2/23/18

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: ΠΟΡΕΙΑ ΚΡΕΙΤΤΟΝΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ



                Είναι προνόμιο να είμαστε Ορθόδοξοι στους καιρούς μας;
                Το ερώτημα αυτό δεν απασχολεί τους περισσότερους χριστιανούς, καθότι είμαστε δεμένοι στην παράδοση που έχει γίνει συνήθεια. Δεν συνειδητοποιούμε ότι η ιδιότητα του Ορθοδόξου χριστιανού δεν μας δίνει μόνο αυτοσυνειδησία, δεν μας εντάσσει στην παράδοση, στην ιστορία της πίστης, στην οδό της Βασιλείας του Θεού, αλλά μας δίνει την ευκαιρία «ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωμεν» (Εβρ. 11, 35). Μας εισάγει δηλαδή σε έναν τρόπο σκέψης και ζωής που ξεπερνά τα μέτρα και τα όρια του χρόνου, αλλά και των όσων η διάνοιά μας μπορεί να προβλέψει και να ελπίσει.
                Ο απόστολος Παύλος μας υπενθυμίζει, γράφοντας στους Εβραίους, ένα περιστατικό που σήμερα μοιάζει ακατάληπτο: «άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσι». Και όλα αυτά, ενώ  «έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών» (Εβρ. 11, 35). «Γυναίκες ξαναπήραν πίσω στην ζωή τους ανθρώπους τους και άλλοι βασανίστηκαν ως τον θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή».  Ο απόστολος έχει από την μία υπόψιν του τις γυναίκες που έλαβαν πίσω στην ζωή τα παιδιά τους από τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, τα οποία όμως παιδιά έμελλε να πεθάνουν και πάλι, αφού η ανάσταση ανέστειλε αλλά δεν κατάργησε τον θάνατο. Η ζωή που πήραν τα δύο παιδιά, όσο κι αν κράτησε, δεν ήταν σωτήριος από μόνη της. Όμως υπήρξαν και ο Ελεάζαρος, οι επτά Μακκαβαίοι παίδες και η μητέρα τους Σολομωνή, οι οποίοι προτίμησαν να βασανιστούν, να αρνηθούν να υποκύψουν στην απαίτηση των διωκτών και δημίων να   αρνηθούν τον Θεό και να επιλέξουν να αναστηθούν σε μία καλύτερη ζωή. Αρνήθηκαν να ζήσουν στον παρόντα χρόνο και κόσμο, για να αναστηθούν στην αιωνιότητα, στην διαρκή σχέση με τον Χριστό, η οποία δίνει την ατελεύτητη ζωή.
                Αυτός είναι ο δρόμος της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης. Όχι πρόσκαιρος, αλλά της κρείττονος αναστάσεως. Δεν καλούμαστε να επιλέξουμε απλώς πίστη, θρησκευτικότητα, παραδόσεις, έθιμα, ιστορία, ιδέες, αξίες. Καλούμαστε να παραιτηθούμε από τα πάντα, ακόμη και από την ίδια την εν χρόνω ζωή, προκειμένου να τύχουμε της κρείττονος αναστάσεως. Αυτή έγκειται στην διαρκή κοινωνία της ύπαρξής μας με τον Χριστό. Κοινωνία φωτός, αγάπης και αγιότητας. Κοινωνία που μας οδηγεί στην ομοίωση με τον Θεό. Και δεν είναι θεωρητική αυτή η κοινωνία. Δεν είναι μία εικασία ή μία ελπίδα. Είναι πράξη. Αποτυπώνεται στα πρόσωπα των Αγίων που μας δίνουν μηνύματα αυτής της αιωνιότητας με τα θαύματα που τελούνται από τον Κύριο δι’ αυτών. Με τον τρόπο ζωής τους, όχι με τα κατά κόσμον χαρίσματά τους ή την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν ή την αποδοχή τους από τους ανθρώπους και την δόξα που μπορεί να είναι εφήμερη ή να κρατήσει για κάποιο χρονικό διάστημα.
                Κρείττων ανάσταση έρχεται σε όσους δεν προτιμούν τίποτε άλλο πέραν της αγάπης προς τον Χριστό. Πέραν της χαράς να είναι η ιδιότητα του χριστιανού η κορυφαία της ζωής τους. Το όνομα του Θεού το υπέρ παν όνομα. Χωρίς να περιφρονούν κάθε τι που έρχεται μαζί με την πίστη, όπως ο πολιτισμός, η τέχνη, η μουσική, τα τελετουργικά, η ιστορικότητα της γλώσσας και της παράδοσης, γνωρίζουν ότι μόνο η σχέση με τον Χριστό στην ζωή της Εκκλησίας μπορεί να είναι η βάση που καταξιώνει και όλα τα άλλα. Αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε όλα θυμίζουν γυμνά ονόματα, με αυτόνομη μεν αξία, ιστορικού και πολιτισμικού περιεχομένου, χωρίς όμως ανάσταση!  Και ό,τι δεν οδηγεί στην ανάσταση, αναστέλλει προσωρινά τον θάνατο, όμως δεν σώζει την ύπαρξη.
                Κρείττων ανάσταση έρχεται σε όσους βιώνουν το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτοί έχουν επίγνωση ότι ζούνε στην κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού, η οποία προσλαμβάνεται από την καρδιά που παρότι δεν έχει πάψει να είναι αδύναμη και ρυπαρή εξαιτίας των παθών της, εντούτοις αισθάνεται την μοναδικότητα της αγάπης του Θεού, την αποκατάσταση σε ένα σώμα χάριτος και ενότητας, όπου συμπορεύονται άγιοι και αμαρτωλοί, δίκαιοι και πληγωμένοι, χωρίς όρια χρόνου και τόπου. Και αυτή η ζωή ξεπερνά την ανεπάρκεια και την ήττα του εφήμερου, της επιβίωσης, της εκπλήρωσης κάθε επιθυμίας, της κατανάλωσης των αισθημάτων και της πρόκρισης του εγώ που δεν μπορεί να σώσει και να σωθεί.     
                Κρείττων ανάσταση έρχεται τελικά σε όσους παλεύουν εναντίον του πονηρού. Σε όσους πατάνε στα πόδια τους και αναζητούν να βρούνε τι θέλει ο Θεός. Ποιο είναι το Ευαγγέλιο και πώς εφαρμόζεται σε κάθε περίσταση, σε κάθε σχέση, σε κάθε δοκιμασία. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να μην νικηθεί από τα πάθη του, αλλά με χαρά να παλέψει να τα μεταμορφώσει σε αρετές που θα τον καταστήσουν συνοδοιπόρο Θεού. Όχι σε δικαιώματα, αλλά σε αγάπη, που κάποτε παραιτείται και από αυτά. Θυσιάζει χρόνο και τον ίδιο τον εαυτό χάριν των άλλων. Που επιλέγει τον σταυρό, αντί την άνεση. Που βλέπει τους λογισμούς και δεν τους αφήνει να κυριαρχούν. Που πολεμά εναντίον της γλώσσας, η οποία εύκολα κατακρίνει και απορρίπτει. Και όπως ζητά συγχώρεση, έτσι συγχωρεί!
                Είναι προνόμιο να είμαστε ορθόδοξοι σήμερα! Κι ας μας περιμένει μοναχικότητα. Η κρείττων ανάσταση αξίζει τελικά, γιατί είναι η συνάντηση με τον Χριστό. Τον Νικητή του πρόσκαιρου και του θανάτου! Και η κρείττων ανάσταση βιώνεται στην Ορθοδοξία, των αγίων και των συνόδων, των δογμάτων και της έμπρακτης ασκητικότητας, της αρετής και της αφέσεως! Ας διαφυλάξουμε στην Εκκλησία το άριστον που μας δόθηκε!

Κέρκυρα, 25 Φεβρουαρίου 2018    

ΧΑΙΡΕ ΚΛΙΜΑΞ ΕΠΟΥΡΑΝΙΕ, ΔΙ’ ΗΣ ΚΑΤΕΒΗ Ο ΘΕΟΣ, ΧΑΙΡΕ ΓΕΦΥΡΑ ΜΕΤΑΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΕΚ ΓΗΣ ΠΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΝ



                Μία από τις πιο όμορφες εικόνες με τις οποίες παρομοιάζεται η πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό είναι και αυτή της κλίμακας, της σκάλας. Ανεβαίνουμε από την γη προς τον ουρανό μέσα από μία σκάλα, μιμούμενοι τους Αγγέλους που είδε ο προπάτορας του Χριστού ο Ιακώβ, όταν είχε αφήσει το πατρικό του σπίτι και πορευόταν προς την Μεσοποταμία (Γεν. 28, 10-22). Είχε κοιμηθεί με προσκέφαλο μια πέτρα και είδε αυτό το εντυπωσιακό όραμα. Την κλίμακα ανεβοκατέβαιναν άγγελοι, ενώ στην κορυφή της στηριζόταν ο Θεός. Τον ευλόγησε και του υποσχέθηκε, ότι τη γη όπου κοιμόταν θα τη δώσει σ’ αυτόν και τους απογόνους του, που θα πληθυνθούν σαν την άμμο της θάλασσας. Ότι δεν θα άφηνε να πάθει κανένα κακό. Ανανέωνε έτσι την διαθήκη που είχε δώσει στον Αβραάμ, τον παππού του Ιακώβ, ότι θα είναι Θεός του λαού.
                Η εικόνα αυτή είναι προτρεπτική για μας τους ανθρώπους. Η κλίμακα δείχνει ότι , όπως σε κάθε έργο μας, έτσι και στην πνευματική μας πορεία, τα πάντα θέλουν βήματα ανόδου. Δεν μπορούμε να ανεβούμε προς τον ουρανό, εάν δεν αφήσουμε την γη. Εάν δεν αφήσουμε ό,τι μας κρατά προσκολλημένους στα μέτρα και τον τρόπο του κόσμου τούτου. Αφήνοντας το φθαρτό χάριν του αφθάρτου, ξεκινούμε μία νέα πορεία στην ζωή μας, η οποία μας οδηγεί στην συνάντηση με τον Χριστό.  Και η διαθήκη τώρα δεν είναι εκείνη του Ιακώβ, η Παλαιά. Είναι η Καινή, η νέα, την οποία ο Χριστός μας προσέφερε με την ενανθρώπησή Του και το όλο απολυτρωτικό Του έργο. Είναι η διαθήκη της αγάπης και της ανάστασης, όπως και η βεβαιότητα ότι στην Εκκλησία θα είναι μαζί μας όλες τις ημέρες της ζωής μας και ότι σε κανένα σκαλοπάτι της κλίμακας δεν θα αισθανθούμε εγκαταλελειμμένοι από Αυτόν.
                 Η κλίμακα όμως δεν προϋποθέτει επιλογή προτεραιοτήτων μόνο. Χρειάζεται και απόφαση να ανεβούμε τα σκαλοπάτια της. Αυτά είναι οι αρετές. Είναι η επιλογή όχι απλώς της βελτίωσης του εαυτού μας, αλλά της πάλης για ποιότητα εσωτερική η οποία θα δίνει στον Θεό τα πάντα. Την διάθεση της καρδιάς. Την σκέψη. Τις επιθυμίες. Την ελευθερία. Το νόημα σε ό,τι κάνουμε. Στο πώς βλέπουμε τους ανθρώπους. Στο πώς σχετιζόμαστε μαζί τους. Και αρετή σημαίνει ήθος που αποκτάται με την επανάληψη και στάσεων ζωής και έμπρακτης εφαρμογής τους. Αρετή είναι η αγάπη, είναι η χαρά, είναι η συγχώρεση, είναι η καλοσύνη, είναι η πίστη, είναι η ασκητικότητα, είναι η ταπεινοφροσύνη ,είναι η άρνηση της ευκολίας και η επιλογή του δύσκολου δρόμου. Είναι η απόφαση ότι έχουμε ψυχή, όχι ως εγκεφαλική λειτουργία μόνο, αλλά ως αθάνατο πνεύμα, το οποίο ζητά κοινωνία με τον Θεό, γνώση αυθεντική για να βρει νόημα και πληρότητα. Και άνοδος στην κλίμακα σημαίνει πάτημα στην αρετή και ταυτόχρονα εκζήτηση του ελέους του Θεού, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ώστε να ανεβούμε σκαλοπάτι. Να έρθουμε πιο κοντά στον Θεό μέσα στις δοκιμασίες της ζωής. Μέσα από ό,τι καλούμαστε να αφήσουμε πίσω. Ανθρώπους, δόξα, θέση, αποδοχή, αγαθά, κυρίως το αίσθημα της αποδοχής για το οποίο κάνουμε τους πιο πολλούς συμβιβασμούς, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι.
                Δεν μπορούμε μόνοι μας να ανεβούμε την κλίμακα αυτή. Είναι πολλά τα όσα μας κρατούνε στην γη. Έχουμε όμως το πρώτο και μεγάλο παράδειγμα που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος.  Μέσα από αυτήν ο Θεός κατέβηκε σε μας. Έγινε άνθρωπος. Και την ίδια στιγμή την κατέστησε γέφυρα, όχι στενή, αλλά πλατιά, επειδή είναι η Μητέρα του Θεού και η μητέρα όλων όσων θέλουμε να γίνουμε παιδιά του Θεού, για α ανεβούμε από την γη στον ουρανό. Με τις προσευχές και το παράδειγμά της τα σκαλοπάτια δεν είναι στενά. Η άνοδος δεν φέρει τον κίνδυνο της πτώσης, όπως αν προσπαθούμε να φτάσουμε μόνοι μας, με τις φτωχές δυνάμεις μας και με τον πόλεμο του πειρασμού, ο οποίος ζητά να μας ρίξει και να μας τσακίσει, σε όποιο σκαλοπάτι κι αν βρισκόμαστε, και που δεν σταματά μέχρι το τέλος  της ζωής μας να μας ενσπείρει τον φόβο του ύψους, για να πανικοβληθούμε και να πέσουμε. Μας παγιδεύει στην ψευδαίσθηση ότι όσο πιο ψηλά μόνοι μας τόσο πιο κοντά φτάνουμε στον Θεό ή στην ελευθερία μας, αλλά αν είμαστε μόνοι μας, θα μας ρίξει. Η Υπεραγία Θεοτόκος μετατρέπει την κλίμακα σε γέφυρα. Είναι η ίδια η γέφυρα που μας μεταφέρει με ασφάλεια στον προορισμό μας, καθώς έχει τον δρόμο της αυθεντικής αρετής προς τον Θεό, που κάνει την όχθη της γης να μην μας πνίγει, αλλά να μας οδηγεί προς την όχθη του ουρανού.
                Ο πολιτισμός μας μάς κάνει να κολλάμε στην γη. Να μην κοιτάμε ψηλά. Να μένουμε στα δικά μας, στα πρόσκαιρα. Κι ενώ κάθε έργο προϋποθέτει επίγνωση ότι χρειάζεται να ανεβούμε σκαλιά, προκειμένου να το πετύχουμε, οι καιροί μας μάς αποτραβούνε από την πνευματική μας πρόοδο. Δεν μας αφήνουν να κατανοήσουμε ότι η ζωή μας δεν μπορεί να βρει πληρότητα χωρίς ουρανό. Επιμένει να μας μιλά για έναν Θεό που είναι στην καλύτερη περίπτωση ψηλά ή που δεν υπάρχει και όχι για Εκείνον που έγινε άνθρωπος, κατέβηκε την κλίμακα, διά της Υπεραγίας Θεοτόκου, για  να μας οδηγήσει στην χαρά της Βασιλείας. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μέσα από τις ακολουθίες των Χαιρετισμών, μας ζητά να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας. Να κοιτάξουμε ψηλά. Να αποφασίσουμε να ανεβούμε. Και με την βοήθεια της Παναγίας να μην φοβηθούμε να αφήσουμε πίσω μας ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό, αλλά και να μην υπερηφανευτούμε για όσα σκαλοπάτια ανεβούμε, αλλά να μένουμε στην εγρήγορση και την σταθερότητα που μας δίνει η πίστη!

Κέρκυρα, 23 Φεβρουαρίου 2018

2/21/18

Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


Πώς μπορεί να ζήσει η σύγχρονη οικογένεια την Σαρακοστή; 
     Το ερώτημα αυτό απασχολεί πολλά ζευγάρια, τα οποία θα ήθελαν να ακολουθήσουν το λειτουργικό πρόγραμμα της Εκκλησίας κατ’ αυτή την ευλογημένη περίοδο. Η εργασία όμως και οι υποχρεώσεις επιτρέπουν συνήθως την συμμετοχή στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην θεία λειτουργία των Κυριακών και κάποτε στις βραδινές προηγιασμένες, όπου τελούνται. Ακόμη, το φαγητό γίνεται νηστίσιμο. Οι καρδιές είναι ανοιχτές στην μελέτη του λόγου του Θεού, συνήθως στον κατανυκτικό εσπερινό. Το ραδιόφωνο και το Διαδίκτυο μεταδίδουν ομιλίες.  Εξομολόγηση. Άσκηση. Όμως η δίψα για σχέση με τον Θεό δεν καλύπτεται και πάντοτε ένα αίσθημα είτε ενοχής είτε απογοήτευσης συνοδεύει τον νου, καθώς διαπιστώνει ότι όλα αυτά καλά είναι, αλλά δεν φτάνουν. Γιατί στην εκκοσμικευμένη ζωή και πραγματικότητα τα πάντα σχεδόν λειτουργούν αυτόματα, με ταχύτητα, χωρίς ανάσα. Έτσι η Σαρακοστή περνά γρήγορα και το όποιο πνευματικό κεφάλαιο, έστω και αν συγκεντρωθεί, εξανεμίζεται γρήγορα.               
                Παρόλα αυτά η οικογένεια μπορεί να βρει τρόπους να δει την Σαρακοστή, εκτός από το τυπικό της, στην ουσιαστική της διάσταση. Εννοείται ότι η νηστεία βοηθά, όχι μόνο ως αλλαγή διατροφής, αλλά και ως ευκαιρία να συγκεντρώνονται τα μέλη γύρω από το τραπέζι συχνότερα, καθώς η νηστεία της τροφής μπορεί να συνδυασθεί με νηστεία από εξόδους, από διασκεδάσεις, από το Διαδίκτυο, από την τηλεόραση. Η προσευχή μπορεί να γίνει αφετηρία εσωτερικής ανάνηψης, καθώς αυτός που απευθύνεται στον Θεό ησυχάζει εν τη καρδία του και μπορεί να δει τα σωστά και τα λάθη του. Η Σαρακοστή ακόμη μπορεί να γίνει εφαλτήριο αγάπης και συγχωρητικότητας. Να καταλάβουμε καλύτερα και να ζήσουμε τον λόγο της ενανθρώπισης και τον τρόπο του Σταυρού, δηλαδή την έγνοια για τον κάθε άνθρωπο, που μπορεί να ξεκινήσει από τους δικούς μας. Να βρούμε λίγο χρόνο να ακούσουμε ο ένας τον άλλον στην οικογένεια, αφήνοντας κατά μέρος την κατανάλωση των πάντων. Να γίνει η Σαρακοστή ευκαιρία για ενότητα και αυθεντική κοινωνικότητα, που έρχονται μέσα από την συμφιλίωση και την πάλη εναντίον των κακών λογισμών. Και να μπορέσουμε, μέσα από το μυστήριο της μετανοίας να αφήσουμε κατά μέρος ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό και τον αδελφό μας.
Οι γονείς μπορούν όχι μόνο να μιλήσουν αλλά και να δείξουν την σημασία της Σαρακοστής ως τρόπου μετανοίας, επιστροφής στον Θεό και εμπιστοσύνης στην πρόνοιά Του όταν μειώσουν τις εντάσεις, όταν ησυχάσουν μελετώντας, όταν εκζητήσουν την πνευματική χαρά που δίνει ο τρόπος της Εκκλησίας. Η προσευχή για τα παιδιά βοηθά. Η μετοχή των ίδιων στην θεία ευχαριστία. Το ξεκίνημα της μέρας με το «Δόξα τω Θεώ» και το τέλειωμά της με το «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού». Και το αίσθημα της αντίστασης στις προκλήσεις του κοσμικού πνεύματος, το οποίο γεννά αφορμές πειρασμών στο ξεδίπλωμα της άνοιξης, ώστε ο άνθρωπος να μην έχει τον νου του στον Θεό, αλλά στην αυτονομημένη πορεία της ζωής του.
Η Σαρακοστή είναι για όλους. Οι μικρότεροι μπορούν να προπονηθούν με την προσευχή, με την νηστεία όσο ευλογεί ο πνευματικός της οικογένειας, τον εκκλησιασμό. Οι μεγαλύτεροι μπορούν να προσθέσουν την αγάπη, την ελεημοσύνη, την ομόνοια. Για να γίνει η περίοδος αυτή όντως αλλαγή τρόπου ζωής! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 21 Φεβρουαρίου 2018

2/16/18

Η ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία διάχυτη απαισιοδοξία. Μόνο τα παιδιά και οι έφηβοι, οι οποίοι είναι στραμμένοι στον δικό τους κόσμο, κρατούνε μία νότα ευχάριστης αφέλειας που τους οδηγεί στο να είναι ήσυχοι για το μέλλον τους. Οι υπόλοιποι έχουμε μέσα μας μία κρυφή ή μία φανερή αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Παρότι ο πολιτισμός μας μάς κρατά δεμένους με το σήμερα, χάρις στην δύναμη της τεχνολογίας, τις πολλαπλές επιλογές ο χρόνος μας να γεμίζει με την βοήθεια των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, για να μην προλαβαίνουμε ούτε να βαρεθούμε ούτε να σκεφτούμε, εντούτοις στο βάθος της ύπαρξής μας μνήμες, συγκρίσεις, λογισμοί δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι για το αύριο. Είτε η κρίση, είτε η ανεργία, είτε η υγεία, είτε η αγωνία για τα παιδιά μας, είτε ο θάνατος που χωρίς να το καταλαβαίνουμε πλησιάζει, φανερά ή αδιόρατα, καθώς προχωρούμε εν χρόνω, μας κάνουν να δυσκολευόμαστε να χαμογελάσουμε, να ηρεμήσουμε, να κοιμηθούμε. Η μελαγχολία επιτείνεται από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε, με την έννοια του να βγούμε από τον εαυτό μας. Να αφεθούμε στις σχέσεις μας τόσο με τον Θεό όσο και τον πλησίον μας, μια και το πρότυπο ζωής το οποίο έχουμε υιοθετήσει είναι εγωκεντρικό. Οι άλλοι πρέπει να έρθουν σε μας. Οι άλλοι πρέπει να μας αγαπήσουν για την μοναδικότητά μας. Και όσο δεν το βλέπουμε αυτό, τόσο αρνούμαστε να τους αγαπήσουμε. Αρνούμαστε να γίνουμε «τα κορόιδα» που προσφέρουν και προσφέρονται, που κουράζονται για να μην λαμβάνουν τίποτα.
     Σ’ αυτή την περίοδο της απαισιοδοξίας έρχεται η Εκκλησία μας να αντιτάξει την ευλογία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ζητήσει από εμάς να αναφωνήσουμε μαζί με τον απόστολο Παύλο: «νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. 13,11). «Τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε». Η Εκκλησία έρχεται να μοιραστεί μαζί μας την αισιοδοξία που αυτή η περίοδος φέρνει, παρότι για πολλούς, επειδή προηγείται ο βαρύς κόπος της νηστείας, της προσευχής, της εγκράτειας, του αγώνα εναντίον της κατάκρισης, υπάρχει ένα αίσθημα πένθους και σχετικής μελαγχολίας. Δεν είναι όμως έτσι. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μόνο στροφή στον εαυτό μας, προτροπή για σχετική ησυχία μέσα από τις ωραίες ακολουθίες, στις οποίες δεν δεσπόζουν τόσο οι μελωδίες των ύμνων, αλλά ο λόγος διά των αναγνωσμάτων. Είναι και μία γλυκιά χαρά, η οποία πηγάζει και από  τον αποστολικό λόγο.
       Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας διότι αισθανόμαστε στην εκκλησιαστική ζωή ότι ο Θεός είναι Αυτός που μας μας σώζει! Αυτόν αναζητούμε στην Σαρακοστή. Αυτόν που έγινε άνθρωπος για μας και είδε τα βάσανα και τους κόπους μας, την ήττα μας από την αμαρτία, τον διάβολο, την φθορά, τον θάνατο και συνέπαθε με μας. Άφησε και Αυτός τον εαυτό Του να ηττηθεί από τον πόνο και τον θάνατο, αλλά μας έδειξε ότι πιστεύοντας δεν νικιόμαστε από την αμαρτία. Γιατί αυτή είναι που μας καταβάλλει. Το να μην πράττουμε το θέλημα του Θεού, το να μην αγαπούμε τους ανθρώπους, το να μην χαιρόμαστε που ο Θεός είναι κοντά μας, όσο βάρος κι αν προσθέτουν οι περιστάσεις της ζωής. Το να μην γευόμαστε την χάρη της μετάνοιας, που αλλάζει την ζωή μας. Το να μην είμαστε ενταγμένοι στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά να βλέπουμε την πίστη ως μία ιδεολογική πεποίθηση, η οποία υπάρχει για το άτομό μας, όχι όμως για να μας κάνει να συναντούμε τους άλλους, για να τους αγαπήσουμε και να τους συγχωρήσουμε.
        Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν φεύγουμε από το χτες, από το «τότε που πιστέψαμε», αλλά και από κάθε χτες. Από όσα χάσαμε και θα θέλαμε να ξανα-έχουμε. Από   τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Από τις σχέσεις που δεν προχώρησαν. Από τα λάθη που δεν αποφύγαμε. Από τα «και αν» που μας καθηλώνουν στο παρελθόν και από τα «γιατί;»  που δεν μας αφήνουν να δούμε ότι η ζωή είναι πορεία. Ότι δεν είναι ο θάνατος στον οποίο πλησιάζουμε, αλλά ο Χριστός που μας περιμένει για να μας δώσει την ανάσταση και την ζωή. Ότι οι άλλοι δεν είναι αυτοί που μας υπονομεύουν, οι εχθροί μας, ακόμη κι αν φέρονται έτσι, αλλά αυτοί που καλούμαστε να κερδίσουμε με την αγάπη, με την καλοσύνη, με την ευγένεια, την υπομονή. Με τον τρόπο δηλαδή της αρετής και όχι την εκδίκηση και το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ή, εκεί όπου δεν υπάρχει άλλος δρόμος, μέσα από τις δυνατότητες που η κοινωνία μας μάς δίνει, χωρίς όμως κακία και εμπάθεια. Οι εμπειρίες του χτες είναι πολύτιμη πρώτη ύλη, όχι για να μας καθηλώσουν, αλλά για να μας απελευθερώσουν. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την πίστη και την ζωή της Εκκλησίας.
     Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν αισθανόμαστε ότι όλα είναι «εγγύτερον» στον άνθρωπο ο οποίος τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει βρει το νόημά του, ξέρει γιατί και προς Ποιον πορεύεται. Αν πιστέψουμε ότι ο Κύριος είναι εγγύς, αν εμείς παίρνουμε την απόφαση να Τον πλησιάσουμε μέσα από την ασκητική ζωή της πίστης μας, μέσα από το ιλαρό πρόσωπο που ξέρει να αγαπά και να χαίρεται την παρουσία των ανθρώπων, που δεν ασκημίζει την ύπαρξη του με κακίες και αμαρτίες, που δεν το τρώνε οι λογισμοί, τότε η σωτηρία έχει έρθει. Οι περιστάσεις της ζωής δεν μας γεμίζουν με αγωνία. Η κρίση των καιρών δεν μας αφήνει άπιστους στην πρόνοια και την βοήθεια του Θεού. Η πίστη μας οδηγεί να σκεφτούμε και να ζήσουμε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε οποιαδήποτε δυσκολία, προσαρμόζοντας τον εαυτό μας στις εναλλαγές, αποδεχόμενοι ταπεινά ό,τι δεν μπορούμε να αλλάξουμε, αλλά και κάνοντας καινούργιες αρχές εκεί όπου μπορούμε. Και τότε εγγύτερον η Αλήθεια, εγγύτερον η Ελπίδα, εγγύτερον η Συνάντηση με Εκείνον που μας αγαπά.
     Ο χριστιανός παλεύει διά της πίστεως και διά της ζωής της Εκκλησίας να μην καταβληθεί από την όποια απαισιοδοξία του κόσμου. Βοηθός είναι ο Θεός, αλλά και οι αδελφοί μας στην σύναξη της εκκλησιαστικής μας κοινότητας. Ας παλέψουμε πνευματικά και ας ανοιχτούμε καρδιακά τώρα που αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η ημέρα της ανάστασης έρχεται! Μαζί με τον Χριστό, ο Οποίος μας αγαπά και μας δίνεται κάθε στιγμή, για να μην μετράμε την ζωή μας με την κοσμική επιτυχία ή αποτυχία, αλλά με την χαρά που γεννά η δική Του αγάπη.

Κέρκυρα, 18 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΝΑΣ ΛΟΓΙΟΣ ΣΥΖΗΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ"


Κάθε νεοεκδιδόμενο βιβλίο συνιστά ένα γεγονός και ως τέτοιο σηματοδοτεί την έναρξη μιας τριπλής σχέσης που περιλαμβάνει το βιβλίο, τον συγγραφέα και τον αναγνώστη, εμπλέκοντας και τους τρεις σε μια κατάσταση της οποία η δυναμική περιέλιξη αντιπαρατίθεται με όλα τα άλλα γεγονότα που συμβαίνουν τώρα ή που έχουν συμβεί στο παρελθόν και όσα εν δυνάμει μπορεί να συμβούν ή να μην συμβούν στο μέλλον.
Το βιβλίο που απόψε παρουσιάζουμε στην πόλη της Κέρκυρας έχει τον τίτλο «Γρηγόριος Κωνσταντάς: ένας λόγιος συζητά με τον Διαφωτισμό και την παράδοση» και αποτελεί την διδακτορική του διατριβή, με την οποία αναγορεύτηκε διδάκτορας στο τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Με το βιβλίο του ο π. Θεμιστοκλής στοχεύει πολύ πέρα από την ανάδειξη του βίου και του έργου του Γρηγορίου Κωνσταντά, μιας σημαντικής  προσωπικότητας του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η οποία έχει ελάχιστα προβληθεί από την ιστοριογραφία της περιόδου 1750-1850, για λόγους που υπαινικτικά θα δείξω στην συνέχεια.
Θεωρώ πως κεντρικό θέμα της διατριβής είναι η διερεύνηση της σχέσης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με την Εκκλησία και το κράτος, μια σχέση η οποία στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου άφησε το αποτύπωμά της επηρεάζοντας τις σχέσεις της κρατικής εξουσίας  και της ποιμαίνουσας Εκκλησίας , στον ταραγμό των οποίων οφείλονται πολλά από τα σημερινά δεινά που μαστίζουν τον λαό και το έθνος μας.
Ο π. Θεμιστοκλής, επειδή είναι χαρισματικός και ιδιαίτερα εύστροφος, αντί να διερευνήσει το θέμα που τον απασχολεί σε θεωρητικό επίπεδο, ακολουθώντας την πεπατημένη της νεότερης νεοελληνικής ιστοριογραφίας, κατά τα πρότυπα που υπαγορεύει η δυτική επιστημολογία, επιλέγει να φωτίσει το ιστορικό φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τη σχέση του με την Εκκλησία και το κράτος, αλλά και με την πολιτική και την οικονομία, μέσα από το βίο και το έργο του Γρηγόριου Κωνσταντά, ενός ανθρώπου, στο πρόσωπο του οποίου η σχέση αυτή υπήρξε βιωματική, κάτι που την καθιστά ζωντανή και συνεπώς παροντική.
Πριν αναφερθώ στον τρόπο που επέλεξε ο π. Θεμιστοκλής για την παρουσίαση του θέματος και την διαφορά που τον χωρίζει από ό,τι κελεύει ο τρόπος της νεωτερικής επιστημολογίας, επιτρέψτε μου να αναφερθώ εν τάχει στο τι είναι αυτό που αποκαλούμε Νεοελληνικός Διαφωτισμός.
Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός συνιστά ένα μεγάλο ανανεωτικό κίνημα που σηματοδοτεί την έξοδο του υπόδουλου γένους των Ελλήνων από έναν παρατεταμένο πνευματικό χειμώνα που είχε διαρκέσει τρεις αιώνες, στην διάρκεια των οποίων το βαλτωμένο πνεύμα του το κρατούσε καθηλωμένο σε μία ανεξέλεγκτη κοινωνική κατάσταση, στην οποία είχε περιπέσει μετά την φραγκική και τουρκική κατάκτηση και διάλυση του ελληνικού- βυζαντινού κράτους.
Το ιστορικό αυτό φαινόμενο καλύπτει μία χρονική περίοδο που εκτείνεται από τα μέσα του 18ου αιώνα έως τα μέσα του 19ου και συνιστά την ερωτική ανταπόκριση των Ελλήνων στο κάλεσμα που εξέπεμπε το πνεύμα των φώτων της χριστιανικής Ευρώπης. Μιας Ευρώπης της οποίας ο πολιτισμός βρίσκονταν στο κατώφλι της ωριμότητάς του, και στον οποίο οι Έλληνες αναγνώριζαν κομμάτια του εαυτού τους, πράγμα φυσικό, αφού ο πολιτισμός αυτός στα πρώτα του βήματα (πρώιμη και ύστερη Αναγέννηση) Είχε με την σειρά του σαγηνευτεί από τον Ελληνικό πολιτισμό (τον αρχαίο κυρίως, αλλά και τον βυζαντινό).
Στα πλαίσια αυτού του ανανεωτικού κινήματος δύο ομάδες διαφωτισμένων Ελλήνων λογίων αντιπαρατέθηκαν στην κρίσιμη περίοδο 1780-1830, της οποίας κορυφαία στιγμή υπήρξε η Ελληνική Επανάσταση του 1821.  
Στη μια ανήκουν εκείνοι οι λόγιοι που είχαν εγκλωβιστεί και υποκύψει στη σαγήνη του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στην άλλη ανήκουν εκείνοι που, ενοφθαλμισμένοι από αυτό, ανταποκρίνονταν στην πρόκλησή του. Στην αντιπαλότητα των ομάδων αυτών αναβίωνε και συνεχίζονταν με άλλους όρους η παλαιά διάκριση ανάμεσα σε «ενωτικούς»  και «ανθενωτικούς»  στη διάρκεια της παρακμής του Βυζαντίου, το οποίο, παρόλη την οικονομική και πολιτική κατάρρευση, είχε ακόμη την δύναμη να πραγματοποιήσει μια πνευματική αναλαμπή γνωστή ως  «Παλαιολόγεια αναγέννηση», στα πλαίσια της οποίας αναδείχθηκαν μία σειρά λόγιοι, όπως ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Βησσαρίων από τη Τραπεζούντα, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (Μυστράς), ο Μάρκος Μουσούρος και των οποίων η συνεισφορά στην Ιταλική Αναγέννηση και τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό έχει αναγνωριστεί και οι οποίοι, κατά τον Στήβεν Ράνσιμαν,  έφεραν τον Ελληνισμό και τον ανθρωπισμό στην Δύση.
Στην πρώτη ομάδα λογίων που είχε πνευματικά κέντρα το Παρίσι και τη Βιέννη κορυφαία μορφή της υπήρξε ο Αδαμάντιος Κοραής. Η δεύτερη, της οποίας πνευματικό κέντρο υπήρξε το Βουκουρέστι, έχει ως κορυφαίους της τον ρηξικέλευθο παιδαγωγό Ιώσηπο Μοισιόδακα και τον θεωρητικό του δημοτικισμού Δημήτριο Καταρτζή.     
Με τον Κοραή συνδέονται στενότερα ή χαλαρότερα οι εκδότες του «Λόγιου Ερμή» της Βιέννης Άνθιμος Γαζής, Θεόκλητος Φαρμακίδης και Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, οι λαμπροί δάσκαλο στα σχολεία της Ανατολής Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, Κωνσταντίνος Κούμας, Βενιαμίν Λέσβιος, Θεόφιλος Καϊρης, Κωνσταντίνος Οικονόμος, Νεόφυτος Βάμβας.
Στον κύκλο του Βουκουρεστίου ανήκουν οι συγγραφείς της μνημειώδους «Νεωτερικής Γεωγραφίας» (1791) Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο Στέφανος Δούγκας και οι γλωσσικά αιρετικοί Παναγιώτης Κοδρικάς και Νεόφυτος Δούκας.
Ανάμεσα στις δύο ομάδες υπήρξε και μια τρίτη ίσως ομάδα, μικρότερη αλλά με πολύ αισθητή την παρουσία της χάρη στην ελευθερωσύνη και τον ριζοσπαστισμό της. Σ’  αυτήν πρέπει να εντάξουμε τον Αθανάσιο Ψαλίδα, τον Ιωάννη Βηλαρά, τον Γεώργιο Καλαρά και τον Ανώνυμο της « Ελληνικής Νομαρχίας»  (1806), του πρωιμότερου γραπτού μνημείου του νεοελληνικού εθνικισμού.
Το ζήτημα στο οποίο αντιπαρατέθηκαν οι δύο ομάδες φανερά και έντονα καμουφλάροντας και συσκοτίζοντας τις διαφορές τους πάνω στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα ήταν εκείνο της γλώσσας.
Για την επίλυση του γλωσσικού ζητήματος τρεις λύσεις προτάθηκαν:
Ο εξαρχαϊσμός της γλώσσας, θέση που υποστήριζαν κυρίως ο Ευγένιος Βούλγαρης (κυρίαρχη μορφή στην προηγούμενη και δική τους γενιά)  και ο Νεόφυτος Δούκας. Ο δημοτικισμός, υπέρ του οποίου εργάστηκε ο Δημήτριος Καταρτζής και οι οπαδοί του. Τέλος, ως τρίτη λύση πρόβαλε η « καθαρεύουσα» , ήτοι η κοινή γλώσσα η κεκαθαρμένη από βαρβαρισμούς, θέση που αποτέλεσε την «μέση οδό» του Κοραή.
Επειδή, ως γνωστόν, η σαγήνη αποστερεί κάθε ικμάδα δύναμης από το σαγηνευμένο, ενώ η πρόκληση τον ωθεί στην εκδήλωση του μέγιστου των δυνατοτήτων του, όταν ο ξένος ευρωπαϊκός παράγων για τις ανάγκες της γεωστρατηγικής πολιτικής προέκρινε και υποστήριξε την ίδρυση ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους μετά την επανάσταση του 1821, έριξε το βάρος του υπέρ των σαγηνευμένων, οι οποίοι υπήρξαν εκείνοι που κέρδισαν στο παιχνίδι που παίζονταν πάνω στην πολιτική οργάνωση του αρτισύστατου ελληνικού κράτους.
Και το παιχνίδι το κέρδισαν ολοκληρωτικά στην μετα-καποδιστριακή περίοδο, όταν με βίαιο τρόπο εξέλειπε μετά και από δικά του λάθη  στην πολιτική τακτική ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, που υπήρξε ο πρώτος και μοναδικός «διαφωτισθείς»  πολιτικός, ο οποίος παρέμεινε ακραιφνής Βυζαντινός Έλληνας στην άσκηση πολιτικής απέναντι στην Δύση.
Θα περίμενε κανείς πως δύο αιώνες, αν όχι ελεύθερου, τουλάχιστον ανεξάρτητου εθνικού βίου, είναι χρόνος ικανός για να αποβάλουμε όλα εκείνα τα πάθη μιας διαλυμένης και χωρίς κέντρο αναφοράς ατομικότητας  που μας κληρονόμησαν τέσσερις αιώνες δουλείας σε Δυτικούς και Ανατολικούς κατακτητές.
Δυστυχώς όμως, όπως το πιστοποιεί και η σημερινή κρίση, η οποία εκτείνεται σε κάθε πτυχή του ατομικού και συλλογικούς μας βίου- οικονομική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική, πνευματική- τίποτα απ’  όσα στο παρελθόν μάς δίχασαν και μας εξασθένησαν δεν το έχουμε υπερβεί.
Ο λόγος του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού μετά από 170 χρόνια ηχεί στ’  αυτιά μας εξαιρετικά επίκαιρος, αν και αναφέρεται στο νοσηρό κλίμα της γενικευμένης διαφθοράς που επικρατούσε στην εποχή του. Σε επιστολή του προς τον Γεώργιο Τερτσέτη θα γράψει:   
« Και για το σήμερα τι να πω; Η διαφθορά είναι τόσο γενική κι έχει ρίζες τόσο βαθιές, που σε κάνει να σαστίζεις. Μόνο όταν τα αίτια της διαφθοράς εξολοθρευτούν πέρα ως πέρα, θα μπορέσουμε να ‘χουμε μια ηθική αναγέννηση. Τότε το μέλλον μας θα είναι μεγάλο, όταν όλα  θα στηριχτούν στην ηθική (με την έννοια του ήθους και όχι της ηθικολογίας), όταν θριαμβεύσει η δικαιοσύνη, ότι τα γράμματα θα καλλιεργηθούν όχι για μάταιη επίδειξη, παρά για όφελος του λαού που έχει ανάγκη από παιδεία και μόρφωση όχι σχολαστική. Τότε θα έχουμε- ή μάλλον θα έχουν τα παιδιά μας μια ηθική αναγέννηση και το μέλλον μας θα είναι μεγάλο» .
Λοιπόν ο π. Θεμιστοκλής, αν  ορθώς τον αντιλαμβάνομαι, θεωρώ πως με το βιβλίο του αυτό, προσπαθεί στο μήκος  κύματος των λόγων του Διονυσίου Σολωμού, να προσεγγίσει και να αναδείξει αυτό το τόσο κρίσιμο και σημαντικό για την πορεία του νεώτερου και σύγχρονου συλλογικού μας βίου, ιστορικό φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με έναν τρόπο που ξεφεύγει από τα κελεύσματα και την πεπατημένη οδό της Δυτικής επιστημολογίας. 
Αυτή αρκούμενη στην εξέταση του πρώτου αιτίου και τη γενική φύση – την ουσία – των ιστορικών φαινομένων, μας εγκλωβίζει σ’ ένα ντετερμενιστικό σύμπαν, όπου η ιστορία εκτυλίσσεται αιτιοκρατικά σύμφωνα με την ανάγκη και την τύχη.
Όμως ο νέος δρόμος που η σκέψη του π. Θεμιστοκλή μάς ανοίγει, είναι περισσότερο σύμφωνος με την αρχαία Ελληνική επιστημολογία, κατά την οποία, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη κατανόηση των ιστορικών γεγονότων, δεν αρκεί η αναγωγή στο αρχικό αίτιο και την φύση – ουσία των ιστορικών φαινομένων, αλλά πρέπει να εισάγουμε δύο ακόμη αίτια, εκ των οποίων, το μεν ένα είναι το τελικό αίτιο και το άλλο είναι το δρών υποκείμενο.
Δια του πρώτου, του τελικού αιτίου, αναγόμεθα στο τέλος – τον σκοπό – που στοχεύουν τα ενεργούντα πρόσωπα, ενώ με το δρών υποκείμενο, εισάγεται η πρωτότυπη δημιουργία.
Εισάγοντας στην εξέταση των ιστορικών γεγονότων τη σκοπιμότητα και την πρωτότυπη δημιουργία, εισάγουμε στην εξέλιξη της ιστορίας και την ψυχική λειτουργία, η οποία με την παρουσία της, επιβάλλεται στα συναίτια και μπορεί να μεταβάλλει τη ροή των γεγονότων έξω και πέρα από την αναγκαιότητα και την τύχη.
Όπως αντιλαμβάνεστε, αν ο δρόμος που ανοίγει η σκέψη του π. Θεμιστοκλή μπορεί αν βρει συνοδοιπόρους και μιμητές να επηρεάσει τόσο τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία, όσο και τον τρόπο που ως μάθημα διδάσκεται στα σχολεία και τον τρόπο που προσλαμβάνεται από τους φιλίστορες αναγνώστες. Ειδικά για μας τους Έλληνες σήμερα οι συνέπειες μπορεί να είναι καταλυτικές και ιδιαίτερα επαναστατικές.
Διότι, ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξε η Δυτική επιστημολογία στη μελέτη της ιστορίας, εθιζόμαστε σ’ έναν παθητικό τρόπο πρόσληψης των γεγονότων, που μας καθιστούν πειθήνιους και αδιάφορους σε όσα γύρω μας τεκταίνονται, αφού έτσι ή αλλιώς αυτά συμβαίνουν νομοτελειακά και τυχαία.
Έχοντας εσωτερικοποιήσει ως αδιάψευστη αλήθεια το αναπότρεπτο της ανάγκης και την τυχαιότητα – μπορείτε να την πείτε και πιθανότητα –των όσων συμβαίνουν σε παροντικό χρόνο, δεν χρειάζεται πια να μας ψεκάσουν με κάποιο χημικό αέριο ώστε να μην αντιδρούμε σε όσα γύρω μας συμβαίνουν, ακόμη κι αν είναι εναντίον μας. Είμαστε ήδη αρκούντως ψεκασμένοι από μόνοι μας.
Για παράδειγμα: εάν  έχουμε δεχθεί ότι αναπότρεπτα, όπου υπάρχει πόλεμος (αρχικό αίτιο) πληθυσμοί που τον υφίστανται μετακινούνται και συνωστίζονται σε γεωγραφικά σημεία απ’  όπου μπορούν να διαφύγουν την φρίκη που αυτός συνεπάγεται (κατά την φύση- ουσία του) και πως όπου υπάρχει συνωστισμός, οι άνθρωποι μπορούν να αρρωστήσουν, να πεθάνουν, να πνιγούν ή να καούν (συναίτια), κάτι που σπουδασμένη εις Παρισίους ιστορικός μας υποστήριξε ότι συνέβη στην Σμύρνη το 1922, τότε γιατί εμείς να αναρωτηθούμε για τους σημερινούς πρόσφυγες που εκκινούν από την μικρασιατική ενδοχώρα, όπου μαίνεται ανηλεής ο πόλεμος, φτάνουν και συνωστίζονται στα τουρκικά παράλια, απ’  όπου ρίχνονται στην θάλασσα και ό,τι ήθελε τύχει;
Γιατί να εναντιωθούμε στα δρώντα υποκείμενα; Γιατί να ψάχνουμε για κίνητρα και σκοπούς που τα παρακινούν; Γιατί να σκεπτόμαστε και να αναζητούμε διαλεγόμενοι τρόπους για το πώς να δράσουμε; Το πολύ- πολύ να αντιδράσουμε αρκούμενοι για ανθρωπιστικούς λόγους στην θεραπεία των συμπτωμάτων, αγνοώντας την αρρώστια την ίδια. Άλλωστε το ίδιο δεν κάνουμε και κατά την αντιμετώπιση των ασθενειών, κυριολεκτικώς νοουμένων, αφού τα πλείστα τω φαρμάκων που παράγονται κατά τις επιταγές μιας κερδοσκοπικής φαρμακοβιομηχανίας που ποδηγετεί την επιστημονική έρευνα, στοχεύουν στην θεραπεία των συμπτωμάτων και όχι των αιτιών της αρρώστιας;
Την ίδια παθητικότητα δεν επιδεικνύουμε απέναντι στην οικολογική καταστροφή που προκαλεί η ενεργοβόρα και ακόρεστη καταναλωτική ηδονοθηρία μας, επαφιέμενη στην πίστη ενός τεχνολογικού μεσσιανισμού;   
Αντίθετα με το μονοπάτι της Δυτικής επιστημολογίας που μας πάει, σύμφωνα με το λαϊκό άσμα, «ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη», ο δρόμος της αρχαίας Ελληνικής επιστημολογίας, που είναι ο δρόμος της σκέψης του π. Θεμιστοκλή, μας καλεί στην εγρήγορση και ζητά την ενσυνείδητη παρέμβασή μας στη μετά λόγου γνώσεως αντίσταση σε όσα γύρω μας και κυρίως μέσα μας συμβαίνουν και πώς η αντίσταση αυτή έχει νόημα, αφού ο αγώνας συνεχίζεται, το παιχνίδι εξακολουθεί να παίζεται και ο άνθρωπος μέσω της ψυχικής λειτουργίας μπορεί να επιβληθεί στις κανονικότητες, τις νόρμες και τους νόμους αυτού του παιχνιδιού που λέγεται βίος, και που μπορεί να το μεταβάλλει σ’ αυτό που δηλώνεται με το συνώνυμο ζωή, αναβιβάζοντάς μας από το επίπεδο του απλού ζην στο επίπεδο του  ευ ζην.
Αποτελεί κοινό τόπο και είναι γενικά παραδεκτό πως αυτή η αλλαγή επιπέδου από το απλό ζην σ’ εκείνο του ευ ζην απαιτεί την ύπαρξη παιδείας, που θα έχει ως στόχο της την διαμόρφωση πολιτών ικανών να μετέχουν «κρίσεως και αρχής».
Όμως μια παιδεία που στοχεύει στη γενική άνοδο του πνευματικού επιπέδου προς όφελος του λαού που το έχει ανάγκη δεν μπορεί να μην έχει ως πρώτη προτεραιότητά της την διαμόρφωση εκείνου του  ήθους που θα καθιστά τα άτομα ικανά να φανερώνουν τον «αληθινό» εαυτό τους, οδηγώντας τα στην προσωπική ολοκλήρωσή τους. Αυτή η προσωπική ολοκλήρωση που απαιτεί τη συνεχή άσκηση στο πεδίο της καλλιέργειας των αρετών και της οποίας η απόκτηση συνιστά άθλο και βραβείο οφείλει να είναι το ζητούμενο της πραγματικής παιδείας.
Επαναλαμβανόμενες στους πολλούς αυτές οι ατομικές ολοκληρώσεις, όπως αυτές κατανοούνται περνώντας μέσα από το φίλτρο του χαρακτήρα του κάθε προσώπου, αποτελούν ψηφίδες, οι οποίες συναρμοζόμενες κατά τον λόγο τους στο πολιτικό σώμα θα διαμορφώσουν το μεγάλο ψηφιδωτό της κοινωνικής πραγματικότητας προσδίδοντάς της πνευματικό βάθος και δημιουργική ένταση.
Μια τέτοια παιδεία συνιστά κορυφαία εθνική υπόθεση, διότι μόνο αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια κοινωνία προσώπων, η ύπαρξη της οποίας αποδεικνύει  την ευ-φυίαν ενός λαού που είναι αληθινά έξυπνος-ξύπνιος και όχι καθεύδων. Την αλήθεια αυτή η σημερινή φυλή των Ελλήνων αρνείται σθεναρά να εννοήσει, γιατί στην ναρκοθετημένη ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιεί συγχέει την αληθινή παιδεία με την απλή εκπαίδευση.
Αν η παιδεία πάψει να δρα ως προσωπική ολοκλήρωση μεταπίπτοντας σε απλή εκπαίδευση, τότε μοιραία παράγει αδαείς ειδικούς τεχνοκράτες, οι οποίοι ως «μάνατζερς» αποβαίνουν άλλης μορφής δυνάστες που ακρωτηριάζουν ή καλουπώνουν την κοινωνική εξέλιξη, καθώς βλέπουν την κοινωνία των προσώπων αποσπασματικά ή μηχανιστικά.
Όταν και όπου μια τέτοια παιδεία απουσιάζει-και στην πατρίδα μας συμβαίνει ακριβώς αυτό, κατά μίμηση αυτού που συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Δύσης- είναι αδύνατο να οδηγηθούμε στην κατάκτηση της ελευθερίας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο που θα μας καθιστούσε ικανούς να αποκρυσταλλώσουμε σε έργα πολιτισμού εκείνον τον τρόπο βίου που να έχει προοπτική στο μέλλον και την θετική κρίση της ιστορίας.
Αυτή η προσωπική ολοκλήρωση είναι η μόνη και ικανή συνθήκη που εγγυάται το απαραβίαστο ελεύθερο πρόσωπο, καθιστώντας δυνατή την ύπαρξη μιας κοινωνίας αυτοδιοικούμενης, αξιοκρατικής, αντισυγκεντρωτικής, ανοικτής στις δημιουργικές συσπειρώσεις των ατόμων που είναι ικανά να διαχειριστούν και να βιώσουν τη ζωή τους ως γεγονός ελεύθερης σχέσης, πέρα και πάνω από κάθε σχέση που επιβάλει η ανάγκη, μιας κοινωνίας ικανής να προάγει και να θωρακίζει την ατομική και την εθνική ελευθερία.
Διότι η κάθε είδους αληθινή απελευθέρωση που επιδιώκεται απέναντι σε ξένο κατακτητή εγχώριο εξουσιαστή, οικονομικό εκμεταλλευτή, κοινωνικό κομφορμιστή, θρησκόληπτο προσηλυτιστή κλπ., αρχίζει από την εσωτερική απελευθέρωση και την προϋποθέτει.  
Πάνω στο σημείο αυτό, ενώ σε θεωρητικό επίπεδο θα μπορούσαμε όλοι να συμφωνήσουμε πως η παιδεία δεν μπορεί να μην συνδέεται με το γενικότερο ήθος της ελληνικής κοινωνίας, στην πράξη οι Νεοέλληνες για μια ακόμη φορά βρεθήκαμε διχασμένοι ως προς το περιεχόμενο του ήθους που έπρεπε η παιδεία να καλλιεργεί.
Η προεπαναστατική διαίρεση και αντιπαράθεση των «διαφωτισμένων» λογίων επανέρχεται μεταλλαγμένη. Έχοντας και πάλι ως προκάλυμμα το γλωσσικό ζήτημα, δημοτικιστές και καθαρευουσιάνοι αντιπαρατέθηκαν στο κρίσιμο ζήτημα του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας πάνω στο δίπολο: Συντήρηση-Πρόοδος.
Οι προοδευτικοί εκσυγχρονιστές πήραν τη θέση των σαγηνευμένων από τον σε πλήρη ακμή ευρισκόμενο ευρωπαϊκό πολιτισμό, χρεώνοντας την υπαρκτή καχεξία της οικονομικής, πολιτιστικής και εν γένει κοινωνικοπολιτικής ζωής στην ύπαρξη θεσμών εντός των οποίων έβρισκαν τρόπο να επιβιώνουν συνήθειες και ήθη ενός παρελθόντος που υπήρξε τραυματικό.
Ανάμεσα στους θεσμούς αυτούς η Εκκλησία θεωρήθηκε ότι ήταν εκείνος κατεξοχήν ο θεσμός που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της συντήρησης και βασικός ανασχετικός παράγοντας για την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό κατά μίμηση, για να μην πω καθ’ υπαγόρευση, του νεωτερικού υποδείγματος στην Δύση.
Σύμφωνα με το κυρίαρχο ιστορικό αφήγημα αυτού του υποδείγματος που οι περισσότεροι από εμάς αφομοιώνουμε απ’ το σχολείο ή τα ΜΜΕ, η ανθρωπότητα βγήκε από το «μεσαιωνικό» σκοτάδι, την σύγχυση και τις ωδίνες της φθίνουσας εποχής της «πίστης» χάρις στη νέα επαναστατική εποχή του «διαφωτισμού» και του «λόγου», όπως ήθελε να τον εννοεί ο πολιτισμός των «Φώτων».
Σ’ αυτή την οπτική, για να είναι μια κοινωνία αληθινά νεωτερική, ο χριστιανικός χαρακτήρας της θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το κέντρο του πολιτισμού της, χάνοντας την δύναμη να διαμορφώνει ρητά νόμους και συνήθειες, να παύσει να θεωρείται πηγή των υψηλότερων αξιών της κοινωνίας ή της νομιμότητας της δια-κυβερνήσεως και ακόμη να πάψει να διαθέτει επιρροή στο συλλογικό φαντασιακό του λαού.
Μόνο τότε αυτός θα μπορούσε, αφήνοντας πίσω την ανώριμη φάση του, να μπει στην κυριαρχία του λόγου, τον πλούτο των επιστημονικών επιτευγμάτων, την πολιτική ελευθερία, διαμορφώνοντας ένα εθνικό κράτος απαλλαγμένο από την αιματοβαμμένη μισαλλοδοξία και τη τυραννία της θρησκείας.
Αυτό το απλοϊκό και μαγευτικό παραμύθι, που η αφήγησή του καθηλώνει καθώς προσφέρει μια νοικοκυρεμένη ερμηνεία των πραγμάτων έρχεται να αμφισβητήσει με το βιβλίο του ο π. Θεμιστοκλής μέσα από τον βίο και το έργο του Γρηγορίου Κωνσταντά.
Έναν βίο και ένα έργο που εισηγείται τη δυνατότητα ενός εκσυγχρονισμού που κινείται στην κατεύθυνση μιας σύνθεσης της χριστιανικής λαϊκής παράδοσης και του αρχαίου ελληνικού λόγου και η οποία θα μπορούσε να ας βγάλει από εκείνη την ιδιάζουσα φαυλότητα ενός «ανατολισμού» που κατατρώει και αλλοτριώνει το περιεχόμενο και την έννοια του «φιλότιμου» και της ανδρειωσύνης», που πράγματι είναι ιδιότυπα κοσμήματα του λαού μας.
Ο βίος και το έργο αυτού του ανθρώπου δείχνει έναν δρόμο που θα μπορούσε να σταματήσει τον ξεπεσμό του «φιλότιμου» Έλληνα που θέλει να τον ρει ο θάνατος όρθιον και μέσα στο φως, όπως εύχεται ο ομηρικός Αίαντας, σε εκείνη την καρικατούρα ενός «Καραγκιόζη»που ζητά την αναγνώριση μέσα από κορώνες του τύπου «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» ή σε εθνικό επίπεδο σε κορώνες περί εθνικής ανεξαρτησίας υπονομευμένης από τα καθημερινά γυρίσματα της κουτάλας μέσα στην κομματική μαρμίτα και το όργιο της κρατικής σπατάλης, των εξωτερικών δανεισμών και των σπασμωδικών ενεργειών, χαρακτηριστικό των οποίων είναι η προχειρότητα και η ανευθυνότητα που καταστρέφουν τα εσωτερικά και διεθνή ερείσματα και υπονομεύουν επίσης κάθε έννοια παραγωγικότητας και μόχθου, με την οποία συνδέεται μια εύρωστη οικονομία και προπαντός μια παιδεία που στοχεύει στην προσωπική και συλλογική ολοκλήρωση.
Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρότυπο ανθρώπου  που αγωνίστηκε να πετύχει στη ζωή του αυτή την προσωπική ολοκλήρωση, θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία της αγάπης των ανθρώπων, παραμένοντας πολίτης τριών πατρίδων. Της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπου είδε για πρώτη φορά το φως του κόσμου και στο χώμα της οποίας βρήκε ανάπαυση όταν ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει τον αγώνα τούτης της ζωής. Πολίτης της μεγάλης πατρίδος Ελλάδος για το Κράτος της οποίας εργάστηκε θεωρώντας πως αυτό θα έπρεπε να υπάρχει στη λογική τού να στηρίζει τις προσπάθειες και την έμπνευση των ανθρώπων με διάθεση να εργαστούν, να οικοδομήσουν κτίρια και έργα τεχνικά, αλλά και ψυχές, και  κυρίως,  να μην αδικεί όσους υπηρετούν το κοινό καλό. Πολίτης της ουράνιας πατρίδας, παραμένοντας απλός διάκονος της Βασιλείας του Θεού, αξιωνόμενος την τιμή του οικουμενικού ανθρώπου.
Ο π. Θεμιστοκλής σκιαγραφώντας ευσύνοπτα το πορτραίτο του με ένα ρέοντα λόγο που κυλάει αβίαστα και θωπευτικά γράφει: «Στο πρόσωπο του Κωνσταντά αναδεικνύεται εκείνος ο εκκλησιαστικός άνδρας, ο οποίος διαμόρφωσε την ταυτότητα και την συνείδηση του διερχόμενος από διάφορα στάδια. Σπούδασε τη λαϊκή ευσέβεια στον τόπο της καταγωγής του, έμαθε γράμματα από έναν απλοϊκό και ευλαβή ιερομόναχο, χειροτονήθηκε διάκονος και κράτησε το χάρισμα αυτό σε όλη του τη ζωή, ταξίδεψε και συμπλήρωσε τις σπουδές του οικειούμενος τη γνώση των νέων επιστημών και ιδεών που το πνεύμα του Διαφωτισμού έφερε στην Ευρώπη. Επέστρεψε στον τόπο της καταγωγής του, τις Μηλιές του Βόλου, για να ιδρύσει σχολείο όπου δίδαξε τα όσα έμαθε, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821, συμβάλλοντας με τον τρόπο του στην οργάνωση του κράτους και στην απόπειρα «εκσυγχρονισμού» της νοοτροπίας των Ελλήνων. Συνεργάστηκε με τον πρώτο κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, επανήλθε στον τόπο του μετά το τέλος της καποδιστριακής περιόδου, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αναθεωρώντας σε ορισμένα σημεία τον ενθουσιασμό με τον οποίο αντιμετώπισε τις ιδέες του Διαφωτισμού και την εφαρμογή τους στην κοινωνία. Θα περάσει το τελευταίο μέρος της ζωής του όντας εν ασθενεία, όπως διαφαίνεται από το κατάστιχο της Σχολής του, από το οποίο τεκμαίρεται ότι η Σχολή κάλυπτε τα έξοδά του, ενώ εργάζονταν μέχρι το τέλος. Θα πεθάνει 4 ή 5 Αυγούστου 1844 και τα έξοδα της κηδείας του θα τα καταβάλει η Σχολή. Δεν φαίνεται να παραβρέθηκε σε αυτήν ο Μητροπολίτης. Τον επικήδειο λόγο εξεφώνησε ο Αλέξανδρος Πέζαρος, δάσκαλος της Σχολής  (των Μηλιών)».
Ανάμεσα στα άλλα χαρίσματα που κοσμούν τον χαρακτήρα του π. Θεμιστοκλή υπάρχει κι ένα ξεχωριστό, και το οποίο στις μέρες μας τείνει να χαθεί από όλους εμάς τους πολλούς καθημερινούς  ανθρώπους. Το χάρισμα της Αγάπης. Και ο π. Θεμιστοκλής αγαπάει αυτό που κάνει. Αγαπάει τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεται, αδιάφορο αν αυτοί είναι ζωντανοί ή πεθαμένοι, και ακόμη μεγαλύτερο προσόν του είναι πως ξέρει και τον τρόπο να το δείχνει.
Έτσι αν και πραγματεύεται με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια το βίο και το έργο του Γρηγορίου Κωνσταντά, βρίσκει τρόπο να συναντηθεί με το πρόσωπό του και να τον δεξιωθεί με αγάπη. Στα συμπεράσματα του βιβλίου αποτιμώντας συνολικά το έργο και το βίο του επισημαίνει:
[…..] «Σε μια περίοδο που οι Κολλυβάδες οχυρώθηκαν πίσω από την εσωστρέφεια της πνευματικότητας και έδωσαν σπουδαία μηνύματα που πήγασαν από βιώματα για τα πως ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει το Θεό και να γευθεί η τη θέωση ως στάση ζωής, ο Κωνσταντάς μαζί με άλλους λόγιους του Διαφωτισμού, αντέτειναν ένα άλλο πρότυπο, πιο εξωστρεφές και ανθρωποκεντρικό. Νόημα στη ζωή δίνει η σχέση με τον άνθρωπο και η δημιουργία κοινωνιών που θα έχουν ως κριτήριο για την ύπαρξή τους την ελευθερία από την φυσική δουλεία και από την πνευματική καθήλωση στην αμάθεια και την δεισιδαιμονία. […… ] οι κολλυβάδες προέκριναν τον Παλαμικό τρόπο της ησυχίας, της προσευχής και της άσκησης, προτείνοντας έναν κόσμο όπου η θεογνωσία θα άλλαζε την κοινωνία. Οι λόγιοι του Διαφωτισμού επέβαλαν ένα κόσμο στον οποίο η ανθρωπογνωσία θα προστάτευε τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη και θα του εξασφάλιζε το «ευ ζην» αφήνοντας κατά μέρος το κατά Χριστόν ζην, το οποίο θεωρήθηκε αυτονόητη, προσωπική και όχι συλλογική επιλογή, έργο τελικά της ποιμαίνουσας εκκλησίας και όχι της πολιτείας. Γι αυτό το πρότυπο ξεκίνησε να αγωνίζεται ο Κωνσταντάς στην αρχή με ένταση και πάθος.
...Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια, διαπίστωσε, ίσως ανεπαίσθητα τα αδιέξοδα του προτύπου του Διαφωτισμού, τα οποία προέρχονταν από το γεγονός πως όσοι επικαλούνταν αυτές τις ιδέες, δεν ήταν σχεδόν ποτέ συνεπείς στη ζωή τους με αυτές, αλλά εκμεταλλεύονταν προς ίδιον όφελος τον ιδεολογικό προσανατολισμό, υποτάσσονταν δηλαδή στα πάθη τους. Γι αυτό ο Κωνσταντάς θα γίνεται όλο και πιο ρεαλιστής, χωρίς να εγκαταλείψει τον αγώνα για την παιδεία, θα επιλέξει δρόμους πιο κοντά στην παράδοση του λαού …. Χωρίς να διαγράψει τις ορθολογικές βάσεις, θα αντιμετωπίσει με σεβασμό την πίστη των ανθρώπων, ιδίως όταν διαπιστώσει ότι αυτή δεν γεννά κατ΄ανάγκην εχθρούς της προόδου, αλλ΄ενίοτε συμπορευτές της. Όταν κατανοήσει ότι η παιδεία μπορεί να συμβαδίσει με την παράδοση και δεν είναι θρησκευτική πίστη αυτή που ζητά την καθήλωση του ανθρώπου στο παρελθόν.
(Η ενασχόλησή του με την πολιτική) τον έκανε, αν όχι να αναθεωρήσει τις ιδέες του, τουλάχιστον να προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα. Και θα διαπιστώσει ότι η ταύτιση με την φωτισμένη Δύση δεν είναι πανάκεια. Διότι τελικά ούτε οι χώρες στις οποίες ο Διαφωτισμός γέννησε την επιθυμία για μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία θέλησαν να υποστηρίξουν αυτό που υποτίθεται πρέσβευαν: τον σεβασμό στην επιθυμία των λαών και των ανθρώπων να είναι ελεύθεροι. Η στροφή του και πάλι στην παράδοση μαρτυρά την εσωτερική του ανάγκη από κάπου να κρατηθεί, να βρει το νόημα εκείνο που θα στηρίξει τις ιδέες του ώστε να μην ακυρωθούν. Μπορεί να μην έγινε Κολλυβάς ο Κωνσταντάς, συνειδητοποίησε όμως ότι η εκκοσμίκευση πρέπει να έχει όρια».
Με την κατακλείδα αυτή θα μπορούσα να κλείσω την παρουσίασή μου. Όμως ας μου επιτραπούν δυό λόγια ακόμα.  
Ευχαριστώ θερμά τον π. Θεμιστοκλή που μου πρότεινε και με εμπιστεύτηκε να παρουσιάσω το σημαντικό αυτό βιβλίο του στην πόλη που μας φιλοξενεί και την οποία αγαπάμε ιδιαίτερα, αφού έχει γίνει πια δεύτερη πατρίδα μας. Την πρόταση που μου έκανε την θεωρώ εξόχως τιμητική προς το πρόσωπό μου, γιατί γνωρίζω ότι θα μπορούσε να την απευθύνει σε πολύ καλύτερους μου σε περγαμηνές και επιστημονικό κύρος.
Τον ευχαριστούμε για ό,τι καινούργιο φέρνει με την εργασία και το δημιουργικό του τάλαντο στην επιστημονική έρευνα της ιστορίας στην προοπτική ενός ελληνορθόδοξου δρόμου. Ευχαριστώ όλους σας για την υπομονή να με ακούσετε μέχρι τέλους και ελπίζω κάτι απ’ όσα ειπώθηκαν να βρήκε την συμπάθειά σας.
Στο βιβλίο θέλω να ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο και να ανοίξει δρόμο για ένα διάλογο εποικοδομητικό για τα πρόσωπα και τα γεγονότα που διαμόρφωσαν αυτό που είμαστε σήμερα και γι αυτό που μπορούμε και πρέπει να γίνουμε αύριο. Ένα διάλογο που θα συμβάλλει στην ολοκλήρωση της πραγματικής μας ταυτότητας που δεν μπορεί σαν τέτοια να μην περιλαμβάνει το παρελθόν μας ούτε μπορεί να  απεμπολεί το μέλλον μας. Δεν μπορεί να μένουμε περιχαρακωμένοι σ΄ ένα ένδοξο παρελθόν γιατί τότε θα έχουμε μια φανταστική ταυτότητα, ούτε τυχάρπαστοι ταξιδιώτες μιας παγκοσμιοποίησης χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο.
Σας ευχαριστώ και πάλι όλους σας θερμά.    

Ο ΑΝΤΙΠΡΥΤΑΝΙΣ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΠΠΑΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΕΝΑΣ ΛΟΓΙΟΣ ΣΥΖΗΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ"

Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι,
Δέχθηκα με χαρά να παρουσιάσω το βιβλίο του πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Γρηγόριος Κωνσταντάς: ένας λόγιος συζητά με τον Διαφωτισμό και την Παράδοση, που εκδόθηκε πριν από λίγους μήνες, στη Λάρισα.
Είναι τιμητικό για μένα να παρουσιάσω ένα αξιόλογο βιβλίο για έναν άξιο άνθρωπο, όπως ήταν ο Γρηγόριος Κωνσταντάς.
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι η διδακτορική διατριβή του Θεμιστοκλή Μουρτζανού, η οποία υποστηρίχθηκε με επιτυχία στο τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ο συγγρ. εξετάζει σε τέσσερα κεφάλαια τον βίο και το έργο του Γρηγορίου Κωνσταντά. Παρουσιάζει την φιλοσοφική σκέψη του και τον τοποθετεί στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Μελετά τη σχέση του με την Νεοελληνική Εκπαίδευση, καθώς και αυτή με την Εκκλησία. Με άλλα λόγια εξετάζει, όπως ευφυώς συμπλήρωσε στον υπότιτλο, τον τρόπο με τον οποίο ο Κωνσταντάς συζητά με τον Διαφωτισμό και την Παράδοση.
Στην εκτενή εισαγωγή του (σσ. 14-45), ο συγγρ. αναπτύσσει την συλλογιστική στην οποία στηρίζει την έρευνά του και θέτει τα μεθοδολογικά και ερμηνευτικά προβλήματα του θέματος. Τονίζει την ανάγκη της ενδελεχούς εξέτασης των πηγών, προκειμένου να εξαχθούν αντικειμενικές κρίσεις για πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα. Η μελέτη της ιστορίας και η ιστορική γνώση είναι ένα είδος συνομιλίας, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, ένας διάλογος με τους ανθρώπους του παρελθόντος, των οποίων ο ιστορικός προσπαθεί να ξαναπαρουσιάσει τη ζωή, τις σκέψεις και τις κρίσεις με τα στοιχεία δια των οποίων μαρτυρούνται ή υποδηλώνονται (σ. 15).
Ο Θεμιστοκλής Μουρτζανός παρουσιάζει τεκμηριωμένα στην εισαγωγή τη σταδιακή διείσδυση των ιδεών του Διαφωτισμού στην ορθόδοξη κοινωνία της καθ’ ημάς Ανατολής και τους αναπροσδιορισμούς σε θεμελιώδεις τομείς της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, αναπροσδιορισμούς που συνέτειναν στη διαμόρφωση της ιστορικής φυσιογνωμίας του νεότερου ελληνικού έθνους. Φορείς των νέων ιδεών υπήρξαν οι λόγιοι της εποχής, όπως και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς.
Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στη σκέψη του δεκάτου ογδόου αιώνα, εξέφρασε τη χειραφέτηση του ευρωπαϊκού πνεύματος από τα δεσμά της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. Ο Διαφωτισμός στηρίχτηκε στην ελπίδα της απαλλαγής της ανθρώπινης σκέψης από το σκότος της πλάνης, της άγνοιας και της προκατάληψης.
Η απόρριψη της αυθεντίας, η αναγνώριση της εμπειρικής βάσης των γνωστικών δυνάμεων της ανθρώπινης νόησης και η οικουμενική πρόσκληση για γνώση είχαν σαφείς πολιτικές συνέπειες. Οι άνθρωποι αναγνωρίζονται από τον Διαφωτισμό ως ανεξάρτητες μονάδες, που διαθέτουν δυνάμει ίσες γνωστικές ικανότητες και ισοδύναμες δυνατότητες λογικής κρίσης, που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί και να βελτιωθεί με κατάλληλη αγωγή. Κατά συνέπεια, ο καθένας θα μπορούσε να διεκδικήσει ίσα πολιτικά δικαιώματα και ίσες δυνατότητες λόγου. Έτσι, ο πολιτικός φιλελευθερισμός, που αναγνώριζε την αυτονομία και τα δικαιώματα του ατόμου, αποτέλεσε τη φυσική πολιτική έκφραση της νέας φιλοσοφίας.
Ο χρόνος του ελληνικού Διαφωτισμού ορίζεται ιδίως στις ύστερες δεκαετίες του 18ου αιώνα και στις πρώτες του 19ου, ή, πιο στενά, στην πεντηκονταετία 1774-1821, δηλαδή λίγο αργότερα από του δυτικού Διαφωτισμού, του οποίου η αρχή ανάγεται ως τον 17ον αιώνα, και το τέρμα στους αμέσως πριν από την Γαλλική Επανάσταση χρόνους.
Καλύτερα από κάθε άλλο σύγχρονο έργο, το πνεύμα της εποχής το εκφράζει η Απολογία του Μοισιόδακα η οποία κυκλοφορήθηκε το 1780. Σε αυτή την περίοδο του Διαφωτισμού στον ελληνικό πνευματικό χώρο συναντούμε επίσης τα ονόματα του Θωμά Μανδακάση και του Ευγένιου Βούλγαρη. Στην επόμενη περίοδο τυπικός εκπρόσωπος στον κόσμο της ελληνικής διανόησης πρέπει να θεωρηθεί ο φαναριώτης Δημήτριος Φωτιάδης ή Καταρτζής και οι οπαδοί του, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται ο Γρηγόριος Κωνσταντάς  και ο Ρήγας Βελεστινλής. Τέλος, η τρίτη περίοδος του ελληνικού Διαφωτισμού σφραγίζεται από την προσωπικότητα του Αδαμάντιου Κοραή.
Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγρ. στηριζόμενος σε πλούσια βιβλιογραφία και πρωτογενείς πηγές μάς παρουσιάζει τον βίο του Κωνσταντά, ο οποίος έζησε όλη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. 
Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς από τις Μηλιές του Πηλίου (1758-1844) υπήρξε σημαντική και πολυσχιδής προσωπικότητα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Πήρε θέση με τη ζωή και το έργο του σε όλες τις πτυχές που ο Διαφωτισμός έθιξε. Λόγιος, δάσκαλος και ιεροδιάκονος. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 και ίδρυσε τη Σχολή των Μηλεών Πηλίου. Προσπάθησε να οργανώσει την εκπαίδευση στα χρόνια της επανάστασης, ίδρυσε σχολεία και διετέλεσε Έφορος της Παιδείας (1824-1828), ενώ λίγο αργότερα διορίστηκε από τον Καποδίστρια μέλος της διοικούσας επιτροπής του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1828-1834).
Διατήρησε την ιεροσύνη μέχρι το τέλος της ζωής του. Ταξίδεψε σε αρκετά μέρη, εντός και εκτός Ελλάδος. Επισκέφτηκε τη Σκόπελο, τον Άθω, τη Χίο και την Κωνσταντινούπολη, για να καταλήξει στο Βουκουρέστι, το 1780, και αργότερα στη Βιέννη. Στο Βουκουρέστι παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα, διδάχθηκε θρησκευτικά κείμενα και αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Εκεί, εντάχθηκε στον κύκλο του Δημητρίου Καταρτζή, μαζί με τον εξάδελφό του Δανιήλ Φιλιππίδη. Ο Καταρτζής είναι κορυφαία μορφή του νεοελληνικού διαφωτισμού και επηρέασε βαθιά τον Κωνσταντά και τον Φιλιππίδη. Στη Βιέννη συνέχισε τις σπουδές του και έμαθε ξένες γλώσσες. Συνεργάσθηκε με τον εξάδελφό του Δανιήλ Φιλιππίδη και εξέδωσαν μαζί το σημαντικό βιβλίο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Γεωγραφία Νεωτερική, το 1791, στο πνεύμα του Κοραή και της Ελληνικής Νομαρχίας.
Εμφορούμενος από το πνεύμα του Διαφωτισμού επέστρεψε στις Μηλιές και δίδαξε στα Αμπελάκια φιλοσοφία, μαθηματικά και αρχαία ελληνικά, ενώ επέμενε στην απαραίτητη εκμάθηση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας. Κατά την παραμονή του στα Αμπελάκια, παράλληλα με τα διδακτικά του καθήκοντα, ασχολείται με τη συγγραφή, τη μετάφραση και την έκδοση βιβλίων. Παρ’ όλο που εκείνη την εποχή ο Κωνσταντάς είχε δεχθεί προτάσεις τόσο από τον λόρδο Guilford να διδάξει εδώ στην Ιόνιο Ακαδημία, όσο και να αναλάβει τη διεύθυνση της Πατριαρχικής Σχολής της Ξηροκρήνης, εκείνος προτίμησε να επιστρέψει στις Μηλιές και να διδάξει στον τόπο του.
Στο δεύτερο κεφάλαιο (σσ. 110-308) ο Θεμιστοκλής Μουρτζανός θα παρουσιάσει διεξοδικά το έργο του Κωνσταντά και τη σχέση του με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό (σσ. 110-308). Αφού τονίζει ότι οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού επηρέασαν αποφασιστικά την ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ο συγγρ. προβαίνει σε αναλυτική ερμηνεία του έργου του Κωνσταντά.
Το 1800, ο Κωνσταντάς εξέδωσε στη Βιέννη το βιβλίο Φιλοθέου Πάρεργα του Νικολάου Μαυροκορδάτου. Ο Ν. Μαυροκορδάτος (1670-1730) ήταν Φαναριώτης λόγιος και ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας. Το βιβλίο του, «Φιλοθέου πάρεργα», θεωρείται πρόδρομο έργο του νεοελληνικού Διαφωτισμού και «η πρώτη νεοελληνική απόπειρα συγγραφής μυθιστορήματος» των νεότερων χρόνων.
Η επίγνωση της ανεπαρκούς ιστορικής παιδείας των νεότερων Ελλήνων σε σύγκριση με τα αποκαλούμενα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για την ανάληψη της πρωτοβουλίας εκ μέρους του Κωνσταντά να μεταφράσει από κοινού με τον Ζήση Κάμβρα, το βιβλίο του  Γάλλου Abbé (αββά) Millot, Στοιχεία Γενικής Ιστορίας, το 1806 και να το εκδώσει στη Βιέννη.
Στα προλεγόμενά τους, οι μεταφραστές Κωνσταντάς και Κάμβρας δήλωναν τον σκοπό που επιζητούσαν με την προώθηση της ιστορικής γνώσης. Οι μεταφραστές θεωρούσαν πραγματικά σημαντική και χρήσιμη την ικανότητα άσκησης ιστορικής κριτικής. Η νέα αντίληψη της Ιστορίας βρισκόταν σε αντίθεση προς τα παραδοσιακά θρησκευτικά χρονικά. Η νέα ιστορία υπερέβαινε τις ηθικολογικές επιδιώξεις των προηγούμενων γενεών και μεταβαλλόταν σε πρόσκληση για κριτική σκέψη.
Σύμφωνα με τους μεταφραστές, η μελέτη της ιστορίας αποτελούσε την καλύτερη άσκηση για την αγωγή των πολιτών. Η ηθική και η πολιτική προϋπέθεταν αυτήν την προπαιδευτική γνώση, γιατί αυτή ήταν που καλλιεργούσε την κρίση των ανθρώπων και καθόριζε την συμπεριφορά τους. Κατά συνέπεια, στη μελέτη της ιστορίας τους έπρεπε να τονίζονται περισσότερο τα πολιτικά και πολιτισμικά επιτεύγματα και όχι τα πολεμικά τους έργα. Έτσι, η ουσιαστικότερη προσδοκία από τη μελέτη της αρχαίας ιστορίας ήταν όχι η απόκτηση εμβρίθειας και πολυμάθειας, αλλά η ορθή γνώση που πήγαζε από την κατανόηση του ανθρώπου. Αυτό το γνωστικό επίτευγμα θα αποτελούσε το ενδεδειγμένο θεμέλιο για την ορθή κρίση και την συνετή δράση. Η διατύπωση αυτών των προβληματισμών καθιστούσε φανερό ότι οι Νεοέλληνες αναζητούσαν έναν νέο κώδικα αποκρυπτογράφησης της πολιτικής σκέψης και της πρακτικής των αρχαίων τους προγόνων.
Την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού η ιστοριογραφία αρχίζει να δημιουργεί ηθικά πρότυπα πέραν του θρησκευτικού παραδείγματος και αρχίζουν σταδιακά να μπαίνουν οι βάσεις μιας πιο επιστημονικής κοσμικής ιστορίας. Έτσι αρχίζουν να κάνουν ξανά την εμφάνιση τους οι αρχαίοι ιστοριογράφοι με πρώτο τον Θουκυδίδη και μαζί με αυτούς το κλασικό παρελθόν ενώ η εποχή του Βυζαντίου μπορεί πλέον να μελετηθεί υπό το πρίσμα της φωτισμένης παιδείας. Συγχρόνως με την ανάδυση του απώτατου παρελθόντος έχουμε και τη συγγραφή παγκόσμιων ιστοριογραφιών με τη συνακόλουθη γνωριμία νέων κόσμων και μάλιστα με σύγχρονες μεθόδους ιστορικής κριτικής. Όλα αυτά είχαν τρεις σημαντικές συνέπειες για τον ελληνισμό: αποκάλυψε τους δεσμούς με τους αρχαίους Έλληνες προγόνους, οδήγησε προς τον σύγχρονο κόσμο, έδωσε δηλαδή μια αίσθηση της σύγχρονης πραγματικότητας και, τέλος, προκάλεσε τον στοχασμό πάνω στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που διαμόρφωναν την κοινή μοίρα των Ελλήνων.
Η γεωγραφία του πολιτισμού παρέμεινε κεντρικός άξονας της προόδου του Διαφωτισμού. Η αυτοσυνείδηση της γεωγραφικής φιλολογίας, ως διαύλου για την διάδοση του Διαφωτισμού, βρήκε την δημόσια διακήρυξή της στο έργο Θεωρία της Γεωγραφίας, που δημοσίευσε ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ το 1781. Ο εμπειρισμός της νέας Γεωγραφίας ήταν αρκετά τολμηρός και η ρήξη με το παρελθόν αποφασιστική. Σύμφωνα με την άποψή του, η σύγχρονη επιστήμη είχε εκτοπίσει την παραδοσιακή γνώση, εξαιτίας της ανωτερότητας των εμπειρικών της μεθόδων, της παρατήρησης και της χρήσης του πειράματος.
Η αλλαγή μπορεί να γίνει αντιληπτή με τη σύγκριση των δύο σημαντικότερων ελληνικών γεωγραφικών βιβλίων του 18ου αιώνα: του έργου του Μελετίου (Γεωγραφία παλαιά και νέα) στις αρχές του αιώνα, το οποίο βασιζόταν ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε αρχαίες πηγές, και του έργου Γεωγραφία Νεωτερική, που δημοσίευσαν το 1791 ο Φιλιππίδης και ο Κωνσταντάς. Η αφήγησή τους ήταν προϊόν περιηγήσεων, εμπειρικής παρατήρησης και οξείας αντίληψης των σύγχρονων προβλημάτων. Ο Φιλιππίδης και ο Κωνσταντάς αφιέρωσαν την εργασία τους στην πολιτική και κοινωνική γεωγραφία, το θέμα ακριβώς που γοήτευε τα πνεύματα του Διαφωτισμού.
Στην πραγματεία των Φιλιππίδη και Κωνσταντά η γεωγραφία του πολιτισμού, των ανθρώπινων επιτεύξεων και η κοσμική παιδεία ξεπέρασαν το δέος της πρώτης ανακάλυψης για να φτάσουν σε στοχασμό πάνω στην κατάσταση της Ελληνικής κοινωνίας, παρέχοντας το μέτρο της κριτικής αποτίμησης.
Η ανεπιφύλακτη αφοσίωση των δύο συγγραφέων στις νέες ιδέες και τη σύγχρονη γνώση διέπνεε όλο το έργο. Το επιστημονικό πνεύμα του 18ου αιώνα κυριαρχούσε πλήρως στην εισαγωγική επισκόπηση των στοιχείων της γεωγραφίας στο πρώτο βιβλίο. Η στερεότυπη φιλοφρόνηση προς τις αυθεντίες, η οποία απαιτούσε κάποια αναφορά στην επιχειρηματολογία των αρχαίων, εδώ πλέον παραλείπεται. Ακόμη και το έργο του Μελετίου, που είχε ανοίξει τον δρόμο προς τη συγγραφή σύγχρονων γεωγραφικών έργων, υποβάλλεται σε κριτική, επειδή είχε στηριχθεί πέραν του δέοντος σε αρχαίες πηγές. Ένας γεμάτος αυτοπεποίθηση εμπειρισμός είχε τώρα αποκτήσει αποφασιστικό βάρος στη γεωγραφική μεθοδολογία.
Η Νεωτερική Γεωγραφία αποτελεί ένα από τα πλέον καινοτόμα κείμενα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, χάρη τόσο στην πρωτοποριακή παράθεση των εμπειριών των ιδίων των συγγραφέων, που πέτυχαν να περιγράψουν τη σύγχρονή τους στιγμή του Ελληνισμού, όσο και στη βιβλιογραφική χρησιμοποίηση των καλύτερων ευρωπαϊκών εγχειριδίων. Το νεωτερικό πνεύμα της Γεωγραφίας εκφραζόταν επίσης και από τη χρήση μιας ζωντανής γλώσσας. Βέβαια, αυτή η γλωσσική μορφή του έργου προκάλεσε αρνητικά σχόλια πολλών, μεταξύ των οποίων του Κοραή, αλλά ακόμη και του Δημητρίου Καταρτζή.
Σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα, το κύριο πρόβλημα εκείνη την εποχή συναθρωνόταν γύρω από την επιλογή του ενδεδειγμένου γλωσσικού οργάνου που θα συνέβαλε στην πνευματική αναβίωση του ελληνισμού. Στα τέλη του 18ου αιώνα είχαν ήδη προταθεί αντικρουόμενες απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, και οι συγγραφείς του έργου Γεωγραφία Νεωτερική κατέγραψαν την άποψή τους στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης ιδεολογικής συζήτησης. Κατά τη γνώμη τους, το πρόβλημα προέκυψε από την πλανημένη γλωσσική άποψη που καλλιεργούσαν μερικοί, οι οποίοι πίστευαν ότι αλλαγή στη γλώσσα σημαίνει διάβρωσή της. Η λανθασμένη αυτή αντίληψη τύφλωνε τόσο πολύ αυτούς που τη συμμερίζονταν, ώστε να αρνούνται ακόμη και να παραδεχθούν ότι οι σύγχρονοι έλληνες διέθεταν δική τους γλώσσα. Υποστηρίζοντας ότι η ομιλούμενη γλώσσα των σύγχρονων ελλήνων έπρεπε να αποκαθαρθεί και να καλλιεργηθεί, οι αρχαϊστές πίστευαν ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την απομάκρυνση της γλώσσας από την τρέχουσα ομιλούμενη μορφή της και την προσαρμογή της στη δομή της αρχαίας Ελληνικής. Απορρίπτοντας την άποψη αυτή ο Κωνσταντάς και ο Φιλιππίδης υποστήριζαν ότι οι αρχαϊστές δεν κατάφεραν να αντιληφθούν ότι μια τέτοια προκρούστεια πρακτική δεν μπορούσε παρά να παραγάγει ένα γλωσσικό τέρας, ένα τεχνητό και αφύσικο συμπίλημα ετερόκλητων συντακτικών και λεξιλογικών στοιχείων χωρίς ενιαία γλωσσική ή διαλεκτική βάση. Έτσι, απέχοντας πολύ από το να πετύχουν την καλλιέργεια και τη διανοητική τελειοποίηση της νεοελληνικής γλώσσας, οι προσπάθειες των αρχαϊστών να την προσαρμόσουν στο τυπικό της αρχαίας ελληνικής ισοδυναμούσαν στην πραγματικότητα με τη διαστρέβλωσή της, γιατί παραβίαζαν τη φυσική δομή και το ρυθμό της.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντά, η άτοπη περιφρόνηση για τη σύγχρονη γλώσσα του ελληνικού λαού αποτελούσε μία από τις πηγές της διάχυτης αμάθειας και καθυστέρησης. Για τις ευρύτερες μάζες του λαού η εκπαίδευση παρέμενε απρόσιτη εξαιτίας του ακατανόητου γλωσσικού της οργάνου.
Η αύξηση των πνευματικών ενδιαφερόντων, η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή [1770-1820], έθετε αναγκαστικά και έκανε επίκαιρο το γλωσσικό ζήτημα.
Το γλωσσικό ζήτημα ταλαιπώρησε τους έλληνες για σχεδόν δύο χιλιετίες. Πώς γράφουμε; ήταν το βασικό ερώτημα. Στα χρόνια του ελληνικού διαφωτισμού, το ερώτημα αυτό, το «πώς γράφουμε» δηλαδή, συνδέθηκε στενά με την εκπαίδευση. Πλέον το ερώτημα δεν ήταν μόνο «πώς γράφουμε» αλλά και σε ποια γλώσσα διδάσκουμε. Το ζήτημα τίθεται ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα από έναν Κεκρυραίο λόγιο εγκατεστημένο στην Ιταλία, τον Νικόλαο Σοφιανό, αλλά μόλις τις δυο-τρεις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα προτείνεται εμφατικά από τον Καταρτζή. Από εδώ και πέρα το ζήτημα της γλώσσας σε όλους τους σημαντικούς λόγιους της εποχής συνυφαίνεται στενά με αυτό της εκπαίδευσης.
 Όμως τι γίνεται με την εκπαίδευση, που είναι και πρακτικό ζήτημα; Είναι δυνατόν να διδάξεις παιδιά στη λόγια γλώσσα, με βιβλία που στην πλειονότητά τους είναι ακατανόητα στον μαθητή και με την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τον Απόστολο, εκκλησιαστικά βιβλία δηλαδή, να χρησιμοποιούνται ως εγχειρίδια για τα «κοινά γράμματα»; Στα χρόνια αυτά είναι που τίθενται οι βάσεις για μια πολύ σημαντική αλλαγή πλεύσης που συντελείται στον χώρο της παιδείας. Τόσο ο Καταρτζής και ο κύκλος του, όσο και ο κύκλος του Ελλαδικού Δημοτικισμού, εμπνέονται από έναν κοινό τόπο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού: να γράφουμε όπως μιλάμε. Αυτό είναι το πρώτο κοινό δεδομένο, που θέτει σε κινητοποίηση και τους δύο κύκλους με αφετηρία την εκπαίδευση.
Για τον Κωνσταντά, όπως και για άλλους λογίους της εποχής, το πρόβλημα του υπόδουλου Ελληνισμού ήταν κυρίως πρόβλημα πνευματικής αφύπνισης και αυτογνωσίας, δηλαδή πρόβλημα παιδείας. Η παιδεία, κατά την άποψή του, θα μπορούσε να λυτρώσει το γένος από την δουλεία και από πολλά άλλα πάθη, αρκεί να στηριζόταν σε σωστές βάσεις και να αντλούσε από περιοχές, που ως τότε έμειναν αγνοημένες.
Γνωρίζουμε ότι ο Κωνσταντάς συμμετείχε σε αρκετές κυβερνητικές επιτροπές και Εθνοσυνελεύσεις. Η Β΄ Εθνοσυνέλευση καθιέρωσε τον θεσμό του Εφόρου Παιδείας και στη θέση αυτή διόρισε τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Όταν όμως ο Φαρμακίδης ανέλαβε καθήκοντα καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία, το Βουλευτικό στις 25 Ιουλίου 1824 διόρισε ως Γενικό Έφορο της Παιδείας τον Κωνσταντά. Ως Έφορος Παιδείας (1824-1828) ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην ίδρυση σχολείων, εξεύρεση δασκάλων και διδακτικών βιβλίων, ταξιδεύοντας στην ηπειρωτική και νησιωτική χώρα. Συνέταξε έκθεση για των περί Παιδείας διατάξεων, καθώς και τον Κανονισμό των καθηκόντων του Εφόρου, ενώ αργότερα τις προτάσεις του για την παιδεία τις υπέβαλε και στον Καποδίστρια. Ως βουλευτής έκανε πρόταση, που εγκρίθηκε από το Βουλευτικό, να δοθεί εντολή στους επάρχους «δια να συνάξουν τας αρχαιότητας» στα σχολεία. Αυτό υπήρξε η απαρχή δημιουργίας του πρώτου Αρχαιολογικού Μουσείου του κράτους στην Αίγινα. Σημειωτέον, ότι ενώ είχε εκλεγεί να συμμετάσχει και στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, που έγινε στο Άργος το 1829, τελικά τον απέκλεισαν, όταν αποφασίστηκε οι κληρικοί να μη γίνονται δεκτοί ως αντιπρόσωποι. Ο Καποδίστριας τον κάλεσε να συμβάλει στη δημιουργία του Ορφανοτροφείου της Αίγινας και αργότερα τον διόρισε στη διοικούσα επιτροπή του ιδρύματος, μαζί με τον Βιάρο Καποδίστρια και τον Λεόντιο Καμπάνη. Συμμετείχε στη διεύθυνση, στην οικονομική διαχείριση και στη διδασκαλία των περίπου 500 οικότροφων του Ορφανοτροφείου, όπου συγκεντρώθηκαν τα ορφανά των νεκρών του 21. Έμεινε στην Αίγινα περίπου 6 χρόνια (1828-1834), προτού επιστρέψει στις Μηλιές.
Τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στα οποία ο Κωνσταντάς κατέβαλε απέλπιδες προσπάθειες για να συνεχισθεί η λειτουργία του Ορφανοτροφείου, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι η κυβέρνηση είχε αποφασίσει το κλείσιμο του Ιδρύματος. Παραγκωνισμένος από τη διοίκηση, συκοφαντημένος από τοπικούς παράγοντες και απογοητευμένος από τη μη αναγνώριση της προσφοράς του, αναγκάσθηκε να αναχωρήσει προς την τουρκοκρατούμενη τότε γενέτειρά του. Εκεί, εκτός των διδακτικών καθηκόντων του, ως επίτροπος του Μητροπολίτη Δημητριάδος στις Μηλιές, ανέλαβε και την επίλυση διαφορών οικογενειακού δικαίου. Αφοσιωμένος στο σημαντικότερο για τη ζωή του έργο, συνέχισε να διδάσκει πάντοτε αμισθί μέχρι το θάνατό του, στις 6 Αυγούστου 1844.
Διαπρεπής λόγιος, αλλά κυρίως δάσκαλος, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς επιχείρησε να αναδείξει τη γενέτειρά του, τις Μηλιές Πηλίου, σε ελληνόφωνο εκπαιδευτικό κέντρο του καιρού του. Ανέπτυξε συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, συμμετέχοντας ενεργά στην κοινή προσπάθεια πολλών εκ των συγχρόνων του Ελλήνων λογίων για την πνευματική πρόοδο της Πατρίδος. Υπηρέτησε την ιδέα ότι η Παιδεία μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο και την κοινωνία. Οι πολεμικές και κατόπιν οι πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεψαν στον Κωνσταντά να ολοκληρώσει το εκπαιδευτικό του έργο και να αφήσει στην ιστορία το αποτύπωμά του ως εκσυγχρονιστής της εκπαίδευσης, όπως θα το επιθυμούσε και είχε τις ικανότητες να το επιτύχει. Εν τούτοις, πέρα από το πρωτοποριακό συγγραφικό και εκδοτικό του έργο, έδωσε λαμπρό παράδειγμα ανιδιοτελούς προσήλωσης στα ιδανικά του, συνέπειας, ταπεινοφροσύνης και φιλοπατρίας.
Το βιβλίο του πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή Μουρτζανού ολοκληρώνεται με ένα κεφάλαιο, τα οποίο διαπραγματεύεται την συνεισφορά του Κωνσταντά στην εκκλησιαστική παράδοση.
Προκειμένου να κατανοήσουμε τη σχέση του Κωνσταντά με την εκκλησιαστική παράδοση, πολύ σωστά ο συγγρ. τονίζει ότι οι φορείς του Διαφωτισμού δεν αρνούνταν τη θρησκευτικότητα καθεαυτή, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι ταγοί της Εκκλησίας αντιμετώπιζαν την πρόοδο. Ο Κωνσταντάς θα ακολουθήσει τον δρόμο των φορέων του Διαφωτισμού, χωρίς, ωστόσο, να αποκοπεί από την διοικούσα Εκκλησία. Επηρεάζεται βαθιά από αυτόν τον νέο κόσμο, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται και να συγκροτείται από τα μέσα του 18ου αιώνα και ο οποίος προβάλλει τη νέα φυσιογνωμία του, με έκδηλο δυναμισμό. Βιώνει έντονα αυτή την στροφή προς την επιστήμη και τη γνώση, στροφή προς την αρχαιότητα, και διαμόρφωση μιας, νεωτερικού τύπου, κοσμικής ηθικής. Παρακολουθεί και προβληματίζεται σχετικά με την αποδέσμευση από την κυριαρχία μιας γενικώς, έως τότε, αποδεκτής, αλλά και επιβαλλόμενης, θρησκευτικής αυθεντίας, η οποία έχει, πια, αρχίζει να αμφισβητείται και να υπονομεύεται.
Για την πραγματική διάσταση της σχέσης του Κωνσταντά με την Ορθόδοξη Εκκλησία και την παράδοση θα ακολουθήσουν και άλλες τοποθετήσεις, καθώς και συζήτηση.
Συμπερασματικά, θα ήθελα να τονίσω ότι ο πατήρ Θεμιστοκλής Μουρτζανός ολοκλήρωσε μια τεκμηριωμένη πρωτότυπη μελέτη για την ζωή και το έργο του Κωνσταντά. Στηρίχθηκε σε άμεσες πηγές, έγγραφα, επιστολές και άλλα πρωτογενή αρχειακά στοιχεία, αλλά και σε πλούσια σύγχρονη βιβλιογραφία. Άσκησε αντικειμενική και εμπεριστατωμένη κριτική στα έργα που χρησιμοποίησε, διατύπωσε προσωπικές εκτιμήσεις, επιχειρηματολόγησε και συνήγαγε τα απαραίτητα συμπεράσματα.

Επίσης, το βιβλίο του Θεμιστοκλή Μουρτζανού χαρακτηρίζεται από γλωσσική σαφήνεια και επάρκεια, καθαρότητα και ευκρίνεια στη γραφή. Τέλος, ευχάριστη είναι και η σωστή χρήση του πολυτονικού. Του αξίζουν λοιπόν θερμά συγχαρητήρια για το έργο του.

Σας ευχαριστώ πολύ!