6/16/18

ΜΟΛΙΣ ΥΠΕΡ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΙΣ ΑΠΟΘΑΝΕΙΤΑΙ



Αν ρωτούσαμε τους εαυτούς μας ή τους άλλους ανθρώπους κατά πόσον θα μπορούσαμε να θυσιαστούμε, να παραιτηθούμε από τα δικαιώματά μας, από ό,τι θεωρούμε σημαντικό, ακόμη και από την ίδια την ζωή μας, η απάντηση θα ήταν  πιθανότατα αρνητική για τους περισσότερους. Ζούμε τον πολιτισμό των δικαιωμάτων. Η συλλογικότητά μας νοείται μόνο στην προοπτική της προστασίας τους. Γι᾽ αυτά διαμαρτυρόμαστε. Αρχές και αξίες που παλαιότερα μας συγκινούσαν, όπως ο πατριωτισμός, η παράδοση, η θρησκευτικότητα, ακόμη και η οικογένεια, έχουν εισέλθει στην λογική της απομάκρυνσης από το προσκήνιο της ζωής. Άλλωστε τέτοιες αρχές προϋποθέτουν παραίτηση από δικαιώματα, προϋποθέτουν θυσία, προϋποθέτουν ακόμη και εγκατάλειψη της ίδιας της ζωής μας.
Παλαιότερα υπήρχε η λογική της υπεράσπισης του δικαίου και των δικαίων. Οι άνθρωποι συγκινούμασταν από ένα αίσθημα αλληλεγγύης έναντι όσων βλέπαμε ότι αδικούνται από τους εκάστοτε ισχυρούς. Ακόμη και σήμερα, στην καθημερινότητά μας, μπορούμε να διακρίνουμε ποιος φταίει σε λανθασμένες συμπεριφορές. Ποιος δεν στέκεται σωστά σε μία σχέση. Ακόμη κι αν το συμφέρον τελικά δεν μας αφήνει να στηρίξουμε το δίκαιο, εντούτοις μέσα μας, η φωνή της συνείδησής μας, μάς το υπαγορεύει. Ωστόσο μία τέτοια υπεράσπιση του δικαίου ως στάση ζωής ολοένα και φθίνει ως προτεραιότητα. Μας αφορά περισσότερο το “εγώ” μας. Όταν αυτό θίγεται, μπορεί να φωνάξουμε. Όταν αδικείται ο διπλανός μας, αρκούμαστε σε μία ηθική αναγνώριση του λάθους, συνιστούμε υπομονή, αλλά δεν πιστεύουμε ότι είναι δική μας ευθύνη να καταδικάσουμε την αδικία ευθέως και να παλέψουμε για την αποκατάστασή της. Αφήνουμε την πορεία της ζωής στο έλεος του Θεού ή στην ανθρώπινη δικαιοσύνη ή γκρινιάζουμε, κατακρίνουμε, χωρίς όμως να παλεύουμε για να διορθώσουμε και να διορθωθούμε. Έχουμε κλειστεί σε έναν ατομοκεντρισμό, ο οποίος, αργά, αλλά σταθερά, απομακρύνει τον άνθρωπο από την ουσία τόσο των δικαιωμάτων, όσο και της διαφορετικότητας, αλλά και του βαθύτερου περιεχομένου των ανθρώπινων σχέσεων, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφίσταται της αγάπης και της καλοσύνης, όπως επίσης και της συμπαραστασης με κάθε τρόπο έναντι όσων αδικούνται. “Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην…”.
Ας σκεφτούμε έναν ωραίο λόγο του αποστόλου Παύλου στην προς Ρωμαίους επιστολή του, ο οποίος συγκρίνει την στάση των ανθρώπων με την στάση του Θεού έναντί μας: “μόλις υπέρ δικαίου τις αποθανείται. Υπέρ αγαθού τάχα τις και τολμά αποθανείν” (Ρωμ. 5, 7). “ Δύσκολα θα έδινε κάποιος την ζωή του ακόμη και για εναν δίκαιο άνθρωπο. Ίσως αποφάσιζε κάποιος να πεθάνει για κάποιον καλόν άνθρωπο”. Και όμως, ο Χριστός πέθανε, θυσίασε τον εαυτό Του, μολονότι δεν είχε καμία αμαρτία ενώ η θεϊκή Του φύση, όντας αθανάτη, μπορούσε να μεταδώσει το ιδίωμα της αθανασίας στην ανθρώπινη. Ο Χριστός πέθανε για όλους εμάς. Για τον καθε άνθρωπο, δίκαιο και άδικο. Σπουδαίο και άσημο. Των καιρών που ο Χριστός έζησε, αλλά και κάθε εποχής. Γι᾽ αυτούς που Τον πίστεψαν και θα Τον πιστέψουν, αλλά και για όλους εκείνους που για διάφορους λόγους θα Τον αρνηθούν, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία. Αυτό ονομάζεται αγάπη που νικά τον θάνατο διά του θανάτου.
Οι άνθρωποι έχουμε εγκλωβισθεί σε έναν πολιτισμό δικαιωμάτων, γιατί απουσιάζει από τις ζωές μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, η αγάπη. Δεν είναι προτεραιότητά μας το μοίρασμα, αλλά η επιβολή και η εξουσία. Δεν θέλουμε να πορευόμαστε με γνώμονα την σχέση με τον άλλο, αλλά με κριτήριο τι είναι καλό για μας και μάλιστα στην προοπτική του παρόντος κόσμου. Έτσι τα πάντα γίνονται δικαίωμα και τίποτα, ούτε ιστορία, ούτε παράδοση, ούτε δικαιοσύνη, ούτε θεσμοί, ούτε ο πλησίον, ούτε ηθική δεν έχουν σημασία όσο το “εγώ” μας. Και μια τέτοια νοοτροπία, όταν διαποτίζει με κάθε τρόπο και μέσο, από την εικονική πραγματικότητα και την δύναμη της τεχνολογίας, μέχρι την αθώωση όποιου πληγώνει τον άλλο με την συμπεριφορά του, είναι μία νοοτροπία θανάτου, για την οποία ο Χριστός πέθανε, ώστε να βγούμε από αυτήν.
Είναι μάταιο να επιζητούμε συνολικές αλλαγές, να υπάρξει δικαιοσύνη στον κόσμο. Είναι μάταιο να ψάχνουμε για εκείνους τους ήρωες, οι οποίοι με ασυμβίβαστο φρόνημα θα παλέψουν για την αγάπη, για το κοινό νόημα, που θα σεβαστούν ό,τι συγκροτεί συλλογικότητες και κοινωνία. Μπορούμε όμως ο καθένας μας, μέσα από την πίστη στον Χριστό και την μετοχή στην ζωή της Εκκλησίας, ακόμη κι αν αυτή δείχνει παραδομένη εξωτερικά  και θεσμικά στον ύπνο του συμβιβασμού, να παλέψουμε και να δώσουμε ζωή. Όσο αντέξουμε. Από μία προσευχή και ένα κερί, από ένα πιάτο φαγητό και έναν καλό λόγο, από λίγο χρόνο που θα θυσιάσουμε, μέχρι τα μεγάλα και ξεχωριστά, που είναι η ομολογία της πίστης και της ελπίδας στον Χριστό και την Ανάσταση των πάντων, που είναι η αγάπη και η συγχωρητικότητα, που είναι το μοίρασμα των χαρισμάτων μας, που είναι η έγνοια για όσους περισσότερους μπορούμε, που είναι η άρνηση να ταυτιστούμε με το κοσμικό φρόνημα, ακόμη κι αν ζούμε τις πτυχές του στην καθημερινότητά μας, που είναι ένα ήθος αντίστασης ως σπίθα η οποία θα κρατήσει ζωντανή την ελπίδα και άλλα που ο καθένας μπορεί, όλα αυτά δείχνουν ότι μπορούμε να πεθάνουμε για έναν αγαθό άνθρωπο, αλλά και να μιμηθούμε τον Χριστό!
“Κι αν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί”, λέει ο ποιητής (Τ. Λειβαδίτης).  Θάνατος δεν είναι μόνο μία οραματική ιδεολογία. Είναι η επίγνωση της αλήθειας ότι ο πλησίον είναι η προτεραιότητα. Ότι η αγάπη νοηματοδοτεί. Και για να την ζήσουμε αυτή την επίγνωση χρειάζεται άλλος νους, δηλαδή θάνατος νοοτροπίας, δηλαδή πνευματικότητα Αγίου Πνεύματος, ζωή εκκλησιαστική. Ας είμαστε δίκαιοι στην δική μας ζωή και ας μην συμβιβαστούμε με την νοοτροπία του “όλα δικά μου, όλα εγώ”. Ας μην αρκούμαστε στην συμβατική απόρριψη του ψεύτικου, του δικαιωματικού, της αδικίας, αλλά με προσευχή στον Θεό, με λόγο σαφή, με ανάληψη ευθύνης, με αφοβία ας παλέψουμε. Όχι για να σκοτώσουμε ή να σκοτωθούμε, δηλαδή αντιγράφοντας “για καλό” δήθεν την οδό της αδικίας, αλλά για μετάνοια και αγάπη. Και ο Χριστός θα είναι μαζί μας!

Κέρκυρα, 17 Ιουνίου 2018


6/13/18

ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ



                Οι Πανελλαδικές εξετάσεις ανέκαθεν ήταν συνδεδεμένες με την εκπλήρωση των νεανικών ονείρων για μια νέα πορεία. Η επιτυχία σ’ αυτές είναι η πρώτη μεγάλη επιτυχία στην νεανική ζωή, δικαίωση για έναν μεγάλο κόπο, επιβίωση σε ένα παιχνίδι ανταγωνισμού, άνοιγμα ενός παραθύρου με θέα στο μέλλον, αλλά και απογαλακτισμός από το πατρικό σπίτι, χρόνος ενηλικίωσης. Η τελευταία μέρα των εξετάσεων συνοδεύεται από την ανακούφιση, την χαρά, το αίσθημα ότι δεν έχει άλλο. Ακόμη και το λογικό άγχος για τα αποτελέσματα δεν μπορεί να ισοσταθμιστεί με το αίσθημα ότι κάτι μεγάλο τελείωσε και ότι ο νέος αντιμετώπισε την πρώτη μεγάλη πρόκληση της ζωής του.
                Δεν ωφελεί ο μεγαλύτερος να θέλει να υπενθυμίσει στον νέο ότι τίποτε δε τελείωσε, αλλά όλα έχουν συνέχεια. Ότι χρειάζεται μέτρο στην χαρά και στην λύπη. Ότι τα όνειρα υπάρχουν για να αλλάζουν. Ότι η νίκη και η ήττα δεν είναι συνολική της προσωπικότητας, αλλά έχει να κάνει με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συμμετείχε ο νέος στις εξετάσεις, με την ικανότητα να αντιμετωπίσει επαρκώς την στιγμή, με την φώτιση, με την δυνατότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις ενός συστήματος που ζητά χωρίς να έχει προσφέρει αντίστοιχα. Ότι αληθινός νικητής είναι αυτός που συνεχίζει, που ξέρει ότι σκαλί-σκαλί έρχεται η πρόοδος, που μπορεί να αδράξει τις ευκαιρίες, που γνωρίζει να φυλά τον εαυτό του από τα μεγάλα λάθη, που έχει λίγο πάθος σε ό,τι κάνει, δηλαδή αγαπά. Αληθινός νικητής είναι αυτός που ταξίδεψε στην γνώση και την έκανε κτήμα ζωής. Που μπόρεσε να δει τον εαυτό του μέσα από την περιπέτεια των εξετάσεων. Που κατάλαβε τον χαρακτήρα του, που έκλαψε ή γέλασε, αδιάφορο, αλλά φάνηκε αληθινός. Που ένιωσε ότι δεν είναι εγωισμός να θέλεις να είσαι πρώτος, αλλά να νομίζεις ότι η ζωή σου χρωστά και δεν πρέπει να αποδεχθείς κανένα άλλο αποτέλεσμα εκτός από το «θέλω» σου.  
                Οι περισσότεροι νέοι ή το ανακαλύπτουν αυτό αργότερα, στην απογοήτευση της πανεπιστημιακής σχολής, ακόμη κι αν την έχουν επιλέξει, ή όταν διαπιστώνουν ότι κανένα πτυχίο δεν τους εξασφαλίζει την αποδοχή της σχέσης. Ότι στο πανεπιστήμιο χρειάζεται να συνεχίσεις να παλεύεις όχι μόνο να μάθεις, αλλά να σε αγαπήσουν και να αγαπήσεις και ότι αυτό δεν έχει να κάνει με την fast track νοοτροπία των καιρών  που ονομάζεται «να περνάς καλά». Ότι καμία εργασία δεν θα σου χαριστεί και ότι τελικά θα γίνεις ένας μικρός είλωτας, τουλάχιστον στον χρόνο που θα πρέπει να δαπανάς, για να φτάσεις σε ένα ελάχιστο αξιοπρέπειας. Ότι το «θα κάθεσαι», όνειρο των παλαιών, είναι όχι απλώς ουτοπία, αλλά εξαναγκασμός γιατί δύσκολα θα βρεις εργασία στα μέτρα σου και ανάλογα με τις σπουδές σου. Ότι η υπομονή και το τρέξιμο σου χαρίζουν πρόοδο και όχι ένα μαγικό χέρι που σου τα φέρνει όλα κατά πώς νομίζεις ότι σου αξίζει.
                Σ’ αυτόν τον δρόμο η πίστη στον Θεό είναι πολύτιμος παράγοντας. Γεννά ελπίδες εκπλήρωσης ονείρων, αλλά και εμπιστοσύνη ότι η πρόνοιά Του θα ανοίξει δρόμους που θα είναι προς αληθινό όφελος. Η πίστη δεν είναι παθητικότητα, αλλά συνέργεια στον αγώνα του αγαθού. Ας την βρούμε αναζητώντας την Εκκλησία των σχέσεων, χωρίς να φοβηθούμε από την Εκκλησία των τύπων!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 13 Ιουνίου 2018

6/8/18

ΤΑ ΚΡΥΠΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ



                Οι άνθρωποι έχουμε τα μυστικά μας. Δεν έχουν να κάνουν μόνο με το τι δεν θέλουμε να γνωρίζουν οι άλλοι σχετικά με τις πράξεις ή τη συμπεριφορά μας έναντί τους. Με αυτό που ονομάζουμε αυθεντική ηθική μας και που έχει να κάνει με το ποιες αρχές κατευθύνουν την ζωή και την συμπεριφορά μας, ποια είναι τα «πρέπει» μας, τα οποία φαινομενικά αγωνιζόμαστε να τηρήσουμε,  αλλά στην πράξη δεν τα καταφέρνουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα. Τα κύρια μυστικά μας έχουν να κάνουν με τον ίδιο μας τον εαυτό. Τι πραγματικά μας απασχολεί. Ποιο είναι το βάθος της ύπαρξής μας. Τι θα θέλαμε και επειδή δεν μπορούμε ή δεν είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για να το αποκτήσουμε, το κλείνουμε μέσα μας, αλλά αυτό διαμορφώνει την συμπεριφορά μας, αν και όχι πάντα εμφανώς, μας κάνει να δείχνουμε πως δεν ξέρουμε γιατί φερόμαστε με τρόπο αναπάντεχο, μας κλείνει με τη σειρά του εντός μας, μάς καθιστά ανικανοποίητους, γκρινιάρηδες, μελαγχολικούς.  
                Τα κρυπτά των ανθρώπων  έχουν να κάνουν με τις επιθυμίες μας. Έχουν να κάνουν με τις πράξεις μας, αυτά για τα οποία εξωτερικά θα ντρεπόμασταν να τα φανερώσουμε ή δεν θα θέλαμε να γίνεται λόγος. Ό,τι ονομάζουμε ιδιωτικότητα. Ό,τι έχει να κάνει με την σάρκα και το φρόνημά της. Ό,τι κατά βάθος μας αρέσει, αλλά προσποιούμαστε πως δεν πρέπει και το κατακρίνουμε στους άλλους. Μία στάλα κόλαση την οποία έχουμε κρύψει πίσω από τους λόγους περί Παραδείσου. Τα κρυπτά έχουν να κάνουν με τον «ζοφώδη και ασέληνο έρωτα της αμαρτίας», όπως αναφέρει η οσία Κασσιανή στο τροπάριό της για τη πόρνη γυναίκα. Μόνο που εκείνη η πόρνη παραδεχόταν αυτό που της άρεσε και δεν έπαιζε τον υποκριτικό ρόλο ότι το καταδίκαζε. Αισθανόταν  την ανημπόρια έναντί του, αλλά και ότι ευχαριστιόταν με την αμαρτία της.
                Για τους ανθρώπους που δεν έχουν γνωρίσει τον Χριστό ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι έχουν τον νόμο Του εντός τους και ότι για κάθε φανερό ή κρυφό έργο, σκέψη, επιλογή ισχύει το «συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιον διά Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 2, 15-16). «Στο ότι οι εντολές του νόμου του Θεού είναι γραμμένες στις καρδιές τους συμφωνεί και η συνείδησή τους, που η φωνή της τούς τύπτει ή τους επαινεί ανάλογα με την διαγωγή τους και όλα αυτά θα γίνουν την ημέρα που ο Θεός διά του Ιησού Χριστού θα κρίνει τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων, όπως λέει το ευαγγέλιο».
                Θα κριθούμε για τα κρυπτά μας, πρώτα κατά την ώρα του θανάτου μας και κατόπιν στην ανάσταση τω νεκρών, αν και ήδη κρινόμαστε από την ζωή και τις περιστάσεις τους, από τους άλλους και τον εαυτό μας, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούμε.  Έχουμε ως μάρτυρα την συνείδησή μας η οποία διευθύνει την σύγκρουση των αντίθετων λογισμών, αυτών που συνηγορούν στο δικαίωμά μας να χαιρόμαστε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις πράξεις όταν είναι αντίθετες στον λόγο του Θεού ή κινητοποιούν την αντίσταση και την μετάνοια. Δεν είναι μόνο έργο του πονηρού, του διαβόλου, του κακού η ευχαρίστηση του κρυπτού ή η προετοιμασία για την εκπλήρωση επιθυμιών που αντίκεινται στο Ευαγγέλιο ή η απόγνωση στην οποία πέφτουμε όταν αυτές δεν μπορούμε να τις ικανοποιήσουμε, η σκοτεινή μας πλευρά δηλαδή. Είναι συνηγορία της απόφασής μας να φιμώσουμε την συνείδησή μας. Να αγνοήσουμε ότι υπάρχει Ευαγγέλιο. Ή να παραδοθούμε στο ότι άνθρωποι είμαστε και δικαιούμαστε να κάνουμε αυτό που μας αρέσει ή να επιθυμούμε ακόμη κι αυτά που ο Θεός δεν τα θέλει, διότι δεν είναι αγάπη, δεν δίνουν ζωή, αλλά μας τραβούν προς τον θάνατο του εγκλωβισμού στο εγώ μας ή στην φθορά του σαρκικού φρονήματος.
                Ο Θεός είναι αγάπη. Είναι πατρότητα. Είναι συγχώρεση. Είναι όμως και παντογνώστης. Απέναντί Του δεν υπάρχουν κρυπτά, δεν υπάρχουν μυστικά. Όλα είναι διάφανα. Η αίσθηση ότι μας ευφραίνει το κακό, το αντίθετο με το θέλημά Του προϋποθέτει, αν πιστεύουμε, μία στάση εντός μας και μία απόφαση να δούμε ποιον αγαπούμε ή ποιον θέλουμε να αγαπούμε.  Αν η επιλογή μας είναι ο Θεός, τότε εν μετανοία ακούμε την συνείδησή μας, η οποία μας λέει να βρούμε την οδό της αλήθειας και της αρετής, με τον απαιτούμε νο κόπο. Αν η επιλογή μας είναι ο Θεός, αλλά δεν αντέχουμε να μην αγαπούμε τις αντίθεες επιθυμίες μας, ο δρόμος περνά μέσα από την μετάνοια, την πάλη εναντίον των λογισμών, αλλά θέλει χρόνο πολύ και όχι απογοήτευση για όσα δεν μπορούμε. Δεν είμαστε μόνοι μας άλλωστε. Το πρόβλημα έγκειται όταν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε αυτό ή προσποιούμαστε ότι δεν ανήκουμε σ’ αυτήν την δεύτερη ομάδα και κατακρίνουμε τους άλλους για όσα εμείς ζούμε ή θα θέλαμε να ζήσουμε. Ο θρίαμβος της υποκρισίας. Και τότε τα κρυπτά μας επιτρέπει ο Θεός να μας ταπεινώσουν είτε στις σχέσεις μας με τους άλλους, είτε στα παιδιά μας είτε στις αποτυχίες της ζωής. Γιατί αντί να επιλέξουμε μία ηθική κατά το «παλεύω όσο μπορώ», ανεβάσαμε τον πήχυ στην τελειότητα και προσποιούμαστε.
                Ο κόσμος σήμερα θεωρεί ότι δικαιούται τα κρυπτά, τα εν οίκω του, να τα καταστήσει δημόσια και να περηφανεύεται για την ανομία του.  Κατά βάθος όμως γνωρίζει ότι η συνείδησή του, όσο κι αν είναι φιμωμένη, αφήνει την φωνή της να βγαίνει. Και σκοτεινιάζει η ύπαρξη, ακριβώς διότι «έστι Θεός». Η εσχατολογική πορεία του καθενός μας προς τον θάνατο και την ανάσταση διαλύει τις ψευδαισθήσεις, ίσως πρώτα στην ματαιότητα που άλλοι, οικείοι μας βιώνουν και κάποια στιγμή και σε μας. Ένα δάκρυ φτάνει. Λίγη αγάπη για τον Χριστό και τον συνάνθρωπο ανοίγει τον δρόμο ώστε το φως να διαλύσει τα σκοτάδια μας. Η Εκκλησία μάς περιμένει.

Κέρκυρα, 10 Ιουνίου 2018

6/6/18

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ - ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ



Το πρόσφατο δημοψήφισμα στην Ιρλανδία διά του οποίου αποφασίστηκε η νομιμοποίηση των αμβλώσεων σε μία χώρα από παράδοση συντηρητική, χαιρετίστηκε ως νίκη του φιλελευθερισμού, ως υπέρβαση της οπισθοδρομικής αντίληψης ότι “οι εκτρώσεις είναι φόνος”, ως κίνηση σεβασμού στην γυναίκα να διαθέτει το σώμα της όπως αυτή κρίνει. Κάποιοι έσπευσαν να υποστηρίξουν πως το ότι τα 2/3 των Ιρλανδών ψήφισαν εναντίον της διδασκαλίας της ρωμαιοκαθολικής χριστιανικής παράδοσης ήταν και ήττα του Ρωμαιοκαθολικισμού για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται στην χώρα αυτή, με σκάνδαλα του κλήρου, υποθέσεις παιδεραστίας και άλλης διαφθοράς. Ελάχιστοι επεσήμαναν το ότι είναι σημάδι βαθιάς αποχριστιανοποίησης του δυτικού πολιτισμού.  
Στην πατρίδα μας το δικαίωμα στην έκτρωση έχει θεμελιωθεί με απόφαση του ελληνικού κοινοβουλίου από το 1986. Ο προοδευτισμός έχει λύσει τα όποια προβλήματα “οπισθοδρόμησης”, ενώ οι άθεοι σχολιαστές συνεχίζουν να επικρίνουν την Εκκλησία ότι δεν επιτρέπει στην κοινωνία μας να εκσυγχρονιστεί, ότι στην Ελλάδα δεν εφαρμόστηκε ποτέ ο Διαφωτισμός, ότι χρειαζόμαστε χωρισμό Πολιτείας και Εκκλησίας. 
Ουδείς εκ των όσων σχολιάζουν, διαφωτίζουν, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των γυναικών έχει μπει στον κόπο να αναλογιστεί τα δικαιώματα των κυοφορούμενων βρεφών, τα οποία για τους υποστηρικτές των εκτρώσεων, αφού δεν έχουν γεννηθεί, δεν είναι νομικά άνθρωποι ή δικαιούνται να αποκαλούνται άνθρωποι και να τυγχάνουν προστασίας μετά τον τρίτο μήνα της κυοφορίας ή και αργότερα. Εάν μάλιστα έγκυες γυναίκες διαγνωσθούν ότι τα κυοφορούμενα πιθανόν να έχουν το σύνδρομο Down, δικαιούνται να τα απομακρύνουν ιατρικά από το σώμα τους. Οι υπάρξεις αυτές δεν έχουν δικαιώματα και αυτό θεωρείται “προοδευτισμός”.
Η Εκκλησία βεβαίως επισημαίνει στην διδασκαλία της ότι ο άνθρωπος εξ άκρας συλλήψεως είναι τέλεια ύπαρξη, πλασμένη κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού. Αυτή η θέση όμως θεωρείται φιλοσοφική και ηθική καί δεν μπορεί να αγγίξει τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Ας μην λησμονούμε βεβαίως και την απαράδεκτη στάση έναντι της άγαμης μητέρας ή της έφηβης κοπέλας που έμενε έγκυος. Το κυοφορούμενο θεωρούνταν τιμωρία του Θεού για την αμαρτία της γυναίκας, “νόθο”, “μιασμένο”. Οι γονείς της εγκύου ντρέπονταν να κυκλοφορήσουν στην κοινωνία και η έκτρωση θεωρούνταν ως το ξεθώριασμα του κακού. Από την άλλη γυναίκες παντρεμένες, οι οποίες δεν ήθελαν επιπλέον παιδί, ή γυναίκες που έμεναν έγκυες με ή χωρίς πρόθεση από επιπόλαιες ή προβληματικές σχέσεις προχωρούσαν σε έκτρωση για να αποφύγουν τον κόπο ή την κοινωνική κατακραυγή και ειρωνεία. Σε όλες τις περιπτώσεις δεν υπάρχει πατέρας. Οι άντρες ή κρύβονταν ή έφευγαν ή επικύρωναν την απόφαση για έκτρωση. Η αμαρτία δεν αφορούσε σ᾽ αυτούς, αλλά μόνο στην γυναίκα και η κοινωνία παρέμενε ανεκτική έναντί τους. 
Το δημογραφικό πρόβλημα, η ανευθυνότητα των “νόμιμων” εκτρώσεων, τα ηθικά προβλήματα χρειάζεται να μας δείξουν και πάλι ότι  ένα παιδί είναι ευλογία Θεού. Ένα παιδί, ακόμη και με τις δυσκολίες του, δίνει και παίρνει αγάπη, άρα σώζει και σώζεται. Δεν δικαιούται η γυναίκα να επιτρέπει την θανάτωση της ζωής που κυοφορεί εντός της. Ως Εκκλησία και ως κοινωνία οφείλουμε να στηρίξουμε την γέννηση παιδιών, όπως κι αν αυτά ξεκινούν την ύπαρξή τους και να ενθαρρύνουμε την υιοθεσία τους από άκληρα ζευγάρια. Και ο νομικός πολιτισμός μας καλό θα ήταν να ξαναδεί το ηθικό υπόβαθρο του “προοδευτισμού” του. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 7 Ιουνίου 2018

6/2/18

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΔΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΤΗΓΩΝΙΣΑΝΤΟ



                «Των αγίων απάντων τα μυρία συστήματα» εορτάζει η Εκκλησία την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή. Όλους τους αγίους μαζί, όχι αγνοώντας την προσωπικότητα του καθενός, μαζοποιώντας τους, κάνοντάς τους αριθμούς ή χωρίζοντάς τους απλώς σε συστήματα, σε ομάδας, προφήτες, αποστόλους, ιεράρχες, μάρτυρες, οσίους και δικαίους, αναργύρους ιατρούς, άνδρες και γυναίκες, αλλά ως φορείς της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος που είναι η αγιότητα. Αυτή δεν καταργεί το πρόσωπο, αλλά το ολοκληρώνει. Δείχνει ότι όποιος ζει την αγιότητα, μετέχει με την θέλησή του στην θεοποιό ενέργεια του Θεού. Δεν υπάρχει για τον νυν χρόνο, για την ανθρωπότητα, για την ιστορία, για τον εαυτό του, αλλά έχει ανοίξει την ύπαρξή του στην κοινωνία με τον Θεάνθρωπο Χριστό και ζει το μυστήριο της Εκκλησίας, δηλαδή το μυστήριο της πίστης , ως δική του υπέρβαση του εγώ, ως δική του αφετηρία μεταμόρφωσής του σε ύπαρξη που αγαπά, ως δίψα για το αιώνιο που γίνεται παρόν.
                Ο απόστολος Παύλος αναφέρει στην προς Εβραίους επιστολή του ότι «οι άγιοι πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο» (Εβρ. 11, 33), «με την πίστη πάλεψαν μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, μέχρι το τελευταίο κύτταρο της ύπαρξής τους». Πιστεύοντας στον Τριαδικό Θεό διάλεξαν να μην νικηθούν από την βασιλική εξουσία, εργάστηκαν ώστε να φανερωθεί και δι’  αυτών η αγάπη του Θεού, έκαναν πράξη τις υποσχέσεις του Θεού ότι οι άνθρωποι δεν θα είμαστε μόνοι μας και ότι Εκείνος θα μας φροντίζει, πάλεψαν και νίκησαν τα άγρια θηρία, την δύναμη της φωτιάς, γλίτωσαν από τις επιθέσεις του διαβόλου, έγιναν από αδύνατοι ισχυροί, κάνοντας πλήθος θαυμάτων τα οποία μαρτυρούν την δύναμη της ανάστασης.
                Η πίστη τους έκανε ισχυρούς από αδύνατους. Αδύνατους μπροστά στην εξουσία τόσο του κακού όσο και των ανθρώπων που διάλεγαν τον εαυτό τους ως θεό. Αδύνατους μπροστά στον μεγάλο πειρασμό ο Θεός να καθυστερεί να εκπληρώσει τις υποσχέσεις Του και να αισθάνονται μόνοι τους. Αδύνατους μπροστά στην κακία των ανθρώπων, οι οποίοι έδειχναν και δείχνουν ότι όσα καλά κι αν τους προσφέρει κάποιος, το θέλημά τους είναι που μετρά. Αδύνατους μπροστά στις απειλές και μπροστά στον θάνατο, ο οποίος καταπίνει την κάθε ύπαρξη. Κι ενώ φαίνονταν αδύνατοι,  η πίστη τους έκανε δυνατούς.
                Πίστη σημαίνει απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν που αγαπά. Σημαίνει παραίτηση ακόμη και από τα φαινόμενα, τα οποία δοκιμάζουν τις αντοχές της λογικής μας. Σημαίνει πρόταξη της καρδιάς, η οποία νιώθει χαρά και πληρότητα, ακόμη κι αν όλες οι ενδείξεις είναι αντίθετες. Ακόμη κι αν όλος ο κόσμος συνασπίζεται εναντίον του πιστεύοντος. Ακόμη κι αν η καθημερινότητα δεν αφήνει περιθώριο να ζήσουμε όπως ο Θεός θέλει, αλλά μας καλεί σε μία συνεχή συντριβή μέσα στις μυλόπετρες των βιοτικών, των συναισθημάτων μας, των άλλων που μας περιτριγυρίζουν, του χρόνου που έχει πλήθος εναλλακτικών εκτός από την έγνοια για τον Θεό.  
                Πίστη σημαίνει όχι κατ’ ανάγκην αναχώρηση από τον κόσμο και τη ζωή, αλλά συγκέντρωση πνευματικών δυνάμεων, ελπίδας, αγάπης, ενός κεφαλαίου που δεν υποκαθίσταται από τίποτε υλικό, ώστε όταν έρθει η ώρα, εκείνη η μοναδικά δύσκολη για τον καθέναν που ονομάζεται δοκιμασία, αποτυχία, αρρώστια, πόνος, θάνατος, ήττα ή απαίτηση από τον ωρυόμενο λέοντα του κακού για συμβιβασμό και παραίτηση, η ανάσα της καρδιάς να είναι τόσο δυνατή ώστε τίποτε να μην μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, αλλά και από το θέλημά Του. Χωρίς μίσος προς τους ανθρώπους, αλλά με κατανόηση του κακού που και αυτούς και συχνά και εμάς μάς επιτίθεται και μας δυσκολεύει. Και όπου οι δυνάμεις φτωχές και η όρεξη αδύναμη, η μετάνοια. Η ήττα που γίνεται νίκη ζωής. Αρκεί  η πίστη των αγίων. Η δική μας;
                Μύρια τα συστήματα, τα ονόματα, τα πρόσωπα των αγίων. Ανώνυμοι και γνωστοί. Μέσα σ’ αυτούς μπορούμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος, με την δύναμη της πίστης η οποία δίδεται σ’ αυτόν που αναζητά τον Θεό όχι από συνήθεια ή από βόλεμα ή από φόβο, αλλά από δίψα για την αλήθεια και για το νόημα της όντως ζωής, μπορούμε να ανήκουμε και εμείς. Αρκεί να ζούμε εντός της Εκκλησίας, του τρόπου και του ήθους της. Όχι παρασυρμένοι από την θεσμική της μορφή ή από τα πρόσωπα που κάποτε την αλλοτριώνουν. Αλλά ατενίζοντας και επιλέγοντας την ζωή των άλλων αγίων, οι οποίοι είναι οι φίλοι και οι οδοδείκτες μας. Την πίστη τους ας ψάξουμε!

Κέρκυρα, Αγίων Πάντων, 3 Ιουνίου 2018
               

6/1/18

Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ ’68 ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΤΟΥ 2018



                 Το κίνημα του Μάη του 1968 στο Παρίσι, με τον ξεσηκωμό των φοιτητών, αλλά και την απεργία των 10.000.000 ανθρώπων παραμένει στην μνήμη όχι μόνο όσων το έζησαν, αλλά και όσων εξακολουθούν να γοητεύονται από τα συνθήματά του: «η φαντασία στην εξουσία»,«απαγορεύεται το απαγορεύεται», «είμαστε ρεαλιστές: ζητούμε το αδύνατο». Μπορεί πολιτικά το κίνημα να υπονομεύθηκε γρήγορα και να καταπνίγηκε τόσο με την βία της εξουσίας, αλλά και την επίκληση του φόβου που η αταξία και το χάος θα επέφεραν, αλλά τα αιτήματά του, εκφραζόμενα ανεπίγνωστα ίσως από τους νέους της εποχής, αποτυπώνουν την ανάγκη ενός πολιτισμού, μιας κοινωνίας, ενός κόσμου για νόημα ζωής.
                Οι νέοι του Μάη του ’68 επαναστάτησαν γιατί έβλεπαν έναν κόσμο συμβατικό, καταναλωτικό, έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος γινόταν αντικείμενο. Έβλεπαν το περιεχόμενο μιας συμβιβασμένης ζωής: «έναν καλό γάμο, δηλαδή πλούσιο και χωρίς εκπλήξεις, μία καλή εργασία, ένα αυτοκίνητο και ένα εξοχικό». Έβλεπαν έναν κόσμο χωρίς φαντασία, χωρίς έξοδο από την ρουτίνα, έναν κόσμο γεμάτο χασμουρητά και βαρεμάρα, στον οποίο «η τάξη» θα στερούσε την χαρά που θα είχε διάρκεια! Και επαναστάτησαν έναντι των αδιεξόδων, χωρίς όμως να μπορούν να φανταστούν ότι με τον τρόπο τους τα αναπαρήγαγαν.
                Αντί του συμβατικού γάμου επέλεγαν την ζωή της ηδονής, χωρίς ευθύνη και δέσμευση. Αντί της εργασίας επέλεγαν την φυγή από την πραγματικότητα, τα ναρκωτικά, το γκρέμισμα. Αντί του Θεού της πίστης και της αγάπης, διά του Οποίου ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει, επέλεγαν τις τεχνικές των ανατολικών θρησκευμάτων, τον διαλογισμό και την γιόγκα, ένα αίσθημα ματαιότητας και παραίτησης. Αντί της πολιτικής που θα νοιαζόταν για το σύνολο, επέλεγαν τον δικαιωματισμό: ότι όλα ανήκουν στο άτομο και στην απόφασή του να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μη ενοχλεί τον άλλο.
                Ο Μάης του ’68 αποθεώθηκε γιατί κατέδειξε τα αδιέξοδα του δυτικού τρόπου ζωής. Δεν έχτισε όμως κάτι καινούργιο, διότι οι ιδέες του μπλοκαρίστηκαν από τον καταναλωτισμό, από την ευκολία της τεχνολογίας, από το αίσθημα ότι  όλα τελειώνουν εδώ. Και οι νέοι του 2018 έχουν γίνει τα παιδιά του. Σκέφτονται τα χρήματα που τους λείπουν, την εργασία που δύσκολα θα βρούνε, το ότι μπορούν να έχουν ελεύθερα σχέσεις χωρίς δέσμευση και αφήνουν την οικογένεια κατά μέρος, ότι η Εκκλησία στην καλύτερη είναι συνήθεια.
                Κι όμως. Τραγούδια που μιλούνε για αγάπη, για ρομαντισμό, για μοίρασμα, για πάθος, εξακολουθούν να συγκινούν. Μία πρωτοβουλία για να βοηθηθούν οι ασθενέστεροι βρίσκει ευήκοα ώτα. Και οι νέοι δεν είναι κλειστοί στο να ακούσουν και να μάθουν για τον Θεό και την πίστη, αλλά δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν μία Εκκλησία που δεν μπορεί να τους κάνει να αισθανθούν ότι έχουν αξία.
                Η Εκκλησία δεν είδε με την προσοχή που απαιτείται τον Μάη του ’68.  Αρκέστηκε κάποτε στην ικανοποίηση ότι ο δυτικός τρόπος ζωής δεν δίνει νόημα. Δεν κατάλαβε όμως ότι όπως οι περισσότεροι νέοι το βλέπουν, ούτε ο ορθόδοξος τρόπος, ταυτισμένος από τον πολιτισμό με τον δυτικό, δεν μπορεί να τους αγγίξει. Και οι δικές μας αντιστάσεις δεν εμφανίστηκαν, παρά μόνο στην λογική του απομονωτισμού και του φόβου της εκκοσμίκευσης. Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή...

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 30 Μαΐου 2018

5/26/18

ΑΚΟΥΟΜΕΝ ΛΑΛΟΥΝΤΩΝ ΑΥΤΩΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΤΕΡΑΙΣ ΓΛΩΣΣΑΙΣ ΤΑ ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



                Αναρωτιόμαστε συχνά οι άνθρωποι αν μιλούμε την ίδια γλώσσα μεταξύ μας. Δεν είναι θέμα φθόγγων. Είναι θέμα περιεχομένου, νοήματος, τι εννοούμε στα όσα σκεφτόμαστε, στα όσα λέμε και στα όσα πράττουμε. «Άλλα λέω, άλλα κάνω και άλλα εννοώ», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι (Μ. Χατζηγιάννης).  Το μεγαλύτερο παράπονο στις ανθρώπινες σχέσεις είναι η αδυναμία της επικοινωνίας. Τα ζευγάρια μεταξύ τους, οι γονείς με  τα παιδιά, οι μικρότεροι με τους μεγαλύτερους δυσκολεύονται.
    Είναι το ασύμπτωτο της παιδείας; Είναι η γλώσσα του εγωκεντρισμού την οποία χρησιμοποιούμε χωρίς μέτρο; Είναι η εξουσιομανία μας η οποία μας κάνει να μην δίνουμε σημασία στην σκέψη και τον λόγο του άλλου; Είναι η ανάγκη που μας οδηγεί να σχετιζόμαστε με ανθρώπους με τους οποίους ούτε το αυτονόητο δεν μπορεί να κατανοηθεί;  Είναι η αμαρτία, η οποία μας κάνει να μην έχουμε κοινή βάση, αλλά όλα να στηρίζονται στην ιδιοτέλειά μας;
       Η Εκκλησία μας λέει πως όλα πηγάζουν από την μη εγκόλπωση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, από την άρνησή μας να Το αφἠσουμε να ενεργήσει στις καρδιές μας. Να μας δώσει την γλώσσα της αγάπης, η οποία μεταφράζεται σε ακρόαση, μοίρασμα, συγχώρεση, υποχώρηση. Να μας δώσει την γλώσσα της χαράς ότι οι άνθρωποι συναντιόμαστε. Την γλώσσα της πίστης, ότι υπάρχει ο Θεός για μας και ότι το θέλημά Του είναι η σωτηρία μας. Την γλώσσα της ελπίδας, ότι ο θάνατος νικιέται διά της Αναστάσεως. Τη γλώσσα της ειρήνης, ότι οι όποιες διαφορές δεν καταργούν την αξία κανενός, καθότι όλοι είμαστε εικόνες Θεού και μπορούμε, αν εκτιμήσουμε ο ένας τον άλλον, να βρούμε, όσο το δυνατόν εφικτότερες λύσεις στις δυσκολίες μας. Την γλώσσα της καλοσύνης και της πραότητας, ότι δεν είναι ο θυμός, η οργή, η εξουσία εις βάρος του άλλου που μας κάνουν σπουδαίους, αλλά η γαλήνη που εκπέμπουμε, το φως και η ηρεμία που καταπραΰνει τις αγωνίες των άλλων, αλλά και τις δικές μας. Την γλώσσα της εγκράτειας, δηλαδή του μέτρου στις χαρές και τις λύπες, της λιτότητας και της ασκητικότητας, που συνεπάγονται την παραίτηση από το ίδιον θέλημα και την οικείωση του θελήματος του Θεού, του Ευαγγελίου δηλαδή.   
        Το Άγιο Πνεύμα, στην πρώτη Εκκλησία, έδωσε τη δυνατότητα κατά την εορτή της Πεντηκοστής στους αποστόλους να μιλούν και όλοι οι άνθρωποι να ακούν το κήρυγμά τους στην γλώσσα που καταλάβαιναν. Οι Απόστολοι έλαβαν την χάρη, διότι ήταν οι οικείοι του Κυρίου. Αυτοί για τους οποίους ο Χριστός ζήτησε, στην Αρχιερατική του προσευχή,  από τον Πατέρα Του να τους διαφυλάξει. Αυτοί που έλαβαν την ευλογία να είναι κοντά στον Κύριο και γεύτηκαν την χαρά της Αναστάσεως και την επαγγελία ότι το Άγιο Πνεύμα θα έρθει να μείνει για πάντα στην ζωή τους. Και όντας κοντά στον Χριστό, διαπιστώνουν ότι η ζωή τους αλλάζει και σε ό,τι αφορά στους ανθρώπους. Οι πρώην αλιείς ιχθύων, οι απλοί και καθημερινοί και κάποτε πολύ αμαρτωλοί άνθρωποι, γίνονται αλιείς ανθρώπων.  Οι πρώην κρυβόμενοι και φοβισμένοι μεταμορφώνονται σε ηγέτες. Αυτοί που περίμεναν καθοδήγηση, γίνονται οι καθοδηγητές. Αυτοί που έπεφταν σε λάθη, τώρα γνωρίζουν την οδό. Αυτοί που έβλεπαν τον Χριστό ως βασιλιά της γης, τώρα θα εργαστούν για την Βασιλεία των ουρανών, ώστε να μεταμορφώσει τις καρδιές τω ανθρώπων. Αυτοί που δεν είχαν φύγει ποτέ από τον τόπο τους, θα κάνουν όλη την γη τόπο της καρδιάς τους.  Αυτοί που μιλούσαν την γλώσσα της εποχής, θα γίνουν οι εκφραστές της γλώσσας που μιλά στις καρδιές όλων των ανθρώπων, όλων των καιρών, μια γλώσσα που δίνει ζωή ακόμα και σε όσους κατοικούν στον θάνατο.
     «Ακούομεν λαλούντων αυτών ταις ημετέραις γλώσσαις τα μεγαλεία του Θεού» (Πράξ. 2, 11). «Τους ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας για τα θαυμαστά έργα του Θεού», έλεγαν όλοι όσοι άκουγαν τους αποστόλους μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος να μιλούνε. Και θαυμαστά είναι τα έργα του Θεού διότι αναφέρονται στο μυστήριο της θείας οικονομίας, στον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, στην σταύρωση και την ανάστασή Του, αλλά και την σωτηρία του καθενός ανθρώπου από το κακό και τον θάνατο. Ο Θεός που όχι μόνο δημιούργησε, αλλά και ανακαίνισε τον άνθρωπο με την δική Του παρουσία. Ο θεός που φανερώνεται στην Εκκλησία με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και δίνει νόημα και ελπίδα στον άνθρωπο. Που του δίνει την ευκαιρία να μιλήσει μία νέα γλώσσα, αυτή της αλήθειας, της αγάπης, της λύτρωσης. Μία γλώσσα που ενώνει και δεν χωρίζει. Που μας κάνει να υπερβαίνουμε τον χρόνο. Που δροσίζει την φλόγωση της ύπαρξης, η οποία δεν ξέρει από πού να πιαστεί. Που γεμίζει το κενό της μοναξιάς με την χαρά της προσωπικής παρουσίας του Χριστού και την δύναμη της ελπίδας ότι κανένα κακό δεν είναι τόσο ισχυρό, καμία ήττα, καμία απόρριψη, κανένα περιθώριο, ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν μπορούν να μας αφαιρέσουν την όντως Ζωή.
       Ο κόσμος μας σήμερα φαίνεται ότι δεν καταλαβαίνει την γλώσσα της Εκκλησίας, γιατί δεν θέλει να την ακούσει. Τα αδιέξοδα νοήματος, η απουσία αληθινής πνευματικότητας, η μόνιμη κρίση στις σχέσεις μας είναι σημάδια  τα οποία θα έπρεπε όσους θέλουμε να ακούσουμε και να μιλήσουμε την γλώσσα του Πνεύματος να μας προβληματίσουν και να μας αφυπνίσουν. Να λειτουργήσουμε αποστολικά τόσο εντός των καρδιών μας, όσο και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Να επιμείνουμε στην γλώσσα της Εκκλησίας και να παλέψουμε για την μεταμόρφωση της ζωής και του κόσμου μας. Να μην αντιγράφουμε την γλώσσα του κόσμου, αλλά να την μπολιάζουμε και να την μεταμορφώνουμε με την γλώσσα του Ευαγγελίου του Χριστού.
     Η επιδημία του Πνεύματος κατά την εορτή της Πεντηκοστής είναι ευκαιρία να αναβαπτιστούμε στην γλώσσα της πίστης, της ελπίδας, της αγάπης, στην γλώσσα των καρπών που φέρνει το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και να ξαναβρούμε νόημα και χρόνο αληθινό στην ζωή της Εκκλησίας. Εμείς ας λειτουργούμε στο «μιλώ για την αγάπη, πράττω τα έργα της αγάπης, εννοώ την αγάπη». Την οδό του Χριστού δηλαδή, όπως φανερώνεται εν Πνεύματι Αγίω!

Κέρκυρα, 27 Μαΐου 2018