8/15/18

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ


                Γιατί ο Θεός άφησε τόσους ανθρώπους να χαθούν στην τραγωδία της πυρκαγιάς στην Αττική; Γιατί η Παναγία δεν άκουσε τις προσευχές των σφιχταγκαλιασμένων και δεν βρήκε γι’ αυτούς λύτρωση; Γιατί άκουσε τις προσευχές άλλων και τους βοήθησε;
                Ερωτήματα αγωνιώδη. Πάντοτε διατυπώνονταν, πάντοτε θα τα ξαναθέτουμε, πρώτα εντός μας, αλλά και σε όσους αγαπούμε, από όσους θέλουμε μία απάντηση, όχι κατ’ ανάγκην παρηγορητική, αλλά κατανοητή στην λογική μας. Διότι για τον νου μας, για τις αισθήσεις μας, για τον τρόπο που βλέπουμε ανθρώπινα την ζωή, αυτός που δεσπόζει είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι «το μεγάλο γιατί;». Αυτός δεν φεύγει από μπροστά μας. Ακόμη και η όποια μεταφυσική αναζήτηση, ίσως και πίστη, δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι «ο άχρωμος θάνατος πιάνεται» (Οδ. Ελύτης), ψηλαφείται, πονάει. Και έχουμε ανάγκη από έναν Θεό που να μη μας αφήνει να πεθάνουμε, να πονάμε, να πρέπει να αποφασίσουμε ότι, θέλοντας και μη, συμβιβαζόμαστε με τον θάνατο. 
                Τα ερωτήματα τίθενται καίρια από τους νέους, έστω και για λίγο, γιατί σ’ αυτούς η ζωή συνεχίζεται με έμφαση προς τα εμπρός και όχι προς το χθες. Σημαδεύουν. Ποιος Θεός μπορεί να αντέχει να μας βλέπει να υποφέρουμε; Τους δικούς μας  να λυπούνται; Να μας υπόσχεται μία κατάσταση, στην οποία όσοι αγαπούμε δεν μπορούν να μετέχουν, γιατί παραμένουν στην ζωή; Γιατί το σώμα να πεθαίνει;
                Είναι ο προσανατολισμός του πολιτισμού μας που τα κάνει όλα πιο δύσκολα. Είναι η αδυναμία να καταστήσουμε την Ανάσταση πυρήνα της πίστης και της ζωής μας. Να αποδεχτούμε ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός, δεν είναι μία αντίστροφη μέτρηση προς τον θάνατο, αλλά γιορτή. Ένα πανηγύρι στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε αγαπώντας. Να μοιραστούμε ό,τι μας δόθηκε και ό,τι κατακτήσαμε, αξιοποιώντας κάθε στιγμή. Να παλέψουμε με ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ό,τι μας κάνει να διασπώμαστε εσωτερικά, ό,τι λέγεται θέλημα, αυτά που ονομάζονται πάθη. Να νικήσουμε την οδό της αυτοθέωσης, μετρώντας τα όριά μας και μένοντας ταπεινοί. Ο ταπεινός ξέρει να εκτιμά από το φυλλαράκι, μέχρι το ηλιοβασίλεμα, από το χώμα, μέχρι το αστέρι, αλλά κυρίως τον κάθε συνάνθρωπό του, είτε του ταιριάζει είτε όχι, είτε είναι καλός είτε είναι μη καλός.
                Όλα έχουν αλλιώτικο νόημα όταν πιστεύουμε στην Ανάσταση και όταν την ζούμε. Και Ανάσταση σημαίνει εμπιστοσύνη σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος και γεύτηκε και τον έσχατο εχθρό μας τον θάνατο, για να τον νικήσει. Ανάσταση σημαίνει όχι επίδειξη δύναμης απέναντι στην λύπη του θανάτου, αλλά «γενηθήτω το θέλημά Σου». Ανάσταση σημαίνει καινούργια αρχή, όχι αλαζονεία στην νίκη και απόγνωση στην ήττα, αλλά μέτρο. Και βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι Πάσχα, πέρασμα, συνάντηση του πνεύματός μας με τον Νικητή του θανάτου και προσδοκία ότι και το σώμα μας θα γευθεί την πληρότητα στην τελική Παρουσία Του.
                Κάθε φορά που γιορτάζουμε το Πάσχα του καλοκαιριού, στο πρόσωπο της κεκοιμημένης και μεταστάσης Μάνας μας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι η Ανάσταση ως εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που μας αγαπά είναι η μία και μοναδική απάντηση στον θάνατο. Και έχει και λογική η απάντηση αυτή. Μόνο ο Δημιουργός μας βρίσκει τον τρόπο να ζήσουμε. Αυτόν που περνά από την Αγάπη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τρίτης 14 Αυγούστου 2018

8/14/18

ΠΑΝΑΓΙΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



                Στο Πάσχα του καλοκαιριού, στην εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, μία από τις λεπτομέρειες που προκαλούν εντύπωση σε όποιον διαβάζει το συναξάρι, είναι το γεγονός ότι οι Απόστολοι, «οι κοσμικώς διεσπαρμένοι, ομόχοροι παρέστησαν τω αχράντω σώματι» της Παναγίας (Δοξαστικό των Στιχηρών των Αίνων της εορτής). « Αυτοί που βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, συγκεντρώθηκαν γύρω από το άχραντο σώμα της Παναγίας και σχημάτισαν έναν χορό και όλοι μαζί ύμνησαν την κοίμησή της».
Ο υμνογράφος περιγράφει κάτι που συμβαίνει στον θάνατο κάθε ανθρώπου. Γύρω από το σκήνωμά του μαζεύονται οι οικείοι του και τον πενθούν, τον συντροφεύουν στην τελευταία του κατοικία, θυμούνται τα όσα έπραξε, κυρίως τα καλά, μοιράζονται τον πόνο για την έξοδό του από την ζωή. Το ίδιο έγινε και με την Υπεραγία Θεοτόκο. Μόνο που εδώ γύρω της συγκεντρώθηκαν όχι μόνο οι κατά σάρκα συγγενείς της, αλλά «Απόστολοι εκ περάτων». Γύρω δηλαδή από το πρόσωπό της συγκεντρώθηκαν οι κατά πνεύμα συγγενείς της, οι συγγενείς της στην πίστη, οι οικείοι του Υιού και Θεού της, για να την συντροφέψουν κατά την έξοδό της, να θυμηθούν τα όσα μοναδικά προσέφερε στον κόσμο και στους ανθρώπους, αλλά και να δείξουν την αγάπη της Εκκλησίας στην Θεομήτορα.
Αυτό είναι η Παναγία για τον κόσμο. Ένας άνθρωπος κατά πάντα όπως εμείς. Μία γυναίκα που έγινε Μάνα. Ένα πρόσωπο αγαπημένο για όσους την γνώρισαν, αλλά και μία μοναδική ηρωίδα, η οποία ξεπέρασε τα μέτρα του κόσμου και του κάθε ανθρώπου, για να ανοιχτεί σε όλον τον κόσμο και σε όλους τους ανθρώπους. Έζησε την κλειστή αγάπη της μάνας προς το παιδί, αλλά και την ανοιχτή αγάπη της μάνας που έχει παιδιά της όλους τους ανθρώπους, παντός καιρού και χρόνου. Την κλειστή αγάπη που βγαίνει από την γυναικεία φύση προς αυτό που πηγάζει από τα σπλάχνα της, το παιδί της, αλλά και τη ανοιχτή αγάπη της γυναίκας που γεννά «άνευ ανδρός τετοκυία», χωρίς δηλαδή να δοθεί σε έναν άνδρα, όπως η ανθρώπινη φύση απαιτεί.  Την κλειστή αγάπη που θέλει την μάνα να ζητά το καλό του παιδιού της και να κάνει ό,τι μπορεί ώστε να είναι ευτυχισμένο, να είναι δοξασμένο κατά τα χαρίσματά του, αλλά και την ανοιχτή αγάπη της μάνας που κατανοεί και συμπορεύεται στην απόφαση του παιδιού της να αγωνιστεί και να θυσιαστεί για όλο τον κόσμο, μέχρι τον σταυρό και τον θάνατο. Την κλειστή αγάπη που λέει « Υιέ και Θεέ μου» και την ανοιχτή αγάπη που σιωπά στο μυστήριο ο Υιός και Θεός «της» να μην της ανήκει, αλλά να παύει να είναι Υιός και να γίνεται ο Θεός όλων των ανθρώπων. Η κλειστή αγάπη στο πρόσωπο της Παναγίας μετατρέπεται σε ανοιχτή και έτσι η Παναγία από φυσικό πρόσωπο γίνεται η πρωτοστάτρια του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής, αυτού που παλεύει, μεσιτεύει, προσφέρεται για τον έσχατο άνθρωπο.
Γι’  αυτό και κοντά της βρίσκονται οι Απόστολοι του Υιού της, οι οποίοι διά νεφελών έρχονται από όλα τα μέρη της γης, όπου κηρύττουν το Ευαγγέλιο, για να δηλώσουν αυτή την αναγνώριση του εκκλησιαστικού τρόπου. Οι Απόστολοι βιώνουν αυτόν τον τρόπο της ανοιχτής αγάπης. Έχουν την καταγωγή τους, τον χαρακτήρα τους, την προσωπική τους ταυτότητα, τα χαρίσματά τους, κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλο. Ταυτόχρονα κηρύττουν τον ίδιο Χριστό. Συμφωνούν στην αλήθεια του Θεανθρωπίνου Προσώπου του Κυρίου, αλλά και στις αλήθειες της εκκλησιαστικής ζωής. Την ίδια Βασιλεία των Ουρανών κηρύττουν απανταχού της γης. Αγαπούνε όλους τους ανθρώπους ως παιδιά τους κατά πνεύμα και κατά πίστιν, ακόμη και τους διώκτες τους. Και θυσιάζουν την ζωή τους, την φύση δηλαδή που ζητά την επιβίωση με κάθε κόστος, χάριν της αγάπης προς τον Θεό, χάριν δηλαδή του εκκλησιαστικού τρόπου της όντως ζωής.
Ο τρόπος που σκεφτόμαστε και ζούμε την αγάπη στους καιρούς μας ξεκινά και συνήθως μένει στην φύση. Ζούμε την κλειστή αγάπη της σχέσης γονέων και παιδιών, άνδρα και γυναίκας, φίλου προς φίλους, ομοδόξων προς ομοδόξους, συμπατριώτου προς συμπατριώτες, αλλά δεν περνά από τον νου μας και από την στόχευσή μας ότι αυτή η κλειστή αγάπη, αν δεν ανοιχτεί προς όλο τον κόσμο θα παραμείνει ανολοκλήρωτη. Θέλουμε την Παναγία να είναι «μητέρα μας», αλλά δυσκολευόμαστε να την δούμε ως μητέρα όλων των ανθρώπων. Γι’  αυτό και δεν μας είναι εύκολο να προσευχηθούμε για τον κάθε άνθρωπο, κυρίως για τους εχθρούς μας, να βοηθήσουμε κάθε άνθρωπο, ακόμη και αυτούς που δεν μας ενώνει το «συνανήκειν» σε φυλή, γλώσσα, πίστη, πολιτισμό, να προσφερθούμε ώστε ακόμη και όσοι αμφιβάλλουν, απορρίπτουν, αδιαφορούν να ακούσουν, να ζήσουν, να γευτούν τον Χριστό.
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η συνάθροιση των Αποστόλων είναι μία ευκαιρία να σπουδάσουμε ποια πραγματικά είναι η Παναγία της Εκκλησίας για την ανθρωπότητα και να παλέψουμε ο προσανατολισμός μας να πάψει να είναι περιορισμένος στα όρια της φύσης, στα όρια της κλειστότητας, στα όρια του «δικού μας».  Να γίνει δηλαδή άνοιγμα στην Εκκλησία και στον τρόπο της. Αγάπη ανοιχτή που ζητά πάντας σωθήναι.
Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!

Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2018

8/10/18

Η ΕΜΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΙΣ ΕΜΕ ΑΝΑΚΡΙΝΟΥΣΙΝ


Οι άνθρωποι στις καθημερινές μας σχέσεις διαμορφώνουμε άποψη ο ένας για τον άλλο, για τους χαρακτήρες μας, για το τι ζητούμε και τι περιμένουμε αναμεταξύ μας. Οι απαιτήσεις οδηγούν στα παράπονα. Και τα παράπονα γεννούν την ανάγκη για εξηγήσεις. Για απολογία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όταν έχουμε παράπονα από τους άλλους αυτό πηγάζει είτε από το γεγονός ότι δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη μας με τον τρόπο που εμείς θέλουμε είτε από το ότι ο χαρακτήρας μας είναι ιδιότροπος είτε από τις απόψεις μας που δεν συνοδοιπορούν με τις δικές τους είτε επειδή όντως εκείνοι είναι προβληματικοί στην συμπεριφορά και στον χαρακτήρα. Η απολογία αντιμετωπίζεται καλοπροαίρετα ή με προκατάληψη. Βοηθά στην απόδοση δικαιοσύνης ή επικυρώνει την ήδη διαμορφωμένη άποψη ή λειτουργεί στην λογική του “ου με πείσεις καν με πείσεις”. Πάντως είναι απαραίτητη. Κανέναν δεν μπορείς να καταδικάσεις ή να δικαιώσεις αν δεν ακούσεις την άποψή του.
Κρίσεις στις σχέσεις των χριστιανών υπήρχαν από την πρώτη Εκκλησία. Ακόμη και οι απόστολοι, οι ιδρυτές των κατά τόπους Εκκλησιών, αντιμετώπιζαν την αμφισβήτηση από ομάδες χριστιανών ή συγκεκριμένα πρόσωπα. Οι απόστολοι ένιωθαν την ανάγκη να απολογηθούν. Δεν περιφρονούσαν κανέναν. Έδιναν τις απαντήσεις που χρειάζονταν. Δεν έμεναν όμως σε μία συνεχή απολογητική διάθεση. Δεν είχαν σκοπό να πείσουν εκβιαστικά με την επιχειρηματολογία τους. Η απολογία τους ήταν καρπός αγάπης. Δεν ήθελαν οι χριστιανοί να σκανδαλίζονται χωρίς να ακούνε και την δική τους γραμμή. Μπορεί οι απόστολοι να ήταν οι αυθεντίες της κάθε κοινότητας. Δεν είχαν όμως το πνεύμα της απολυταρχίας, ότι δεν έδιναν λόγο σε κανέναν. Με αγάπη, με φώτιση, με διάκριση πάλευαν η αλήθεια να ακουστεί. Παρέμεναν όμως ανυποχώρητοι σ᾽ αυτήν. Και προσπαθούσαν  να μην χρησιμοποιούν την εξουσία που η ιεραρχία της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας με σεβασμό τους αναγνώριζε, αλλά να πορεύονται με τον κόπο της αγάπης.
“Η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αύτη εστί” (Α᾽  Κορ. 9, 3), λέει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, όταν πληροφορείται ότι οι εκεί πιστοί αμφισβητούν το δικαίωμά του να συντηρείται από την κοινότητα και μάλιστα να έχει άνεση. “Να πώς απολογούμαι σ᾽ αυτούς που με αμφισβητούν”.  Ο Παύλος μιλά με επιχειρηματολογία. Ξεκάθαρα. Δεν αφήνει αναπάντητη καμία αιχμή. Δείχνει όμως ότι έχει αποφασίσει να μην αξιοποιήσει τα προνόμια που του δίδονται, να υποστεί στερήσεις, για να μην δημιουργήσει κανένα εμπόδιο στην διάδοση του ευαγγελίου του Χριστού. Δεν θέλει τα δικά του δικαιώματα να γίνουν αφορμή σκανδαλισμού. Δεν αφήνει όμως και περιθώριο αμφισβήτησής τους. Είναι απόστολος. Είναι ηγέτης. Είναι αυθεντία. Όμως δεν στηρίζεται στην εξουσία και σε ό,τι απορρέει από αυτήν, αλλά στην αγάπη, η οποία ξέρει να μην ζητά τα εαυτής.
Δύο προβληματισμοί αναφύονται από την απολογία του Παύλου. Ο πρώτος έχει να κάνει με το γιατί οι άνθρωποι που ανήκουμε σε μία κοινότητα ή έχουμε σχέση, είτε προσωπική, είτε οικογενειακή, είτε επαγγελματική είτε κοινωνική, αμφισβητούμε αυτούς που εκφράζονται και ζούνε μία αυθεντική αγάπη προς εμάς;  Δεν μιλούμε για όσους εξουσιάζουν την ζωή μας, διότι αυτοί είτε έχουν εκλεγεί προς αυτό και ανά πάσα στιγμή μπορεί να καθαιρεθούν, άρα δεν είναι μόνιμη η εξουσία τους, όπως επίσης και δεν είναι απαραίτητο να τους έχουμε επιλέξει εμείς ή να το κάναμε από αγάπη. Μιλούμε για εκείνους που είτε η Εκκλησία είτε εμείς οι ίδιοι διαλέξαμε για αρχηγούς μας γιατί τους εμπιστευθήκαμε. Η αμφισβήτηση πηγάζει από τον φθόνο. Πηγάζει από το αταπείνωτο φρόνημα. Από το αίσθημα ότι δεν μπορεί να γνωρίζουν περισσότερα από εμάς. Πηγάζει από ένα θέλημα ισχυρό, το οποίο ταλαιπωρεί την ύπαρξή μας και δεν μας αφήνει να αναγνωρίσουμε ελεύθερα την αξία και τον ρόλο του άλλου. Ένας εγωκεντρισμός και ένας πειρασμός να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, να ανακαλύψουμε, να μεγεθύνουμε στοιχεία της ζωής και της αποστολής του άλλου, προκειμένου να δοξάσουμε τον εαυτό μας. Διότι αυτός είναι ο τελικός σκοπός. Να αυτοδοξαστούμε είτε θεωρώντας πως εμείς αξίζουμε περισσότερο είτε να δοξάσουμε αυτόν ή αυτούς που κατά την γνώμη μας θα ήταν καλύτεροι και επομένως κοντά στους δικούς μας, να δοξαστούμε κι εμείς. Έτσι όμως γεννιούνται τα σχίσματα και οι διχασμοί.
Αυτό δεν συνεπάγεται την απόρριψη οιασδήποτε κριτικής, όταν αυτή γίνεται καλοπροαίρετα και με αγάπη. Ουδείς αλάνθαστος. Ουδείς αναμάρτητος. Είναι άλλο όμως να επιζητούμε την αλήθεια και άλλο την αυτοδικαίωση. Άλλο να θέλουμε η κοινότητα ή η σχέση να προχωρήσει καλύτερα, με την δική μας πρώτα αυτοκριτική και με την υπόδειξη εν αγάπη των δυσκολιών της ζωής και της συμπεριφοράς των άλλων και άλλο να θέλουμε να τους μειώσουμε ή να τους απορρίψουμε, για να κερδίσουμε την εξουσία. Το πρώτο είναι ευλογημένο και συμβάλλει στην καλλιέργεια της ποιότητας και στην σχέση και στην ομάδα. Το δεύτερο οδηγεί σε ρήξη, ανταγωνισμό, κακία, παιχνίδια εξουσίας που αφήνουν πικρή γεύση πίσω τους, διότι αργότερα θα συμβεί το ίδιο και σε μας. 
Ο δεύτερος προβληματισμός έχει να κάνει με το μέχρι πού παραιτείται κάποιος από τα δικαιώματά του χάριν των άλλων, χάριν της αγάπης. Πόσο απόλυτη μπορεί να είναι αυτή η αγάπη; 
Ίσως δύο σπουδαία κριτήρια να είναι η παιδαγωγία και η διάκριση. Αν η παραίτηση οδηγεί τους ανθρώπους σε μίμηση και τους παραδειγματίζει, παιδαγωγώντας τους, τότε είναι ευλογία. Αν η παραίτηση όμως γεννά χάος, τότε δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Γι’ αυτό χρειάζεται διάκριση. Το μόνο που δεν χρειάζεται είναι η απουσία απολογίας. Ο αυταρχισμός. Το να μην διαλεγόμαστε. Το να μην εξηγούμε. Η περιφρόνηση του λογισμού του άλλου δεν είναι επίδειξη ορθότητας, αλλά απουσία έγνοιας γι’ αυτόν. Ο απόστολος Παύλος νοιάζεται και για τον τελευταίο άνθρωπο και εξηγεί και στον τελευταίο τι είναι αληθινό και τι όχι. Γι’ αυτό και είναι πατέρας και μάλιστα διακριτικός και αγαπητικός.
Ο Παύλος μας δείχνει και κάτι τελευταίο. Ότι ο ηγέτης δεν πρέπει να αγκιστρώνεται ούτε στην εξουσία και τα προνόμιά της ούτε καν στο δικαίωμα να είναι πρώτος. Ο ηγέτης στερείται για να δώσει το παράδειγμα. Εργάζεται όπως οι άλλοι. Και ακόμη κι αν κάνει χρήση κάποιων δικαιωμάτων, δεν το απαιτεί. Δείχνει την τάξη. Δείχνει την αλήθεια. Αφήνει όμως να καταλάβουν όλοι ποιο είναι το σημαντικό. Στην περίπτωση του αποστόλου είναι το Ευαγγέλιο και όχι το δικό του εγώ. Στην δική μας ζωή το σημαντικότερο είναι να φυλαχθεί η αγάπη. Όχι εις βάρος της αλήθειας, γι’ αυτό και χρειάζεται να εξηγούμε. Όχι με έπαρση, απαίτηση, εξουσιαστικότητα, αλλά με την ταπεινοσύνη που αναπαύει τελικά και πείθει τους πολλούς σε Ποιον Θεό πιστεύουμε. 

Κέρκυρα, 12 Αυγούστου 2018

ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΠΕΛΑΓΟΣ ΓΕΓΟΝΩΣ




                Ένας Άγιος αλλάζει την ιστορία της Ευρώπης. Μ’  αυτόν στο πλευρό τους οι υπερασπιστές ενός τόπου νικούνε έναν στρατό και έναν στόλο ο οποίος δεν φοβόταν ούτε ουρανό ούτε γη. Δεν είναι μόνο ότι η πνοή του Αγίου γίνεται καταιγίδα που τρομάζει και  βουλιάζει. Είναι το αίσθημα ότι αυτοί που πιστεύουν, δεν είναι μόνοι τους. Με τον Άγιο κάνουν πράξη  το αδύνατο.
                Συχνά η ιστορία των Ελλήνων μοιάζει να επιβεβαιώνει το «τα αδύνατα τοις ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ». Δεν είναι ένα παιχνίδι περιούσιου λαού. Τίποτε δεν δίνεται μαγικά. Είναι ότι ακόμη και στις ήττες μας παλεύαμε γιατί δεν αισθανόμασταν μόνοι μας.
                Σήμερα τους Αγίους τους θέλουμε για τον εαυτό μας. Χωρίς να έχει εκλείψει το αίσθημα ότι το πέλαγος των θαυμάτων δεν είναι μόνο για το άτομο, αλλά ξεκινά από το σύνολο, από το σώμα από την Εκκλησία, οι πολλοί έχουν νικηθεί από την απαίτηση των καιρών:  υπάρχω πρώτα για μένα. Γι’  αυτό και όταν λιτανεύουμε την χάρη του Αγίου μας, διασώζουμε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, το αδύνατο. Το αδιανόητο. Αυτό που υπερβαίνει το εγώ.
                Μη μας ξεχνάς, Άγιέ μας Σπυρίδωνα!

π. Θ.Μ.

8/7/18

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ- Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ



                Στους καιρούς μας αναζητούμε πρότυπα τα οποία θα μας βγάλουν από το τέλμα της πορείας μας, συλλογικά και ατομικά. Όνειρο των γονέων για τα παιδιά τους είναι να προοδεύσουν, να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία, να μην πληγωθούν. Ακόμη και όσοι θέλουν να ζήσουν σύμφωνα με τις αξίες της πνευματικής μας παράδοσης συνήθως δεν έχουν ως προτεραιότητα την μεταμόρφωση των καρδιών με την παρουσία σ’  αυτές του Χριστού, αλλά βλέπουν την πίστη ως μεταφυσική ελπίδα ή ως συνήθεια που δεν κάνει κακό. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιους θησαυρούς αναζητούμε στην ζωή μας, διότι η απάντηση δείχνει και ποιους στόχους έχουμε οι μεγαλύτεροι για τα παιδιά μας.
                Κατά την περίοδο των διωγμών των χριστιανών από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βαλεριανό (258) μαρτύρησε στην Ρώμη ο αρχιδιάκονος Λαυρέντιος. Νέος στην ηλικία  κατηγορήθηκε στην εξουσία της εποχής ότι έκρυβε έναν μεγάλο θησαυρό. Αφού ζήτησε προθεσμία τριών ημερών, παρουσιάστηκε στις αρχές συνοδευόμενος από πλήθος φτωχών, ασθενών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων και ομολόγησε ότι αυτοί ήταν ο θησαυρός τον οποίο κατείχε. Πλήρωσε με φρικτό μαρτύριο, καθώς τον έψησαν ζωντανό, την ομολογία της πίστης του. Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 10 Αυγούστου.
                Ο Άγιος μάς δείχνει ότι μεταμορφωμένη καρδιά σημαίνει έγνοια για τον κάθε άνθρωπο, ιδίως τον αδύναμο. Ότι θησαυρός αληθινός είναι η αγάπη. Είναι το μοίρασμα που η πίστη φέρνει. Είναι η αφοβία μπροστά στην εξουσία. Το αίσθημα ότι η ζωή αξίζει όταν αφήνουμε το φως του Χριστού να την μεταμορφώσει. Πρόσκαιρος είναι ο όποιος χωρισμός από τις χαρές του κόσμου. Αιώνιος είναι ο σύνδεσμος με τον Θεό και η ευλογία που αφήνει εκείνος που πιστεύει στους οικείους του, αλλά και στον καθέναν που αναζητεί την αλήθεια.
                Τρέχει η ζωή μας, η καθημερινότητά μας. Ο πολιτισμός μας δεν μας αφήνει χρόνο να σκεφτούμε Ποιος είναι το  φως για την ύπαρξη. Παλεύουμε να συσσωρεύσουμε θησαυρούς και ανατρέφουμε κατά τον ίδιο τρόπο τα παιδιά μας, για να μην είναι εκτός της εποχής τους. Δυσκολευόμαστε όμως να τα μπολιάσουμε με αντισώματα πίστης. Να δείξουμε ότι η αγάπη για τον Θεό μας κάνει να βλέπουμε την ζωή διαφορετικά. Με εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του. Με ετοιμότητα να κοπιάσουμε, χωρίς όμως να απογοητευτούμε αν τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που ζητάμε. Χωρίς απληστία που μας οδηγεί σε μία εγωκεντρική τελειομανία και χωρίς υπερηφάνεια που μας οδηγεί στην απογοήτευση όταν δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ζωή μας. Και γνώμονάς μας είναι μόνο η επιτυχία. Κάποτε με κάθε τρόπο.
                Φως όμως έρχεται στην ζωή μας όταν διαλέγουμε να αφηνόμαστε στο θέλημα Εκείνου που ευλογεί την ζωή μας, αλλά δείχνει και τα μέτρα μας. Και τότε μπορούμε να μοιραστούμε αυτό το φως με τους νεώτερους. Μέσα από σχέσεις που δεν λειτουργούν εξουσιαστικά, αλλά παραδειγματικά. Με το να αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες τους, με το να τους προστατεύουμε, χωρίς να τους καθιστούμε ανίκανους να αναλάβουν και τις δικές τους ευθύνες. Με το να τους δείχνουμε την υπομονή της πίστης. Και πρωτίστως την αγάπη, η οποία αγκαλιάζει τους πάντες, ακόμη κι αν φαίνεται ακατανόητη, όπως στις εξουσίες κάθε εποχής. Αυτή όμως κρατά για πάντα. Στο χέρι μας είναι να δούμε και την εκκλησιαστική ζωή και την ύπαρξή μας στην προοπτική αυτού του θησαυρού.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 8 Αυγούστου 2018

8/5/18

ΠΛΟΥΣΙΩΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΘΗΣΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ



                Οι μεγάλες εορτές της πίστης μας, εκτός του πνευματικού τους περιεχομένου, είναι και μία ευκαιρία για τον καθέναν μας να θυμηθεί τον τελικό σκοπό που κάθε εορτή, κάθε εκκλησιαστικό γεγονός φανερώνει:  την είσοδό μας στην Βασιλεία του Θεού. Την θέαση της ζωής μέσα από μίαν άλλη προοπτική. Και αυτό δεν είναι κατάσταση του επέκεινα, του αύριο που συνδυάζεται με την έξοδό μας από τον παρόντα χρόνο, αλλά εμπειρία της αλήθειας από το σήμερα, καθώς καλούμαστε να ζήσουμε την μεταμόρφωση του εαυτού μας στον άνθρωπο που κοινωνεί το Φως του Θεού.
                Ο απόστολος Πέτρος ζητά από εμάς στην Β’ Καθολική του επιστολή να πλουτίσουμε την πίστη μας με την αρετή, την αρετή μας με την γνώση, την γνώση με την αυτοκυριαρχία, την αυτοκυριαρχία με την υπομονή, την υπομονή με την ευσέβεια, την ευσέβεια με την αγάπη για τους αδερφούς, την αγάπη για τους αδερφούς με την αγάπη για όλους.  «Ούτω γαρ πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις τη αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β’ Πέτρ. 1, 11). «Μ’  αυτόν τον τρόπο θα σας χορηγηθεί γενναιόδωρα η είσοδος στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου και σωτήρα μας Ιησού Χριστού». Αυτός ο λόγος διαβάζεται στο αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου και δίνει αφορμή να κατανοήσουμε και να ζήσουμε τι σημαίνει μεταμόρφωση για τον καθέναν μας.
                Στο όρος Θαβώρ ο Χριστός μεταμορφώθηκε ενώπιον των μαθητών Του και όλα επάνω Του έγιναν φωτεινά, σημείο της δόξας Του, αλλά και του τι περιμένει τον καθέναν από εμάς. Αν στην παρούσα ζωή οι μαθητές είδαν αυτήν την δόξα καθώς ηδύναντο και όσο διαρκεί ένα όραμα, στην αιωνιότητα αυτή η δόξα θα είναι ένα συνεχές παρόν για τον άνθρωπο που αναζήτησε, ακολούθησε, πίστεψε και αφέθηκε στην κοινωνία με τον Χριστό. Όμως αυτό το άφημα δεν είναι απλώς μία θεωρία ή μία συνήθεια ή ένα απλό στοιχείο. Χρειάζεται τα ορατά σημεία εκ μέρους μας. Και τέτοια είναι η μετοχή μας στην Εκκλησία και η συναίσθηση ότι μάς χρειάζεται ο λόγος του αποστόλου Πέτρου να γίνει πράξη στον καθέναν μας.
                Η πίστη θέλει αρετή. Θέλει μη συμβιβασμό με το εύκολο. Θέλει πάλη όχι να βελτιώσουμε τον χαρακτήρα μας ηθικά, αλλά να τον οδηγήσουμε στην δίψα για το απόλυτο καλό. Δεν αρκεί να μην θυμώνουμε εξαιτίας του εγωισμού μας. Χρειάζεται να απορρίπτουμε εντελώς το κακό ως στάση ζωής, να μην δικαιολογούμε τον εαυτό μας ότι είμαστε άνθρωποι και τι να κάνουμε και να παλεύουμε να μεταμορφώσουμε τον θυμό σε καταλλαγή. Το θέλημά μας να το δούμε σε συνάρτηση με το θέλημα του άλλου. Την αδυναμία του άλλου που μας προκαλεί να την δούμε με τόση αγάπη, ώστε είτε να πείσουμε υπομονετικά για το λάθος, είτε να ανεχτούμε ώστε η πόρτα της σχέσης να μην κλείσει.
                Η αρετή θέλει γνώση. Η γνώση δεν έχει να κάνει μόνο με την κοσμική πρόοδο ή την κατάκτηση δεξιοτήτων ή την επίγνωση της αλήθειας της επιστήμης. Έχει να κάνει με την γνώση του θελήματος του Θεού. Και γνωρίζει το θέλημα Του αυτός που σπουδάζει το Ευαγγέλιο. Αυτός που δεν απολυτοποιεί τον δικό του εαυτό, το μυαλό του, την δυνατότητα κατανόησης της ζωής με βάση τα όσα φαίνονται, αλλά προστίθεται στα όσα γνωρίζει η εμπιστοσύνη για όσα δεν κατανοεί. Και απτό σημείο της γνώσης αυτής είναι η μετοχή στην Εκκλησία και τον τρόπο ζωής της. Όποιος αφήνεται στο μυστήριο της πίστης, όπως εκφράζεται στη λατρεία και την κοινωνία του Θεού και εναποθέτει την ελπίδα του σ’  Εκείνον, τότε γνωρίζει κι αυτά που φαίνονται ακατανόητα.
                Η γνώση θέλει εγκράτεια. Δεν αρκεί να ξέρουμε. Χρειάζεται και να ασκούμαστε. Να στερούμαστε. Να λέμε ΟΧΙ στο θέλημα της σαρκός, είτε αυτό εκφράζεται μέσα από την απαίτηση για ικανοποίηση κάθε εγωτικής επιθυμίας, είτε μέσω της κυριαρχίας επάνω στους άλλους, είτε στον θρίαμβο του δικαιώματος ότι όλα μου επιτρέπονται. Η εγκράτεια έχει να κάνει με την επίγνωση των παθών μας. Ότι υπάρχουν ζιζάνια στην ύπαρξή μας τα οποία πνίγουν την αρετή. Ότι η ομορφιά της αγάπης, της καλοσύνης, της συγχώρεσης, της ανοχής πνίγεται από το θέλημα της σαρκός που ζητά οι άλλοι να  συμμορφωθούν στα δικά μας, προκειμένου εμείς να είμαστε δήθεν ευτυχισμένοι, ενώ στην ουσία  θεριεύουμε την πλεονεξία μας για απόλαυση και κυριαρχία.
                Η εγκράτεια θέλει υπομονή. Κανένα πάθος δεν υποχωρεί άμεσα ή επειδή εμείς το θέλουμε. Η υπομονή συνδυάζεται με τον κόπο. Και είναι κόπος να μην αφήνουμε το θέλημά μας να υπερνικά το θέλημα του Θεού, την δική μας απαίτηση να έρχεται σε ρήξη με την οδό του Ευαγγελίου. Αλλά και η οδός του Θεού θέλει υπομονή. Ο πειρασμός θα μας υποδεικνύει συνεχώς ότι δεν είναι καλό να χάνουμε. Ότι δεν μπορούν να νικούν οι άλλοι. Ότι ο Θεός είναι απαιτητικός από εμάς και δεν μας χαρίζει ευχαρίστηση, αλλά φοβάται ότι θα είμαστε χαρούμενοι χωρίς Αυτόν και δεν το θέλει. Είναι η παγίδα του «εδώ και τώρα θεός από μόνος μου», που οδηγεί στην απόλυτη συντριβή, διότι τα μέτρα μας δεν επαρκούν. Πάντοτε θα υπάρχει κάποιος ισχυρότερος από εμάς στο εγώ, στην κακία, στην ικανότητα να βγει πιο μπροστά από μας και τότε θα διαπιστώνουμε ότι επενδύσαμε σε άχυρα.
                Η υπομονή θέλει ευσέβεια. Ευσέβεια σημαίνει σεβασμό σε όσους μας αγαπούν, αλλά και σε όσους ο Θεός επέτρεψε να έχουν λόγο για την ζωή μας, όπως επίσης και τιμή στις εντολές και τον νόμο που ο Θεός όρισε, καθώς και αγώνα να τηρηθεί μέχρι την τελευταία οξεία του. Η ευσέβεια δεν θέλει προχειρότητα και επιπολαιότητα, αλλά αφιέρωση στην λεπτομέρεια. Όχι αποθέωσή της ή φαρισαϊκή αυτάρκεια δι’  αυτής, αλλά εφαρμογή της με την πιστότητα του ερωτευμένου, ο οποίος θέλει να αποδεικνύει την αγάπη του μέχρι τέλους.
                Η ευσέβεια θέλει αγάπη για τους αδερφούς. Όλος ο δρόμος της μεταμόρφωσης εκεί οδηγεί. Πρώτα στην έξοδο από την προτεραιότητα του εγώ και την θέαση του πλησίον, αυτού που βλέπουμε δίπλα μας, του οικείου, του συνεργάτη, του προεξάρχοντος, του διδασκάλου, του μικρότερου και μεγαλύτερου. Στην ελεημοσύνη τόσο την υλική όσο και την δοτική, μέσα από την συμπαράσταση στην ανάγκη του άλλου, με γνώμονα μία διάκριση, η οποία θα βλέπει, διά του φωτισμού του Θεού, πίσω από το πρόσκαιρο και πέρα από αυτό.
                Η αγάπη για τους αδερφούς θέλει αγάπη για όλους. Ο μεταμορφούμενος άνθρωπος ανοίγεται. Δεν μένει στους οικείους, αλλά προχωρά στον κάθε άνθρωπο, ιδίως στον εχθρό του. Ακόμη κι αν δεν θέλουμε να έχουμε εχθρούς, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Ο πειρασμός θα σκοτίσει τον νου κάποιων είτε ισχυρότερων είτε ασθενέστερων και θα γεννήσει έχθρες και έριδες. Η αγάπη είναι κυρίως για εκείνους που μας δυσκολεύουν. Τελικά   για όλη την ανθρωπότητα και γίνεται προσευχή και έγνοια για όλους, κυρίως για την είσοδο των πάντων στην βασιλεία του Κυρίου και σωτήρος μας Ιησού Χριστού.
                Ο μεταμορφούμενος άνθρωπος είναι ο άγιος. Χαιρόμαστε διότι στην Εκκλησία μας υπάρχουν άγιοι και στους καιρούς μας και σπεύδουμε να τους επισκεφθούμε για να λάβουμε ευλογία. Λησμονούμε όμως ότι η αγιότητα δεν είναι σημείο μεταθανάτιο, αλλά ξεκίνησε μέσα από την μεταμόρφωση της ύπαρξης, η οποία παραιτήθηκε από τα θέλω της, τα έχω της, τα δικαιώματα, και αφέθηκε στην οδό του Θεού. Αξιώθηκε της χάριτος στην εκκλησιαστική ζωή και προετοιμάστηκε στον καιρό της παρούσας ζωής άλλοτε αφήνοντας τον κόσμο και άλλοτε ζώντας εν τω κόσμω, άλλοτε διά της προσευχής και της ασκήσεως και άλλοτε διά του λόγου και της έμπρακτης αγάπης, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Χριστό που λυτρώνει και σώζει. Και εισήλθαν στην βασιλεία μαζί Του, καθώς ηδύναντο, αλλά και δεν έμειναν στο όρος της δικής τους σωτηρίας, αλλά μοιράστηκαν την χαρά του Θαβωρείου Φωτός ακόμη και με έναν κόσμο που δεν καταλάβαινε, που απέρριπτε, που έθετε άλλες προτεραιότητες, που τους οδηγούσε στο μαρτύριο είτε του σώματος είτε της μοναξιάς.
                Η Μεταμόρφωση είναι ο τρόπος για τον τελικό μας σκοπό:  την χαρά της αιώνιας βασιλείας στην οποία θα εισέλθουμε με τον Σωτήρα Κύριό μας Ιησού Χριστό. Αυτός δεν θα μας αφήσει εάν Τον αναζητούμε στην Εκκλησία!

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2018

8/3/18

ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΑΠΕΔΕΙΞΕΝ


                Ο Θεός, όταν δημιούργησε τον άνθρωπο, τον όρισε να εξουσιάζει τον κόσμο αλλά και να τον προφυλάσσει από το κακό και την φθορά. Ο άνθρωπος ου συνήκε. Έτσι επέλεξε να είναι μέρος αυτής της φθοράς αμαρτάνοντας, ακολουθώντας δηλαδή τον δρόμο της αυτοθέωσης και αφήνοντας κατά μέρος την σχέση με τον Θεό. Η εξουσία επί του κόσμου έγινε πάλη και αγώνας επιβίωσης. Η αγάπη με την οποία ο Θεός μας προίκισε, έχοντας ως έκφραση ζωής την σχέση του άνδρα με την γυναίκα, μετετράπη κι αυτή σε σχέση εξουσίας, εφόσον άρσεν και θήλυ πλέον ανταγωνίζονται ποιος θα επικρατήσει εις βάρος του άλλου και ο άνδρας γίνεται η αποστροφή της γυναικός. Έπρεπε να γίνει άνθρωπος ο Θεός, για να ανα-νοηματοδοτηθεί η ζωή. Ξανά καλούμαστε να ανατρέψουμε την εξουσιαστική προοπτική και να εμπιστευθούμε τον Θεό και μεταξύ μας. Να διακονήσουμε ο ένας τον άλλον, όσο μπορούμε. Να σηκώσουμε ο ένας τον σταυρό του άλλου και να πορευτούμε προς την ανάστασή μας, δηλαδή προς την οριστική υπέρβαση της φθοράς μας, η οποία έρχεται με το πάτημα του θανάτου και την οριστική του κατάργηση στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Μέχρι τότε μία αυθεντική οδός θεμελιώθηκε και υπάρχει: αυτή του να θεωρούμε τους εαυτούς μας «εσχάτους».
                «Δοκώ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις» (Α’ Κορ. 4, 9), γράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους. «Μου φαίνεται πως ο Θεός σ’ εμάς τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στην αρένα. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και για ανθρώπους». Ο λόγος αυτός ισχύει για τον κάθε χριστιανό, από την στιγμή που κι εμείς είμαστε μαθητές και συνεχιστές των αποστόλων. « Έσχατοι» κληθήκαμε να είμαστε. Και «έσχατος» σημαίνει πιστός, διάκονος, επιθανάτιος, κατά τον αποστολικό λόγο.
                Πιστός είναι αυτός ο οποίος εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού. Είναι αυτός ο οποίος στην καρδιά Του δεν αφήνει τόπο για τα δικά του, χωρίς να σημαίνει ότι δεν προσπαθεί στην ζωή του ή ότι δεν θέτει στόχους. Σημαίνει ότι δεν απελπίζεται. Ότι δεν περιμένει να έρθουν τα πράγματα κατά την κρίση και το θέλημά του, αλλά αφήνει τον Θεό να φανερώσει, στην πρόνοιά Του, τι είναι καλό και τι όχι. Έτσι αναστέλλει την φθορά που έγκειται στην επιθυμία απολύτου ελέγχου της ζωής μας, στην εξουσία της , στην ρύθμιση και των λεπτομερειών της ή στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, με άγνοια ή παραθεώρηση των νόμων και των εντολών του Θεού. Ο πιστός αξιοποιεί όλα του τα χαρίσματα, κοπιάζει, αλλά δεν περιμένει να γίνει η ζωή κατά το θέλημά του. Αφήνεται στον Θεό και την αγάπη Του.
                Διάκονος είναι αυτός ο οποίος δεν ζητά να τον υπηρετήσουν, αλλά αυτός που σπεύδει να προσφέρει, να αγαπήσει, να δώσει. Διάκονος είναι ο ταπεινός. Είναι ο πρόθυμος να μοιραστεί ό,τι έχει και ό,τι του έχει δοθεί. Διάκονος είναι αυτός που δεν διακρίνει και δεν επιλέγει ποιους θα διακονήσει, αλλά είναι διαθέσιμος σε όλους. Όχι τόσο σ’  αυτούς που συμφέρει, αλλά κυρίως σ’  αυτούς που δεν έχει όφελος, κάποτε και στους εχθρούς του. Η προθυμία για διακονία είναι η κατ’  εξοχήν έκφραση της αγάπης και της ταπείνωσης, όπως επίσης και της συγχωρητικότητας. Ο διάκονος αναλώνεται, στο μέτρο του εφικτού και της αντοχής του, κάποτε και στην περίσσεια του, χωρίς να περιμένει αναγνώριση. Γι’  αυτό και είναι πρόθυμος να γίνει θέατρο και στους αγγέλους και στους ανθρώπους, διότι η διακονία του δεν αποσκοπεί στην δόξα των ανθρώπων αλλά στην δόξα του Θεού.
 Επιθανάτιος είναι αυτός που έχει μέσα του ένα αίσθημα ανάλωσης, ότι τίποτε δεν του ανήκει, ούτε η ίδια η ζωή, αυτός που αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να ευχαριστήσει τον κόσμο, καθώς δεν ανήκει στον κόσμο, αλλά κλήθηκε να μεταμορφώσει τον κόσμο μέσα από την παρουσία του Θεού εντός του. Και η μεταμόρφωση έρχεται μέσα από την υπέρβαση του αξιακού συστήματος του κόσμου, όταν αυτό έρχεται σε ρήξη με τις αξίες του Θεού. Ο κόσμος το ίδιο φιλεί. Ο κόσμος θέλει εξουσία. Θέλει δόξα. Θέλει ικανοποίηση επιθυμιών. Θέλει τους άλλους να μας διακονούν. Θέλει την τεχνολογία κέντρο του. Θέλει τον μηδενισμό. Θέλει μία δικαιοσύνη χωρίς αιώνια προοπτική. Θέλει την αυτοθέωση και την εξ αυτής δικαιολόγηση κάθε αμαρτίας. Δεν επιθυμεί την ασκητικότητα, αλλά τον κορεσμό. Απορρίπτει την παιδεία της υπομονής, του κόπου, της προσφοράς, της θέσης των χαρισμάτων στην διακονία του πλησίον και απαιτεί χρήμα, ανταμοιβή, ευκολία. Κυρίως όμως είναι ένας κόσμος ο οποίος μας εντάσσει στην προοπτική ότι θα ζούμε για πάντα, με αποτέλεσμα ο θάνατος να μην είναι μόνο ο εχθρός που θα θέλαμε να καταργηθεί, αλλά ο ανύπαρκτος. Και όταν έρχεται να είναι ακατανόητος.
Στην ζωή της Εκκλησίας είναι ωραίο να είναι κάποιος «έσχατος». Έχει μία μυστική, μεταμορφωτική χαρά ότι ο Θεός τον αγαπά, ότι μπορεί να προσφέρει αγάπη, ότι ακόμη κι αν είναι επιθανάτιος, η αγάπη θα μείνει. Και το βλέπει στα πρόσωπα όλων εκείνων που πιστεύουν, αλλά κάποτε και στα πρόσωπα εκείνων που δεν θέλουν να αποδεχτούν ότι η φθορά δεν νικιέται με την εξουσία, αλλά με την αγάπη. «Έσχατος» είναι ο κάθε άγιος. «Έσχατος» είναι και ο τελευταίος ανώνυμος κάτοικος του Παραδείσου. «Έσχατοι» μπορούμε να γίνουμε κι εμείς αν εμπιστευτούμε τον Πρώτο «Έσχατο». Τον Θεό που έγινε άνθρωπος για να μας οδηγήσει στην θέωση.

Κέρκυρα, 5 Αυγούστου 2018