10/27/20

ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

«Η υπακοή είναι ελευθερία. Η ανυπακοή διατηρεί την ιδιορρυθμία» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Σε μια εποχή στην οποία το «εγώ» είναι το παν, ποιο νόημα έχει να μιλάμε στην πνευματική ζωή για υπακοή; Η ελευθερία είναι το μέγιστο αγαθό, μόνο που νοείται ανεξάρτητα των ανθρώπινων σχέσεων. Σ’  αυτές, ιδιαίτερα στην έρωτα, τον γάμο, την οικογένεια, όποιος εισέρχεται για να διατηρήσει την ελευθερία του αδιαλώβητη, δεν θα μπορέσει να χαρεί την σχέση στην διάρκειά της. Διότι η ελευθερία είναι μία κατάσταση που προϋποθέτει δεσμό με τον χρόνο. Χτίζεται στην προοπτική της διάρκειας. Δεν ταυτίζεται με την στιγμή μόνο, αλλά λειτουργεί στην προοπτική του «παραιτούμαι για να κερδίσω». Κι αυτό δεν είναι απαραίτητο ότι θα συμβαίνει σε κάθε «τώρα». Παρηγορεί η αγάπη. Και σημάδι της αγάπης είναι η υπακοή.

Το «εγώ»  μας χαρακτηρίζεται από μία «ιδιορρυθμία». Ιδιόρρυθμος είναι όποιος έχει επιλέξει ο χαρακτήρας του, οι συνήθειές του, το «αυτός είμαι εγώ», ακόμη και οι στόχοι του, να μη λαμβάνουν υπόψιν τον άλλο σε μία σχέση, αλλά να απαιτούν από τον άλλο να προσαρμοστεί στα δικά του. Αιτία των συγκρούσεων, της δυσαρμονίας, της διάλυσης της σχέσης είναι η ιδιορρυθμία. Η αγάπη κλονίζει το απόλυτο της ιδιορρυθμίας. Αυτός που σε αγαπά, ανέχεται τα ιδιόρρυθμα στοιχεία του χαρακτήρα σου, διότι δεν τα θεωρεί ανώτερης αξίας από την αγάπη την οποία σου έχει και ελπίζει να του έχεις. Όμως αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’  άπειρον, εάν δεν αποφασίσεις να  παραιτηθείς από την ισχύ της ιδιορρυθμίας σου χάριν της αγάπης του άλλου. Αν αγαπάς την ιδιορρυθμία σου πιο πολύ από τον άλλο, τότε η ήττα της αγάπης του είναι αναπόφευκτη. Θα κουραστεί. Αλλά κι εσύ θα μείνεις μόνος σου.

           Παλαιότερα η ιδιορρυθμία καλύπτονταν από την υπακοή ως κοινωνική σύμβαση, ιδίως από την πλευρά της γυναίκας. Σήμερα η υπακοή μπορεί να γίνει μόνο από επιλογή. Στην πνευματική ζωή μάλιστα η υπακοή είναι η βάση για να προχωρήσει ο άνθρωπος στην οδό της αληθινής ελευθερίας. Υπακούει αυτός που εμπιστεύεται, αυτός που αγαπά. Υπακούει αυτός που έχει αποφασίσει το «εγώ»  του να μην είναι κριτήριο στην πορεία της σχέσης του με τον Θεό και τον πλησίον, αλλά η ανάπαυση του θείου θελήματος και του ανθρώπου για τον οποίο νοιάζεται. Μόνο που η υπακοή προϋποθέτει να βρεις άνθρωπο που έχει στόχο και που αγαπά. Που θα μπορεί να σε διδάξει, παλεύοντας ταυτόχρονα με τον δικό του εαυτό να μην νικηθεί από την ιδιορρυθμία του. Αυτό φαντάζει αδύνατο και αδιανόητο. ίσως όμως να είναι και ο ορισμός της αυθεντικής αγάπης. Υπακούω θυσιάζοντας το θέλημά μου, την ιδιορρυθμία μου, από εμπιστοσύνη σ’  αυτόν που με αγαπά. Γι’  αυτό και η επιλογή του οικείου, του αγαπημένου είναι πολύ σημαντική. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που «παιδεύεται»  πνευματικά να μην εκπληρώνει κάθε θέλημά του, να μην δικαιώνει την ιδιορρυθμία του μπορεί να προκόψει αληθινά.

        Συνήθως απαιτούμε υπακοή διότι έχουμε εντός μας ένα πνεύμα εξουσίας, υπερηφάνειας, αυτοδικαίωσης. «Εγώ ξέρω κι εσύ πρέπει να κάνεις αυτό που σου λέω». Το πιο ωραίο στον έρωτα, στον γάμο, στην οικογένεια είναι η υπακοή από αγάπη. Θέλει προσευχή και σε πείσμα των καιρών ήθος αντίστασης. Και υπομονή, για να μην νικηθούμε από τον σταυρό ενός αταίριαστου συμβιβασμού, που δεν είναι του Θεού, αλλά δικός μας.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τρίτης 27 Οκτωβρίου 2020


10/24/20

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ


«Μαθηταί καί ὁπαδοί γεγονότες τοῦ τῆς ὁμοουσίου Τριάδος ὁμολογητοῦ καί κήρυκος, καί σύν αὐτῷ ὑπέρ αὐτῆς διωκόμενοι μακάριοι, τόν διά ξίφους θάνατον, τῶν αἱρετικῶν γλωσσαλγιῶν προεκρίνατε»
(Από το Δοξαστικό των Στιχηρών του Εσπερινού της εορτής των αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου των νοταρίων, 25 Οκτωβρίου)

«Μαθητές και οπαδοί αφού γίνατε του ομολογητή και κήρυκα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος (Παύλου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως), προτιμήσατε να λάβετε τον δια ξίφους θάνατο αφού διωχτήκατε για την Αγία Τριάδα, μακάριοι, από το να ακολουθήσετε τις αιρετικές φλυαρίες».

Η παράδοση της Εκκλησίας μας περιλαμβάνει αγίους οι οποίοι προέρχονται από διάφορες κοινωνικές τάξεις. Η πίστη δεν είναι προνόμιο ούτε των απλών ανθρώπων ούτε των σκεπτομένων, αλλά δωρεά σε όλους και απόφαση ανταπόκρισης από όσους το θέλουν. 

Στις 25 Οκτωβρίου κάθε χρόνο εορτάζουμε την μνήμη των αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου. Έζησαν στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αρειανόφρονος αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (337-361). Ήταν αρχοντικής καταγωγής και ξεχώριζαν για την παιδεία τους, για την πραότητα των τρόπων τους, για την ευλάβειά τους. Έγιναν νοτάριοι, που εκείνα τα χρόνια σήμαινε γραμματείς ή στενογράφοι και αργότερα συμβολαιογράφοι, του πατριάρχη Παύλου του ομολογητού, ο οποίος εξορίστηκε αργότερα στην Αρμενία και μαρτύρησε από οπαδούς του Αρείου (γιορτάζει στις 6 Νοεμβρίου). Ο Μαρκιανός και ο Μαρτύριος, άφοβοι μπροστά στο μαρτύριο, διακήρυτταν στον λαό ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, ομοούσιος με τον Πατέρα και φύσει Θεός. Οι λέξεις αυτές ήταν για εκείνους πολυτιμότερες και από την ίδια τη ζωή τους. Παρέμειναν σταθεροί μέχρι τέλους και αποκεφαλίστηκαν κοντά στην πύλη Μελανδησία, όπου αργότερα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ανήγειρε ναό πάνω από τον τάφο τους, αφιερωμένου σ’ αυτούς. («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος 2ος-Οκτώβριος).

Μπορούμε να σταθούμε σε τρία σημεία στην ζωή των Αγίων.

Το πρώτο ότι η παιδεία τους δεν ήταν μόνο κοσμική, αλλά και πνευματική. Δεν περιορίστηκαν στα της ανθρώπινης γνώσης, αλλά προχώρησαν στην επίγνωση του ποιος είναι ο Θεός. Ο δρόμος αυτός περιλαμβάνει οπωσδήποτε όχι απλώς αποδοχή και βίωση των δογμάτων της Εκκλησίας, αλλά και ομολογία τους. Τα χρόνια της δικής τους ζωής η Εκκλησία βασανίζονταν από τον Αρειανισμό. Οι οπαδοί του Αρείου, παρότι είχαν καταδικαστεί από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, επέμεναν στην αιρετική διδασκαλία ότι ο Χριστός δεν ήταν ο Υιός του Θεού, δεν ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα, ήταν της ιδίας δηλαδή ουσίας και επομένως φύσει Θεός, αλλά ήταν κτίσμα, δημιούργημα του Θεού και όχι γεννηθείς από τον Θεό. Σήμερα μας είναι αδιανόητο να εισέλθουμε σ’ αυτή τη συζήτηση. Την θεωρούμε ενασχόληση με λεπτομέρειες. Μας αρκεί να πιστεύουμε. Όμως το δόγμα δεν είναι μία απλή πεποίθηση. Η άρνησή του αποτελεί έξοδο από την οδό της πίστης και υιοθέτηση μιας ιδέας ή μιας άποψης που αλλοιώνει αυτό που είναι ο Θεός. Αν ο Χριστός είναι κτίσμα, τότε δεν υπάρχει Αγία Τριάδα. Ο Θεός δεν ενσαρκώνεται, άρα δε γίνεται ένας από εμάς, και επομένως δεν μπορούμε να Τον δούμε καθώς εστί. Και αν σ’ αυτή τη ζωή μπορούμε να ζήσουμε και με πεποιθήσεις και με ιδέες, αν ο Χριστός δεν είναι και Θεός και άνθρωπος μαζί, τότε η ανάστασή του δεν έχει κανένα νόημα για μας. Αναστήθηκε για να γίνει πρωτότοκος των νεκρών και την ίδια στιγμή να συναναστήσει όλη την ανθρώπινη φύση στο δικό Του πρόσωπο. Αν ήταν κτίσμα τότε η ανάστασή Του είχε να κάνει με τον ίδιο και μόνο και επομένως εμείς δεν θα είχε νόημα να αναστηθούμε, καθώς θα ήμασταν σε ακοινωνησία με τον Πατέρα. Ας μην ξεχνούμε ότι τον Πατέρα διά του Υιού Τον γνωρίζουμε. Αν ο Υιός αφήνει απρόσληπτη και αθεράπευτη την φύση μας, τότε δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα. Οι λεπτομέρειες είναι αυτές οι οποίες ξεκαθαρίζουν τη  πίστη μας και γι’ αυτό η πνευματική παιδεία κάνει τον άνθρωπο ικανό να αναζητήσει την αλήθεια.

Η πνευματική παιδεία ακόμη κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει ότι τα πάντα στην ζωή είναι δώρο του Θεού. Ότι η γνώση από μόνη της, μολονότι μας καθιστά σοφότερους, εντούτοις δεν είναι αρκετή για να νοηματοδοτήσει αυθεντικά την πορεία μας με προσδοκία ανάστασης και υπέρβασης του θανάτου. Η γνώση από μόνη της δεν μας κάνει να αγαπούμε τον συνάνθρωπο, να αναλαμβάνουμε ευθύνη έναντί του, αλλά μας κάνει να στεφόμαστε προς τον εαυτό μας και να θεωρούμε ότι εμείς είμαστε το παν, διότι ξέρουμε. Έτσι, ζητάμε από τους άλλους αναγνώριση, ενώ η κατά Θεόν γνώση που γίνεται παιδεία του Αγίου Πνεύματος μας κάνει να βλέπουμε κάθε στιγμή της ζωής, όπως και κάθε άνθρωπο ως ευκαιρία αγάπης και προσφοράς.  Γι’ αυτό και καλούμαστε να ζητούμε από τον Θεό να είναι Αυτός που φωτίζει τον νου και την καρδιά μας, για να μην υπεραιρόμαστε, να μην αφήνουμε την υπερηφάνεια της γνώσης να ψηλώνει τον νου μας.

Η πνευματική παιδεία όμως γίνεται και κριτική στην εξουσία, είτε αυτή έχει να κάνει με πρόσωπα είτε έχει να κάνει με στάσεις ζωής και ιδέες. Ίδιον της εξουσίας είναι η επιθυμία της να προσαρμόσουμε την ζωή μας στις επιταγές της. Κατά βάθος η εξουσία είναι μισαλλόδοξη, διότι διεκδικεί για τον εαυτό της το αλάθητο. Απαιτεί την υπακοή μας, γιατί αυτή θέλει να μας πείσει ότι γνωρίζει το καλό μας. Στερεί ουσιαστικά έτσι τη ελευθερία μας. Και εκφράζεται με νόμους και διά προσώπων τα οποία κάποτε είναι βασιλικότερα του βασιλέως. Πρόσωπα συμβιβασμένα. Πρόσωπα που για να γίνουν ευάρεστα, βασανίζουν τους αντιφρονούντες άλλοτε σωματικά και άλλοτε ψυχικά. Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης των καιρών μας. Ακόλουθοι της εξουσίας, της κυρίαρχης γνώμης, επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο υβρεολόγιο, σε έναν συνεχή ονειδισμό εναντίον όσων έχουν διαφορετική γνώμη και στάση ζωής από αυτούς, λειτουργώντας ως «παπαγαλάκια» της εξουσίας. Και φέρουν ένα ήθος δαιμονικό, το οποίο απαγορεύει, όπως ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών, να φέρουμε το δικό μας ένδυμα, την δική μας προσωπικότητα και ταυτότητα και μας αφήνει να περιπλανιόμαστε σε πνευματικές ερήμους, για να είμαστε συμμορφωμένοι με την εξουσία. Η πνευματική παιδεία μας κάνει σταθερούς στην αλήθεια και την ίδια στιγμή να ομολογούμε με θάρρος ό,τι είναι αυθεντικό, χωρίς να γινόμαστε τύραννοι για να αντιμετωπίσουμε τους τυράννους. Η αγάπη συγχωρεί.

Οι δύο μάρτυρες Μαρκιανός και Μαρτύριος μας θέτουν προ των προσωπικών ευθυνών μας. Αυτός που πιστεύει αναζητεί την αλήθεια στις λεπτομέρειές της, εμπιστεύεται τον Θεό και ζητά τις δωρεές Του και αντιμετωπίζει κριτικά την εξουσία όταν αρνείται την ελευθερία του ανθρώπου να πιστεύει όπως αισθάνεται. Και είναι η Εκκλησία ο χώρος και ο τρόπος όπου το ήθος της πνευματικής παιδείας βιώνεται και μεταδίδεται στους αιώνες. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 25 Οκτωβρίου 2020

ΣΤ᾽Λουκά -των αγίων Μαρκιανού και Μαρτυρίου


10/21/20

ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΑΛΛΟΥΣ

«Δεν απαιτείται από όλους μας να σώσουμε άλλους» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Ένας από τους μεγάλους πειρασμούς που αντιμετωπίζουμε στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους είναι η καλή μας καρδιά, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από διάκριση. Ιδίως στον γάμο οι άνθρωποι, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, κουραζόμαστε από τον/την σύζυγό μας, διότι εχθρός του γάμου είναι η συνήθεια. Τότε εμφανίζονται στη ζωή μας πρόσωπα τα οποία για δικούς τους λόγους αναζητούν κάποιον/κάποια για να μοιραστούν προβλήματα, λύπες, σταυρούς. Επειδή θέλουμε να συμμεριστούμε την δοκιμασία τους, η οποία συνήθως έχει να κάνει με δικές τους αποτυχίες, αναπτύσσουμε μία οικειότητα που μας παγιδεύει σε συναισθήματα δύσκολα ελέγξιμα, εάν δεν υπάρχει πνευματικός οπλισμός. Οι άνθρωποι εύκολα βλέπουμε, κάποτε φαντασιωνόμαστε, τον εαυτό μας ως σωτήρα των άλλων. Κι επειδή ένας πονεμένος συνάνθρωπος δημιουργεί εσωτερικά ένα άλλοθι, ότι σχετιζόμαστε μαζί του για να κάνουμε καλό, χτίζονται εντός μας συναισθήματα τα οποία οδηγούν στην απιστία. Αντί να βρούμε τρόπους να παλέψουμε την συνήθεια στην δική μας ζωή, αποπειρώμεθα να σώσουμε άλλους. 

Το καλό δεν είναι καλό εάν δε γίνει καλά. Για να βοηθήσουμε ψυχικά τον πλησίον μας, χρειάζεται να είμαστε έτοιμοι να μη γίνουμε μέρος του προβλήματος. Χρειάζεται νηφαλιότητα και όχι κρίση θολωμένη από συναισθήματα. Τότε εύκολα περνούμε στο στάδιο της προσωπικής μας εμπλοκής, που γίνεται σαρκικός πειρασμός. Αν ξεχαστούμε χωρίς προσευχή, χωρίς οριοθέτηση της θέσης μας, χωρίς μνήμη ότι έχουμε δεσμεύσεις έναντι της δικής μας σχέσης, αν μέσα από τον «πονεμένο» άλλο αισθανθούμε ότι βρήκαμε ευκαιρία να ξεχάσουμε δικά μας προβλήματα, τα οποία τότε μεγεθύνονται, ούτε τον πλησίον θα βοηθήσουμε, ενώ θα δημιουργήσουμε περισσότερα προβλήματα στην δική μας πορεία, στη δική μας σχέση. Αν δεν πατάμε γερά στα δικά μας πόδια, αν δεν έχουμε απόφαση ότι δεν μπορούμε να σώσουμε, εάν δεν έχουμε σωθεί οι ίδιοι, εάν δεν έχουμε εργαστεί στην αγάπη προς τον δικό μας άνθρωπο, η παγίδα θα μας καταπιεί. 

Ο γάμος περνά στάδια πλήξης. Είναι στο χέρι μας και αυτά να περιοριστούν και να μην επιτρέψουμε στο όνομα ευγενών σκοπών να τον ρίξουμε σε έναν φαύλο κύκλο. Διότι εκτός από την ηθική μομφή στην οποία θα ρίξουμε τον εαυτό μας, αργά ή γρήγορα ο άλλος θα μας καταλάβει. Θα αναγκαστούμε να πούμε ψέματα. Δεν θα μπορούμε να τον κοιτάμε στα μάτια. Θα βγάλουμε κάποια επιθετικότητα έναντί του. Παρασυρμένοι από το όραμα του σωτήρα, θα εγκλωβιστούμε σε νέα πάθη. Εδώ χρειαζόμαστε την βοήθεια ενός πνευματικού πατέρα. Για να μπορέσουμε να δούμε τα αγκάθια και με την ενότητα με τον άνθρωπό μας να προσπεράσουμε τον πειρασμό. 

Στη ζωή μας εμφανίζονται άνθρωποι που μας καλούν να απλώσουμε χείρα βοηθείας. Φωνάζουν ότι θέλουν από μας να τους σώσουμε. Όσο κι αν είναι επώδυνη η άρνηση, ας μην αναλαμβάνουμε τέτοια αποστολή χωρίς να έχουμε στερεώσει την δική μας σχέση. Το συναίσθημα είναι σπουδαίο δώρο, θέλει όμως αυτοέλεγχο και καλή διαχείριση. Κι ο δρόμος της πίστης σ’  αυτό συντελεί. Όχι στην αδιάκριτη αγάπη, η οποία κάνει κακό, διότι  συχνά θα αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε αυτόν/τήν που ξεκινούμε να βοηθήσουμε, πληγώνοντάς τον/την ακόμη περισσότερο, αλλά και θα υπονομεύσουμε την δική μας πορεία. Ας παραπέμπουμε, χωρίς να φεύγουμε από τα όρια, αν δεν γίνεται αλλιώς.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου 2020


10/17/20

ΤΗΣ ΑΘΕΪΑΣ ΤΗΝ ΝΟΣΟΝ ΕΘΕΡΑΠΕΥΣΕ


«Λουκᾶν τόν ἀοίδιμον ἐν ὠδαῖς εὐφημήσωμεν. Οὗτος γάρ ἀθεΐας τήν νόσον, τῷ ἐπιχρίσματι τῆς Χριστοῦ κολυμβήθρας ἐθεράπευσε»
(ἀπό τό Δοξαστικό τῶν Στιχηρῶν τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ) 

«Ας δοξάσουμε τον Λουκά που του αξίζει να τον υμνούμε. Διότι αυτός την ασθένεια της αθεΐας με την αλοιφή του νερού του βαπτίσματος από την κολυμβήθρα του Χριστού θεράπευσε»


   Η γιορτή του αγίου αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά (18 Οκτωβρίου) μας δίνει την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σ’ ένα ζήτημα διαχρονικής εμφάνισης και σημασίας. Ο απόστολος κήρυξε το μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού σε καιρούς αθεΐας. Βοήθησε βαπτίζοντας ανθρώπους η νόσος της αθεΐας να θεραπευθεί, όχι να εξαφανιστεί, αλλά να πάψει να είναι η κυρίαρχη στην ανθρωπότητα. 

            Ο άγιος Λουκάς ήταν μορφωμένος. Γιατρός και ζωγράφος, γνώστης της ελληνικής, της εβραϊκής και της αραμαϊκής, υπήρξε αναζητητής της αλήθειας καίτοι μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον στην Αντιόχεια της Συρίας. Ταξίδευε για να μάθει. Ασκούσε την ιατρική τέχνη για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Εξέφραζε τον εσωτερικό του κόσμο ζωγραφίζοντας. Γνώρισε τον Χριστό και συγκαταλεγόταν στον κύκλο των Εβδομήκοντα. Τον συνάντησε μαζί με τον Κλεόπα στην πορεία προς Εμμαούς το απόγευμα της Ανάστασης. Κήρυξε στην Αντιόχεια, στη Σεβάστεια της Σαμαρείας, συνόδευσε τον απόστολο Παύλο στην περιοδεία του στην Μακεδονία, τον ακολούθησε μέχρι την Παλαιστίνη και την Ρώμη, όπου συνέγραψε το «Ευαγγέλιο» του και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Ακολούθησε τον Παύλο και στην τελευταία μεγάλη περιοδεία πριν το μαρτύριο του αποστόλου των εθνών στα χρόνια του Νέρωνα. Επέστρεψε κατόπιν στον ελλαδικό χώρο, αφού πέρασε πρώτα από την Δαλματία. Εργάστηκε ιεραποστολικά στην Μακεδονία, στην Αχαΐα και στην Θήβα, όπου και έγινε επίσκοπος. Εκεί βρήκε μαρτυρικό τέλος. Περίφημες υπήρξαν οι εικόνες της Παναγίας, μία εκ των οποίων είδε και η Κυρία Θεοτόκος και ευαρεστήθηκε. Πολλά τα θαύματα του Αγίου, ιδίως από τον τάφο του στην Θήβα. 

           Ο άγιος έζησε σε εποχή κατά την οποία η αθεΐα δεν ήταν η φιλοσοφική άρνηση της ύπαρξης του Θεού, αλλά η εμμονή των ανθρώπων να κατασκευάζουν και να πιστεύουν σε θεούς των ειδώλων, οι οποίοι έφεραν επάνω τους όλες τις αμαρτίες των ανθρώπων. Εξουσία, φιληδονία, φιλαυτία από την μία και από την άλλη απόδοση σ’ αυτούς των ανθρώπινων χαρισμάτων και των τεχνών που βοηθούσαν την ζωή μας. Δεν ήταν μόνο προστάτες των επιστημών οι θεοί. Ήταν αυτοί που τις έδιναν στους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή οι θεοί έφερναν τον θάνατο. Πόλεμοι, ακαταστασία, συγκρούσεις, έριδες γεννούσαν μία συμπλοκή θρησκείας και πραγματικότητας τέτοια που ο άνθρωπος να ζητά την βοήθεια και την προστασία των θεών για να ικανοποιήσει τα πάθη του, αλλά και να επιβιώσει. Η ειδωλολατρία δεν γεννούσε φιλοσοφία, διότι οι θεοί δεν φώτιζαν, δεν γεννούσαν δίψα για αλήθεια και γνώση, μόνο προστάτευαν ή θύμωναν και  τιμωρούσαν. 

        Σ’ αυτή την ειδωλική πραγματικότητα, όπου η θρησκεία ήταν μία παρηγοριά για τις δοκιμασίες της ζωής και συνδεόταν με τα σημαντικά γεγονότα του χρόνου μας (γέννηση, γάμος, θάνατος), έρχεται ο Χριστός και η πίστη μας για να δώσουν μιαν εντελώς διαφορετική διάσταση. Να αγκαλιάσουν τον άνθρωπο σε κάθε πτυχή της ζωής του, θέτοντας ως βάση της πορείας του την αγάπη. Να φωτίσουν τον νου, ώστε να τανύσει όλες του τις δυνατότητες να διαλεχθεί με τον κόσμο, όχι όμως για να τον καταστήσει πιο ηθικό ή για να ανακαλύψει τα μυστικά του ή για να βρει απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα με την σκέψη και την έρευνα, χωρίς βεβαίως να τα περιφρονεί και αυτά. Νους και καρδιά γίνονται κατοικητήριο του Χριστού. Ο άνθρωπος ανοίγει την ύπαρξή του στον πλησίον, όχι για να τον κυριεύσει ή να το εκμεταλλευτεί ή να συνυπάρξει μόνο, αλλά για να θυσιαστεί, αν χρειαστεί, γι’ αυτόν. Ο πιστός φεύγει από τις βεβαιότητες, από την σιγουριά του, από το πρόγραμμά του, από τα αγαθά του, από τις αναζητήσεις του και έχοντας τον Χριστό να κατοικεί στην καρδιά του γίνεται όλος αγάπη, όλος φως, όλος ζωή για τον πλησίον του και τον κόσμο. Αγιάζεται και βοηθά στον αγιασμό. Παλεύει για να γίνουν και οι άλλοι μέτοχοι της χαράς. Και την ίδια στιγμή, ακόμη και την ανθρώπινη γνώση και αναζήτηση την μπολιάζει με την παρουσία του Χριστού.

         Η ζωή μας γίνεται Ευαγγέλιο με την πίστη. Και πράξη ταυτόχρονα. Και όλα καλλιεργούνται σε μιαν άλλη προοπτική: αυτή της κοινωνίας με τον Θεό που γίνεται ανάσταση! Η πίστη καλλιεργεί την αναζήτηση της αλήθειας, γεννώντας θεολογία πέρα από την φιλοσοφία. Η γλώσσα αποκτά νέες εκφραστικές δυνατότητες διότι ψηλαφεί τον Αιώνιο. Η τέχνη αφήνει τον κόσμο και στρέφεται στον έσω άνθρωπο, όχι όμως αυτόν που αποτυπώνει τα συναισθήματά του για την ζωή, αλλά αυτόν που αναζητεί την μεταμόρφωση της ύπαρξης σε αγάπη. Αυτόν που μετανοεί για ό,τι δεν είναι σύμφωνο με το Ευαγγέλιο. Αυτόν που ξεκινά από την αρχή. Αυτόν που δεν φοβάται χρόνο και θάνατο, αλλά τον μεταποιεί σε ελπίδα ζωής αιωνίου και αναστάσεως. 

           Η αθεΐα γιατρεύεται. Οι ειδωλολάτρες λάτρευαν ψεύτικους θεούς και αγνοούσαν τον αληθινό. Η σύγχρονη αθεΐα λατρεύει την λογική του ανθρώπου,  τον υλισμό, τον μηδενισμό ως νέα είδωλα και σπρώχνει τους ανθρώπους να αναφωνούν «ούκ έστι θεός». Όπως οι άγιοι της πίστης μας, έτσι και ο καθένας από εμάς, στις αναζητήσεις μας, μπορούμε να αναφωνήσουμε «έστι Θεός». Αρκεί  να αφήσουμε πίσω την ζωή που θέλει τα πάντα να είναι «εγώ». Να πορευτούμε εν μετανοία και αγάπη. Και να αφεθούμε στην παρουσία του Χριστού. Να κάνουμε την καρδιά μας καιόμενη. Διότι Αυτός βαδίζει δίπλα μας σε μία συνεχή πορεία προς Εμμαούς. Όπως ο Λουκάς Τον συνάντησε φεύγοντας από το σπίτι του Μυστικού Δείπνου, της Θείας Ευχαριστίας και της κοινωνίας μαζί Του, πορευόμενος προς τον κόσμο, προς ένα χωριό, προς τις υποχρεώσεις του, προς την επιβίωση, προς την εργασία του, απελπισμένος ότι ο θάνατος θριάμβευσε, αλλά διαπίστωσε ότι η ζωή όλη περνά από την κλάση του άρτου, από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, από την πίστη στην Ανάσταση και από την καρδιά που έχει ζέση και φλόγα, έτσι κι εμείς. Σε κάθε άθεη φωνή ας αντιτάξουμε την πίστη και την πράξη. Όποια κι αν είναι τα χαρίσματά μας, τα πάντα αγιάζονται στην Εκκλησία και στο Ευαγγέλιο. Και ο Χριστός συμπορεύεται, γιατρεύοντας την νόσο. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 18 Οκτωβρίου 2020

Του αγίου Λουκά του ευαγγελιστή και ιατρού


10/14/20

ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΛΥΠΗΘΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΤΕΡΗΘΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΣ;

                

«Εκείνος που έχει προσπάθεια, προσκόλληση σε ό,τι αγαπά, δεν έχει λυτρωθεί ακόμη από την λύπη. Διότι πώς να μη λυπηθεί, όταν στερηθεί εκείνο που αγαπά;» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Οι άνθρωποι έχουμε στην ζωή μας ένα αίσθημα ιδιοκτησίας. Από το θέλημά μας, μέχρι τα αγαθά μας.  Από τα δικαιώματά μας, μέχρι εκείνα που μας αρέσουν. Από το σώμα μας, μέχρι και το σώμα του άλλου. Μετράμε την ευτυχία μας με βάση τι μας ανήκει, σε τι από τα αγαθά του κόσμου μπορούμε να μετέχουμε, καθιστώντας τα μέσα σκοπό. Συχνά μας αρκεί η δυνατότητα να έχουμε πρόσβαση στην πληροφορία, να μην είμαστε ανενημέρωτοι, όχι πάντα για τα σοβαρά και σπουδαία.  Θεωρούμε όμως ότι ο κόσμος μας ανήκει και ότι η ζωή είναι δική μας.
               Το αίσθημα ιδιοκτησίας δένεται συχνά με την αγάπη. Επειδή αγαπούμε, θεωρούμε πως ο άλλος έχει υποχρέωση να είναι δικός μας, να μας ανήκει. Σκεφτόμαστε συναισθηματικά. Αφού εγώ δίνω τα πάντα, σημαίνει ότι έχω δώσει την ελευθερία μου στον άλλο. Επομένως κι εκείνος αυτό καλείται να κάνει. Να εκτιμήσει την αγάπη που του προσφέρω και να μην σκεφτεί ότι μπορεί να φύγει από κοντά μας. Η ιδιοκτησία γίνεται απαίτηση αποκλειστικότητας. Κι αυτό περνά και στα παιδιά μας. Δεν τα μεγαλώνουμε για να είναι ελεύθερα και να προχωρήσουν με βάση τους δικούς τους στόχους. Ασυναίσθητα, από αγάπη υπερπροστατευτική, παραμένουν πάντοτε οι υπάρξεις που μας έχουν ανάγκη. Έτσι θέλουμε να τα ελέγχουμε και χρησιμοποιούμε κάθε τρόπο: την πειθώ, αλλά και την χειριστικότητα. Τον τονισμό ότι κανείς δεν τα αγαπά όπως εμείς, που προφανώς έχει και ψήγματα αλήθειας, αλλά δεν μπορεί να παρατείνεται στον χρόνο. Την εκμετάλλευση της θέσης μας έναντί τους, κυρίως την οικονομική μας δύναμη. Κάποτε και ένα αίσθημα ασφάλειας που είναι φυσικό να προσφέρουμε, αν και όλα δένονται στον μανδύα της συνήθειας που σκεπάζει την όρεξη του ανθρώπου να χτίσει κάτι καινούργιο, να ενηλικιωθεί αυθεντικά, να παραιτηθεί από ό,τι αισθάνεται βέβαιο.  

                Ο ασκητικός λόγος μας συγκλονίζει. Ό,τι σου ανήκει ή θέλεις να σου ανήκει, σου φέρνει λύπη, κάποτε μεγαλύτερη από την χαρά. Είσαι όμως κολλημένος σ’ αυτό, έχεις εξάρτηση, προσπάθεια. Το αγαπάς και το θεωρείς αναγκαίο για την δική σου πορεία. Η ψυχή σου δεν μπορεί να πορευθεί ελευθερωμένη από αυτό, είτε είναι υλικό στοιχείο, είτε συνήθεια, είτε άνθρωπος.  Προφανώς οι ανθρώπινες σχέσεις φέρνουν αλληλεξαρτήσεις. Άλλωστε ταπεινωνόμαστε μέσα από αυτές. Η δυσκολία έγκειται όταν κάνουμε τον άλλον ή τα αγαθά μας ή τον κόσμο μικρό θεό. Όταν η λύπη μας ρίχνει στην απόγνωση. Μας κρατά δεμένους καρδιακά και δεν μας αφήνει να ανοιχτούμε στον αληθινό μας προορισμό.

                Ο άνθρωπος έχει κληθεί να ζει την ελευθερία τού κατ’  εικόνα του Θεού. Αυτή  προϋποθέτει εμπιστοσύνη στο θεϊκό θέλημα. Μάτωμα της καρδιάς να μην μείνει στα πρόσκαιρα, ακόμη κι αν αυτά έχουν να κάνουν με τον συνάνθρωπο. Είναι ωραίο να αγαπάς.  Να δίνεις και να κάνεις τον άλλον χαρούμενο. Πιο ωραίο όμως είναι να αφήνεσαι στην αγάπη του Θεού και να είσαι έτοιμος να πορευτείς ακόμη και στην οδό της απεξάρτησης από εκείνους και από όσα αγαπάς. Άλλωστε κανείς και τίποτα δεν είναι δικά μας. Μόνο η κοινωνία με τον Θεό.


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 14 Οκτωβρίου 2020

10/10/20

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ


«Ὑπερδεδοξασμένος εἶ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπί γῆς τούς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καί δι’ αὐτῶν πρός τήν ἀληθινήν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας, πολυεύσπλαχνε δόξα Σοι» (τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῶν 367 Πατέρων τῶν συστησάντων τήν ἐν Νικαίᾳ ἑβδόμην Οἰκουμενικήν Σύνοδον»)

«Τήν μέγιστη δόξα ἔχεις ἐσύ Χριστέ Θεέ μας, ἐπειδή ἐσύ ἔθεσες ὡς θεμέλια στή γῆ τούς Ἁγίους Πατέρες πού μᾶς φωτίζουν πνευματικά ὅπως ὁ ἥλιος τόν κόσμο, καί δι’ αὐτῶν ὁδήγησες ὅλους μας πρός τήν ἀληθινή πίστη. Σέ δοξάζουμε λοιπόν γιά τήν πολλή εὐσπλαχνία Σου!»

Στην Εκκλησία, από την πρώτη στιγμή της οργανωμένης παρουσίας της στον κόσμο, επικρατεί το συνοδικό σύστημα. Σύνοδος σημαίνει συνέλευση, σημαίνει απόφαση για συν-οδοιπορία, για συγκέντρωση δηλαδή αυτών που πιστεύουν στον Χριστό και συγκρότησή τους σε σώμα παρά του Αγίου Πνεύματος. Σύνοδος σημαίνει όχι αποφάσεις του ενός, αλλά των πολλών. Σύνοδος σημαίνει την ανταλλαγή απόψεων, θέσεων, γνωμών, αλλά με προσευχή και πίστη το άφημα των καρδιών να αποφασίσουν για την αλήθεια, να την οριοθετήσουν, διότι η αλήθεια δεν μπορεί να εξαντληθεί στις διατυπώσεις της. Φτωχή  και πλούσια συνάμα η γλώσσα. Δώρο του Θεού, πεπερασμένο όμως. Έκφραση του ρητού και του άρρητου. Δεν μπορεί όμως, όσο ακριβής κι αν είναι, να αποτυπώσει το άπειρον του Θεού. Μιλά για το ομοούσιον, αλλά δεν μπορεί να απεικονίσει το υπερούσιον. Σύνοδος όμως δε νοείται χωρίς Πατέρες, χωρίς Αγίους. Ωστόσο κάθε συνάντηση όλων των πιστών ή των εκπροσώπων τους που είναι οι επίσκοποι λαμβάνει το όνομα σύνοδος. Αν ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, το κρίνει η παράδοση, ο κλήρος και ο λαός. Κυρίως όμως ο χρόνος και η ιστορία. 

Υπήρξαν σύνοδοι που ονομάστηκαν οικουμενικές. Σ’ αυτές συμμετείχαν πατέρες τόσο από την Ανατολή όσο και από την Δύση. Η τελευταία ήταν η έβδομη το 787 στην Νίκαια, στη βασιλική της Αγίας Σοφίας. Υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου λύθηκε θεολογικά το ζήτημα της Εικονομαχίας. Πολιτικά θα λυνόταν οριστικά το 843, όταν η αυτοκράτειρα Θεοδώρα η Αυγούστα αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. «Οι άγιοι Πατέρες της εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου αποδείχτηκαν υπέρμαχοι όχι μόνο των αγίων εικόνων, αλλά στην ουσία, αυτού του ίδιου του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Προσλαμβάνοντας ο Λόγος του Θεού την ανθρώπινη φύση, την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ εν τη δόξη Του η ανθρώπινη φύση του Σωτήρα μας είναι ακατάληπτη από τις αισθήσεις μας, ωστόσο μπορεί να αποτυπωθεί. Επομένως, η εικόνα του Χριστού-της οποίας την πιστότητα φυλάει η παράδοση της Εκκλησίας-καθίσταται αληθινή παρουσία του θεανθρώπινου προτύπου της, αγωγός χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη τής απομένουν τιμητική προσκύνηση» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος 2ος -Οκτώβριος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ζούσαν την πίστη και για την πίστη μιλούσαν. Ζούσαν την παρουσία του Χριστού και δεν μιλούσαν μόνο περί του Χριστού. Ξεδιάλυναν στα ρεύματα της εκκοσμίκευσης της εποχής τους τι δεν ήταν αυθεντικό, το μοιράζονταν μεταξύ τους στην σύνοδο και κατόπιν το κοινωνούσαν στον λαό. Οι διεργασίες για μια τέτοια σύνοδο κρατούσαν χρόνια. Ο διάλογος ήταν έντονος. Οι παρεμβάσεις της Πολιτείας πολλές, διότι το πρόβλημα της εικονομαχίας, όπως και των άλλων αιρέσεων, αποκτούσε διαστάσεις διότι οι θέσεις των αιρετικών υιοθετούνταν από το κράτος, το οποίο έβρισκε την ευκαιρία να παρεμβαίνει στα της Εκκλησίας είτε για να περιορίσει την ισχύ της στον λαό είτε για να την ελέγξει. Όμως ένα πρόβλημα πίστης δε λύνεται άμεσα ούτε με αποφάνσεις, ούτε με κατηγορίες. Λύνεται με την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, με τον τίμιο διάλογο, με την σαφήνεια, με το να τίθενται οι θέσεις στην κριτική των άλλων, κυρίως με την απουσία έπαρσης ότι κάποιοι είναι σωτήρες και κάποιοι προδότες. Ακόμη και στους αιρετικούς η στάση ήταν προτροπή σε μετάνοια. Όταν ερχόταν ο αφορισμός, αυτό ήταν το έσχατο μέσο, επειδή οι αιρετικοί παρέμεναν αμετανόητοι. Και έπρεπε οι θέσεις τους να τεθούν στην άκρη και οι άνθρωποι να μην παρασύρονται από αυτούς. Η πόρτα όμως της Εκκλησίας παρέμενε πάντοτε ανοιχτή. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι σπορείς της αλήθειας. Σε μια εποχή εγωκεντρική, το να έχει κάποιος ως αποστολή του να διακηρύξει τον λόγο του Θεού ήταν και είναι θλίψη και σταυρός. «Ποιος είσαι εσύ που θα μας μιλήσεις;», είναι η πρώτη απάντηση τω ανθρώπων. Και ο δρόμος περιλαμβάνει διωγμούς, απόρριψη, περιφρόνηση. Το δυσκολότερο όμως είναι η άγονη γη. Η αδυναμία των πολλών να προσλάβουν τον λόγο και να καταστήσουν την καρδιά τους εύφορο έδαφος. Η μοναξιά των Πατέρων να γράφουν και να μιλούνε εις ώτα μη ακουόντων. Όμως αυτή είναι η αποστολή του χριστιανού. Να παλεύει σε έναν κόσμο που η πίστη είναι μικρά ζύμη, όχι όμως το κέντρο της ανθρώπινης ζωής.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ζούσαν στην Εκκλησία και για την Εκκλησία. δε νοούσαν τον εαυτό τους εκτός. Όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες, ό,τι κι αν υπέμειναν, ακόμη και διωγμούς και εξορίες και μαρτύρια, δεν σκέφτηκαν να φύγουν και να κάνουν δική τους Εκκλησία. Να βάλουν το δίκιο τους πάω από την μετοχή στο σώμα του Χριστού. Ακόμη κι αν λύκοι βαρείς κυβερνούσαν, οι Πατέρες παρέμεναν. Δεν έχαναν το κουράγιο τους. Διακονούσαν τον άνθρωπο. Πρωτίστως όμως την πίστη, προτιμώντας να αδικούνται εντός της Εκκλησίας παρά να είναι δικαιωμένοι εκτός της. Περίμεναν με αγάπη, προσευχή και υπομονή  οι διοικούντες την Εκκλησία, αυτοκράτορες και πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς και μοναχοί, να επιστρέψουν στην αλήθεια και δεν έφευγαν γιατί οι ίδιοι ήταν αυθεντικοί σε σχέση με τους ολιγόπιστους ή τους αιρετίζοντες. Κριτήριό τους ήταν και ο λαός. Δεν θα μπορούσε ο λαός να επιστρέψει, αν απορρίπτονταν το σώμα του Χριστού. Άλλοι οι θέσεις των ανθρώπων και άλλο η Εκκλησία. 

Μας λείπει σήμερα η σύνοδος ως συνοδοιπορία. Μας λείπει η επερώτηση των πολλών για τα θέματα των καιρών. Μας λείπει ο τονισμός της αυθεντικής αποστολής της Εκκλησίας που είναι η πίστη στον Χριστό και η μεταμόρφωση εν μετανοία των καρδιών μας. Έχουμε αφήσει την αγαθή γη και κάνουμε επίδειξη έργων. Γι’ αυτό και ο φόβος κυριεύει και τις δικές μας καρδιές. Η αλήθεια της ανάστασης υποκαθίσταται από το άγχος της παράτασης της ζωής. Και η Εκκλησία συνταυτίζεται εν σιωπή με μία κοινωνία η οποία αρνείται τον Χριστό. Η οδός όμως περνά από αυτή την Εκκλησία. Δεν μας επιτρέπεται να φύγουμε, αλλά με υπομονή να παλεύουμε να ορθοτομούμε τον λόγο της αληθείας.  Και να αφήνουμε να καρποφορεί στην ταπείνωση ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός! 


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 11 Οκτωβρίου 2020

Των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου



10/7/20

ΜΗ ΣΤΡΑΦΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ

«Συ που ανέβηκες το σκαλοπάτι της αποταγής, μη στραφείς προς τα πίσω» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Πόσες φορές στην πορεία του γάμου και της οικογένειας μας πειράζει ο λογισμός για το αν έπρεπε να παντρευτούμε τον άνθρωπο που παντρευτήκαμε - ο νους μας γυρίζει σε άλλες αγάπες-, και πλάθουμε σενάρια για το αν θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι με άλλους ανθρώπους ή με άλλες επιλογές. Στην ανατροφή των παιδιών μας αναρωτιόμαστε αν κάναμε λάθη, αν έπρεπε να ακολουθήσουμε άλλη οδό αν δώσαμε τον χρόνο που θα έπρεπε, αν ακούσαμε τα παιδιά μας όσο έπρεπε, αν δείξαμε περισσότερη επιείκεια ή αυστηρότητα από ό,τι έπρεπε. Ανάλογοι είναι και οι προβληματισμοί για μία επαγγελματική επιλογή, για τον τρόπο διάθεσης των χρημάτων μας, για τις σπουδές μας, για γεγονότα στα οποία κληθήκαμε να πάρουμε αποφάσεις που είχαν συνέπειες. Και ο λογισμός μάς ταλαιπωρεί. 

Στην πνευματική μας παράδοση διαβάζουμε την φράση:  «μη στραφείς προς τα πίσω». Δεν είναι προτροπή για αποφυγή της αυτοκριτικής. Είναι σύσταση να μη γυρίζει ο νους μας σε ό,τι δεν αλλάζει, σε ό,τι αφήσαμε, σε ό,τι ανήκει στο χτες. Είναι κλήση να υπερβούμε τον λογισμό που μας θλίβει για ό,τι έχει να κάνει με το μη αναστρέψιμο και απόφαση επιλογής να παλέψουμε με τις συνθήκες του καιρού μας, με το σήμερα και το αύριό μας. Η πίστη, όπως και η φιλοσοφία, είναι μία διαρκής μνήμη θανάτου, όχι ως αφορμή αγωνίας ή λύπης, αλλά ως αφύπνιση για ό,τι μπορούμε να κάνουμε. Είναι μία διαρκής υπόμνηση του Ποιον έχουμε ανάγκη για να μπορέσουμε να σταθούμε στις προκλήσεις της ζωής, Να διορθώσουμε τα λάθη που μπορούν να διορθωθούν. Να επιλέξουμε την αγάπη εκεί που κριτήριο ήταν μόνο ο εαυτός μας. Να δώσουμε και να μην αρκούμαστε στο να πάρουμε. 

«Μη στραφείς προς τα πίσω». Είναι σπουδαίος ο δρόμος που είναι μπροστά μας. Αντί να κρίνουμε και να απορρίπτουμε τον άνθρωπό μας, να του ζητήσουμε μια καινούργια αρχή. Αντί να τρεφόμαστε από τις μνήμες των λαθών και των παθών μας, να ξυπνήσουμε και να διαλέξουμε τον αγώνα της μετάνοιας που δεν είναι αναδίφηση του χτες αλλά αρχή νέας ζωής. Και η έξοδος από το χτες να γίνει έμπρακτα. Ένα χαμόγελο εκπλήσσει. Ένα «συγγνώμη» από την καρδιά συγκινεί. Ένα «ευχαριστώ» ομορφαίνει την σχέση. Και κυρίως «ένα παλεύω και κάνω ό,τι μπορώ» αναμοχλεύει την πορεία της ζωής μας σε όλους τους τομείς.

Η ψυχοθεραπεία μας καλεί να επιστρέψουμε στο χτες για να διορθώσουμε το σήμερα. Να δούμε τις μνήμες που μας ταλαιπωρούν, να τις εξωτερικεύσουμε, να τις εκλογικεύσουμε, να μην τις αφήσουμε να κάνουν κι άλλο φωλιά στην ψυχή μας. Το βήμα όμως παραμένει ανολοκλήρωτο αν η επιστροφή στο χτες γίνεται για να αυτοδικαιωθούμε. Αν δεν περιλαμβάνει την συγχώρεση για ό,τι χάσαμε, για ό,τι δεν ζήσαμε, για όσους μας αδίκησαν. Δεν αρκεί να καταλάβεις το χτες σου, αν η ψυχή σου δεν θέλει να προχωρήσει στο αύριο. «Μη στραφείς προς τα πίσω» σημαίνει με τη βοήθεια της πίστης στον Χριστό να μην θεωρήσεις τα όσα σε ταλαιπώρησαν νάρκη για το σήμερα και το αύριο, αλλά πληγές ταπείνωσης, και να μπεις με την προσευχή στην αποταγή του θελήματος. Κι ας πεθάνει ο λογισμός. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύτηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 7 Οκτωβρίου 2020