12/5/16

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΡΑ"


    Με ιδιαίτερη χαρά σας προσκαλούμε και σας περιμένουμε την ερχόμενη Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 6 το απόγευμα στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Χρονίως Πασχόντων "Η Πλατυτέρα" στην εκδήλωση που διοργανώνει η Ιερά Μητρόπολις Κερκύρας και οι εκδόσεις "Αρχονταρίκι" με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού "Με τον καιρό να είναι κόντρα - για νέους και γονείς που ελπίζουν".
    Στην εκδήλωση ...ο κ. Νίκος Παπαδημητρίου, αναπλ. καθηγητής του τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, η κ. Μαρία Μάνδυλα- Κουσουνή, παιδίατρος και πρόεδρος της Ιατροχειρουργικής Εταιρία Κέρκυρας και ο συγγραφέας π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός θα συζητήσουν με γνώμονα το βιβλίο πάνω στο θέμα: "Μπορεί ο λόγος της Εκκλησίας να συναντήσει τη ζωή μας;"
    Τη συζήτηση θα συντονίσει ο εκδότης κ. Νίκος Δ. Σαμπαζιώτης.
    Χαιρετισμό στην εκδήλωση θα απευθύνει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος. Θα την πλαισιώσουν ακόμη με τέσσερα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη η υψίφωνος Έλλη Καρύδη και η παιανίστας κ. Μαρία Μάζη.
    Η είσοδος είναι ελεύθερη.

12/3/16

ΟΥΚ ΕΔΕΙ ΛΥΘΗΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ;



Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας στις οποίες καλούμαστε να σκεφτούμε ποια σημασία έχουν άνθρωποι του περιβάλλοντός μας για μας. Δεν έχει να κάνει μόνο με το πόσο τους αγαπούμε. Κυρίως έχει να κάνει με το πόσο το χρειαζόμαστε, πώς τους χρησιμοποιούμε. Μιά τέτοια θέαση, η οποία συνήθως γίνεται όταν οι άλλοι φεύγουν για κάποιον λόγο από τη ζωή μας, είτε οριστικά είτε προσωρινά, αποκαλύπτει τον χαρακτήρα μας, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον πλησίον μας, αλλά και τι είναι εκείνος για μας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ποιος είναι ο χαρακτήρας μας, αλλά και ποια είναι η κοσμοθεωρία μας. Αυτή η σκέψη για το τι είναι οι άλλοι στη ζωή μα θα μας βοηθήσει τελικά να δούμε το αληθινό μας πρόσωπο. Να δούμε πόσο και αν αγαπάμε. Αν είμαστε περιχαρακωμένοι στον εαυτό μας. Αν είμαστε εύκολοι στο να κατακρίνουμε τους άλλους. ουσιαστικά μας βοηθά να καταλάβουμε πόση ταπεινοφροσύνη έχουμε και την ίδια στιγμή πόσο κοντά ή μακριά από τις εντολές του Θεού βρισκόμαστε.
       Ο Χριστός κάποιο Σάββατο, όπως συνήθιζε, βρέθηκε σε μία συναγωγή για να διδάξει. Εκεί συνάντησε μία συγκύπτουσα γυναίκα, κυρτωμένη από δαιμονική επίδραση. Η γυναίκα αυτή βρίσκονταν ανάμεσα στους πιστούς Ιουδαίους και παρά την ασθένειά της, η οποία την καθιστούσε, σύμφωνα με τη νοοτροπία της εποχής, καταραμένη από τον Θεό, δε δίσταζε να θέλει να είναι μέλος της κοινότητα, επί δεκαοκτώ τότε χρόνια. Ο Χριστός της λέει ότι παίρνει την απόλυση από την ασθένειά της, σα να ήταν στο στρατό, να εξέτισε τη θητεία της και να μπορεί πλέον να επιστρέψει στο σπίτι της ελεύθερη. Και τότε ο αρχισυνάγωγος διαμαρτύρεται με θυμό στους άλλους ανθρώπους, διότι δεν τολμά ευθέως να μιλήσει στον Χριστό που έκανε το θαύμα της θεραπείας, και τους ζητά να έρχονται να θεραπεύονται τις έξι ημέρες της εβδομάδας και όχι τη έβδομη, στην οποία από τον μωσαϊκό νόμο απαγορεύονταν κάθε εργασία. Και ο Χριστός, αφού τον χαρακτηρίζει «υποκριτή» και του περιγράφει πώς για την άλογη κτίση οι άνθρωποι παραβιάζουν την αργία του Σαββάτου, του αναφέρει σχετικά με την θεραπευμένη γυναίκα: «ταύτην δε θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;» (Λουκ. 13, 16). «Αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοκτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».
        Για τον αρχισυνάγωγο «ουκ έδει». Έβλεπε την γυναίκα ως μέτρο σύγκρισης για την δική του πνευματική κατάσταση. «Δεν είμαι σαν κι αυτή», μπορεί να σκεφτόταν. Τόσα χρόνια μέσα στη συναγωγή η γυναίκα αυτή πιθανόν να έκανε τον αρχισυνάγωγο να αισθάνεται ότι η δική του πορεία ήταν ευλογημένη, διότι ο ίδιος δεν είχε καμιά ασθένεια, αλλά είχε την επιφανή θέση, δηλαδή την χάρη και την ευλογία του Θεού, όπως πίστευε. Το ίδιο πιθανόν να πίστευαν και οι άλλοι συμμετέχοντες στη ζωή της συναγωγής. Η συγκύπτουσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα δικαίωσης για τους ίδιους. «Αφού δεν είμαστε άρρωστοι, επομένως δεν είμαστε σαν κι αυτή και άρα ο Θεός είναι ευχαριστημένος από εμάς». Μπορεί να την συμπονούσαν για τη δοκιμασία της. Στην ουσία όμως μέσα από αυτήν δικαίωναν τον εαυτό τους, υποκριτικά. Γι’ αυτό και όταν ο Χριστός την θεραπεύει, ο αρχισυνάγωγος οργίζεται. Με ποιον θα συγκρίνει πλέον τον εαυτό του; Ποιο θα είναι το κριτήριο της δικαίωσής του; Πιθανόν και κάποιοι άλλοι αυτό να σκέφτηκαν. Ο Χριστός δεν τους αφήνει κανέναν περιθώριο αμφισβήτησης της απόφασής Του να θεραπεύσει τη συγκύπτουσα. Το θέλημα του Θεού είναι άλλο σε σχέση με τους δικούς μας ιδιοτελείς λογισμούς.
     Οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούμε τους άλλους ως υπηρέτες μας. Απαιτούμε από αυτούς να κάνουν το δικό μας θέλημα, αν μάλιστα τους δίνουμε την αίσθηση ότι τους αγαπούμε. Παγιδευμένοι σ’ αυτό που είναι ή νομίζουν ότι είναι η αγάπη, αισθάνονται ότι θα πρέπει να κάνουν αυτό που τους λέμε και ζητάμε, διότι εμείς το δικαιούμαστε ακριβώς επειδή τους αγαπούμε. Και αν εκείνοι ωφελούνται από αυτή την κατάσταση, εμείς άραγε δικαιούμαστε να φερόμαστε έτσι; Εκείνοι ταπεινώνονται και αγαπούν. Εμείς τους αγαπούμε όμως αληθινά ή αγαπάμε τον εαυτό μας έτσι, ώστε να θέλουμε να μας υπηρετούν; Είναι ένα ερώτημα το οποίο θέτει ο Χριστός για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θέλουμε να εξουσιάζουμε τους άλλους ή εμείς πρώτοι τους διακονούμε; Τι γίνεται όταν αυτοί αποφασίζουν ότι δε θέλουν άλλο να μας διακονούν ή όταν αλλάξει η κατάσταση τους; Είμαστε έτοιμοι να συνεχίζουμε να τους αγαπούμε ή οργιζόμαστε μαζί τους, όπως ο αρχισυνάγωγος, διότι παύουμε να χάνουμε τα προνόμια της χρήσης τους και την εξουσία μας επάνω τους;
       Άλλοτε πάλι οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τους άλλους ως μέτρο αυτοδικαίωσης. Είναι η κάποια λύση για την αυτοεκτίμησή μας. Για την αίσθηση ότι αξίζουμε. Ότι ο Θεός μας έχει ευλογήσει. Και όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, πώς αντιδρούμε; Η απουσία ταπεινοφροσύνης, διότι περί αυτού πρόκειται, είναι σημείο υπερηφάνειας. Όταν ο άλλος γίνεται από εμάς αντικείμενο λοιδορίας, όταν τον εξουθενώνουμε για να δείξουμε ότι εμείς είμαστε ανώτεροι, τότε δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την αληθινή πνευματική μας κατάσταση. Ότι κληθήκαμε από τον Θεό να έχουμε ως μέτρο των σχέσεών μας με τους άλλους την ταπεινοφροσύνη. Δηλαδή να πιστεύουμε ότι μέσα από εκείνους μπορούμε να ωφεληθούμε. Από τα χαρίσματά τους. Από τις αρετές τους. Ακόμη και από την αρνητική τους όψη, εμείς μπορούμε να διδαχθούμε. Υπομονή και μετάνοια, όπως ήταν η στάση της συγκύπτουσας. Είναι δύο δρόμοι στους οποίους οι άλλοι, αν εργαζόμαστε για την ταπεινοφροσύνη, μπορούν να μας διδάξουν.
     Τέλος, υπάρχει και ο δρόμος της αγάπης. Η απόφαση δηλαδή οι άλλοι να μην είναι χρήσιμα αντικείμενα, αλλά εικόνες Θεού. Στο πρόσωπό τους, ακόμη κι αν κάτι δεν πάει καλά, να βλέπουμε το τραυματισμένο άνθρωπο, ο οποίος έχει ανάγκη τη συμπάθειά μας και την καλοσύνη μας. Και την ίδια στιγμή να ισχύει και για μας και για εκείνους το αποστολικό «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2), να σηκώνουμε δηλαδή ο ένας το φορτίο του άλλου, για να εφαρμόζουμε πλήρως τον νόμο του Χριστού. Αν έχουμε λάβει αυτή την απόφαση και παλεύουμε και στην οδό της ταπεινοφροσύνης, τότε ο άλλος γίνεται ευλογία για μας κι εμείς για εκείνον. Η σχέση μας μαζί του είναι σχέση που οδηγεί στον Χριστό. Η αγάπη τελικά θεραπεύει την υποκρισία να βλέπουμε τον άλλον υπό το πρίσμα του συμφέροντος, είτε αυτό είναι υλικό, είτε κοινωνικό, είτε εξουσιαστικό, είτε θρησκευτικό, και μας κάνει να χαιρόμαστε με τη χαρά του και να μοιραζόμαστε τη λύπη του, προσευχόμενοι στον Θεό να αντέχει τους σταυρούς του και οι χαρές του να κρατούνε.
      Ο πολιτισμός μας έχει χρησιμοθηρικό χαρακτήρα. Μας χρησιμοποιεί ως καταναλωτικά όντα των ιδεών, των προϊόντων, της λογικής του. Είναι πολιτισμός εξουσίας επάνω μας. Μας κάνει γνήσια τέκνα του, όταν μας μεταδίδει αυτό το πνεύμα της χρήσης των άλλων. Η πίστη μάς βοηθά να βρούμε την οδό της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης και της κατανόησης προς τους άλλους και τις αδυναμίες τους, όχι για να τους χρησιμοποιούμε αλλά για να συμπορευόμαστε, ακόμη κι αν ο δρόμος είναι δύσβατος. Διότι οι χαρακτήρες μας δεν ταιριάζουν εύκολα, αλλά και πάντοτε έχουμε μέσα μας το ερώτημα αν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους. Κι αυτή η σύγκριση κάνει την αγάπη να μην μπορεί να νικήσει. Η ζωή με τον Χριστό στην Εκκλησία μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας πώς βλέπει τους άλλους και να αλλάξουμε με τη βοήθειά Του προσανατολισμό. Διά της ταπεινοφροσύνης να περάσουμε από τη χρήση, στην αγάπη.

Κέρκυρα, 4 Δεκεμβρίου 2016

11/30/16

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


       Μία από τις συνηθισμένες δυσκολίες στην καθημερινότητα της οικογένειας είναι η απουσία ουσιαστικού διαλόγου, τόσο μεταξύ του ζευγαριού, όσο και μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Οι περισσότερες συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη διαχείριση της ζωής, τις υλικές ανάγκες, τα προγράμματα των μελών της οικογένειας. Όμως χωρίς ποιοτικό διάλογο, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα γνήσιας επικοινωνίας με προσπάθεια κατανόησης των σκέψεων, των φόβων, των αρνητικών συναισθημάτων που τόσο οι σύζυγοι όσο και τα παιδιά αναπτύσσουν, η ζωή της οικογένειας δεν μπορεί να στηριχτεί στη βάση της αγάπης. Διότι αγάπη σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Μοίρασμα. Άρση του σταυρού του. Απόπειρα διάλυσης όποιων παρεξηγήσεων ή κακών λογισμών. Και την ίδια στιγμή νέα ξεκινήματα στο να γίνουν οι σχέσεις δημιουργικές και να αποκτήσουν διάρκεια χαράς και ελπίδας.
          Διάλογος σημαίνει ακρόαση του άλλου. Μόνο που για να γίνει αυτό χρειάζεται να μάθουμε να κρατάμε σιωπή. Να μην είμαστε έτοιμοι να θυμώσουμε. Κι αυτό προϋποθέτει αίσθηση ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε απόλυτο δίκιο στις σκέψεις μας. Αν ισχύει αυτό, τότε μπορούμε να μάθουμε τον άλλο και από τον άλλο. Διάλογος σημαίνει ακόμη εντοπισμός των στοιχείων που μας ενώνουν με τον άλλο. Συνήθως μένουμε σε ό,τι μας χωρίζει. Στα παράπονά μας. Όμως υπάρχουν και πολλά που μας ενώνουν. Κυρίως η αγάπη. Διάλογος σημαίνει απόφαση να αφήσουμε να διαφανεί η αλήθεια, ακόμη κι αν δεν είναι ταυτόσημη με την δική μας αλήθεια. Προϋπόθεση η πειθώ και τα επιχειρήματα, όχι όμως η εμμονή αποκλειστικά στον δικό μας τρόπο σκέψης. Παράλληλα, διάλογος δε σημαίνει απόπειρα να εξουσιάσω τον άλλο, αλλά να συνυπάρξω μαζί του.
     Ο διάλογος προϋποθέτει μια ξεχασμένη αρετή. Την ταπείνωση. Είμαι ταπεινός όταν έχω επίγνωση των ορίων μου ή όταν είμαι διαθέσιμος να βρω μέχρι πού φτάνουν, ακούγοντας τον άλλο, ο οποίος μου τα θέτει. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα στην οικογένεια είναι από κοινού. Η ταπείνωση βοηθά στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα το από κοινού καλό. Βοηθά στην υποχώρηση εκεί όπου χρειάζεται. Στην εκκοπή του ιδίου θελήματος, όταν αυτό λειτουργεί στην οπτική του κατεξουσιασμού του άλλου και της ισοπέδωσης της προσωπικότητάς του, κάτι που έρχεται όταν θέλουμε να γίνεται το δικό μας. Η ταπείνωση μπορεί να γεννήσει τη σύνθεση μέσα από την καταγραφή των αντιθέσεων.
       Αν υπάρχει αμοιβαιότητα, τότε και τα παιδιά μπορούν να διδαχθούν. Αλλά και η εκκλησιαστική ζωή βοηθά προς την κατεύθυνση αυτή. Ο τρόπος της πίστης διδάσκει όλους ο λόγος να είναι προς την κατεύθυνση του «ευ». Να μην αποσκοπεί στο να προσβάλει και να εξουθενώσει, αλλά να βρει τις γέφυρες που θα αφήσουν να καλλιεργηθούν υγιή συναισθήματα. Από τον Χριστό διδασκόμαστε να είμαστε αληθινοί και να μην λησμονούμε τον στόχο της Βασιλείας, αυτόν που Εκείνος μας δείχνει μέσω των παραβολών του, καρποί διαλόγου Του με τους ανθρώπους. Η Βασιλεία περνά  μέσα από την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση και συναντά τις ταπεινές καρδιές. Ακόμη κι αν ο ένας από τους δύο διαλεγόμενους δεν είναι ταπεινός, η εγκαρτέρηση του άλλου, συνοδευόμενη όμως από ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, θα βοηθήσει στη χάραξη πορείας εξόδου από το εγώ. Για να πάψουν οι ανθρώπινες σχέσεις να δηλητηριάζονται εξαιτίας της απουσίας της εξόδου.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 30 Νοεμβρίου 2016

11/26/16

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


           Ο πλούτος είναι αξιοζήλευτος για τα δεδομένα και τις αξίες του κόσμου, όχι μόνο στην εποχή μας, αλλά και ανέκαθεν. Εξασφαλίζει την άνετη ζωή και κάνει τον κάτοχό του να μην ασχολείται για την επιβίωσή του. Εξασφαλίζει την δυνατότητα κοινωνικών σχέσεων. Της ηδονής. Της αναγνώρισης από τους άλλους. Την παράταση της ζωής, καθώς ο πλούσιος μπορεί να κάνει χρήση της επιστήμης και των επιτευγμάτων της για να αναστείλει επάνω του τη φθορά του χρόνου. Ο πλούσιος νιώθει ένας μικρός θεός. Έχει την αλαζονεία ότι τα χρήματα και τα αγαθά του μπορούν να του εξασφαλίζουν λύσεις για όλα του τα προβλήματα.  Μπορεί να αγοράσει και τα αισθήματα και τις υπηρεσίες των άλλων. Ο πλούσιος είναι το όνειρο των πολλών.
           Δεν είναι συχνό το φαινόμενο ένας πλούσιος να έχει υπαρξιακές ανησυχίες. Να θέλει να έχει σχέση με τον Θεό. Να είναι βέβαιος ότι τα αγαθά του δεν επαρκούν για να δει τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας. Να συνειδητοποιήσει την ματαιότητα των κτημάτων και των χρημάτων, από τη στιγμή που η φθορά και ο θάνατος θα αγγίξουν και τον ίδιο. Να μη νικηθεί από την ευκολία του «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκωμεν». Να αγαπήσει, εκτός από το να χρησιμοποιήσει. Να νοιαστεί για τους άλλους αληθινά, από την καρδιά του, να πιστέψει ότι ο πλούτος του υπάρχει για να προσφέρει στους μη έχοντας. Συνήθως ο πλούσιος πάσχει από οίηση έναντι των πολλών. Παρασύρεται και από τον ανταγωνισμό που συνοδεύει τον πλούτο. Δεν ανέχεται οι άλλοι πλούσιοι να έχουν περισσότερα από αυτόν και κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο δικός του πλούτος να αυξάνει. Διαγκωνισμός εγωισμών. Για όλα αυτά ο πλούσιος δεν είναι πάντοτε αξιοζήλευτος. Αν λησμονήσει, όπως συχνά γίνεται στο σύστημα διασημοτήτων της εποχής μας, ότι είναι άνθρωπος, ότι έχει όρια, τότε η δυστυχία τον περιμένει σ’  αυτή τη ζωή και αν δεν ζήσει την μετάνοια και στην άλλη.   
          Στο Ευαγγέλιο συναντάμε, εκτός από τους πλούσιους προς αποφυγήν, και έναν πλούσιο ο οποίος είναι η εξαίρεση. Ζητά να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Έχει τηρήσει τις εντολές του μωσαϊκού νόμου. Έχει δηλαδή επιλέξει να τηρεί τον λόγο του Θεού, ώστε να μπορεί να διεκδικεί το δικαίωμα στην κοινωνία μαζί Του.  Μέσα του διασώζεται η αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να συμφιλιώσει τον εαυτό του με τον Θεό. Να μη γίνει ο τρόπος ζωής του εμπόδιο στην αιωνιότητα. Όμως δεν είναι σίγουρος. Και ζητά από τον Χριστό την αλήθεια για την πνευματική του κατάσταση. Πώς μπορεί να κληρονομήσει, να προσθέσει στα αγαθά του δηλαδή, την βασιλεία του Θεού. Η απάντηση που λαμβάνει από τον Χριστό θα τον λυπήσει. Ο Κύριος του ζητά να εγκαταλείψει όλα τα αγαθά του. Να τα πουλήσει και να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο λόγος του Χριστού κάνει τον πλούσιο να λυπηθεί. Ήταν τόσα πολλά όσα είχε, ώστε δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτά. Και ο Χριστός θα πει στους μαθητές Του, για να τα ακούσει και ο πλούσιος:  «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. 18, 24). «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα».
            Ο πλούσιος είναι εκφραστής του υλιστικού πνεύματος κάθε εποχής. Η συνάντησή του με τον Χριστό δείχνει τρία σημεία, τα οποία καθιστούν πολύ δύσκολη την είσοδο του υλιστή ανθρώπου στη βασιλεία του Θεού.  Είναι η απουσία ορίων και η αίσθηση της παντοδυναμίας, η αδυναμία διάκρισης και αποδοχής της αλήθειας και η ελπίδα στον Θεό για το αδύνατο.  
Ο υλιστής άνθρωπος αισθάνεται παντοδύναμος.  Με γνώμονα τα χρήματα και τα αγαθά του δεν πιστεύει ότι κάτι τον απειλεί. Έτσι πορεύεται στη ζωή χωρίς να φοβάται για κάτι, εκτός από το να χάσει τα αγαθά του. και γι’ αυτό η κύρια φροντίδα του είναι η διατήρηση και η αύξησή τους. Η ελεημοσύνη δεν είναι στις προτεραιότητές του. Δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί δεν τον αγαπούνε, αλλά και δεν τον νοιάζει από ένα σημείο και μετά. Τα αγαθά είναι η προτεραιότητά του. Ακόμη και την σκέψη του θανάτου την μεταφέρει στο απώτερο μέλλον. Η ζωή του όλη είναι στο σήμερα, γιατί έχει ό,τι θέλει.
Ο υλιστής άνθρωπος δυσκολεύεται να διακρίνει και να αποδεχτεί την αλήθεια για το νόημα της ζωής του. Ακόμη κι όταν ενδιαφέρεται για το τι ζητά ο Θεός από αυτόν, ακόμη κι όταν στην ψυχή του έχει κάποια αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι, κατεβάζει τον Θεό στα δικά του μέτρα. Θέλει από Εκείνον αν του επιβεβαιώσει ότι η ζωή του είναι εντάξει. Και γι’  αυτό τηρεί τις εντολές της πίστης, συνήθως επιφανειακά. Δεν είναι όμως σε θέση να αποδεχτεί ότι πίστη σημαίνει ο Θεός να είναι η προτεραιότητα της ζωής και όχι τα αγαθά. Ότι το θέλημα του Θεού είναι πιο πάνω από τις δικές μας πεποιθήσεις. Από τον τρόπο του  πολιτισμού. Και το θέλημα του Θεού συνίσταται στο δόσιμο του εαυτού μας σ’  Εκείνον. Είναι σκληρή η αλήθεια αυτή για τον υλιστή. Συνεπάγεται τον αναπροσανατολισμό της ζωής του. Την παραίτηση από την παντοδυναμία του και μάλιστα εκούσια. Την έξοδο από το εγώ. Το μοίρασμα των αγαθών. Και την ακολούθηση του Χριστού.  Ο υλιστής όμως δεν μπορεί να δεχτεί αυτόν τον δρόμο. Και λυπάται.
 υλιστής άνθρωπος επειδή ελπίζει στον εαυτό του και στα αγαθά του, δεν μπορεί να ελπίσει στον Θεό. Γι’  αυτόν η ζωή είναι άσπρο-μαύρο. Ο Θεός όμως δίνει ευκαιρίες στον άνθρωπο μέχρι το τέλος της ζωής του και θα συνεχίσει να δίνει και στον υλιστή, για να καταστήσει το αδύνατο δυνατό. Ο υλιστής όμως δυσκολεύεται να ελπίσει. Προτιμά να συνεχίσει τη ζωή του όπως την έχει προσανατολίσει, αφήνοντας τον Θεό στην άκρη. Έτσι το περιθώριο της μετάνοιας σμικρύνεται. Παρόλα αυτά, τίποτε δεν μπορεί να προδικασθεί. Η αγάπη του Θεού είναι τόση, ώστε ο υλιστής θα έχει τις ευκαιρίες του. Μόνο που ο χρόνος κυλά εις βάρος του. Και η εξάρτηση από τα αγαθά, τον τρόπο του κόσμου, το εγώ του στερούν την ευκαιρία τόσο της αλλαγής όσο και της χαράς της νέας ζωής. Της στράτευσης στον δρόμο που ζητά ο Χριστός. Αυτόν της αγάπης, της διακήρυξης του λόγου που οδηγεί στη σωτηρία, του προσανατολισμού στην αιωνιότητα.
Αυτός είναι ο πολιτισμός μας σήμερα. Έχει μεταφέρει το αίσθημα της παντοδυναμίας όχι μόνο στους πλούσιους, αλλά και στον κάθε άνθρωπο που γοητεύεται από τα υλικά. Κάνει τον άνθρωπο να ξημεροβραδιάζεται στα καταστήματα για να αποκτήσει τα περιττά. Δεν του επιτρέπει να κατανοήσει την μεγάλη αλήθεια:  ότι μόνο η αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο νοηματοδοτεί τη ζωή μας και μας κάνει να νικούμε τον θάνατο.  Ότι η ελπίδα μας έχει όνομα:  είναι η σχέση μας με τον Θεό και η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Είναι ο δικός του δρόμος μέσα στην Εκκλησία. Και παρότι διαψευδόμαστε από τον υλισμό, επιμένουμε σ’  αυτόν. Για να μένουν τα υπαρξιακά «γιατί;» αναπάντητα.
Ας αγωνιστούμε για να αντιστρέψουμε την οδό του αδύνατου. Να βρούμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και να πάψουμε να λυπόμαστε για τα όσα υλικά δεν έχουμε. Να προσανατολίσουμε τη ζωή μας σ’  Αυτόν που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Και γνωρίζοντας τα όριά μας να βρούμε τελικά την Ελπίδα που μέσα από την μετάνοια και το δόσιμο θα μας κάνει όχι να κληρονομήσουμε, αλλά να δοθούμε στη χαρά της Βασιλείας, η οποία θα μας βοηθήσει να χαρούμε και τα απλά εκείνα της ζωής που δεν μπορούμε να τα εκτιμήσουμε: την ομορφιά του κάθε ανθρώπου, την απλότητα, τη ζεστασιά του δοσίματος, της παραίτησης από ό,τι μας κάνει να χρησιμοποιούμε τους άλλους, όχι όμως και να δενόμαστε αληθινά μαζί τους !

Κέρκυρα, 27 Νοεμβρίου 2016      

11/25/16

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ

  Γιατί να πονάμε και να πεθαίνουμε; Γιατί μικρά παιδιά να πάσχουν από σπάνιες μορφές καρκίνου και φεύγουν πρόωρα από τη ζωή; Ερωτήματα προκλητικά. Δοκιμάζουν την πίστη στον Θεό. Άραγε, πού βρίσκεται Εκείνος; Γιατί να επιτρέπει τέτοιες δοκιμασίες;  Αν υπάρχει, γιατί δεν μας ακούει;  Γιατί αφήνει το κακό να κυριαρχεί στον κόσμο;  Γιατί δεν παρεμβαίνει με κάποιο θαύμα, ώστε ο ανθρώπινος πόνος να μην είναι καταλυτικός της ύπαρξης;
      Με αφορμή συγκεκριμένα περιστατικά πολλοί νέοι διατυπώνουν αυτά τα ερωτήματα. Απαιτούν απαντήσεις. Καμία δεν είναι εύκολο να τους ικανοποιήσει. Θα αρκούσε η ζωή που θα έδινε ο Θεός και η άρση του σταυρού που σηκώνουν οι άνθρωποι. Όλες οι άλλες απαντήσεις είναι παρηγοριά, όχι όμως λύτρωση, αφού δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα. Ότι ο θάνατος μάς νικά. Ότι ενώ θέλουμε να ζήσουμε για πάντα σ’  αυτόν τον κόσμο που γνωρίζουμε και αγαπούμε, με τους οικείους μας, δε θα αποφύγουμε το τέλος. Η οδύνη φέρνει θυμό. Άρνηση αποδοχής του πόνου και του θανάτου. Άρνηση αποδοχής ενός Θεού, ο Οποίος, μολονότι παντοδύναμος, δε χρησιμοποιεί τη δύναμή του, παρότι ισχυρίζεται ότι μας αγαπά, για να μας γιατρέψει. Είναι το θαύμα που δεν έρχεται.
      Η εποχή μας μεγεθύνει τα «γιατί;» αυτών των ερωτημάτων. Αποθεώνοντας τον ορθολογισμό, την ανάγκη δηλαδή κατανόησης σύμφωνα με τις δυνατότητες της δικής μας λογικής των μηχανισμών ύπαρξης και λειτουργίας του κόσμου, θέλοντας να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την προσκόλληση στις θρησκείες, για να τονιστεί ότι «εδώ είναι η ζωή»  και ότι ο θάνατος είναι το τέρμα της ύπαρξης, ο πολιτισμός μας χρησιμοποιεί τον πόνο για να δείξει ότι όσα πιστεύει είναι η αλήθεια. Ότι δεν υπάρχει κανένας  Θεός, διότι είμαστε τυχαία δημιουργημένοι, ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, διότι δεν έχουμε και ψυχή ως πνεύμα, αλλά είμαστε μόνο βιολογικές υπάρξεις.
     Απέναντι σ’ αυτήν την ιδεολογική καταιγίδα η Εκκλησία αντιπαραθέτει το Πρόσωπο του Χριστού και την πίστη σ’  Αυτόν. «Πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Και πρέπει να ελπίσεις στο ανέλπιστο, για να το ζήσεις. Αυτό που ορθολογιστικά δε φαίνεται να υπάρχει, για να το συναντήσεις. Η πίστη δεν είναι απλώς παρηγοριά. Είναι το νόημα της ζωής. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες αγίων μαρτύρησαν, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο σε νεαρή ηλικία, δεχόμενοι να περάσουν από πλήθος βασανιστηρίων, να πονέσουν όσο κανείς. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες οσίων και ασκητών διάλεξαν να υπερβούν το σχήμα «γεννιέμαι, μεγαλώνω, δημιουργώ, αναπαράγομαι, πεθαίνω» και έδωσαν τον εαυτό τους στην άσκηση, στη στέρηση, στην εκζήτηση του αφανέρωτου, το οποίο έγινε φανερό στη χάρη που έλαβαν. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες συγχώρησαν, παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους, αγάπησαν, πρόσφεραν, άντεξαν λοιδορίες, πόνο, περιθώριο, θάνατο.
       Δεν απαντιούνται τα ερωτήματα των νέων λογικά. Δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τον πόνο όταν για μας η ζωή είναι το εδώ και το νυν. Μόνο η κοινωνία με τον Νικητή του Πόνου και του Θανάτου, ο Οποίος γεύθηκε αμφότερα, μπορεί να λυτρώσει, να μας κάνει να αντέξουμε σε ό,τι βλέπουμε και ζούμε είτε σε μας είτε στους οικείους μας. Να μας περάσει από το «γιατί;»  στο «γενηθήτω το θέλημά Σου». Αυτό που μας λείπει.    

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 23 Νοεμβρίου 2016

11/22/16

ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΡΑ


             Τι σημαίνει να είσαι χριστιανός σήμερα;
 Αρκεί να κρατάμε παραδόσεις, να ερχόμαστε από ένα παρελθόν το οποίο μπορεί να χρειάζεται για να πατάμε στην ιδιότητα του καλού ανθρώπου, να είναι η χριστιανική μας ιδιότητα κάτι χρήσιμο στην κοινωνία, αφού εκφράζουμε έναν θεσμό ο οποίος βοηθάει τους ανήμπορους, συντηρεί ιδρύματα, ελαφραίνει το βάρος της φτώχειας, παρηγορεί για τις δοκιμασίες και τον θάνατο, αλλά δεν χρειάζεται στην ουσία στην τρέχουσα πορεία της ζωής του καθενός;
Τι σημαίνει για έναν νέο να είναι χριστιανός σήμερα; Να πηγαίνει κάποιες Κυριακές στην εκκλησία, να συμμετέχει σε κατηχητικές συνάξεις, να νηστεύει και να προσεύχεται, να του λένε οι άλλοι ότι εσύ είσαι «αλλού», να τηρεί κάποια ηθικά πρότυπα του παρελθόντος, «δεν κάνω σχέσεις», «δε βγαίνω έξω»,  κοιτάζω τις υποχρεώσεις μου και είμαι διαθέσιμος να βοηθήσω με καλές πράξεις τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφομαι;
Τι σημαίνει για έναν γονιό να είναι χριστιανός και να θέλει να δώσει στοιχεία χριστιανικής ανατροφής στα παιδιά του σήμερα; Να μην μαλώνει ποτέ με τον σύζυγο/τη σύζυγό του αλλά να καταπίνει κάθε αρνητικό στοιχείο του χαρακτήρα του άλλου με τη φράση «κάνω υπομονή»; Να φροντίζει να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά του; Να τα μεγαλώνει με αυστηρότητα και πειθαρχία; Να μην επιτρέπει σ’  αυτά να έχουν κινητό και Facebook;
Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες τέτοιες λεπτομέρειες που θα αποτύπωναν την εικόνα που ο κόσμος έχει για τους χριστιανούς. Χρήσιμοι, αλλά όχι πρότυπα. Αναγκαίοι στην κοινωνία, αλλά δε χρειάζονται στους πολλούς για την συνδιαμόρφωση της πορείας του κόσμου και της ιστορίας, αλλά μόνο για να βοηθούν από το περίσσευμα ή το υστέρημα όσους δεν αντέχουν τους ρυθμούς της εποχής. Κάποτε ένα αποκούμπι ψυχολογικό στη πίεση, τα λάθη, τις αποτυχίες της ζωής. Ίσως μια παρηγοριά στον φόβο του θανάτου, της απώλειας, της ματαίωσης.
Γι’  αυτό και φωνάζουν οι ιθύνοντες της κοινωνίες: διακριτοί οι ρόλοι. Διότι η Εκκλησία, η οποία διασώζει την κοινότητα των χριστιανών, δεν πρέπει να έχει άποψη για τον κόσμο, μόνο να φιλανθρωπεύει. Να συντηρεί σημειολογικά ιστορία, γλώσσα, τελετουργικό, στοιχεία της παλιάς κοινότητας τα οποία χρειαζόμαστε για να έχουμε ακόμη κάτι που μας ενώνει, όχι όμως να αγωνίζεται αυτά να γίνουν πίστη. Ρούχο που σκεπάζει τους σκελετούς της αποσύνθεσής μας, όχι όμως σάρκα που της δίνει, ακόμη και μέσα στην πτώση, ζωή.
Γι’  αυτό και ένας χριστιανός σήμερα αισθάνεται να πορεύεται «με τον καιρό να είναι κόντρα». Αν έχει πάρει στα σοβαρά τη χριστιανική του ιδιότητα, αν δηλαδή ψάχνει και θέλει να βρει τον Χριστό ή αν Τον έχει ήδη βρει στη ζωή της Εκκλησίας, τότε δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει τον εαυτό του αμέριμνο. Γιατί το να είσαι χριστιανός είναι έξοδος στο πέλαγος. Δεν είναι επανάπαυση. Δεν είναι η ακινησία της παραμονής στο λιμάνι του κόσμου, εκεί όπου, αργά ή γρήγορα, μας καταπίνουν τα πάθη, οι μέριμνες και η ευκολία της ζωής. Χριστιανός σημαίνει άνθρωπος με επίγνωση του νοήματος της ζωής, το οποίο περνά μέσα από τη σχέση με τον Θεό και γίνεται πρόταση και στους άλλους ανθρώπους, Και αν παλαιότερα η πρόταση αυτή απευθύνονταν στους λίγους, στους οικείους, στους φίλους, στους συνεργάτες, σήμερα, στην εποχή του Διαδικτύου και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, η χριστιανική πρόταση μπορεί να προβληθεί οικουμενικά, παγκόσμια. Ο χριστιανός σήμερα βιώνει κυριολεκτικά το «πόλις επάνω όρους κειμένη»  του Ευαγγελίου. Επαφίεται σ’  αυτόν να κατανοήσει το χρώμα της πόλης: λευκό, φωτεινό ή γκρίζο από τη σκιά του εγωκεντρισμού, έως μαύρο από την αίσθηση ότι υπάρχει για την αυτοπροβολή, το συμφέρον και την απόλαυση μόνο, ό,τι ονομάζουμε αμαρτία.
            «Με τον καιρό να ‘ναι κόντρα», όπως μας λέει ο "Ακροβάτης", το καταπληκτικό τραγούδι των Χαϊνηδων.  Σε μία εποχή στην οποία οι μεγάλοι οραματισμοί   έχουν πάψει να υφίστανται, το ίδιο και η οδός της συλλογικότητας, την οποία έχουν καταπιεί η μεγάλη πόλη με τις πολυκατοικίες της, η τηλεόραση, ο υπολογιστής, κυρίως το κινητό τηλέφωνο, σ’  έναν κόσμο στον οποίο  ο Θεός έχει πάει στη γωνία της ζωής μας, ο χριστιανός καλείται να Τον ξαναθέσει στο κέντρο, πρώτα της δικής του και μετά των οικείων και των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφεται.  Να δείξει με την έγνοια του ότι δεν υπάρχουμε μόνο για το «εγώ» μας, αλλά και για το «εμείς» ότι ο Θεός υπάρχει. Ότι έγινε άνθρωπος. Ότι μας αγαπά, κι ας Τον σταυρώνουμε. Ότι μας ανασταίνει κι ας πιστεύουμε ότι ο θάνατος είναι το τέρμα μας. Χωρίς να αρνούμαστε  τον κόσμο και τα επιτεύγματά του, διότι είναι καρπός χαρισμάτων που έχουν άνθρωποι στους οποίους ο Θεός έδωσε και ευφυία και δημιουργικότητα και γνώση, να καταθέσουμε  με τιμιότητα και αποφασιστικότητα την πρόταση της πίστης.
Ότι δε θα πάψουμε να αγαπούμε Θεό, άνθρωπο, κόσμο και τον εαυτό μας, όχι όμως στην προοπτική του εγωκεντρισμού, αλλά στην οδό της Εκκλησίας, της συνάντησης δηλαδή όλων μας με το Πρόσωπο του Χριστού και τη συνέχεια του τρόπου των αγίων μας. Χωράμε όλοι σ’ αυτή την πορεία. Μπορούμε όλοι να λάβουμε κατά  τις δυνάμεις μας φως και νόημα και να τα προσφέρουμε. Αρκεί να υπάρχει σπίθα αντίστασης και απόφαση ότι η ζωή δίδεται σ’  αυτούς που δεν φοβούνται να ταξιδέψουν, ακόμη και με κόντρα τον καιρό.  
           Αυτός ο τρόπος κρίνεται στην οικογένεια. Η χριστιανική μας παράδοση, η έμπνευση, η απόφαση να έχουμε νόημα ξεκινά να χτίζεται στο σπίτι. Στις σχέσεις γονέων και παιδιών. Στο τι ζητούνε οι μεγαλύτεροι από τους νεώτερους, όχι μόνο στο «τώρα», αλλά και στο «αύριο». Όταν τα παιδιά θα κληθούν να συναντηθούν με τον κόσμο με την ελευθερία να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Οι γονείς μεγαλώνουν παιδιά όχι για να τα έχουν κοντά τους, αλλά για να φύγουν και να παλέψουν για να δώσουν το δικό τους στίγμα στη ζωή. Να ζήσουν όχι σε έναν γυάλινο κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα που θέλει φωνή και επίγνωση του ποιοι είναι και τι μπορούν να αντιπροτείνουν στους άλλους. Με ποια κριτήρια θα δούνε τον κόσμο. Πώς θα πορευτούν για να κρατήσουν την Αλήθεια.
         Ο χριστιανός νέος μπορεί να διαμορφώσει άποψη μέσα από την παράδοση της πίστης. Αν στην οικογένεια υπάρχει έγνοια γι’ αυτή την ιδιότητα και αν οι γονείς δε νικηθούν από τη συνήθεια που συνοδεύει κάποτε την πίστη, αλλά θελήσουν να γνωρίσουν και να προτείνουν τον χριστιανικό λόγο και το χριστιανικό βίωμα στα παιδιά τους. Κι εκεί όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή ή υπάρχει η έλλειψη, έρχεται η Εκκλησία, με τον αυθεντικό της λόγο, αυτόν που πηγάζει από τη θεολογία, αλλά και την εμπειρία, όχι για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να τον προσλάβει και να τον θεραπεύσει. Και συμπληρώνει η Εκκλησία την προσπάθεια της οικογένειας, διότι η πίστη θέλει τον άνθρωπο ώριμο, σκεπτόμενο και αποφασισμένο να βγει στη ζωή, με τον καιρό κόμη και να είναι κόντρα.
       Στην πορεία αυτή συναντούμε και το σχολείο, την παιδεία. Αυτό που συχνά το παρεξηγεί η κοινωνία και το κατηγορεί ότι είναι ανεπαρκές. Σε κάποιες πτυχές του προφανώς. Το σχολείο όμως ακολουθεί τα προστάγματα μιας κοινωνίας που θέτει ως στόχο της τη γνώση χωρίς να ενδιαφέρεται για την αγάπη. Την συμμόρφωση με νόμους και κανόνες, χωρίς να ενδιαφέρεται για το ήθος. Την ύλη και όχι τη σχέση. Μια κοινωνία που αναμασά οράματα όπως η αποφυγή του ρατσισμού, η ειρήνη και όχι ο πόλεμος, η συνύπαρξη και όχι η ξενοφοβία, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, χωρίς όμως να δείχνει πώς αυτά θα πραγματοποιηθούν, πώς θα βιωθούν στη ζωή των νεώτερων μελών της. Η κοινωνία φοβάται την Εκκλησία. Την έχει ταυτίσει με την εξουσία του παρελθόντος και δε θέλει να νιώσει ότι στην εμπειρία της Εκκλησίας υπάρχει ο τρόπος της παράδοσης που είναι η αγάπη και η ελευθερία. Με τους δύο αυτούς ορίζοντες ο άνθρωπος και ιδίως ο νέος βρίσκει τα κλειδιά για να παλέψει  τους πειρασμούς του κόσμου, κυρίως την υιοθέτηση του «εγώ» ως μοναδικού κέντρου ζωής, το οποίο όμως  η πραγματικότητα δείχνει ότι δεν μπορεί να φέρει ευτυχία και γιατί ο άνθρωπος δεν πλάστηκε να ζει μόνο για τον εαυτό του, αλλά και γιατί η απουσία ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης ακυρώνουν όποια ψευδαίσθηση.
       «Με τον καιρό να είναι κόντρα» παλεύουμε να σπουδάσουμε τον χριστιανικό λόγο και να τον μοιραστούμε. Αυτή είναι και η απόπειρα του βιβλίου που κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ. Απευθύνεται σε νέους. Σε γονείς. Στον κάθε άνθρωπο ο οποίος αισθάνεται ότι χρειαζόμαστε μιαν άλλη ελπίδα, αληθινής ελευθερίας, η οποία να πηγάζει από την αγάπη και τις ρίζες μας. Που θα μας παρηγορήσει όχι πρόσκαιρα ή επιφανειακά, αλλά θα μας ανοίξει τον δρόμο για την συνάντηση με τον Χριστό. Αυτόν που μας λείπει. «Έτι έν σοι λείπει», λέει ο Ίδιος στον πλούσιο νέο που τα είχε όλα. Να με ακολουθήσεις. «Ενός δε έστι χρεία», λέει πάλι ο Ίδιος στην Μάρθα που «μεριμνά και τυρβάζεται περί πολλά». Η αγαθή μερίδα. Και μέσα στην Εκκλησία συναντούμε τον Ένα που μας λείπει, Αυτόν που καθιστά την καρδιά μας γη αγαθή, όχι για να βγούμε από τον κόσμο, αλλά για να κάνουμε έξοδο από τον εαυτό μας.
«Με τον καιρό να είναι κόντρα». Είναι μία πρόταση να ξαναδούμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο και την Εκκλησία. Να ξαναδούμε τη ζωή μας μέσα από το πνευματικό μας σπίτι, ακόμη κι αν αυτό μας πληγώνει. Ακόμη κι αν οι νοικοκύρηδές του δεν είναι πάντοτε έτοιμοι να δούνε τι πραγματικά γίνεται, κλεισμένοι στον κόσμο τους ή επαναπαυμένοι στη συμμετοχή των μεγάλων ηλικιών. Είναι μία πρόταση βγαλμένη από την συνάντηση με τον πιστό και τον άπιστο, τον αδιάφορο και τον προβληματισμένο, τον μαθητή και τον φοιτητή, τον νέο που αναβάλλει να κάνει οικογένεια κι αυτόν που παλεύει στη σχέση του την οποία δε φανταζόταν ότι θα είχε δυσκολίες, τον ιερέα που συμπορευόμαστε και αυτόν που θα ήθελε να δει κάτι άλλο, βγαλμένο όμως τελικά από τα δικά μας λάθη και πάθη, από τον αγώνα να μην εφησυχάσουμε, από την ελπίδα που ο Χριστός μας δίνει!   
Ευχαριστούμε όλους για την στήριξη! Καλήν ανάγνωση!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου του Ζαν Κλωντ Λαρσέ

            Ζούμε σε έναν κόσμο που ο πόνος ξορκίζεται. Θέλουμε να τον κρύβουμε. Και μόνο η ιδέα ότι ο άνθρωπος δε θα είναι πάντοτε υγιής, ωραίος, λαμπρός, δυναμικός μάς προκαλεί φόβο. Ο κόσμος μας είναι πλασμένος για τους νέους ή για όσους υποστηρίζουν τη νεότητα. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι πρέπει να δείχνουν νέοι, για να μπορούν να γίνονται αποδεκτοί σύμφωνα με τα κρατούντα πρότυπα. Και η νεότητα φαίνεται μέσα από τον τρόπο που ο καθένας μας χειρίζεται το νόημα της ζωής του.
Τα πάντα αποσκοπούν στην ηδονή. Ηδονή της σαρκός. Ηδονής της επιτυχίας. Ηδονή της δόξας. Ηδονή της δύναμης. Ηδονή της ευτυχίας. Ηδονή του να ζεις. Άλλοτε η ηδονή έρχεται με κόπο και άλλοτε άκοπα. Άλλοτε με αλήθεια και άλλοτε με ψέμα. Συνήθως χρησιμοποιούμε τους άλλους ως μέσα για να την αποκτήσουμε. Ως σκεύη της. Και επιστρατεύουμε όλες τις τεχνικές του χρόνου και του κόσμου μας, για να μπορέσουμε να κρατηθούμε ενεργοί στο παιχνίδι της.
 Και όταν ο καιρός περνά και το σώμα μας δεν μας ακολουθεί ή οι περιστάσεις είναι τέτοιες που η ηδονή γίνεται δυσεύρετη, τότε την υποκαθιστούμε με την μνήμη.  Στρεφόμαστε προς το παρελθόν. Στο τι πετύχαμε. Στο πόσο καλά περνούσαμε. Και γινόμαστε νοσταλγοί της ηδονής που ζήσαμε στην προσπάθεια να αντέξουμε την οδύνη, η οποία χαρακτηρίζει την πορεία μας προς το τέλος. Οδύνη για την φθορά. Για τη δοκιμασία. Για τον επικείμενο θάνατο. Για το ότι οι άλλοι δεν ασχολούνται μαζί μας, αφού δεν έχουμε πέραση. Για το «δεν μπορούμε». Η οδύνη γίνεται ψυχολογική. Γίνεται φόβος. Γίνεται μελαγχολία. Γίνεται αίσθηση ότι ή νικηθήκαμε ή θα νικηθούμε και προσπαθούμε μέσα από τους σπασμούς της μνήμης να κρατηθούμε ζωντανοί. Κάποιοι μάλιστα χρησιμοποιούν τους λογισμούς. Την επιθυμία της όρασης να ατενίσει την ομορφιά. Το έξωθεν του ποτηρίου. Το ανθρώπινο σώμα.
Και όταν πλέον η πορεία μας προς το τέρμα φαντάζει ανεπίστροφη, τότε δάκρυα, αγωνία, άγχος πλημμυρίζουν την ύπαρξή μας. Η μικρότερη οδύνη μεγιστοποιείται. Θυμός και «γιατί;» από την μία. Παραίτηση από την άλλη. Δεν έχουμε μέλλον. Στον καιρό που περνά μόνο κάποια παρηγοριά μπορούμε να αναζητήσουμε. Συνήθως στην ελάφρυνση της μοναξιάς μας. Στην αίσθηση ότι κάποιοι εξακολουθούν να μας αγαπούνε. Ή κάποιοι μας έχουν ανάγκη και μπορούμε να εξαγοράσουμε την αγάπη τους. Να μιλήσουμε μαζί τους. Να μοιραστούμε το κενό μας. Τον φόβο του μηδενός. Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία της οδύνης, όπως και, αντίστροφα, της ηδονής. Η οδύνη είναι ο φόβος του «μη είναι». Η ηδονή είναι η αίσθηση του «ευ είναι» μέσα από την ευχαρίστηση. Με την ηδονή δεν υπάρχει μηδέν, αλλά η απόλυτη χαρά για μας. Η στιγμή της ηδονής είναι η κορύφωση του παντοδύναμου εγώ μας. Ακόμη κι αν αυτό καμουφλάρεται στην αγάπη και τον έρωτα, κατά βάθος είναι ο θρίαμβος του «εγώ είμαι», «υπάρχω», «εγώ τώρα είμαι, τώρα υπάρχω» και δε θα εκμηδενιστώ. Θα ζήσω την ψευδαίσθηση του «αεί είναι». Δίνω νόημα με την παρουσία μου στους άλλους. Με χρειάζονται όσο τους χρειάζομαι.
Οι θρησκείες υπάρχουν για να δίνουν παρηγοριά στον φόβο του εκμηδενισμού του ανθρώπου. Να μην αφήσουν την οδύνη να κυριεύσει κάθε σημείο της ύπαρξης, αλλά να διασώσουν την ελπίδα. Ότι η ζωή δε θα τελειώσει, παρά το βιολογικό τέλος της. Ότι η αρρώστια είναι κακό, αλλά δεν μπορεί να μας καταφάγει. Κατά βάθος, πιστεύοντας, έχουμε τη δύναμη να κινητοποιήσουμε σώμα και ψυχή ώστε να αντέξουμε. Να βγούμε νικητές από «την μάχη για τη ζωή μας», όπως είναι το μότο του πολιτισμού και των δελτίων ειδήσεων. Ότι η ήττα και η αποτυχία στις ανθρώπινες σχέσεις δεν συνεπάγονται το τέλος της προσπάθειας να αγαπήσουμε, να γίνουμε αποδεκτοί, να απολαύσουμε. Ότι ο χρόνος, όσο αδυσώπητος και πανδαμάτωρ κι αν είναι, δε θα μας νικήσει τελικά, αλλά θα ζήσουμε το δικό μας Πάσχα, το δικό μας πέρασμα σε μίαν άλλη ζωή είτε αυτή ονομάζεται παράδεισος, είτε μετενσάρκωση, είτε νιρβάνα, είτε σαμσάρα, είτε λιβάδι των μακάρων. Εκεί η οδύνη θα πάψει να υφίσταται, διότι η ψυχή μας θα ζήσει την αιώνια ανάπαυση. Δε θα την περιμένει πάλι ο θάνατος, διότι δε θα υπάρχει σώμα. Μεταφυσική ελπίδα ονομάζουν τον τρόπο των θρησκειών οι ειδικοί. Όσοι τις περιφρονούν, έχουν επιλέξει ήδη το μηδέν ως στάση ζωής. Θεωρούν ότι η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα και επομένως χρειάζεται να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, για να χαρούμε την ηδονή σ’  αυτή τη ζωή και να ξεγελάσουμε ή να απαλύνουμε την οδύνη. Ιατρική από την μία. Αισθητική. Πλαστική χειρουργική. Κομμωτική τέχνη. Χρήμα. Τεχνικές. Διαφήμιση από την άλλη. Να ζήσουμε μέχρι το τέλος. Μετά; Το τίποτα.
Απέναντι σ’  αυτή τη θεώρηση της ζωής έρχεται η χριστιανική παράδοση και ιδιαίτερα η ορθόδοξη. Χωρίς να αρνείται την ανάγκη του ανθρώπου για παρηγοριά, η πίστη μας θέτει ενώπιόν μας το πρόσωπο του Χριστού. Αυτός είναι η απάντηση στο «γιατί;» του πόνου.  Αυτός είναι η απάντησή μας στη δίψα για ηδονή που θα κρατήσει, και μάλιστα για πάντα. Διότι μόνο η αγάπη στην κένωσή της από τον εγωκεντρισμό μπορεί να δώσει διάρκεια στην ηδονή και να την οδηγήσει στον αληθινό και πληρωτικό προορισμό της που είναι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Η αγάπη, η οποία μας κάνει να υπερβαίνουμε το εγώ μας, να πραγματοποιούμε την έξοδο από αυτό, δηλαδή να μη ζούμε εμείς, αλλά να ζει μέσα μας ο Χριστός, είτε ο Ίδιος, είτε στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου. Η αγάπη που πηγάζει από το πρόσωπο του Χριστού είναι η προϋπόθεση όχι για να εξωραΐσουμε ή για να παρηγορηθούμε απλώς, αλλά για να ζήσουμε.
«Ο Χριστός έρχεται στη ζωή σύμφωνα με διπλή αρχή: τη γένεση (σύμφωνα με την οποία προσέλαβε προσέλαβε την ανθρώπινη φύση  κατά τον ουσιαστικό λόγο της, δηλαδή στην κατάσταση που την έπλασε ο Θεός και που είχε ο Αδάμ πριν το αμάρτημά του) και τη γέννηση (στο πλαίσιο της οποίας προσέλαβε αυτή την ίδια φύση με τον τρόπο της πεπτωκυίας ύπαρξης, δηλαδή στην κατάσταση που ακολούθησε το προπατορικό αμάρτημα, εκτός από την αμαρτία)» . Με άλλα λόγια, «Αυτός έχει λάβει από την πρώτη κατασκευή και σύσταση του Αδάμ σύμφωνα με τη γένεση, την αναμαρτησία όχι όμως και την αφθαρσία. Και από τη γέννηση που προστέθηκε στη φύση αργότερα εξαιτίας της αμαρτίας, έχει λάβει το παθητό χωρίς την αμαρτία», λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (Ζαν Κλώντ Λαρσέ, Ο Θεός δεν θέλει τον πόνο των ανθρώπων,  σελ. 99).
   Ο λόγος αυτός αποτυπώνει την ελπίδα μας. Ότι η σχέση μας μαζί Του μας δίνει τη δυνατότητα να νικήσουμε τον τρόπο της αμαρτίας και να αναγεννηθούμε εν Χριστώ, δηλαδή με τη δίψα για συνάντηση μαζί Του και με την αγάπη που θα μας απελευθερώσει από την κυριαρχία του κακού επάνω μας. Ο άνθρωπος που συναντά τον Χριστό και επιλέγει να παλέψει να κρατήσει τη σχέση μαζί Του ως προτεραιότητα της ύπαρξής του, έχει κάνει το αποφασιστικό βήμα να νικήσει την οδύνη. Ο θάνατος δεν είναι το τέρμα. Είναι η ανάπαυση όχι σε έναν παράδεισο γαλήνης, αλλά σε έναν παράδεισο κοινωνίας. Δε γαληνεύουμε επειδή δεν πονάμε αλλά επειδή Εκείνος θα είναι συνεχώς μαζί μας. Εκείνος θα νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας. Εν τω φωτί του Προσώπου Του και εν τω γλυκασμώ της ωραιότητός Του θα βιώνουμε την απέραντο ηδονή. Πρόσωπο προς πρόσωπο. Και μαζί μας και όλοι όσοι θα Τον βλέπουν με τα πνευματικά μάτια αρχικά και, με την ανάσταση των νεκρών, και με τα σωματικά. Διότι η χριστιανική πίστη δεν αρκείται στη σωτηρία της ψυχής. Ζητά την σωτηρία, την ακεραιότητα του συνόλου ανθρώπου, δηλαδή και του σώματος.
Η οδύνη αυτού του κόσμου δεν μπορεί να  ξεπεραστεί, όση παρηγοριά κι αν αναζητήσουμε σε σκέψεις, ιδέες, εκλογικεύσεις, ακόμη και σε πεποιθήσεις. Μπορεί όμως να ερμηνευθεί. Και η ορθόδοξη πίστη και παράδοση έχει ερμηνείες που καλύπτουν την ανάγκη μας να γνωρίζουμε το «γιατί;». Αυτές τις ερμηνείες καταγράφει μέσα στο από κάθε άποψη θαυμάσιο βιβλίο του ο Ζαν Κλώντ Λαρσέ, διδάκτωρ φιλοσοφίας και θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και ένας από τους κορυφαίους ορθοδόξους πατρολόγους και σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Με γονιμότατη και εμπεριστατωμένη αξιοποίηση της πλούσιας πνευματικής και πατερικής μας παραδόσεως, με εστίαση στα πρόσωπα του Χριστού και του Ιώβ, στο πώς ο διάβολος αξιοποιεί τον πόνο, στο πώς το κακό μάς επιτίθεται, στο πώς η ανθρωπότητα πορεύεται από την πτώση στην ανάσταση, ο Λαρσέ επισημαίνει την μόνη αυθεντική αναδοχή της οδύνης, η οποία έγκειται στη συνάντηση της ύπαρξής μας με τον Χριστό.
«Ο εν Χριστώ αναληφθείς  πόνος συνιστά για τον χριστιανό μια νέα κατάσταση πραγμάτων: έχει χάσει την τυραννική κυριαρχία του να οδηγεί στην αμαρτία και τα πάθη, και την εξουσία να χρησιμοποιείται κατά βούληση από τις πονηρές δυνάμεις για να φέρνει τον άνθρωπο στο κακό. Αντίθετα, μπορεί να χρησιμοποιείται από δω και πέρα ως μέσο αγώνα εναντίον της αμαρτίας και των παθών και νίκης εναντίον των πονηρών δυνάμεων. Με τη χάρη του Χριστού ο χριστιανός μπορεί να μεταβάλει τον πόνο σε ευκαιρία πνευματικής προόδου, να αποτελέσει γι’  αυτόν ευκαιρία κάθαρσης από τις αμαρτίες και τα πάθη του και διαμόρφωσης ενάρετου τρόπου ζωής. Του χρειάζονται τέσσερις αρετές γι’  αυτό: η υπομονή, η ελπίδα, η προσευχή και η αγάπη προς τον Θεό» (Λαρσέ, σελ. 183).
Το βιβλίο του Λαρσέ είναι μία ολοκληρωμένη πραγματεία πάνω στο θέμα του πόνου. Δεν θέλει ο Θεός τον πόνο των ανθρώπων, όπως αναφέρει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Το θέμα είναι αν ο άνθρωπος θέλει να συναντήσει τον Χριστό στη ζωή του, να αντλήσει από τη σχέση μαζί Του δύναμη, ώστε ακόμη και ο αναπόφευκτος πόνος που  έρχεται ως συνέπεια του χρόνου και της φθοράς, της επίθεσης των δαιμονικών δυνάμεων και της ανθρώπινης πτώσης, να γίνει καιρός ευπρόσδεκτος  σωτηρίας και ανάνηψης.
Η σχέση με τον Χριστό αποτελεί την μοναδική γνήσια απάντηση στο ερώτημα του πόνου. Στην αγωνία της οδύνης, του κακού και του θανάτου. Είμαστε λοιπόν υπαίτιοι του πόνου μας; Ακόμη κι αν δεν παρηγοριόμαστε με τις ερμηνείες, μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε ως αφετηρία για να αναζητήσουμε τον Ένα που θα νοηματοδοτήσει και τη χαρά και τη λύπη μας. Στη συνάντηση μαζί Του η φωνή «η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» μάς δίνει την αυθεντική απάντηση. Ο πόνος είναι πρόσκαιρος. Η κοινωνία με τον Χριστό δίνει ζωή.
Αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ, στον μεταφραστή Χρήστο Κούλα, στον επιμελητή Βασίλη Αργυριάδη, στον Μητροπολίτη Σισανίου κ. Παύλο για τον πρόλογο, πρωτίστως όμως στον συγγραφέα για τον κόπο, τη σπουδή, το αληθινό κέντημα πάνω στο καίριας σημασίας ζήτημα, το οποίο όχι απλώς εμπλουτίζει την βιβλιογραφία, αλλά της δίνει μία νέα προοπτική: αυτή της ολοκληρωμένης προσέγγισης του πιο δυσεπίλυτου υπαρξιακού ζητήματος που απασχολεί τον κάθε άνθρωπο.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
       Αθήνα, 19 Νοεμβρίου 2016