11/16/19

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ;




«Οὐδέ γάρ οἱ περιτετμημένοι  αὐτοί νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλά θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκί καυχήσωνται» (Γαλ. 6, 13)
«Άλλωστε ούτε κι αυτοί που επιμένουν στην περιτομή τηρούν τον νόμο. Απλώς θέλουν να περιτέμνεστε εσείς, για να καυχηθούν ότι σας κατάφεραν να το κάνετε».


          «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», λέει μια παλιά, αυθεντική, λαϊκή παροιμία. Είναι εύκολο να διδάσκει κάποιος τι είναι σωστό και να ζητά από τους άλλους να το τηρούνε. Το δύσκολο είναι να το εφαρμόσει ο ίδιος, όχι γιατί κατά βάση είναι ανεφάρμοστα τα  λεγόμενα, αλλά διότι προϋποθέτουν υπαρξιακή αποδοχή της σημασίας τους, όπως επίσης και κόπο. Και οι άνθρωποι δεν είμαστε πρόθυμοι να εργαστούμε ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση.
       Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, επισημαίνει αυτήν την μεγάλη αλήθεια για την ανθρώπινη κατάσταση. Υπήρχαν ανάμεσα στους κατοίκους της μικρασιατικής αυτής πόλης κάποιοι χριστιανοί εξ Ιουδαίων οι οποίοι απολυτοποιούσαν τα έθιμα της ιουδαϊκής τους θρησκευτικής προέλευσης, με έμφαση στην περιτομή. Ενώ είχαν αποφασίσει να αποκτήσουν μία νέα ταυτότητα, την χριστιανική, στην οποία η περιτομή δεν χρειαζόταν για να αποδειχθεί η πίστη, αλλά μόνο το σημείο του σταυρού, οι εξ Ιουδαίων χριστιανοί είτε από νοσταλγία είτε για να μην χαρακτηριστούν προδότες των πατρογονικών τους εθίμων, τα οποία ήταν σημάδια σύζευξης με τον Θεό, είτε επειδή έβλεπαν και την καινούργια πίστη, όπως και την παλαιά, ως συνήθεια που νοηματοδοτούνταν από τα σύμβολα, τόνιζαν την μεγάλη αξία της περιτομής και απαιτούσαν και από τους εξ εθνικών χριστιανούς να περιτμηθούν. Τελικός σκοπός τους η καύχηση ότι κατάφεραν τα νέα μέλη του σώματος του Χριστού να αλλάξουν όχι μόνο θρησκευτική, αλλά και εθνική ταυτότητα.
       Ο απόστολος όμως ουσιαστικά μας δείχνει ότι η πίστη αφ’ εαυτής της δίνει ταυτότητα στον άνθρωπο ικανή για να τον οδηγήσει στην βασιλεία του Θεού και να πληρώσει την καρδιά του από νόημα ζωής, χάρις στην παρουσία του Χριστού και με επίγνωση ότι όλα έχουν να κάνουν με τον σταυρό του Κυρίου, με τον κόπο της αυταπάρνησης, της εγκατάλειψης του παλαιού εαυτού, όπως και κάθε άλλης ταυτότητας. Για τον Παύλο το πρόβλημα δεν είναι η εθνική ταυτότητα καθαυτή. Δεν αρνείται άλλωστε ότι και ο ίδιος ζηλωτής υπήρξε των πατρικών του παραδόσεων. Τονίζει όμως ότι με τους Ιουδαίους ήταν Ιουδαίος, με τους Έλληνες Έλληνας, με τους πάντες τα πάντα, διότι τα πάντα είναι ο Χριστός. Η χριστιανική μας πίστη μας κάνει, χωρίς να αρνούμαστε την πραγματικότητα της ζωής και της ιστορίας, χωρίς να παύουμε να χάνουμε την εθνική μας ταυτότητα, να μην την θεωρούμε λόγο διαφοροποίησής μας από τους άλλους χριστιανούς, λόγο επιβολής της στους άλλους ανθρώπους. Το να είσαι χριστιανός είναι το παν. Τα υπόλοιπα έρχονται δεύτερα.
       Ο αποστολικός λόγος έρχεται να συναντήσει τους καιρούς μας. Οι άνθρωποι προτάσσουμε τις εθνικές μας ταυτότητες, τις ιδεολογικές, τις αθλητικές, τα σωματικά μας χαρακτηριστικά, αδιαφορώντας για την πνευματική μας ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Έχοντας περιθωριοποιήσει την πίστη στον ιδιωτικό χώρο ζωής, δεν θεωρούμε την χριστιανική μας ταυτότητα ως προηγούμενη όλων των άλλων και ως επαρκή για να νοηματοδοτήσει, αλλά και να διαφοροποιήσει την ζωή μας. Καυχόμαστε για τις άλλες ταυτότητές μας, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να κατανοήσουμε και να ζήσουμε την χριστιανική, η οποία είναι άνοιγμα στην αιωνιότητα , η οποία αγκαλιάζει όλες τις άλλες ταυτότητες και τις βλέπει στην προοπτική του παρόντος χρόνου, δηλαδή στην προοπτική των ορίων. Η μοναδική ταυτότητα που δε νικιέται από τον χρόνο ούτε έχει όριο τον θάνατο είναι η χριστιανική. Αυτή θα μας συνοδεύει στην αιωνιότητα, ενώ οι άλλες θα μείνουν εδώ. Για την βίωσή της ή όχι θα κριθούμε από τον Θεό, όχι για το αν υπήρξαμε Έλληνες, Ιουδαίοι, οπαδοί κομμάτων ή ιδεολογιών, όμορφοι ή άσχημοι. Τα σχήματα του κόσμου τούτου περνούνε. Η πίστη μένει.
           Γιατί τότε να αγωνιούμε για την εθνική μας ταυτότητα;
     Η απάντηση έρχεται με πολλή απλότητα. Διότι την αποσυνδέουμε από την χριστιανική. Η πίστη μας είναι το συστατικό στοιχείο και της εθνικής μας ταυτότητας. Ανησυχούμε ότι οι μετανάστες θα μας αλλοιώσουν, η κρίση, η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογία θα πάρουν από εμάς την σύνδεση με την παράδοσή μας, και όντως μπορεί να γίνει αυτό, χωρίς να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε από την καρδιά μας ότι όλα αυτά μπορεί να συμβούν ή συμβαίνουν επειδή ξεχάσαμε την προτεραιότητα της χριστιανικής μας ταυτότητας. Δεν κινδυνεύουμε αν ξέρουμε σε ποιον Θεό πιστεύουμε, πώς βλέπουμε τον πλησίον μέσα από την πίστη, πώς μπορούμε να παραμείνουμε ανυποχώρητοι στην αλήθεια. Αντί λοιπόν να φωνασκούμε και να διαμαρτυρόμαστε, ας κατανοήσουμε και ας βιώσουμε ό,τι προέχει.               
        Δεν κρατούσαν τον μωσαϊκό νόμο οι εξ Ιουδαίων χριστιανοί. Έμεναν στα σύμβολα και στα έθιμα και πίεζαν τους άλλους χριστιανούς κι αυτοί να τα ακολουθήσουν. Κατά βάθος ένιωθαν ότι η ιουδαϊκή τους ταυτότητα ήταν η σημαντική. Ούτε όμως γι’ αυτήν ήταν έτοιμοι να παλέψουν με συνέπεια. Κάθε ταυτότητα θέλει κόπο για να την κατακτήσεις και να την διατηρήσεις. Αυτό ισχύει και για την δική μας. Αρκεί να κατανοούμε την σημασία της και να την αποδεχόμαστε στην καρδιά μας, μη μένοντας στο συμβολικό μόνο ή στο εθιμικό.

Κέρκυρα, 17 Νοεμβρίου 2019
Θ’ Λουκά

11/13/19

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟ



                «Όπως ο γάμος είναι λιμάνι, έτσι μπορεί να είναι και ναυάγιο, όχι από τη φύση του, αλλά από τη διάθεση αυτών που έκαμαν κακή χρήση του».
Αυτός ο υπέροχος λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου μαρτυρεί αλήθειες που η σύγχρονη κοινωνία δεν θέλει να δει. «Ο γάμος είναι λιμάνι». Στο λιμάνι τα πλοία προφυλάσσονται από την φουρτούνα της θάλασσας. Έτσι και το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, προφυλάσσονται από τις φουρτούνες της  ζωής επειδή είναι μαζί. Η αστάθεια των ανθρώπινων σχέσεων, ο φόβος για την μοναξιά, η απουσία παρηγοριάς όταν οι άλλοι, η εργασία, η οικονομία, η πολιτική κάνουν τον άνθρωπο να απογοητεύεται, ο ξεσηκωμός των αισθήσεων, ιδίως στην εποχή της λαγνείας, που κάνει τον άνθρωπο να αναζητεί ηδονή, αλλά να δυσκολεύεται να αγαπήσει και αγαπηθεί, αντιμετωπίζονται στο λιμάνι του γάμου.
Τα πλοία κάνουν και τις επισκευές τους στα λιμάνια. Φορτώνουν επιβάτες και προϊόντα. Ετοιμάζονται να ξεκινήσουν καινούργια ταξίδια. Αυτό συμβαίνει και στον γάμο. Ο άντρας και η γυναίκα έχουν κίνητρο ο ένας την αγάπη του άλλου, για να προσθέσουν στον εαυτό τους γνώσεις και ικανότητες,  να δούνε τα λάθη τους και να παλέψουν να αλλάξουν. Κυρίως έχουν την ευλογία να προσθέτουν ως επιβάτες στο πλοίο του γάμου τα παιδιά. Να συνδημιουργήσουν με τον Θεό. Και να αναλάβουν την ευθύνη - γεγονός μεγάλης χαράς και σταυρών-  να αφήσουν την καρδιά τους να πληρωθεί από την αγάπη που ξεκινά από τον/την σύζυγο και ανοίγεται σε όλον τον κόσμο, όπως αυτός συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα των παιδιών τους. Διότι τα παιδιά δείχνουν στο ζευγάρι ότι η αγάπη δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή. Μέσα από τα παιδιά καλούνται να δούνε την ζωή και τους συνανθρώπους όπως αληθινά είναι. Καρδιοχτυπούν γι’ αυτά. Βγαίνουν από το εγώ τους. Ζούνε τον αγώνα να βοηθήσουν ανθρώπους να επιβιώσουν και να αποκτήσουν αξίες, νόημα και ποιότητα. Έτσι νικούνε τον θάνατο!
Τα πλοία δεν βουλιάζουν στα λιμάνια. Αν όμως οι πλοίαρχοί τους δεν τα επιθεωρούν, αδιαφορώντας, αν τα θεωρούν ως πανδοχείο και όχι ως σπίτι τους, τότε, καθώς θα βγούνε πάλι στο ταξίδι της θάλασσας, θα κινδυνεύσουν  να ναυαγήσουν. Αυτό συμβαίνει και με τον γάμο. Αν ο ένας δεν φροντίζει για τον άλλον και οι δύο μαζί για τον γάμο τους, δεν ανανεώνονται ως προς την κατανόηση, την επικοινωνία, τον έρωτα, τότε ο γάμος γίνεται συνύπαρξη χωρίς περιεχόμενο. Το σπίτι γίνεται ξενώνας, ο οποίος κατοικείται αλλά δεν ενώνει. Όταν ο ένας δεν κοιτά τον άλλον στα μάτια, δεν έχει ειλικρίνεια, δεν καρδιοχτυπά, δεν πεθαίνει για τον άλλον, αλλά διαλέγει να τονίζει εντός του και στην σχέση σε τι είναι διαφορετικός, τι τον απογοητεύει, τι δεν του αρέσει, τι θα ήθελε και δεν έχει, καταλήγει να απορρίπτει τον άλλον ως πρόσωπο. Και τότε η οικειότητα φεύγει. Ο γάμος ναυαγεί, διότι εξαλείφεται η συν-χώρηση, η απόφαση και των δύο ο άλλος να χωρά στην καρδιά και να συν- βαδίζουν, να μην πάει ο ένας πιο γρήγορα, αδιαφορώντας για τον άλλο.
Ο χρυσοστομικός λόγος είναι πάντα επίκαιρος. Προέρχεται από έναν άνθρωπο που έζησε την Εκκλησία ως λιμάνι. Και μόνο εκεί ο γάμος είναι λιμάνι. Στην παρουσία του Χριστού, στην ένταξη στο σώμα Του. Το χρειαζόμαστε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 13 Νοεμβρίου 2019

11/8/19

Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ




«Ἡμεῖς εἰς Χριστόν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καί οὐκ ἐξ ἔργων νόμου» (Γαλ. 2, 16)
«Εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να δικαιωθούμε με την πίστη στον Χριστό κι όχι με την τήρηση του νόμου»



            Οι άνθρωποι αναζητούμε στην ζωή μας αυτό που ονομάζεται δικαίωση. Θέλουμε την καταξίωση των άλλων για τα έργα μας, τις σκέψεις μας, τις πρωτοβουλίες μας, τον ίδιο μας τον εαυτό και η δικαίωση έρχεται μέσα από την επιτυχία, τον καλό λόγο, το να συζητάνε γενικότερα οι άλλοι για μας. Κάποτε η δικαίωση έχει να κάνει με τον ίδιο μας τον εαυτό. Θέλουμε να αισθανόμαστε εμείς καλά, ότι παλέψαμε, ότι πετύχαμε ή κι αν αποτύχαμε, κάναμε αυτό που μπορούσαμε.
Ο αγώνας για δικαίωση συχνά είναι αδυσώπητος. Φορτώνουμε στους άλλους τις ευθύνες για τις αποτυχίες μας, ότι δεν βοήθησαν, δεν κατενόησαν, δεν μπόρεσαν να συμμεριστούν τα όνειρά και τις επιδιώξεις μας. Οι άλλοι είναι κριτές, και τη ίδια στιγμή απαιτούμε  από αυτούς να μας αποδεχτούν, να μας συμμεριστούν, να απλώσουν χείρα βοηθείας, διότι το αξίζουμε. Έχουμε μέσα μας ένα αίσθημα ότι δικαιούμαστε την δικαίωση. Ιδίως στους καιρούς μας, όλοι μας χρωστάνε. Ανεξάρτητα από το πόσο έχουμε παλέψει για τους στόχους μας, πόσο έχουμε προσφέρει στους άλλους, τι όνειρα έχουμε καταθέσει, πόσο έχουμε ζητήσει από τους άλλους βοήθεια, πόσο ανταποκριθήκαμε  στους δικούς τους στόχους.
Για να δικαιωθούμε λοιπόν πορευόμαστε σύμφωνα με κάποιους κανόνες. Άλλοι από μας βλέπουμε τους κανόνες σε επίπεδο κοινωνίας, τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Έτσι λειτουργούμε συμβατικά, κάποτε με επιμέλεια, με απολυτότητα. Άλλοτε είμαστε πιο ατημέλητοι και μένουμε στην προσποίηση ότι αποδεχόμαστε τους κανόνες αυτούς και επιφανειακά προσπαθούμε να τους τηρήσουμε. Έχει να κάνει αυτό με την υποκρισία που διέπει τόσο την κοινωνία όσο και τον άνθρωπο. Αρκεί να φαίνεσαι σωστός, δεν εξετάζουμε αν είσαι. Άλλοι πάλι είναι πιο αντισυμβατικοί. Ορίζουν κανόνες με βάση τι τους αρέσει και τι όχι. Ο εαυτός τους είναι το κριτήριο.  Οι ιδέες. Κρίνουν, κατακρίνουν και διαμορφώνουν το ζητούμενο της δικαίωσης με βάση την προσωπική θέαση, στην οποία η κοινωνία δεν φαίνεται να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος. Έτσι, γίνονται πρωτοπόροι, μεταρρυθμιστές, κάποτε επαναστάτες που ισοπεδώνουν.
Το ίδιο συμβαίνει και στην πνευματική ζωή. Οι άνθρωποι γνωρίζουμε ότι ο Θεός μας έχει αφήσει εντολές στο Ευαγγέλιό Του, στους κανόνες της Εκκλησίας, στην παράδοσή μας, όπως αυτή ερμηνεύεται από το σώμα του Χριστού, κάποτε με περισσότερο «εγώ» και λιγότερη πιστότητα στον τρόπο και στο ήθος. Θέλουμε να δικαιωθούμε ενώπιον των ανθρώπων αρχικά, και κατά βάθος ενώπιον του Θεού. Έτσι, η πιστή και ακριβής τήρηση των εντολών, όπως τις εισπράττουμε, καθώς η πνευματική και θρησκευτική ζωή έχουν σαφή κοινωνική αφετηρία, αλλά αφήνουν και ένα προσωπικό περιθώριο συνδιαμόρφωσης του περιεχομένου τους και της εκζήτησης κριτηρίων αποδοχής μας από τους άλλους, δίνει την αφετηρία να ζητούμε δικαίωση. Κάποτε, το πιστεύουμε ξεκάθαρα, θέλουμε και ο Θεός να μας δικαιώσει για τον κόπο μας.  Στεκόμαστε έναντί Του με θάρρος, που μοιάζει βεβαίως με θράσος, και καθησυχάζουμε τον εαυτό μας λέγοντας ότι είμαστε καλοί και τυπικοί. Είμαστε «εντάξει». Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε φοβερά όταν διαπιστώνουμε ότι δεν μας τα φέρνει όλα καλά στη ζωή μας ο Θεός.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, μας επισημαίνει πάντως μία μεγάλη αλήθεια: δεν δικαιωνόμαστε από τα έργα μας, αλλά από την πίστη μας. Δεν δικαιωνόμαστε από το εγώ μας, αλλά από το αν ζει ο Χριστός εντός μας. Αν δηλαδή αφεθήκαμε στον χριστό, στην αγάπη Του, στην παρουσία Του εντός μας, κάνοντας πέρα κάθε σκέψη ότι πρέπει να δικαιωθούμε εκ των έργων μας. Κι αυτό γίνεται όταν τηρώντας τις εντολές, μένουμε ταπεινοί.  Η ταπείνωση μας κρατά προσγειωμένους. Και διότι όσα κι αν κάνουμε, δεν φτάνουν να μας δικαιώσουν καθότι είμαστε άνθρωποι πεπερασμένοι και όχι θεοί, καθότι γνωρίζουμε ότι όριό μας είναι ο θάνατος, αλλά και διότι εμπιστευόμαστε το αλάνθαστο κριτήριο του Θεού που γνωρίζει την καρδιά μας, τα πάθη μας, τις ελλείψεις μας, αλλά και τους πόθους μας. Δεν αρνείται ο Παύλος τον κόπο της τήρησης των εντολών. Δείχνει όμως ότι ο κόπος αυτός από μόνος του δεν αρκεί.
Στην κοινωνική μας πραγματικότητα η ταπείνωση βοηθά να μην ψάχνουμε δικαίωση και να μην αισθανόμαστε νικημένοι, όταν οι άλλοι έχουν διαφορετική άποψη. Να παλεύουμε για ό,τι κρίνουμε σωστό, ακόμη κι αν αυτό λειτουργεί αντισυμβατικά, αλλά να μην καταρρακωνόμαστε αν χάσουμε. Βοηθά να μην ζητούμε φορτικά από αυτούς να κάνουν ό,τι εμείς θέλουμε. Η ταπείνωση βοηθά στην αγάπη, στην κατανόηση, στην συγχώρηση. Η ταπείνωση μας αφήνει να διακρίνουμε τι μπορούν και τι όχι οι άλλοι. Να προτρέψουμε. Να υποδείξουμε, αλλά και να μείνουμε στην άκρη, όταν βλέπουμε  ότι οι άλλοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν.
Δύσκολος ο δρόμος της ταπείνωσης, αν δεν ξεκινά από την πίστη, την εμπιστοσύνη στον Χριστό και την εκζήτησή Του. Αυτός μας λείπει από την ζωή και την σκέψη μας. Προς Αυτόν λοιπόν ας στραφούμε.

Κέρκυρα, 10 Νοεμβρίου 2019
Η’ Λουκά

11/6/19

ΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες των ανθρώπινων σχέσεων, η οποία ξεκινά από τον τρόπο ανατροφής των παιδιών, είναι η χειριστικότητα. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, αξιοποιούν τα συναισθήματα των άλλων, την καλοσύνη, την ανεκτικότητα, την επιθυμία να μην υπάρχει δυσαρέσκεια, την αγάπη τελικά, με τέτοιον τρόπο ώστε να επιβάλουν το θέλημά τους. Κύριος τρόπος είναι ο εκβιασμός, άμεσος και έμμεσος. Ο άμεσος έχει να κάνει με την σαφή δήλωση: «θέλω αυτό και πρέπει να μου εκπληρώσεις την επιθυμία μου». Ο έμμεσος έρχεται με την συνειδητή απόπειρα του «θα σε πιέσω με κάθε τρόπο μέχρις ότου αυτό γίνει». Παρακάλια, γκρίνια, απειλές, κατεβασμένα μούτρα, δηλώσεις «δεν μ’ αγαπάς» ή «δεν σ’  αγαπώ», μορφές «απεργίας» από την κοινωνία των προσώπων, κάνουν την χειριστικότητα μία κατάσταση δύσκολα διαχειρίσιμη.
                Η συζυγική, όπως και η γονεϊκή σχέση, χρειάζονται και συναισθηματική διαχείριση, άμεσα συνδεδεμένη με την αποφασιστικότητα και την επιμονή. Χρειάζονται πρωτίστως σχέδιο και προσανατολισμό και ικανότητα μελέτης όποιων αιτημάτων τίθενται. Επομένως, η όποια στρατηγική στην διαχείριση των ανθρώπινων σχέσεων, των αιτημάτων και των συναισθημάτων, θέλει ετοιμότητα, καθώς συχνά μοιάζει με ένα είδος πολέμου ή διπλωματίας! Η επιπολαιότητα, η προχειρότητα, η υποχωρητικότητα, ακόμα χειρότερα το «εκπληρώνω το θέλημά σου για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο», δεν οδηγούν πουθενά. Το ένα αίτημα θα φέρει το άλλο. Όταν, μάλιστα, βρισκόμαστε σε έναν πολιτισμό στον οποίο η ύπαρξη αιτημάτων και η απαίτηση για εκπλήρωση θεωρούνται δικαιώματα και αυτονοήτως κεκτημένα  (ο καταναλωτικός τρόπος ζωής επιμαρτυρεί), τότε η χειριστικότητα τρέφει εγωκεντρικές υπάρξεις, που δεν έχουν την ταπείνωση να  εξετάζουν το θέλημά τους, αλλά την υπερηφάνεια ότι δικαιούνται τα πάντα.
                Η καλή μελέτη ενός αιτήματος είναι σημείο-κλειδί. Συνήθως ο χειριστικός άνθρωπος απαιτεί την άμεση ικανοποίηση του θελήματός του. Επειδή οι χρόνοι της ζωής μας τρέχουν, είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί η εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος να παραπέμπεται στις καλένδες ες αεί. Ούτε όμως και η αμεσότητα βοηθά. Χρειάζεται προφανώς διάλογος από την πλευρά αυτού που έχει την δύναμη να εκπληρώσει το αίτημα. Διακρίβωση του νοήματος της επιθυμίας. Συμπροβληματισμός. Ένα άμεσο όμως ΝΑΙ ή ένα άμεσο ΟΧΙ συνήθως δεν βοηθά. Στο Ευαγγέλιο βλέπουμε συχνά τον Χριστό να αφήνει κάποιους που ζητούν θαύματα να περιμένουν. Να συζητά μαζί τους και να δοκιμάζει την πίστη τους. Άλλοτε, επειδή γνωρίζει την κατάστασή τους, δεν θέλει καν να διατυπώσουν το αίτημά τους. Τους σπλαχνίζεται. Όμως εκεί τα αιτήματα δεν είναι επιθυμίες κακομαθημένων ή απαιτητικών ανθρώπων, αλλά ζητήματα ζωής και θανάτου.
                Να μάθουμε να περιμένουμε. Αν έχουμε την δύναμη, να εξετάζουμε παραμέτρους. Να ικανοποιούμε εύλογα αιτήματα, αλλά και να μη ενδίδουμε σε υπερβολές. Το δύσκολο είναι να διαχειριστούμε τον εαυτό μας. Ο αξιακός προσανατολισμός βοηθά. Η γνώση του τι είναι σωστό και τι λάθος, η επιθυμία να έχει ο άλλος χαρά που διαρκεί, η χαλάρωση αλλά όχι η κατάργηση των κανόνων, το αίσθημα ότι στην ζωή χρειάζεται η γιορτή, είναι κριτήρια που βοηθούν. Ταυτόχρονα όμως η αίσθηση ότι είμαστε παιδαγωγοί ο ένας του άλλου και παιδαγωγία σημαίνει και ΟΧΙ, όσο κι αν αυτό μας κουράζει συναισθηματικά, θα βοηθήσει στην συνειδητοποίηση εκ μέρους του χειριστικού ότι η αγάπη αποσκοπεί στην  αυθεντική πρόοδο και όχι μόνο στο «εδώ και τώρα». Μόνο που το ΟΧΙ πρέπει να παραμείνει ΟΧΙ!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 6 Νοεμβρίου 2019

11/1/19

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΘΕΝ ΥΠ’ ΕΜΟΥ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΚΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ




«Τό εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα ἐγώ δέν προέρχεται ἀπό ἄνθρωπο» (Γαλ. 1,11)
«Το ευαγγέλιο που σας κήρυξα εγώ δεν προέρχεται από άνθρωπο»


            Ένας από τους λόγους για τους οποίους αμφισβητούμε την χριστιανική μας πίστη, όπως και κάθε άλλη πίστη, είναι η αίσθηση ότι είναι μία ανθρώπινη διδασκαλία. Βλέπουμε την Εκκλησία, τους θεσμούς της, τα πρόσωπα, το ήθος, τον τρόπο ζωής που μας προτείνεται να ζήσουμε και συγκρίνουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, με περισσότερη ή λιγότερη επιμέλεια, με άλλες διδασκαλίες, με άλλες προτάσεις ζωής. Διατυπώνουμε τις ενστάσεις μας, κυρίως με το «αυτά δεν είναι εύκολα για τους καιρούς μας», «αυτά είναι ξεπερασμένα». Είναι άλλες οι προτεραιότητες μας. Είναι άλλες οι επιθυμίες μας. Άλλα μας προκαλούν ευχαρίστηση. Πώς να μείνουμε στις διδαχές του Ευαγγελίου, που κάποτε δεν το γνωρίζουμε;
            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Γαλάτες, μας διαβεβαιώνει για μία αλήθεια μοναδική, την οποία ζει και την οποία μοιράζεται μαζί μας. Ότι το ευαγγέλιο που μας κήρυξε δεν προέρχεται από άνθρωπο. Ότι ο τρόπος που καλούμαστε να υιοθετήσουμε έχει προέλευσή του τον ουρανό, τον Τριαδικό Θεό. Αποκαλύφθηκε στον κόσμο από τον Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όλες οι θρησκείες είναι γεννήματα του ανθρώπινου νου, των αισθήσεων, των παραλληλισμών, των συγκρίσεων,  της ανάγκης να βρούμε οι άνθρωποι απαντήσεις για τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματά μας: γιατί υπάρχουμε, γιατί συνυπάρχουμε, γιατί δημιουργούμε έλλογα, γιατί πεθαίνουμε, αν υπάρχει συνέχεια μετά τον θάνατο ή όλα είναι χρόνος που τελειώνει. Η πίστη μας όμως δεν είναι θρησκευτικό γέννημα, αλλά αποκάλυψη του Θεού που ενηνθρώπησε. Που μας φανέρωσε τον εαυτό Του. Που δεν μας άφησε κανένα γραπτό κείμενο, αλλά την μαρτυρία εκείνων που Τον γνώρισαν, Τον είδαν, Τον άκουσαν, Τον ψηλάφησαν, μοιράστηκαν μαζί Του όλες τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Και το Ευαγγέλιο δόθηκε ως μοίρασμα εμπειρίας, για να γίνει Εκκλησία, δηλαδή συνάθροιση και συνύπαρξη προσώπων που ανά τους αιώνες εμπιστεύτηκαν Αυτόν που είναι το Ευαγγέλιο, Αυτόν που άφησε το Σώμα Του και το Αίμα Του ως κοινωνία μαζί Του, Αυτόν που παρέδωσε τις εντολές και την χαρά του λόγου και του τρόπου Του σε όσους εξακολουθούν να βρίσκουν απαντήσεις αιωνιότητας στα ερωτήματά τους.
            Είναι αγγελία χαράς το Ευαγγέλιο. Και η χαρά δεν είναι μόνο τα λόγια που μας τρέφουν. Είναι κυρίως το Πρόσωπο που τα ενσαρκώνει. Και όλη η αμφισβήτηση, όχι μόνο των καιρών μας, αλλά και κάθε εποχής, έχει να κάνει με την αδυναμία ή την άρνησή μας να συνδεθούμε με το Πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός μετατρέπεται σε ιδέα, σε διδασκαλία, σε πρακτική λύση, σε ηθική, σε τυπολατρία, σε σύμβολο, σε γνώση του νου, διότι με αυτόν τον τρόπο δικαιούμαστε να αποφύγουμε τον μεγάλο αγώνα: να αγγιχτούμε από την χαρά της παρουσίας Του, να ζήσουμε την αγάπη που μας κάνει να υπερβαίνουμε το εγώ μας και  να κάνουμε μικρές ή μεγαλύτερες θυσίες, Εκείνον να αναζητούμε ως απάντηση για τα ερωτήματά μας, Εκείνον να εμπιστευόμαστε στην ζωή και στον θάνατο, στη μεγάλη χαρά και στην μεγάλη λύπη, Εκείνον να καλούμε να μας αγκαλιάσει και να μας απλώσει το χέρι Του. 
Και είναι μυστήριο το πώς ο Χριστός ανταποκρίνεται. Μας το υποδεικνύουν οι άγιοί μας, οι οποίοι διάλεξαν να Τον ακολουθούν μέχρι θανάτου. Άλλοι με το να απαρνηθούν εντελώς τον κόσμο. Άλλοι με το να ζήσουν την αγάπη εντός του κόσμου. Άλλοι με την μετάνοια που τους άλλαξε για πάντα την ζωή. Άλλοι με την μετάνοια που για μία στιγμή, την τελευταία και αποφασιστική, τους άνοιξες της πύλες της αιώνιας κοινωνίας. Άλλοι με το να Τον συναντούνε στα πρόσωπα των αδελφών Του. Άλλοι στα πρόσωπα των εχθρών Του. Άλλοι στον λόγο. Άλλοι στην σιωπή. Άλλοι στη προσευχή. Άλλοι σε ένα πιάτο φαγητό. Άλλοι σε μια αγκαλιά παρηγοριάς, σε ένα από κοινού δάκρυ ή σε ένα από κοινού χαμόγελο. Άλλοι με την άσκηση για την εκδίωξη των ακανθών των παθών. Άλλοι με την συναίσθηση της αδυναμίας και τον αγώνα για το ακατάκριτο του πλησίον. Άλλοι με ένα «Κύριε ελέησον». Και άλλοι με θαύματα υπερφυή!
Το Ευαγγέλιο μάς ζητά τη δική μας απάντηση! Το Ευαγγέλιο μάς ζητά το μεγάλο ΝΑΙ σ’ Αυτόν που είναι το Ευαγγέλιο, που μας το έδωσε, που μας το ερμηνεύει στην Εκκλησία, που μας ενισχύει, ό,τι κι αν γίνει. Ας βγούμε από την εξομοίωσή Του με τις ιδέες των ανθρώπων και ας κάνουμε το μεγάλο βήμα για να λάβουμε, να μοιραστούμε, να χαρούμε, όποιος κι αν είναι ο κόσμος γύρω μας!

Κέρκυρα, 3 Νοεμβρίου 2019
Ε’ Λουκά

10/30/19

ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΠΑΤΡΙΔΑ!


    Το να κρατήσουμε την πατρίδα στους καιρούς μας φαντάζει ένας αγώνας απελπισμένος εναντίον του ρεύματος της παγκοσμιοποίησης, το οποίο έχει εγκαθιδρύσει μία πραγματικότητα στην οποία οι διαφορές δεν πρέπει να υφίστανται. Τροφή, ενδυμασία, διασκέδαση, χρήση τεχνολογίας, επιστήμη, μεταφορές, επικοινωνία δεν αφήνουν περιθώρια για ιδιαιτερότητες. Και όπου υπάρχει αυτή η επιθυμία, η παγκόσμια τάξη  του politically correct σπεύδει να την καλύψει με την προβολή των δικαιωμάτων. Περισσότερη συζήτηση γίνεται στους καιρούς μας για το πώς θα προστατευθούν αυτοί που έρχονται σε μια χώρα, είτε ως πρόσφυγες είτε ως μετανάστες, πώς δεν θα αντιμετωπίσουν φαινόμενα ρατσισμού όσοι κάνουν διαφορετικές επιλογές από τους πολλούς στην σεξουαλικότητα, ενώ η πατρίδα έχει  αφεθεί στις σχολικές εορτές και σε κάποιες επετειακές ταινίες στην τηλεόραση. Ακόμη και οι παρελάσεις στις εθνικές γιορτές αντιμετωπίζονται με ειρωνεία ή περιφρόνηση από συγκεκριμένες ομάδες, τόσο πολιτικές όσο και διανοουμένων, ενώ το να βγάζει κάποιος την σημαία στο μπαλκόνι ή στο παράθυρο θεωρείται κατάλοιπο ενός εθνικιστικού παρελθόντος.
                Στην δηλητηριασμένη ιδεολογικά ατμόσφαιρα, όπου υπάρχει φοβία για κάθε τι εθνικό, κάποτε δικαιολογημένη λόγω της καπηλείας, παλαιότερης και νεώτερης, λόγω ενός φανατισμού που παρακινεί σε βία, αρχικά λεκτική και, κάποτε, σωματική, η προτροπή «να κρατήσουμε πατρίδα!» ζητά διασάφηση και πρακτικές λύσεις. Για ποια πατρίδα να μιλήσουμε στους νεώτερους;  Αυτήν της ελευθερίας, των αξιών, της παιδείας, της φιλοσοφίας, της χριστιανικής αγάπης, του μεγαλείου της αντίστασης σε κάθε επιβουλή, ή την πατρίδα της διχόνοιας, της μωροφιλοδοξίας, της δοκησισοφίας, αυτήν που ταυτίζεται με το κράτος και μας κάνει όλους να τα περιμένουμε έτοιμα; Την πατρίδα που είναι ανοιχτή σε όποιον θέλει να την γνωρίσει και να κατοικήσει σ’  αυτήν, αλλά που θέτει προδιαγραφές σε όποιον δεν κατανοεί ότι υπάρχουν μερικά θέσμια:  η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκευτική πίστη, ο πολιτισμός που γεννούν σεβασμό στον άλλον, αλλά και ανυποχώρητη καρδιά σε ζητήματα όπως η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία μας; Ή την «μη πατρίδα» των διεθνιστών, οι οποίοι οραματίζονται νεφελώδεις συνυπάρξεις στις οποίες ο άνθρωπος, χωρίς ταυτότητα και προδιαγραφές, κάπως μαγικά θα αναγκάζεται να σέβεται έναν άλλον που θα παραμένει περιχαρακωμένος στην όποια δική του ταυτότητα, εθνική, πολιτιστική, κοινωνική, σεξουαλική, αδιαφορώντας για τους πολλούς;  
                Και επειδή οι νεώτεροι θα κληθούν να αποφασίσουν ποια πατρίδα θέλουν και αν την θέλουν, καλό θα ήταν οι μεγαλύτεροι, μέσα από την παιδεία της ιστορίας, της παράδοσης, της γιορτής, των αγίων και των ηρώων, να προσφέρουμε γνώση και εμπειρία και ένα αίσθημα χρέους έναντι του τόπου, του παρελθόντος, των ανθρώπων, των αγέννητων και των νεκρών που ως κριτές θα μας δικάσουν, να διασώσουμε μνήμες «Πίνδου και Άθωνα» (Οδ. Ελύτης) και να μην πειραματιζόμαστε άσκοπα με ενσωματώσεις χωρίς διάλογο, στις οποίες μόνο ο άλλος έχει δικαιώματα κι εμείς οφείλουμε να ταυτιστούμε μαζί του, αγνοώντας ότι μόνο όποιος αισθάνεται χαρά γι’  αυτό που είναι, για όπου ανήκει, μπορεί να κρίνει σωστά και λάθη, να απλώσει τα χέρια του στον όποιο διαφορετικό ως άρχοντας και όχι ως φοβικός ζητιάνος, να αγαπήσει και να σεβαστεί!
                Οι εθνικές επέτειοι, όπως και η όλη διάρθρωση της κοινωνίας μας χρειάζονται επανεκκινήσεις προβληματισμού και προσωπικής βίωσης των θέσμιων μας. «Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει» (Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος)

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 30 Οκτωβρίου 2019

10/26/19

ΕΝΑ ΚΑΛΑΘΙ (ΔΙΑ ΘΥΡΙΔΟΣ ΕΝ ΣΑΡΓΑΝΗ)



«Ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τήν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καί διά θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διά τοῦ τείχους καί ἐξέφυγον αὐτοῦ» (Β’ Κορ. 11, 32-33)

«Στη Δαμασκό, ο διοικητής εκπρόσωπος του βασιλιά Αρέτα έβαλε φρουρούς σε όλη την πόλη  για να με συλλάβει. Μέσα όμως από ένα άνοιγμα του τείχους με κατέβασαν με καλάθι και ξέφυγα από τα χέρια του».


           Στα χέρια του Θεού είναι η ζωή μας. Πιστεύουμε και αφηνόμαστε στην δική Του πρόνοια, στην δική Του φώτιση. Αυτό όμως δεν σημαίνει μοιρολατρία, παράδοση του εαυτού μας στις δυνάμεις του κακού.  Αντίθετα, σημαίνει κινητοποίηση, τόσο της ψυχής, ώστε να γίνεται εντός μας ο πνευματικός αγώνας διά της προσευχής, της αυτοκριτικής, της μετάνοιας, της εύρεσης της ρίζας των παθών μας  που έγκειται στην υπερηφάνεια και στον συμβιβασμό με το κακό, αλλά κινητοποίηση και όλων των δυνάμεών μας ώστε το κακό να μην μας παγιδεύσει. Επειδή οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι το να πιστεύεις στον Θεό σημαίνει να μην σκέφτεσαι, αλλά να αφήνεις τον Θεό να σκέφτεται για σένα, να μην ενεργείς αυτοβούλως, αλλά να αφήνεσαι στο τι θα σου δώσει ο Θεός, η παράδοσή μας επισημαίνει ότι χρειάζεται να κάνουμε εμείς ό,τι περνά από το χέρι μας και να αφηνόμαστε στον Θεό γι’ αυτά που δεν μπορούμε.
                Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της μεταστροφής του απόστολου Παύλου. Από διώκτης, έγινε χριστιανός. Από ζηλωτής Ιουδαίος γύρισε τον τότε κόσμο τέσσερις φορές για να κηρύξει τον Χριστό έργοις τε και λόγοις. Και τον βλέπουμε μετά την μεταστροφή του, μετά το όραμα που είδε πηγαίνοντας στην Δαμασκό της Συρίας κατά το οποίο ο Χριστός του εμφανίζεται και του ζητά  να πάψει να τον καταδιώκει, μετά την προσωρινή του τύφλωση, μετά την βάπτισή του από τον απόστολο Ανανία, να κηρύττει στις συναγωγές της Δαμασκού ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Και οι Ιουδαίοι αποφασίζουν να τον σκοτώσουν, μη μπορώντας να ερμηνεύσουν πώς ο διώκτης γίνεται χριστιανός. Και τότε, όπως αναφέρει και ο ίδιος, οι χριστιανοί αποφασίζουν να τον φυγαδεύσουν, χρησιμοποιώντας μία σαργάνη, ένα καλάθι, στο οποίο τον έβαλαν μέσα και τον κατέβασαν από ένα άνοιγμα του τείχους, για να ξεφύγει από την οργή των διωκτών του.
                Ο απόστολος Παύλος μας δείχνει ότι η δημιουργικότητα, η εξυπνάδα, η ευρηματικότητα δεν απορρίπτονται από την πίστη. Το αντίθετο. Ο χριστιανός καλείται να μην ξοδεύει άσκοπα τη ζωή του, καλείται να μην επιδιώκει το μαρτύριο, αλλά και να μην το φοβάται. Δεν είναι νικητής του κοσμικού πνεύματος αυτός που παραδίδει τον εαυτό του στον θάνατο, αλλά αυτός που δεν φοβάται τον θάνατο. Νικά όποιος αξιοποιεί τα χαρίσματα που του έχει δώσει ο Θεός για να ζήσει, αλλά κι αν χρειαστεί να πεθάνει, δεν κάνει πίσω ως προς την αλήθεια της πίστης. Ο χριστιανός δεν περνά όλο του τον καιρό με προσευχή, με ενασχόληση με τα του Θεού. Θυμάται όμως το τι θέλει ο Θεός σε όποια επιλογή της ζωής του, στην εργασία, στις σχέσεις, στην καθημερινότητά του, στους πειρασμούς που αντιμετωπίζει. Η καλογερική παράδοση είναι τρόπος και χρόνος. Στον κόσμο ζούμε τον τρόπο, παλεύοντας να αφιερώσουμε όσον περισσότερο χρόνο μπορούμε στον Θεό.
                Οι εκκοσμικευμένοι άνθρωποι, οι διανοούμενοι, οι αμφισβητίες της πίστης, θεωρούν ότι το να είναι κάποιος χριστιανός, σημαίνει να έχει χάσει την διάθεσή του για ζωή. Να είναι παραδομένος σε ένα διαρκές τέλος. Όμως για όποιον πιστεύει στον Χριστό δεν υπάρχει τέλος, αλλά μία δίψα για ζωή που κινητοποιεί το είναι. Το καλάθι, η σαργάνη του Παύλου, δεν είναι απόδειξη ότι οι χριστιανοί φοβόμαστε για τον εαυτό μας και δραπετεύουμε από το να παλέψουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο. Η σαργάνη είναι απόδειξη διάκρισης. Ότι ο Θεός θα επιλέξει πότε θα έρθει η ώρα που η αποστολή του καθενός θα τελειώσει. Μέχρι τότε, καλούμαστε να δώσουμε όλον μας τον εαυτό ώστε η αλήθεια να φανερώνεται. Δεν είναι ο τόπος το κλειδί, αλλά ο τρόπος. Και οι χριστιανοί καλούμαστε να αλλάζουμε όσο μπορούμε και να αλλάξουμε τον κόσμο μας, όπου υπάρχει ανταπόκριση!

Κέρκυρα, 27 Οκτωβρίου 2019
Ζ’ Λουκά