7/13/19

ΟΥΤΩ ΛΑΜΨΑΤΩ ΤΟ ΦΩΣ


«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16)
«Έτσι να λάμψει το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας»



Μία από τις λέξεις που χρησιμοποιεί  ο Χριστός, τόσο για τον εαυτό του, όσο και για μας τους ανθρώπους είναι το «ΦΩΣ». Δεν είναι μόνο ότι ονομάζει τον ίδιο «φως του κόσμου». Είναι ότι ζητά και από εμάς να λάμψει το φως μας μπροστά στους ανθρώπους. Ο καθένας μας, εάν θέλει να είναι χριστιανός, καλείται να είναι και να έχει φως, το οποίο δεν θα κρυφτεί, αλλά θα λάμπει μπροστά στους ανθρώπους.
Να είμαστε φως! Σωματικά και ψυχικά να κάνουμε τους άλλους να αισθάνονται ότι υπάρχει χαρά και ελπίδα βλέποντάς μας και συναναστρεφόμενοι μαζί μας. Να μην αποπνέουμε μιζέρια, θανατίλα, εγκλωβισμό στο εγώ μας, αλλά χαρά και προθυμία. Να εκφράζουμε ένα ήθος υπέρβασης του θανάτου κάθε μορφής. Στις δυσκολίες, στις ήττες, στις αποτυχίες. Ακόμη και στις μεγάλες δοκιμασίες, όχι να είμαστε αναίσθητοι, αλλά να μην μένουμε στο «τώρα». Να μπορούμε να προχωρούμε παρά πέρα. Στο ότι ο Θεός μας αγαπά, μας βλέπει, μας συμπονά και ότι ακόμη κι αν μας αφήνει να δοκιμαστούμε, δεν μας παραδίδει στην μοναξιά της απελπισίας. Αλλά και στην καθημερινότητα της ζωής, ένα ήθος αγάπης, όρεξης για ζωή και κοινωνία, η μετοχή στην συνάντηση κάνει τον χριστιανό να είναι φως. Αυτό αποτυπώνεται στο πρόσωπο, στο χαμόγελο, στο μέτρο, στην αυστηρότητα που δεν φοβίζει, αλλά ισορροπεί, σε μία αυθεντικότητα ύπαρξης. Στην χαρά της συναναστροφής!
Να έχουμε φως! Να μην αισθανόμαστε αυτόφωτοι και αυτάρκειας, αλλά να αντλούμε το φως από την πίστη, τους αγίους, την ζωή της  Εκκλησίας. Αλλά και από τον καθέναν άνθρωπο, ακόμη κι απ’ αυτούς που μοιάζουν παραδομένοι στο σκοτάδι, μπορούμε να αντλήσουμε ιδέες, να ενεργοποιήσουμε την κριτική μας ικανότητα, όχι για να απορρίψουμε τα πρόσωπα, αλλά για να μην μιμηθούμε τις πράξεις τους, την αμαρτία, και την ίδια στιγμή να γίνεται η στάση των άλλων αφορμή για να θυμόμαστε τα δικά μας λάθη, τις δικές μας αποτυχίες, τις παγίδες στις οποίες πέσαμε, κάποτε ξεκινώντας και από καλές προθέσεις. Να έχουμε φως σημαίνει να καλλιεργούμε τον εαυτό μας, όχι μόνο με την άσκηση, την νηστεία, την προσευχή, αλλά και με την μελέτη. Να διαβάζουμε λόγο αγαθό, από όπου κι αν προέρχεται, για να μην ψηλώνει ο νους μας από την οίηση του τι έχουμε και ποιοι είμαστε, αλλά, βλέποντας σοφία και δημιουργικότητα, να παίρνουμε παραδείγματα.
Να είμαστε και να έχουμε φως! Αυθεντικότητα τέτοιας προσωπικότητας και ζωής στην πληρότητά της μόνο στην Εκκλησία μπορούμε να βρούμε! Παράδειγμά μας οι Πατέρες που συγκρότησαν τις Οικουμενικές Συνόδους και την ίδια στιγμή έζησαν και μοιράστηκαν το φως που έλαβαν μέσα από τη σχέση με τον Χριστό, την πίστη, την καλλιέργεια τόσο στην θεολογία όσο και στην θύραθεν σοφία. Ιδιαίτερα η τελευταία τους επέτρεψε να διακρίνουν με λεπτότητα τα όρια της αλήθειας και της αίρεσης. Να δούνε έναν πολιτισμό χωρίς σαρκωμένο Θεάνθρωπο, όπου οδηγούσαν δοξασίες, όπως ο μονοφυσιτισμός! Να κατανοήσουν ότι ο Χριστός προσέλαβε και το σώμα και την ψυχή μας, για να τα θεώσει αμφότερα! Ότι η ελπίδα δεν είναι μόνο για την αιωνιότητα, αλλά και γι’ αυτήν την ζωή. Ότι η αλλαγή περιλαμβάνει τον όλο άνθρωπο, που καλείται να είναι και να έχει φως, νικώντας την αμαρτία, που παραχαράσσει την ελπίδα και την αγάπη!
Σε έναν κόσμο όπου αγαπάμε περισσότερο το σκοτάδι, όπου την χαρά την αναζητούμε συχνά στην νύχτα και όχι στην ημέρα, όπου η αμαρτία βαφτίζεται δικαίωμα και αρετή, ο Χριστός εξακολουθεί να μας προτρέπει μαζί Του να γίνουμε και να δίνουμε φως! Και στα έργα μας οι άνθρωποι να στέκονται δοξάζοντας όχι εμάς, αλλά τον Θεό! Να βρίσκουν τελικά σε μας την οδό που οδηγεί στον Χριστό ως Φως, τόσο αυτής όσο και της αιώνιας ζωής!

Κέρκυρα, 14 Ιουλίου 2019
Των Αγίων Πατέρων
της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου

7/10/19

ΗΧΟΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ Η’ ΠΕΡΙ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ...



           Καλοκαιρινό δειλινό. Στην ακροθαλασσιά σε ένα πανέμορφο τόπο λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα. Ο ήχος της θάλασσας μοναδικός. Η γαλήνη του τοπίου, το «ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού»  και το « ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας». Μια παρέα παιδιών πλησιάζει. Εφηβεία. Πρόσωπα χαρούμενα. Κι εκεί που νοσταλγείς την νιότη που περνά, ένα κορίτσι βγάζει ένα κινητό κι ένα ηχείο. Πάει ο ήχος του κύματος. Ένα αμερικάνικο χιπ χοπ καταπίνει όλες τις εικόνες. Τι να πεις;
                Δεν μιλάμε οι μεγαλύτεροι την γλώσσα των νεώτερων. Αυτονόητο. Χάσμα γενεών. Πάντα έτσι συνέβαινε. Πώς όμως έχουμε φτάσει οι νεώτεροι να μην μπορούν να χαρούν τίποτα από τον κόσμο, αλλά να έχουν μόνο τον νου τους στον δικό τους κόσμο; Να μην μπορούν να απολαύσουν το τοπίο, τις εικόνες του, την φύση, την μοναδικότητα της στιγμής, αλλά να αισθάνονται ότι περνάνε καλά μόνο με το «εγώ» τους, με την μοντερνιά, με τους ήχους που μπορούν να βρούνε παντού; Το ίδιο δεν συμβαίνει όταν δεν μπορείς να χαρείς την στιγμή, αλλά να έχεις στον νου σου πώς θα την απαθανατίσεις στο κινητό σου και την ίδια στιγμή πώς θα την ποστάρεις, θα την στείλεις σε οικείους σου, θα δείξεις ότι περνάς καλά χωρίς να αφοσιώνεσαι στο βίωμά σου;
                Αφοσίωση. Ίσως η λέξη-κλειδί. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι δυσκολευόμαστε να αφοσιωθούμε σε οτιδήποτε. Σε πρόσωπα, σε σχέσεις, σε εργασία, σε σκοπούς, σε προσπάθειες, ακόμη και σε προσανατολισμούς ζωής. Η αφοσίωση φέρει πλήξη. Η αφοσίωση προϋποθέτει κόπο και επιμονή. Στοχοθεσία και μελέτη σε βάθος χρόνου. Εμπιστοσύνη. Ανάσταση στις πτώσεις. Αντοχή στην λύπη. Αλλά και δουλειά με τον εαυτό μας. Εσωτερίκευση των μηνυμάτων, των εικόνων, των προοπτικών. Την ίδια στιγμή η αφοσίωση προϋποθέτει συναισθήματα πέραν του εφήμερου. Για να νιώσεις, χρειάζεται να ασκηθείς στο να συνδυάζεις νου, καρδιά, θέληση. Να μπορείς να ελέγξεις, αλλά και να αφεθείς. Να ταπεινωθείς αποδεχόμενος ότι η διάρκεια θέλει πάλη, αλλά και να νικήσεις το πρόσκαιρο «δεν μπορώ».
                Την ίδια στιγμή στην όποια σχέση η αφοσίωση προϋποθέτει την απόφαση για σταθερότητα. Τα πρότυπα του πολιτισμού μας όμως δεν την επιτρέπουν! Η σταθερότητα συγκρούεται με το δικαίωμα της αλλαγής, της ανανέωσης. Σταθερότητα σημαίνει προοπτική γήρανσης. Η αλλαγή είναι σημάδι ότι παραμένουμε νέοι! Το παιχνίδι δεν παίζεται στο γήπεδο της αγάπης, αλλά των δικαιωμάτων. Και η αφοσίωση εκεί έχει ηττηθεί.
                Ρωτήσαμε το κορίτσι με το κινητό και το ηχείο γιατί δεν απολαμβάνει τους ήχους της θάλασσας και την ομορφιά του τοπίου. Χαμογέλασε αμήχανα. Ψέλλισε κάτι: «ωραία είναι, αλλά βαριέμαι. Δεν με ενδιαφέρει. Το τραγούδι είναι πιο δικό μου». Μια άλλη αφοσίωση βγήκε μέσα από την κουβέντα. Αυτή στο εφήμερο. Αυτή που εξασφαλίζει την αποδοχή από τους συνομήλικους. Το να είναι όπως όλοι. Δεν έχει εύκολα υπαρξιακές αναζητήσεις η γενιά των νεώτερων. Δεν προλαβαίνει. Γι’  αυτό κι όταν έρχεται η ώρα να παλέψει, να δώσει εξετάσεις, να ερωτευτεί, ενώ διψά για σταθερότητα και για καλά αποτελέσματα, ενώ ξέρει τον τρόπο που είναι η αφοσίωση, δυσκολεύεται. Το «εγώ» που θέλει να κάνει ό,τι του αρέσει νικά.
                Αναρωτηθείτε: άραγε ο τρόπος της Εκκλησίας δεν έχει πολλά να δείξει;

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Ιουλίου 2019

7/5/19

Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΟΙ




«Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα και αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεός οὓτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» (Ματθ. 6, 30)
«Αν ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει και αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι;»


            Μία από τις μεγαλύτερες αγωνίες που έχουμε οι άνθρωποι είναι το να ελέγξουμε την ζωή μας, να κρατάμε τα πάντα στα χέρια μας. Δεν είναι μόνο θέμα επιβίωσης ή εγωισμού. Είναι κυρίως θέμα φόβου. Φοβόμαστε για τον χρόνο που έρχεται. Φοβόμαστε για τον κόπο που έχουμε καταβάλει ότι θα πάει χαμένος. Φοβόμαστε τους άλλους, ότι μας επιβουλεύονται και ότι δεν θα καταφέρουμε να κρατήσουμε όσα έχουμε. Φοβόμαστε την αρρώστια, την δοκιμασία, τον θάνατο και πείθουμε τον εαυτό μας ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα, όσα περνούν από το χέρι μας, για να ζήσουμε.
Στους καιρούς μας φοβόμαστε συνήθως για τα  αγαθά μας, γι’ αυτά που έχουμε, γι’ αυτά που θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, γι’ αυτά που νομίζουμε ότι μας ταιριάζουν, που τα δικαιούμαστε. Φοβόμαστε ότι δεν θα έχουμε όσα οι άλλοι, κι εδώ λειτουργεί η ζήλεια. Φοβόμαστε ότι ενώ πιστεύουμε στον Θεό, εντούτοις Εκείνος θα επιτρέψει να δοκιμαστούμε ή ήδη επιτρέπει και η πίστη μας θα είναι μάταιη. Κι ενώ θέλουμε μέσα από την πίστη μας να εξασφαλιστούμε και όσο δοκιμαζόμαστε περισσότερο πιστεύουμε, εντούτοις οι λογισμοί της αμφιβολίας, της ολιγοπιστίας μας ταλαιπωρούν.
Αν ρωτήσουμε όσους πιστεύουν στον Θεό για ποιο λόγο έχουν κάνει αυτήν την επιλογή, μία από τις αιτίες είναι η ασφάλεια, η υπέρβαση του φόβου. Ο φόβος είναι και υπαρξιακός και κοινωνικός. Η σχέση με τον Θεό καταλαγιάζει τον φόβο. Κάποτε όμως δεν είναι αρκετή, όταν νοούμε την πίστη είτε ως απόφαση του νου είτε ως εκπλήρωση συμφέροντος είτε ως καταφυγή σε μια Ανώτερη δύναμη. Για την Εκκλησία η πίστη είναι καρπός αγάπης προς τον Θεό και «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α ’Ιωάν. 4, 18). Αυτός που παλεύει να αγαπήσει τον Θεό, να αφεθεί δηλαδή στο θέλημα και την πρόνοιά Του, αυτός που βάζει την σχέση με τον Θεό ως προτεραιότητα στην ζωή του, αυτός που βλέπει στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου τον Θεό και βοηθά με τον τρόπο που μπορεί, αυτός που εμπιστεύεται τον Θεό όπως το παιδί τον πατέρα, όχι από συμφέρον λλά από αγάπη, τότε έχει βρει τον δρόμο να νικήσει την ολιγοπιστία.
Δεν είναι κακό κάποιος να κάνει ό,τι μπορεί για να προχωρήσει στην ζωή του. Να παλέψει για το καλύτερο. Να έχει όνειρα. Να εργάζεται ώστε οι φόβοι που είναι ανθρώπινοι να περιορίζονται. Να χρησιμοποιεί τα ανθρώπινα μέσα, μένοντας βεβαίως στην εντιμότητα και στον σεβασμό για τον άλλο, ώστε να προχωρήσει. Όμως το να μένει ταπεινός, να έχει αποδεχτεί στην ψυχή και την καρδιά του ότι το θέλημα του Θεού είναι πιο πάνω από τη δική του προσπάθεια και να αφήνεται στην σχέση με τον Θεό με μια καρδιακή παιδικότητα είναι η αληθινή παρηγοριά.
Ζούμε σε έναν πολιτισμό δύναμης και εξουσίας. Θέλουμε στις σχέσεις μας να έχουμε δύναμη και να εξουσιάζουμε τα πάντα. Ο λόγος του Χριστού ηχεί παράδοξος, κάποτε μπορεί και να ερμηνευτεί ως μία προτροπή παθητικότητας: «Μη μεριμνάτε» (Ματθ. 6, 25). Δεν λέει όμως «μην προσπαθείτε». Μας προτρέπει «πάσαν νυν βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν», να αφήσουμε κατά μέρος την αγωνία. Να κοπιάζουμε, αλλά και να στρέφουμε το βλέμμα μας στον ουρανό. Να αρκούμαστε στα όσα μας δόθηκαν σήμερα. Φτάνουν οι έγνοιες κάθε ημέρας. Γιατί αλλιώς ούτε την ζωή μας μπορούμε να χαρούμε αληθινά, ούτε να αγαπήσουμε και να εμπιστευθούμε, ούτε να πιστέψουμε. Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Ας εμπιστευθούμε Αυτόν που μας αγαπά!

Κέρκυρα, 7 Ιουλίου 2019
Κυριακή Γ’ Ματθαίου

7/3/19

Η ΖΩΗ ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ!


Ο Έλληνας Γιάννης Αντετοκούνμπο βραβεύτηκε ως ο κορυφαίος παίκτης του Αμερικανικού επαγγελματικού πρωταθλήματος μπάσκετ NBA. Καταγόμενος από μια οικογένεια μεταναστών ο Γιάννης, ο οποίος πήρε την ελληνική υπηκοότητα με πολιτικές πιέσεις, όταν φαινόταν πως θα γίνει σπουδαίος, αλλά οι γραφειοκρατικές προϋποθέσεις τον άφηναν πίσω, μας έδειξε ότι η διαφορετικότητα δεν είναι εμπόδιο για να ανήκει κάποιος σε πατρίδα, πίστη,  κοινωνία. Αρκεί να πάρει την απόφαση ότι η ζωή θέλει κόπο! Ότι δεν χρειάζεται να μένουμε στην αντίληψη των άλλων για το πρόσωπό μας, για τα χαρακτηριστικά μας, για τα στοιχεία της ύπαρξής μας, αλλά να παλεύουμε γι’ αυτό που βάζουμε στόχο και όνειρο. Να μένουμε δηλαδή ελεύθεροι, με “ψυχή στητή κι ολόρθια” και να αισθανόμαστε ότι η ιστορία του τόπου που γεννηθήκαμε ή επιλέξαμε να ζήσουμε μπορεί να μας συμπεριλάβει!
Το βλέπουμε αυτό συχνά! Γηγενείς να μην αγαπούνε την Ελλάδα. Να περιφρονούν ιστορία, θρησκευτική πίστη, παράδοση, πολιτισμό, σημαία, να θεωρούν ότι ο τόπος στον οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν δεν τους λέει κάτι πέρα από την επιβίωση! Να ξεριζώνουν από την συνείδησή τους και, κάποτε, να θέλουν να ξεριζώσουν και από την συνείδηση των άλλων, ωσάν την κολοβή αλεπού του Αισώπου, την ταυτότητα, το ανήκειν, το χτες που νοηματοδοτεί το σήμερα και γεννά βάσεις για το αύριο, αλλά και την δυνατότητα με κόπο να μπορούν να πάνε μπροστά! 
Ιδίως στην νεώτερη γενιά, η γκρίνια και η μεμψιμοιρία, απότοκα μιας κρίσης αξιακής, που οδήγησε στην οικονομική, γέννησε και την αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, το κράτος, η κοινωνία, αυτοί που δεν δίνουν ευκαιρίες, αυτοί που εκμεταλλεύονται τον κόπο όλων για ένα κομμάτι ψωμί. Δεν είναι όλες οι αιτιάσεις ψεύτικες.  Ακόμη κι έτσι όμως, η παράδοσή μας έχει δύο φράσεις σπουδαίες: “ψηλά το κεφάλι και δουλειά” και “συγχώρα και προχώρα”! Όταν αισθανόμαστε ότι γνώμονας για να προχωρήσουμε στην ζωή, μέσα από τις όποιες αντιξοότητες του περιβάλλοντος και του καιρού, είναι η αξιοπρέπεια, ο κόπος, η προσαρμογή, η δίψα ελευθερίας, η επιμονή και η υπομονή, σε συνδυασμό με την πίστη στον Θεό και την πρόνοιά Του για τον καθέναν μας, τότε έχουμε κάνει το βήμα να μην λυγίσουμε! Όταν οι άλλοι, ακόμη και στην κακία και την απόρριψη της διαφορετικότητάς μας, είναι αφορμή για να πεισμώσουμε, να μην καταθλιβούμε, αλλά να αγωνιστούμε για να δείξουμε τα καλύτερα της καρδιάς και της ψυχής μας, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε!
Η ζωή θέλει κόπο! Ο Έλληνας το ήξερε από την αρχή της παρουσίας του στον κόσμο! Κόπο για να υποτάξει την γη, το άγονο να το κάνει γόνιμο! Κόπο να παλέψει και να νικήσει την θάλασσα, να μην φοβηθεί την περιπλάνηση ως Οδυσσέας και να γνωρίσει πόλεις και νοοτροπίες, αλλά και να γεννήσει πλούτο! Κόπο να κρατήσει την ελευθερία από τις επιβουλές! Κόπο να χτίσει φιλοσοφία και πολιτισμό που ξεπερνούν την καθημερινότητα! Κόπο να βρει νόημα αγάπης, αιωνιότητας, νίκης κατά του θανάτου! Κόπο να χτίσει πόλεις και κοινότητες στις οποίες η αλήθεια δεν είναι ατομικό κατόρθωμα αλλά γεγονός κοινωνίας! Κόπο να καλλιεργήσει τα χαρίσματα! Κόπο να πει ναι στον Θεάνθρωπο που μεταμόρφωσε το ωραίο σε φιλοκαλία! 
Ο Έλληνας Γιάννης, που είναι παγκόσμιο φαινόμενο, μας δείχνει δρόμους ζωής! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 3 Ιουλίου 2019

7/2/19

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ! - ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ, «ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ»


ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ! - ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ, «ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ», μτφρ. Φωτεινή Μεγαλούδη, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ - ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 32



                Υπάρχουν μυθιστορήματα τα οποία έχουν σημαδέψει την νιότη των παλαιότερων από μας. Ένα από αυτά είναι ο περίφημος « Όλιβερ Τουίστ» του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα Κάρολου Ντίκενς. Αν τον διαβάσαμε στα «Κλασικά Εικονογραφημένα» ή στις παιδικές διασκευές, ίσως τον θεωρήσουμε παιδικό ή εφηβικό μυθιστόρημα. Ο «Όλιβερ Τουίστ»  όμως είναι ένα μυθιστόρημα για όλες τις ηλικίες και ιδιαίτερα για τους μεγάλους. Δεσπόζει μία βασική ιδέα, γύρω από την οποία ο Ντίκενς στήνει μαεστρικά τους ήρωές του:  το πέρασμα από τον θάνατο στην ζωή. Όλο το μυθιστόρημα είναι μία σπουδή στο πώς η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί να παραμείνει στο σκοτάδι του θανάτου, όχι κατ’  ανάγκην του σωματικού- βιολογικού μόνο, ή πώς μπορεί να βγει με μία σκέψη, με μία πράξη, με μία κίνηση. Αυτό το πέρασμα περιλαμβάνει κόπο, αγωνία, πισωγυρίσματα, συχνά είναι για λίγο διότι είτε οι περιστάσεις είτε οι εμμονές είτε τα συναισθήματα δεν επιτρέπουν την διάρκεια, αλλά όλοι οι ήρωες το ζούνε, έχουν ευκαιρίες. Κλειδί του περάσματος η Αγάπη. Η εκζήτηση της ευσπλαχνίας, ένα αίσθημα ταπεινότητας, ότι δεν εξαρτάται τίποτε από τον άνθρωπο, αλλά το ήθος κάποια στιγμή θα δώσει την έξοδο από τον θάνατο την ανάσταση.
                Παντού κρύβεται μία αδιόρατη παρηγοριά από την παρουσία του μεταφυσικού. «Πώς θυμόντουσαν τα δύο ορφανά, δοκιμασμένα το ίδιο από την ατυχία, τα μαθήματα που τους είχε δώσει η ζωή με το  να δείχνουν συμπόνια στους άλλους και αγάπη μεταξύ τους, αλλά και σ’  Εκείνον που τα είχε προστατέψει και βοηθήσει! Όλα αυτά είναι πράγματα που δεν χρειάζεται να ειπωθούν. Ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι! Χωρίς μεγάλη τρυφερότητα και ανθρωπιά στην καρδιά και ευγνωμοσύνη προς το Ον που ο νόμος του είναι η Ευσπλαχνία (Mercy) και το κυριότερο χαρακτηριστικό του η καλοσύνη για όλα τα πνεύματα που αναπνέουν, δεν μπορεί να βρει κανείς την ευτυχία» (Β’  μέρος, σελ. 339).
                Ο Ντίκενς είναι μάστορας της ανθρώπινης ψυχής. Λειτουργεί με ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, περιγράφοντας πριν τον Ντοστογιέφσκι την ψυχολογία του δολοφόνου Σάικς, ο οποίος έχει αρνηθεί να βγει από τον θάνατο του κακού, από τον θάνατο της απανθρωπιάς, από τον θάνατο του μίσους για την κοινωνία, όχι κατ’  ανάγκην ταξικού, όταν η Νάνσυ, μία από τις πιο συγκλονιστικές γυναικείες φιγούρες στην παγκόσμια λογοτεχνία, του έχει προτείνει να φύγουν από την κόλαση που ζούνε όσον αφορά στην ζωή του υποκόσμου και της εγκληματικότητας, και να ψάξουν στον έρωτα τον παράδεισο και αυτός την δολοφονεί. «Κάθε αντικείμενο μπροστά του, αληθινό ή σκιά, ακούνητο ή κινούμενο, έπαιρνε την μορφή κάποιου φοβερού τέρατος. Αλλά αυτοί οι φόβοι δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αίσθηση που τον κυνηγούσε από το πρωί, την απαίσια μορφή που τον ακολουθούσε από κοντά. Μέσα στο σκοτάδι διέκρινε τη σκιά της, έβλεπε το περίγραμμά της με κάθε λεπτομέρεια, άκουγε το μονότονο και βαρύ περπάτημά της...αποφασισμένος να  παλέψει με το φάντασμα και να το νικήσει, ακόμη κι αν αυτό θα οδηγούσε στον δικό του θάνατο...ας μην πει κανείς ότι οι δολοφόνοι γλιτώνουν από την δικαιοσύνη και κανείς να μη σκεφτεί ότι η θεία πρόνοια δεν φροντίζει για όλα. Μέσα σε ένα λεπτό τέτοιας αγωνίας και φόβου ο άνθρωπος αυτός είχε ζήσει είκοσι βίαιους θανάτους»  (Β’ Μέρος, σελ. 263-264).
                Αλλά και άλλες μορφές, όπως το ζευγάρι Μπαμπλ, οι οποίοι δείχνουν ως υπεύθυνοι ης ενοριακής φιλανθρωπίας ότι στο όνομα και της θρησκείας οι άνθρωποι πολλές φορές αναδεικνύουν τα εξουσιαστικά τους συμπλέγματα και λησμονούν να είναι άνθρωποι προκειμένου να απολαύσουν τα προνόμια της θέσης τους, τα οποία όμως έτσι κι αλλιώς θα τους καταξίωναν στις καρδιές των συνανθρώπων τους, εάν τα συνδύαζαν με τον ανθρωπισμό. «Αν βγάλεις από τον επίσκοπο τα άμφιά του ή από τον επίτροπο το τρίκωχο καπέλο του και τις χρυσαφιές δαντέλες του, τότε τι θα μείνει; Άνθρωποι, μόνο οι άνθρωποι. Η αξιοπρέπεια, και η αγιότητα ακόμη, είναι μερικές φορές θέμα σακακιού και γιλέκου περισσότερο από ό,τι φαντάζονται κάποιοι άνθρωποι» (Β’ Μέρος, σελ. 111).
                Ο μικρός Όλιβερ Τουίστ είναι ο πρωταγωνιστής. Μεγαλώνει στην αθλιότητα του πτωχοκομείου- ορφανοτροφείου, στο οποίο ένα δεύτερο πιάτο σούπα στα πεινασμένα παιδιά θεωρούνταν επανάσταση, ζει την μοναξιά του να κοιμάται ανάμεσα στα φέρετρα και τρεφόμενος με τα αποφάγια του κρέατος, τα οποία ούτε τα σκυλιά δεν τα τρώνε, να θεωρείται έτοιμος να οδηγηθεί στην κρεμάλα («τον παραταΐσατε, κυρία μου. Τον κάνατε να αποκτήσει ψεύτικη ψυχή και δύναμη, κυρία μου, κι αυτά τα πράγματα δεν ταιριάζουν σε κάποιον που είναι στη θέση του. Τι σχέση έχουν οι φτωχοί με τη ψυχή και το θάρρος; Και που τους αφήνουμε να είναι ζωντανοί, παραείναι αρκετό. Αν ταΐζατε το παιδί με χυλό, κυρία μου, κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε ποτέ... αυτό είναι αποτέλεσμα της γενναιοδωρίας μας» - Α’ Μέρος, σελ. 92), που θα αρνηθεί να γίνει κλέφτης στην συμμορία του Εβραίου Φάγκιν, που θα γλιτώσει δύο φορές χάρις στην αγάπη και την ευσπλαχνία ανθρώπων της αστικής τάξης, οι οποίοι δεν βλέπουν με βάση τα φαινόμενα, αλλά με βάση την καρδιά, και θα κερδίσει ό,τι η κακία του στέρησε:  ένα σπίτι με ανθρώπους τον νοιάζονται, ένα μερίδιο σε μια περιουσία που την υπεξαίρεσαν συγγενικά του πρόσωπα, κυρίως όμως την ακεραιότητα του να λες ΟΧΙ στο κακό!   Γιατί αυτή είναι μία από τις φράσεις κλειδιά του μυθιστορήματος: το ΟΧΙ στο κακό. «Δεν μπορεί ο Όλιβερ με την θέλησή του να είναι συνέταιρος με τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας... δεν μπορεί να τον έχει κερδίσει το κακό!» (Β’ Μέρος, σελ. 28 και 30)
Δεν είναι τυχαία η επιλογή του Ντίκενς να έχει ένα παιδί για πρωταγωνιστή. Σκοπός της ζωής του μεγάλου συγγραφέα ήταν να στηλιτεύσει την κακοποίηση των παιδιών στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης της βικτωριανής Αγγλίας.  Στα χρόνια της νεωτερικότητας, η οποία όμνυε σε φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο στα δικαιώματα του ανθρώπου, αλλά δεν είχε καταφέρει να κινητοποιήσει επαρκώς την κοινωνία στον αγώνα κατά της φτώχειας, της αδικίας, της εκμετάλλευσης των παιδιών, των γυναικών, των εργατών, ο Ντίκενς, ο οποίος γράφει τον «Όλιβερ Τουίστ» στα 25 του χρόνια (1837), χωρίς να είναι ούτε σοσιαλιστής, ούτε κομμουνιστής, ούτε κοινωνικός αγωνιστής, επιλέγει να είναι άνθρωπος. Εμφορούμενος από κοινωνιοκεντρικές ιδέες δεν μπορεί να δεχτεί μία κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει ισότητα ευκαιριών, στην οποία οι πλουσιότεροι δεν θα έχουν ανθρωπιά, αγάπη και διάθεση για συμπαράσταση στους αδύναμους, ενώ, χωρίς να αρνείται την ισοπεδωτική πολλές φορές λειτουργία του κακού στις καρδιές των ανθρώπων, ιδίως των περιθωριοποιημένων, εμφορούμενων από ένα πνεύμα εκδίκησης εναντίον των εχόντων και κατεχόντων, εντούτοις παραμένει συγκρατημένα αισιόδοξος. Αν υπάρχει αποφασιστικότητα, μπορεί ο άνθρωπος να βγει από τον θάνατο του κακού στην ζωή. Αλλά ακόμη και λίγο να προσπαθήσει, θα αφήσει αχτίδα αισιοδοξίας! Το κακό κυβερνά πολλούς, όχι όμως όλους!
Λίγο πριν τη τελική δικαίωσή του ο Όλιβερ θα δώσει για μια ακόμη φορά την απάντηση του μεγάλου συγγραφέα στο αίτημα για αλλαγή της ποιότητας ζωής και σκέψης του ανθρώπου. Ο Όλιβερ θα σκεφτεί τον φίλο του στο ορφανοτροφείο, τον Ντικ, και θα ζητήσει από την νέα οικογένειά του τα εξής απλά: «Θα τον πάρουμε από δω και θα τον ντύσουμε καλά, θα τον μάθουμε γράμματα και θα τον στείλουμε σε ένα ήσυχο μέρος στην εξοχή για να δυναμώσει και να είναι καλά» (Β’ Μέρος , σελ. 317). Η παιδεία είναι η βάση για μια άλλη ποιότητα ζωής! Μαζί και η πίστη στον Θεό που γεννά αυθεντική ανθρωπιά! «Αφήστε με να πω μια προσευχή», λέει ο Όλιβερ μπροστά στον προς εκτέλεση Φάγκιν, δείχνοντας το μεγαλείο της ψυχής που αγαπά και συγχωρεί (Β’ Μέρος, σελ. 331).
Έχουμε ανάγκη να ξανασπουδάσουμε τους κλασικούς και της Ελλάδας και της Ευρώπης, να εντρυφήσουμε στο ήθος που μας προτείνουν  και να βγούμε από τον εγκλωβισμό στην αυτάρκεια του ατομικού!   


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 2 Ιουλίου 2019

6/29/19

ΩΣ ΠΡΟΒΑΤΑ ΜΗ ΕΧΟΝΤΑ ΠΟΙΜΕΝΑ




«Ἱδών δέ ὁ Ἰησοῦς τούς ὄχλους ἐσπλαχνίσθη περί αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καί ἐρριμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. 9, 36)
«Όταν είδε ο Ιησούς τον κόσμο, τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήσαν ταλαιπωρημένοι και εγκαταλελειμμένοι, σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα».



            Μεγάλη η συζήτηση στις μέρες μας για την απουσία ηγεσίας. Δεσπόζει το πρότυπο της διαχείρισης. Ο κόσμος ζητά χαρισματικούς ανθρώπους, που θα βγούνε μπροστά, που θα τον οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον, στηριγμένο από την μία στην ιδιοπροσωπία, την ταυτότητα των πολλών και από την άλλη στην έμπνευση να σταθούμε ενάντια στο ρεύμα, κόντρα στον καιρό, κόντρα στους ισχυρούς της γης, σε αυτούς που ρυθμίζουν τις ζωές μας. Ο κόσμος ζητά ηγέτες οι οποίοι θα τον κινητοποιήσουν. Θα τον κάνουν να κρέμεται από τα χείλη τους. Θα αναγνωρίζουν σ ’αυτούς την δύναμη των επιχειρημάτων, την γοητεία της προσωπικότητας, τον παλμό και το μεράκι, την αυταπάρνηση, το χαμόγελο και, συνάμα, την σοβαρότητα που απαιτεί η θέση του επικεφαλής. Και είναι πανθομολογούμενη η απουσία ηγεσίας σε όλους τους θεσμούς. Ακόμη και στην Εκκλησία.
            Ο διαχειριστής ασχολείται με τα τρέχοντα. Στην καλύτερη περίπτωση καταφέρνει να νοικοκυρέψει τα πράγματα και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Κάποτε χρειάζεται και η προσφορά του διαχειριστή είναι σημαντικότερη από όσο φαίνεται. Ο διαχειριστής όμως συνήθως ακολουθεί τα προγράμματα άλλων. Ενώνει κοντά του αυτούς που αγαπούν την εξουσία, αυτούς που αντλούν δύναμη από τον χώρο στον οποίο είναι ενταγμένοι, και όχι από την προσωπικότητα, την παιδεία, την γνώση, την αγάπη που οι ίδιοι συχνά δεν διαθέτουν επαρκώς. Ο διαχειριστής είναι αναλώσιμος. Όταν επιτελέσει το έργο του, το σύστημα τον αλλάζει.
            Υπάρχει και ο δημαγωγός ηγέτης. Αυτός που εξαπατά. Αυτός που αξιοποιεί χαρίσματα και συγκυρίες για την δική του δόξα. Παρασύρει, αλλά δεν οδηγεί σε δρόμους αυθεντικούς. Χρησιμοποιεί τους πολλούς για την δική του εξουσία, γιατί ουσιαστικά δεν αγαπά κανέναν αλλά μόνο τον εαυτό του. Κι ενώ συγκινεί, κάποια στιγμή η αλήθεια αποκαλύπτει το πρόσωπό του.
            Πρότυπο ηγέτη μας δίνει ο Χριστός. Καθώς βλέπει τον λαό να πορεύεται σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα, χωρίς καθοδήγηση, τον σπλαχνίζεται. Και καλεί τους δώδεκα μαθητές του, δίδοντάς τους την δύναμη να γίνουν οι επικεφαλής του λαού. Χαρακτηριστικά των αποστόλων ως ηγετών είναι, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Το να μπορούν να διακρίνουν τις επιρροές του κακού διά των δαιμονικών πνευμάτων, τα οποία επηρέαζαν τους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι οι μαθητές έκριναν την ζωή των ανθρώπων με βάση τις εντολές του Ευαγγελίου, έβλεπαν τους λογισμούς των καρδιών, καταλάβαιναν πού ο διάβολος επηρέαζε τις ψυχές, αλλά και έλαβαν την δύναμη να θεραπεύουν με την προσευχή και την χάρη του Θεού αρρώστιες  και αδυναμίες που έκαναν τους ανθρώπους να λιγοψυχούν και να αρνούνται τον Θεό, ζώντας έτσι τον πνευματικό θάνατο. Ακόμα ο Χριστός τους δίνει εντολή αρχικά να ξεκινήσουν από τους δικούς τους, τους συντοπίτες τους, το σπίτι τους. Να μιλήσουν για το Ευαγγέλιο και τον Ίδιο στους συμπατριώτες τους. Μετά την Ανάσταση η πορεία θα είναι σε όλη τη ανθρωπότητα. Ο πρώτος τρόπος συνάντησης θα στηριζόταν στον λόγο, ότι δηλαδή ήρθε η Βασιλεία του Θεού, ήρθε η Εκκλησία, ότι οι άνθρωποι δεν είναι μόνοι τους, ότι εκπληρώθηκαν οι προφητείες και ότι η Αλήθεια βρίσκεται στο πρόσωπο του Χριστού. Η συνάντηση όμως θα περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, τους περιθωριακούς, τους καταραμένους, τους διαφορετικούς για εκείνη την εποχή. Και όλα να γίνονται δωρεάν. Χωρίς αμοιβή. Χωρίς οικονομικές προϋποθέσεις, αλλά ως έκφραση αγάπης.
            Αναζητούμε ηγέτες που να διακρίνουν τι είναι πραγματικά καλό και τι όχι στην ζωή μας και να έχουν το θάρρος να μας το πούνε; Αναζητούμε ηγέτες που μας δείχνουν ότι η ιδιοπροσωπία μας  έχει και αδυναμίες που χρειάζονται θεραπεία;  Αναζητούμε ηγέτες που να πιστεύουν στον Θεό; Αναζητούμε ηγέτες που να έχουν λόγο,  που να σπάνε προκαταλήψεις, που να αγκαλιάζουν όλους τους ανθρώπους, που να έχουν αφιέρωση και αυταπάρνηση, που να μην κοιτούνε το δικό τους συμφέρον αλλά τις ανάγκες των ανθρώπων για ζωή κι αλήθεια;
            Πώς μπορούν να γεννηθούν τέτοιοι ηγέτες; Με την αυθεντικότητα της πίστης στον Χριστό, την αποφασιστικότητα για υπέρβαση του εγώ, με την αγάπη που δεν γνωρίζει σύνορα. Αν έχουμε επίγνωση ότι και στους καιρούς μας μοιάζουμε σαν πρόβατα που δεν έχουμε ποιμένα, ο Χριστός θα μας σπλαχνιστεί. Αν έχουμε αναζήτηση, όπως ο λαός εκείνης της εποχής, τότε δεν θα μας αφήσει. Αν έχουμε την παιδεία που μας κάνει να διψάμε για να μαθητεύσουμε και όχι τον εγωκεντρισμό που να μας αφήνει στην λογική ότι τα ξέρουμε όλα, τότε θα βρούμε και ηγέτες, αλλά και θα ακολουθούμε τον Ποιμένα των πάντων, τον Κύριό μας.
            Μπορεί στην πολιτική, στην παιδεία, στην κοινωνία  οι ηγέτες να είναι δυσεύρετοι και να αρκούμαστε στους διαχειριστές, ωστόσο ας επιλέγουμε εκείνους που νοιάζονται, αγαπούν, θέλουν να είναι αληθινοί. Στην Εκκλησία όμως, επειδή η πνευματική μας πορεία είναι έκφραση της ανάγκης να πιστέψουμε ότι ήρθε η Βασιλεία του Θεού, ότι ήρθε  η σωτηρία, ας ακολουθήσουμε την οδό των Αγίων, αλλά και την οδό εκείνων που δεν φοβούνται να μας πούνε την αλήθεια, να μας αγαπήσουν, να νοιαστούν για μας. Το δικό μας θέλημα, οι δικές μας επιθυμίες μάς χωρίζουν από την σωτηρία και αφήνουν την καρδιά μας ευάλωτη στους λογισμούς του κακού, αλλά και στην δύναμη των παθών. Και ο Θεός θα δει την ταπείνωσή μας και θα μας φωτίσει, ώστε να βρούμε εκείνους που θα μας βοηθήσουν στην σωτηρία μας, δηλαδή στην αλήθεια της κοινωνίας με τον Χριστό!

Κέρκυρα, 30 Ιουνίου 2019
Των Αγίων Αποστόλων

6/26/19

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΥΠΟΣΧΕΣΗΣ, Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ

Η γλώσσα, στην χρήση της, επιτελεί τρεις κύριες λειτουργίες: περιγράφει, υπόσχεται, προτρέπει. Μ’ αυτές οι επικοινωνιολόγοι χτίζουν μηνύματα για όλους. Στην πολιτική, στην διαφήμιση, στον χώρο των ΜΜΕ το τρίπτυχο αυτό είναι καίριας σημασίας. Η περιγραφή απευθύνεται στην λογική. Η υπόσχεση στο συναίσθημα. Η προτροπή και στα δύο. Από πίσω κρύβεται η επιθυμία του ανθρώπου να έχει την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος εξαρτάται και από αυτόν, ότι αποφάσεις, κινήσεις, σχέσεις, αγαθά νοηματοδοτούνται με την παρουσία του ίδιου!
Η γλώσσα έτσι λειτουργεί ως όχημα αλήθειας και ψεύδους. Ιδίως στην πολιτική, η οποία λειτουργεί με την υπόσχεση ως κινητήρια δύναμη ότι «μέρες καλύτερες θα έρθουν», ότι «εμείς μπορούμε καλύτερα» , ότι «κάναμε ό,τι μπορούσαμε, δώστε μας την δύναμη να συνεχίσουμε», αλλά και στην θρησκεία. Παράδοξο ή όχι, οι θρησκείες είναι στηριγμένες στις υποσχέσεις γι’ αυτήν την ζωή, αλλά και για την αιωνιότητα, για το μετά τον θάνατο. Οι πιστοί της θρησκείας αξίζουν το μέλλον, διότι σ’ αυτήν την ζωή κάνουν ό,τι μπορούν για να ευχαριστήσουν την ανώτερη δύναμη που κρατά στα χέρια της την ύπαρξή τους. Όσοι ακολουθούν, συμμορφούμενοι με τις θρησκευτικές επιταγές, θα απολαύσουν δόξα, κάποτε και ηδονές τις οποίες στερήθηκαν σ’ αυτήν την ζωή ή θα μετενσαρκωθούν σε κάτι διαφορετικό, για να ζήσουν την χαρά.
Οι νέοι στους καιρούς μας έχουν παραιτηθεί από τις μεγάλες αφηγήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν το όνειρο. Ζώντας την ηδονή της εικονικής πραγμάτωσης των επιθυμιών τους ή της θέασης τής πραγματοποίησής τους μέσω των άλλων, με την δυνατότητα της επανάληψης καθώς αρκεί μία συσκευή και μία σύνδεση στο Διαδίκτυο, λειτουργούν μηχανικά. Η ελλιπής παιδεία, όπως και η απο-πολιτικοποίηση, αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας τόσο των πολιτικών όσο και του οικονομοκεντρικού συστήματος, με σκοπό για την συμμετοχή στην πολιτική κριτήριο να είναι το ατομικό όφελος και όχι το κοινό καλό, δεν επιτρέπουν την έγνοια για την περιγραφή. Για να παρακολουθήσουν, χρειάζεται να ενδιαφέρονται, αλλά και να κρίνουν. Η υπόσχεση είναι βολική. Και έχουν την δικαιολόγηση της ηλικίας για το αψήφιστο της εκλογής των.
Η Εκκλησία, στην θεσμική της διάσταση, δεν φαίνεται να προβληματίζεται ιδιαίτερα στο επίπεδο αυτό. Ενώ η παράδοσή μας αξιοποιεί και τις τρεις χρηστικές λειτουργίες της γλώσσας, με έμφαση στην περιγραφή και την προτροπή, ζώντας την υπόσχεση ως πραγματικότητα στην θεία λειτουργία, στην κοινότητα της αγάπης, στην μετάνοια, στο κοίταγμα του άλλου ως εικόνας Θεού, σήμερα δείχνουμε να έχουμε βολευτεί στην νοοτροπία ότι φταίνε οι άλλοι για την κρίση, ότι η υλική βοήθεια είναι το μείζον, ότι σημασία έχει να κρατήσουμε την εξουσιαστική μας θέση, ότι οι άνθρωποι ακολουθούν την πίστη από φόβο για τον θάνατο και από την υπόσχεση της αιώνιας ανάπαυσης. Έτσι βλέπουμε και νέους και μεγαλύτερους να αδιαφορούν στην πλειονοψηφία τους ή να ακολουθούν την πίστη ως θρησκεία, δηλαδή ως συνήθεια. Επειδή είμαστε ορθόδοξοι, έχουμε την αίσθηση ότι η κρίση αθεΐας, είτε ως πεποίθησης είτε ως αδιαφορίας, που ζει η Δύση δεν θα μας αγγίξει. Ο παγκοσμιοποιημένος πολιτισμός όμως δεν κάνει διακρίσεις!
Η απάντηση της Εκκλησίας είναι το Πρόσωπο του Χριστού. Η υπόσχεση της παρουσίας Του όμως συνδυάζεται με την προτροπή της αποστολής να ανοιχτούμε και να μην επαναπαυτούμε. Ας προβληματιστούμε!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
στο φύλλο της Τετάρτης 26 Ιουνίου 2019