κανείς δεν έχει κοινωνήσει, διότι εντός της συμπεριλαμβάνεται όλη η Εκκλησία και αυτό ομολογείται όταν η ευχή είναι «υπέρ του σύμπαντος κόσμου», η προσφορά της θυσίας είναι «υπέρ της οικουμένης, της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, της από περάτων έως περάτων της οικουμένης», είναι «υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων», είναι «υπέρ των αγίων», ακόμη και «υπέρ της Θεοτόκου», παρότι αυτοί προσεύχονται και μεσιτεύουν για μας. Επομένως, παρόντες και απόντες, ζώντες και τεθνεώτες συμπεριλαμβάνονται στην θεία λειτουργία.
Όμως υπάρχει κι ένας λόγος του Χριστού που μας βοηθά να κατανοήσουμε και μιαν άλλη αλήθεια: όπου «εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18,20). Ο επίσκοπος ή ο ιερέας μπορούν να τελέσουν την θεία λειτουργία, όταν για λόγους ανάγκης δεν είναι κανείς λαϊκός, αλλά αυτό δεν είναι το σωστό. Γι’ αυτό και οι ευχές της θείας λειτουργίας είναι γραμμένες σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, ιδίως αυτή που προηγείται του «Πάτερ ημών» και είναι η προπαρασκευαστική για την συμμετοχή στην θεία κοινωνία. Αν υπάρχει κάποια αναγκαστική κατάσταση που δεν επιτρέπει την παρουσία πιστού, γεγονός μεγάλης θλίψης, ο επίσκοπος και ο ιερέας οφείλουν να έχουν εξασφαλίσει ότι, έστω και αργότερα, ένας ακόμη πιστός θα κοινωνήσει ή και σε χρόνο που δεν συνδέεται καθόλου με την τέλεση της θείας λειτουργίας.
Αυτό έρχεται να μας το υπενθυμίσει και μία άλλη εκκλησιαστική πράξη. Ότι η Εκκλησία εκ της παραδόσεώς της διαφυλάττει θεία κοινωνία, άγιον άρτο εμβαπτισμένο, τόσο κατά την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής, όσο και καθόλο τον χρόνο στο αρτοφόριο της αγίας τραπέζης, ώστε οι χριστιανοί να μεταλαμβάνουν ακόμη κι αν δεν γίνεται θεία λειτουργία. Ιδίως οι ασθενούντες και ετοιμοθάνατοι, όταν το ζητήσουν, κοινωνούν. Αυτό δείχνει ότι για την Εκκλησία  η θεία ευχαριστία, η θεία κοινωνία, ο σκοπός δηλαδή για τον οποίο τελείται η λειτουργία, δεν περιορίζεται χρονικά, κατά την ώρα του μυστηρίου, αλλά επεκτείνεται κάθε στιγμή της ζωής μας, αρκεί ο άνθρωπος να το ζητήσει.
Η θεία λειτουργία, επομένως, είναι πράξη θυσίας και αγάπης και προσφοράς, στην οποία ο Χριστός είναι ο ίδιος ο «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος», αλλά συμμετέχει μαζί του και ο άνθρωπος, διότι αυτός καλείται να κοινωνήσει.  «Ιδιωτική» θεία λειτουργία, με την έννοια ότι κάποιος ζητά από τον επίσκοπο ή τον ιερέα να τελέσει την λειτουργία μόνο γι’  αυτόν ή τους οικείους του, δεν νοείται, διότι εκ της φύσεώς της η θεία λειτουργία είναι για όλους. Όμως γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σ’ αυτήν για όσους προσκομίζουν τα δώρα και υπέρ ων προσεκόμισαν, κάτι που δείχνει ότι η Εκκλησία συγκαταβαίνει στην ανάγκη του ανθρώπου κάποια στιγμή να ζητήσει πιο πολύ για τον εαυτό του την χάρη του Θεού, εντός όμως της κοινότητας.
Στις δύσκολες ημέρες που διερχόμαστε χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι η τέλεση της θείας λειτουργίας, έστω και σε έναν ναό ή σε ένα μοναστήρι, ακόμη και χωρίς την φυσική παρουσία των πιστών, με μόνο έναν εκ του λαού, είναι ευλογία και χρέος της Εκκλησίας. Ζούμε μία περίοδο σταύρωσης της πίστης. Μπορεί, χάριν της αγάπης για τον πλησίον, να υπομένουμε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η καρδιά μας το δέχεται. Ας παρακαλούμε τον Θεό να μας συγχωρήσει για τις αμαρτίες μας, ας μη λησμονούμε ότι όλοι μας εμπίπτουμε στην φθορά της φύσης, ας κάνουμε υπομονή και προσευχή και ας ποθούμε ό,τι στερούμαστε, χωρίς όμως να ωραιοποιούμε την κατάσταση.

Κέρκυρα, 22 Μαρτίου 2020
Γ’ Νηστειών-της Σταυροπροσκυνήσεως