2/13/19

Σ’ ΑΓΑΠΩ Η’ ΣΕ ΘΕΛΩ;



Στους καιρούς μας το “σ᾽ αγαπώ” δεν λέγεται τόσο εύκολα. Οι άνθρωποι, επειδή έχουμε μάθει ότι οι επιθυμίες μας είναι το παν, προτάσσουμε στην σχέση το “σε θέλω”. 
Παλαιότερα η αγάπη θεωρούνταν προϋπόθεση για την εκπλήρωση της επιθυμίας και γι᾽ αυτό ο γάμος ήταν η αναμενόμενη έκβαση σχέσης, η οποία κρίνονταν ως σοβαρή όταν προχωρούσε στην προοπτική της οικογένειας. Ακόμη κι αν οι σχέσεις δεν κρατούσαν πολύ, κοινωνικά δεν θεωρούνταν αποδεκτή η ολοκλήρωσή τους, εφόσον δεν γινόταν εντός του γάμου ή, τουλάχιστον, με την βεβαιότητα ότι ο γάμος θα ακολουθήσει. Σήμερα, ο γάμος μοιάζει μακρινή προοπτική για την δεκαετία των 20 έως 30 ετών. Πολλοί πλησιάζουν τα σαράντα για να το αποφασίσουν. Προηγείται η καριέρα, η διασκέδαση, το “σε θέλω”. Και γι᾽ αυτό η μη συγκατάβαση της Εκκλησίας στις προγαμιαίες σχέσεις θεωρείται σήμερα ως εκτός τόπου και χρόνου νοοτροπία, ένας συντηρητισμός αχρείαστος και ανεφάρμοστος. 
Έτσι, το “σε θέλω” γίνεται έκφραση ενός πόθου, συχνά μόνο σωματικού. Λειτουργεί στην προοπτική της εκτόνωσης της επιθυμίας για τον άλλον σε επίπεδο ηδονής. Η σαρκικότητα θεοποιείται. Το κορμί θεάται αυτονομημένο από την όλη ύπαρξη, γίνεται καρπός προς αμοιβαία βρώση, ενώ η σχέση αντιμετωπίζεται ως μία προοπτική επιθυμητή, αλλά όχι αναγκαία. Το “σε θέλω” γίνεται σήμα κατατεθέν όλων των ηλικιών. Η εικόνα του άλλου γεννά την λαγνεία στον νου και την ίδια στιγμή κάνει την ψυχή να παραδίδεται στο εφήμερο. Η ευχαρίστηση είναι το κλειδί. Δεν μπορώ να ξέρω αν ταιριάζω με τον άλλο, εάν δεν ταιριάζουν τα σώματά μας. Δεν έχει νόημα να έχουμε σχέσεις αν δεν λειτουργούν στην προοπτική του “σε θέλω”.
Γι᾽ αυτό κι ο έρωτας γρήγορα μετατρέπεται σε ρουτίνα κι αυτό διαφαίνεται όταν το “σε θέλω” γίνεται καθήκον ή συνήθεια. Όταν υποχωρεί μπροστά στα παιδιά, την καριέρα, την δόξα. Όταν υποκαθίσταται από την εικόνα μας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Χωρίς το “σε θέλω” έρωτας δεν υπάρχει. Μόνο με το “σε θέλω” ο έρωτας περνά. Έτσι έρχεται και η απιστία στην σχέση, όταν το “ σε θέλω” αλλάζει πρόσωπο στο οποίο εκφράζεται. Όταν το μέχρι τώρα αντικείμενο του πόθου δεν μπορεί να προσελκύσει την κίνηση της καρδιάς και του κορμιού, διότι όλα έχουν κορεσθεί, έχουν παραδοθεί στην πλήξη ή έχουν αντικατασταθεί από άλλης ποιότητας ηδονές, όπως η δόξα και το χρήμα.
Το “σε θέλω” χωρίς το “σ᾽ αγαπώ” δεν έχει νόημα. Το ένα ενώνει τα σώματα, το άλλο ενώνει τις υπάρξεις. Διότι η αγάπη για τον άλλο τον καθιστά υποκείμενο, πρόσωπο, με αξία μοναδική. Γεννά σεβασμό στα συναισθήματά του, στα “θέλω” του, αλλά και απόφαση για υπέρβαση του “εγώ” μας, κυρίως στον δυσκολότερο χώρο του που είναι οι επιθυμίες. Ό,τι δηλαδή αποθεώνει ο πολιτισμός μας ως προϋπόθεση ευτυχίας, η αληθινή αγάπη υποτάσσει στην κοινωνία των υπάρξεων. Μας λέει ότι πρώτα πρέπει να βρούμε και να αποφασίσουμε συνοδοιπορία, με γνώμονα την ανοχή σε όλα και την ίδια στιγμή τον αγώνα να προοδεύσουμε στο να γινόμαστε η χαρά του άλλου, διορθώνοντας με την βοήθεια του Θεού τα πάθη και τα λάθη μας. 
Να ένας δρόμος τον οποίο η Εκκλησία θα μπορούσε να προτάξει, για να εξηγήσει μετά το γιατί λέει ΟΧΙ σε κάθε θέλω χωρίς αγάπη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 13 Φεβρουαρίου 2019

2/8/19

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΧΑΝΑΝΑΙΑ



«Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυΐδ, η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον»  (Ματθ. 15, 22-23)
« Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Αυτός δεν της απαντούσε λέξη.

                Ο Θεός σιωπά. Ζώντας σε μία εποχή όπου η απαίτηση για απάντηση σε κάθε λόγο, σε κάθε αίτημα είναι απόδειξη ότι έχουμε την αλήθεια και δε φοβόμαστε να την παρουσιάσουμε, ενώ η σιωπή είναι ένδειξη, ουσιαστικά απόδειξη αδυναμίας, ήττας, ενοχής, το να σιωπά ο Θεός στα αιτήματα, στους λόγους, στις προκλήσεις μας έναντί Του φαντάζει αδιανόητο. Αυτός ο Οποίος πιστεύουμε ότι είναι ο Παντοκράτορας, ο Δημιουργός, ο Ισχυρός, ο Εξουσιαστής να μην μιλά; Να μην εκπληρώνει το αίτημά μας; Να μην μας δίνει τη απάντηση στο «γιατί;» δεν πραγματοποιεί αυτό που του ζητάμε ή γιατί επιτρέπει να γίνεται ό,τι δεν επιθυμούμε; Δεν μπορούμε να το δεχτούμε. Και αμφιβάλλουμε αν μπορούμε να Τον δεχτούμε.
                Υπάρχουν διάφορες μορφές σιωπής του Θεού. Άλλοτε ο Θεός μας δίνει ευκαιρίες να λύσουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας και να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Ο Θεός αρνείται να παίξει τον ρόλο του υπερπροστατευτικού γονέα που έχει λύσεις για όλα, και επιλέγει να μας αφήνει να ματώνουμε, γιατί μπορούμε. Ο καθένας μας έχει τις δυνάμεις του, φανερές ή αφανέρωτες. Καλείται να τις ενεργοποιήσει. Δεν θα μπουσουλάμε για πάντα, αλλά πρέπει να περπατήσουμε. Κι αυτό μας αφήνει να κάνουμε ο Θεός. Σιωπώντας μας ενθαρρύνει να σηκωθούμε στα πόδια μας. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και για τα σωστά που μπορούμε να πράξουμε και για τα λανθασμένα, για τα οποία μπορούμε να μετανοήσουμε.
                Άλλοτε πάλι ο Θεός μας αφήνει να συνειδητοποιήσουμε τον δικό Του τρόπο για τον χρόνο. Εμείς ζητούμε εδώ και τώρα απάντηση, σημάδια. Εκείνος μας είπε ότι το σημείο του Ιωνά είναι η απάντηση σε πολλά από τα αιτήματά μας (Ματθ. 12, 38-42). Εμείς βλέπουμε το πρόσκαιρο, που είναι η κακία της Νινευί. Ο Θεός βλέπει το μακροπρόθεσμο που είναι η μετάνοια. Γι’  αυτό και δεν απαντά. Μας αφήνει να περιμένουμε, παρότι γνωρίζει ότι μέσα μας αναστατωνόμαστε. Μας δίνει όμως την ευκαιρία να καταλάβουμε ότι έχει αξία η προσμονή, όταν συνδυάζεται με την εμπιστοσύνη στον Θεό και την φανέρωση του θελήματός Του, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την φράση:  «δοκιμάζεται η πίστη μου».
                Άλλοτε πάλι ο Θεός θέλει να ηττηθούμε και γι’  αυτό σιωπά. Θέλει ο εγωισμός μας να χάσει, για να ξαναδούμε το θέλημά Του, τις προτεραιότητες που η ζωή μας μαζί με Εκείνον καλείται να έχει, μας αφήνει να πάθουμε για να μάθουμε. Ο άνθρωπος δεν συμβιβάζεται με την ήττα, γιατί νομίζει τον εαυτό του καλύτερο, ικανότερο, δυνατότερο, εξυπνότερο. Θεωρεί ότι η ζωή του χρωστά και ότι σε κάθε επιλογή του η απάντηση θα πρέπει να είναι ΝΑΙ. Όμως ο Θεός μας αφήνει να χάνουμε, γιατί ακόμη και τα πιο όμορφα όνειρα κάποτε μας ξεστρατίζουν από την οδό της αλήθειας για μας. Την οδό της σωτηρίας. Την οδό της αγάπης. Αγκιστρωνόμαστε στους δικούς μας παραδείσους και ξεχνούμε τον Παράδεισο που είναι ο Χριστός ως οδός, αλήθεια, ζωή, που είναι η αγάπη, η ταπεινότητα, κάποτε η ζωή μέσα από τα μάτια και των άλλων. Και τότε ο Θεός σιωπά.
                Υπάρχουν όμως και στιγμές που η σιωπή του Θεού είναι αβάσταχτη και ανεξήγητη. Πονά περισσότερο τότε, ιδίως μπροστά στον πόνο, την αρρώστια, τον θάνατο και μάλιστα τον ξαφνικό. Εκεί όπου κανένα «διότι»  δεν μπορεί να απαντήσει στον τριπλό πόνο του «γιατί;». Σ’  αυτόν για το περιστατικό καθαυτό. Στον πόνο και των άλλων που επιτείνει τον δικό μας. Και στον πόνο του λογισμού, τον οποίο ο διάβολος συνεχώς ενσπείρει μέσα μας για την απουσία του Θεού. Εκεί καλούμαστε να υπομείνουμε. Να μετανιώσουμε για τα λάθη και τα πάθη. Και να περιμένουμε. Αργότερα, συνήθως, αρχίζουμε και παίρνουμε κάποιες απαντήσεις. Η κύρια απάντηση όμως είναι κι εδώ η εμπιστοσύνη κι ας πονά.
                Όταν η Χαναναία πλησίασε και φώναξε στον Χριστό για την κόρη της που υπέφερε από δαιμόνιο, ο Χριστός δεν της απάντησε. Δεν έφυγε όμως από εκεί όπου βρισκόταν. Την άκουγε χωρίς να μιλά. Αυτό κάνει ο Θεός. Μας ακούει χωρίς να μιλά. Δεν φεύγει από κοντά μας, αλλά εμείς δεν Τον νιώθουμε, διότι θέλουμε το θέλω μας. Εκείνος όμως με κάποιον τρόπο , αν η καρδιά μας έχει πίστη, θα μας δώσει σημάδι της παρουσίας Του. Και η πρόσκαιρη σιωπή θα γίνει λαλούσα. Διότι όταν είναι παρών ο Χριστός στην ζωή μας και Τον αποδεχόμαστε, και η σιωπή γίνεται ήχος καθαρός που βοά «Δόξα Σοι». Όχι μόνο για όσα είναι σύμφωνα με το θέλημά μας, αλλά και για όσα μας δυσκολεύουν. Διότι τα πάντα είναι δικά Του και ο δρόμος μας. Αρκεί να πιστεύουμε και να είμαστε δίπλα Του εν τη Εκκλησία.   

Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 2019

2/6/19

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ


Η Εκκλησία εορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου το πρόσωπο και την ιδιότητα της μητέρας. Κατά την εορτή της Υπαπαντής η Παναγία πηγαίνει τον Χριστό στον ναό, εκπληρώνοντας  την νομική παράδοση του σαραντισμού.  Μας δείχνει έτσι την πλήρη συγκατάβαση του Χριστού στα ανθρώπινα, αλλά και την αίσθηση  της αποστολής “ως μάνας” που είχε στην ψυχή της η Μητέρα του Θεού και όλων των ανθρώπων.
Αυτή η αίσθηση της αποστολής δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το πνεύμα των καιρών μας. Για την σύγχρονη γυναίκα η μητρότητα δεν είναι προτεραιότητα. Οι σπουδές, η καριέρα, τα χρήματα, το να ζήσει την ζωή είναι τα στοιχεία εκείνα που μεταθέτουν χρονικά την μητρική λειτουργία. Δεν τιμάται άλλωστε από τους πολλούς η ιδιότητα της μάνας. Το star-system προβάλλει το πρότυπο του γυναικείου σώματος χωρίς τις ατέλειες και το βάρος της εγκυμοσύνης, ενώ για την σταδιοδρομία της γυναίκας στον επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο ένα παιδί δεν είναι ό,τι καλύτερο, καθώς την κάνει να χάνει χρόνο και δημοσιότητα, αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι για να το φροντίσει στα πρώτα βήματά του. Το φεμινιστικό κίνημα, εξάλλου, υπερτονίζει ότι το σώμα της ανήκει στην γυναίκα και αυτή θα αποφασίσει αν θα κάνει παιδί ή όχι. Έτσι δικαιολογείται και ο μεγάλος αριθμός εκτρώσεων.     
Ανάλογη είναι και η στάση των καιρών έναντι της πολυτεκνίας. Το να γεννήσει μία γυναίκα τρία και περισσότερα παιδιά θεωρείται ανεπιθύμητη πολυτέλεια. Τι να πει κάποιος για την πολιτεία που φορολογεί τις πολύτεκνες οικογένειες σαν να μην έχει καμία σημασία για το οξύτατο δημογραφικό μας πρόβλημα η αύξηση του πληθυσμού; Τι να πει όμως κάποιος και για την ντροπή που αισθάνεται ένα νέο κορίτσι αν πει δημόσια ότι θα ήθελε να κάνει περισσότερα από δύο παιδιά; Για την ειρωνεία ακόμη και του περιβάλλοντός της και για την παντελή έλλειψη υποστήριξης της ιδέας της από το σχολείο; Δεν μπορεί να είναι στόχος φανερός  για μία νέα κοπέλα το να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Η μητρότητα στο περιθώριο…
Είναι αυτονόητο ότι με τις διαπιστώσεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Όμως αν θυμηθούμε όλοι μας ότι μάς έχει γεννήσει μητέρα, προς την οποία η αγάπη μας είναι αναντικατάστατη, το όνομα της οποίας αναφωνούμε  σε κάθε δυσκολία, την φροντίδα της αναζητούμε σε κάθε γνήσια σχέση, για την αγκαλιά της δεν μπορούμε να βρούμε άλλη παρηγοριά, τότε υπάρχει ελπίδα να αλλάξουμε νοοτροπία.
 Άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι μπορούμε να αφυπνιστούμε. Να καταλάβουμε ότι η φύση μας περιλαμβάνει τις ιδιότητες του πατέρα και της μητέρας, για να ολοκληρωθούμε ως άνθρωποι, εφόσον δεν έχουμε επιλέξει κλήση μοναχική. Ότι η δωρεά της μητρότητας  είναι καλό να επιδιώκεται στην νεαρότερη ηλικία, διότι τότε η γυναίκα έχει δυνάμεις. Ότι η καριέρα, όση καταξίωση κι αν δίνει στην γυναίκα, δεν μπορεί να  αντικατασταθεί από το βλέμμα του παιδιού που λέει “μαμά” και ότι η μητρική ιδιότητα είναι εφ᾽ όρου ζωής δωρεά. Ότι αν η γυναίκα αποτύχει στον μητρικό της ρόλο, διότι δεν έδειξε την αγάπη και την έγνοια που χρειαζόταν, καμία καριέρα δεν την καταξιώνει. Η μητρότητα είναι το αντίδοτο της φύσης στον θάνατο. 
Η Παναγία ως μάνα ας ξαναγίνει πρότυπο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης  6 Φεβρουαρίου 2019


2/1/19

ΠΡΟΣΗΝΕΓΚΕΝ ΑΛΛΑ ΠΕΝΤΕ ΤΑΛΑΝΤΑ


«Προσελθών ο τα πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα λέγων: κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας. Ίδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα επ’  αυτοίς» (Ματθ. 25, 20)

Παρουσιάστηκε τότε εκείνος που είχε λάβει τα πέντε τάλαντα και του έφερε άλλα πέντε. «Κύριε», του λέει, «μου εμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα. Κοίτα, κέρδισα μ’  αυτά άλλα πέντε».

Συνήθως στην ζωή μας βλέπουμε τα πράγματα από την αρνητική πλευρά. Λειτουργούμε με απαισιοδοξία, η οποία πηγάζει από την ανασφάλεια και τον φόβο. Είμαστε ανασφαλείς διότι βλέπουμε περισσότερο τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν θέτουμε έναν στόχο, είτε προσωπικό, είτε επαγγελματικό, είτε πνευματικό. Περισσότερο θεωρούμε ότι οι συνθήκες, το περιβάλλον, οι άλλοι δεν θα μας επιτρέψουν να πετύχουμε τον στόχο μας και αυτό γεννά φόβο. Ο φόβος της αποτυχίας είναι και υπαρκτός και εγωιστικός. Κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο πως θα πετύχει όποιον στόχο θέτει. Και οι άλλοι είναι ένας παράγοντας τον οποίο οφείλουμε πάντοτε να λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας. Ο φόβος έγκειται στην λύπη την οποία θα ζήσουμε, αν το αποτέλεσμα  δεν είναι αυτό που θέλουμε. Έγκειται στα ερωτήματα αν άξιζε ο στόχος που βάλαμε, αν αξίζουμε εμείς, αν ο Θεός είναι μαζί μας εφόσον πιστεύουμε, γιατί η ζωή να είναι άδικη. Η αποτυχία υπονομεύει το εγώ μας και καθιστά τους φόβους μας πραγματικότητα.
                Στην παραβολή των ταλάντων ο τρίτος δούλος, αυτός που έλαβε ένα τάλαντο από τον κύριό του, έτσι ακριβώς σκέφτηκε. Θεώρησε δεδομένη την αποτυχία του να καλλιεργήσει το χάρισμα που έλαβε, θεώρησε άδικο ο κύριός του να λειτουργήσει ως δανειστής που ζητά πίσω αυτό που έδωσε, έκρινε και κατέκρινε, αλλά στην πράξη επικράτησε στην καρδιά του η οκνηρία. Προτίμησε να θάψει το τάλαντό του, γιατί ήταν βέβαιος ότι θα ζήσει την αρνητική εξέλιξη για την οποία είχε προετοιμάσει τον εαυτό του. Προτίμησε να κάνει την ζωή του, με την ιδέα ότι θα καθυστερήσει ο κύριός του να επιστρέψει, και όταν γυρίσει να του επιτεθεί λεκτικά, επιστρέφοντας τουλάχιστον ό,τι έλαβε. Θα ήταν τουλάχιστον εντάξει, καθώς δεν θα είχε σπαταλήσει το τάλαντο. Μοιάζει ο τρίτος δούλος με εκείνους τους ανθρώπους που μέσα στο μυαλό τους δεν είναι υπάκουοι και ευγνώμονες για ό,τι τους δίνεται, αλλά θεωρούν πως η ζωή τους χρωστάει και ότι έχουν δίκιο σε ό,τι λένε και σε ό,τι κάνουν. Επομένως αυτοί είναι «εντάξει»  και οι άλλοι που τους δίνουν και ζητούν από αυτούς είναι σκληροί και απαιτητικοί και άδικοι.
                Σε αντίθεση με τον τρίτο δούλο, ο πρώτος και ο δεύτερος λειτουργούν θετικά. Ευγνωμονούν τον κύριό τους για ό,τι τους εμπιστεύθηκε και σπεύδουν να το καλλιεργήσουν. Πρώτη έγνοια είναι να πάρει ο ευεργέτης τους πίσω με τόκο ό,τι τους έδωσε. Δεύτερη έγνοια να πάρουν και οι ίδιοι ό,τι τους χρειάζεται για να ζήσουν. Τρίτη έγνοια η χαρά της δημιουργίας, της προσθήκης, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες. Λειτουργεί στην καρδιά τους κι εδώ ο φόβος. Όχι όμως της αποτυχίας ή της σκληρότητας του κυρίου τους, αλλά της φιλοτιμίας. Παλεύω για να ευχαριστήσω αυτόν που με εμπιστεύθηκε και την ίδια στιγμή για να έχει νόημα και χαρά η ζωή μας. Ακόμη κι αν ηττηθώ, θα έχω τουλάχιστον προσπαθήσει.
                Η γκρίνια, ο φόβος και η ανασφάλεια είναι σημάδια βαθιάς απιστίας. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Χριστός μας δίνει «εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν» (Ματθ. 25, 15). Μας δίνει δηλαδή ανάλογα με την ικανότητά μας, δείχνοντας διάκριση, αγάπη και σεβασμό στην διαφορετικότητά μας. Από εμάς περιμένει υπακοή, φιλοτιμία και κόπο. Τα τάλαντα που είναι τα κάθε λογής χαρίσματα τα οποία έχουμε λάβει, δεν είναι προσωπικό μας κτήμα, αλλά δάνειο το οποίο καλούμαστε να ξεπληρώσουμε, όχι ως οικονομική σχέση, αλλά ως σχέση εμπιστοσύνης προς τον Δανειστή μας Θεό. Αν Εκείνος μας εμπιστεύεται, δίνοντάς μας κατά πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τα διδόμενα, τότε η διάθεσή μας θα είναι θετική. Και η σχέση μας με τους άλλους θα κινείται σ’ αυτήν την προοπτική. Θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, σαν να είναι όλοι φίλοι μας, και ακόμη κι αν οι στόχοι μας δεν εκπληρώνονται, θα δοξάζουμε τον Θεό διότι Εκείνος μας ώθησε στην οδό αυτή. Με πίστη θα καλλιεργούμε τα χαρίσματά μας, υλικά και πνευματικά, και θα Τον περιμένουμε. Από τα χρήματα θα ελεούμε. Τοι περίσσευμα του νου θα γίνεται λόγος φωτός, λόγος Ευαγγελίου. Το περίσσευμα της καρδιάς θα γίνεται συγχώρεση. Και η ψυχή και το σώμα μας θα συμμετέχουν στον κόπο της άσκησης. Στόχος να μη μένουμε στο εδώ της ζωής, αλλά να ανοιγόμαστε στο αιώνιο της Αγάπης Του.
                Αυτός που τα πέντε τα έκανε δέκα πήρε και το ένα τάλαντο του τρίτου δούλου. Ο Θεός προσθέτει σ’  αυτόν που παλεύει. Είναι μία ακόμη παρηγοριά σε μία εποχή στην οποία νομίζουμε ότι τα πάντα εξαρτώνται από το εγώ μας και ότι ο Θεός δεν νοιάζεται. Δεν είναι μόνο η επιβράβευση. Είναι ότι η αφθονία έρχεται σ’  αυτόν που υπακούει, φιλοτιμείται, κοπιάζει. Είναι προσθήκη χαράς και όχι κατ’  ανάγκην υλικότητας. Είναι σημάδι τελικά ότι στην ζωή της πίστης η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί τα πάντα και μας κάνει να αντέχουμε. Αρκεί να το θέλουμε!

Κέρκυρα, 3 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


                Σέρνει τα βήματά του προς τον ναό. Άλλη μια μέρα προσμονής. Από τότε που άκουσε την φωνή να του λέει ότι δεν θα φύγει αν δεν κρατήσει στα χέρια του Αυτόν που περιμένει κι ο ίδιος κι όλος ο κόσμος, μετρά τα βήματά του αργά και τα συνδέει με την προσμονή: «να ‘ ναι σήμερα;». Μια δεύτερη φωνή τού λέει μέσα του: « αν είναι σήμερα, μαζί Του θα φύγεις για πάντα για το άγνωστο. Θα πας σε μια χώρα στην οποία Αυτός  που θα αγκαλιάσεις δεν θα σε περιμένει, γιατί θα μείνει πίσω, για να κάνει το έργο Του. Είσαι εδώ κι Αυτός στο αλλού. Θα πας στο αλλού κι Αυτός θα μείνει εδώ. Μόνη σου παρηγοριά η στιγμή. Τι να την κάνεις, αφού ο θάνατος θα σε καταπιεί κι Εκείνος δεν θα μείνει μαζί σου για να σε παρηγορήσει; Καλός κι αυτός ο Θεός σου, συμφέρον δεν έχεις απ’  Αυτόν, κρίμα την υπηρεσία».
                Προχωρά. Εισέρχεται στον ναό. Τον χαιρετούν όλοι με σεβασμό. Είναι ο γέροντας. Τους κάνει εντύπωση που έρχεται για την εφημερία του. Άλλοι στην θέση του ξεκουράζονται. Περιμένουν το τέλος με ηρεμία. Μοιράζονται τις στιγμές με τους δικούς τους. Τελευταίες χαρές. Εκείνος όμως επιμένει. Η φωνή του έδωσε το μήνυμα. «Δεν θα φύγεις, αν δεν κρατήσεις Αυτόν που περιμένει όλος ο κόσμος». Και ο γέροντας μετρά τα βήματά του, φτάνει στο ιερό, ξεκινά το «Ελέησόν με ο Θεός» και δέχεται τους ανθρώπους. «Μια προσευχή, γέροντα, για το παιδί μου». «Μια προσευχή για τον άντρα μου που είναι άρρωστος». «Μια προσευχή, γέροντα, για τον πατέρα μου». «Μια προσευχή, γέροντα, για τον εχθρό μου».
Ταπεινά βαδίζει προς τον ναό. Κρατά στα χέρια της το αγοράκι της. Σαράντα μέρες, όλες γεμάτες από μνήμες. Ήρθε η ώρα σε έναν τόπο, όπου δεν κάμαρη δεν υπήρχε, ούτε για την επίτοκο.  Ήρθε η ώρα σε έναν τόπο όπου εκατοντάδες άνθρωποι της έλεγαν «Τι μας νοιάζει; να περιμένεις την σειρά σου». Είδε να βγαίνει από τα σπλάχνα της η Ζωή ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Μόνη της τον έντυσε με τα σπάργανα που κουβαλούσε μαζί της για την ώρα εκείνη. Ο συγγενής της, άνθρωπος γεμάτος υπομονή κι αγάπη, που διακριτικά την είχε στο πλάι του, έτσι ώστε να μην νιώσει κανείς ότι το παιδί ήταν κλεψίγαμο, αφού ήξερε ότι ήταν του Θεού, βοήθησε ώστε το νεογέννητο να μπει στο παχνί. Και την ώρα που μάνα και βρέφος ξεκουράζονταν μετά από το πρώτο κλάμα, το κορίτσι έζησε. Τις φωνές από τον ουρανό να ψάλλουν «Δόξα», τους απλούς στην καρδιά και στους τρόπους βοσκούς να της προσφέρουν ψωμί, γάλα και λίγο φρεσκομαγειρεμένο κρέας για να πάρει δύναμη, τους άλλους, τους παράξενα ντυμένους σοφούς, να προσκυνούνε το παιδί της και να Του προσφέρουν δώρα μοναδικά.
Προχωρά. Εισέρχεται στον ναό. Και θυμάται. Τον ιερέα την όγδοη ημέρα που έκανε το έθιμο της περιτομής και προσευχήθηκε για τον γιο της. Θυμάται όλα όσα έγιναν από τότε που  η ίδια κατάλαβε τον εαυτό της και ήρθε πρώτη φορά εκεί, στον ναό όπου έφερε τώρα το δικό της παιδί. Μία ζωή τόσο γεμάτη, που μόνο η σιωπή της καρδιάς μπορούσε να περιγράψει το μυστήριο. Κι ένα χαμόγελο στο κοίταγμα του βρέφους, μόνο όπως μια μάνα ξέρει να χαμογελά στο σπλάχνο της.
Προχωρά. Δίπλα της ο συγγενής της κρατά ένα ζευγάρι τρυγόνια κι ένα ζευγάρι περιστέρια, για να τα δώσει στον γέροντα. Και εκείνη, καθώς θαρρετά πλησιάζει  τον εφημέριο, μέσα της συζητά με το παιδί της. «Μια προσευχή, Υιέ και Θεέ μου, για τον γέροντα αυτό». «Μια προσευχή, Υιέ και Θεέ μου, γι’  αυτόν που οι άνθρωποι νομίζουν πατέρα σου ως ευχαριστώ». «Μια προσευχή, Υιέ και Θεέ μου, για τον κόσμον όλον, που δεν ξέρω πώς κι αν θα σε δεχτεί». «Μια προσευχή, Υιέ και Θεέ μου, για μένα, που πρέπει να ξαναγυρίσω στην Βηθλεέμ, γιατί η απογραφή δεν τελείωσε και φοβάμαι λίγο».
«Δικό σου;», της λέει ο γέροντας. «Του κόσμου όλου», απαντά το κορίτσι.  Και τότε ο γέροντας το’ νιωσε βαθιά στα σπλάχνα του. «Ήρθε η ώρα». Και μέσα του είπε: «το δικό μου ταξίδι στην χώρα από όπου λείπεις δεν με νοιάζει. Αρκεί που σε παίρνω στα χέρια μου τα τρεμάμενα από χαρά και δέος. Δεν ξέρω πότε θα έρθεις να με βγάλεις από το σκοτάδι, αλλά Εσύ είσαι η Χώρα των Ζώντων. Τώρα σε παίρνω αγκαλιά εγώ. Σου παραδίδω όμως την ψυχή μου, για να την πάρεις αγκαλιά στο δικό σου ‘για πάντα’. Σ’  αυτό της αγάπης που νικά τον χρόνο και τον θάνατο.  Σ’  αυτό που είναι Φως. Δόξα. Ρήμα Αιωνιότητας». Του’  ρθε να ρωτήσει το κορίτσι. Μα το δάκρυ που λαμπύρισε στα μάτια του τον έκανε μόνο ν’ απλώσει την αγκαλιά του. Το κορίτσι άφησε το βρέφος στα τρεμάμενα χέρια του γέροντα. Κι εκείνη την στιγμή αυτός που έφευγε κράτησε στα χέρια του τον ουρανό. «Ο ων, ο ην και ο ερχόμενος» χαμογέλασε τρυφερά, παιδιάστικα. «Γέρων κεκμηκώς κατέχει εν χερσί τον επιβλέποντα προς την γην και ποιούντα αυτήν τρέμειν».
Μία στιγμή δίνει το «για πάντα»!  

Κέρκυρα, 2 Φεβρουαρίου 2019
π. Θ.Μ.

1/30/19

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, συνειδητά από την Πολιτεία και εξ αδιαφορίας από την Εκκλησία, μετετράπη οριστικά σε αργία, εκτός από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, και για τα Δημοτικά και για τα Νηπιαγωγεία. Προφανώς και η Εκκλησία θα συνεχίζει να την εορτάζει στις 30 Ιανουαρίου κάθε χρόνο. Όμως για την ελληνική πολιτεία το παραδοσιακό περιεχόμενο της γιορτής, με εκκλησιασμό, ομιλίες και ένα αίσθημα σύνδεσης χριστιανισμού και ελληνισμού, θα υποβαθμίζεται περαιτέρω, μέχρις ότου σβήσει οριστικά. Όσοι ρομαντικοί επιμένουμε ότι και η Πολιτεία οφείλει να διασώζει την ταυτότητα του Ελληνισμού θα διαπιστώνουμε ότι η πίστη δεν έχει σχέση με τους στόχους του κράτους μας, το οποίο πορεύεται προς μία παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα χωρίς διάθεση να έχει στηρίγματα αυτοδιάθεσης και αυτεπίγνωσης. Σειρά, άλλωστε, μετά τα Θρησκευτικά έχει και η Ιστορία για μεταρρύθμιση.
Αξίζει όμως να θυμίζουμε στους εαυτούς μας όψεις τού γιατί τιμούμε τους Τρεις Ιεράρχες ως προστάτες όχι μόνο της πίστης, αλλά και της παιδείας, των γραμμάτων. Μία από αυτές έχει να κάνει και με τις παιδαγωγικές αρχές του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες. 
Οι Τρεις Πατέρες θεωρούν ότι σκοπός της ζωής, όπως και της παιδείας, είναι η αγιότητα.  Η μόρφωση του ανθρώπου δεν αποσκοπεί στο να κάνει επίδειξη γνώσης, να διακριθεί ανάμεσα στους άλλους για να φανεί το εγώ του, αλλά στο να τον βοηθήσει να ακολουθήσει την οδό της εκζήτησης της σχέσης με τον Θεό, την οδό της αρετής που οδηγεί στην πάλη εναντίον των παθών. Γι᾽ αυτό και η παιδεία συνδυάζεται με την καλλιέργεια του ήθους. Στην ιστορία της Εκκλησίας άσημοι και ταπεινοί άγιοι υπέταξαν τους σοφούς και τους ρήτορες του κόσμου τούτου, στηριγμένοι στην μόρφωση της πίστης.
Παράλληλα, οι Τρεις Ιεράρχες επισημαίνουν την ανάγκη για συνέπεια λόγων και έργων. Γονείς και δάσκαλοι καλούνται να ζούνε όπως πιστεύουν, ώστε να γίνονται το αυθεντικό παράδειγμα στα παιδιά τους. Ακόμη, οι γονείς καλούνται να βάζουν όρια στα παιδιά τους, νόμους και κανόνες, ώστε να μην ικανοποιούνται άκριτα όλες οι επιθυμίες τους και να μάθουν να εκτιμούν τα απαραίτητα. Παράλληλα, η ασκητικότητα της παράδοσης μας, η νηστεία, η υπακοή, η αποφυγή της πολυτέλειας, κυρίως όμως η μάθηση στην αγάπη αποτελούν τρόπους αγωγής των παιδιών στο αυθεντικό. 
Οι παιδαγωγικές αυτές αρχές δεν ήταν πρωτοποριακές μόνο για την εποχή που εκφράστηκαν, αλλά διατηρούν ακέραιη την φρεσκάδα τους και στους καιρούς μας. Είναι συνδεδεμένες με την δύναμη της πίστης στον Θεό, η οποία δίνει ελπίδα. Ταυτόχρονα, μας προκαλούν σε έναν γόνιμο διάλογο με την ιστορική μας παράδοση, καθώς οι Τρεις Ιεράρχες συνέδεσαν τον αρχαιοελληνικό με τον χριστιανικό τρόπο. Δεν απέρριψαν το ελληνικό χθες, αλλά συνέστησαν στους νέους να ωφελούνται από τα αρχαία γράμματα, όπως οι μέλισσες που επιλέγουν ό,τι είναι χρήσιμο. Ζήτησαν δηλαδή κριτική σκέψη, επίγνωση της χριστιανικής ταυτότητας και μπόλιασμά της με  ό,τι ωραίο ο ελληνισμός είχε να δώσει, δίχα της ηθικής διαφθοράς και της αμαρτίας.
Η ελπίδα της Ανάστασης και η έμπρακτη αγάπη κάνουν το παράδειγμα ζωής των Πατέρων μας πολυτιμότατο και για μεγάλους και για μικρούς! Ας συνεχίζουμε να τους γιορτάζουμε, εις πείσμα των καιρών!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανὀς
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2019

1/26/19

ΤΟ ΣΚΑΡΦΑΛΩΜΑ



Και προδραμών ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι δι’  εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι (Λουκ. 19, 4)
«Έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, γιατί θα περνούσε από κει»


                Στην εποχή μας οι άνθρωποι διατυμπανίζουμε τις επιτυχίες μας, τα χρήματά μας, το σώμα μας, τις ικανότητές μας. Έχουμε εφεύρει έναν τρόπο που ονομάζεται life-style  και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μέσα από τα οποία παρουσιάζουμε τον εαυτό μας, μετατρεπόμενοι σε ναρκισσιστές. Η εικόνα μας δεσπόζει, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο. Και κρίνουμε τους άλλους από την δική τους εικόνα. Δεν είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε τα συναισθήματά μας και τα δικά τους, τις πράξεις τους και τις πράξεις μας, να δούμε ποιο νόημα ζωής έχουμε και ποιο εκείνοι. Όχι για να απορρίψουμε, αλλά για να συμπαθήσουμε. Όχι για να αποδεχθούμε ελαφρά τη καρδία όσα συμβαίνουν στην ζωή μας και στις ζωές τους, αλλά για να μη μείνουμε σ’   αυτά. Να δούμε παραπέρα. Μόνο έτσι μπορούμε να αντέξουμε την λύπη, την αποτυχία, τον θάνατο, την απόρριψη.
                Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται μία στροφή εντός μας. Αυτό που η Εκκλησία ονομάζει και βιώνει ως μετάνοια σημαίνει την επίγνωση με ταπεινότητα ότι δεν είμαστε άψογοι. Ότι πρυτανεύει το «εγώ» μας και λυπούμε τους άλλους ή τους αφήνουμε να μας εκμεταλλεύονται, για να τους εκμεταλλευόμαστε με τη σειρά μας. Ή δυσανασχετούμε γιατί δεν μπορούμε να είμαστε σε θέση εξουσίας, σε θέση δόξας και προβολής, σε θέση ικανοποίησης των θελημάτων μας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το εγώ μας να μας τυφλώνει και να ελκόμαστε από τα πάθη μας. Να ξαστοχούμε. Γιατί η προβολή της εικόνας μας συνδέεται με την υπερηφάνεια, τον εγωκεντρισμό, ένα αίσθημα παντοδυναμίας και εξουσίας και αυτά όλα μας αρρωσταίνουν.
                Η μετάνοια είναι συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Και η ταπείνωση προϋποθέτει την απογύμνωση από τον εαυτό που θέλουμε να αλλάξουμε, να απορρίψουμε. Η συνάντηση του Χριστού με τον αρχιτελώνη και πλούσιο Ζακχαίο στην Ιεριχώ αυτό δείχνει. Ο Ζακχαίος, στο άκουσμα ότι έρχεται ο Χριστός αισθάνεται την ανάγκη να Τον δει. Αυτή η ανάγκη δεν είναι αποτέλεσμα περιέργειας, ούτε ένα αίσθημα μετοχής στο life-style των πολλών. Συχνά μας συμβαίνει να θέλουμε να δούμε κάποιον διάσημο, κάποιον ξεχωριστό, για να δηλώνουμε ότι ήμασταν κι εμείς εκεί. Ο Ζακχαίος συγκλονίζεται εντός του. Συνειδητοποιεί στην παρουσία του Θεανθρώπου ότι έχει ξαστοχήσει στην ζωή του. Ότι διάλεξε έναν δρόμο χωρίς αγάπη, έναν δρόμο εκμετάλλευσης των άλλων, κυρίως υλικής. Ότι στην πράξη θεοποίησε το χρήμα και την χρήση του, ενώ, χωρίς να τον ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών που τον θεωρούσαν άνδρα αμαρτωλό, αισθανόταν ότι είχε την εξουσία να τους επιβληθεί. Άλλωστε, πολλοί από αυτούς πιθανότατα αν ήταν στην θέση του, το ίδιο θα έκαναν!
                Η συνειδητοποίηση φέρνει μετάνοια. Και η μετάνοια συνδέεται με την ταπείνωση. Ο Ζακχαίος διαλέγει τώρα ένα άλλο είδος προβολής: αυτό της αυτογελοιοποίησης για τους πολλούς, αλλά και της χαμένης παιδικότητας για τον ίδιο. Σκαρφαλώνει στην συκομορέα, όπως θα έκανε ένα παιδί θέλοντας να παίξει ή να φάει τους καρπούς της. Δεν λογαριάζει την ειρωνεία και την αποδοκιμασία όσων των γνώριζαν, όχι τόσο των εχθρών του, αλλά των φίλων του που θα θεωρούσαν την στάση του ακατανόητη.  «Τρελάθηκε ο Ζακχαίος», θα έλεγαν. Όμως για τον ίδιο αυτό το σκαρφάλωμα ήταν η απόδειξη ότι είχε ξαναβρεί την αθωότητα, την αγάπη, την χαρά της παιδικότητάς του, ότι εκείνη την στιγμή  που οι άλλοι θα γελούσαν εις βάρος του, αυτός είχε βρει τον πολύτιμο μαργαρίτη, Εκείνον που είπε ότι μόνο στα παιδιά και στην καθαρή από κακία καρδιά τους ανήκει η βασιλεία των ουρανών!
 Και Εκείνος θα ζητήσει από τον Ζακχαίο, αφού ξαναβρήκε την παιδικότητα διά της μετανοίας, να γίνει και πάλι ενήλικας. Μόνο που τώρα η ενηλικίωση του Ζακχαίου θα συνοδευτεί από έμπρακτες αποδείξεις της μετανοίας. Από την δοχή του Χριστού στο σπίτι του. Από την μετάνοια και της οικογένειας. Από την ελεημοσύνη στους φτωχούς και στους αδικημένους από αυτόν. Στην χαρά ότι σώθηκε. Στο καινούργιο ξεκίνημα!
Το σκαρφάλωμα του Ζακχαίου μας υποδεικνύει ότι η προβολή των προσόντων και χαρισμάτων  δεν είναι ό,τι ζητά ο Θεός από εμάς, αλλά η μετάνοια και η ταπείνωση που συνοδεύονται από το μοίρασμα των χαρισμάτων μας. Ας ξαναβρούμε την παιδικότητα της καρδιάς μας εντός της Εκκλησίας και ας ζητούμε κι εμείς να δούμε τον Χριστό τόσο εν τοις μυστηρίοις και εν τη Ευχαριστία όσο και εν τω προσώπω του πλησίον μας!

Κέρκυρα, 27 Ιανουαρίου 2019