9/17/19

ΑΔΕΙΕΣ ΦΩΛΙΕΣ


                Όταν έρχεται ένα παιδί στον κόσμο, ιδίως όταν είναι το πρώτο, οι γονείς περνούν κρίση ταυτότητας. Δεν είναι μόνο η επιλόχειος κατάθλιψη της γυναίκας. Και ο άντρας συνειδητοποιεί, εκτός από την ανάγκη να αναλάβει την ευθύνη της πατρότητας, ότι έδωσε ζωή σε μία νέα γενιά, ότι έχει διάδοχο, αγόρι ή κορίτσι δεν έχει σημασία, και επομένως ο ίδιος έχει μπει στην τροχιά της φθοράς, ότι ο θάνατος δεν είναι ένα τόσο ξένο και μακρινό γεγονός, ότι η ύπαρξη αποκτά άγχος που πριν δεν υπήρχε. Όλα αυτά τα στοιχεία, εάν οι γονείς είναι σε θέση να τα εκτιμήσουν, μπορούν να βοηθήσουν ώστε μία νέα ταυτότητα να χτιστεί: αυτή του υπεύθυνου ενήλικα για τους άλλους, αυτή του συνδημιουργού του Θεού, αυτή που μόνο με την αγάπη βρίσκει νόημα και καταξίωση. Διότι κάθε άγχος, κάθε κατάθλιψη, κάθε κόπος έχουν ως αντίβαρό τους την αγάπη.
                Όταν το παιδί ενηλικιώνεται και φεύγει από το σπίτι για να σπουδάσει, ιδίως όταν είναι το τελευταίο και δεν έχει μείνει άλλο μέσα στο σπίτι, και πάλι οι γονείς περνούν μία νέα κρίση ταυτότητας. Διότι τώρα συνειδητοποιούν ότι «η ουσία της αγάπης μετρά στην απουσία» (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας). Η απουσία του παιδιού από το σπίτι κάνει τους γονείς να προβληματίζονται: το μεγάλωσαν για να γίνει ελεύθερο ή για να το ελέγχουν και με κάθε τρόπο να το ξαναφέρουν πίσω, κυρίως με την οικονομική εξάρτηση ή την χειριστικότητα του συναισθήματος; Η απουσία του παιδιού από το σπίτι κάνει τους γονείς να προβληματίζονται για την ποιότητα της δικής τους σχέσης. Το σύνδρομο «της άδειας φωλιάς» γεννά το ερώτημα του πόσο σημαντικός είναι ο άλλος για την ζωή μου. Διότι τώρα κανένα άλλοθι της ανατροφής και της προόδου του παιδιού δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε μια σχέση που δεν έχει επικοινωνία, μνήμες, θέληση να κρατήσει. Γι’ αυτό και η ταυτότητα των γονέων πρέπει να εξελιχθεί με βάση την απόφαση να συνυπάρξουν ή να χωρίσουν.
                Όταν οι γονείς του ζευγαριού φύγουν από την ζωή, τότε και πάλι μία νέα κρίση ταυτότητας καραδοκεί. Ο θάνατος του γονέα, πέρα από τον πόνο της οριστικής απώλειας, την αποτίμηση της σχέσης, τυχόν εκκρεμότητες και ενοχές, κάνει αυτόν που ζει τον θάνατο να αισθάνεται ότι έρχεται και η δική του σειρά. Έτσι ή θα αποφασίσει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, με το πρόσωπο που αγάπησε και έζησε μαζί του όλα αυτά τα χρόνια στην οικογένεια ή θα συμπεριφερθεί παλιμπαιδίζοντας, ψάχνοντας νέες σχέσεις για να ζήσει όσα δεν έζησε, για να προλάβει πριν πεθάνει. Η ταυτότητα περιλαμβάνει συμφιλίωση, αγάπη, συνύπαρξη ή γκρέμισμα των πάντων.
                Η ουσία της αγάπης λοιπόν ουσιαστικά μετριέται στην απουσία της προτεραιότητας του εγώ μας. Εδώ είναι το κλειδί. Το ίδιο και η απουσία των όσων έχουν συνδέσει την ζωή μας μαζί τους, είτε προσωρινή είτε οριστική, γεννά κρίση. Η Εκκλησία στηρίζει την πρόταση ταυτότητας για τον άνθρωπο στην αγάπη που νικά το εγώ, που συμφιλιώνει, που μας κάνει να δούμε το εαυτό μας  στην διάσταση που υπερβαίνει τον χρόνο. Στην δίψα για κοινωνία με τον Θεό που μας βοηθά να ωριμάσουμε, αλλά και να αφήσουμε ελεύθερους τους άλλους. Και τότε όλοι γίνονται πραγματικά ζωή μας!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 18 Σεπτεμβρίου 2019

9/14/19

ΕΓΩ ΓΑΡ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ ΝΟΜΩ ΑΠΕΘΑΝΟΝ, ΙΝΑ ΘΕΩ ΖΗΣΩ


«΄Εγώ γάρ διά νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω» (Γαλ. 2, 19)
«Κι αληθινά, με κριτήριο τον νόμο, έχω πεθάνει για την θρησκεία του νόμου, για να βρω την ζωή κοντά στον Θεό»

            Η πίστη μας προϋποθέτει μία συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στον θάνατο και την ζωή. Γι’ αυτό και συνεχώς η Εκκλησία θέτει ενώπιόν μας το σημείο του Σταυρού. Πάνω στον Σταυρό, μαζί με τον Χριστό, πέθανε η ισχύς του θανάτου, η ισχύς της αμαρτίας, της αποκοπής δηλαδή του ανθρώπινου γένους από τον Θεό και το δικαίωμα της αυτοθέωσης. Πέθανε η θρησκεία του μωσαϊκού νόμου, ένα αίσθημα δηλαδή περιουσιότητας, το οποίο διακατείχε τον Ιουδαϊκό λαό και το οποίο, ενώ δόθηκε για να προετοιμαστεί ο κόσμος για τον ερχομό του Χριστού, καταστάθηκε κριτήριο αυτάρκειας και αυτεξουσιότητας, με αποτέλεσμα αυτός ο λαός να αισθάνεται ότι έχει το δικαίωμα να δεσμεύει και τον ίδιο τον Θεό, για το ποιοι σώζονται και ποιοι όχι. Πέθανε το αδύνατον ο άνθρωπος να μπορεί να κοινωνήσει με τον Θεό ενώπιος ενωπίω», με αποτέλεσμα ουδείς δίκαιος της Παλαιάς Διαθήκης να μπορεί να σωθεί μέχρι την Ανάσταση του Χριστού, διότι ο Θεός δεν ήταν θεατός και προσιτός στην ανθρώπινη φύση, καθώς το κτιστόν μπορούσε να γνωρίσει ότι υπάρχει το άκτιστον, αλλά δεν είχε την δυνατότητα να κοινωνήσει μαζί Του, εφόσον η μία κατηγορία δεν μπορεί να γίνει ένα με την άλλη.
Με την πρόσληψη της φύσης μας από τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού, το πρώην αθεράπευτον θεραπεύεται. Αρκεί να πεθάνει μαζί με ό,τι το καθιστούσε αθεράπευτο. Βεβαίως, στο πρόσωπο του Χριστού δεν πεθάνει η θεότητα. Αλλά και η ανθρώπινη φύση δεν υφίσταται τις συνέπειες του χρόνου και της κτιστότητος, οι οποίες είναι και βιολογικές και οντολογικές. Έτσι η σάρκα του Χριστού δεν γνώρισε την διαφθορά την βιολογική, δεν αποσυντέθηκε. Ούτε όμως και η ψυχή Του έζησε το ακοινώνητον με τον Θεό, διότι παρέμενε συνεχώς ενωμένη με την θεότητα. Έτσι, ο Χριστός ενώ πέθανε ως προς το ανθρώπινο, συνανέστησε όλη την ανθρώπινη φύση, διότι η παρουσία Του στον Άδη έκανε τις ψυχές που βρίσκονταν στην αναμονή και την προσδοκία, αλλά και στην ακοινωνησία με τον Θεό, να έχουν πλέον τον πρωτότοκο των νεκρών μαζί τους. Και Αυτός ενεργοποίησε σε όσους άκουσαν, είδαν, γεύτηκαν και αποδέχτηκαν την παρουσία Του, την δυνατότητα μετοχής, ομοίωσης, συνανάστασης, βγάζοντας μας από το σπήλαιο του σκοταδιού και της σκιάς του θανάτου!
Ο Χριστός δεν έζησε την αμαρτία της ανθρώπινης φύσης, διότι εξ αρχής ήταν ένα με την θεία. Όμως εκούσια αποδέχτηκε τις συνέπειές της πάνω στον σταυρό.  Και μας καλεί όλους να Τον ακολουθήσουμε. Να πεθάνουμε για να αναστηθούμε. Να αφήσουμε στην άκρη βεβαιότητες, πάθη, αυτάρκειες, γνώσεις, αίσθημα ότι εμείς ξέρουμε για λογαριασμό του Θεού και να εμπιστευθούμε την θεία, την φίλη, την γλυκύτατη φωνή Του, όπως αυτή ακούγεται στο Ευαγγέλιο και την Εκκλησία, να πούμε ναι στο κάλεσμά Του και να άρουμε τον δικό μας σταυρό που είναι να μην βάλουμε τίποτε από όσα μας αρέσουν πιο πάνω από τον τρόπο της αγάπης, ει δυνατόν της απόλυτης.
Κληθήκαμε σε μία οδό θανάτου. Αυτή η κλήση διαλύει την ψευδαίσθηση ότι όλα στην ζωή μας είναι ρόδινα, εφόσον πιστεύουμε. Ότι ακολουθώντας τον Θεό δεν θα πονέσουμε. Ότι ο κόσμος μας απογοητεύει, διότι μας κάνει να πορευόμαστε στην ζωή της αμαρτίας, ενώ κοντά στον Χριστό, επειδή θα ξεπεράσουμε τον τρόπο της αμαρτίας, αυτό θα μας κάνει ευτυχισμένους, αμέριμνους, άπονους και άκοπους. Το αντίθετο θα συμβεί και συχνά.
 Ο Χριστός επάνω στον Σταυρό βίωσε την στιγμή της απόλυτης μοναξιάς, εγκαταλελειμμένος από τον Θεό Πατέρα στο τάνυσμα της ελευθερίας στο απόλυτο της αγάπης, δηλαδή στην στιγμή της απόλυτης εμπιστοσύνης στο θέλημα του Πατρός που έφτανε στον θάνατο, αλλά και εγκαταλελειμμένος από τους ανθρώπους, παρότι στον Γολγοθά συνυπήρχαν εκείνοι που Τον αγαπούσαν και εκείνοι που Τον θανάτωσαν, όμως κανείς δεν μπορούσε να ζήσει μαζί Του την ώρα του θανάτου, όπως κανείς δεν ζει με άλλον την ώρα του δικού του θανάτου. Μόνο που για μας υπάρχει παρηγοριά. Αν πιστεύουμε, κάθε ώρα και στιγμή που αφήνουμε το  εγώ μας να πεθάνει ή όταν έρχεται η ώρα που θέλοντας και μη καλούμαστε να αποδεχτούμε τον θάνατο κάθε μορφής, τότε ο Χριστός είναι παρών. Είναι δίπλα μας. Είναι μέσα μας. Και μας συνοδεύει, όπως και τους αγίους, όχι μόνο η πίστη, αλλά και η εμπειρία της Ανάστασης.
Σταυρός και Ανάσταση. Θάνατος και Ζωή. Αν στους καιρούς μας πάψουμε να φοβόμαστε να αφήσουμε πίσω ό,τι μας αρέσει χάριν της αγάπης του Χριστού, χάριν της αγάπης για τον πλησίον, τότε ο εαυτός μας εν τη Εκκλησία βρίσκει την ζωή κοντά στον Θεό. Ας μην πενθούμε για νόμους αρεσκείας, αυτάρκειας, βεβαιοτήτων, ευχαρίστησης που αφήνουμε πίσω. Ας αφηνόμαστε στον αγαπώντα Θεάνθρωπο και ας μοιραζόμαστε την χαρά της παρουσίας Του με όσους μας αγαπούνε, ει δυνατόν με όλο τον κόσμο!
Δεν είναι ήττα ο Σταυρός. Είναι μία καινούργια αρχή κάθε στιγμή, μαζί με τον Χριστό!

Κέρκυρα, 15 Σεπτεμβρίου 2019
Κυριακή μετά την Ύψωση

9/13/19

ΕΥΔΟΚΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΑΤΗΣ ΜΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΣΩΣΑΙ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΣ



«Ἐπειδή γάρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διά τῆς σοφίας τόν Θεόν, ἐυδόκησεν ὁ Θεός διά τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τούς πιστεύοντας» (Α ’Κορ. 1, 21)
«Πράγματι, επειδή οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν με τη σοφία τους να αναγνωρίσουν τον αληθινό Θεό μέσα στα δημιουργήματά Του, που φανερώνουν τη σοφία του Θεού, ο Θεός ευδόκησε να σώσει με τη μωρία του κηρύγματος από τον τελικό όλεθρο εκείνους που θα πιστέψουν»

            Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί το έσχατο σημείο μωρίας για τους ανθρώπους. Ο Θεός καταδικάζεται να πεθάνει με τον θάνατο του κακούργου πάνω σε δύο κομμάτια ξύλο! Είναι αδιανόητο για την εικόνα που οι άνθρωποι έχουμε για τον Θεό, τον όποιο θεό, να μπορούμε να δεχτούμε μία τέτοια επιλογή.
Πρώτα απ’ όλα ο Θεός δεν μπορεί να πεθαίνει. Αν ο Θεός είναι ίδιος με τον άνθρωπο, δηλαδή νικιέται από τον χρόνο και έχει τέλος, τότε τι είδους θεός μπορεί να είναι; Γιατί να πιστέψουμε σ’ αυτόν;
 Ο θάνατος συνεπάγεται και την σωματικότητα του Θεού. Πεθαίνει αυτός που έχει όντως προσλάβει σώμα, που είναι και σώμα, διότι αν απλώς είχε μεταμορφωθεί σε άνθρωπο με σάρκα και οστά, τότε ο θάνατός του δεν είναι πραγματικός. Πώς όμως μπορούμε να δεχτούμε ότι ο Θεός έχει σώμα, έχει ανάγκη να φάει, να πιεί, να κοιμηθεί, έχει συναισθήματα, έχει χαρά και λύπη, δοκιμάζεται από πειρασμούς; Ζητάμε έναν θεό ανώτερο από εμάς, παντοδύναμο και όχι παθητό, όχι όμοιο με μας. Πώς να εμπιστευθούμε το όμοιον;
 Κι αν πεθαίνει πάνω στον σταυρό ο Θεός, αυτό κι αν είναι σκανδαλώδες.  Στον σταυρό πεθαίναν οι υποκείμενοι στην εξουσία του κράτους υπήκοοι. Μπορεί ένας θεός, τον οποίο πιστεύουμε και θέλουμε παντοδύναμο, να είναι υπήκοος ανθρώπων;  Και όχι μόνο αυτό. Μπορεί ένας θεός να υφίσταται την τιμωρία των κακούργων, των εγκληματιών, αυτών που έχουν ταλαιπωρήσει την κοινωνία, που έχουν κλέψει, αρπάξει, αδικήσει, σκοτώσει τους συνανθρώπους τους; Είναι δυνατόν να παραβιάζει κανόνες ηθικής της κοινωνίας ο θεός;
Κι αν πέθανε ο Θεός, τότε τι γίνεται; Ποιο το νόημα της σχέσης του μαζί μας; Θέλουμε να πιστεύουμε σε μια διαφορετική ζωή μετά τον θάνατο. Να απαλλαγούμε από τα βάσανα και τις αδικίες αυτής της ζωής ή να βρούμε έναν τρόπο με τον οποίο και στην συνέχεια, αν περνάμε καλά, να συνεχίσουμε να το ζούμε έτσι. Εμείς γνωρίζουμε ότι ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε δεν μας κάλεσε να φύγουμε από αυτόν τον κόσμο, αλλά μας κάλεσε να τον μιμούμαστε, να σταυρωνόμαστε και να ανασταινόμαστε σ’ αυτήν την ζωή, ελπίζοντας στην κρείττονα ανάσταση όταν εκείνος το θελήσει. Ένας θεός για τον οποίο δεν υπάρχει μόνο η ψυχή, δεν υπάρχει μόνο η αιωνιότητα, αλλά υπάρχει και το σώμα, υπάρχει και η παρούσα ζωή, είναι ένας θεός σκάνδαλο...
Κι όμως αυτό ζούμε κοιτάζοντας τον τίμιο Σταυρό του Κυρίου. Αυτό διαδηλώνουμε υψώνοντάς τον στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ότι πιστεύομε σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος, διατηρώντας την θεότητά Του ταυτόχρονα. Ότι πιστεύουμε σε έναν Θεό, όχι αφηρημένα παντοδύναμο, αλλά συγκεκριμένα, μόνο που η δύναμή Του είναι η αγάπη! Πιστεύουμε σε έναν Θεό που προσέλαβε το σώμα μας, γεύτηκε ό,τι γευόμαστε οι άνθρωποι, τα αδιάβλητα πάθη μας, πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, λυπήθηκε, χαμογέλασε, έδωσε, πήρε, μοιράστηκε, μίλησε, σιώπησε, υπέφερε, αφέθηκε στον θάνατο, όχι επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά διότι μόνο έτσι μπορούσαμε στο πρόσωπό Του να γνωρίσουμε τον Πατέρα, να γευτούμε τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, να κατανοήσουμε ότι όλα αγιάζονται, αλλά και ότι όταν θα έρθει η ώρα του θανάτου δεν υπάρχει εμπόδιο να Τον δούμε, αφού έγινε ένας από εμάς, με σώμα και ψυχή. Και φεύγοντας από αυτήν την ζωή, προγευόμαστε με την ψυχή μας την αιώνια, αφού έχουμε παράσταση του Θεού που έγινε άνθρωπος. Μέσα από την σχέση μαζί Του  γνωρίζουμε. Η ψυχή μας δεν του είναι ξένη, αφού πήρε την φύση μας. Το Πρόσωπό Του δεν μας είναι ξένο, αφού είναι «όμοιος με μας κατά πάντα», δίχα αμαρτίας.
Κι όλα αυτά στον Σταυρό. Στο ξύλο στο οποίο Τον καταδικάσαμε. Του δείξαμε την αγνωμοσύνη μας. Σ’ αυτό που νιώθουμε το ποιοι είμαστε, αλλά κι Εκείνος ποιος είναι. Στο αναγκαίο του θανάτου, αντιτάσσει την επιλογή, το εκούσιο, την ελευθερία να πεθάνει από αγάπη. Στην καταδίκη γιατί δεν αντέχαμε την τελειότητά Του, αντιτάσσει την ταπείνωση να υπομένει τα πάντα. Στην βεβαιότητα ότι δεν μας ελέγχει, αντιτάσσει  κάθε λόγο Του και κάθε σιωπή Του, που διδάσκει και μεταμορφώνει.  Στο αίσθημα ότι θέλουμε έναν θεό στα μέτρα μας, για να μην χρειάζεται να τον ακολουθούμε, αντιτάσσει τον Θεό της συγκατάβασης στα μέτρα μας, της συγχώρεσης, αλλά και της αλήθειας.
Το σημείο του Σταυρού είναι και θα παραμένει η ομολογία ότι όσο κι αν μας θεωρούν μωρούς, εμείς γνωρίζουμε, σχηματίζουμε στο σώμα μας και ευγνωμονούμε με την καρδιά μας Αυτόν που μας σώζει!

Κέρκυρα, 14 Σεπτεμβρίου 2019
Της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

9/11/19

ΤΙ ΖΗΤΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;


                Τι ζητάμε άραγε από το παιδί μας στο σχολείο;
                Οι γονείς θέλουμε καλούς βαθμούς. Θέλουμε το παιδί μας να απασχολείται αρκετές ώρες την ημέρα και να καλύπτει τα κενά τα οποία υπάρχουν στον αυτόματο πιλότο της ανατροφής. Να μην είναι με ένα κινητό στο χέρι. Να μαθαίνει για την ζωή του, να παίρνει γνώσεις που θα το βοηθήσουν αργότερα να επιλέξει το επάγγελμα που θα ακολουθήσει, να κοινωνικοποιηθεί με πνεύμα συνεργασίας, αλλά και ανάδειξης των ικανοτήτων του. Η Πολιτεία ενδιαφέρεται το παιδί να αποκτήσει συνείδηση του καλού πολίτη. Να εντρυφήσει στους δημοκρατικούς θεσμούς. Να έχει υγιή συμπεριφορά. Να μάθει να συνεργάζεται επ’  αγαθώ της κοινωνίας. Να συνυπάρχει με όσους δεν είναι της ίδιας ταυτότητας. Να μπορεί να προοδεύσει, ώστε εντασσόμενο στην παραγωγική διαδικασία, να βοηθήσει την οικονομία του κράτους.  
                Φτάνουν όμως αυτά; Ποιο είναι το νόημα της αληθινής προόδου;
                Στους αρχαίους Έλληνες το όραμα για τον άνθρωπο ήταν να γίνει «καλός καγαθός». Να είναι υγιής ως προς το σώμα, όμορφος και δυνατός και γι’  αυτό επέμεναν στην γυμναστική. Να είναι υγιής στο πνεύμα, να έχει καλοσύνη, αρετή και να αναζητά την σοφία, την αλήθεια, την ελευθερία. Γι’  αυτό και η παιδεία για τους αρχαίους ήταν έρωτας του αγαθού και την ίδια στιγμή «τόκος», γέννα  του στην ζωή του ανθρώπου. Στην χριστιανική παράδοση η παιδεία είναι «μετάληψη αγιότητας», δηλαδή σπουδή της γνώσης του Θεού και στην πράξη αγάπη για τον άνθρωπο, υπέρβαση των παθών, ελευθερία από κάθε δεσμό με το κακό.  Η αγάπη γίνεται σταυρός που οδηγεί στον Θεό και τον πλησίον. Γι’  αυτό η παιδεία στην χριστιανική πίστη έχει να κάνει με την ζωή της Εκκλησίας είτε στην πόλη είτε στην έρημο. Και ζει την Εκκλησία όποιος απαρνιέται τον εαυτό του και δεν τον καθιστά την μοναδική προτεραιότητα της ύπαρξής του.
                Στην παιδεία των καιρών μας οι δύο αυτές όψεις της προόδου, οι οποίες επικυρώνονταν από την κοινωνία είτε της πόλης-κράτους είτε του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, δεν ανταμώνουν στην πράξη με τις προσδοκίες μας από το σχολείο. Το σχολικό πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει την σωματική γύμναση στον βαθμό που χρειάζεται. Ενώ συμπεριλαμβάνει μαθήματα όπως η γλώσσα, τα μαθηματικά, η ιστορία, τα θρησκευτικά, δεν έχει ως σκοπό του την καλλιέργεια του νου του μαθητή, αλλά την απόκτηση χρήσιμων γνώσεων. Δεν «ευθύνει», δεν καθιστά υπεύθυνους τους μαθητές, ούτε τους φέρνει σε ευθεία γραμμή, διορθώνοντάς τους με επιμέλεια και επιμονή. Αντίθετα, τους ενθαρρύνει να μην διαβάζουν με προσοχή, ζητά να αφήνουν τις τσάντες τους στο σχολείο ανά μήνα, γιατί το σχολείο δεν είναι διασκέδαση, και δείχνει έναν φόβο μήπως ο μαθητής αποκτήσει ταυτότητα πατριωτισμού, αναζήτησης της αλήθειας, πίστης στον Θεό, αγάπης για τα γράμματα. Οι δάσκαλοι δεν απολαμβάνουν ούτε της στήριξης των περισσότερων γονέων, ούτε της κριτικής τους εάν δεν κάνουν σωστά την δουλειά τους. Η πρόοδος δεν συνδέεται με τη επιμέλεια και την εργατικότητα, αλλά με τους βαθμούς. Η αρετή δεν είναι ζητούμενο.
                Αν πιστεύουμε στην παράδοσή μας, ας αντισταθούμε σ’ αυτήν την παρακμή της αποστολής του σχολείου. Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να προοδεύσουν αληθινά και δημιουργικά. Ας θέσουμε στόχους και ας συμπληρώσουμε τις όποιες ελλείψεις το σχολείο είναι «καταδικασμένο» να έχει!               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 11 Σεπτεμβρίου 2019
               
               

9/10/19

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ (ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 39- π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΘΕΡΜΟΥ, «ΣΩΜΑ ΘΑΜΜΕΝΟ ΚΑΙ ΖΩΗΦΟΡΟ», εκδόσεις ΑΡΜΟΣ)


            Χρειαζόμαστε ηγέτες στην Εκκλησία; Ο επίσκοπος είναι διοικητής ή ηγέτης ή και τα δύο; Ο ιερέας είναι ο διάκονος όλων, ο διοικητής του οργανισμού της ενορίας, ο ηγέτης που εμπνέει και δίνει όραμα ή ο ταπεινός άνθρωπος που προσπαθεί να διδάξει με την προσευχή και την απλότητά του τους πιστούς; Στα μοναστήρια ο ηγούμενος ή η ηγουμένη έχει οριστεί ή εκλεγεί για να διαχειρίζεται την καθημερινότητα των μοναχών και να επιβάλει κανόνες ή να λειτουργεί ως ηγεσία πατρότητας/ μητρότητας που ωθεί στην σωτηρία; Τι είδους ανθρώπινοι τύποι, πέρα από την κλήση της ιερωσύνης, εμφανίζονται στην εκκλησιαστική ζωή; Ποια μοντέλα ηγεσίας συναντούμε; Ποια είναι η σχέση του εκκλησιαστικού χώρου με κάθε συστημικό χώρο (οικογενειακό, εργασιακό, κρατικό, αθλητικό κτλ.);
                Το βιβλίο «Σώμα θαμμένο και ζωηφόρο» (εκδ. ΑΡΜΟΣ) του π. Βασιλείου Θερμού, ο οποίος έχει εργαστεί πολύ τα τελευταία χρόνια στον τομέα τόσο της ποιμαντικής όσο και του προβληματισμού για την εκκλησιαστική ζωή και πραγματικότητα, με γόνιμες και ουσιαστικές επισημάνσεις και προτάσεις, που έχουν προκαλέσει διάλογο, απευθύνεται σε όλους όσους θεωρούμε την Εκκλησία σπίτι μας. Ακόμη κι εκείνοι οι οποίοι νομίζουν ότι όλα στην Εκκλησία είναι καλώς καμωμένα, διότι ο Θεός την κρατά αδιάπτωτη στους αιώνες και οι άνθρωποι που είναι μέλη της αποτυγχάνουν προσωπικά και όχι ως σώμα, όλοι όσοι ομνύουν στην διατήρηση του status quo, θα ωφεληθούν εάν διαπιστώσουν, διαβάζοντάς το, ότι η Εκκλησία είναι ένας οργανισμός όπως όλοι οι άλλοι αναφορικά με το κάλεσμά της στους ανθρώπους, καθώς δεν εξαιρεί κανέναν από δυνητικό μέλος της και γι’  αυτό αναπτύσσονται εντός της χαρίσματα και παθογένειες όπως σε όλους τους συστημικούς χώρους. Η μελέτη του δείχνει ότι η δική μας ανεπάρκεια δεν μπορεί βεβαίως να μολύνει την αγιότητα του σώματος του Χριστού, διότι η κεφαλή μάς αγιάζει, ωστόσο γεννά αγκάθια και τριβόλια, τα οποία προκαλούν παραπικρασμούς και πλήθος εμποδίων στην σωτηρία. Η μελέτη του βιβλίου μας θέτει προ των ευθυνών μας, να ξαναδούμε πώς μπορούμε, αφού προβληματιστούμε, να θέσουμε κριτήρια υγείας όχι μόνο διά της μετανοίας, αλλά και διά της αναπτύξεως αντιβάρων λογοδοσίας, τα οποία θα προστατεύουν το σώμα από κακούς ηγέτες και κακούς διοικητές,.
                Ο π. Βασίλειος αποφεύγει να αποδώσει στον διάβολο τις δικές μας ανεπάρκειες. Η ανθρωπότητα, από την διήγηση του Αδάμ και της Εύας, έχει την τάση να μεταφέρει την ευθύνη για τις επιλογές της αυτοθέωσης στο πνεύμα του πονηρού. Είναι αυτονόητο ότι ο διάβολος προσθέτει στα δικά μας υποστρώματα. Δεν αρκεί όμως ως απάντηση για τα προβλήματα. Το σώμα της Εκκλησίας θάπτεται στους σταυρούς, τον θάνατο του σπόρου, τον θάνατο της απογοήτευσης, ωστόσο ανασταίνεται, διότι δεν είναι αποκομμένο από τον Χριστό. Και γι’  αυτό το βιβλίο είναι έκφραση ελπίδας. Ταυτόχρονα, όμως, όπως αναφέρει κλείνοντας, χρησιμοποιώντας τον λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «όταν εμείς καταθέτουμε όσα μας αναλογούν, τότε πλούσια θα απολαύσουμε και την συνέργεια του Θεού. Ούτε το παν συντελείται από την άνωθεν βοήθεια, αλλά πρέπει και εμείς να συνεισφέρουμε. Ούτε πάλι απαιτεί από εμάς όλα, γνωρίζοντας πόσο μεγάλη είναι η αδυναμία μας, αλλά με την δική Του φιλανθρωπία ψάχνει να βρει αφορμή από την δική μας συμβολή ώστε να επιδείξει την φιλοτιμία Του» (σελ. 177).
                Παρουσιάζουμε μερικές από τις εξαιρετικές επισημάνσεις του συγγραφέα, τις  οποίες δεν διστάζει να τις συνοδεύσει από πλήθος παραδειγμάτων εκ της εκκλησιαστικής ζωής και πραγματικότητας, προσθέτοντας και τις δικές του κρίσεις.
                «Η ιστορία των ανθρώπων είναι περισσότερο η ιστορία των συναισθημάτων τους παρά η ιστορία τω ιδεών τους. Έχουμε παραμελήσει τον μεγάλο άγνωστο, τα συναισθήματα, δίνοντας μέχρι τώρα έμφαση στις θεολογικές αντιλήψεις και στις αποφάσεις που ελαύνονται από την βούληση» (σελ. 19)
                «Υγεία του οργανισμού μπορεί να θεωρηθεί η ικανότητά του να αποτιμά με ακρίβεια αν οι αρχικές υποθέσεις του για την σχέση του με το περιβάλλον συνεχίζουν να είναι ακριβείς καθώς τόσο ο οργανισμός όσο και το περιβάλλον εξελίσσονται. Ο οργανισμός καλείται να αναπτύξει τις ικανότητες α. ν αποκτά έγκυρες πληροφορίες β. να τις διαβιβάζει στα κατάλληλα σημεία του οργανισμού γ. να κάνει τους αναγκαίους μετασχηματισμούς στην στρατηγική, τους στόχους και  τα μέσα δ. να μετρά τα αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, η Εκκλησία, για να είναι όντως Εκκλησία, χρειάζεται να επικοινωνεί σωστά και με τον κόσμο που την περιβάλλει και με το εσωτερικό της, με εφόδιο τον ρεαλισμό, δηλαδή αποφεύγοντας να ζη στον δικό της κόσμο» (σελ. 23).
                Ο συγγραφέας στέκεται κριτικά έναντι της αντίληψης ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να έχουν άγχος. Επισημαίνει ότι στην καθημερινότητα της εκκλησιαστικής ζωής, στις σχέσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων που αποτελούν τόσο την διοίκηση όσο και τα μέλη της ενορίας, της μονής, της επισκοπής, συναντούμε (σελ. 50)  «άγχος που μεταδίδεται και πολλαπλασιάζεται όπως και ο ιός, αναζητώντας ένα κύτταρο- ξενιστή για να αναπαραχθή. Τέσσερις τέτοιοι ιοί είναι δυνητικά τοξικοί και έχουν την δύναμη να μετατρέψουν ένα ποίμνιο σε καυτή ζώνη άγχους: τα μυστικά (κουτσομπολιό, ψίθυροι), οι κατηγορίες (ενοχοποιήσεις, εξεύρεση λαθών των άλλων), τα ψέματα (οι εξαπατήσεις) και η τριγωνοποίηση (μεταφορά του φορτίου είτε των σκέψεων και των συναισθημάτων είτε της ευθύνης αλλού). Οι υπεύθυνοι ζούνε έντονα το άγχος που προέρχεται από αυτές τις καταστάσεις, αλλά και όλοι μας σε κάθε σχέση.
                Για τον π. Βασίλειο προϋποθέσεις αυθεντικής εκκλησιαστικής ηγεσίας, μεταξύ άλλων, είναι οι εξής:  α. η μεσολαβητική επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των μελών β. η αποφυγή δημιουργίας κλίκας, η οποία χαρακτηρίζεται από κάποιου βαθμού αποκλειστικότητα υπονομεύοντας έτσι την καθολικότητα της Εκκλησίας γ. η επίγνωση ότι η εκκλησιαστική κοινότητα, όπως και κάθε ομάδα, μας κρατά υποστηρικτικά (holding) ως προς τον έξω κόσμο, μας προστατεύει και μας δίνει σχήμα όπως η αγκαλιά της μητέρας και μέσα από αυτό το κράτημα το μέλος λαμβάνει ταυτότητα, άρα ο ηγέτης οφείλει να δείχνει αγάπη και στήριξη στα μέλη που είναι επικεφαλής δ. η λελογισμένη χρήση της γραφειοκρατίας, η οποία ενώ προστατεύει τον οργανισμό από τις χειρότερες συνέπειες της ανωριμότητας των μελών του, εντούτοις τον αποπροσωποποιεί και λειτουργεί καταστροφικά για τις σχέσεις των μελών του ε. η σύνδεση της αλήθειας με την αγάπη και η κυοφορία της αγάπης στις σχέσεις των ανθρώπων στ. η υπέρβαση του φόβου για αλλαγές ζ. η δέσμευση (συναισθηματική και διανοητική αφοσίωση) στην Εκκλησία και η δημιουργικότητα η. η διαδικασία της αυτοκριτικής και της μάθησης, που μας κάνει να μαθαίνουμε συνεχώς θ. η συνοδικότητα η οποία επιτρέπει την συνύπαρξη, η λογοδοσία και το ενδιαφέρον για την γνώμη των άλλων ι. η αυταπάρνηση, η άρνηση να ιδιοποιηθεί την θέση του για να ικανοποιήσει ατομικούς σκοπούς.
                Εξαιρετική είναι η διάκριση ανάμεσα στους ηγέτες και τους διοικητές: «διοικητές είναι οι άνθρωποι που κάνουν τα πράγματα σωστά, ενώ ηγέτες είναι εκείνοι που κάνουν τα σωστά πράγματα. Η καλή διοίκηση δεν είναι ηγεσία και η κακή ηγεσία δεν είναι διοίκηση. Ηγεσία είναι η διαχείριση του νοήματος και η ικανότητα να διαπλάθει τον τρόπο που οι υφιστάμενοι αντιλαμβάνονται τα πράγματα, να προκαλεί συναισθήματα, να εμπνέει προορισμούς» (σελ. 108,109,115). «Καλή ηγεσία είναι η ερμηνεύουσα ηγεσία, αυτή που μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή των πιστών βλέποντας τις δυσκολίες και τις αμφιθυμίες της, όπως επίσης και των εκκλησιαστικών στελεχών. Η καλή ηγεσία προάγει την αυτογνωσία τω υφισταμένων και τους βοηθά να ωριμάσουν. Οι καλοί ηγέτες οδηγούν ερμηνεύοντας τα άγχη των υφισταμένων τους με τέτοιον τρόπο, ώστε να τους πείσουν ότι μπορούν να ζήσουν σύμφωνα με τα υψηλότερα ιδανικά τους, τα οποία εκφράζονται σε ό,τι ο Freud ονόμασε ιδεώδες του εγώ. Οι κακοί ηγέτες χαμηλώνουν το ιδεώδες του εγώ ώστε να συναντήσει τον απελπισμένο εαυτό» (σελ. 168)
                Υπάρχουν τέσσερα είδη ηγεσίας:  α. η προσανατολισμένη στο αντικείμενο (ο ηγέτης πρέπει να  νικήσει μέσα από το έργο) β. η προσανατολισμένη στα πρόσωπα (προτεραιότητα για τον ηγέτη έχουν οι ανησυχίες και τα συναισθήματα τω προσώπων) γ. η παθητική ανάμιξη (κίνητρο είναι η ασφάλεια του ηγέτη, να μην κατηγορηθεί για κάτι, με αποτέλεσμα συχνά ο ηγέτης να οδηγείται στην απραγία) δ. η ολοκληρωτική ανάμιξη (ηγέτες που εμπλέκονται σε όλα τα έργα, δίνουν έμφαση στα πρόσωπα και στους στόχους, είναι ευέλικτοι, ξέρουν να ακούν, αγωνίζονται για συμφωνίες και αγάπη).
                Στην εκκλησιαστική πραγματικότητα κάθε εποχής υπάρχουν οι υπερδραστήριοι ηγέτες, αυτοί που θέλουν να αφήσουν την προσωπική τους σφραγίδα στα εκκλησιαστικά έργα (κυρίως οικοδομικά), διότι έτσι πιστεύουν σε μία αυταπάτη αθανασίας, κάτι που έχει ιδιαίτερη ανάγκη ένας ψυχισμός στην μέση ηλικία όταν βιώνει το άγχος του θανάτου. Υπάρχουν ηγέτες κλεισμένοι πίσω από γραμματείς και κλειστές πόρτες, απρόσιτοι, πιθανόν πρόσωπα που αγχώνονται με την εγγύτητα των σχέσεων. Υπάρχουν ηγέτες ψυχαναγκαστικοί- συγκεντρωτικοί ή απλώς χαοτικοί, οι οποίοι ενώ αναθέτουν πλήρη εξουσία στους υφισταμένους τους, κατόπιν κάνουν πράγματα που υπονομεύουν την αυθεντία τους, αλλάζοντας γνώμη διαρκώς, επειδή ενδιαφέρονται για την δημόσια εικόνα τους πολύ, με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνονται ότι έτσι τρελαίνουν και εκθέτουν τους συνεργάτες τους. Υπάρχουν τέλος, ναρκισσιστές ηγέτες, οι οποίο διαρκώς αναζητούν τον θαυμασμό των άλλων. Ικανοί υφιστάμενοι αντιμετωπίζονται ως απειλή. Αδυνατούν να αξιολογήσουν εαυτούς και αλλήλους, δεν ζητούν εύκολα τις γνώμες των άλλων και δεν μπορούν να μπούνε στην θέση τους. Οι ναρκισσιστές είναι συχνά και λαϊκιστές!
                Υπάρχουν όμως και οι ώριμοι ποιμένες, αυτοί που συμπαρασύρουν το εκκλησιαστικό σώμα προς την ωριμότητα!
                Για τον συγγραφέα χρειάζεται η θεσμική Εκκλησία να ξαναδεί τον τρόπο εκλογής των επισκόπων, να εκπαιδεύσει τα μελλοντικά στελέχη της στο ζήτημα της ηγεσίας, όπως και της διοίκησης. Ένας οργανισμός χρειάζεται να μεριμνά για όλες τις πτυχές της ζωής και της καθημερινότητας. Όμως χωρίς ηγεσία που θα μεριμνά για τα συναισθήματα των ανθρώπων, θα εμπνέει νόημα μέσα από την πίστη, θα λειτουργεί εξατομικευμένα αλλά και με συνοδικότητα, ο εκκλησιαστικός οργανισμός θα πορεύεται προς τον μαρασμό, συμπαρασύροντας  το σώμα.
Διαβάζοντας το βιβλίο συνειδητοποιήσαμε ξανά την ανάγκη η Εκκλησία να κατανοήσει ότι δεν ωφελεί να μένει αποκλειστικά στο χτες, να μην αποδέχεται ότι ορισμένα από τα στοιχεία της θέσης της στην κοινωνία έχουν απωλεσθεί και να παλεύει να ξαναγυρίσει τον κόσμο εκεί που ήταν, αν ήταν. Χρειάζεται να προσλάβει τον κόσμο και να τον μεταμορφώσει στην οδό της Βασιλείας και όχι να τον πάει πίσω. Η ταυτότητά μας, χωρίς να αφήνει πίσω τα στοιχεία της παράδοσης, χρειάζεται να προλάβει το μέλλον, εάν θέλει να βλέπει τον Χριστό ως χθες και σήμερον τον αυτόν και εις τους αιώνας!
Οι άνθρωποι μέσα στην εκκλησιαστική ζωή καλούμαστε να ακολουθήσουμε την οδό της μετάνοιας και της αγιότητας. Για να γίνει όμως αυτό, εκτός από την θεραπευτική της παράδοσής μας, η οποία, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, συναντά έντονα θέσεις και της σύγχρονης επιστήμης, ιδίως στο ζήτημα του «εγώ», χρειάζεται να αξιοποιήσουμε στοιχεία του καιρού μας που μας βοηθούν να συζητήσουμε με το σήμερα. Το αίσθημα της αυτάρκειας δεν βοηθά πλέον! Η αλλαγή ξεκινά από μέσα μας και εντός μας χτίζονται οι ηγέτες, οι οποίοι θα κάνουν την υπέρβαση! Δεν φτάνουν οι χρήσιμοι κάποτε, αλλά διαχειριστές διοικητές!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 10 Σεπτεμβρίου 2019

9/7/19

ΒΛΕΠΩ ΤΗΝ ΖΩΗ Μ’ ΑΛΛΑ ΜΑΤΙΑ ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟN ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Καί ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ’αὐτούς καί ἔλεος, καί ἐπί τόν Ἰσραήλ τοῦ Θεοῦ» (Γαλ. 6, 16)
«Όσοι ακολουθούν αυτήν την αρχή, θα έχουν την ειρήνη και το έλεος του Θεού μαζί τους, αυτοί και όλος ο λαός του Θεού»

            Σε τι διαφέρει η χριστιανική πίστη και ζωή σε σχέση με όλα τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα που ονομάζουμε ιδεολογίες; Κι εμείς έχουμε αρχές και κανόνες. είναι όσα πιστεύουμε με τον νου και με την καρδιά. Δεν νοείται να είναι κάποιος χριστιανός και να μην έχει βάσεις στις οποίες να στηριχτεί.
            Η δική μας βάση, ο δικός μας κανόνας είναι το σημείο του σταυρού. Όλες οι ιδεολογίες υπόσχονται μία καλύτερη ζωή, μπορεί και εξουσία στους πιστούς τους.  Η χριστιανική πίστη στηρίζεται στον σταυρό, στην νέκρωση δηλαδή και το μαρτύριο. Η νέκρωση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη θάνατο. Σημαίνει αγώνα καρδιάς να μην νικά ο παλαιός άνθρωπος εντός μας, αλλά όλα να γίνονται καινή κτίση. Ο παλαιός άνθρωπος έχει κέντρο του το εγώ. Έχει «τα παθήματα και τις επιθυμίες». Τα παθήματα είναι μικρές θεοποιήσεις των αναγκών μας, αλλά και εξαρτήσεις από αυτές. Και δεν είναι μόνο ό,τι έχει σχέση με την επιβίωσή μας. Το πάθημα έχει να κάνει με ό,τι μας δικαιώνει και μας δοξάζει, καθιστώντας μας υπερήφανους και εγωκεντρικούς. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να ικανοποιούμε το πάθημά μας. Χωρίς να το δικαιολογούμε, άλλοτε με την φράση «άνθρωπος είμαι, τι να κάνω;», άλλοτε με την ιδέα ότι «σ’ όποιον αρέσω», άλλοτε με την διαπίστωση ότι ακόμα κι αν θέλουμε να μην μας κυριεύει, αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις επιθυμίες μας. Υπάρχουν οι επιθυμίες της απάτης. Αυτές που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι αν τις εκπληρώσουμε θα ευτυχήσουμε. Αυτές που συνδέονται με τα δικαιώματα, ότι προτεραιότητα στην ζωή είναι να ζούμε την ευχαρίστηση, όταν δεν κάνουμε κακό ή τόσο μεγάλο κακό στους άλλους. Αλλά ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε ότι πληγώνουμε, το εγώ μας μάς λέει ότι εμείς προηγούμαστε, εμείς πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι.
            Η δική μας βάση είναι ο σταυρός του Χριστού. Είναι η πίστη που γίνεται εμπιστοσύνη ότι ακολουθώντας την οδό του Θεού η βάση μας είναι η απάρνηση του εαυτού μας και του θελήματός μας εν ελευθερία και την ίδια στιγμή η βεβαιότητα ότι δεν μας περιμένει δόξα και εξουσία, ούτε η ευχαρίστηση να ικανοποιούμε παθήματα και επιθυμίες, αλλά το ξεπέρασμά τους μέσα από μια μαρτυρική πορεία.  Και είναι μαρτύριο ο σταυρός διότι καλούμαστε κουβαλώντας τον να είμαστε σε εγρήγορση: τι χαλάει την αγάπη; πόσο ειρηνοποιοί μπορούμε να γίνουμε στις διαφορές μας με τους άλλους ανθρώπους ή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους; πόσο μπορούμε να νικήσουμε πειρασμούς και φόβους, ιδιαίτερα τον φόβο του θανάτου και της απώλειας; Του  θανάτου των βεβαιοτήτων, του θανάτου των στόχων μας, του θανάτου των σχέσεών μας, όταν οι άλλοι δεν μπορούν να αντέξουν την αλήθεια; Σταυρός είναι και η απόφαση να νικήσουμε τον φόβο να αντικρύσουμε τον εαυτό μας, όπως είναι αληθινά. Γιατί καθόλου εύκολο δεν είναι να μπορέσουμε να έρθουμε ενώπιος ενωπίω με μας, όχι για να δικαιολογηθούμε, ούτε και για να απελπιστούμε, αλλά με νηφαλιότητα να δούμε και να αποφασίσουμε.
            Η δική μας βάση είναι ο σταυρός του Χριστού. Δεν είναι μία μεταφυσική υπόσχεση. Δεν είναι μία υπόσχεση χαράς και δόξας γι’ αυτήν την ζωή. Προϋποθέτει μία άλλη θέαση του κόσμου. Δεν μας ζητά ο Χριστός, αν η κλήση μας δεν είναι αυτή, να φύγουμε από τον κόσμο, αλλά να δούμε τον κόσμο με άλλα μάτια. Ότι δεν είναι το συμφέρον μας η προτεραιότητα, αλλά η αγάπη. Η αλήθεια. Η ελευθερία από τα παθήματα και τις επιθυμίες. Η συνάντηση με την δυσκολία του πλησίον. Η απόφαση να συμπαρασταθούμε, ιδίως εκεί που δεν αντέχουμε. Η προσευχή και η εναπόθεση της ελπίδας μας στον Χριστό και για μας και για τους άλλους δεν είναι παραίτηση. Είναι επίγνωση των ορίων μας. Κι αυτή η επίγνωση όμως είναι μαρτύριο. Θέλουμε να ελέγχουμε την ζωή μας και τις ζωές τω άλλων που σχετίζονται με μας. Είναι μαρτύριο να συνειδητοποιούμε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Είναι όμως και λύτρωση να αφηνόμαστε σ’ Αυτόν που μπορεί. Τον πρώτο Εσταυρωμένο.
            Όσοι ακολουθούν τον κανόνα αυτό του σταυρού από την αρχή θα έχουν την ειρήνη και το έλεος του Θεού μαζί τους. Η φιλοσοφία του κόσμου δεν μπορεί να δεχτεί την πίστη. Την θεωρεί απραξία. Όμως η πίστη είναι λύτρωση. Όχι γιατί μας κάνει να παραδιδόμαστε στις ήττες μας, αλλά γιατί μας βγάζει από την απαίτηση της νίκης με κάθε τρόπο. Προσπαθούμε, αλλά δεν αισθανόμαστε μόνοι. Εμπιστευόμαστε την ανάστασή μας και την ανάσταση του κόσμου στον Χριστό. Και την ίδια στιγμή κάνουμε τον αγώνα μας, όντας μέλη του λαού του Θεού. Της Εκκλησίας. Τίποτε δεν έχει νόημα εκτός της Εκκλησίας. Εκτός της συνάντησης με τον πλησίον. Εκτός της θέασης του προσώπου του. Εκτός της μετοχής στο σώμα και το Αίμα του Χριστού και της αδελφότητας που γινόμαστε μετέχοντας στην κοινή τράπεζα και μοιραζόμενοι ο ένας τον σταυρό του άλλου.
Σ’ έναν κόσμο στον οποίο περισσότερο παρά ποτέ θριαμβεύει η θανάτωση της κοινωνικότητας με τον έμμεσο τρόπο της εικόνας, που το συμφέρον έχει γίνει δικαίωμα  και η όποια πίστη σε ιδέες γίνεται αγώνας εξουσίας εμείς ζώνουμε στις πλάτες τον σταυρό μας και προχωρούμε. Και γευόμαστε την χαρά να μην είμαστε μόνοι. Να έχουμε μαζί μας τις πρεσβείες της Θεοτόκου, της παγκοσμίου χαράς, η οποία γεννήθηκε λυτρώνοντας τους γονείς της από τον σταυρό της ατεκνίας, αλλά και όλη την ανθρωπότητα από τον σταυρό της ακοινωνησίας με τον Θεό εξαιτίας της αμαρτίας.  Την συνάντηση με τους Αγίους, με τον λόγο, την προσευχή τους εν ουρανοίς, την προτροπή τους για μετάνοια. Και χωρίς να εγκαταλείπουμε την διακονία μας, ακόμη και τις χαρές της ζωής που ο Θεός επιτρέπει να γευόμαστε, είμαστε σε εγρήγορση. Για να γευτούμε την συνάντηση με την πάντων χαρά. Τον Αναστημένο Χριστό που μας βοηθά  να σηκώσουμε κάθε βάρος και να μην νικηθούμε από παθήματα και επιθυμίες.

Κέρκυρα, 8 Σεπτεμβρίου 2019
Προ της Υψώσεως-Το Γενέθλιο της Θεοτόκου

9/6/19

Η ΖΩΗ ΘΕΛΕΙ ΑΛΗΘΕΙΑ (ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 38-RACHEL CUSK, ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ, μτφρ. ΑΘΗΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, εκδ. GUTENBERG)



 Η λογοτεχνία έχει αξία, πέραν της καλλιέργειας της γλώσσας, για την γοητεία της αφήγησης, με την οποία μας ευχαριστεί και μας προβληματίζει. Η λογοτεχνία, είτε ποίηση είτε πεζογραφία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καταγραφή ιστοριών, προσωπικών ή φανταστικών. Το τάλαντο του λογοτέχνη μας προκαλεί να δούμε τον εαυτό μας μέσα από αυτές τις ιστορίες, να καθρεφτιστούμε, να βρούμε απαντήσεις στα δικά μας, κυρίως στις σχέσεις μας και σε κάθε τι που δίνει ή αφαιρεί νόημα, που δίνει ή που απομακρύνει από την δυνατότητα της ταυτότητας. Αν διαβάσουμε μερικά τέτοια νοήματα, τα οποία εμπεριέχονται σε ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, άλλοτε ξεχωριστών και άλλοτε συνηθισμένων, δεν μπορεί παρά να πούμε ότι κάπου μας αφορούν.
«Η μόνη περίπτωση να βρεις ό,τι έχεις χάσει, είναι να μείνεις εκεί ακριβώς που βρίσκεσαι, στο συμφωνημένο μέρος. Το θέμα είναι πόσο μπορείς να περιμένεις»- σελ. 23  (αναφορά στον γάμο και στην κρίση του, στην ανάγκη να μένουμε όσο μπορούμε στον γάμο, αρκεί να υπάρχει από κοινού συμφωνία και όχι η ευκολία της φυγής)
«Μαζί της είχε διαμορφώσει την ταυτότητά του. Αν εκείνη δεν τον αναγνώριζε πια, τότε ποιος ήταν στ’  αλήθεια;» -σελ. 33 (η ταυτότητα του ανθρώπου διαμορφώνεται μέσα από την σχέση με τον άλλον. Κανείς δεν αποκτά ταυτότητα μένοντας μόνος του, ά-σχετος, εγωκεντρικός)
«Η συγγραφή είναι αντίληψη του πόνου που μεταστοιχειώνεται» -σελ. 52 (γράφοντας , μεταστοιχειώνεις τον πόνο σου, τον εκφράζεις, τον μοιράζεσαι, τον κάνεις αφετηρία δημιουργικότητας, δεν κλείνεσαι)
«Όταν κοίταζες έναν Ιρλανδό, έβλεπες αποτυπωμένους πάνω του αιώνες βροχής και τόνους σάπιας πατάτας...δεν μπορούσε να διαχειριστεί την θεμελιώδη ανωνυμία της Αμερικής» - σελ. 52-53 (ο άνθρωπος ανήκει, έχει πατρίδα, έχει τόπο, έχει στοιχεία που τον κάνουν συνεχιστή μιας παράδοσης, δεν μπορεί να υπάρξει ανώνυμος, άγνωστος, αδιάφορος- καταπληκτικό σχόλιο στην ομοιομορφία της μαζοποίησης και της παγκοσμιοποίησης)
«Το να μπορείς να ακούς το είδος της κλασικής μουσικής που ονομάζεται ‘συμφωνία’ προϋποθέτει μια μορφή πειθαρχίας, ένα είδος ασκητισμού, μια προσωρινή εξορία του εγώ και της έκφρασής του» - σελ. 64 (η συμφωνία είναι πλήθος οργάνων, είναι σύνολο, όχι μία μελωδία ή ένα όργανο, για να ζήσεις ή για να ανεχτείς το σύνολο, την συλλογικότητα, την κοινωνία, χρειάζεται έξοδος από το εγώ κα την ατομικότητα, έστω και προσωρινά, ας σκεφτούμε την οικογένεια, την σχολική τάξη, την κοινότητα, την ενορία, την αθλητική ομάδα)
«Υπάρχει μια πλευρά του εαυτού μας που βρίσκεται σε ύπνωση, περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να ενεργοποιηθεί» - σελ. 74 και «υπάρχει κάτι το απεριόριστο με το όνομα δυνατότητα και κάτι άλλο εξίσου χρήσιμο με το όνομα πιθανότητα» - σελ. 144 (ας μην θεωρούμε ποτέ δεδομένο ότι ξέρουμε τον εαυτό μας, ότι δεν αντέχουμε εναλλαγές ζωής και δοκιμασίας, ότι έχουμε όρια, ο εαυτός μας μπορεί να μας εκπλήξει, γιατί όχι εάν επικαλεστούμε την δύναμη που ονομάζεται ΠΙΣΤΗ)
«Η επιτυχία σε απομακρύνει από τα οικεία, ενώ η αποτυχία σε καταδικάζει να μένεις σ’ αυτά»  - σελ. 75 (η επιτυχία σε κάνει να ανοίγεις τα πανιά σου, να φεύγεις από όσα θεωρείς δεδομένα, σου ανοίγει την όρεξη να χτίσεις, ενώ η αποτυχία σε καθηλώνει)
«Στις ζωές των άλλων σχολιάζουμε την δική μας» -σελ. 84 (μεγάλη αλήθεια, που κάποτε μας παρηγορεί ή μας κάνει να ζηλεύουμε και να απελπιζόμαστε, πάντως ο άνθρωπος που θέλει να βρει νόημα στην ζωή του έχει τα μάτια του ανοιχτά στις ζωές των άλλων. Αν καταφέρει να μην κατακρίνει και απορρίπτει ανθρώπους, αλλά κρίνει μόνο τρόπους, τότε έχει βρει τον δρόμο)
«Ένας από τους ορισμούς της αγάπης την χαρακτηρίζει ως την πίστη σε κάτι που μόνο δύο άνθρωποι μπορούν να δουν, το κοινό τους παραμύθι. Τα δύο αδέρφια έχασαν την σχέση. Ήταν αδύνατο να μην βλέπει κανείς αυτή την μετακίνηση από την αγάπη στα γεγονότα σαν τον καθρέφτη των όσων συνέβαιναν στο σπίτι μας εκείνη την εποχή. Το πιο εντυπωσιακό ήταν η παντελής αδυναμία τους να ξαναβρούν την παλιά τους οικειότητα. Ήταν λες και όλα τα εντός είχαν μεταφερθεί εκτός, κομμάτι κομμάτι, σαν τα έπιπλα που τα βγάζεις από το σπίτι και τ’  αφήνεις στο πεζοδρόμιο. Και ήταν πάρα πολλά, επειδή όσα πριν ήταν αόρατα, τώρα είχαν γίνει ορατά. Όσα πριν ήταν χρήσιμα, τώρα είχαν γίνει περιττά. Ο ανταγωνισμός τους ήταν σε ακριβή αναλογία με την πρότερη αρμονία τους, αλλά ενώ η αρμονία ήταν άχρονη και αβαρής, ο ανταγωνισμός καταλάμβανε και χρόνο και χώρο. Το άπιαστο έγινε χειροπιαστό, το χιμαιρικό έγινε συγκεκριμένο, το ιδιωτικό έγινε δημόσιο: όταν η ειρήνη γίνεται πόλεμος, όταν η αγάπη μετατρέπεται σε μίσος, κάτι καινούργιο γεννιέται στον κόσμο, μια δύναμη από ατόφιο θάνατο. Αν πιστεύουμε πως η αγάπη είναι αυτή που μας κάνει αθάνατους, το μίσος είναι ακριβώς το αντίθετο. Και είναι εντυπωσιακή η ποσότητα των λεπτομερειών με τις οποίες καταπιάνεται, το πώς δεν αφήνει τίποτε ανέγγιχτο. Πάλευαν να αποδεσμευτούν, ωστόσο τους ήταν αδύνατο ν’  αφήσουν ο ένας τον άλλο στην ησυχία του. Καβγάδιζαν για τα πάντα, λογομαχούσαν ακόμη και για το σε ποιον ανήκε το πιο ασήμαντο αντικείμενο, εξαγριώνονταν με την παραμικρή κουβέντα που τόλμαγε να αρθρώσει ο άλλος, κι όταν τελικά οι λεπτομέρειες τους έβγαζαν εκτός εαυτού, τότε ξέσπαγαν σε σωματική βία, το ξύλο και οι νυχιές πήγαιναν σύννεφο. Κι αυτό φυσικά τους ξαναγύριζε πίσω στην παράνοια της λεπτομέρειας, επειδή η σωματική βία συνεπάγεται τις παρατεταμένες διαδικασίες της απόδοσης δικαιοσύνης και της επιβολής του νόμου. Έπρεπε να αναλυθεί καταλεπτώς όλη η ιστορία για το ποιος έκανε τι σε ποιον, αν και ούτε αυτό τους ικανοποιούσε. Βασικά επιδείνωνε τα πράγματα, επειδή έδειχνε να υπόσχεται μια λύση που δεν ερχόταν ποτέ. Όσο περισσότερο ξεκαθάριζαν οι επιμέρους λεπτομέρειες, τόσο εντονότερη και πιο ουσιαστική γινόταν η σύγκρουση. Πάνω απ’  όλα, ο καθένας τους διεκδικούσε για λογαριασμό του την απόλυτη δικαίωση, όμως δεν ήταν δυνατόν να καταλογιστεί ολόκληρη η ευθύνη μόνο στον έναν από τους δύο. Τελικά συνειδητοποίησα ότι καμιά διαφορά τους δεν μπορούσε να λυθεί, τουλάχιστον όχι στο μέτρο που στόχος ήταν η αποκατάσταση της αλήθειας, επειδή δεν υπήρχε μία μόνο αλήθεια, κι εκεί ήταν το πρόβλημα. Δεν υπήρχε πια κοινό όραμα, ούτε καν κοινή πραγματικότητα. Ο καθένας έβλεπε τα πράγματα μόνο από την δική του σκοπιά: μία και μόνο άποψη υπήρχε στον κόσμο» -σελ. 89-91 (ένα πραγματικό αριστούργημα για το πώς διαλύεται μια σχέση)
«Τα παιδιά μένουν ή φεύγουν ανάλογα με τις φιλοδοξίες τους: η ζωή είναι δική τους» -σελ. 130 (η ενηλικίωση)
«Η μουσική είναι ο προδότης των μυστικών. Είναι μεγαλύτερος προδότης ακόμα και από τα όνειρα, που έχουν τουλάχιστον την αρετή να είναι ιδιωτικά» -σελ. 145 (η μουσική που ακούμε αποκαλύπτει ποιοι είμαστε)
«Ο φόβος της πλήξης  θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι φόβος θανάτου. Όταν πρωτογνωριστήκαμε, σου είπα ότι για μένα ο έρωτας ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα είναι η δύναμη που αναπαράγει την ευτυχία, είναι όμως και η δύναμη που σου αναπαράγει το ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια, είναι το προσωπικό σου σενάριο» -σελ. 174 (να γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος φοβάται να βαρεθεί και έχει εφεύρει τις οθόνες: όλα είναι κατά βάθος φόβος θανάτου. Απάντηση είναι ο έρωτας)
«Αν οι άνθρωποι σιωπούσαν για όσα τους έχουν συμβεί, δεν θα ήταν σαν να πρόδιδαν κάτι, έστω την εκδοχή του εαυτού τους που τα είχε βιώσει; Γι’  αυτό δεν σιωπούμε στην Ιστορία. Η Ιστορία είναι κατά το ήμισυ η κατασκευή μνημείων. Το έτερο ήμισυ είναι η ερμηνεία. Σιωπή σημαίνει λήθη, και την λήθη ο κόσμος την φοβάται περισσότερο από καθετί, ιδίως αν η ιστορία που κινδυνεύει να λησμονηθεί είναι η δική του. Υπάρχει όμως κάτι χειρότερο από την λήθη, κι αυτό είναι η διαστρέβλωση, η επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων, η μεροληψία. Η αλήθεια πρέπει να καθίσταται σαφής» - σελ. 244-245 (η ανάγκη να μην κρατάμε μέσα μας ό,τι έχουμε ζήσει, αλλά να μοιραζόμαστε)
       Όλα αυτά και άλλα τα διαβάζουμε στο εξαιρετικό μυθιστόρημα της Rachel Cusk «Περίγραμμα», πρώτο μέρος μιας μυθιστορηματικής τριλογίας, το οποίο ανήκει εκδοτικά στην σειρά Aldina του οίκου Gutenberg, σε εξαιρετική μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Όλα αυτά δεμένα μέσα σε ιστορίες που αφηγείται η Φαίη, βρίσκοντας τον εαυτό της στις ζωές των άλλων, καθώς διδάσκει δημιουργική γραφή στην δικιά μας Αθήνα, των χρόνων της κρίσης. Μια 52χρονη Καναδέζα συγγραφέας που ζει στην Αγγλία και καταγράφει χωρίς κεντρικό χαρακτήρα το περίγραμμα ζωής που φαίνεται και την ουσία της ζωής που δεν φαίνεται. Οι συναντήσεις της αφηγήτριας με συνταξιδιώτες, μαθητές, άλλους συγγραφείς, εκδότες, παλιούς φίλους, οι ιστορίες που αυτοί της αφηγούνται, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αφήνει να διαφανεί ότι και η δική της ζωή είναι σχόλιο στις ζωές των άλλων, μας βοηθούν να βρούμε το περίγραμμα και της δικής μας ύπαρξης. Επειδή η ζωή δεν έχει ήρωες σήμερα, αλλά χρειάζεται ανθρώπους  που να ξέρουν γιατί την ζούνε, που να μπορούν να νικήσουν την αμηχανία του κόσμου! Για να ζήσεις χρειάζονται αποφάσεις, χρειάζεται έξοδος από το εγώ, χρειάζεται να αφεθείς στην περιπέτεια και να πεις ναι στις προκλήσεις, όχι απαραίτητα διαλύοντας, αλλά αναζητώντας την αλήθεια!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 6 Σεπτεμβρίου 2019