10/17/18

Ο ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΗΣ




                Μικρότεροι και μεγαλύτεροι έχουμε ανάγκη από διασκεδαστές στην ζωή μας. Το βλέπουμε αυτό στην τηλεόραση, όπου οι κωμικές σειρές έχουν μεγάλη απήχηση, στα κανάλια του YouTube, όπου αυτοί που λένε αστεία ή κάνουν φάρσες που προκαλούν το γέλιο «αποθεώνονται»! Αλλά και στις παρέες, όπως και στην καθημερινότητα της οικογένειας εκείνος ή εκείνη που κάνει τους άλλους να περνούνε καλά με τα πειράγματα, τα ανέκδοτα, το χιούμορ θεωρείται περιζήτητος και αγαπιέται πολύ.
                Στην εκκλησιαστική παράδοση υπάρχει η εντύπωση μιας αυστηρότητας. Ο πνευματικός άνθρωπος καλείται να είναι σοβαρός στην ζωή του. Δεν δικαιολογείται η ευτραπελία. Οι μοναχικοί κανόνες είναι εναντίον του γέλιου, διότι θεωρούν πως χαλαρώνει την ύπαρξη, απομακρύνει την μνήμη του θανάτου και γεννά αφορμές απομάκρυνσης από την κατεύθυνση του Θεού, στην οποία συντείνει η νοερά προσευχή. Αυτός ο μοναστικός τρόπος κλήσης έχει και τις εξαιρέσεις του. Για τους μοναχούς χαρά είναι η λειτουργική ζωή. Είναι οι γιορτές της Εκκλησίας. Είναι οι συνάξεις της αδελφότητας. Είναι η κοινωνία με τον γέροντα ή την γερόντισσα του μοναστηριού. Είναι οι μνήμες από τους παλαιότερους. Είναι η θέα του κάλλους του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και ο αγώνας για την θέα του κάλλους του Θεού. Χαρά είναι το άφημα στην παρουσία του Θεού. Ο μοναχός ζει μία άλλη κοινωνία, έναν τρόπο μοναδικό που σώζει και αγιάζει διότι είναι ο Χριστός παρών.
                Είναι κατανοητό, αλλά όχι αναγκαίο ο μοναχικός τρόπος να χαρακτηρίζει και όσους ζούμε στον κόσμο. Το ήθος ναι. Ο τρόπος δεν μπορεί να είναι ο κανόνας. Οι εν τω κόσμω έχουμε ανάγκη την συζήτηση και την επικοινωνία. Δεν έχουμε ανάγκη την βωμολοχία. Έχουμε ανάγκη την χαρά που δίνει το χιούμορ. Δεν έχουμε ανάγκη μία μόνιμη γελοιότητα. Έχουμε ανάγκη να ξεκουραστούμε από την βαρύτητα του προγράμματός μας. Δεν έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίζουμε την ζωή μας χωρίς σοβαρότητα. Έχουμε ανάγκη τον αυθορμητισμό. Δεν έχουμε ανάγκη το κατασκευασμένο γέλιο, σαν τα παλαμάκια στις αμερικάνικες κωμικές σειρές παλαιότερα. Ο διασκεδαστής εκπαιδεύει με την ποιότητα, την ευστροφία, την ετοιμολογία του. Κακοπαιδεύει όμως με τις χοντράδες, τα σεξουαλικά υπονοούμενα, την χυδαιοποίηση της κωμικότητας.
                Οι αρχαίοι Έλληνες, εκτός από την τραγωδία, είχαν και την κωμωδία για την ψυχαγωγία του λαού. Όμως οι κωμωδίες, παρά την ελευθεριότητα, δεν έπαυαν να εκφράζουν μηνύματα τα οποία αποτύπωναν την σοβαρή πλευρά της ζωής, την ανάγκη για πολιτική ταυτότητα, την κριτική σε ιδέες και ρεύματα, τον σεβασμό στην παράδοση και στα ήθη. Ποτέ δεν αρνούνταν την ευσέβεια. Σήμερα οι κωμικές σειρές προβάλλουν ένα πολιτισμικό ήθος στο οποίο δεν υπάρχει Θεός, η οικογένεια παρουσιάζεται εκμοντερνισμένη με τέτοιον τρόπο ώστε οι δεσμοί της να μην έχουν καμία συνοχή, ο τύπος του ομοφυλόφιλου είναι ο πιο διασκεδαστικός, ενώ τα παιδιά διασκεδάζουν με μάγους, με ανώριμες σχέσεις, με κακής ποιότητας «χιούμορ». Εξάλλου, οι διασκεδαστές του YouTube δεν παρουσιάζονται στην καθημερινή τους ζωή, μέσα από τις σχέσεις τους για να διαφανεί ο χαρακτήρας τους, αλλά ως άτομα που σκαρώνουν φάρσες ή λένε ανέκδοτα. Η μίμηση δεν γεννά ζωή, αλλά στιγμιαία ευχαρίστηση ή ένα αίσθημα ότι «είδα κι εγώ».
                Μπορούμε να χαιρόμαστε με το χάρισμα εκείνου που είναι διασκεδαστής. Ας παιδευθούμε όμως στην ανάγκη το γέλιο να έχει ήθος για να βγάζει ποιότητα και ομορφιά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 17 Οκτωβρίου 2018

10/12/18

Ο ΑΓΡΟΣ & Η ΓΩΝΙΑ


«Τοις δε λοιποίς δέδοται τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Λουκ. 8, 10)
«Στους υπόλοιπους τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού δίνονται από Αυτόν με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν αλλά να μην βλέπουν και να ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν».


                Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Σε άλλους δίνει την δυνατότητα να αντιλαμβάνονται το θέλημά Του, τον δρόμο που οδηγεί στην Αλήθεια της Βασιλείας, στο νόημα της όντως ζωής και σε άλλους προσφέρει κάποιες ιστορίες, κάποιες παραβολές, ώστε τελικά να μην είναι σε θέση να δουν πραγματικά τα παραπάνω, αλλά και ενώ ακούνε να μην καταλαβαίνουν;
                Το Ευαγγέλιο του Σπορέως αυτό λέει, χωρίς υπεκφυγές. Και αφήνει σε μας να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα.
Δύσκολος δρόμος. Όταν έχουμε ταυτίσει την αγάπη με την ομοιομορφία, με την ισότητα, το  ομότροπο, πώς να εξηγήσουμε ότι η αγάπη εκφράζεται κατά την δύναμη του καθενός; Κατά την διάθεση της καρδιάς του; Ότι δεν αρκεί η σπορά του λόγου και της αλήθειας, αλλά χρειάζεται η αγαθή γη, για να καρποφορήσει αυτός ο λόγος. Ότι δεν είναι ανάγκη να είναι μεγάλο το χωράφι, αλλά ότι είναι αρκετή και μία γωνιά, στην οποία το έδαφος λέει ΝΑΙ στον γεωργό. Ότι αυτό το ΝΑΙ δεν έρχεται τυχαία, αλλά έπεται της απόφασης του κατόχου και διαχειριστή του να μην κοιτά από εδώ και από εκεί, αλλά να συγκεντρωθεί στην προετοιμασία για την σπορά. Να αναζητεί την αλήθεια. Να έχει υπομονή να έρθει το φθινόπωρο. Να μη βιαστεί στον χειμώνα να απαιτήσει να βγει το στάχυ, διότι θα καεί στο κρύο των λογισμών, στο χιόνι των μεριμνών που με το βάρος του θα το λυγίσει, αλλά και στα άτσαλα βήματα των άλλων, που χωρίς να βλέπουν πού πατάνε, θα το τσακίσουν. Να μην αγωνιά την ώρα της άνοιξης να κιτρινίσει, αλλά να περιμένει την ώρα του καλοκαιριού. Και να είναι έτοιμος να αφήσει αυτόν που έσπειρε και να θερίσει. Να αναζητά  τον Γεωργό των καρδιών μας να είναι Αυτός που θα κρίνει την ώρα και την στιγμή που όλα θα είναι έτοιμο, ώστε να τραφούν από το στάρι όσοι έχουν ανάγκη αληθινή.
Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα μείνουν για πάντα στις παραβολές. Δεν θέλουν κάτι περισσότερο ή δεν αντέχουν. Υπάρχουν κι άλλοι, τα χωράφια των οποίων είναι κλειστά για τον Σποριά. Περιφραγμένα. Καλλιεργούν το κριθάρι και το καλαμπόκι της κοσμικής σοφίας. Της αυτάρκειας μιας ζωής χωρίς Θεό. Της ευχαρίστησης των ηδονών. Της ανίας που γίνεται εικόνα και αυτοείδωλο. Φτωχό είναι το ψωμί που θα παραχθεί, αν παραχθεί. Δεν θα θρέφει, δεν θα χορταίνει. Αλλά αν δεν έχεις αυτιά ανοιχτά, πώς να ακούσεις;
Στην κοινωνία μας αυτοί οι κάτοχοι  μπορεί από περιέργεια, από συνήθεια, από μνήμες ή από ένα αίσθημα ότι για κάποιο λόγο δεν χορταίνουν, να πλησιάσουν την αγαθή γη. Να θελήσουν να δούνε τι είναι αυτός ο σπόρος που καρπίζει. Αλλά αν δεν αφήσουν κατά μέρος το βόλεμα ότι έστω κι έτσι, έχουν ένα, κάποιο ψωμί, αν δεν διακινδυνεύσουν να γίνουν από αφεντικά εργάτες, υπάκουοι αναζητητές της Αλήθειας, με μικρότερες ή μεγαλύτερες θυσίες, κυρίως της παραίτησης από την βεβαιότητα ότι όσα έχουν είναι αρκετά διότι η ζωή οδηγείται στο μηδέν, η στιγμή γρήγορα θα γίνει χτες. Η πορεία χωρίς γυρισμό. Μόνο αν υπάρξει ίχνος ταπείνωσης στην καρδιά τους, μπορούν να ελπίσουν στην μετάνοια.
Πιο δύσκολα είναι για όσους από εμάς πιστεύουμε ότι η γη μας είναι αγαθή, επειδή ανήκουμε στον αγρό της Εκκλησίας. Αυτάρκεις, επειδή νιώθουμε ότι έχει ο Θεός για μας, επειδή έχουμε κάνει την σωστή επιλογή, επειδή δεν είμαστε όπως οι λοιποί των ανθρώπων, επειδή δεν φύγαμε στον κόσμο, δεν κατανοούμε ότι κοιτάζουμε, αλλά δεν βλέπουμε, ότι ακούμε, αλλά δεν καταλαβαίνουμε. Κοιτάζουμε τον Σπορέα, αλλά δεν βλέπουμε ποιον δρόμο μας δείχνει, καθώς η ματιά μας είναι εγωκεντρική. Δεν είναι ματιά εξόδου στην αγάπη, στην υπακοή, στην ταπείνωση, στην μετάνοια. Δεν είναι ματιά εξόδου από την αυτάρκεια ότι τα ξέρουμε όλα. Δεν είναι ματιά καλής περιέργειας να ακούσουμε, να αναζητήσουμε, να εμπιστευθούμε. Να σκεφτούμε ότι η γη θέλει καλλιέργεια με αξιοποίηση και των μέσων που ο χρόνος φέρνει, αλλά, κυρίως, με την απόφαση να είναι δική Του. Εκείνος να είναι η προσμονή μας, για Εκείνον η ετοιμασία μας, σ’ Εκείνον η τελική εμπιστοσύνη. Για να ακούσουμε και να καταλάβουμε. Χωρίς Αυτόν τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε.
Κάθε παραβολή μας βάζει το μεγάλο ερώτημα: θα δούμε και θα ακούσουμε, περνώντας από τον νου στην καρδιά ή θα μείνουμε στην συνήθεια αφήνοντας πουλιά, αγκάθια, πέτρες να κρατήσουν τον σπόρο άκαρπο; Δεν κάνει διακρίσεις ο Θεός. Η καρδιά μας έχει την απάντηση, πόσο από τον σπόρο που μας ρίχνει, γιατί Εκείνος είναι ο μόνος που ξέρει την κατάστασή της,  μπορεί να δεχτεί και να αφήσει να καρπίσει!

Κέρκυρα, 14 Οκτωβρίου 2018

10/10/18

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ Μ’ ΑΚΟΥΣ;



Είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα στις σχέσεις γονέων και παιδιών, κάποτε και στις σχέσεις του ζευγαριού: «Γιατί δεν μ’  ακούς;». Το «ακούω» ερμηνεύεται ως «υπακούω», διότι αυτό είναι κυρίως το θέμα. Όχι απλώς να ακούμε τι μας λέει ο άλλος, ο μεγαλύτερος ή αυτός που γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας, αλλά και να υπακούσουμε σ’   αυτόν. Αυτός που θέτει το ερώτημα, λειτουργεί ως αυθεντία. Ζητά υπακοή, διότι νιώθει πως κατέχει το σωστό. Ότι η συμβουλή του, η προσταγή του, ο δρόμος τον οποίο προτείνει στον άλλον, είναι ο σωστός. Επομένως, δεν υπάρχει περιθώριο να μην εισακουστεί, ειδάλλως κρίση επέρχεται τόσο στις σχέσεις, όσο και στην πορεία της ζωής αυτού που δεν ακούει.
Πόσο απαλλαγμένοι από τον έναν εγωισμό διδαχής είμαστε, όταν θέτουμε αυτό το ερώτημα στον άλλον; Πόσο λειτουργεί μία βεβαιότητα, η οποία δεν λαμβάνει υπόψιν της το φρόνημα του άλλου, την ανάγκη για δική του έκφραση,  την διάθεση,  τα συναισθήματά του ή ένα αίτημα ελευθερίας που τον διακατέχει; Πόσο δεν λαμβάνει υπόψιν τον δικό του εγωισμό, ο οποίος λειτουργεί ως στοιχείο της ταυτότητάς του ή και ως σημείο ότι τα πάθη είναι ριζωμένα στην ψυχή μας «εκ νεότητος» ημών; Είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε δίκιο, σημαίνει ότι είμαστε αποφασισμένοι να συγκρουστούμε για να το επιβάλουμε. Να αξιοποιήσουμε κάθε τρόπο, είτε εκ της αυθεντίας μας (ρόλος, ηλικία, δύναμη), είτε εκ του πείσματος (γκρίνια, θυμός, φωνές). Οι συγκρούσεις των γονέων με τους εφήβους αυτό το χαρακτηριστικό έχουν. Μία εγωτική ακαμψία, η οποία έρχεται και από τις δύο πλευρές. Γι’  αυτό και τα τραύματα είναι κάποτε έντονα.
Κι αν όμως όντως έχουμε δίκιο; Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να απεμπολήσουμε τον παιδαγωγικό μας ρόλο οι μεγαλύτεροι, αλλά και την επιθυμία να γίνει αυτό που ζητούμε οι μικρότεροι; Στην πνευματική ζωή λειτουργεί ως φάρμακο η ταπείνωση. Όποιος έχει ή προσπαθεί να έχει ταπεινό φρόνημα, ακούει προσεκτικά. Όταν ο άλλος παραμένει άκαμπτος, δείχνει ευελιξία στα όσα μπορούν να περιμένουν και στα όσα η εφαρμογή τους δεν είναι καταστροφική. Διότι κάποτε πρέπει να πάθουμε, για να μάθουμε. Αυτός που έχει ταπεινό φρόνημα ακολουθεί την οδό της προσευχής. Της εμπιστοσύνης δηλαδή στον Θεό και την πρόνοιά Του για τον καθέναν άνθρωπο, διά της οποίας φωτίζεται ο νους να διακρίνει την λανθασμένη πορεία, ακόμη και πριν τον τοίχο. Η ταπείνωση είναι στηριγμένη στην πίστη και προσθέτει πίστη σ’  αυτόν που την έχει. Και η πίστη είναι «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», δηλαδή κάνει πραγματικό αυτό που δεν φαίνεται εφικτό.
Όμως υπάρχει και η επιλογή των ορίων, η οποία είναι απαραίτητη, διότι είμαστε άνθρωποι που βλέπουμε και τα προφανή. Όριο βάζει όποιος αγαπά. Όριο βάζει όποιος θέλει τον άλλον να φέρει ευθύνη για τις πράξεις και την ζωή του. Το όριο πηγάζει από την εξουσία αυτού που την κατέχει, αλλά χρειάζεται να τίθεται με αγάπη. Και βεβαίως αυτός που θέτει το όριο, να το έχει τηρήσει ο ίδιος. Να πηγάζει από την δική του ζωή. Να αποτυπώνει ήθος. Διότι το  ήθος εμπνέει και διδάσκει αυθεντικά και όχι η προσταγή.
Το «γιατί δεν μ’  ακούς;» δείχνει ότι οι σχέσεις θέλουν χρόνο, προσοχή και αυθεντική αγάπη που συνυπολογίζει την ελευθερία του άλλου. Ας μην είμαστε λοιπόν απόλυτοι.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Οκτωβρίου 2018

10/6/18

«ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΓΑΠΑ ΔΙΠΛΑ Ο,ΤΙ ΓΟΡΓΑ ΘΑ ΧΑΣΕΙ!»




ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ  26 – JOHN WILLIAMS, «Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ», ΜΤΦΡ. ΑΘΗΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG


                Ο καθένας μας καλείται στην ζωή του να παλέψει να βρει το νόημα του γιατί ζει. Δεν έχει σημασία αν είναι σπουδαίος ή καθημερινός. Είμαστε μοναδικοί ως άνθρωποι και η ζωή μάς δίνεται μία φορά. Στο εξαιρετικό από κάθε άποψη μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα John Williams «Ο Στόουνερ» (εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου) βλέπουμε αυτήν την αναζήτηση νοήματος σε όλους τους ήρωες.
                Ο Γουίλιαμ Στόουνερ, καθηγητής της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολόμπια, βρίσκει στην διδασκαλία το νόημα. «Είχε θελήσει» την φιλία, το πάθος, τον έρωτα, την οικογένεια, αλλά απέτυχε. «Όνειρό του ήταν η ακεραιότητα και η αγνότητα στην πλήρη μορφή τους. Αντί γι’  αυτές βρήκε τον συμβιβασμό, τον επιθετικό περισπασμό του κοινότοπου. Είχε συλλάβει την σοφία και στο τέλος της μακράς πορείας μέσα στα χρόνια είχε βρει την άγνοια» (σελ. 395). Κι όμως. Η διδασκαλία ήταν ο εαυτός του και το ένα βιβλίο που χάρηκε όσο τίποτε άλλο στην ζωή του και αυτό χαϊδεύοντας έφυγε από τον κόσμο. «Την αγάπη για την λογοτεχνία, για τη γλώσσα, για το μυστήριο του νου και της καρδιάς, το πώς αποκαλύπτονται στους ασήμαντους, αλλόκοτους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων, τα τυπωμένα γράμματα, τόσο μαύρα, τόσο ψυχρά, την αγάπη την κρατούσε κρυμμένη σα να ήταν παράνομη ή επικίνδυνη, άρχισε να τη δείχνει, στην αρχή διστακτικά, μετά τολμηρά, στο τέλος υπερήφανα». «Ένιωθε μέσα του ότι επιτέλους άρχισε να γίνεται δάσκαλος, που σημαίνει ένας άνθρωπος που λέει την αλήθεια, που διακονεί μια τέχνη, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με την κουταμάρα ή την αδυναμία ή την ανεπάρκειά του ως άντρα. Κι ήταν μια γνώση αυτή για την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει, μα που τον άλλαξε ριζικά από τη στιγμή που την κατέκτησε, ώστε κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την ύπαρξή της» (σελ. 174).
                Η σύζυγός του Ίντιθ έχει ως νόημα ζωής να εκδικηθεί τον Στόουνερ για την χαμένη ελευθερία της, για την επιλογή της να είναι ανέραστη, για την αυτοπαράδοσή της στην πλήξη, αλλά και στην μοίρα που ήθελε τις μικροαστές γυναίκες να μην έχουν δικαίωμα στην ευτυχία, καθώς θεωρούσαν το σώμα αναγκαίο κακό και τον έρωτα αδύνατο να τους συμβεί.  
                Η κόρη του Γκρέις έχει ως νόημα ζωής να εκδικηθεί την μητέρα της η οποία της στέρησε την αγάπη του πατέρα, για να τον τιμωρήσει, την ώθησε να γίνει δημοφιλής χωρίς αγάπη.
                Οι γονείς του Στόουνερ, οι οποίοι είναι «ο πατέρας» και «η μητέρα», ανώνυμοι ήρωες, έχουν ως νόημα ζωής τον αγώνα για την καλλιέργεια της γης τους, από την οποία δεν θα φύγουν ποτέ, ούτε στην ζωή ούτε στον θάνατο. «Η ζωή τους αναλώθηκε σε άχαρο μόχθο, η βούλησή τους τσακίστηκε, η νοημοσύνη τους ναρκώθηκε. Τώρα βρίσκονταν μέσα στην γη, στην οποία είχαν δώσει τη ζωή τους. Και η γη, σιγά- σιγά, χρόνο με τον χρόνο θα τους δεχόταν, θα κατέτρωγε τα τελευταία υπολείμματα της ουσίας τους. Θα καταντούσαν ένα χωρίς ουσία κομμάτι αυτής της πεισματάρας γης, στην οποία είχαν αφιερώσει τον εαυτό τους εδώ και τόσα χρόνια» (σελ. 166-167).
                Ο πανεπιστημιακός Λόμαξ θα έχει ως νόημα ζωής του να εκδικηθεί τον Στόουνερ, ο οποίος είχε άλλη αντίληψη για την γνώση. Στο πρόσωπο του Λόμαξ αποτυπώνεται όλη η μικρότητα των κύκλων οι οποίοι αναλώνονται σε έναν αγώνα εξουσίας, για να κυβερνήσουν τον πανεπιστημιακό χώρο και τους ανθρώπους του, σα να πρόκειται να ζήσουν για πάντα.
                Η Κάθριν Ντρίσκολ, η νεαρή επιμελήτρια η οποία σαγήνευσε τον Στόουνερ και σαγηνεύτηκε από αυτόν θα ζήσει μαζί του ως νόημα ζωής την απαλλαγή από την «δεδομένη άποψη», την παράδοση που λέει «ότι η ζωή του πνεύματος και η ζωή των αισθήσεων ήταν διαφορετικά πράγματα και μάλιστα εχθρικά μεταξύ τους. Ότι έπρεπε κανείς να διαλέγει το ένα, αναπόφευκτα, σε βάρος του άλλους. Το ότι το ένα θα μπορούσε να κάνει πιο έντονο το άλλο δεν τους είχε περάσει ποτέ από το μυαλό και εφόσον η πραγμάτωση αυτής της αλήθειας προηγήθηκε της αναγνώρισής της, το είδαν (ο Στόουνερ και η Ντρίσκολ) σαν αποκλειστικά δική τους ανακάλυψη». Η Ντρίσκολ χτίζει για λίγο με τον Στόουνερ ένα μοναδικό «εμείς», μία γνήσια κοινωνία αγάπης και γνώσης που ο αληθινός έρωτας μπορεί να φέρει. Η σχέση τους όμως θα συντριβεί στην συμβατικότητα της κοινωνίας, στη εκδικητικότητα των πανεπιστημιακών και στην ζήλεια που θα συντρίψουν την αλήθεια της.
                Ο Γκόρντον Φίντς θα έχει ως νόημα ζωής να επιβιώσει στους πανεπιστημιακούς ανταγωνισμούς, να συμβιβάσει, να χαρεί τη ζωή χωρίς ιδιαίτερες εκλάμψεις, να είναι φίλος, χωρίς όμως  να φεύγει από την δύναμη του εγώ.
                Ο σπουδαίος μυθιστοριογράφος, περιγράφει τον Στόουνερ με την εξής διαπίστωση: «ακριβώς όπως ο Άρτσερ Σλόουν (ο προκάτοχος και μέντοράς του) ο Στόουνερ συνειδητοποίησε κι εκείνος την ματαιότητα του να στρατευθεί κανείς καθ΄ ολοκληρίαν με τις παράλογες και σκοτεινές δυνάμεις που εξωθούσαν τον κόσμο προς το άγνωστο τέλος του. Σε αντίθεση με τον Άρτσερ Σλόουν, ο Στόουνερ επέλεξε ώς έναν βαθμό τον οίκτο και την αγάπη, κι έτσι δεν παρασύρθηκε από την παραφορά που έβλεπε γύρω του. Κι όπως και σε άλλες στιγμές κρίσης και απελπισίας, αναζήτησε πάλι διέξοδο στην αφοσίωση και την ορθοφροσύνη που συνυπήρχαν στο πανεπιστήμιο» (σελ. 321).
                Αγάπη και ευσπλαχνία, τα καταφύγια του ήρωα. Σε έναν προτεσταντικής ηθικής κόσμο, γεμάτο υποκρισία, στον οποίο ο ατομοκεντρισμός θριαμβεύει, όπου όλοι παλεύουν μόνο για τον εαυτό τους, ο Στόουνερ θα περάσει στην ιστορία όχι για το μεγάλο επιστημονικό του έργο, αλλά γιατί υπήρξε άνθρωπος που νοιάστηκε, που αγάπησε, που σπλαχνίστηκε, που συγχώρεσε, που πάλεψε όντας ένας ταπεινός πανεπιστημιακός δάσκαλος να μοιραστεί την αλήθεια, λίγη ή πολλή μικρή σημασία έχει, της αγάπης.
                Ο στόχος του Σαίξπηρ, που ώθησε τον Στόουνερ να γίνει δάσκαλος τα λέει όλα:
                «Καθένας αγαπά διπλά ό,τι γοργά θα χάσει»!
                Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, με ήρωες που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας ή να τους συναντήσει ο καθένας μας!

π. Θ. Μ.

10/5/18

ΝΙΩΣΕ ΜΕ, ΣΩΣΕ ΜΕ!



«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαχνίσθη επ’  αυτή και είπεν αυτή .  μη κλαίε» (Λουκ. 7,13)

 Όταν είδε την χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαις».


Σκληρύναμε στην καρδιά οι άνθρωποι σήμερα. Δεν συγκινούμαστε εύκολα από τον πόνο του άλλου. Μπορεί γενικά όταν ακούμε κάποιο κακό, κάποια συμφορά που συμβαίνει σε κάποιον, ιδίως όταν αυτός είναι νέος άνθρωπο, όταν είναι κάποιος ξαφνικός θάνατος, όταν κάποιος σπουδαίος φεύγει από την ζωή, να ενδιαφερόμαστε, να το συζητούμε, να συμπονούμε. Η σπλαχνικότητα όμως δεν φαίνεται να υφίσταται στις λεπτομέρειες της καθημερινής επαφής μας με τους άλλους. Ο δάσκαλος που κάνει μάθημα χωρίς  να ξέρει ο μαθητής που είναι ζωηρός, σιωπηλός, κουρασμένος τι έχει στην καρδιά του. Ο φίλος που έχει την απαίτηση από τον φίλο να του συμπαρασταθεί, χωρίς να υπολογίζει, με διάκριση, τι συμβαίνει στη δική του καρδιά. Ο άντρας που δεν βλέπει τις αγωνίες και την κούραση της γυναίκας. Η γυναίκα που δεν βλέπει τις έγνοιες του άντρα, το υπόβαθρο της ψυχής του. Ο ερωτευμένος που απαιτεί από το πρόσωπο που αγαπά να τα δώσει όλα, χωρίς να σκέφτεται τους φόβους για το μέλλον της σχέσης. Ο διευθυντής που ανεβαίνει επί πτωμάτων και ισοπεδώνει με το ύφος και τον αέρα της εξουσίας τους υφισταμένους του. Ο υφιστάμενος που αμφισβητεί, υπονομεύει με τον τρόπο, την γκρίνια, την κατάκριση τον διευθυντή.
Στην εποχή μας φωνάζουν όσοι είναι ανθρωπιστές για την ενσυναίσθηση. Για την ανάγκη, σα να είσαι ηθοποιός, να μπεις στο πετσί του ρόλου που είναι το να υποδύεσαι τον άλλον που έχεις απέναντί σου, για να τον καταλάβεις.  Ωραία κίνηση, όχι όμως αρκετή. Κρατά όσο ο ρόλος σου. Για να σπλαχνιστείς όμως, να κάνεις τον άλλο σπλάχνο σου, να τον βάλεις στην καρδιά σου, χρειάζεται να θέλεις να αγαπάς τον πλησίον σου  τουλάχιστον όπως τον εαυτό σου. Ταυτόχρονα χρειάζεται να θέλεις να αγαπηθείς. Να είναι ο σκοπός σου όχι μόνο να δίνεις, κάποτε από ένα αίσθημα ανωτερότητας και άνεσης, αλλά και να είσαι δεκτικός στο να παίρνεις. Δεν είναι ανάγκη πολλά. Ένα βλέμμα κάποτε φτάνει. Το σιωπηλό παράπονο. Το δάκρυ. Να είσαι πρόθυμος να  προσλάβεις, να κάνεις δικό σου το πρόσωπο που νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί. Να συνοδοιπορήσει.  Να ακουμπήσει , έστω και για μία στιγμή.
Το να θέλεις να αγαπάς και το να αφήνεις να αγαπηθείς προϋποθέτει το ΝΑΙ στον τρόπο του Χριστού. Ο Κύριος, ο κυριεύων ζωής και θανάτου, το σπουδαιότερο πρόσωπο στην ζωή του κόσμου, αυτός που νοιάζεται για τον άνθρωπο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της ύπαρξής του, κοιτάζει μία χήρα μάνα που πάει να θάψει τον μονάκριβο γιο της. Να θάψει μαζί του το όνειρο της δημιουργικότητας, του να δει χαρές που κάθε άνθρωπος θα ήθελα, πρόοδο, εγγόνια, τρυφερότητα. Μαζί με τον γιο της αυτή η μάνα θάβει τον καρπό της φύσης της. Την παρηγοριά της. Δεν μιλά καθόλου αυτή η μάνα. Κοιτάζει ανεπαίσθητα τον Χριστό που της λέει «μην κλαις», αλλά δεν ξέρει τι να πει, τι να ζητήσει. Ίσως από το μυαλό της να περνά αυτόματα η σκέψη «τι μου λέει αυτός; τι ξέρει αυτός από τον πόνο μου; πώς μπορεί να έρθει στην θέση μου;». Κι όμως, ο Κύριος την σπλαχνίζεται. Την βάζει στην καρδιά Του. Την κάνει παιδί Του, όπως και όλους τους ανθρώπους, όλους μας. Βλέπει, καταλαβαίνει, από την αίσθηση πάει στον νου κι από κει στην καρδιά και η αγάπη γίνεται ανάσταση!
Αυτός ο τρόπος του Χριστού μάς λείπει, γιατί δεν θέλουμε να αγαπηθούμε από τον Χριστό. Αν Τον εμπιστευθούμε στις εξόδους από την πόλη των σχέσεων, της εργασίας, των στοχασμών και των ονείρων μας, όταν πηγαίνουμε ιδίως να θάψουμε ό,τι αγαπούμε, γιατί αποτύχαμε να το κρατήσουμε στην ζωή, τότε εκεί θα διαπιστώσουμε πως Αυτός μας σπλαχνίζεται. Αφήνει μυστικά την ελπίδα της ανάστασης εντός μας, ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Και μας καλεί να μιμηθούμε τον τρόπο Του. Να κοιτάξουμε τον άλλον που μας συναντά. Να νοιαστούμε γιατί είναι έτσι, σκέφτεται έτσι, ζητά αυτό, γιατί πονά, γιατί απορρίπτει, γιατί δεν αντέχει, γιατί δεν μας αντέχει.
Να μην δώσουμε την απάντηση ότι έτσι είναι ο κόσμος, ο άνθρωπος, η ζωή, αλλά να σπλαχνιστούμε. Κι ας μην ακούσουμε «ευχαριστώ». Ακόμη και ο πιο αγνώμων, εντός του, έλαβε το ίχνος της αγάπης. Της ευσπλαχνίας που πηγάζει από τον τρόπο του Χριστού. Της Εκκλησίας. Σε κάποια επόμενη στάση το ευχαριστώ του θα το καρπωθεί εκείνος που ο Θεός θα στείλει για να του δείξει την συγχώρεση.
Αλίμονο στους ανθρώπους που κανένας δεν σπλαχνίστηκε σ’  αυτήν την ζωή. Ας είναι η προσευχή μας τουλάχιστον Εκείνος που νικά κάθε θάνατο να βρει την καρδιά τους στο τέλος με μία χαραμάδα ανοιχτή για να πούνε ΝΑΙ στο θαύμα Του. Αυτό είναι η Εκκλησία!

Κέρκυρα, 7 Οκτωβρίου 2018

10/3/18

ΠΟΙΑΝΟΥ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΝΑ ΠΑΡΩ;



                Το πρόσφατο τραγικό περιστατικό με τον νεαρό που αποπειράθηκε να ληστέψει κοσμηματοπωλείο και βρήκε τον θάνατο στην προσπάθειά του να ξεφύγει όταν ο καταστηματάρχης αντιστάθηκε, προκάλεσε αντιφατικές αντιδράσεις. Από την μια όσοι θεωρούν ότι η ανθρώπινη ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τα χρήματα και τα υλικά αντικείμενα και ότι ο νόμος πρέπει να επιβάλλεται από τα κρατικά όργανα και από την άλλη όσοι δικαιολογούν την αυτοδικία, ως καθαρά ανθρώπινη αντίδραση όταν απειλείται η ζωή και η περιουσία κάποιου. Η υπόθεση περιεπλάκη όταν μία περιθωριακή κοινωνική ομάδα, μέλος της οποίας ήταν ο νεκρός, τον ηρωοποιεί καθημερινά και ζητά εκδίκηση, διαμαρτυρόμενη για την κοινωνική προκατάληψη, για την άσκοπη χρήση βίας εις βάρος του και εις βάρος της, για το ότι ο νεκρός ήταν άνθρωπος με ευαισθησίες και αγώνες για τα δικαιώματα αυτής της ομάδας και ότι δεν του άξιζε τέτοιο τέλος. Μέσα σε όλο το κλίμα τίθεται και το ερώτημα: «ποιανού το μέρος να πάρουμε, όταν όλες οι πλευρές έχουν δικαιολογίες για την στάση τους;».
                Αυτό το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί σε κάθε περίσταση της ζωής, όταν υπάρχει σύγκρουση απόψεων. Στις σχέσεις του ζευγαριού, στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά, σε κοινωνικά ζητήματα, σε πολιτικά, ακόμη και σε εκκλησιαστικά. Το «ποιανού το μέρος να πάρω;» είναι ένας πειρασμός. Μας κάνει κριτές και οπαδούς. Συχνά, χωρίς να ακούμε όλες τις πλευρές, έχουμε αποφασίσει πού είναι η αλήθεια. Αισθανόμαστε εξουσιαστές. Πιστεύουμε ότι η κρίση μας είναι σωστή, διότι δεν είμαστε μέρος του προβλήματος, αλλά με το να ακολουθήσουμε την μία ή την άλλη πλευρά θα βοηθήσουμε είτε στην επικράτηση του δίκαιου είτε στην απόκτηση ειδικού βάρους που θα γείρει την πλάστιγγα ή θα μας βγάλει από την ανεύθυνη στάση του Πόντιου Πιλάτου. Κάποτε, επειδή δεν θέλουμε να υπεισέλθουμε στην ουσία της διαμάχης, επιλέγουμε στρατόπεδο, χωρίς να το ψάξουμε, επηρεασμένοι από προσωπικές συμπάθειες ή ετικέτες. Όπως και να έχει όμως γινόμαστε μέρος του προβλήματος, διότι η πλευρά που δεν θα ακολουθήσουμε θα μας μισήσει ή θα πληγωθεί από την στάση μας, θα μας υποτιμήσει ή θα αναζητήσει τις δικές μας αμαρτίες.
                Θέλει λοιπόν υπευθυνότητα η οποιαδήποτε κρίση. Κυρίως όμως θέλει αγάπη. Να κατανοήσουμε εντός μας τα αυθεντικά κίνητρα όλων όσων συμμετέχουν σε μια διαμάχη και να προσπαθήσουμε να φύγουμε από την πλευρά της εμπάθειας. Είναι άλλο να διαμορφώσουμε γνώμη, να την εκφράσουμε με υπευθυνότητα και άλλο να στρατευθούμε φανατικά αρνούμενοι να δούμε πόσες πληγές ή πόσους εγωισμούς κρύβουν κάποτε οι δίκαιες απόψεις.
                Την αγάπη την προσφέρει η εκκλησιαστική ζωή. Κάποτε η αγάπη συστήνει την φυγή από άσκοπες διαμάχες. «Μωράς ζητήσεις, γενεαλογίας, έρεις και μάχας νομικάς περιΐστασο», μάς συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος. Αυτό το «περιΐστασο» όμως χρειάζεται προσευχή, έγνοια γι’ αυτούς που παλεύουν, γνώμη, αλλά όχι κατάκριση που απορρίπτει πρόσωπα. Η σύνεση αυτή μπορεί άμεσα να μην ευχαριστεί. Αργότερα όμως δικαιώνεται.
                Μία προσευχή χρειάζεται για την ψυχή του νεκρού νεαρού. Κατανόηση για την αυθόρμητη ίσως αντίδραση του καταστηματάρχη. Ελπίδα ότι με την αγάπη μπορούμε να ζήσουμε σε μία κοινωνία στην οποία χωρούν όλοι, αλλά με σεβασμό μεταξύ μας. Διότι ήρωας τελικά είναι αυτός που μπορεί να αγαπήσει και να συγχωρήσει, πέρα από εμπάθειες!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 3 Οκτωβρίου 2018

9/29/18

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ!




«Αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. 6, 34).
«Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω».


Οι άνθρωποι τρεπόμαστε προς τους ομοίους μας. Προς αυτούς που πιστεύουμε ότι μπορούν να μας καταλάβουν γιατί ακολουθούν τον ίδιο δρόμο ζωής. Δεν έχει σημασία αν είναι διαφορετικό το επάγγελμά τους, τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζονται, κάποιες από τις προτεραιότητές τους. Βρίσκουμε κάποια κοινά μαζί τους και αισθανόμαστε κοντά τους. «Δεν είμαι μόνο εγώ που κάνω έτσι, είναι κι άλλοι». 
Στους καιρούς μας απουσιάζει η συνείδηση αυτού που ενώνει όλους τους ανθρώπους σε ένα κοινό μονοπάτι. Η επίγνωση ότι είμαστε αμαρτωλοί. Η αμαρτία δεν συναντάται συχνά στο λεξιλόγιο και στην σκέψη μας, από τους μικρότερους ώς τους μεγαλύτερους. Κι όμως. Είναι η κοινή συνισταμένη μας. Είμαστε αμαρτωλοί δεν σημαίνει μόνο το ότι δεν τηρούμε τις εντολές του Θεού, το Ευαγγέλιο, τον τρόπο της Εκκλησίας. Είμαστε αμαρτωλοί σημαίνει ότι επενδύουμε τα πάντα στον εαυτό μας, στην θέση μας, στα χαρίσματα, στις ικανότητές μας. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την δική μας προοπτική. Απαιτούμε, γιατί εμείς είμαστε το κέντρο. Μπαίνουμε σε έναν ανταγωνισμό ποιος δικαιούται περισσότερα και τι. Κρίνουμε και κατακρίνουμε τους άλλους, γιατί δεν είναι όπως εμείς ή όπως τους θέλουμε. Και αφηνόμαστε σε μία ομάδα παθών, τα οποία ριζώνουν στην απουσία εμπιστοσύνης στον Θεό και το θέλημά Του, στην άρνησή μας να ζήσουμε όπως Εκείνος θέλει και στην προτίμηση εμείς να είμαστε όχι οι υπεύθυνοι μόνο, αλλά οι αποκλειστικοί διαχειριστές της ζωής μας.
Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία Του, δείχνει στους ανθρώπους του καιρού Του, αλλά και κάθε εποχής, ότι εύκολα βλέπουμε τους άλλους ως αμαρτωλούς, γιατί έχουμε περιορίσει την το περιεχόμενο της αμαρτίας σε πράξεις και σκέψεις, κάποτε στην λογική του «δεν πειράζει, άνθρωποι είμαστε»  και κάποτε στην λογική της αυτοδικαίωσης. Αφού δεν κάνω όπως οι αμαρτωλοί, είμαι εντάξει. Ξεπέρασα την αμαρτία. Ο Χριστός δείχνει ακόμη ότι οι συμπεριφορές των αμαρτωλών είναι ακριβώς σ’  αυτήν την λογική. Ανταποδίδουν στα ίσια ό,τι τους δίνεται. Είναι πρόθυμοι να συνδράμουν τους ομοίους τους. Λειτουργούν στην προοπτική του δούναι και λαβείν. Κάποτε, μάλιστα, είναι πολύ καλύτεροι από όσους αυτοδικαιώνονται, φαντασιούμενοι ότι δεν έχουν αμαρτίες. Διότι αυτοί έχουν ξεχάσει ότι κλειδί της πίστης στον Θεό είναι να δίνεις εκεί που δεν περιμένεις να πάρεις.
Πόσο ανοιχτοί είμαστε ως χριστιανοί σε εκείνους οι οποίοι δεν έχουν να μας δώσουν; Δεν είναι μόνο η υλική ανταπόδοση. Ένα ευχαριστώ, κάποτε ένα βλέμμα είναι σημάδια που αρκούν για να μοιραστούμε με χαρά. Κάποτε δεν υπάρχουν ούτε αυτά. Κληθήκαμε όμως να συναισθανόμαστε ότι όπως ο Θεός προσέλαβε την φύση μας, χωρίς να περιμένει ούτε ένα σημείο από εμάς, έτσι κι εμείς καλούμαστε να εμπιστευθούμε τον λόγο και το παράδειγμά Του και με ταπεινότητα και αγάπη να δώσουμε, ό,τι και όσο μπορούμε.
«Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη», λέει ο ποιητής (Δ. Σολωμός). Δεν κουράζεται η καλοσύνη, η οποία μας βγάζει από την αίσθηση ότι είμαστε δίκαιοι, αλλά και από την κρυμμένη αμαρτωλότητα, την οποία θέλουμε να αγνοούμε. «Η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών», λέει ο Απόστολος (Α’ Πέτρ. 4,8).  Η καλοσύνη κάνει την καρδιά να αγαπά, αλλά και η αγάπη δίνει κουράγιο στην καλοσύνη.
Είμαστε όμοιοι με τους αμαρτωλούς σε όλα, γιατί κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε. Λυγίζουμε όταν βλέπουμε ότι η πίστη δεν μας κάνει να νικούμε όπως θα θέλαμε, αλλά, νικημένοι, να είμαστε νικητές με τον τρόπο που ο Χριστός μάς διδάσκει. Η δύναμή μας φτάνει μέχρι την ελπίδα της ανταπόδοσης. Η πίστη μάς κάνει να πάμε στο επόμενο σκαλί. Δώσε και μην υπολογίζεις ότι θα πάρεις. Κράτα την καρδιά σου ανοιχτή στην συγχώρεση, στην υπομονή, στην ταπεινότητα. Στον Χριστό που μας αγαπά. Κι Εκείνος θα στηρίξει.
Η Εκκλησία προσπαθεί να αποδείξει και στους καιρούς μας ότι δεν είναι ίδια με τον αμαρτωλό κόσμο. Μεταχειρίζεται όμως όλους τους τρόπους του κόσμου, κάποτε χάνοντας το αλάτι της εμπιστοσύνης σ’ Αυτόν που μας λέει: «Μην περιμένετε!». Φοβάται να δείξει την αμαρτία που υπάρχει στον κάθε άνθρωπο, επομένως και σε όλους όσους ανήκουμε σ’   Αυτήν. Ότι, σαν να αμφιβάλλουμε για τον λόγο και το παράδειγμά Του, παίζουμε στα σίγουρα, στο γήπεδο της ανταπόδοσης. Το νόημα όμως βρίσκεται στην έξοδο στο μονοπάτι του «δεν περιμένω»! Κι Εκείνος θα ρίχνει το φως Του, όταν ο φόβος της μοναξιάς, της αδικίας, αλλά και της αδυναμίας να νικήσουμε τον εαυτό μας θα μας περιτριγυρίζει.

Κέρκυρα, 30 Σεπτεμβρίου 2018