8/16/17

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

       
Τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου οι ναοί μας γεμίζουν από κόσμο. Το παρήγορο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οικογένειες και νέοι εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν. Δίνεται έτσι μία μαρτυρία πίστης, η οποία αποτελεί σημάδι αντίστασης στην παρακμή των καιρών μας. Μπορεί να υπάρχει κόπωση και αδιαφορία από την πορεία των πραγμάτων, η αισιοδοξία να μη χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, ωστόσο δεν έχει χαθεί η παρηγοριά, η παράκληση την οποία αναζητούμε στην πίστη. Ιδίως το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου παραμένει σημείο αναφοράς. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι δε λησμονούμε ότι είναι η Μητέρα όλων των ανθρώπων. Αυτή η οποία όχι απλώς κυοφόρησε τον Θεό, αλλά συνεχίζει να πρεσβεύει με την προσευχή της και την αγάπη της να μη λυγίσουμε από «τα πάθια και τους καημούς» μας.
       Σε έναν από τους πιο όμορφους ύμνους της γιορτής της ψάλλουμε το «πεποικιλμένη τη θεία δόξη».  Την περιγράφουμε ως στολισμένη με το λαμπρό στολίδι της δόξας του Θεού, το οποίο της δίνει ξεχωριστή ομορφιά. Δεν την αφήνει στη συνήθεια και την μονοτονία, ούτε η δόξα της περνά, αλλά παραμένει αδιάπτωτη. Και καθώς φεύγει από τον κόσμο αυτό, δεν παραμένει στον τάφο, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά σώμα και ψυχή ενώνονται και πάλι και βρίσκεται ως ακέραιος άνθρωπος δίπλα στο Υιό και Θεό της. Εμείς όταν φεύγουμε από αυτή τη ζωή, προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού διά των ψυχών μας. Προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών, για να ζήσει και το σώμα μας την ακεραιότητα και την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό. Η Παναγία όμως ζει ήδη αυτό τον τρόπο και είναι έτσι στολισμένη με την θεία δόξα.
      Οι νέοι ιδίως επιζητούν την δόξα. Στους καιρούς μας μάλιστα αυτή εύκολα αποκτιέται. Μετριέται με τα like στο Facebook ή τις καρδούλες στο Instagram. Με τον αριθμό των φίλων. Με το πόσοι ασχολούνται μ’ αυτούς, ασχέτως αν είναι για καλό ή για κακό. Με τις επιτυχίες. Με το να είναι κάποιος επίκεντρο της παρέας. Με τις ερωτικές κατακτήσεις. Με τα υλικά αγαθά. Το «έχειν» και το «φαίνεσθαι» εξασφαλίζουν την δόξα των ανθρώπων. Και οι νέοι των καιρών μας είναι αποφασισμένοι να φέροντα politically correct προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί από τους πολλούς. Να κάνουν αυτό που η κοινωνία προσδοκά από αυτούς, για να τους ανταμείψει με την εύφημο μνεία, κυρίως της εικόνας.
       Η δόξα αυτή όμως είναι εφήμερη. Δεν είναι μόνο ότι δε νικά τον θάνατο. Είναι ότι δεν εξασφαλίζει πληρότητα στην ύπαρξη. Ότι καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό, με αποτέλεσμα αυτός που τη βιώνει, να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Η εντυπωσιοθηρία όμως, όπως και το κυνήγι της προβολής, όση απόλαυση κι αν δίνουν, εντάσσουν τον άνθρωπο στη λογική του ανταγωνισμού. Και τότε έρχεται κάποιος ισχυρότερος. Αντίθετα, η δόξα της Παναγίας είναι αιώνια, γιατί πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, την αρετή που έρχεται ως υπακοή στις θεϊκές εντολές, την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που δημιούργησε και ανέστησε τον κόσμο από το κακό. Είναι η δόξα της αγιότητας, η οποία δε νικιέται από τη φθορά και τον θάνατο.
          Αυτή τη δόξα ας ζητήσουμε, με τις πρεσβείες της, νεώτεροι και μεγαλύτεροι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύεται στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Πέμπτης 17 Αυγούστου  2017

8/14/17

ΕΝ Η ΕΣΚΗΝΩΣΕ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ Η ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ



          Οι άνθρωποι ποθούμε την ευτυχία που θα κρατήσει για πάντα. Την ταυτίζουμε με πρόσωπα, με καταστάσεις, με αγαθά. Την ταυτίζουμε με την ευχαρίστηση που προέρχεται όταν ικανοποιούμε το θέλημά μας. Όταν αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι που μας καθιστά κέντρο του κόσμου, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν πραγματικά είμαστε. Αρκεί εμείς να αισθανόμαστε τη πληρότητα ότι δεν μας λείπει κάτι, έστω και πρόσκαιρα. Γι’ αυτό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε γεγονότα όπως η φθορά, η ήττα, η αρρώστια, η δοκιμασία, ο θάνατος. Δεν μπορούμε να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας ταλαιπωρεί, σε ό,τι μας στερεί τη δυνατότητα να είμαστε χαρούμενοι. Βιαζόμαστε λοιπόν να ζήσουμε. Κατά βάθος θέλουμε να ξεγελάσουμε τον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί ως εχθρός. Κριτήριό μας είναι το νυν, το σήμερα, το τώρα. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε το αύριο, γιατί δεν είναι απτό. Φοβόμαστε ό,τι δεν είναι στα δικά μας χέρια. Φοβόμαστε την μεταβολή. Ό,τι όλοι όσοι έχουν προηγηθεί μας περιγράφουν ως αναπόφευκτο. Έτσι, δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι υπάρχει ένας δρόμος στον οποίο τα πάντα είναι γιορτή. Ακόμη και τα   πιο δύσκολα.
          Στην ακμή του θέρους η Εκκλησία μας γιορτάζει την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιορτάζει έναν θάνατο, μα τίποτα σ’ αυτή τη γιορτή δεν έχει πένθος. Ο θάνατος είναι πραγματικό γεγονός. Έχει όλες τις συνέπειες, τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τον αποχωρισμό από τα οικεία πρόσωπα, το ανεπίστρεπτο, το ξόδι, την ταφή. Δε θα επανέλθει το πρόσωπο στη ζωή. Όλοι θα πρέπει να μάθουν να ζούνε χωρίς αυτό.  Κι όμως, ενώ αυτά είναι τα δεδομένα, ο θάνατος αυτός έχει τον χαρακτήρα ενός θριάμβου και μάλιστα αιώνιου. Το πρόσωπο που έφυγε, ξεπέρασε τον χρόνο. Και όχι μόνο. Όλες οι συνέπειες του θανάτου αίρονται. Το σώμα δεν παραμένει στον τάφο της Γεθσημανή, αλλά με έναν τρόπο που ξεπερνά τους όρους της φύσης μας θα ενωθεί με την ψυχή και ο θάνατος θα γίνει μετάσταση στον ουρανό.  Ο αποχωρισμός από τα οικεία πρόσωπα δεν θα κρατήσει. Αυτή που έφυγε θα είναι παρούσα όχι μόνο στην μνήμη όσων την αγάπησαν και θα την αγαπήσουν, αλλά και στις καρδιές τους. Θα παίρνει τις λύπες τους, τους φόβους, τη δική τους φθορά και θα τα αντικαθιστά με την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό. Το ανεπίστρεπτο θα αντικατασταθεί με το συνεχές παρόν. Το ξόδι θα γίνει πάνδημο τραγούδι, μόνο που δε θα κρατά για εκείνη τη στιγμή, αλλά συνεχώς οι άνθρωποι θα υμνούν την κοίμηση με ύμνους έκπαγλης ομορφιάς. Και κανείς δε θα χρειαστεί να μάθει να ζει χωρίς αυτήν, διότι θα δίνει η ίδια σημεία της παρουσίας της με τα θαύματα, με την ψυχική ενίσχυση διά της προσευχής, με την ελπίδα και την παρηγοριά που το πρόσωπό της και μόνο θα φέρνει στον κόσμο και τους ανθρώπους. Όχι μόνο σε έναν λαό ή σε μία κοινότητα, αλλά σε όσους την επικαλούνται απανταχού της γης.
          Είναι γιορτή η κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι, όπως αναφέρεται σε έναν από τους πιο ωραίους ύμνους της εορτής αυτή είναι η γυναίκα «εν η εσκήνωσε της μελλούσης ζωής η απόλαυσις», «στην οποία εγκαταστάθηκε καταλαμβάνοντάς την οντολογικά η απόλαυση της μελλούσης ζωής» (Ιδιόμελο του Όρθρου της εορτής). Και αυτή η απόλαυση δεν είναι άλλη από το Πρόσωπο του Υιού και Θεού της, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι  που ανατρέπει όλες τις συνέπειες του θανάτου. Εκείνος είναι που δίνει διάρκεια στην ευτυχία, διότι είναι η Ευτυχία. Μέσα από την κοινωνία μαζί Του τα πάντα νοηματοδοτούνται αλλιώς. Και δεν μπορούμε να χωρίσουμε, όσο κι αν το συναίσθημα κάποτε μας κάνει να το βλέπουμε έτσι, την Υπεραγία Θεοτόκο, την γυναίκα, την μητέρα, την Παναγία, από τον Υιό και Θεό της. Δε χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Θεό, διότι τα πάντα εντός της είναι ο Χριστός. Ζει δε ουκέτι αυτή, αλλ΄ εν εαυτή ζει Χριστός. Και γίνεται πρότυπο για όλους μας, στην πορεία της ζωής μας, στην αναζήτηση της δικής μας  προσωπικής ευτυχίας, ο δρόμος και ο τρόπος  της, για να κατανοήσουμε και να ζήσουμε το εφικτό της ευτυχίας που διαρκεί και νικά και τον θάνατο!
      «Εσκήνωσε». Η σκηνή προϋποθέτει άνθρωπο πάροικο. Όχι παραδομένο στην ασφάλεια της μόνιμης κατοικίας, του βολέματος στη ζωή, αλλά έτοιμο να φύγει και να πάει όπου θέλει ο Θεός.  Έτοιμο για το αναπάντεχο. Έτοιμο να αποδεχθεί το ανατρεπτικό. Την αγάπη, αλλά και το μίσος των ανθρώπων. Τη χαρά, αλλά και τη λύπη που ο κόσμος παρέχει. Να μην ταραχθεί από την ρομφαία των λόγων και των έργων που η ζωή, οι πειρασμοί, ο χρόνος, οι άλλοι φέρνουν στην καρδιά. Στις σκηνές ζούσαν οι Ισραηλίτες στην έρημο του Σινά, μέχρι να φτάσουν στη γη της επαγγελίας. Η μόνη βεβαιότητα που είχαν ήταν ότι ο Θεός τους αγαπά. Και αυτή είναι η μέγιστη αλήθεια που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος και που την κράτησε όρθια σε κάθε περίσταση της ζωής της.  Ότι ο Θεός την αγαπά. Και αυτό ζητά ο Χριστός για να σκηνώσει στην καρδιά του καθενός ανθρώπου. Να αποδεχθεί ότι τον αγαπά ο Θεός. Πέρα από κάθε βεβαιότητα. Ιδίως στις δυσκολίες και στους σταυρούς. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται πίστη βαθιά και καρδιακή. Και τότε κάθε τι φωτίζεται διαφορετικά. Ακόμη και ο θάνατος.
      «Της μελλούσης ζωής». Δεν αρνούμαστε το σήμερα, το νυν, το τώρα. Δεν παραπλανιόμαστε όμως από την δύναμή τους. Η Παναγία, στη βεβαιότητα της αγάπης του Χριστού, ήξερε καλά ότι τα πάντα είναι ανάσταση και αιωνιότητα. Ότι ο χρόνος δεν είναι πανδαμάτωρ, γιατί μπορούμε να τον υπερβούμε μέσα από την κοινωνία με Εκείνον που μας δίνει την μέλλουσα ζωή. Και αυτή δεν είναι απλώς ένας παράδεισος στον οποίο δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός, ούτε μία αιώνια ανάπαυση από τα βάρη της ζωής, αλλά κοινωνία προσώπων. Η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης πέρα από κάθε αμαρτία και κακό. Πέρα από κάθε εγωκεντρισμό. Στην μέλλουσα ζωή δε θα είμαστε το κέντρο του κόσμου, δε θα είμαστε ο ήλιος, αλλά μέσα από τις ακτίνες του Ήλιου της Δικαιοσύνης, από τις λαμπηδόνες που θα προέρχονται από Αυτόν θα φωτίζεται η ύπαρξή μας, αρχικά η ψυχή και μετά την ανάσταση και το σώμα, ώστε να κρατούμε αιώνια τη χαρά του να συνυπάρχουμε με την όντως ζωή. Στον τρόπο αυτό μπροστά θα είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και μαζί της οι άγιοι, αλλά και όλοι εμείς που θα ζούμε το «αεί». Αιώνια ζωή είναι να παίρνεις ζωή από την Ζωή. Και γι’ αυτό μεσιτεύει η Υπεραγία Θεοτόκος. Για να μην ξεχνούμε τον προορισμό μας.
        «Η απόλαυσις». Στην παρούσα ζωή απόλαυση δίνουν τα επιτεύγματα. Οι ηδονές. Η δόξα μας. Η αναγνώριση της αξίας μας. Το δίκιο μας. Η αίσθηση ότι τα χαρίσματά μας είναι μοναδικά και ότι οι άλλοι υπάρχουν για μας. Όμως στην σχέση με τον Χριστό η απόλαυση είναι το Πρόσωπό Του. Γιατί σ’ αυτό ενυπάρχει η Αγάπη. Και τα ελάχιστα ψήγματα αυτής της αγάπης  που μπορούμε να κατανοήσουμε και να ζήσουμε στην παρούσα ζωή  μάς κάνουν να  προγευτούμε τι τελικά μας κάνει αυθεντικά και διαρκώς ευτυχισμένους: η Αγάπη! Αυτήν που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος. Αυτήν που δείχνει στον καθέναν μας, όταν την επικαλείται, όχι ιδιοτελώς, αλλά με γνώμονα την κοινωνία με τον Υιό της. Ο Χριστός είναι η απόλαυση της αγάπης που κρατά για πάντα. Και μας κάνει να νικούμε κάθε θάνατο, σωματικό, πνευματικό, της απώλειας, της ήττας, του σταυρού, της περιθωριοποίησης. Γιατί ακόμη και στην πιο δύσκολη περίσταση, η αγάπη νοηματοδοτεί, κατανοεί, συγχωρεί, δίνει αντοχή και ανοχή.
       Να γιατί η ένδοξος κοίμηση γίνεται γιορτή. Γίνεται Πάσχα για εκείνην και την ίδια στιγμή  πρόσκληση συμπόρευσης για  τον καθέναν μας στον τρόπο και τον δρόμο της Εκκλησίας!

Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2017

8/12/17

Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ (ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΙΠΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΥΔΩΡ)


        Συχνά στη ζωή μας διαπιστώνουμε αντιφατικές συμπεριφορές. Οι άνθρωποι γινόμαστε κυκλοθυμικοί. Αλλάζει η διάθεσή μας με τέτοιον τρόπο που να μην μπορούμε ούτε εμείς να ψυχολογήσουμε τον εαυτό μας, πόσο μάλλον οι άλλοι. Κάποτε ισχύει για μας το τραγούδι «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ». Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά δεν μας επιτρέπει να μπορούμε ούτε τον εαυτό μας να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε, αλλά ούτε και να βγάλουμε σαφή συμπεράσματα για τους άλλους, διότι η αντιφατικότητα χαρακτηρίζει κι εκείνους. Στην προσπάθεια για ερμηνεία του τρόπου σκέψης και  συμπεριφοράς, θεωρούμε ότι η πολλαπλότητα των επιλογών που μας δίνεται, η επιθυμία να κερδίσουμε, άλλοτε ο φόβος και η δειλία στο να κάνουμε πράξη αυτό που επιζητούμε, αλλά και η ασυνέπεια των πολλών που μας παρασύρει στην ίδια οδό, είναι λόγοι που επικαλούμαστε. Δεν περνά όμως από τον νου μας ότι η αστάθεια είναι στοιχείο επιρροής του κακού. Στοιχείο χαρακτήρα που δεν έχει ισχυρή αυτογνωσία, ούτε και θέληση να φέρει εις πέρας τις σκέψεις και επιθυμίες του, ιδίως όταν αυτές αποσκοπούν στην αυθεντική πρόοδο τα ύπαρξης, στον αγώνα για αρετή, στην οδό του Θεού.
          Ο Χριστός, μετά την μεταμόρφωσή του στο όρος Θαβώρ, βρέθηκε μπροστά σε μία τέτοια κατάσταση. Ένας πατέρας πέφτει στα πόδια Του και Τον παρακαλεί να απαλλάξει τον σεληνιαζόμενο και επιληπτικό υιό του από την δαιμονική επίδραση, την οποία οι μαθητές δεν κατάφεραν να αποτραβήξουν. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το πνεύμα του κακού κάνει τον γιο του «πολλάκις» να  «πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ» (Ματθ. 17, 15). Το νερό και η φωτιά είναι δύο εντελώς αντίθετα στοιχεία. Όπου υπάρχει νερό, δεν υπάρχει η φωτιά και το αντίστροφο. Στην περίπτωση του παιδιού, το δαιμονικό πνεύμα το ρίχνει και στο ένα και στο άλλο στοιχείο, κάνοντάς το να συμπεριφέρεται αντιφατικά και ταυτόχρονα καταστροφικά.  Γιατί τα δύο στοιχεία από μόνα τους είναι ικανά είτε να πνίξουν είτε να κάψουν το παιδί. Η αντιφατικότητα εδώ συνεπάγεται τον θάνατο. Την ίδια στιγμή όμως μένει δυσερμήνευτη. Δε θα ήταν αρκετό μόνο το ένα από τα δύο στοιχεία;
         Ο διάβολος τρελαίνει τον άνθρωπο, όταν τον ελέγχει. Τον κάνει να μην έχει σειρά στη ζωή του. Να φάσκει και να αντιφάσκει. Να μην μπορεί να ισορροπήσει. Και ο τελικός σκοπός του διαβόλου είναι να πάρει τη ζωή του ανθρώπου, όχι κατ’ ανάγκην τη βιολογική, αλλά, κυρίως, την πνευματική, να τον απομακρύνει από τον Θεό και να μην του επιτρέψει να λειτουργήσει ισορροπημένα. Αυτή η κατάσταση προεκτείνεται σε όλες τις αντιφάσεις του ανθρώπου. Όταν ο νους και η καρδιά μας, η ύπαρξή μας δεν είναι αποφασισμένη να ακολουθεί μία σειρά, να έχει συνέπεια, να μην υποκρίνεται, αλλά να είναι ειλικρινής, τότε βαδίζει προς μία καταστροφικότητα, η οποία είναι και ψυχολογική, αλλά και κοινωνική. Ψυχολογική, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, γιατί κάνει ό,τι κάνει, όπως επίσης και γιατί δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, καθώς η παρορμητικότητα, η αστάθεια και η ανισορροπία μόνο πρόσκαιρα μπορούν να δώσουν ευχαρίστηση. Μόλις ο άνθρωπος εκπληρώσει το άμεσο θέλημά του, θα διαπιστώσει ότι η ασυνέπεια, η απειθαρχία, η απουσία βούλησης η οποία φτάνει τις επιλογές μέσω του αγώνα στην νίκη ή, τουλάχιστον, στην ήρεμη συνείδηση, δεν του επιτρέπουν να είναι ήσυχος, να χαρεί σε διάρκεια ό,τι νομίζει ότι του αρέσει, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχής. Παράλληλα, ένας ασταθής και ανισόρροπος άνθρωπος δεν γεννά εμπιστοσύνη στις σχέσεις του, με αποτέλεσμα αυτές γρήγορα να διαλύονται και τα τραύματα να γίνονται εμφανή, καθώς η αγάπη δεν είναι δυνατή.
       Ο διάβολος βεβαίως βοηθιέται από την ελευθερία μας, η οποία μας πείθει ότι δε χρειάζονται τρία πολύτιμα στοιχεία, όπως ο Χριστός επισημαίνει: η πίστη, η προσευχή και η νηστεία. Παρότι δεν φαίνεται ότι συμβάλλουν στην ισορροπία του εαυτού μας, εντούτοις αυτά τα τρία στοιχεία είναι πολυτιμότατα, για να νικήσουμε την αντιφατικότητά μας και να χτίσουμε έναν δυνατό χαρακτήρα, με νόημα και σταθερότητα. Η πίστη μας δίνει την βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας στον αγώνα για βούληση προς το αγαθό, για σταθερότητα, για υπέρβαση του φόβου της ήττας ή των συνεπειών των επιλογών μας σε σχέση με τους άλλους που ζητούν ευκολία. Υπάρχει ο Θεός, ο Οποίος μας βοηθά να νικήσουμε το πειρασμό να παραδινόμαστε άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στο νερό και, ταυτόχρονα, να αποκτούμε ίαση στην ψυχή μας, να ξέρουμε ποιοι είμαστε και πού πορευόμαστε. Η προσευχή είναι η υπέρβαση του εγωκεντρισμού μας. Είναι η πίστη στην πράξη. Η αίσθηση ότι δεν είναι το δαιμονικό πνεύμα, το κακό, ο εγωκεντρικός τρόπος του πολιτισμού, η υπερήφανη αίσθηση της παντογνωσίας το κλειδί, αλλά η ταπεινή εναπόθεση στον Θεό των αδυναμιών μας και η εκζήτηση της βοήθειάς Του. Η νηστεία πάλι βάζει τον εαυτό μας σε πειθαρχία. Χωρίς να περιορίζει το εύρος των επιλογών μας, διότι δεν παύουμε να είμαστε ελεύθεροι, μας βάζει όρια και μέτρα επειδή εμείς το διαλέγουμε. Νικάμε το θέλημά μας και μέσα από την υπακοή στο θέλημα του Θεού δείχνουμε στο δαιμονικό πνεύμα ότι   υπάρχει αυτός ο δρόμος, τον οποίο αυτό δε θέλησε να ακολουθήσει, αλλά και στον εαυτό μας ότι μπορούμε, σε πείσμα των καιρών, να ακολουθήσουμε αυτό που αποφασίζουμε, να υπολογίσουμε τις συνέπειες της αντιφατικότητας και να κάνουμε όσα θεωρούμε σωστά, όσα λέμε, όσα εννοούμε, με σχέδιο. Με πειθαρχία στον εαυτό μας. Με επίγνωση του τι μπορούμε και τι όχι και με εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού που αναπληρώνει τα ελλείποντά μας.
       Οι καιροί μας επιβραβεύουν το ψέμα. Η αντιφατικότητα μας βγάζει ψεύτες. Καμαρώνουμε κάποτε γι’ αυτό ή δεν μας ενδιαφέρει, διότι έχουμε και θρασύτητα. Το να πέφτουμε στη φωτιά και στο νερό ταυτόχρονα δεν είναι πρόβλημα για μας, αρκεί να κάνουμε το θέλημά μας και μάλιστα, αυτό της στιγμής. Είτε το κατανοούμε είτε όχι, ουσιαστικά είμαστε παραδομένοι στον τρόπο του δαιμονικού πνεύματος. Ο Χριστός όμως  είναι η αλήθεια.  Είναι η ίαση της αντιφατικής ψυχής. Είναι Αυτός που εκδιώκει το κακό και μας δίνει πορεία χαράς και νοήματος που διαρκούν. Η δική μας συνεισφορά είναι η πίστη, η προσευχή, η νηστεία, για να μπορούμε να έχουμε ισχυρή βούληση, να θέλουμε και να παλεύουμε! . Ακόμη κι αν μειοψηφούμε στον κόσμο της αντίφασης, ακόμη κι αν αισθανόμαστε ότι το ψέμα μάς εμπαίζει και οι άλλοι δεν μας δίνουν περιθώρια σταθερότητας στις σχέσεις μαζί τους, εμείς ας επιμείνουμε. Ας μην ανήκουμε στην άπιστη και διεφθαρμένη γενιά, αλλά σ’ αυτήν του Κυρίου Ιησού. Την μεταμορφωμένη και αναστημένη!


Κέρκυρα, 13 Αυγούστου 2017

8/9/17

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

     
 Έντονη είναι η συζήτηση το τελευταίο διάστημα για τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, προκειμένου να βρούνε εργασία και αξιοπρέπεια. Η Ελλάδα των μνημονίων διώχνει τα παιδιά της και οι πολιτικοί φαίνεται ότι θεωρούν αναπόφευκτη αυτή την εξέλιξη, με αποτέλεσμα απλώς να περιγράφουν το πρόβλημα και να μην προτείνουν ούτε να εφαρμόζουν ουσιαστικές λύσεις. Βρισκόμαστε, έτσι κι αλλιώς, σε μία εποχή παθητικότητας. Παρακολουθούμε τα γεγονότα αδιάφορα. Όταν βλέπουμε μορφωμένους νέους, πτυχιούχους, κάποτε με ειδίκευση, να αισθάνονται ότι το μέλλον τους δεν βρίσκεται στην πατρίδα μας, αλλά στο εξωτερικό, και δεν αντιδρούμε, όχι με αφορισμούς και αποδοκιμασίες, αλλά με συσστράτευση, σχεδιασμό και συγκεκριμένες πολιτικές, τότε η απραξία οδηγεί σε μαρασμό. Η ανθρώπινη ποιότητα εξωθείται σε φυγή. Το μέλλον της πατρίδας μας διαγράφεται δυσοίωνο.
                Ας μην ξεχνούμε ότι το όραμα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής αποτελεί σημείο κλειδί για τον άνθρωπο. Δεν είναι μόνο ο καιρός της κρίσης, που εξελίσσεται σε γενικευμένη παρακμή, αυτός που οδηγεί στην ιδέα της φυγής. Είναι και το Διαδίκτυο, η επαφή με τα ξένα πανεπιστήμια μέσω της κινητικότητας των φοιτητών, είναι η αίσθηση της συνολικής απαξίωσης στην καλλιέργεια του νου, στην γνώση και την εξειδίκευση, η πρόταξη του διορισμού στο δημόσιο  ως της μόνης λύσης για μια σχετική αξιοπρέπεια, η αίσθηση ότι ακόμη κι αν αγαπά ο νέος ένα αντικείμενο, δε θα μπορέσει να το υπηρετήσει. Έτσι, οι νέοι οδηγούνται στο δρόμο της φυγής, με την ελπίδα ότι στο εξωτερικό θα ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι, ασχέτως αν και εκεί θα τους εκμεταλλευτούν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες.
                Ζούμε σε μία κοινωνία με νοοτροπία αυτοκαταστροφής. Ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία η εργασία έχει ταυτιστεί εκ των προτέρων με την απαίτηση για «πολλά χρήματα». Δεν είναι κακή η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δυνατότητές μας, αλλά συχνά υπάρχει και μία μορφή οίησης.  Παρασυρμένοι από τον θόρυβο, αυτο-υποβαλλόμαστε ότι δε θα πετύχουμε, παρότι το αξίζουμε. Δεν αισθανόμαστε χαρούμενοι διότι μας δίδεται η ευκαιρία να κοπιάσουμε, να αγωνιστούμε. Γιατί να είναι βέβαιο πως ό,τι ισχύει για τους πολλούς, κατ’ ανάγκην θα ισχύσει για μας; Κανείς δεν έχει κερδίσει, χωρίς να κοπιάσει. Κυρίως, χωρίς να έχει αυτό το αίσθημα της ταπείνωσης που συνοδεύει τους αληθινά δημιουργικούς ανθρώπους. Αυτούς που γνωρίζουν ότι δεν εξαρτώνται όλα από τους ίδιους. Ότι υπάρχει η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, ο Οποίος προνοεί με αγάπη για τον καθένα μας και τελικά δίνει κατά το καλό μας!
                Αυτή η προσδοκία της πίστης δεν δικαιολογεί βεβαίως την αυτο-καταστροφικότητα ή την ανάγκη η πολιτεία να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να δείξει ότι νοιάζεται τους νέους.  Ας επιβραβευθεί ο κόπος, ας μείνουν οι νέοι έξω από το κομματικό παιχνίδι, ας αναλάβουν πρωτοβουλίες όσοι έχουν ιθύνουσα θέση για να δοθούν περισσότερα κίνητρα στους νέους. Οι νέοι δεν είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν παθητικά να βρούνε ευκαιρίες στη ζωή τους. Όμως και το να ξεκινήσει κάποιος από τα λίγα, με τιμιότητα και κόπο, δεν είναι ντροπή.
Η παρακμή στην οποία έχουμε εισέλθει, απαιτεί πρωτοβουλίες. Χρειάζεται όμως και ο καθένας μας να ξαναβρεί την ελπίδα η οποία πηγάζει μέσα από τη σχέση με τον Θεό. Τον μυστικό δρόμο της προσευχής  που ενδυναμώνει αληθινά!      

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 9 Αυγούστου 2017

8/5/17

ΜΗΔΕΝΙ ΕΙΠΗΤΕ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΕΩΣ ΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΝΑΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ

         Ένα από τα κορυφαία γεγονότα στην επίγεια ζωή του Χριστού είναι η Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ, ενώπιον των τριών μαθητών Του, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννη, αλλά και η συνομιλία Του με τους δύο προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωυσή και τον Ηλία. Κατά την Μεταμόρφωση οι μαθητές είδαν το πρόσωπο του Χριστού να λάμπει όπως ο ήλιος και τα ενδύματά Του να γίνονται άσπρα σαν το φως (Ματθ. 17, 2). Ο Χριστός φανέρωσε την δόξα Του στους μαθητές Του, κατά το μέτρο που εκείνοι μπορούσαν να την αντιληφθούν, να την κατανοήσουν, να την βιώσουν. Και έγιναν μάρτυρες και της Θεοφάνειας, της παρουσίας δηλαδή της Αγίας Τριάδος. Είδαν νεφέλη φωτεινή και άκουσαν τη φωνή του Θεού Πατρός να λέει: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. Αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5). Προγεύτηκαν τη δόξα του Παραδείσου. Πήραν το μήνυμα πως τα πάθη, ο Σταυρός, ο θάνατος, η Ταφή, όσα δηλαδή θα απογύμνωναν τον Χριστό από τη δόξα των θαυμάτων, από το βάθος της διδασκαλίας, από την ελπίδα της ζωής που έδινε στους ανθρώπους  θα ήταν πρόσκαιρα φαινόμενα. Γι’  αυτό και ο Χριστός τους επισημαίνει:  «μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή» (Ματθ. 17, 9). «Μην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, ώσπου να αναστηθεί ο Υιός του Ανθρώπου από τους νεκρούς».
       Στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό συνήθως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Οι άνθρωποι ζητούμε σημεία. Θέλουμε αποδείξεις ότι ο Θεός υπάρχει. Ακόμη κι αν είμαστε κοντά Του, ακόμη κι αν ζούμε με τον τρόπο της Εκκλησίας, μέσα μας υπάρχει αυτό το «καθώς ηδύναντο»  των μαθητών. Προσευχόμαστε και περιμένουμε από τον Θεό να ακούσει την προσευχή μας. Ζητάμε ζωή και ελπίδα και περιμένουμε με κάποιον τρόπο ο Θεός γρήγορα να μας τα προσφέρει. Θέλουμε ενίσχυση να αντέξουμε τον κόπο και τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων και αγωνιούμε όταν οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλουμε και ο Θεός δε φαίνεται να ακούει τη φωνή μας και να τους οδηγεί διά του φωτισμού του στη συμπεριφορά που εμείς έχουμε επιλέξει να είναι η καλύτερη. Ζητούμε ουσιαστικά από τον Θεό να δεσμεύσει την ελευθερία των ανθρώπων και να γίνουν όπως εμείς τους θέλουμε. Θέλουμε έναν Θεό Δυνατό, Ισχυρό, Εξουσιαστή, που δε θα νικιέται από τα πάθη και την ισχύ των ανθρώπων. Γι’  αυτό και μας φαίνεται ακατανόητη η ταπείνωση του Θεού. Περιμένουμε την δόξα του και σ’  αυτή στηριζόμαστε, για να αισθανόμαστε κι εμείς δοξασμένοι, όντας πιστοί Του.
          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται αυτό που ο Θεός μας προσφέρει. Χαραμάδες δόξας, όχι όμως την υπερηφάνεια ότι είμαστε ικανοί να μετέχουμε από μόνοι μας σ’  αυτήν. Όχι καύχηση γι’  αυτό που βλέπουμε και πιστεύουμε, αλλά επίγνωση ότι η πνευματική ζωή κρύβει τις δυσκολίες του σταυρού και εκείνος είναι το καύχημά μας. Πιστεύουμε και περιμένουμε. Αφήνουμε τον Θεό να καθορίσει τον χρόνο που θα μας ωφελήσει να λάβουμε τα στοιχεία της παρουσίας Του. Εργαζόμαστε πνευματικά και ασκητικά, ανεβαίνοντας στο όρος Θαβώρ, δηλαδή απομακρυνόμενοι από τον θόρυβο του κόσμου και της εξωστρέφειας, και όντας έτοιμοι να χαρούμε τη βεβαιότητα της ανάστασης, ακόμη και μέσα στην προσδοκία της υπομονής. Προσευχόμαστε, μελετούμε, ησυχάζουμε, αφήνουμε κατά μέρος τις επιθέσεις του θελήματος, τόσο του δικού μας, όσο και των άλλων, και διαλέγουμε την αγάπη.
          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται ο πειρασμός που οι χριστιανοί αντιμετωπίζουμε. Οι άλλοι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν το όραμα που ο Χριστός μας δίνει. Συχνά «μηδείς». Αυτό δεν πρέπει να μας απογοητεύει. Αντίθετα, χρειάζεται να τονώνει μέσα το αίσθημα ότι η πίστη είναι δρόμος πρωτίστως μοναχικός. Έχει να κάνει με την απόφασή μας να αναζητήσουμε τον Θεό «κατά μόνας». Να βρούμε τη χριστιανική μας ταυτότητα ψάχνοντας για απαντήσεις στα υπαρξιακά, αλλά και στα άλλα ερωτήματα της ζωής. Να κατανοήσουμε ότι το όραμα της πίστης είναι η μεταμόρφωση της καρδιάς, αλλά και του προσώπου μας, η εμπειρία της αγιότητας, η δύναμη της αγάπης, που δεν μπορεί να ερμηνεύσει την κακία του κόσμου, αλλά μπορεί να την απαλύνει. Και μεταμορφωμένη καρδιά σημαίνει αυτή που εμπιστεύεται τον Χριστό. Διότι Εκείνος είναι ο παντοτινός μας ακόλουθος. Αυτός που μεταμορφώνει τα βήματά μας από το «φαίνεσθαι» στο «είναι». Και μας δίνει το κουράγιο, ώστε αυτό που κρύβεται στην ψυχή μας, να μας γεμίζει χαρά και να αντανακλάται σε όποιον μπορεί να το προσεγγίσει, χωρίς να μας αποκαρδιώνουν η αδιαφορία, η άρνηση, η απόρριψη.
        «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Η πνευματική ζωή είναι στηριγμένη στη δύναμη της λαλούσης σιωπής. Οι άνθρωποι μιλούμε πολύ. Φωνάζουμε. Απαιτούμε την επικοινωνία. Χρησιμοποιούμε κάθε μέσο προκειμένου να καταστήσουμε το πρόσωπό μας επίκεντρο του κόσμου μας.  Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε, αισθανόμαστε δυστυχείς. Μοναχικοί. Μελαγχολικοί. Η πνευματική ζωή όμως μιλά και διά της σιωπής. Αυτή γνωρίζει να μας κάνει να βλέπουμε τα πάθη μας και τα λάθη μας. Να προσευχόμαστε εξ όλης της καρδίας μας προς Αυτόν που μας ανεβάζει εκ γης προς ουρανόν. Να σκεφτόμαστε και να κάνουμε την αυτοκριτική μας.  Η πνευματική ζωή είναι η οδός της αυτογνωσίας, που δεν μπορεί όμως να έρθει στον θόρυβο και την κενότητα του λόγου. Στην απάντηση που θα μας αυτοδικαιώσει. Δεν είναι μόνο καιρός του λαλείν. Είναι και καιρός του σιγάν. Και αν δεν έρθει το δεύτερο, το πρώτο συχνά οδηγείται στη ρηχότητα της κατάκρισης, της φιλαυτίας, της αυτοθέωσης.
         Η εορτή της Μεταμόρφωσης μας δείχνει ότι στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο τα πράγματα δεν είναι μόνο όπως φαίνονται. Ότι υπάρχει η δόξα της αλλαγής, που ξεκινά από τον εαυτό μας και γι’  αυτό είμαστε υπεύθυνοι. Να προχωρήσουμε σύμφωνα με την οδό του σταυρού, της ταπείνωσης, της εμπιστοσύνης στον χρόνο που ο Θεός καθορίζει να λάβουμε εκείνο που ο Ίδιος γνωρίζει ότι μας χρειάζεται πραγματικά. Να καταλάβουμε ότι σημασία έχει η αλήθεια, ακόμη κι αν μηδείς την αντιλαμβάνεται και να μη φοβηθούμε τη μοναχικότητά μας. Να ζήσουμε και την οδό της σιωπής, η οποία προετοιμάζει για τον αυθεντικό λόγο της αγάπης, της ελπίδας, της παρηγορίας, τον λόγο της πίστης που χωρίς να αρνείται τη χαρά του κόσμου και της ζωής, μεταμορφώνει το πρόσκαιρο σε αιώνιο. Διότι αρνείται την αμαρτία του αυτοθεωμένου και επιλέγει την κοινωνία του προσφερόμενου «εγώ», δηλαδή την εμπιστοσύνη σ’  Αυτόν που βλέπει και παρέχει την ανάσταση!
                Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που πορεύεται μεταμορφωτικά και διδάσκει την Θεοφάνεια σε έναν κόσμο που απαιτεί αποδείξεις και σημεία. Που δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει Θαβώρ. Που δεν αντέχει τον άλλο, όταν δεν είναι υπηρέτης του δικού μας θελήματος. Που φωνάζει, γιατί φοβάται να αντικρίσει τον αληθινό του εαυτό. Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που διά της αγιότητας, της άλλοτε λαλούσης και της άλλοτε σιωπώσης, θα υπερβεί την νοοτροπία της υλικότητας και θα οδηγήσει στην οδό της πνευματικότητας. Αυτής που οδηγεί τον άνθρωπο από το «φαίνεσθαι»  στο «είναι», στην μετοχή στις θείες ενέργειες. Στη δόξα που νικά τον θάνατο!

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2017
                

8/3/17

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ


               Το να κάνει κάποιος κηρύγματα στους νέους για τη σημασία της ανάγνωσης βιβλίων, ιδίως την περίοδο των διακοπών, φαίνεται μάταιος κόπος. Η δύναμη της τεχνολογίας, με όπλο της την εικόνα του κινητού και του υπολογιστή, με την ταχύτητα, την παραστατικότητα, την αμεσότητα και την ευκολία, δεν επιτρέπει στους πολλούς να κατανοήσουν τι χάνουν όταν δε διαβάζουν  όχι από υποχρέωση, αλλά από επιλογή και προς ψυχαγωγία. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο καθιστά την μελέτη αγγαρεία ή μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, της εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, ή  κίνητρο για να βρει ο νέος εργασία όταν τελειώσει τις σπουδές του, απομακρύνει την επαφή με ό,τι δεν έχει παραγωγικό αποτέλεσμα. Έτσι η λογοτεχνία, η ψυχολογία, η φιλοσοφία, η πνευματική παράδοση της πίστης μας δεν είναι εύκολο να προσεγγισθούν από τους νεώτερους. Μένουν μόνο όσοι βρίσκουν φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι διαβάζουν και μεταφέρουν την εμπειρία και το περιεχόμενο της ανάγνωσης   είτε μέσω του Διαδικτύου είτε μέσω της παρέας και της προσωπικής σχέσης με τους νέους. Κι εκεί όμως απουσιάζει το κύριο προσόν που απαιτείται για όποιον θέλει να διαβάσει: η υπομονή.
               Δεν είναι μόνο στοιχείο της νεανικής ιδιοσυγκρασίας η ανυπομονησία. Έχει να κάνει με τον τρόπο των καιρών μας. Η υπομονή απαιτεί χρόνο, απομάκρυνση από τους περισπασμούς, απόρριψη της ευκολίας ως του μοναδικού δρόμου για απόλαυση. Η υπομονή θέλει εσωτερίκευση στόχου. Σήμερα ζητά θάρρος, για να πάει κόντρα στον δρόμο και τον τρόπο των πολλών αυτός που θέλει να δει τη ζωή του διαφορετικά. Αν για τους μεγαλύτερους η υπομονή έχει συνδεθεί με την παθητικότητα, ότι δεν κάνουμε τίποτα αλλά περιμένουμε μπροστά στις περιστάσεις, ανάλογα γίνεται και με τους νέους. Όποιος επιλέγει την οδό της ανάγνωσης, φαντάζει στα μάτια των συνομηλίκων του, κάποτε και του εαυτού του, ως κάποιος που δεν γνωρίζει να αρπάζει τη ζωή «εδώ και τώρα».
            Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου όμως δεν είναι παθητική διαδικασία. Προϋποθέτει μετοχή του αναγνώστη τόσο στο στοχασμό του συγγραφέα, όσο και στην περιπέτεια της μελέτης. Είναι συναρπαστικό να προσπαθεί κάποιος να κωδικοποιήσει με τον λόγο του τη σκέψη του και εξίσου συναρπαστικό κάποιος άλλος να αποκωδικοποιήσει λόγο και σκέψη, να κρίνει, να αποδεχθεί, να απορρίψει, να προσαρμόσει, να διαμορφώσει τελικά τον ίδιο του τον εαυτό παίρνοντας θέση πάνω στο περιεχόμενο  των όσων διαβάζει. Διότι η ίδια η ανάγνωση, ιδίως όταν γίνεται με κέφι,  αποτελεί ταξίδι δημιουργικότητας, μέσα από το οποίο ο καθένας ανακαλύπτει όψεις του «είναι» του.
         Στις περιόδους των διακοπών οι εκδοτικοί οίκοι κυκλοφορούν διαφημιστικά έντυπα με τις προτάσεις τους. Συνήθως επιλέγουν ευπώλητα και εύπεπτα βιβλία. Αστυνομικές και αισθηματικές ιστορίες, με γοργή πλοκή, περιπέτειες, μυστικά που αποκαλύπτονται, όχι όμως βιβλία τα οποία καλλιεργούν γλώσσα, σκέψη, συναισθηματικό κόσμο. Όχι τόσο βιβλία τα οποία προσπαθούν να απαντήσουν στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής, και συνήθως ούτε βιβλία τα οποία μας κάνουν να μελετούμε την Ιστορία, για να μην ξεχνούμε.  Μέλημά τους η παραλία. Κι έτσι μας οδηγούν, αν τους ακολουθήσουμε, στο να αντιγράφουμε τον τρόπο ζωής του χειμώνα. Ταχύτητα, ευκολία, ρηχότητα.
      Ας προσπαθήσουμε οι μεγαλύτεροι να δώσουμε στους νεώτερους παράδειγμα ποιότητας, διαβάζοντας βιβλία που ανοίγουν τον νου, για να παρακινήσουμε προς το υγιές!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 2 Αυγούστου 2017

7/29/17

ΕΦΑΓΟΝ ΠΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΧΟΡΤΑΣΘΗΣΑΝ


      Ένα από τα πιο γνωστά και ξεχωριστά θαύματα του Χριστού είναι αυτό του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, διά των οποίων «έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν» (   Ματθ.  14, 20), δηλαδή έφαγαν περί τους πέντε χιλιάδες άνδρες, ξεχωριστά οι γυναίκες και τα παιδιά, χόρτασαν όλοι και περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα, όσες και οι φυλές του Ισραήλ. Αφθονία αγάπης δείχνει το θαύμα αυτό. Παντοδυναμία Θεού. Έγνοια του Χριστού και για την υλική ζωή μας. Ανταμοιβή στους χιλιάδες ανθρώπους που  συγκεντρώθηκαν για να Τον ακούσουν. Απάντηση στον ορθολογισμό των μαθητών οι οποίοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι η λιγοστή τροφή που είχαν για την συντροφιά του Κυρίου θα μπορούσε να χορτάσει το πλήθος. Και την ίδια στιγμή μία υπόμνηση του Χριστού για το ποιο είναι το αυθεντικό μήνυμα του Ευαγγελίου και ποιος πρέπει να είναι ο τρόπος πορείας και μαρτυρίας της Εκκλησίας σε κάθε εποχή.  
                «Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Ο Χριστός χορταίνει όλους όσους Τον ακολουθούν. Το Ευαγγέλιο έχει πτυχές που μπορούν να αγγίξουν και την πιο δύσκολη καρδιά. Σε άλλους μιλά με τον νου. Σε άλλους με την καρδιά. Σε άλλους μιλά για το σήμερα. Σε άλλους για την αιωνιότητα. Άλλοι βρίσκουν την αγάπη. Άλλοι τη δικαιοσύνη Άλλοι την υπόσχεση της ανταμοιβής. Άλλοι την παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής. Άλλοι την υπέρβαση της μοναξιάς. Άλλοι εκείνο το ελάχιστο φως που μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους. Άλλοι έναν συνολικό τρόπο σκέψης, ζωής, δράσης που μεταμορφώνει την ύπαρξη. Άλλοι μια αχτίδα ελπίδας, έστω και για λίγο. Όλοι όμως χορταίνουν από αυτό. «Είναι πολύ το λίγο» (Στ. Σπανουδάκης). Αρκεί να Τον ακολουθήσουν στην έρημο. Να αποφασίσουν να φύγουν από την καθημερινότητά τους, από τα προγράμματα, τον τρόπο ζωής, την επίδραση του πολιτισμού. Γιατί για να χορτάσουμε από τον Χριστό, χρειάζεται να πεινάσουμε για αλήθεια. Για αγάπη. Για ελπίδα. Για αιωνιότητα. Για ένα άλλο νόημα. Και να το δείξουμε, αφήνοντας κατά μέρος, έστω και για λίγο, το βόλεμα και την συνήθεια.
                « Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Στον Χριστό βρίσκουμε το ανέφικτο και το ακατόρθωτο. Την υπέρβαση του ορθολογισμού. Το να γίνεται πράξη κατά θαυμαστό τρόπο αυτό που όλοι με τον νου και την σκέψη μας λέμε: «δεν γίνεται». Γιατί ο Χριστός μεταμορφώνει την ύπαρξή μας καρδιακά. Της δίνει έναν άλλο φωτισμό, ένα άλλο σκεπτικό. Και δεν είναι απών. Δεν μας εγκαταλείπει. Είναι παρών στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο οποίο όλοι τρώνε και χορταίνουν Θεό. Από το μικρό ψιχίο και τη στάλα του οίνου χορταίνουν Σώμα και Αίμα Κυρίου. Και λαμβάνουν άφεση αμαρτιών. Και αποκτούν περίσσεια ζωής, διότι η χαρά και η αγάπη γίνεται κοινωνία προσώπων. Δεν αισθανόμαστε εγκλωβισμένοι στον εαυτό μας, αλλά ξεκινάμε να μοιραστούμε ό,τι πήραμε, αφού αξιωνόμαστε να γευτούμε την αγιότητα και να την προσφέρουμε ακόμη και σ’  αυτούς που δεν την γνωρίζουν. Όχι απλώς με το να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αλλά με το να καταλαγιάσει η αγωνία για το νόημα της ζωής, για τον θάνατο που μας περιμένει, για τα βιοτικά και να αντικατασταθούν όλα από το φως της αναστάσιμης πορείας, της μεταμορφωμένης καρδιάς. Ο χριστιανός που έχει φάει και έχει χορτάσει Χριστό την ώρα της Ευχαριστίας δεν μένει σε ό,τι τον χωρίζει από τον πλησίον και τον κόσμο, αλλά παλεύει για να μοιραστεί ό,τι τον ενώνει. Το νόημα που δίνει το Ευαγγέλιο. Και εδώ είναι το ανέφικτο. Είναι η βίωση μιας πορείας προς την ευτυχία, μόνο που αυτή δεν περιορίζεται στα αγαθά, στην δόξα, στη δικαίωση, αλλά απλώνεται στην ομορφιά που η αγάπη προσδίδει!
                «Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Δεν είναι για λίγους αυτό το θαύμα της πίστης και της ζωής με τον Χριστό, αλλά για όλους. Δεν περιορίζεται στους εκλεκτούς, αλλά είναι μία συνεχής πρόσκληση προς όλους. Δίκαιους και αμαρτωλούς. Ευχαριστημένους και πονεμένους. Ένδοξους και ταπεινούς. Πλούσιους και φτωχούς. Και δεν είναι απλώς θαύμα χορτασμού υλικού. Είναι θαύμα συνάντησης όλων στην Εκκλησία, αρκεί να είναι έτοιμοι να καθίσουν στο χορτάρι της απλότητας και της αγάπης. Όχι ως άνθρωποι επώνυμοι, με χαρίσματα, με απαιτήσεις, με όνειρα, οραματισμούς, αλλά ως απλοί πιστοί. Εκείνοι που νιώθουν ότι ο Χριστός είναι το παν στη ζωή τους και ότι το όνομα «χριστιανός» της δίνει νόημα. Κουραστήκαμε να διακρίνουμε τους εαυτούς μας από τους άλλους. Να απαιτούμε πρωτοκαθεδρίες. Να ζητούμε να μας αναγνωριστεί το ποιοι είμαστε. Το νόημα βρίσκεται στην απλότητα και την χαρά της πίστης και στο να είμαστε ένα με Αυτόν που έγινε για μας άνθρωπος. Δεν είναι η υλική τροφή που μας ενώνει μόνο. Είναι Εκείνος που δίνει νέα ταυτότητα στον καθέναν μας. Την αναφαίρετη ιδιότητα του να είμαστε παιδιά Του.
                Σε έναν κόσμο που απαιτεί από την Εκκλησία την υλικότητα, το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων δείχνει ότι αρκεί να ακολουθήσουμε τον Χριστό και θα χορτάσουμε στην καρδιά μας νόημα, ελπίδα, ζωή. Και η αγάπη θα μας κάνει να μοιραστούμε το λίγο ή το πολύ, το υλικό και το πνευματικό, το χαμόγελο και την αγκαλιά, αλλά και την θέρμη της καρδιάς με τους συνοδοιπόρους μας στην Εκκλησία. Μ’  αυτούς που βγαίνουν από το βόλεμα και αναζητούν στο Ευαγγέλιο την καινούργια αρχή. Και ο Χριστός είναι πάντοτε παρών!


Κέρκυρα, 30 Ιουλίου 2017