8/25/16

ΩΣ ΤΕΚΝΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΤΑ ΝΟΥΘΕΤΩ



          Ο σύγχρονος άνθρωπος, επιθυμώντας την ελευθερία του, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων που έχει απεμπολήσει είναι και αυτή του παιδιού. Το παιδί δεν είναι αυτόνομο. Είναι εξαρτημένο από την αγάπη των γονέων του και κρεμασμένο από την αγκαλιά τους. Το παιδί δεν αποφασίζει για τον εαυτό του, αλλά ζητά  τη γνώμη των γονέων του. Το παιδί, ακόμη κι αν έχει διαφορετική άποψη για πράγματα και καταστάσεις της ζωής του, οφείλει να συζητά και να βρίσκει από κοινού λύσεις με τους γονείς του. Συχνά οι γονείς έχουν από το παιδί τους την απαίτηση της απόλυτης υπακοής. Φοβούνται την ελευθερία του παιδιού και δεν του τη δίνουν από καρδιάς, όταν εκείνο τη ζητεί ή δεν του τη δίνουν καθόλου. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, θέλοντας να είναι ελεύθερος, απορρίπτει την ιδιότητα του παιδιού και ό,τι του την θυμίζει, όχι μόνο τη γονεϊκή στάση έναντί του, αλλά και οποιαδήποτε αυθεντία μοιάζει να του περιορίζει την ελευθερία, τον Θεό, το κράτος, τους δασκάλους, τη διανόηση. Απόλυτο κριτήριο το  «εγώ» του. Και το υπερτροφικό εγώ δείχνει μία ύπαρξη η οποία θέλει να αποφασίζει για τα πάντα με γνώμονα τα δικά της κριτήρια και την ίδια στιγμή να αδιαφορεί ή και να απορρίπτει όλους τους λόγους για τους οποίους κάποιος άλλος θα μπορούσε να την νουθετήσει. Ακόμη και την αγάπη.
       Παραδομένος σε μία ψυχολογικοποιημένη  ερμηνεία των σχέσεων ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται ότι η όποια παράδοσή του στην ιδιότητα του παιδιού του στερεί την προσωπικότητά του. Το παράδοξο είναι ότι έχει μεταφέρει αυτή τη λογική και στη σχέση με τα δικά του παιδιά. Προσπαθώντας να μην περιορίσει την ελευθερία του «εγώ» τους, δε βάζει κανένα όριο στη συμπεριφορά τους, στα δεδομένα τους, στις προοπτικές τους, με αποτέλεσμα και εκείνα να μην αισθάνονται παιδιά, αλλά να ζητούν και να θέλουν ως ανεξάρτητοι άνθρωποι, κάτι όμως που υπερβαίνει τη φυσικότητα του χρόνου. Από τη φύση μας είμαστε προορισμένοι να είμαστε παιδιά, πριν μεγαλώσουμε. Να έχουμε την ανάγκη των μεγάλων. Και η ανάγκη δεν είναι μόνο ο δρόμος της επιβίωσης. Είναι συναισθηματική. Είναι σχεσιακή. Είναι διδακτική. Είναι κυρίως η ανάγκη της αγάπης. Και ο άνθρωπος δεν πρέπει να μεγαλώνει πρόωρα. Να χάνει την παιδικότητά του όταν δεν είναι καιρός. Γιατί κάτι τέτοιο μαρτυρεί μία βίαιη απόπειρα ωρίμασης, η οποία όμως αν δε γίνει στην ώρα που ταιριάζει στον καθένα, επιφέρει μεγάλες δυσκολίες.
         Βέβαια το σύστημα της εποχής μας, κυρίως το πολιτιστικό και το ιδεοληπτικό, επευλογεί την απεμπόληση της παιδικότητας. Ζητά  ελεύθερους ανθρώπους και επικροτεί την ισοπέδωση των αξιών η οποία συνοδεύει την αποκαθήλωση του πατρικού και γονεϊκού προτύπου. Δεν υπάρχουν αυθεντίες για το σύστημα της εποχής. Και κάθε φορά που οι νέοι αλλά και γενικότερα οι άνθρωποι χτυπούνε τους θεσμούς, θεωρούνται δυναμικοί και απελευθερωμένοι. Ιδίως όταν απορρίπτουν τη θρησκεία και τον Θεό, βρίσκουν ευήκοα ώτα στο σύστημα. Η ιδιότητα του Θεού ως Πατέρα ενοχλεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Διότι ο Θεός ως Πατέρας αγαπά. Και προτείνει, δια του Ευαγγελίου, ό,τι μπορεί να δώσει νόημα και προσανατολισμό στη ζωή των παιδιών Του, αλλά έτσι αυτά αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν τον δρόμο αυτό και αυτό αντίκειται στο δικό τους θέλω.
          Όμως ο Θεός δεν παύει να είναι Πατέρας. Δεν είναι μόνο ότι μας  δημιούργησε. Είναι και ότι μας αναγέννησε στο πρόσωπο του Υιού Του. Και η εκ νέου γέννησή μας περιλαμβάνει το Βάπτισμα, τον Σταυρό και την Ανάσταση. Το Βάπτισμα δεν είναι μόνο το μυστήριο της κολυμβήθρας. Είναι το βάπτισμα της μετανοίας, δηλαδή του αναπροσανατολισμού της ζωής μας. Είναι το βάπτισμα  στο αίμα της θυσίας, που έχει να κάνει με τον αγώνα για παραίτηση από ό,τι δικαιούμαστε, από ό,τι μας ευχαριστεί αλλά διαλύει τη σχέση μας με τους άλλους, από ό,τι δεν μας επιτρέπει να ζούμε με ελεύθερη από πάθη καρδιά. Ο Σταυρός είναι θάνατος. Θάνατος του θελήματός μας. Θάνατος της επιθυμίας να ζούμε χωρίς Θεό. Θάνατος της αίσθησης ότι το να είσαι παιδί σημαίνει ανωριμότητα και καθήλωση και επιλογή της ζωής της υιότητας που πηγάζει από την αγάπη. Γιατί στη σχέση μας με τον Χριστό το να είσαι παιδί Του σημαίνει όχι να μην εργάζεσαι για τίποτε, αλλά να μη σε καταβάλλει το άγχος. Σημαίνει όχι το να μην έχεις άποψη, αλλά να θέλεις η άποψή σου να στηρίζεται στο Ευαγγέλιο Του  και να Τον εμπιστεύεσαι στη χαρά και τη λύπη. Έχοντας σχέση υιότητας με τον Χριστό αφήνουμε κάθε φόβο μας να πεθάνει. Ακόμη και τον φόβο του θανάτου.  Η Ανάσταση είναι η χαρά της υιοθεσίας. Η Ανάσταση είναι η βεβαιότητα της καινής κτίσης, η οποία μας συμπεριλαμβάνει. Είναι η δοξολογία και η ευχαριστία ακόμη και για τα δύσκολα. Είναι η αφιέρωση στο να μοιραστούμε με τους άλλους την εμπιστοσύνη στο θέλημά Του και την ίδια στιγμή η έξοδος από την αίσθηση ότι μόνο αν δικαιωθούμε έχει νόημα η ζωή μας. Ανάσταση είναι η εκ της καρδίας συγχώρεση. Όχι με την αυταρέσκεια της δικαίωσης, αλλά με την χάρη της αγάπης και της ταπείνωσης. Βάπτισμα, Σταυρός και Ανάσταση είναι η αληθινή ελευθερία!
       Στην Εκκλησία βρίσκουμε τη ζωή της υιότητας. Στην Εκκλησία ο Θεός είναι Πατέρας. Και οι νουθεσίες που ακούμε από αυτούς που θέλουν να είναι γνήσιοι πνευματικοί πατέρες, αποτελούν στοιχείο της υιϊκής ζωής. Γιατί αποσκοπούν στην ελευθερία μας. Ο πνευματικός πατέρας είναι αυθεντικός αναγεννητής εν Χριστώ του ανθρώπου, όταν μιλά και διδάσκει με τη δική του ζωή το Βάπτισμα, τον Σταυρό, την Ανάσταση. Την οδό της Εκκλησίας δηλαδή. Όταν δεν αποσκοπεί στη θεραπεία των δικών του αναγκών ούτε στην οπαδοποίηση, αλλά διδάσκει Χριστό. Και ακόμη κι αν δε βρίσκει ανταπόκριση ο δρόμος και ο τρόπος του, εκείνος δεν παύει να νουθετεί, να προσεύχεται, να προχωρεί κατά Θεόν. Και είναι μοναδική αυτή η σχέση, διότι ο πατέρας μία φορά γεννά τα παιδιά του. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου, που γράφει στους Κορινθίους: «ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας . εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α’ Κορ. 4, 14-15). «Σας συμβουλεύω όπως ο πατέρας τα αγαπημένα του παιδιά. Γιατί κι αν ακόμη έχετε χιλιάδες δασκάλους στη ζωή σας με τον Χριστό, δεν έχετε πολλούς πατέρες αλλά μόνο έναν. Στη σωτήριο οικονομία του Ιησού Χριστού, εγώ σαν πατέρας σας γέννησα με το κήρυγμα του Ευαγγελίου».   
Και αυτή είναι η πραγματική ελευθερία. Όχι το να κάνεις το θέλημά σου, αλλά να αγαπάς και να προχωρείς πιο πέρα από αυτό. Να εμπιστεύεσαι τον Θεό, τη διδαχή και τη σχέση που οδηγεί στην αναγέννηση της καρδιάς, δηλαδή να βλέπεις τον Θεό ως Πατέρα σου και την ίδια στιγμή εκείνους που βοηθούν στην πορεία της υιότητας  ως συνεργούς στο έργο Του. Όχι ως αυθεντίες που θέλουν γκρέμισμα γιατί σου στερούν την ελευθερία. Αλλά ως ευλογημένες παρουσίες που δια της πατρικής φροντίδας αποσκοπούν στο να σε βοηθήσουν στην ελευθερία της αγιότητας. Κι εδώ υπάρχει η αγάπη. Η αυθεντική και διαρκής. Που οδηγεί σε μία ωρίμαση όχι βίαιη και συντριπτική της αληθινής ανάγκης για ελευθερία, αλλά ως συνοδοιπορία προς αυτήν.
Αυτός ο δρόμος δεν περιορίζεται μόνο στη θρησκευτική ζωή, αλλά έχει νόημα και στη σχέση των γονέων και των παιδιών, των θεσμών με τους πολίτες, των δασκάλων με τους μαθητές. Βάπτισμα, σταυρός και ανάσταση από την μία και πνεύμα υιότητας από την άλλη, αποτελούν τις προϋποθέσεις για γνήσια ελευθερία. Ας εξετάσουμε και ας σπουδάσουμε αυτήν την μοναδική οδό!

Κέρκυρα, 28 Αυγούστου 2016               

8/24/16

ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ



Τα τελευταία χρόνια, από τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας, οι νέοι μαθαίνουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αντίθετη στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εμφορούμενη δήθεν από φόβο για τη θέση της στη ζωή των υπόδουλων Ελλήνων και από πνεύμα υποταγής στους Τούρκους, αρνήθηκε την παιδεία, την επιστημονική πρόοδο, τον προσανατολισμό του υπόδουλου Γένους στον αγώνα για ελευθερία. Θα ήταν βέβαια αρκετό οι προκατειλημμένοι έναντι της πίστης συγγραφείς να διαβάσουν έναν κατάλογο με τους διαπρεπέστερους λογίους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αυτούς που έκαναν γνωστό στον υπόδουλο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους νέους τα επιτεύγματα τόσο της παιδείας όσο και των επιστημών, που ο Διαφωτισμός στην Ευρώπη έφερε. Οι περισσότεροι λόγιοι ήταν κληρικοί. Και τα ελληνικά σχολεία ιδρύονταν με γράμματα και άδεια του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχη.
Ξεχωριστή η μορφή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Έργο ζωής του η ίδρυση σχολείων. Το να μιλούν οι Έλληνες τα ελληνικά και να μην αφήνονται στην ευκολία της χρήσης της τουρκικής γλώσσας. Το να κρατήσουν τις πνευματικές ρίζες και την ταυτότητά τους. Την έγνοια για την ψυχή και τον Χριστό. Ήξερε ο Πατροκοσμάς ότι κρατώντας τη θρησκευτική πίστη παρέμεναν Έλληνες οι νέοι. Γιατί η θρησκευτική ταυτότητα ήταν το διαφοροποιητικό στοιχείο. Μόνο έτσι θα παρέμενε άσβηστη η δίψα για ελευθερία. Αν ο νέος έχανε την ψυχή του, θα έχανε οριστικά και την ελπίδα να διαχειρίζεται ο ίδιος τη ζωή του. Και ο νυν αιώνας θα έφευγε και η σωτηρία.
Διδάχος του Γένους ονομάστηκε ο Πατροκοσμάς. Επισφράγισε το παιδευτικό και αφυπνιστικό του έργο με την σταθερότητα στη χριστιανική πίστη, παρότι αυτή τον οδήγησε στο μαρτύριο. Και χωρίς να κάνει κήρυγμα για την επιστήμη και το άνοιγμα στους νέους ορίζοντες, διέσπειρε στο λαό κατά τις περιοδείες του μία βασική αρχή του Διαφωτισμού: την καθολικότητα της παιδείας. Οι αρνητές της προσφοράς της Εκκλησίας τον θεωρούν εξαίρεση, καθώς δεν μπορούν να τον διαγράψουν από το προσκήνιο. Όσοι όμως μπορούν να δούνε νηφαλιότερα, καταλαβαίνουν ότι τα διδάγματά του και ο τρόπος ζωής του έχουν μεγάλη αξία για τους σύγχρονους νέους.
Σε μία εποχή ανερμάτιστη, στην οποία συνθηκολογήσαμε με την αποδοχή μιας ταυτότητας που δεν ταιριάζει στις ρίζες μας και μας αλλοτριώνει, ο Πατροκοσμάς μας ξαναδείχνει τι σημαίνει να νιώθουμε ότι έχουμε ψυχή. Δηλαδή να βάζουμε ως προτεραιότητές μας την αγάπη και όχι τη χρησιμοθηρία. Την αλήθεια και όχι την υποκρισία. Τη θυσία και όχι το δικαίωμα. Το να μην αδικούμε. Το να ελπίζουμε στην αιωνιότητα και  να μην παραδιδόμαστε στο εφήμερο. Το να μη νικιόμαστε από τη γνώμη των άλλων.
Σε μια εποχή αδιαφορίας, αθεΐας και πρόκλησης ο Πατροκοσμάς μας δείχνει τι σημαίνει να πιστεύουμε στον Χριστό. Η πίστη δεν μας κάνει επιλογείς της απαιδευσίας, ούτε μας εγκλωβίζει στο παρελθόν. Μας αφήνει να ανοιχτούμε στο πρόσωπο του συνανθρώπου, προς τον οποίο θα έπρεπε να απευθύνεται ο τελικός σκοπός της γνώσης.  Είναι η μοναδική γνήσια οδός προς την ελευθερία της καρδιάς, που συνεπάγεται την ελευθερία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και χωρίς θρησκευτική ταυτότητα δε θα παραμείνουμε Έλληνες. Το ίδιο και χωρίς γλώσσα, όπως την περιθωριοποιούμε.
Ας βοηθήσουμε τα μηνύματα αυτά να αντισταθμίσουν την προκατάληψη που η πίστη συναντά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 24 Αυγούστου 2016

8/20/16

ΕΙ ΤΙΝΟΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΜΕΝΕΙ, Ο ΕΠΩΚΟΔΟΜΗΣΕ, ΜΙΣΘΟΝ ΛΗΨΕΤΑΙ




                Οι άνθρωποι επιθυμούμε τα έργα μας και οι κόποι μας να αναγνωρίζονται. Όσοι πιστεύουμε στον Θεό έχουμε την ελπίδα ότι ακόμη κι αν σ’  αυτή τη ζωή βρούμε αχαριστία ή αδιαφορία από τους συνανθρώπους μας, ο Θεός δε θα λησμονήσει τις προσπάθειές μας και θα μας δώσει την ανταπόδοση στην αιωνιότητα. Μπορεί ο λογισμός να μας κατατρώγει, αλλά καλλιεργούμαστε και στην υπομονή. Εκεί που δυσκολευόμαστε πάντως είναι όταν οι άνθρωποι αμφισβητούν τα έργα μας. Και κάνουμε αγώνα ώστε να τους πείσουμε για την αξία τους, για τον κόπο που έχουμε καταβάλει, για τη σημασία του να υπάρχει δικαιοσύνη στη ζωή και ό,τι αξίζει να γίνεται αποδεκτό. Κάποτε ο εγωισμός μας θίγεται και παραπονιόμαστε για τη στάση των άλλων. Μεταφέρουμε και τα παράπονά μας στον Θεό, στην προσευχή μας. Αισθανόμαστε δηλαδή αδικημένοι και ζητούμε προστασία ή μισθό.
                Αν για τα υλικά μας έργα, αν για τον τρόπο που φερόμαστε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, για την προσφορά μας στους άλλους, για τις δημιουργίες μας, για τα επιτεύγματά μας ζητάμε την αναγνώριση, θα είχε ενδιαφέρον ο προβληματισμός μας σχετικά με τα πνευματικά έργα, αυτά δηλαδή που αναφέρονται στη σχέση μας με τον Θεό.  Εκεί βλέπουμε ότι συνήθως υστερούμε. Ακόμη και αν λειτουργούμε φαρισαϊκά, αυτοδοξαστικά, κατανοούμε ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε τον Θεό ή να εκπληρώσουμε ακόμη και τα ελάχιστα. Είναι τα πάθη μας τα οποία μας κατατρώγουν, με αποτέλεσμα να αντιδρούμε, ανάλογα ο καθένας με τον χαρακτήρα του, ποικιλοτρόπως.
                Υπάρχουν αυτοί που μένουν στην επιφάνεια της συνήθειας στη σχέση με τον Θεό. Τους είναι αρκετή η εξωτερική τήρηση των εντολών, κατά την παράδοση, όπως έμαθαν. Η σχέση με τον Θεό έχει να κάνει με τη συμμετοχή στις γιορτές, με την τήρηση εθίμων, με ψήγματα πνευματικής ζωής, όπως είναι η νηστεία, με το να είμαστε «καλοί άνθρωποι». Επειδή αυτά σε γενικές γραμμές τηρούνται, ανεξαρτήτως πνευματικού βάθους, οι τηρητές μένουν ευχαριστημένοι. Μάλιστα, θεωρούν ότι απέναντι στον Θεό είναι «εντάξει». Κάποτε καθησυχάζουν και τη συνείδησή τους, όταν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με εκείνους που δεν έχουν καθόλου σχέση με τον Θεό και την εκκλησιαστική συνήθεια και παράδοση. Βέβαια, καταλαβαίνουν ότι δε φτάνουν αυτοί οι τρόποι για να νικήσουν τον θάνατο και έχουν ανησυχία κατά βάθος και φόβο. Ενώ προσδοκούν μισθό ανταπόδοσης από τον ουρανό, διότι τουλάχιστον δεν έβλαψαν και προσπάθησαν να είναι τυπικοί, αισθάνονται ανίσχυροι μπροστά στο δυσκολότερο γεγονός της ζωής που είναι το τέλος της και πάντοτε φοβούνται ότι τα έργα τους μπορεί και να μη φτάνουν για την αιωνιότητα, όμως δεν έχουν διάθεση να μπούνε σε μία πιο ουσιαστική πνευματική πορεία.
Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν αποτινάξει τον ζυγό του Θεού. Είναι όσοι πιστεύουν στον εαυτό τους, στη δύναμη της κοσμικής ζωής, στα επιτεύγματα του πολιτισμού. Αυτοί που θεωρούν ότι μπορούν και πρέπει να ζήσουν, επειδή το τέλος είναι αναπόφευκτο και γι’  αυτό μπροστά στον θάνατο είτε καταρρέουν είτε συμβιβάζονται καθώς έχουν αποφασίσει ότι τα πάντα οδηγούνται προς το μηδέν. Σημασία έχει να περνάμε καλά σ’  αυτήν εδώ τη ζωή, να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε να είμαστε χαρούμενοι, να ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να πιεζόμαστε θρησκευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα διανοουμενίστικο προσανατολισμό.  Αγαπούνε την τέχνη, τις ιδέες, τη γνώση και νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει το νόημα της ζωής επαρκώς. Η πνευματικότητα είναι θέμα εγκεφαλικό και ευαισθησίας έναντι του κόσμου. Είναι ακολούθηση αιτημάτων όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η γνώση, το στυλ.
Υπάρχουν, τέλος, και εκείνοι, οι οποίοι είναι συνήθως λιγότεροι και οι οποίοι προσπαθούν να δούνε τη σχέση με τον Θεό σε βάθος. Αυτό συνεπάγεται την αυτογνωσία και την αυτοκριτική από την μία και από την άλλη ένα αίσθημα μετανοίας συνεχούς, δηλαδή εκζητήσεως του ελέους του Θεού για όσα δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν ή δεν κατενόησαν. Την ίδια στιγμή την καρδιά τους συνέχει η αγάπη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον συνάνθρωπο. Η προσευχή και η ευσπλαχνία. Η παράδοση στο έλεος του Θεού από την μία και ο αγώνας για έναν κόσμο με περισσότερη αγάπη από την άλλη. Η ταυτόχρονη στροφή εντός δίνει στους ανθρώπους αυτούς τη δυνατότητα να αφήσουν τον Θεό δια του Αγίου Πνεύματος να μιλήσει στην καρδιά τους και να νοηματοδοτήσει όπως Εκείνος γνωρίζει τη ζωή τους.
Στην αγωνία λοιπόν για τη δικαίωση αναφορικά με τα έργα της ζωής μας η Εκκλησία απαντά δια του Αποστόλου Παύλου: «Ει τινός το έργον μένει, ό επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται. Ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός  (Α’  Κορ. 3, 15) Αν το έργο που έχτισε κάποιος αντέξει, αυτός θα λάβει μισθό. Αν όμως το έργο του καταστραφεί από τη φωτιά, αυτός θα χάσει την αμοιβή του, ο ίδιος όμως θα σωθεί, όπως ένας που περνάει μέσα από τις φλόγες. Μισθό λοιπόν και ανταπόδοση θα λάβει όποιος δει το έργο του να μένει στις καρδιές των ανθρώπων. Όποιος  δηλαδή αγάπησε τον Θεό και τον πλησίον, έκανε την αυτοκριτική του και πέρασε εν μετανοία τη ζωή του, μην αφήνοντας τα πάθη να τον νικήσουν. Όποιος έζησε επιφανειακά, κατά τη συνήθεια ή έβαλε στοιχεία αυτοδικαίωσης στα έργα του, αυτά δε θα μείνουν. Ο ίδιος όμως μπορεί να σωθεί, διότι η αγάπη του Θεού είναι τέτοια που δίνει έλεος ακόμη και στον ελάχιστο. Όσοι μένουν όμως σε μία ζωή χωρίς Θεό, διατρέχουν τον κίνδυνο να απομείνουν εδώ, σ’  αυτή τη ζωή και να μην μπορέσουν να αναγνωρίσουν τον Θεό στην αιωνιότητα. Γι’  αυτό χρειάζεται ο τρόπος και ο δρόμος της Εκκλησίας, η οποία, δια της πίστεως, δίνει ελπίδα και ζωή.

Κέρκυρα, 21 Αυγούστου 2016        

8/17/16

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


         Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μας δίνει μία ακόμη ευκαιρία να προσλάβουμε παραδείγματα νεανικής ζωής από τη Παναγία μας. Μένουμε συνήθως στην ιδιότητα της Μάνας. Της Μεσίτριας για όλους. Της βοηθού στις δοκιμασίες της ζωής για όλους, νεώτερους και μεγαλύτερους. Ο τρόπος της εξόδου όμως της Παναγίας από τον κόσμο μπορεί να γίνει πηγή έμπνευσης, κυρίως για τους νέους.
         Η Παναγία εμπιστεύθηκε απόλυτα το θέλημα του Θεού. Ο καθένας θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο θάνατος είναι η υπέρτατη δοκιμασία, που κανείς δε θέλει να ζήσει. Ας έρθουμε στη θέση της Παναγίας. Έζησε τον ευαγγελισμό, την κύηση, τη γέννα, την ανατροφή, τη διδασκαλία, τον θάνατο και την ανάσταση του Υιού της. Εκείνος την αγίασε και της έδωσε το μεγαλύτερο δώρο: να γίνει Μητέρα του Θεού. Όμως η φθαρτότητα δεν έφυγε από πάνω της. Σε μας θα φαινόταν άδικο. Εκείνη όμως αποδέχτηκε και αυτό. Δεν υπερηφανεύθηκε. Δεν πίστεψε ότι έφυγε από τα ανθρώπινα όρια. Ούτε όμως είδε τον θάνατο ως λύτρωση από τα βάσανα και τις δοκιμασίες της ζωής. Τον είδε ως ένα τελευταίο επεισόδιο στην πορεία της και ως πέρασμα στην αιώνια συνάντηση με τον Υιό της. Δια του Υιού της νίκησε τον φόβο του θανάτου. Τον υπέρτατο φόβο της ήττας μας από τον χρόνο. Και ετοιμάστηκε γι’  αυτόν, όπως μας λέει η παράδοση, δείχνοντάς μας ότι στη σχέση με τον Χριστό δεν υπάρχει ούτε φόβος ούτε ήττα, αλλά μόνο παράδοση στην αγάπη και το θέλημά Του.
             Την ίδια στιγμή συναντήθηκε με όλους τους Αποστόλους, οι οποίοι «εκ περάτων»  συναθροίστηκαν στη Γεθσημανή, με τρόπο που υπερβαίνει τη λογική, καθώς σύννεφα τους μετέφεραν εκεί, κατά την παράδοσή μας.  Εκτός από την αγάπη προς τον Θεό η ζωή της ολοκληρώθηκε και με την αγάπη προς τον συνάνθρωπο.  Η φιλία, η αγάπη, ο σεβασμός δε λιγοστεύουν απλώς τη μοναξιά μας. Είναι τα πολυτιμότερα εφόδιά μας, τα οποία νοηματοδοτούν τη ζωή μας και την χαρακτηρίζουν. Η Παναγία αγάπησε και αγαπά τους ανθρώπους. Και γι’  αυτό εκείνοι, και ιδιαίτερα οι μαθητές του Υιού της, της ανταπέδωσαν την αγάπη προπέμποντάς την στην αιωνιότητα.
             Η Παναγία γνώρισε αμφισβήτηση από κάποιους ανθρώπους και στο τέλος της ζωής της. Γι’  αυτό και στην εικόνα της Κοιμήσεως οι άγγελοι κόβουν τα χέρια δύο ασεβών. Αυτή η αμφισβήτηση όμως δεν την μειώνει. Χάνουν όσοι την αρνούνται. Η ίδια ήταν βέβαιη για την πορεία της και για τις αποφάσεις της. Η θέλησή της ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της συνείδησής της. Δεν υπέκυψε στη γνώμη του κόσμου. Πάλεψε στο δρόμο που διάλεξε και προχώρησε μέχρι το τέλος.
             Όντως υπέροχοι τρόποι που αρμόζουν στους νέους. Όποιος εμπιστεύεται τον Θεό, δεν νικιέται από κανένα φόβο, ούτε θεοποιεί τα δικαιώματά του. Όποιος διαλέγει να αγαπά, νοηματοδοτεί τη ζωή του, όχι μόνο νικώντας τη μοναξιά, αλλά δίνοντας στον εαυτό του τη χαρά της συνάντησης. Όποιος ξέρει τι θέλει και ακολουθεί τη συνείδησή του, δεν υποκύπτει στην αμφισβήτηση των άλλων, αλλά λειτουργεί με επίγνωση και αποφασιστικότητα μέχρι τέλους. Και ο Θεός τον προστατεύει. 
           Ας ζητούμε από την Παναγία μας να μας ενισχύει ώστε να ακολουθούμε ανάλογη πορεία μέχρι το τέλος!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 17 Αυγούστου 2016

8/14/16

ΕΚΕΝΩΣΕΝ ΕΑΥΤΗΝ, ΕΚΕΝΩΣΑΝ ΕΑΥΤΟΥΣ

      Μυστήριο μέγα ο θάνατος. Αδιανόητο και ακατανόητο. Ακόμη κι αν ξέρουμε ότι θα μας συμβεί, καθώς ο χρόνος πορεύεται αδυσώπητος, εντούτοις μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα της ζωής. Πάντως μοιάζουν ο θάνατος και η ζωή σε ένα χαρακτηριστικό που δεν το προσέχουμε:  την κένωση, το άδειασμα, την έξοδο. Η ζωή δεν έχει να κάνει μόνο με τον μηχανισμό της επιβίωσης. Θα ήμασταν όντα κλεισμένα στον εαυτό μας τότε, χωρίς επίγνωση της διαφορετικότητάς μας, χωρίς συνείδηση του ποιοι είμαστε. Γιατί η ζωή έχει νόημα μόνο εν σχέσει:  με τον άλλο, με τον κόσμο, με τον Θεό. Και για να υπάρξει σχέσει προϋποτίθεται η έξοδος από το εγώ. Το μοίρασμα. Το άνοιγμα της ύπαρξης. Και όσο αδειάζουμε από το εγώ μας, τόσο η ζωή έχει περισσότερο νόημα. Είναι όπως ο καλλιτέχνης. Όταν δημιουργεί, εξέρχεται. Παίρνει την ιδέα του, το νόημά της, της δίνει υπόσταση, την κάνει ενέργεια. Το αποτέλεσμα της ενέργειας είναι δικό του, αλλά και γίνεται κτήμα των άλλων, που σημαίνει ότι έχει σχέση μαζί τους. Το βλέπουν. Το ακούνε. Το αφήνουν να μιλήσει στην καρδιά τους. Το αποδέχονται ή το απορρίπτουν ή αδιαφορούν γι’  αυτό. Πάντως υπάρχει κοινωνία και μ’  αυτό και με τον δημιουργό. Ακόμη κι αν εκείνος ως ύπαρξη παραμένει άγνωστος στις λεπτομέρειες της ζωής, εντούτοις το έργο του, το ενέργημά του τον καθιστά, έστω και κατ’  ολίγον, γνωστό.  Το παράδοξο και το ωραίο συνάμα είναι ότι κάποτε η αρχική ιδέα που έγινε ενέργεια, δια της κενώσεως, αποκτά νέο περιεχόμενο, ίσως και διαφορετικό από αυτό που ήθελε να πει ή να παρουσιάσει ο δημιουργός, ο ενεργών. Είναι η ομορφιά της σχέσης. Ό,τι δίνεις σε ξεπερνά. Αλλά και ο δημιουργός αλλάζει μέσα από τη σχέση. Γιατί λαμβάνει υπόψιν του τι ζητά το κοινό του, όπως επίσης και το τι θέλει ο ίδιος να περάσει. Εξελίσσεται. Δε μένει στατικός. Χαίρεται ή απογοητεύεται. Διορθώνει, τροποποιεί ή συνεχίζει. Αλλά δεν παύει να εκφράζεται.
         Και ο θάνατος είναι κένωση. Μόνο που είναι οριστική. Μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα ο άνθρωπος παύει να ενεργεί. Ο νους σταματά να λειτουργεί. Οι αισθήσεις νεκρώνουν. Τα πάντα σταματούν οριστικά.  Και η κένωση είναι οριστική τουλάχιστον από τον χρόνο και τον τρόπο που γνωρίζουμε. Όπου φτάσαμε. Όσα ζήσαμε. Τα πάντα γίνονται παρελθόν. Το πρόσωπο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, αλλά επιστρέφει στο «μη είναι». Γι’  αυτό και οι άνθρωποι θρηνούμε τον θάνατο. Διότι μας στερεί την δυνατότητα της κοινωνίας με αυτούς που αγαπούμε. Και φοβόμαστε και τη δική μας κένωση. Φοβόμαστε το μηδέν. Φοβόμαστε την απουσία σχέσης. Την ανυπαρξία.
        Η πίστη έρχεται να μας δώσει μία άλλη θέαση του θανάτου. Αυτήν της ζωηφόρου κενώσεως. Δεν είναι το τέρμα της ζωής ο θάνατος, αλλά το πέρασμα σε μιαν άλλη. Το Πάσχα στην αιωνιότητα. Και σ’  αυτήν η κένωση συνεχίζεται. Αυτό σπουδάζουμε στα πρόσωπα της Παναγίας και των Αγίων μας. Φεύγουν από αυτόν τον κόσμο, αλλά δε παύουν να αγαπούνε αυτόν τον κόσμο. Μεσιτεύουν για μας στον Θεό. Θαυματουργούν για χάρη μας, που σημαίνει ότι και κρατούν ακέραιη τη σχέση μαζί μας και συνεχίζουν δια της αγάπης να ενεργούν τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον κόσμο. Κύρια αποστολή τους εξακολουθεί να είναι και από το επέκεινα το να λυτρώσουν εκ θανάτου τας ψυχάς ημών. Μας αγαπούνε και παρακαλούν. Εμφανίζονται, διορθώνουν, διδάσκουν, θεραπεύουν,  καθιστώντας τον θάνατο ζωή. Δε χρειάζεται να εξελιχθούν οι ίδιοι ως δημιουργοί και ενεργούντα πρόσωπα. Έχουν τελειωθεί στο φως και την αγάπη του Θεού. Όμως αφήνουν αποτυπώματα της αγάπης τους προς όλους εμάς. Εν Αγίω Πνεύματι, χωρίς να παύουν να ζούνε την μακαριότητα της κοινωνίας με τον Θεό, κάνουν ταυτόχρονα, μέγα το μυστήριο,  έξοδο από αυτήν για να μας δείξουν ότι μπορούμε κι εμείς. Αρκεί να πιστεύουμε. Να εμπιστευόμαστε δηλαδή, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και όλοι τους, τον Θεό ως Πρόσωπο. Το θέλημά Του. να μην απογοητευόμαστε από τους σταυρούς της ζωής. Από τα πάθη και τα λάθη μας. Από την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Από την αίσθηση της ματαιότητας. Και όντας μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας και της ζωής της, να τους συναντούμε στην θεία λειτουργία, στην τήρηση των εντολών, στην αγάπη, την ταπείνωση, όχι ηθικολογικά ή χαρακτηρολογικά, αλλά ως εμφανή απεικάσματα της παράδοσής μας σ’ Αυτόν που πρώτος «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8). «Τα απαρνήθηκε όλα, αδειάζοντας από τον εαυτό του, έγινε δούλος, προσέλαβε το σχήμα του ανθρώπου και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού».  
          Γι’  αυτό και εορτάζουμε στην Εκκλησία όχι τόσο ή όχι μόνο τη γέννηση της Παναγίας και των Αγίων, αλλά, κυρίως, την κοίμησή τους.  Γιατί είναι η απόδειξη ότι ακόμη κι αν το σώμα νεκρούται, η ψυχή εξοδιάζει, ο άνθρωπος δεν παύει να υφίσταται. Τίποτε δεν είναι παρελθόν, αλλά τα πάντα γίνονται παρόν και αιωνιότητα. Η ύπαρξή μας είναι δώρο του Θεού. Εκείνος μας έφερε «εκ του μη όντος εις το είναι». Και μας δώρισε το «αεί είναι» ως σημείο της αγάπης και της κλήσης ελεύθερα να την αποδεχθούμε. Αν πούμε ελεύθερα το ΝΑΙ, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι, τότε η κένωση από την αυτονομία, από τον εγωκεντρισμό του αυτόφωτου, από την αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς έξοδο, χωρίς αληθινή σχέση, η νοοτροπία δηλαδή της πτώσης,   φέρνει ως δωρεά την αιωνιότητα κοντά στον Θεό. Η ζωηφόρος κένωση του θανάτου τότε γίνεται Πάσχα. Ανάσταση. Και η αγάπη θα συνεχίζει να υφίσταται.
        Μπορούμε να αγαπούμε έναν δημιουργό και το έργο του για πάντα. Ό,τι δίδεται, ό,τι κενούται γεννά σχέση. Ο δημιουργός όμως ως αυτόνομη ύπαρξη, μετά τον θάνατό του δεν μπορεί να μας αγαπά. Αν όμως ζούμε στο φως της σχέσης με τον Θεό, τότε η αγάπη συνεχίζει την πορεία της. Η Παναγία και οι άγιοι δεν είναι μόνο αντικείμενα της αγάπης μας. Εξακολουθούν να είναι δρώντα υποκείμενα της αγάπης του Θεού που έγινε δική τους από αυτή τη ζωή και την μεταδίδουν και μετά θάνατον. Σημεία οι εικόνες τους, τα λείψανά τους, οι ναοί τους. Και τον δρόμο τους μπορούμε να ακολουθήσουμε όλοι, καθώς είμαστε κεκλημένοι από τον Θεό σ’  αυτόν. Να γιατί τελικά μέσα από το μυστήριο της πίστης, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας η αληθινή αγάπη ουδέποτε εκπίπτει!


Κέρκυρα, Δεκαπενταύγουστος 2016                

8/13/16

ΠΑΜΕ ΞΑΝΑ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ...


         «Γιατί ο Θεός δεν κάνει ένα θαύμα να απαλλαγούμε από τα άγχη μας, τις αρρώστιες, τον θάνατο;» είναι ένα ερώτημα που συχνά διατυπώνουν πολλοί νέοι. Τα θαύματα των αγίων τους προξενούν το ενδιαφέρον. Τότε γεννιέται άλλο ερώτημα: «Γιατί μόνο στους άλλους και όχι και σε μας;». Η τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα βιβλία, με την προβολή των θαυμάτων, εξάπτουν την περιέργεια. Δεν εστιάζουν όμως στη ζωή των αγίων, που είναι η ίδια θαυμαστή, αλλά με τα όσα ο Θεός επιτρέπει να κάνουν μετά θάνατον. Έτσι, τα θαύματα από καρπός της πίστης, γίνονται συχνά προϋπόθεσή της. Ένα φαινόμενο μη εξηγούμενο από τη λογική, το οποίο το θεωρούμε ως βάση για να αποδείξουμε ότι υπάρχει Θεός και ότι οι άγιοι, και μετά θάνατον, υπάρχουν. Ότι η θρησκευτική μας πίστη δεν είναι κάτι ξεπερασμένο, αφού μπορεί και γεννά θαύματα εντός της. 
           Δεν αναπαύεται όμως μόνο η λογική μας. Είναι και η ανάγκη να νικήσουμε με κάποιον τρόπο τον θάνατο ή να τον αναστείλουμε, τόσο για μας όσο και για τους οικείους μας.  Μας φοβίζει ο θάνατος. Φαντάζει αναπόφευκτος. Δε συμβιβαζόμαστε όμως μ’ αυτόν. Ακόμη κι αν το ξέρουμε ότι θα μας νικήσει, εστιάζουμε την χρησιμότητα της πίστης στα σημεία των θαυμάτων. Δε μας ενδιαφέρει η υπόσχεση της ανάστασης. Νόημα έχει το «εδώ και τώρα». Γι’ αυτό και το θαύμα πιστεύουμε ότι εξασφαλίζει την ποιότητα της ζωής μας στο σήμερα. Αυτό ξέρουμε, γνωρίζουμε και αγαπούμε. Αν ο Θεός δεν μπορεί ή δε θέλει να μας το εξασφαλίσει, νομίζουμε ότι δεν Τον χρειαζόμαστε.
        Το θαύμα έχει έναν χαρακτήρα εντύπωσης και εντυπωσιασμού. Γι’  αυτό και ο Χριστός στην πατρίδα του τη Ναζαρέτ δεν έκανε θαύματα, για την απιστία των συντοπιτών Του. Αυτό είναι ένα μήνυμα για όλους μας. Ότι προηγείται η πίστη. Η εμπιστοσύνη και η αγάπη στον Θεό, που γνωρίζει τι είναι για μας ωφελιμότερο. Δεν απαντά ο Θεός πάντα στις προκλήσεις μας. Δεν κάνει επίδειξη δύναμης. Η πίστη είναι αυτή που παρηγορεί τον καθένα μας για την αδυναμία του έναντι του χρόνου, του κακού και του θανάτου. Τα θαύματα κάποτε συμπληρώνουν την παρηγοριά. Όμως δεν αναστέλλουν την ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη να παλέψουμε για περισσότερη πίστη. Για υπερνίκηση του πνεύματος του ορθολογισμού, που μετρά τον Θεό με αποδείξεις και δε μας αφήνει να γίνουμε παιδιά που Τον βλέπουμε και Τον ζούμε ως τον πατέρα μας. Αυτόν που μας δίνει την ασφάλεια της αγάπης Του, ακόμη κι αν αυτή μας βάζει σε όρια.
Το πρώτο θαύμα είναι η ζωή. Το δεύτερο θαύμα είναι η αγάπη. Το τρίτο και κορυφαίο είναι η ανάσταση. Με τη ζωή υπάρχουμε. Με την αγάπη έχει νόημα η ύπαρξή μας, διότι δεν είμαστε μόνοι μας. Με την ανάσταση υπάρχουμε για πάντα. Τα μικρότερα θαύματα, όταν συμβαίνουν, επιβεβαιώνουν αυτά τα τρία. Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων μας, οι οποίοι, επειδή ο Θεός θέλει, εξακολουθούν να θαυματουργούν όχι όμως για να μας αφήσουν στο πρόσκαιρο, αλλά για να μας δείξουν τον Θεό και την παρουσία Του. Αυτή ας είναι η εκζήτηση και η προσευχή μας. Κι αυτό ας διδάσκουμε στους νεώτερους.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Αυγούστου 2016 

8/12/16

ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ;


         Το δικαίωμα της γνώμης είναι αδιαπραγμάτευτο στην εποχή μας. Ο καθένας έχει άποψη και ζητά την ελευθερία να την εκφράζει. Κάποτε ζητά από τους άλλους να την ενστερνιστούν, καθότι θεωρεί τον εαυτό του αυθεντικό εκφραστή της αλήθειας. Του είναι δύσκολο να κάνει πίσω, να θέσει τη γνώμη του στη κριτική των άλλων, να επιχειρηματολογήσει υπέρ της και να αποδομήσει τα επιχειρήματα των άλλων. Και αυτό διότι η γνώμη συνήθως έχει έναν χαρακτήρα αποσπασματικό. Δεν στηρίζεται στη συνολική θεώρηση των πραγμάτων, αλλά σε μία πλευρά τους, με αποτέλεσμα ούτε αυτός που την εκφράζει ούτε αυτοί που έχουν ανάλογη αποσπασματικότητα στη σκέψη τους να μπορούν να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη περί του τι είναι αλήθεια.  Και δεν είναι μόνο αυτό. Όσοι ταυτίζουν την αλήθεια με την έννοια της γνώμης παραθεωρούν ή αγνοούν ότι η αλήθεια είναι εμπειρία, βίωση του αυθεντικού. Τη ίδια στιγμή αλήθεια είναι η μη λήθη, η διατήρηση στη μνήμη του αυθεντικού που είναι πλήρες και όχι μερικό. Και επειδή οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πεπερασμένες, η αλήθεια του καθενός όταν περιορίζεται στο μερικό, στο μη βιωματικό και δεν αναδεικνύει τα όρια της μνήμης γίνεται δογματισμός και όχι αυθεντικότητα.
          Η απολυτοποίηση της αλήθειας μας γίνεται όταν δεν υπάρχει αγάπη και ταπείνωση. Γιατί η αλήθεια γνωρίζεται από αυτόν που αγαπά, δηλαδή κάνει έξοδο από τον εαυτό του, από το εγώ του, αποφασίζει να δει τα πράγματα όχι μόνο με τις λέξεις, αλλά με τα νοήματά τους. Και την ίδια στιγμή, έχει την ταπείνωση να μην θεωρήσει τον εαυτό του κριτήριο της αυθεντικότητας των όσων πιστεύει και βιώνει, αλλά να τον εντάσσει στο εμπειρικό σώμα που έχει πιστέψει και βιώσει το ίδιον ή ό,τι το πιστοποιεί. Σε ό,τι αφορά τον Θεό και την πίστη αυτό το εμπειρικό σώμα είναι η Εκκλησία. Η ζώσα κοινότητα. Αυτή που ξεκινά από το μυστήριο της Ευχαριστίας, αλλά και την ίδια στιγμή αναβαπτίζεται στην παράδοση τόσο των λόγων όσο και των βιωμάτων των Πατέρων και των Αγίων. Η Εκκλησία η οποία δεν είναι έτοιμη να κατακρίνει, αλλά να αγαπήσει. Ζητά την αλήθεια που ελευθερώνει από το γράμμα, χωρίς να το καταργεί,  και οδηγεί στο πνεύμα. Και η Εκκλησία είναι χώρος σύνθεσης που οδηγεί στην ενότητα. Ακόμη και όσα απορρίπτει ως μη αυθεντικά η Εκκλησία, δεν έχει ως κριτήριό της την έπαρση ή την αυτοδικαίωση, αλλά την κατάδειξη ότι δεν συμφωνούν με την εμπειρία και την πίστη της. Και έτσι δεν κηρύττει η Εκκλησία αφορισμό των ανθρώπων που ο δικός τους τρόπος προσέγγισης της αλήθειας είναι μη αυθεντικός, αλλά τους προσκαλεί σε μετάνοια. Σε επαν- ένταξη στο σώμα της. Εκεί όμως όπου υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, κυρίως στο λεκτικό επίπεδο ή στον τρόπο βίωσης της αλήθειας, η Εκκλησία αφήνει την διαφορετικότητα να στολίσει με ποικιλία τη ζωή της. Γι’  αυτό και στην ίδια Εκκλησία συνυπάρχουν η ακρίβεια με την οικονομία, η αυστηρότητα με την επιείκεια, η ομολογία του Συμβόλου της πίστεως που είναι η αυθεντική έκφραση της εκκλησιαστικής αλήθειας και παράδοσης και την ίδια στιγμή η δυνατότητα ερμηνειών που όταν δεν είναι αντίθετες αλλά συμπληρωματικές της παράδοσης, είναι καλοδεχούμενες, διότι εκφράζουν την εμπειρία και τη χαρισματικότητα των προσώπων που ερμηνεύουν και ζούνε. Γι’  αυτό και η Εκκλησία απολαμβάνει την πληθωρικότητα των πατερικών ερμηνειών στον λόγο του Ευαγγελίου και στη διδασκαλία της. Όταν οι Πατέρες διατύπωναν τις ερμηνείες και τις γνώμες, οι ίδιοι και οι ερμηνείες τους κρίνονταν από το σώμα του Χριστού που ζούσε στο παρόν τους. Οριστικά όμως καθιερώθηκαν μετά τον θάνατό τους, όταν το έργο τους μπορούσε πλέον να ιδωθεί συνολικά και όχι αποσπασματικά. Γι’  αυτό και πατερικές διδασκαλίες και συμπεριφορές, παρότι απορρίφθηκαν εκ των υστέρων, δεν έκαναν την Εκκλησία να απορρίψει τα πρόσωπα, αλλά την άφησαν να συμπεριλάβει στις δέλτους της ως αγίους αυτούς που διατύπωσαν και έζησαν εν αγάπη και αληθεία. Τα παραδείγματα των αγίων Γρηγορίου Νύσσης και του ιερού Αυγουστίνου είναι χαρακτηριστικά.
         Στο παρόν ζούμε τον πειρασμό του σχίσματος. Βλέποντας αποσπασματικά και μονομερώς, χωρίς να έχουμε την αγάπη και την ταπείνωση αυξημένες και καλλιεργούμενες, νομίζουμε ότι η αλήθεια μας είναι το παν και θεωρούμε ότι έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους πάντες και τα πάντα. Να διαγράφουμε πρόσωπα, να απολυτοποιούμε τους τρόπους μας, να εκμεταλλευόμαστε τα χαρίσματά μας για να αποκτήσουμε οπαδούς, να υποσχόμαστε παράδεισο και να απειλούμε με κόλαση, να ειρωνευόμαστε και να αδιαφορούμε και την ίδια στιγμή να παύουμε να λειτουργούμε με αγάπη στο όνομα του Χριστού. Ερμηνεύοντας τον λόγο του αποστόλου Παύλου «παρακαλώ υμάς, αδελφοί, δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες και μη η εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοί και εν τη αυτή γνώμη» (Α’  Κορ. 1, 10), «σας ζητώ, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είστε όλοι σύμφωνοι μεταξύ σας και να μην υπάρχουν ανάμεσά σας διαιρέσεις, αλλά να είστε ενωμένοι, με μία σκέψη και με ένα φρόνημα», ως απαίτηση να είναι όλοι σύμφωνοι με αυτό που εμείς πιστεύουμε και όχι με αυτό που αποδέχεται, ζει ή και ανέχεται η Εκκλησία, είμαστε έτοιμοι να καταδικάσουμε ή να διασπάσουμε το σώμα του Χριστού, κατηγορώντας τους άλλους ως λιγότερο αυθεντικούς ή ως χαλασμένους και αιρετικούς. Όμως ο λόγος του Παύλου είναι λόγος αγάπης και καταλλαγής. Θέλει να καταδείξει ότι κέντρο της ζωής όλων είναι ο Χριστός, ο Οποίος δεν χωρίζεται και σημείο αυθεντικής βίωσής Του είναι ο σταυρός, δηλαδή η θυσία της αγάπης και η αλήθεια που γίνεται θάνατος για εμάς και όχι για τους άλλους.     
           Θέαση της ζωής και των πάντων με γνώμονα τον Χριστό, τη διδασκαλία και την εμπειρία Του, αγάπη και ταπείνωση στον τρόπο που βλέπουμε την αλήθεια και σεβασμός στους άλλους και την δική τους αλήθεια είναι τα κριτήρια που θα μας βοηθήσουν να είμαστε εντός της Εκκλησίας. Η άρνηση της αυθεντοποίησης του εαυτού μας, η άρνηση του να θεωρούμε τους εαυτούς μας σωτήρες, η άρνηση να αυτοδιακρινόμαστε σε καθαρούς, αγίους και αυθεντικούς είναι τελικά το κλειδί για να μη γίνεται η αλήθειά μας ολοκληρωτισμός, φανατισμός και τελικά αιτία σχισμάτων, τα οποία και διαμοιράζουν τα ιμάτια του Χριστού και οδηγούν στην απώλεια.

Κέρκυρα, 14 Αυγούστου 2016