6/25/17

ΤΑ ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ ΤΟΥ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ


Γράφει ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός στο romfea.gr

            Με την δημοσίευση στις 17 Ιουνίου 2017 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των νέων προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ολοκληρώνεται, με την απόφαση της Πολιτείας, ένας διάλογος μεταξύ Υπουργείου Παιδείας και Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος δεν απασχόλησε τη δημοσιότητα, δεν έγιναν γνωστά τα συμπεράσματά του και εννοείται δεν έγινε καμία ανακοίνωση από την πλευρά είτε της Πολιτείας είτε της Εκκλησίας αν υπήρξε συμφωνία ή διαφωνία σ’ αυτόν. Το μόνο που έγινε γνωστό ήταν οι προτάσεις τις οποίες κατέθεσε στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος η τριμελής Επιτροπή των Μητροπολιτών που συμμετείχε στον διάλογο. Η δημοσίευση στο ΦΕΚ των νέων προγραμμάτων διέλυσε κάθε ψευδαίσθηση ότι η Πολιτεία ενδιαφερόταν πραγματικά για τις θέσεις της Εκκλησίας, ενώ αφήνει μετέωρο τον  θόρυβο που η Εκκλησία διά του Αρχιεπισκόπου και πολλών Μητροπολιτών έκανε όταν τα προγράμματα δημοσιεύθηκαν αιφνιδιαστικά μετά την πρώτη ημέρα του σχολικού έτους 2016-2017. Ένα «γιατί όλα αυτά;» πλανάται στην ατμόσφαιρα. Μόνο για να εκδιωχθεί από την κυβέρνηση ο προηγούμενος υπουργός Παιδείας, ο οποίος αισθάνεται και απολύτως δικαιωμένος, διότι αυτός έφυγε, τα προγράμματα όμως έμειναν; Το ερώτημα μάλλον θα μείνει αναπάντητο. 
            Με υπομονή, πάντως,  συγκρίναμε τα καινούργια προγράμματα σε σχέση με τα παλαιά και καταγράφουμε τις εξής διαπιστώσεις:

1.      Στην  Γ' και Δ' Δημοτικού οι μαθητές θα διδαχτούν τις αβρααμικές θρησκείες συγκρητιστικά (χριστιανισμός, ιουδαϊσμός, ισλαμισμός). Στη Ε’ και ΣΤ ’Δημοτικού θα προστεθούν και οι θέσεις των ανατολικών θρησκευμάτων (ινδουισμός, βουδισμός). Ουσιαστικά τα παιδιά στο Δημοτικό θα διδάσκονται στοιχεία από 5 θρησκείες. Μιλούμε για τις ηλικίες 8-12 ετών. Δεν γνωρίζουμε βέβαια αν τέτοια δυνατότητα πλουραλιστικής μόρφωσης θα είναι εφικτή στα παιδιά των μουσουλμανικών οικογενειών στη Θράκη, στα παιδιά των ρωμαιοκαθολικών οικογενειών στις Κυκλάδες και αλλού. Υποθέτουμε ότι μόνο εμείς οι ορθόδοξοι είμαστε τόσο ανοιχτοί στην πολυφωνία.
2.      Αυτή η διδασκαλία γίνεται με το πρόσχημα της συμμετοχής όλων των παιδιών στο μάθημα (χωρίς δηλαδή την δυνατότητα απαλλαγής, κάτι όμως που απαιτεί καινούργια εγκύκλιο από το Υπουργείο, η οποία δεν έχει εκδοθεί). Σε ανεπίσημη ενημέρωση που είχαμε από επιμορφωτές μάς ειπώθηκε ότι οι απαλλαγές δε θα χορηγούνται σε επίπεδο σχολικής μονάδας, όπως μέχρι τώρα, αλλά σε επίπεδο διεύθυνσης Εκπαίδευσης ή Υπουργείου. Όμως, όπως μας είπαν οι θιασώτες των νέων προγραμμάτων, δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος που θέλει να πάρει απαλλαγή, να μην το πετύχει.
3.      Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ε' και ΣΤ ‘Δημοτικού  έχει περιοριστεί σε μία ώρα την εβδομάδα. Επομένως, στην καλύτερη περίπτωση κάθε σχολικό έτος θα αφιερώνονται στα Θρησκευτικά 30 ώρες. Τα νέα προγράμματα απαιτούν 58 ώρες για να αναπτυχθούν στην Ε’ και ΣΤ ‘Δημοτικού, ώστε να επιτευχθεί ο θρησκευτικός γραμματισμός. Η επιλογή του Υπουργείου για μονόωρο μάθημα δείχνει στην ουσία ότι ούτε και το ίδιο ούτε και οι συντάκτες των προγραμμάτων ήξεραν τι ήθελαν.   Η εύκολη λύση θα είναι ο δάσκαλος να επιλέξει τι είναι σημαντικό και τι όχι. Άρα ο απαιτούμενος θρησκευτικός γραμματισμός θα μείνει ημιτελής.
4.      Αναπάντητο ερώτημα θα μείνει το κατά πόσον θα εκπαιδευθούν οι δάσκαλοι στις θεολογικές και θρησκειολογικές έννοιες, ιδίως στην επαρχία. Χωρίς «Διδακτική Θρησκευτικών» στα περισσότερα παιδαγωγικά τμήματα των Πανεπιστημίων, με ανεπαρκή επιμόρφωση  από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, όσοι δάσκαλοι αποφασίσουν να διδάξουν το μάθημα με τον νέο τρόπο (κάτι που επαφίεται στον πατριωτισμό τους, διότι δεν τους ελέγχει και κανένας αν αντί για Θρησκευτικά κάνουν Γλώσσα και Μαθηματικά), θα πρέπει να αυτοεπιμορφωθούν και να παλέψουν ουσιαστικά μόνοι τους τόσο στις τεχνικές του προγράμματος, όσο ,κυρίως, στο περιεχόμενό του, το οποίο θέλει ειδίκευση. Μήπως, αν οι εμπειρογνώμονες των νέων προγραμμάτων θα ήθελαν να είναι συνεπείς με τους οραματισμούς τους, θα έπρεπε να εισηγηθούν στο Υπουργείο τον διορισμό θεολόγων καθηγητών στην Πρωτοβάθμια; (παλαιό αίτημα των θεολόγων που καθίσταται επιτακτική ανάγκη πλέον)
5.       Στο Γυμνάσιο δεν έγινε καμία αλλαγή ανάμεσα στα προγράμματα του Σεπτεμβρίου και τα νέα του Ιουνίου, ούτε καν στις διατυπώσεις. Τα προγράμματα παραμένουν εννοιοκρατικά. Προβληματισμοί για επάνοδο της ιστορικότητας στην προσέγγιση της ύλης (Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, Χριστιανισμός, Κόσμος, Σήμερα) ουσιαστικά δε συζητήθηκαν.   Ο θεολόγος στο Γυμνάσιο, όπως και στο Λύκειο, απαιτείται να είναι ψυχολόγος, κοινωνιολόγος, ιστορικός της τέχνης, μουσικός, δημοσιογράφος, ρήτορας και κάθε τι άλλο, και κάπου ανάμεσα να λειτουργεί και ως θεολόγος. Αν μάλιστα δεν αποφασίσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, τότε ο μαθητής θα φύγει από το Γυμνάσιο έχοντας στον νου του ένα θρησκευτικό χάος, την αίσθηση ότι όλες οι θρησκείες λειτουργούν με τους ίδιους τρόπους και μηχανισμούς. Για ποιο λόγο λοιπόν να αισθάνεται ότι είναι διαφορετικός και θρησκευτικά και εθνικά, ως Ορθόδοξος και Έλληνας, από τους συνομηλίκους του σε άλλες χώρες, ακόμη και στο ίδιο σχολείο, έναντι όσων δεν είναι ορθόδοξοι, αλλά και δε θεωρούν ότι υπάρχει λόγος να αισθάνονται Έλληνες. Το δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων ότι πρέπει «να είμαστε πληθυσμός και όχι λαός» ξεκινά να εφαρμόζεται στην παιδεία από το μάθημα των Θρησκευτικών. Μάλλον θα ακολουθήσει η Ιστορία.
6.      Καμία αναφορά δε γίνεται στα νέα προγράμματα στη θέση της γυναίκας στο Ισλάμ. Καμία αναφορά στο τζιχάντ. Το Ισλάμ παρουσιάζεται σε μία ιδεατή μορφή, η οποία ούτε στο Κοράνι δε συμπεριλαμβάνεται. Αντίθετα, ο χριστιανισμός κατά την διάρκεια των αιώνων, σύμφωνα με τους συντάκτες των προγραμμάτων, έστησε μηχανισμούς καταπίεσης και υποβάθμισης της γυναίκας. Επιβάλλεται λοιπόν σε μας τους χριστιανούς η αυτοκριτική, η αναζήτηση της αλήθειας για το ποιοι ήμασταν και πώς φερόμασταν στις γυναίκες, αλλά για όσους πρεσβεύουν τον ιουδαϊσμό, τον ισλαμισμό, τον ινδουισμό, τον βουδισμό αυτή η αναζήτηση της αλήθειας περιττεύει. Οι αλλόθρησκοι δεν πρέπει να θίγονται. Ο χριστιανισμός όμως έχει τις μαύρες σελίδες του και πρέπει να πάρουμε θέση σ’ αυτές. Δε διαφωνούμε, αλλά όχι δύο μέτρα και δύο σταθμά. Μάλιστα, για διάφορες ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο η πρόταση για την προβολή της περσικής ταινίας Persepolis στα πλαίσια του υλικού που συνοδεύει τα προγράμματα είναι σκανδαλώδης. Ίσως όμως αυτή η ταινία να είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο υπαινίσσονται τα νέα προγράμματα την πραγματική θέση της γυναίκας στην κυριολεκτικά μουσουλμανική κοινωνία. Μακάρι να μην τη ζήσουμε.
7.      Και στο Λύκειο δεν έχουμε κάποια αλλαγή στα προγράμματα Σεπτεμβρίου και Ιουνίου, ούτε και λεκτικά (μόνο η λέξη «αξιοποίηση» απαλείφεται σε κάποια σημεία). Επειδή, βεβαίως,  τα παιδιά του Λυκείου είναι μεγάλα και πολύ πιο ώριμα σε σχέση με τα παιδιά του Γυμνασίου η εννοιοκρατική προσέγγιση είναι καλή επιλογή, όπως και το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο τα θέματα τίθενται. Το πρόβλημα είναι ότι όταν τα παιδιά που ξεκινήσουν στο Δημοτικό με σύγχυση θρησκευτικότητας φτάσουν στο Λύκειο, αν στο μεταξύ δεν αλλάξουν τα προγράμματα, κανείς δε θα γνωρίζει πόσο θα έχουν τις βάσεις ώστε οι έννοιες να μην προκαλέσουν περαιτέρω σύγχυση. Ποτέ βεβαίως στην Ελλάδα δεν έχει γίνει κάποια αποτίμηση του προηγούμενου προγράμματος που αντικαθίσταται και αυτό είναι δηλωτικό της βεβαιότητας των καινούργιων συντακτών ότι οι παλιοί ή έχουν αποτύχει ή είναι ξεπερασμένη η προσέγγισή τους. Στοιχεία όμως δεν υπάρχουν. 
8.       Τον Σεπτέμβριο το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ανήρτησε πλούσιο υποστηρικτικό υλικό για τους εκπαιδευτικούς, το οποίο ξεσήκωσε σε ορισμένα σημεία του θύελλα αντιδράσεων με την άκριτη αναφορά σε τραγούδια και την απουσία διευκρινιστικών στοιχείων που να ενώνουν τις ενότητες με το υλικό αυτό. Θα ήταν ευχής έργον η τελική μορφή των προγραμμάτων να λάμβανε υπόψιν τις παρατηρήσεις και την κριτική. Αν όμως κρίνουμε από το ότι τα ίδια τα προγράμματα δεν άλλαξαν σε τίποτα, μάλλον δυσοίωνες είναι και οι προβλέψεις για το υλικό. Στο Γυμνάσιο και το Λύκειο βεβαίως  το πρόσωπο του θεολόγου είναι κομβικής σημασίας. Διότι μπορεί αυτός να επιλέξει από το υλικό στοιχεία και να τα αξιοποιήσει. Πάμε για «ευλογημένη αναρχία», στην οποία ο καθένας θα επιλέγει ό,τι θέλει και θα το διδάσκει όπως το θέλει.
9.      Αυτό που διαφαίνεται ξεκάθαρα από την στοχοθεσία των νέων προγραμμάτων είναι η απουσία του όρου «εθνική ταυτότητα». Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή να μην χρησιμοποιείται ο όρος. Αποσυνδέεται με αυτόν τον τρόπο η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση από την σύνδεση με την πατρίδα. Το ελληνόπουλο θα είναι μέλος της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, της οικουμενικής ανθρωπότητας, αλλά οι δόσεις του «χτες» του θα είναι όσο πιο καλά κρυμμένες γίνεται.   Το «σήμερα» και το «αύριο» μετράνε. Η πίστη μας μάς μιλά για μετάνοια σε σχέση με το χτες. Όμως ο χριστιανός ανήκει και σε  πατρίδα και σε κοινωνία και σε χρόνο. Είναι ιστορικό υποκείμενο. Η ιστορικότητά του τον βοηθά να ξέρει πού πατά και με βάση ποια κριτήρια μπορεί να προσεγγίσει το σήμερα. Οι συντάκτες των νέων προγραμμάτων δηλώνουν διά της σιωπής ότι η πολιτεία πλέον δεν αποσκοπεί στην διατήρηση της  «ελληνικότητας», αλλά στην καλλιέργεια ενός σύγχρονου διεθνιστή με στοιχεία ελληνικότητας.
10.  Κατανοούμε την αντίληψη αυτή. Θα ήταν όμως πιο τίμιο εάν ο λαός μας το ήξερε αυτό και το επέλεγε συνειδητά. Το ίδιο και οι γονείς για τα παιδιά τους. Οι συντάκτες των νέων προγραμμάτων υπηρετούν αυτή την αντίληψη. Ας μην απορήσουμε γιατί σε μερικά χρόνια, όχι μόνο από τα Θρησκευτικά, αλλά και από άλλα μαθήματα, θα προκύψουν άνθρωποι χωρίς μνήμη. Άνθρωποι οι οποίοι δε θα ξέρουν γιατί είμαστε διαφορετικοί ως χριστιανοί και ως Έλληνες από τους μουσουλμάνους ή τους βουδιστές και από τους άλλους λαούς. Και αν αυτό υπηρετούσε μία βυζαντινή χριστιανική οικουμενικότητα, θα το συζητούσαμε. Η παρουσία όμως των μεταναστών από την μία και από τη άλλη ο παγκοσμιοποιημένος πολιτισμός με την ισοπέδωση της ετερότητας (στην οποία ομνύει κατά τα άλλα), θα έπρεπε να μας κάνουν πολύ επιφυλακτικούς σε τέτοιες πορείες.
11.  Το κύριο επιχείρημα όσων έστησαν αυτά τα προγράμματα και όσων τα υπερασπίζονται, ακόμη και μέσα στην Ιεραρχία, είναι ότι πρέπει να διασώσουμε το μάθημα και ότι οι θεολόγοι μπορούν να το παλέψουν. Εκτός του ότι μιλούν στην ουσία για θεολόγους-ιεραποστόλους, κάτι που είναι εντελώς αντιφατικό σε σχέση με την φιλοσοφία των νέων προγραμμάτων (που αρνούνται παντελώς κάθε έννοια ομολογιακότητας στο μάθημα), προσπαθώντας να είναι ρεαλιστές, έχουν αποδεχτεί την πολυπολιτισμικότητα ως συνισταμένη της κοινωνίας μας εφεξής. Υπάρχει ειδική ενότητα με αυτή την επιγραφή στο πρόγραμμα του Λυκείου. Αναρωτιόμαστε αν κάποιο πολιτικό κόμμα κατέβηκε στις εκλογές και κατέλαβε την εξουσία διακηρύσσοντας την κατάργηση της ελληνικότητας και την επικράτηση της πολυπολιτισμικότητας. Γιατί θα πρέπει να αποδεχτούμε αμαχητί ένα ιδεολογικό ρεύμα, το οποίο δεν έχει πείσει τον λαό μας για την αναγκαιότητά του, ενώ μπορούμε και πρέπει να αγωνιστούμε για την διαφύλαξη της εθνικής μας ταυτότητας και παράδοσης, όχι ως μισαλλόδοξοι ή ως οπισθοδρομικοί, αλλά ως πολίτες και πιστοί που ανήκουμε στην πατρίδα μας, εκτός από την Εκκλησία. Το ότι η πατρίδα μας μετά την έξοδό μας από τον χρόνο θα καταργηθεί, δε συνεπάγεται ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν υφίσταται ως σχήμα. Ας την υπερασπιστούμε επιτέλους θετικά και ας απαλλαγούμε από την φοβία του εθνικιστή. Προτρέχουμε λοιπόν να εξυπηρετήσουμε αλλότριους στόχους, για να μην υστερήσουμε σε μοντερνισμό.  
12.  Αναμένουμε με ενδιαφέρον την στάση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αν αποφασίσει, πέρα από κινήσεις εντυπωσιασμού, να ασκήσει επιτέλους αυθεντική κριτική στο νέο κοσμοείδωλο και αν αποφασίσει να ασκήσει αυθεντική αυτοκριτική τόσο για την επανάπαυσή μας μέχρι τώρα στο ζήτημα της κατήχησης, όσο και στην απουσία γνήσιων κοινοτήτων, οι οποίες θα λειτουργούν αφυπνιστικά και όχι μόνο ως παρεούλες για καφέ την Κυριακή ή για λίγη φιλανθρωπία.
           Μένουμε ή φεύγουμε από τα Θρησκευτικά; Το «φεύγουμε» δεν είναι επιλογή, κατά την γνώμη μας. Μένουμε, αλλά ο θεολόγος, ο δάσκαλος, ο γονιός, ο μαθητής καλούνται να παλέψουν να βρουν και να χτίσουν ταυτότητα, επιλέγοντας τα στοιχεία της πίστης που θα κρατήσουν άσβεστο το αντιστασιακό ήθος έναντι μίας ωραιοποιημένης εικόνας της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία, αν δεν παλέψει εναντίον της αμαρτίας και του κακού, δε θα βρει εύκολα την οδό της αγάπης. Σημαντικός θα είναι ο ρόλος της παράδοσής μας. Ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία θα αγωνιστεί να ξαναχτίσει τις ενοριακές της κοινότητες. Γιατί τα «νέα Θρησκευτικά» οδηγούν από την δική τους οδό στον ατομοκεντρισμό ή σε κοινότητες στις οποίες, είτε ανήκουμε είτε όχι, δε θα έχει κάποια ιδιαίτερη συλλογική σημασία, αλλά μόνο στο «να περνάμε καλά» και να κάνουμε «ακτιβισμό». Στην ουσία αποτελούν έναν επιπλέον δρόμο αφελληνισμού και αποχριστιανοποίησης της κοινωνίας μας. Και αυτός είναι δρόμος πολιτικός: να δημιουργηθούν άνθρωποι χωρίς διαφορετικότητα στην πίστη, χωρίς μνήμη, χωρίς ιστορικότητα. Άνθρωποι οι οποίοι στον νου τους θα έχουν πρωτίστως έννοιες. Ας μην μας λένε όμως ότι αυτός ο χριστιανισμός δεν είναι ιδεολογικοποιημένος.


6/24/17

ΕΙ ΟΥΝ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΕΝ ΣΟΙ ΣΚΟΤΟΣ ΕΣΤΙ, ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ ΠΟΣΟΝ;


       Πόσο αισθανόμαστε ότι μέσα μας υπάρχει φως; Πόσο φωτεινοί άνθρωποι θα θέλαμε να είμαστε; Φωτεινός είναι ο άνθρωπος που εκπέμπει χαρά και ζωή. Φωτεινός, για την πίστη, είναι αυτός που κοινωνεί τον Θεό και μεταμορφώνεται εντός του σε άνθρωπο που έχει νόημα ζωής. Φωτεινός είναι αυτός που δεν νικιέται από τις αμαρτίες και τα πάθη του ή αυτός που, ακόμη κι αν νικηθεί, μετανοεί, ανορθώνεται, ελπίζει, κάνει καινούργιο ξεκίνημα. Φωτεινός είναι ο άνθρωπος που οι άλλοι χαίρονται να είναι κοντά του και εκείνος χαίρεται να μοιράζεται την ζωή του μαζί τους.
Μία τέτοια θεώρηση της ζωής βέβαια φαντάζει ποιητική. Ονειρική. Εκτός της πραγματικότητας του κόσμου μας, ο οποίος ζητά από τον άνθρωπο να ασχολείται με τις δουλειές του, να περνά καλά, να ακολουθεί τα πρότυπα ζωής. Φωτεινός σήμερα είναι στην καλύτερη περίπτωση ο άνθρωπος που έχει χιούμορ. Ο διασκεδαστής. Όμως τέτοιοι τύποι δεν είναι απαραίτητο ότι εκπέμπουν ένα εσωτερικό φως. Μπορεί να είναι μόνο χαρισματικοί. Να χρειάζονται για λίγο. Ο φωτεινός άνθρωπος δε χορταίνεται. Είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης, αλήθειας, αγάπης. Είναι αυτός που ακολουθεί τη οδό της αγιότητας, που ακόμη κι αν αισθάνεσαι ότι σε ελέγχει, νιώθεις ότι τα πάντα σ’  αυτόν ξεκινούνε από την αγάπη.   
       Το φως, για την πίστη, είναι πνευματική κατάσταση. Πηγάζει από την ζώσα σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό, ο οποίος είναι το φως του κόσμου. Η ζώσα σχέση φωτίζει. Και όποιος έχει φωτιστεί, με τη σειρά του μοιράζεται το φως με τους άλλους, ακόμη κι αν αυτοί ζούνε στο σκοτάδι.  Σκοτάδι δεν είναι κατ’ ανάγκην η άγνοια, η απαιδευσία, η αμαρτωλότητα. Σκοτάδι είναι κυρίως η ζωή χωρίς τον Θεό. Είναι η επιλογή πορείας στον κόσμο με γνώμονα τον εαυτό μας, ο οποίος κάποτε μπορεί να γνωρίζει πολλά, να έχει να δώσει ιδέες και συμβουλές, όμως δεν μπορούν να λυτρώσουν οι λόγοι και οι γνώσεις. Ο ανθρώπινος λόγος είναι χρήσιμος. Μπορεί να προβληματίσει και να αφυπνίσει. Όμως δεν είναι αρκετός για να αλλάξει την ζωή των άλλων, διότι πάντοτε θα φέρνει μία σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ αυτού που εκφέρει τον λόγο και στο εγώ εκείνου που τον ακούει, τον διαβάζει, τον συζητά. Οι γνώμες είναι σχετικές. Αντίθετα, ο φωτισμένος από τον Θεό άνθρωπος δεν μεταφέρει το δικό του εγώ, τον δικό του λόγο, αλλά τον λόγο του Θεού και τελικά την παρουσία του ίδιου του Θεού στην ζωή των συνανθρώπων του. Γι’ αυτό και η παρουσία του αποκαλύπτει το σκοτάδι που υπάρχει στην ψυχή του άλλου. Αν όμως δεν είναι αληθινά φωτισμένος, τότε το φως της γνώσης, του λόγου, της έμπνευσης γίνεται σκοτάδι. Διότι παγιδεύει στην αυτάρκεια και τον εγωκεντρισμό και δεν μπορεί να αφήσει τον λυτρωμό να φανερωθεί.
     «Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός. Εάν ουν ο οφθαλμός απλούς ή, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται. Εάν δε  ο οφθαλμός σου πονηρός ή, όλον το σώμα σου σκοτεινόν έσται. Ει ουν το φως το εν σοι σκότος  εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. 6, 22-23). «Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο σου το σώμα θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο σου το σώμα θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου  πόσο θα’ ναι το σκοτάδι!» Ο λόγος του Χριστού μάς δείχνει ότι αν βλέπουμε μέσα από την σχέση με τον Θεό, τότε όλα επάνω μας είναι φως. Είναι δεδομένο ότι έχουμε μάτια. Ότι μας δόθηκε η ευλογία να βλέπουμε. Και η όραση δεν είναι μόνο διά των αισθήσεων. Επειδή πλαστήκαμε κατ’  εικόνα Θεού, μας δόθηκε η δυνατότητα να κοινωνούμε τον Θεό εντός της Εκκλησίας.  Και όχι μόνο διά των μυστηρίων, αλλά και διά της αγάπης, διά της θεάσεως ως αδελφού μας κάθε ανθρώπου, ακόμη κι αυτού με τον οποίο διαφωνούμε, ακόμη κι αυτού που είναι εχθρός μας, που μας δυσκολεύει την ζωή, ακόμη και του ξένου, του αλλόθρησκου, του ψεύτικου, ακόμη και του δημίου μας. Όταν παλεύουμε να έχουμε ενεργά τα μάτια της αγάπης, τότε ζούμε στο φως και μοιραζόμαστε, παρά τις πτώσεις μας, αυτό το φως με όσους προσεγγίζουμε, με όσους μας προσεγγίζουμε.
        Το πρόβλημα των καιρών μας, όπως και κάθε εποχής, είναι το πόσο σκοτάδι μας περιτριγυρίζει, αλλά και πόσο εύκολα το φως εντός μας μεταμορφώνεται σε σκοτάδι. Όταν αισθανόμαστε ότι έχουμε το αλάθητο. Όταν ο εαυτός μας γίνεται το κριτήριο της αυθεντίας. Όταν απουσιάζει η αναφορά στην Εκκλησία, δηλαδή η συλλογικότητα που έχει πάντοτε ανοιχτό τον δρόμο της μετανοίας. Όταν νομίζουμε ότι ζούμε επειδή επιβιώνουμε. Όταν τα πάθη μας μάς κυριεύουν και εμείς τα έχουμε βαφτίσει δικαίωμα. Όταν απουσιάζει η αυτογνωσία και η αυτοκριτική. Όταν η σχέση μας με τον Χριστό είναι συμφεροντολογική ή της συνήθειας. Όταν κλειδί είναι οι εμμονές μας. Σκοτάδι είναι ο τρόπος της εξουσίας. Η επιβολή στους άλλους. Ο ανταγωνισμός. Όταν οι άλλοι είναι οι εχθροί μας, με τους οποίους δεν πρέπει να συνεργαστούμε και την γνώμη των οποίων δε θέλουμε να ακούσουμε και να προβληματιστούμε πάνω σ’  αυτήν. Σκοτάδι είναι ο φόβος του θανάτου, που μας κάνει να θέλουμε να ζήσουμε απολαμβάνοντας, παίρνοντας και όχι και δίδοντας.  Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει Θεός και επομένως όλα επιτρέπονται.     
      Η σχέση μας με τον Χριστό, ο πνευματικός μας αγώνας, η ζωή στην Εκκλησία μάς κάνουν να κρατάμε το φως. Να είναι η χαρά μας διαρκής και αυθεντική. Και τα πάντα να αντανακλούν την ελπίδα του Χριστού, διότι δεν μας κυριεύει το σκοτάδι, διότι τα μάτια και του σώματος και της ψυχής βλέπουν!

Κέρκυρα, 25 Ιουνίου 2017  

6/21/17

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

         
  Πόσοι νέοι σήμερα έχουν ζωντανή σχέση με τον λόγο του Θεού, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Αγία Γραφή, στην Παλαιά και ιδίως στην Καινή Διαθήκη; Αναφέρουμε ότι ο λαός μας και η νεολαία μας χρειάζονται επανευαγγελισμό. Και η Εκκλησία κάνει προσπάθειες με το κήρυγμα στην θεία λειτουργία, με τις κατηχητικές συνάξεις, τις κατασκηνώσεις, τους κύκλους μελέτης της Αγίας Γραφής να βοηθήσει τα μέλη της να έρθουν σε επαφή με τον ένα από τους δύο πυλώνες της ζωής της. Προκαλεί βεβαίως θλίψη η άγνοια των πολλών. Σε μία εποχή κατά την οποία το Ευαγγέλιο είναι λίαν προσιτό διά του Διαδικτύου, όπου μπορεί κάποιος να βρει τόσο το κείμενο όσο και την μετάφραση, μέσα από τις ιστοσελίδες των Ιερών Μητροπόλεων, πόση γνώση και πόση επίγνωση του Ευαγγελίου έχουμε;
           Δεν είναι ζήτημα εγκεφαλικό, ούτε αποστήθισης και χρήσης συγκεκριμένων χωρίων, όπως κάνουν κάποιες αιρετικές παραφυάδες. Είναι ζήτημα πίστης ότι μπορούμε να πορευόμαστε στην ζωή μας με γνώμονα το Ευαγγέλιο. Να παρηγορούμαστε από την ανάσα που μας προσφέρει ο Χριστός ως Αλήθεια. Και να παλεύουμε να δίνουμε απαντήσεις στις ποικίλες περιστάσεις, στις σχέσεις μας με τον πλησίον, στις δοκιμασίες, στις χαρές και τις λύπες με τον τρόπο του λόγου του Θεού. Για να γίνει όμως αυτό δεν αρκούν αόριστες αναφορές στην πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, αλλά η μεταγραφή της γνώσης σε πίστη που δίνει άλλο νόημα στην ύπαρξή μας. Διότι ο Χριστός δεν έμεινε σε έννοιες, αλλά, ξεκινώντας από τα συγκεκριμένα της ζωής, έγινε ο Ίδιος το Ευαγγέλιο που σώζει.
            Είναι πνευματική τροφή και προσφέρει χαρά και ελπίδα ο λόγος του Θεού. Όμως αυτός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο με προτροπές και κηρύγματα. Και δεν αρκεί μία ηθικολογική αναφορά σε αυτόν. Η Καινή Διαθήκη περιλαμβάνει ηθική διδασκαλία, αλλά αυτή δεν είναι φιλοσοφία. Χωρίς Χριστό και εκκλησιαστική ζωή, χωρίς δηλαδή αυθεντικότητα η οποία αγκαλιάζει τον σύνολο άνθρωπο, όλα γίνονται συνήθεια ή καθήκον ή μεταφυσική ανταμοιβή, όχι όμως παρόν. Σ’  αυτό έχουμε έλλειψη οι χριστιανοί του καιρού μας. Σκεφτόμαστε με κριτήριο το χτες ή το αύριο, όχι όμως το «νυν». Και η σχέση με τον Χριστό είναι του παρόντος κόσμου πρωτίστως, για να έρθει το «αεί».
                Πώς μπορούν οι νέοι να αγαπήσουν το Ευαγγέλιο;
         Όταν δούνε τους μεγαλύτερους να ζούνε σύμφωνα με αυτό. Όταν αισθάνονται ότι το Ευαγγέλιο μπορεί να ερμηνευτεί με βάση το σήμερα, ότι δεν είναι κάτι που αναφέρεται σε  μία άλλη κοινωνία.  Όταν αισθανθούν την ανατρεπτικότητα όχι μόνο του μηνύματος, αλλά και του Προσώπου που μας το δίδαξε, δηλαδή του Χριστού. Όταν στις πιο ασήμαντες αναζητήσεις, αλλά και στους πιο μεγάλους προβληματισμούς διαπιστώσουν ότι το Ευαγγέλιο δίνει απαντήσεις  θεωρίας και πράξης. Όταν καταλάβουν ότι οι Άγιοι της πίστης μας το έζησαν. Όταν δούνε την Εκκλησία σήμερα να ξαναγίνεται εκείνη η πρώτη παρέα που άλλαξε τον κόσμο, γιατί απαντούσε με βάση το Ευαγγέλιο στο ερώτημα τι θέλει ο κόσμος για να ζήσει. Όταν ο λόγος των κηρύκων είναι αυθεντικός, δουλεμένος όχι μόνο υφολογικά αλλά και καρδιακά. Η αγαθή γη δεν αρκείται σε έννοιες, αλλά αγιάζεται από την χαρά της πίστης που ελευθερώνει, κάνοντας τους ανθρώπους να θέλουν να ζήσουν το Ευαγγέλιο ως παρόν! Κι αυτό έχουν ανάγκη ιδίως οι νέοι!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 21 Ιουνίου 2017 


         
  

6/16/17

ΔΕΥΤΕ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ


           
Ο Χριστός ξεκίνησε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων επιλέγοντας τους μαθητές που θα Τον ακολουθούσαν σ’  αυτό με την φράση «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4, 19). «Ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Είναι ηγετικός ο λόγος αυτός. Ο Χριστός θα μπει μπροστά και ζητά από τους μαθητές, αλλά και από όσους θέλουν να πιστέψουν σ’  Αυτόν, να Τον ακολουθήσουν. Μπορεί να μη γίνουν όλοι αλιείς ανθρώπων. Ωστόσο προϋπόθεση για την πορεία στην οδό του Ευαγγελίου είναι το να ακολουθούμε τον Χριστό.
          Έρχεται εύλογο το ερώτημα:  γιατί πρέπει να ακολουθήσουμε; δεν μπορούμε μόνοι μας να βρούμε τον δρόμο της αλήθειας; γιατί να ζητά ο Χριστός να αφήσουμε κατά μέρος τα αγαθά μας, την ζωή μας, την ίδια μας την ελευθερία και να πορευτούμε τον δρόμο που Αυτός χαράσσει, ακολουθώντας Τον; Ποιο είναι το νόημα μιας τέτοιας προτροπής σήμερα, οπότε και οι καιροί μας ομνύουν στην αυτοδιάθεση του ανθρώπου; Δεν θέλουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας. Μπορούμε και μόνοι μας. Γιατί να ακολουθούμε μία οδό η οποία είναι βέβαιο ότι στην ζωή αυτή δεν πρόκειται να μας δώσει ευτυχία, τουλάχιστον με τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος και ο πολιτισμός βλέπουν την ευτυχία;  Διότι αυτά που ζητά ο Χριστός να αφήσουμε κατά μέρος, τα αγαθά μας, την ζωή μας και τον τρόπο της, τους ανθρώπους που αγαπούμε και μας είναι οικείοι, αλλά και την ίδια την ελευθερία μας, για να βρούμε ταυτότητα κοντά στον Χριστό, είναι όλα  όσα οι καιροί μας υπόσχονται ότι δικαιούμαστε για να είμαστε ευτυχισμένοι.
       Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Περνά μέσα από το τι αναζητεί ο καθένας μας. Αν είμαστε ευχαριστημένοι με τα όσα βλέπουμε και θέλουμε μ’  αυτά να ζούμε, γιατί δεν μας ενδιαφέρει να χαράξουμε πορεία αιωνιότητας, τότε θα αρκεστούμε στον χριστιανισμό της συνήθειας. Αυτόν που θα μας κάνει να αισθανόμαστε ότι τόσο μπορούμε. Θα μοιάζουμε με το πλήθος που άκουγε την διδασκαλία του Χριστού επάνω από το πλοιάριο του Πέτρου, χωρίς όμως να είναι σε θέση να Τον ακολουθήσει αυθεντικά. Αν πάλι θεωρούμε ότι το Πρόσωπο του Χριστού και ο λόγος του Ευαγγελίου αντίκεινται στον οραματισμό για μία ζωή με δικαιώματα και απολαύσεις και δεν υπάρχει αιωνιότητα, τότε ούτε καν θα Τον ακούσουμε. Θα είμαστε αδιάφοροι και κάποτε αρνητές. Αν όμως μέσα μας υπάρχει η δίψα για την όντως ζωή, αυτή που θα κάνει την καρδιά μας να πιστέψει ότι έχουμε ψυχή, ότι δεν σταματά η ζωή στην πέτρα του μνήματος, ότι όλα όσα μας ανήκουν στην ουσία δεν μας οδηγούν σε μία μόνιμη χαρά, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο δρόμος περνά μέσα από την εκπλήρωση της προτροπής του Χριστού «δεύτε οπίσω μου».
Χάνουμε την ελευθερία μας;  Και ναι και όχι. Ναι, διότι δεν πορευόμαστε σύμφωνα με το θέλημά μας. Όχι διότι μπορούμε να χτίσουμε ένα καινούργιο θέλημα, αυτός της αγάπης και της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Χριστού, για το οποίο θα αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας. Ευθύνη να μην είναι το «έχειν» το κλειδί, αλλά το «αγαπάν».  Να μην είναι η επιθυμία της πρόσκαιρης ηδονής, της αποδοχής από τους άλλους, της εκπλήρωσης των φιλοδοξιών το κλειδί της πορείας μας, αλλά η ταπεινότητα και ο αγώνας να μοιάζουμε τον Χριστό, τους μαθητές Του, τους Αγίους, στην συγχωρητικότητα, στο μοίρασμα, στην αίσθηση ότι ο Χριστός ως αλήθεια είναι το παν στη ζωή μας. Να μπορούμε να δούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους όχι στην προοπτική της εξουσίας, αλλά της προσφοράς και της διακονίας. Να είναι η καρδιά μας προσευχόμενη, όχι μόνο γι’  αυτούς που πάσχουν, αλλά, κυρίως, για όσους αισθάνονται ότι δεν βρίσκουν νόημα στην ζωή.  Για όσους έχουν ταυτίσει την ζωή με το «έχειν» και διαπιστώνουν ότι τελικά τίποτε δεν τους ανήκει πραγματικά.
Η ελευθερία μας ξαναβρίσκεται στην έξοδο από το «εγώ» μας. Ο μαθητής του Χριστού χάνοντας κερδίζει. Διότι όταν παραιτείται από τα ίδια, λαμβάνει ως αντίχαρη την χαρά της Βασιλείας. Την δύναμη του Ευαγγελίου. Μία άλλη ποιότητα ζωής, η οποία με βάση τον λόγο και την αγάπη κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι αξίζει να ζει. Διότι τίποτε δε μπορεί να τον νικήσει, καθώς το Ευαγγέλιο δεν είναι ένα ιδεολογικό κήρυγμα, αλλά ο παρών Χριστός στο δικό μας παρόν. Και όταν είμαστε με τον Θεό είμαστε ελεύθεροι από ό,τι μας υποδουλώνει στην ανάγκη. Πραγματικός σκλάβος είναι ο εμπαθής άνθρωπος. Αυτός ο οποίος, στηριγμένος στα πάθη του για να βρει την ευτυχία, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί χωρίς τα πάθη, χωρίς τον εγωκεντρισμό και συγκρούεται συνεχώς με τους άλλους, που λειτουργούν παραπλήσια. Κάνει έτσι την ζωή έναν στίβο επιβίωσης. Έτσι όμως δεν υπάρχει ελευθερία.
«Δεύτε οπίσω μου» μας λέει και πάλι ο Χριστός. Οι μαθητές άφησαν τα πάντα στην άκρη και Τον ακολούθησαν. Στο Πρόσωπό Του είδαν ό,τι ποθούσε η ύπαρξή τους. Την αλήθεια και την αγάπη. Η ζωή τους όμως ήταν μαζί Του και μεταξύ τους αρχικά και κατόπιν με όλους τους ανθρώπους που αποδέχτηκαν το κήρυγμα. Η αλήθεια και η αγάπη βρίσκονται στην Εκκλησία, στην αυθεντική συνάντηση όσων ακολουθούν τον Χριστό όχι από συνήθεια ή από φόβο, αλλά από αληθινό πόθο αιωνιότητας και χαρά που διαρκεί. Εκεί βρίσκεται η ελευθερία που ξεπερνά τα άγχη και τις φοβίες για να μην χάσουμε όσα μας έχουν απομείνει. Κουρασμένοι από τους κάθε λογής σωτήρες, είτε είναι πρόσωπα είτε ιδέες είτε πολιτισμικά ρεύματα, είτε θεάματα, οι άνθρωποι που ζούμε στην πλήξη των εικόνων ας τολμήσουμε να αναζητήσουμε στην ζωή της Εκκλησίας Αυτόν που μας δείχνει την οδό, την αλήθεια, την ζωή. Ό,τι δηλαδή είναι ο Ίδιος!  

Κέρκυρα, 18 Ιουνίου 2017

6/14/17

ΧΑΣΜΑ ΓΕΝΕΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;

 Στις Πανελλαδικές Εξετάσεις ζητήθηκε από τους μαθητές των Επαγγελματικών Λυκείων στο μάθημα της Έκθεσης να καταγράψουν τις απόψεις τους πάνω στο χάσμα των γενεών και τις συγκρούσεις που αυτό προκαλεί ανάμεσα στους νέους και τους μεγαλύτερους.  Είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι αναπόφευκτες, όσο κοντά και να είναι ηλικιακά οι γονείς και τα παιδιά. Οι γονείς αισθάνονται υπεύθυνοι για τα παιδιά τους. Αυτό τους οδηγεί στην έμπρακτη έκφραση μιας αγωνίας τόσο για το ωράριο εξόδου τους, για την απόδοσή τους στα μαθήματα, για τις παρέες τους, αλλά και για την εν γένει στάση τους έναντι της ζωής. Τα παιδιά πάλι, καθώς αναζητούν να διαμορφώσουν ταυτότητα, δηλαδή να δούνε ποια είναι και ποια θα γίνουν, ποια η θέση τους μέσα στον κόσμο, ποια τα δικαιώματά τους, γιατί να έχουν υποχρεώσεις και ποιες από αυτές είναι σημαντικές, είναι επιρρεπή στην εγωιστική έκφραση των απαιτήσεων και των διαφωνιών προς τους γονείς, με αποτέλεσμα την ρήξη, τον θυμό, την ασυνεννοησία.
           Το χάσμα των γενεών σήμερα μπορεί να μην έχει την ένταση που είχε στο παρελθόν. Κάποτε οι γονείς αισθάνονται εντελώς ανήμποροι να μπούνε στην λογική τού να επιβάλουν στα παιδιά όρια. Θυμούνται εμπειρίες καταπίεσης και αυταρχικότητας από τους δικούς τους γονείς,  την αίσθηση ότι έπρεπε να κάνουν κρυφά το θέλημά τους και προτιμούν την ειλικρίνεια, τον διάλογο, κάποτε και την υποταγή στο θέλημα του παιδιού. Οι νεώτεροι άλλωστε συχνά θυμίζουν ναύτες που θέλουν να γίνουν καπετάνιοι. Έχουν άποψη για όλα και με υψηγορία απαιτούν από τους μεγαλύτερους να τους αφήσουν ήσυχους. Είναι μάλιστα πολύ εύκολο να κλειστούν στους εαυτούς τους, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού και να μην ανταποκρίνονται σε κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Ίσως και να μην χρειάζεται να σκεφτούν ή να τους είναι εύκολο να εκτονωθούν στέλνοντας μηνύματα στους διαδικτυακούς φίλους, σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου το κλείσιμο στο δωμάτιο και η απομόνωση ήταν κάποτε ένα μαρτύριο εσωστρέφειας.
           Η ίδια αντίληψη για το χάσμα γενεών φαίνεται να ισχύει στην σκέψη πολλών νέων και για την Εκκλησία. Η πίστη λένε ότι είναι υπόθεση των μεγάλων. Αυτοί καταλαβαίνουν την γλώσσα της λατρείας. Αυτοί έχουν αγωνία για τον θάνατο. Αυτοί καλούνται να κρατήσουν τα έθιμα του παρελθόντος.  Συχνά η Εκκλησία έρχεται να επαληθεύσει την εσφαλμένη αυτή αντίληψη. Κληρικοί που κινδυνολογούν, που δεν μπορούν να μιλήσουν την γλώσσα των νέων, που αισθάνονται ανασφαλείς μπροστά τους, που δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τι βλέπουν, τι ακούνε και με τι ασχολούνται οι νέοι, τους κάνουν να χρησιμοποιούν το «χάσμα γενεών» ως άριστη αφορμή να αφήσουν το ερώτημα της πίστης κατά μέρος. Κι ενώ η Εκκλησία έχει την πιο νεανική αξία που γίνεται τρόπος ζωής, δηλαδή την αγάπη, ως κύριο όπλο της, την αφήνει στην θεωρία ή στην φιλανθρωπία και δεν την κάνει αγκάλιασμα όλης της ύπαρξης. Γιατί μόνο έτσι ο νέος θα αισθανθεί ότι η πίστη δεν είναι του χτες, ούτε για το αύριο, αλλά για το τώρα του. Είναι στο χέρι τόσο των γονέων, όσο και των ποιμένων της Εκκλησίας να ξεπεράσουν το χάσμα με την αγάπη. Γιατί αυτή τελικά δίνει γνήσια ταυτότητα και στον νέο και στον καθέναν μας.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 14 Ιουνίου 2017

6/9/17

ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΑΞΙΟΣ

                
Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο μάς βάζει ένα κριτήριο, το οποίο μας καλεί να ακολουθήσουμε: να γίνουμε άξιοί Του,  να αξίζουμε να είμαστε  μαθητές Του, να αξίζουμε να Τον έχουμε ως Διδάσκαλο, αλλά και Θεό μας. Ο λόγος Του μάλιστα συνδέεται άμεσα με την αγάπη την οποία οι άνθρωποι καλούμαστε να δείχνουμε έναντι των γονέων, αλλά και έναντι των παιδιών μας. Πρόκειται για τους οικείους εκ φύσεως, αυτούς με τους οποίους μας συνδέει η συγγένεια του αίματος. Είναι αυτονόητη η αγάπη προς αυτούς. Δεν είναι μόνο η ευγνωμοσύνη για το ότι οι γονείς μας μάς έφεραν στον κόσμο, μας μεγάλωσαν, μας βοήθησαν να αποκτήσουμε τη ταυτότητά μας. Είναι και η αίσθηση ότι είμαστε «σαρξ εκ της σαρκός» τους και «οστούν εκ των οστέων» τους. Ανάλογη είναι και η σχέση μας με τα παιδιά μας. Εκεί γινόμαστε εμείς γονείς και αυτά «σαρξ εκ της σαρκός» μας και «οστούν εκ των οστέων» μας. Και στις δύο κατηγορίες σχέσεων η αγάπη είναι η μοναδική έννοια και κατάσταση που ταιριάζει και αποτυπώνει την δημιουργικότητα κατ’ αρχήν και στην συνέχεια την ίδια την ζωή που η μία γενιά δίνει στην άλλη. Την ίδια στιγμή είναι και οι προϋποθέσεις του «ευ ζην» που μεταδίδονται από την μία γενιά στην άλλη. Μαζί με το γάλα που θηλάζουμε αλλά και προσφέρουμε είναι και κάθε τι που νοηματοδοτεί την ζωή, το οποίο θα αποτελέσει την βάση ώστε να κληροδοτηθεί ίδιο και διαφορετικό στους επόμενους.
                Αυτή η αλληλουχία ζωής, αξιών, νοήματος, ταυτότητας, η οποία συναντά την ελευθερία του καθενός προσώπου περικλείεται στην αγάπη. Έρχεται ο Χριστός όμως να ανατρέψει τα δεδομένα αυτής της αλληλουχίας, όχι σε ποσοτικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο προσώπου. «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος. Και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). ‘Όποιος αγαπά τον πατέρα του ή την μάνα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιός μου. Κι όποιος αγαπά τον γιο του ή την θυγατέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιός μου». Αυτό το «υπέρ εμέ» δεν έχει να κάνει τόσο με το «περισσότερο», αλλά με το ποιον θέτουμε σε προτεραιότητα στην καρδιά μας, προς ποιον απευθύνεται η πρώτη μας σκέψη, η πρώτη μας έγνοια. Και εδώ ο λόγος του Χριστού φαίνεται σκληρός. Δεν είναι η φυσική συγγένεια που προηγείται για να αξίζει κάποιος να είναι μαθητής του Χριστού, να έχει σχέση με’  Αυτόν, να Τον αναγνωρίζει ως Διδάσκαλο και Σωτήρα του, αλλά η προτεραιότητα του προσώπου του Κυρίου στην ζωή μας. Και δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ο Χριστός. Θέλει να είμαστε άξιοί Του. Μας το ζητά.  Διότι αυτή είναι η οδός της αγιότητος. Να υπερβούμε την δύναμη, την μοναδικότητα, την ομορφιά, την αξία της φυσικής συγγένειας και να αφήσουμε τον εαυτό μας να υιοθετηθεί από τον Χριστό. Εκείνος να γίνει ο Οικείος και προς Εκείνον να είναι προσανατολισμένη η καρδιά μας.
                Αυτή η απαίτηση εγείρει δύο ερωτήματα: πρώτον τι περιλαμβάνει και πώς είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί, αφού η συγγένεια δεν καταργείται σ’  αυτήν την ζωή τουλάχιστον; Και δεύτερον γιατί να ζητά ο Χριστός κάτι τέτοιο, αφού η αγάπη είναι η διδασκαλία της χριστιανικής παράδοσης; Αγαπά κάποιος πρωτίστως τους οικείους του, διότι μ’  αυτούς συνυπάρχει, αυτοί του δίνουν νόημα να αγωνίζεται, αυτοί είναι ο δικός του δρόμος για να μπορέσει η αγάπη να ασκηθεί και να έχει νόημα, να ξεπεράσει τις δυσκολίες που προέρχονται είτε από το «εγώ» μας είτε από την «ετερότητα» και το «εγώ» των άλλων. Και επειδή η συγγένεια δεν καταργείται, ακόμη κι αν ο άνθρωπος εγκαταλείψει τον πατέρα και την μητέρα του και δημιουργήσει καινούργια σχέση με την γυναίκα του (ή με τον άνδρα της η γυναίκα), διότι κρατά όσο είναι εφικτό την παλαιά και αναπτύσσει οικειότητα και αγάπη και με τους καρπούς της νέας (τα παιδιά), γι’  αυτό και η απαίτηση του Χριστού φαίνεται δύσκολο να εκπληρωθεί.
                Ο Χριστός ζητά από τον άνθρωπο να μη μένει προσκολλημένος στους εγγύς, στην οριζόντια διάσταση της ζωής, αλλά να κοιτάξει στον ουρανό και ταυτόχρονα να δει τον πανταχού Παρόντα Θεό και να Τον αναγνωρίσει ως τον κατ’  εξοχήν οικείο του. Να κατανοήσει ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ότι η ταυτότητα του ανθρώπου, για να είναι πλήρης και αυθεντική χρειάζεται τον Θεό, διότι μόνο Αυτός δίνει αιωνιότητα, δηλαδή δεν αφήνει τον άνθρωπο να χαθεί μετά τον θάνατο. Ότι ο Θεός αγαπά τόσο τον άνθρωπο, ώστε έγινε γι’  αυτόν άνθρωπος. Και απέδειξε την αγάπη Του φτάνοντας μέχρι τον θάνατο για τον άνθρωπο, για να μπορέσει ο άνθρωπος να κοινωνεί την ζωή στο πρόσωπο ενός Θεού όμοιου κατά πάντα με μας. Διότι χωρίς την ενανθρώπιση και τον θάνατο του Θεού και στην συνέχεια την Ανάστασή Του η ανθρώπινη φύση δεν θα είχε, οικειούμενη την υιοθεσία από τον Θεό, την δυνατότητα να αναγνωρίσει τον Θεό. Αν ο Θεός ήταν μόνο Πνεύμα, τότε ο άνθρωπος που είναι και πνεύμα και σώμα, που είναι ύπαρξη που υπάρχει σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο και σε σχέση με τον εαυτό του, θα ήταν αδύνατον να κοινωνήσει με τον ουρανό. Δεν θα είχε ούτε τις ιδιότητες, ούτε τις δωρεές που θα τον έκαναν να μπορεί να δει τον Θεό. Η παρουσία του Χριστού κάνει την ανθρώπινη φύση να μπορεί να αναπτύξει μία άλλη σχέση, να ενωθεί με την θεία.
Και για να γίνει πράξη αυτή η δωρεά της υιοθεσίας  χρειάζεται ο άνθρωπος να έχει τον Θεό ως προτεραιότητά του. Να υπερβεί την δύναμη κάθε σχέσης, ακόμη και αυτής της φυσικής συγγένειας, για να γίνει τέκνον Θεού.  Σημάδια αυτής της υπέρβασης είναι η δίψα για τον Θεό, είναι ο αγώνας εναντίον κάθε εξάρτησης από τον κόσμο, εναντίον των παθών, η μετοχή στην ζωή της Εκκλησίας, η υπέρβαση του εγώ, η άρση του Σταυρού τόσο στην σχέση με τον συνάνθρωπο, όσο και στην σχέση με τον εαυτό μας. Γιατί η συγγένεια είναι απαιτητική. Και το να αποφασίσει κάποιος να αγαπήσει, συνεπάγεται να νικήσει κάθε δύναμη του «εγώ». Αυτό το ξέρουμε καλά όσοι είμαστε γονείς, αλλά και όσοι θέλουμε να αγαπούμε τους συνανθρώπους μας, από τους οικείους μέχρι και τον εχθρό μας.
Χωρίς την αγάπη προς τον Χριστό ως προτεραιότητα, η φυσική συγγένεια διασώζει έντονα τα στοιχεία της κτητικότητας, του  εγωισμού, της αίσθησης της ανταπόδοσης, του παράπονου, της υπερηφάνειας, αλλά και της ματαιότητας. Γιατί η φυσική συγγένεια είναι για τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. Δεν την καταργεί η Εκκλησία, αλλά υποδεικνύει την σχετικότητά της.  Η σχέση με τον Χριστό ανοίγει την οδό της αιωνιότητας. Και αυτή η οδός βιώνεται στην Εκκλησία από τους ανθρώπους που θέλουν να ακολουθήσουν τον Χριστό, να γίνουν Άγιοι δηλαδή εν Αγίω Πνεύματι. Διότι δεν είναι εφικτή αυτή η σχέση αν ο άνθρωπος δεν αφεθεί στην χάρη του Πνεύματος. Αυτό ανοίγει τις αισθήσεις πνευματικά. Αυτό κάνει την καρδιά έτοιμη να ακολουθήσει τον Χριστό, αίροντας κάθε σταυρό. Αυτό βοηθά όποιον αγωνίζεται να μην νικιέται από τα πάθη. Αυτό κάνει την Εκκλησία τρόπο και τόπο Αγίων και όχι ιδεολόγων ή αγωνιστών για μία καλύτερη ζωή ή για την διάσωση κάποιων αξιών. Αυτό βοηθά τον άνθρωπο να ανοιχτεί πανανθρώπινα, χωρίς να θυσιάσει την αλήθεια, αλλά και χωρίς να πάψει να νοιάζεται για την κάθε ύπαρξη. Αυτό οδηγεί στην υπέρβαση ακόμη και της ανάγκης για ζωή, στην μαρτυρία και το μαρτύριο.
Η κοινωνία μας στηρίζεται στην φυσική συγγένεια ή την υποκαθιστά με την θεσμική συγγένεια σε κοινωνικό επίπεδο. Στους καιρούς μας έχει καταστήσει και το άτομο αυτόνομο. Να δικαιούται ό,τι θέλει και να μην πιστεύει πουθενά παρά μόνο στο εγώ και την εμπειρία του. Γι’  αυτό και ο λόγος του Χριστού ηχεί παράξενα. Όμως αποτελεί τον μοναδικό λόγο που γίνεται τρόπος ζωής και αιωνιότητας. Οι Άγιοι μάς διδάσκουν ότι αυτός ο δρόμος φέρει καρπούς.  Είναι η παρουσία τους στην ζωή μας απόδειξη ότι βάζοντας τον Χριστό ως προτεραιότητα ανοιγόμαστε στην Αλήθεια που νικά κάθε χρόνο, κάθε συγγένεια, κάθε πρόσκαιρο. Και όλα νοηματοδοτούνται διαφορετικά με την παρουσία του Χριστού στην ζωή μας!

Κέρκυρα, 11 Ιουνίου 2017       

6/7/17

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΟ INSTAGRAM

               
Έχουμε εισέλθει  για τα καλά στον πολιτισμό της μετανεωτερικότητας. Το υποκειμενικό στοιχείο θριαμβεύει. Αρκεί κάποιος να ανοίξει έναν λογαριασμό στο Instagram, το μέσο κοινωνικής δικτύωσης το οποίο στις νεώτερες ηλικίες τείνει να υποκαταστήσει σε δημοφιλία ακόμη και το Facebook, και θα διαπιστώσει ότι το «εγώ και ο εαυτός μου» είναι το παν. Ίσως φτάσουμε να νοσταλγούμε την παντοδυναμία του Facebook, διότι εκεί τουλάχιστον η νεολαία ανέβαζε τραγούδια που της άρεσαν, τοπία, έκανε σύντομα ρεπορτάζ από την καθημερινότητά της. Στο Instagram κυριαρχεί ο ναρκισσισμός. «Θαυμάστε με»! Πόζες μοντέλων, παθητικές εκφράσεις προσώπων, και πολλές καρδιές από κάτω. Η φωτογραφία αποθέωση ενός τρόπου ζωής, ενός πολιτισμού ο οποίος διατυμπανίζει ότι δεν υπάρχει συλλογικότητα, δεν αξίζει να ασχολείται κάποιος με τους άλλους, αλλά η μόνη αλήθεια είναι το «εγώ» μας.
Αυτό είναι και το στοιχείο-κλειδί της μετανεωτερικότητας. Δεν εμμένουμε μόνο στο δικαίωμά μας να κάνουμε ό,τι μας αρέσει. Δεν είμαστε μόνο οι ριζοσπαστικοί εικονοκλάστες των αξιών του παρελθόντος. Αυτοί που δικαιούμαστε να κρίνουμε, να απορρίψουμε, να προτείνουμε. Δεν χρειάζεται πλέον πρόταση. «Έτσι μου αρέσει». «Αυτός/αυτή είμαι». «Δεν θέλω να με πείσεις». «Δεν με ενδιαφέρουν τα επιχειρήματα». «Αξίζει μόνο η εικόνα μου». Και βέβαια αξίζουν για μένα όσοι με αποθεώνουν.  Με αυτό τον τρόπο και με την υπερπροβολή στοιχείων εμπορευματοποιημένης τέχνης στην οποία ο μέτοχος θεωρεί ότι ζει την εμπειρία της, ο πολιτισμός μας υπονομεύει πλέον και τις τελευταίες σταθερές.  Την οικογένεια. Το φύλο μας. Τον θεσμό του γάμου. Τον θάνατο και την αιωνιότητα.
Διότι τι άλλο είναι η συζήτηση για τις έμφυλες ταυτότητες; Ότι η εκ φύσεως ύπαρξή μας είναι κάτι το ξεπερασμένο; Ότι η οικογένεια, η δέσμευση, η συνάντηση με τον άλλο  δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα, διότι αξία έχει η αυτάρκεια τού να απολαμβάνουμε μέσω της εικονικής πραγματικότητας όχι την σχέση, αλλά την αυτοερωτικότητα διά της φαντασίας και του σώματος, αφού ο άλλος δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο στην ζωή μας, παρά μόνο ζούμε την εικόνα του;
 Αλλά και ο θάνατος δεν έχει νόημα μεταφυσικό. Παράδεισος και κόλαση, Θεός και διάβολος είναι όλα ένα. Ο πολιτισμός μας τα θεωρεί στάδια καθήλωσης στο παρελθόν. Το μόνο που αξίζει στην θρησκεία είναι η εμπειρία  της ατομικής συμμετοχής και μάλιστα σε εθιμικές μορφές. Η πίστη είναι ατομικό γεγονός, που δεν ενδιαφέρει την κοινότητα. Ίσως η νέα τάση θα είναι και η θρησκεία να είναι ένα υποκατάστατο της αντίληψης του «να περνάς καλά». Να δικαιώνεσαι. Να στηρίζεσαι από θρησκευτικούς λειτουργούς- ψυχολόγους, οι οποίοι δεν θα μιλούν και δεν θα δείχνουν τον Χριστό, διότι Αυτός δεν χρειάζεται, αλλά θα κάνουν λόγο για ωραίες έννοιες όπως αγάπη, συμφιλίωση, αλληλεγγύη, χωρίς όμως πνευματικό αγώνα, μετοχή στο σώμα της Εκκλησίας, νίκη κατά της αμαρτίας, αντιμετώπιση του κακού μέσα από την σχέση με τον Θεό. 
Το Instagram αποτελεί έναν ακόμη όπλο στην πορεία του υποκειμενικού. Αληθινό είναι ό,τι πιστεύω εγώ ότι είναι. Δεν χρειάζεται να μου το επιβεβαιώσουν οι άλλοι, η παράδοσή μας, η μελέτη, τα επιχειρήματα, οι συλλογικότητες, η Ιστορία. Μου φτάνει το μακιγιαρισμένο μου πρόσωπο. Η πόζα μου. Πίσω από αυτό όμως πάντοτε θα κρύβεται η ανάγκη νοήματος. Εκκλησία, οικογένεια, παιδεία ας αντισταθούμε στις ψευδαισθήσεις. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 7 Ιουνίου 2017