9/23/16

ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΣΗ ΖΩΓΡΩΝ




                Αναρωτιόμαστε συχνά γιατί ο πολιτισμός μας να αγωνίζεται να ελκύσει στα δίχτυα του τους ανθρώπους όχι με την προοπτική να χτίσουν μεταξύ τους γνήσιες σχέσεις, αλλά για να αποδεχτούν τα προϊόντα που αυτός προσφέρει, μόνο και μόνο για να γίνουν καταναλωτές τους και να ενταχθούν στην κατηγορία των χρηστών ή των θαυμαστών τους. Κάποτε και οι άνθρωποι γίνονται προϊόντα. Αντικείμενα. Αρκεί να σκεφθεί κάποιος πόσοι εικονικά δολοφονούνται σε σειρές, ταινίες και ηλεκτρονικά παιχνίδια βίας. Πόσοι καταναλώνονται ηδονιστικά στην εικονική πραγματικότητα. Και σε πόσους ο πολιτισμός εγείρει την επιθυμία, αληθινά δαιμονικά, να χρησιμοποιούν τους άλλους, όχι ως πρόσωπα, αλλά ως σώματα προς απόλαυσιν.
                Η απάντηση έγκειται στην άρνησή μας να καταλάβουμε τι ζητά από τους ανθρώπους ο Θεός, Τον Οποίο εύκολα απορρίπτουμε ή περιθωριοποιούμε. «Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. 1,10), λέει ο Χριστός στον Απόστολο Πέτρο, αφού έχει ανεβεί στο καΐκι του για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και αφού έκανε να γεμίσουν τα δίχτυα των μαθητών με ψάρια, ύστερα από μία κοπιαστική, αλλά αποτυχημένη νύχτα, στην οποία δεν είχαν πιάσει ούτε ένα.  «Ανθρώπους από δω και πέρα θα αλιεύεις», λέει ο Χριστός στον Πέτρο, βάζοντάς τον στο να δει την ζωή του από κει και πέρα αναλογικά, με άλλη προοπτική. Τώρα δε θα αλιεύει για την επιβίωσή του. Θα αλιεύει για να δώσει στους ανθρώπους την όντως ζωή που είναι η πίστη στον Χριστό. Δε θα αλιεύει γιατί ο άνθρωπος πρέπει να εργάζεται. Θα αλιεύει κάνοντας μια άλλους είδους εργασία, την πνευματική. Δε θα αλιεύει στη μοναξιά της θάλασσας και της νύχτας, αλλά θα αλιεύει στο φως και με γνώμονα τη σχέση του με τους ανθρώπους. Δε θα αλιεύει μόνο με την ικανότητα και την μαστοριά του, αλλά με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού.  
                «Ανθρώπους έση ζωγρών». Ο κόσμος μας μάς αλιεύει για να γίνουμε καταναλωτές. Η Εκκλησία, συνεχίζοντας το απολυτρωτικό έργο του Κυρίου και των αποστόλων, μάς αλιεύει για να οδηγηθούμε στο καθ’  ομοίωσιν Θεού. Να ενεργοποιήσουμε τα χαρίσματά μας, την εικόνα του Θεού, αλλά και κάθε ιδιαίτερο γνώρισμα που έχουμε λάβει από το Άγιο Πνεύμα.  Και δεν μας αφήνει στη χρήση μας από τον πολιτισμό, αλλά ζητά από εμάς να γίνουμε ελεύθεροι από κάθε εξάρτηση και ανάγκη. Δεν ας αφήνει να γίνουμε βρώματα ενός τρόπου ζωής που δεν αφήνει περιθώριο για αγάπη και αληθινή χαρά, αλλά ζητά από εμάς να γευθούμε την βρώση που δεν είναι απολλυμένη, αλλά αιώνια, δηλαδή τον Χριστό στο μυστήριο της Ευχαριστίας και στην αγάπη. Το αγκίστρι του πολιτισμού είναι το θέλημα και η ηδονή της αμαρτίας. Το αγκίστρι της Εκκλησίας είναι η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και η ηδονή της κοινωνίας εν αγάπη τόσο με Εκείνον όσο και με τον συνάνθρωπό μας. Τα δίχτυα του πολιτισμού μας οδηγούν στην έξοδο από το νερό, δηλαδή στην έξοδο από εκεί που αναπνέουμε και ζούμε και στην είσοδό μας σε έναν κόσμο που εύκολα μας κάνει να ασφυκτιούμε, παρότι ισχυρίζεται ότι μας δίνει φως στο νου και τους ορίζοντές μας και  ελευθερία. Τα δίχτυα της Εκκλησίας μας οδηγούν στην κάθαρσή μας από τα πάθη και την ίδια στιγμή μας αναγεννούν συνεχώς μέσα από τη σχέση με τον Θεό που πέθανε για χάρη μας και μας έδειξε την οδό της Ανάστασης και της αιώνιας ζωής. Μας ξεδιψούν από το ψεύτικο και μας οδηγούν στην όντως Αλήθεια της πίστης. Ο κόσμος τελικά μας αφήνει να παλεύουμε στο σκοτάδι της πνευματικής άγνοιας, να ματαιοπονούμε διότι ο θάνατος είναι πιο ισχυρός και να απελπιζόμαστε, διότι βλέπουμε πως κατά βάθος το νόημα που βρίσκουμε δεν μας δίνει ευτυχία. Η Εκκλησία μας βοηθά πάνω στο ανέλπιστο να βρίσκουμε καρπό. Να γεμίζει η ψυχή μας χαρά. Να μπορούμε να μην αισθανόμαστε μόνοι. Ενώ ετοιμαζόμαστε να κρυφτούμε στην ήττα μας, να ξαναρίξουμε τα δίχτυα μας υπακούοντας στην προτροπή του Χριστού ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι η ζωή κοντά Του έχει νόημα.
                Ο Χριστός δεν αρνήθηκε στους μαθητές Του τη δυνατότητα να ασκούν το επάγγελμά τους όταν χρειάστηκε. Γι’  αυτό και θα τους συναντήσει μετά την Ανάσταση στη Γαλιλαία, εκεί όπου τους γνώρισε, πάλι να ψαρεύουν. Και θα τους ξαναγεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να τους δείξει ότι όταν πιστεύουν σ’  Εκείνον μπορούν να κάνουν μια νέα αρχή συνεχώς στη ζωή τους, αλλά δεν είναι το κλειδί η επιβίωση. Το κέρδος. Ο εαυτός. Νόημα έχει η ζωή όταν χαιρόμαστε την κοινωνία μαζί Του. Όταν μπορούμε να αφήνουμε στην άκρη το άγχος μας για το εδώ και τώρα και όταν μπορούμε να προτάξουμε την σχέση μας με τους ανθρώπους.  Σχέση όμως στην οποία ο Ίδιος είναι παρών. Για να είναι η τροφή μας καρπός της κοινωνίας μαζί Του και την ίδια στιγμή να έχουμε επίγνωση του αληθινού σκοπού της ζωής μας.
                Ο δρόμος αυτός δεν είναι μόνο για τους Αποστόλους. Είναι για τον καθέναν από εμάς. Μαζί με τον Χριστό να συναντούμε τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραζόμαστε μαζί τους το νόημα που παίρνουμε από τη σχέση μας με την Εκκλησία και, χωρίς να παύουμε να ανήκουμε στον παρόντα κόσμο και πολιτισμό, να κομίζουμε το μήνυμα της Βασιλείας των ουρανών. Το μήνυμα που περνά μέσα από την αγάπη στο Πρόσωπο του Χριστού. Αυτού που λείπει από τις καρδιές και τη ζωή μας και Αυτού που θα μας συνδράμει ώστε να είμαστε καταναλωτές της ζωής αλλά ο καθένας επικεφαλής ενός μικρού ή μεγάλου αγώνα, κατά το χάρισμά του,   για να έχουμε και να έχουν όσοι μας συναντούν νόημα Εκκλησίας, νόημα αιωνιότητας.

Κέρκυρα, 25 Σεπτεμβρίου 2016   

9/21/16

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ


      Η συζήτηση που άνοιξε σχετικά με το ζήτημα της προσευχής στα σχολεία είναι μία ακόμη μαρτυρία της απόστασης που χωρίζει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος κατανοεί τη ζωή της Εκκλησίας. Για κάποιους η προσευχή αποτελεί έκφραση πίστης σε κάποιον θεό, που δεν πρέπει να αφορά τον δημόσιο χώρο, αλλά μόνο την προσωπική ζωή του ανθρώπου. Η προσευχή δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική, διότι δεν είναι έκφραση πιστεύουσας κοινότητας, αλλά απόφαση ελευθερίας του καθενός, που δεν μπορεί να δεσμεύει τους άλλους. Η προσευχή μπορεί να είναι έκφραση της παράδοσης στον τόπο μας. Στην ουσία όμως αυτή η παράδοση έχει εθιμικό, εξωτερικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη του ανθρώπου να είναι μοντέρνος, να ακολουθεί το σύγχρονο πολιτισμό, ο οποίος θέλει ανεξαρτησία και όχι προσοχή μπροστά σε αυθεντίες. Ας μη λησμονούμε ότι τα περισσότερα παιδιά στο σπίτι τους δεν προσεύχονται. Γιατί να κάνουν κάτι στο σχολείο, το οποίο δεν το συνηθίζουν στην οικογενειακή τους ζωή;
         Η Εκκλησία απάντησε θεσμικά. Αξιοποίησε το συνταγματικό και νομικό οπλοστάσιο και για την ώρα κατάφερε να ξεφύγει τον σκόπελο του προβλήματος. Δεν έχει καταφέρει όμως να του δώσει απάντηση επί της ουσίας. Αυτή δεν μπορεί να εξαντλείται στην παραδοσιακή θέση της Εκκλησίας στην κοινωνία, διότι με αυτό τον τρόπο εισέρχεται στη λογική των επικριτών της προσευχής και δίνει μία εξουσιαστική ερμηνεία. Λόγω της θέσης μας στο κράτος, μπορούμε να επιβάλλουμε αυτό που έχουμε ως κεκτημένο. Πόσο όμως μπορούμε να μην αφήσουμε αυτό που προβλέπει το σύνταγμα και ο νόμος «γράμμα»; Γιατί έτσι λειτουργεί. Το πρόβλημα έγκειται στο να ζητούνε τα παιδιά να κάνουν προσευχή διότι κρίνουν και αυτά και οι γονείς τους ότι έχει νόημα για τη ζωή τους και εδώ η ευθύνη της Εκκλησίας είναι μεγάλη.
Το κοινό αγαθό θα μπορούσε να είναι μία απάντηση που θα έδινε κάποιο νόημα. Δεν είμαι μόνο άτομο. Είμαι μέλος μιας κοινότητας, η οποία έχει στοιχεία του συν-ανήκειν. Αυτά είναι η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκεία, η τέχνη. Η προσευχή είναι θρησκευτικό χαρακτηριστικό, ζωτικής υφής. Δεν προσεύχομαι για το καλό. Δηλώνω ότι ανήκω σε μία κοινότητα που προσεύχεται, διότι χωρίς και την προσευχή, δεν μπορεί να έχει δεσμούς ενότητας των μελών της.  Ταυτόχρονα, στην προοπτική της συνύπαρξης, χωρίς να καταπνίγω τις ατομικές μου πεποιθήσεις, τις αφήνω κατά μέρος μπροστά στην κοινή προοπτική. Γι’ αυτό και στην προσευχή καλό είναι να είναι όλοι παρόντες. Αυτοί που δεν πιστεύουν ή είναι ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι, να στέκονται με προσοχή και σεβασμό στην κοινότητα των πολλών. Το ίδιο θα πρέπει να εκπαιδευθούν να κάνουν και οι πολλοί αν είχαν ενώπιόν τους μια κοινότητα αλλοθρήσκων που θα προσευχόταν στο δικό της θεό. Ο σεβασμός στους άλλους ουδέποτε αλλοτριώνει τη διαφορετικότητά μας.
Είναι βεβαίως καθήκον της Εκκλησίας να εργαστεί ώστε η προσευχή να γίνει έκφρασης ζέουσας πίστης στον αληθινό Θεό. Αυτό έχει να κάνει με την οικογένεια και την κατήχηση. Η προσωπική αβελτηρία δε δικαιολογεί την παραίτηση από ό,τι μας ενώνει. Και γι’ αυτό χρειάζεται αγώνας, ώστε να πειστούν περισσότεροι για το νόημα τέτοιων κινήσεων, που δεν είναι συμβολικό μόνο συστατικό στοιχείο, αλλά και ουσιαστικό για την συλλογική μας ταυτότητα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 21 Σεπτεμβρίου 2016

9/15/16

Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΠΑΙΣΧΥΝΘΗΣΕΤΑΙ ΑΥΤΟΝ


               Ζητούμε ανταπόδοση στη ζωή μας για ό,τι κάνουμε. Για ό,τι προσφέρουμε. Για την αγάπη που δείχνουμε. Ζητούμε ανταπόδοση για ό,τι αφιερώνουμε στους άλλους. Το ίδιο συμβαίνει και στη θρησκευτική μας ζωή. Κι εκεί μετράμε τα έργα μας, την πίστη μας, την πορεία μας και ζητούμε από τον ουρανό ανταπόδοση.  Όταν μάλιστα είμαστε έτοιμοι να ομολογήσουμε την πίστη μας, να δηλώσουμε ότι ακολουθούμε τον Υιό του Ανθρώπου, τότε η βεβαιότητα της ανταπόδοσης από Εκείνον είναι δεδομένη. Όπως και η αίσθηση ότι ο Χριστός θα μας αποστραφεί, εάν Τον αρνηθούμε.  «Ός γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. 8, 38). «Όποιος, ζώντας μέσα σ’  αυτή τη γενιά την άπιστη και αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’  αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα Του, μαζί με τους αγίους αγγέλους».  
        Τι σημαίνει όμως ομολογία και τι αισχύνη σ’  αυτή τη ζωή; 
     Ομολογία σημαίνει αποδοχή ότι η ζωή μας κατά Χριστόν είναι σταυρική. Σταυρός η πίστη. Σταυρός η αγάπη. Σταυρός η σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Και δεν είναι μόνο τα πάθη τόσο τα δικά μας όσο και των άλλων ανθρώπων που καθιστούν την πορεία του χριστιανού σταυρική. Είναι και το γεγονός ότι δεν καταλαβαινόμαστε οι άνθρωποι μεταξύ μας, ούτε μπορούμε να διακριβώσουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού κάθε στιγμή της ζωής μας. Γι’  αυτό και ο σταυρός είναι δυσβάσταχτος. Διότι ο νους  μας δεν μας επιτρέπει να αφεθούμε στο θέλημα του Θεού, όχι  μοιρολατρικά, αλλά δυναμικά. Να κάνουμε αυτό που η πίστη και ο χαρακτήρας μας μάς λέγουν να κάνουμε, αλλά  χωρίς να μας καταβάλλουν η απόρριψη ή η αίσθηση της ματαιότητας καθώς οι άλλοι δεν μας καταλαβαίνουν. Καθώς δεν μιλούμε την ίδια γλώσσα. Δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε.
        Ομολογία σημαίνει επιμονή στην κατά Χριστόν πορεία μας. Δεν αλλάζουμε τις πνευματικές μας αρχές, επειδή δεν βρίσκουμε ανταπόκριση στην κοινωνία. Συνεχίζουμε την οδό του χρέους έναντι του Θεού και του πλησίον. Και το χρέος έχει να κάνει με τον πνευματικό μας αγώνα. Έχει να κάνει με την επιθυμία μας να μην αποστούμε των όσων μας ζητά ο Θεός. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το να πιστεύουμε και να βιώνουμε το ότι είμαστε παιδιά Του. Συνήθως οι άνθρωποι ζητούμε αυτονομία. Άλλοτε πάλι ζητούμε από τον Θεό να φανεί και να αποδείξει ότι είναι ο Πατέρας μας. Έχουμε ταυτίσει τον Πατέρα με την προστασία και την ασφάλεια. Ότι ο Θεός δε θα αφήσει να πάθουμε κανένα κακό. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει πάντοτε στην πίστη. Διότι το κακό είναι ο πνευματικός θάνατος, η απουσία δηλαδή της κοινωνίας με τον Θεό στην αιωνιότητα. Εμείς ταυτίζουμε το κακό με την αρρώστια, τη φθορά, την αποτυχία, τον θάνατο. Το ταυτίζουμε με την μη εκπλήρωση του θελήματος και των φιλοδοξιών μας. Όμως για τον Θεό, επειδή βλέπει τη ζωή με γνώμονα το μέλλον και τη βασιλεία Του, κακό είναι ό,τι μας καθηλώνει στο αυτόφωτο και την ετερονομία μας σε σχέση με Εκείνον. Και γι’  αυτό μας δίδει αφορμές μετανοίας μέσα από την ήττα. Αφορμής ταπείνωσης, προβληματισμού δηλαδή για την αυτάρκεια του εγωισμού μας. Αφορμής έκφρασης εμπιστοσύνης προς Εκείνον. Αν δεν επιμένουμε στην πίστη, τότε η ομολογία μας είναι κίβδηλη και επιφανειακή. Δεν έχει διάρκεια.
      Ομολογία σημαίνει ανάληψη τελικά της ευθύνης μας έναντι του κόσμου και των ανθρώπων. Θεωρούμε συνήθως ότι πιστεύουμε στον Θεό για να σώσουμε τον εαυτό μας. την ψυχή μας. Να αποκτήσουμε την βασιλεία των ουρανών. Δεν είναι αρκετό αυτό. Πιστεύουμε για να βοηθήσουμε και τους άλλους να βρούνε αυτή την οδό. Όσο τουλάχιστον περνά από το χέρι μας. Και ομολογούμε με το παράδειγμά μας. Ομολογούμε όμως και με τα λόγια μας. Με την αίσθηση ότι υπάρχουμε, νοιαζόμαστε για τους άλλους. Όσο μπορούμε. Ακόμη και η συμπεριφορά μας διαδραματίζει ρόλο. Η ευγένεια και η αρχοντιά μας. Ό,τι μαρτυρεί ότι η ψυχή μας θέλει να συνδράμει. Να μιλήσει για τον Θεό. Η προσευχή μας για τους άλλους. Η μη ανάπαυσή μας. Η αίσθηση ότι μπορούμε να δώσουμε, όχι μόνο υλικά, αλλά και πνευματικά την Αλήθεια που είναι ο Χριστός. Δεν είμαστε ηττοπαθείς, ούτε κρυβόμαστε. Δεν μιλάμε για μας, αλλά για τον Θεό. Και δείχνουμε τον Θεό αισθανόμενοι ότι κάποιοι μπορούν να πάρουν κάτι. Ο καθένας στο μέτρο του χαρίσματος, του ρόλους και της αποστολής του. Αγωνιζόμαστε να μη αμαρτάνουμε όχι μόνο για να μη βλάψουμε πνευματικά τον εαυτό μας, αλλά γιατί αγαπούμε τους άλλους και αμαρτία είναι το ελλιπές της αγάπης.
         Αν δεν προχωρήσουμε έτσι, ο Χριστός μάς λέει ότι θα ντραπεί για μας ενώπιον του Πατρός Του και ενώπιον των αγίων αγγέλων. Αυτό σημαίνει ότι δε θα δικαιούμαστε την ανταπόδοση του Θεού, διότι δε θα έχουμε την ενεργοποίηση της δωρεάς που χαρακτηρίζει τη βασιλεία Του. Δε θα έχουμε την ανάσταση διότι δε σηκώσαμε τον σταυρό μας. Δε θα έχουμε τη διάρκεια, διότι δεν επιμείναμε. Δε θα έχουμε την βίωση της αγάπης, διότι δε θα μπορούμε να την αναγνωρίσουμε, όπως συμβαίνει σε όποιον ασχολείται μόνο με τον εαυτό του και δεν αισθάνεται υπεύθυνος για τους άλλους. Διότι αυτός σπαταλά τελικά τα χαρίσματά του και δε γεύεται τη ζωή. Δε δίνει, για να κρατήσει για πάντα δικό του ό,τι έδωσε. Κι έτσι κάνει τον Υιό του Ανθρώπου να ντρέπεται γι’  αυτόν, με την έννοια ότι δεν μπορεί να του δώσει ό,τι δε θέλησε και τελικά δε δικαιούται. Ακόμη κι αν αισθανόμαστε ότι ο Θεός δε λειτουργεί ανταποδοτικά, εντούτοις είναι ο άνθρωπος που δε θέλει τη δωρεά του Θεού και εδώ έγκειται η αποτυχία μας. Διότι για να λάβεις, πρέπει να δώσεις. Να ομολογήσεις, για να σου δοθεί το δώρο της αναγνώρισης.
         Ποιος από μας μπορεί να ισχυριστεί ότι καταφέρνει να ομολογήσει τον Χριστό στη ζωή του;  Συνήθως αρκούμαστε σε κομπορρημοσύνες ή στην αίσθηση της ακολούθησης μιας δογματικής καθαρότητας, η οποία κινδυνεύει από πραγματικούς ή φαντασιακούς εχθρούς. Δεν είναι αρκετό όμως αυτό. Η ομολογία δεν είναι μόνο πρόταση λόγων. Είναι σταυρός, επιμονή  και ευθύνη αγάπης. Και την ίδια στιγμή η αποφασιστικότητα να μείνουμε κοντά σ’  Αυτόν που πρώτος μας αγάπησε και σήκωσε το σταυρό για όλους μας. Ας είναι λοιπόν η πορεία της ζωής μας συνέχεια του δικού Του δρόμου, για να μην ντραπεί για μας στη Βασιλεία Του.

Κέρκυρα, 18 Σεπτεμβρίου 2016      

9/14/16

ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ ΣΗΚΩΝΩ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ;


Η απόφαση του γνωστού δημοσιογράφου να πεθάνει με τον τρόπο που ο ίδιος θα διάλεγε, προκειμένου να αποφύγει την «αναξιοπρέπεια» ενός τέλους επώδυνου εξαιτίας της ανίατης ασθένειάς του, συζητήθηκε αρκετά από πιστούς και μη. Επώνυμοι επαίνεσαν την απόφαση. Θεώρησαν ηρωική κίνηση τον αυτοτερματισμό της ζωής. Αρκετοί από τους φίλους του έσπευσαν να δηλώσουν ότι θα αναλάβουν αγώνα ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της «ευθανασίας» για όσους το τέλος της ζωής τους δηλαδή είναι προδιαγεγραμμένο και αλλοτριωτικό.
Τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ούτε με αφορισμούς ούτε με έπαινο. Έχουν να κάνουν με την ελευθερία του ανθρώπου, με το δικαίωμά του να διαχειρίζεται τον εαυτό του όπως κρίνει. Έχουν να κάνουν με τον κόσμο και τον πολιτισμό μας, ο οποίος θεωρεί ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα διαφυλάττονται με όριο τη βλάβη των άλλων. Και η προσωπική απόφαση για «μη υποβοηθούμενη ευθανασία», όπως χαρακτηρίστηκε η αυτοκτονία του δημοσιογράφου, φαινομενικά δε βλάπτει τους άλλους. 
Η Εκκλησία, εκτός από τον σεβασμό στον άνθρωπο, δεν μπορεί παρά να θέσει τον προβληματισμό. Ο θάνατος είναι ο έσχατος σταυρός του ανθρώπου. Είναι αναπόφευκτος για όλους. Δεν έχει σημασία αν υπολογίζουμε ότι πλησιάζει η ώρα της εξόδου μας από αυτή τη ζωή ή ζούμε αμέριμνοι, ανεξαρτήτως ηλικίας. Πώς όμως αντιμετωπίζουμε τον πόνο και τον θάνατο όταν πιστεύουμε; Μέχρι πότε μπορούμε να σηκώνουμε τον σταυρό του πόνου; Έχει κάποιο νόημα να υποφέρουμε, όταν το τέλος μας είναι βέβαιο ότι είναι αναπότρεπτο; 
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Περνά όμως από τον δρόμο της πίστης και από την σχέση με τον Χριστό. Αν πιστεύουμε, αποδεχόμαστε ότι Αυτός που έχει περάσει τον πόνο του ανθρώπου, αφού ανέλαβε την φύση μας, φθάνοντας μέχρι και τον θάνατο, είναι ο Χριστός. Μπορεί να μας κατανοήσει. Να μας δώσει δύναμη. Να μας βοηθήσει να άρουμε τον σταυρό μας με γενναιότητα και αξιοπρέπεια. Να μην γογγύξουμε από τον πόνο. Να φτάσουμε με όπλο την πίστη μέχρι το τέλος. Ακόμη κι αν το σώμα μας δυσκολεύεται, αλλοιώνεται η όψη του, οι δυνάμεις μας μάς εγκαταλείπουν, η πίστη αναπληρώνει την συντριβή του οστράκινου σκεύους μας. Μέχρι το τέλος σηκώνουμε τον σταυρό μας, διότι Αυτός που πέθανε για μας έδωσε στον καθέναν μας το φως της αιωνιότητας. Για λόγους που δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε στο απόλυτο βάθος τους, διότι έχουν να κάνουν με το μέλλον της αιωνιότητας, την πρόνοια του Θεού και το θέλημά Του, υποφέρουμε. Ωστόσο, το «Κύριε ελέησον» είναι η πιο αξιοπρεπής κραυγή αγάπης που έχει ακουστεί.  
Η πλειοψηφία των νέων σήμερα διαμορφώνει τη γνώμη της όχι με κριτήριο την πίστη, αλλά τη λογική των ΜΜΕ, από τα οποία δε απαιτεί κάποιος να αποδέχονται το θέλημα του Θεού. Η «ευθανασία» το υποκαθιστά. Είναι η έσχατη έκφραση αξιοπρεπούς απόγνωσης. Προσευχόμαστε για την ανάπαυση του ανθρώπου που διάλεξε αυτό τον δρόμο, αλλά δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την απόφασή του. Οι νέοι ας σκεφτούν την γενναιότητα της άρσης του σταυρού μέχρι τέλους, τα θαύματα που κάνει ο Θεός δια των αγίων Του, αλλά και την δωρεά της αιωνιότητας σε όσους υπομένουν. Η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του τελικά γαληνεύει.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 14 Σεπτεμβρίου 2016

9/13/16

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


           Οι άνθρωποι, εκτός από το όνομά μας, έχουμε συνήθως και κάποιον τίτλο. Άλλοι το επάγγελμα ή το λειτούργημά μας. Άλλοι κάποιο από τα ξεχωριστά επιτεύγματά μας. Άλλοι κάποιο παρωνύμιο. Άλλοι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μας. Ο τίτλος επισημαίνει τη διαφορετικότητά μας. Ο τίτλος δείχνει στους άλλους με ποιον τρόπο μπορούν να μας απευθύνονται. Ο τίτλος δείχνει το τι είναι σημαντικό για μας και πώς θέλουμε να μας θυμούνται οι άλλοι. Άλλοτε ο τίτλος έχει τοποθετηθεί ειρωνικά για μας από κάποιους άλλους, προκειμένου να μας μειώσουν, να μας λοιδορήσουν, να γίνουμε εξαιτίας του αφορμή χλεύης ή και γιατί όντως μας αξίζει μια τέτοια προσέγγιση εξαιτίας της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα μας.
          Τίτλους αποδώσαμε οι άνθρωποι ακόμη και στον Θεό. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους τίτλους που δίδονται από όσους Τον αναζητούν και Τον αγαπούν, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. «Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησαΐας, 9,4 ). «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α’  Ιωάν. 4,8) είναι δύο εκφράσεις που περιλαμβάνουν τίτλους αποδοχής. Στο πρόσωπο του Χριστού όμως βλέπουμε και άλλους τίτλους, τους οποίους απέδωσαν σ’  Εκείνον οι άνθρωποι της εποχής Του. «Προφήτης», «Διδάσκαλος αγαθός», «Μεσσίας», από την μία και από την άλλη «παραδομένος στον άρχοντα των δαιμονίων», «πλάνος», «ανήρ αμαρτωλός». Όσοι Τον αγάπησαν έβλεπαν σ’  Αυτόν ένα σημείο του ουρανού μοναδικό, τόσο στον λόγο όσο και στα έργα. Όσοι ελέγχθηκαν από τον λόγο και τα έργα Του, Τον απέρριψαν μετά βδελυγμίας, Τον συκοφάντησαν, Τον ταύτισαν με το κακό και την αμαρτία, διότι δεν ήταν τυπολάτρης. Ο κορυφαίος όμως τίτλος που Του αποδόθηκε ήταν αυτός που έγραψε ο Πόντιος Πιλάτος και τον κάρφωσε πάνω στον Σταυρό. «Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ιωάν.  19, 19).
             «Ιησούς». Το όνομά Του. Σημαίνει «ο Θεός σώζει τον λαό Του». Ο Πιλάτος είχε την αίσθηση ότι κατέγραφε ένα τυπικό ιουδαϊκό όνομα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί το διττό περιεχόμενο του ονόματος. Ότι όντως στο πρόσωπο του Κυρίου ο Θεός θα έσωζε τον λαό Του, μόνο που αυτός ο λαός δε θα ήταν μόνο ο ιουδαϊκός, αλλά σύμπαν το ανθρώπινο γένος. Και από την άλλη ότι ήταν ο ίδιος ο Κύριός μας ο Υιός του Θεού, ο Οποίος έδινε τη σωτηρία. Ένα όνομα που απεικόνιζε ταυτόχρονα και τις δύο διαστάσεις. Ότι ο φέρων αυτό είναι ο παντοκράτωρ λυτρωτής και ότι δι’ Αυτού ο Θεός σώζει τον λαό Του εν Αγίω Πνεύματι, διότι στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μπορεί ο κόσμος να γνωρίσει τον Πατέρα και να κατανοήσει την χάρη του Πνεύματος. Ο Πιλάτος καταγράφει ένα συνηθισμένο όνομα. Για εκείνο ήταν ένας ακόμη καταδικασμένος σε θάνατο άνθρωπος, που θα ξεχνιόταν αμέσως από την αρχοντική, διεφθαρμένη συνείδηση και μνήμη του. Για την Ιστορία όμως και τον κόσμο το όνομα αυτό ήταν το «υπέρ παν όνομα», το οποίο θα εκφράζει το Πρόσωπο που μας λυτρώνει και μας αγιάζει από την αμαρτία και τον θάνατο.
             «Ο Ναζωραίος». Μία έκφραση καταγωγής. Μία ταπεινή πόλη, αδιάφορη για τον Πιλάτο, αλλά και για όλους τους ισχυρούς της γης. Η λάμψη της ανύπαρκτη σε σχέση με την Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη, την Αθήνα, την Αλεξάνδρεια, τις μεγάλες πρωτεύουσες του τότε κόσμου. Ένα πρόσωπο με άσημη καταγωγή. Όχι ευγενής και αριστοκράτης. Όχι σπουδαστής του παγκόσμιου πολιτισμού. Προερχόμενος από μία γενιά ξεχωριστή για την ιουδαϊκή ιστορία, αλλά ένας ανάμεσα στους πολλούς. Και αναδεικνύεται το ότι δεν είναι η φήμη της καταγωγής που δίνει αξία στο Πρόσωπο, αλλά το Πρόσωπο προσθέτει στην καταγωγή μία λάμψη που κάποτε είναι μοναδική και ανεπανάληπτη στον τόπο καταγωγής. Αυτό συμβαίνει και με την Ναζαρέτ. Από τον Ευαγγελισμό μέχρι την παραμονή του Κυρίου σ’  αυτήν από την επιστροφή Του από την Αίγυπτο και μέχρι να ξεκινήσει το απολυτρωτικό του έργο, ο τόπος αγιάζεται. Όχι όμως οι άνθρωποι που δεν θέλουν. Και γι’  αυτό δε γίνεται δεκτός στην πατρίδα Του. Ο Πιλάτος λοιπόν δείχνει την υποτίμηση με καταγράφοντας την καταγωγή του Κυρίου. Θυμίζει ανεπαίσθητα και την στάση των συμπατριωτών του Κυρίου έναντί του. Δείχνει όμως ότι η χάρις, το ξεχωριστό, το μοναδικό μπορεί να ξεπηδήσει από τον οποιονδήποτε τόπο, διότι είναι θέμα του Προσώπου.
              «Ο βασιλεύς των Ιουδαίων».  Μ’  αυτή τη φράση ο Πιλάτος ολοκληρώνει την λοιδορία στο Πρόσωπο του Κυρίου. Είναι η αιτία της καταδίκης Του στον σταυρικό θάνατο. Ότι εποίησε τον εαυτό Του βασιλιά των Ιουδαίων. Ότι αρνήθηκε την αυθεντία της κοσμικής εξουσίας. Ότι οι συμπατριώτες Του δε θέλησαν να Τον ακολουθήσουν στην οδό της ρήξης με το κράτος. Στην οδό της ρήξης με τις θρησκευτικές τους παραδόσεις. Στην οδό της αγάπης προς όλους. Στην οδό της υπερνίκησης της αμαρτίας. Στην οδό της ανάστασης. Και ο Πιλάτος, ένας ξένος προς τις ιουδαϊκές συνήθειες και παραδόσεις επικυρώνει την καταδίκη του σταυρού και διαγράφει με την πομπώδη φράση  «ο βασιλεύς των Ιουδαίων» τον τολμητία από προσώπου γης. Χωρίς να το καταλαβαίνει ουσιαστικά καταδικάζει τη νοοτροπία των Ιουδαίων ότι ο βασιλιάς τους θα ήταν κοσμικός άρχοντας. Ότι θα ήταν μόνο γι’  αυτούς. Για να αποκαταστήσει την προτέρα δόξα τους και αν τους κάνει κυρίαρχους του κόσμου. Διαλύει τις αυταπάτες τους. Μαζί με την ειρωνική φράση της σταυρικής καταδίκης ο Πιλάτος επάνω στον Σταυρό καταδικάζει όλες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις οι οποίες ζητούν έναν Θεό στα ανθρώπινα μέτρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να τον χρησιμοποιούν όπως θέλουν. Ταυτόχρονα, χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Πιλάτος πάνω στο Σταυρό καταδικάζει το ίδιο το κοσμικό σύστημα το οποίο υπηρετεί, το στηριζόμενο στην εξουσία πάσης μορφής, στην απόλυτη ήττα και συντριβή. Διότι πάνω από την εξουσία θα αναδεχθεί η Αγάπη.
               Η Εκκλησία μας, εορτάζοντας την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και υπενθυμίζοντάς μας τον τίτλο που αποδίδει ο Πιλάτος στον Εσταυρωμένο Κύριό μας, μας δείχνει και ποιος είναι ο τίτλος που ταιριάζει στον ίδιο τον Τίμιο Σταυρό. Είναι το ξύλο της σωτηρίας του κόσμου από τον Θεό, δια του Κυρίου μας. Όποιος από εμάς κάνει το σημείο του Σταυρού επάνω του αναγνωρίζει τον Κύριό μας ως τον σωτήρα του, αλλά και την ίδια στιγμή βλέπει πώς έρχεται η σωτηρία. Δια της αγάπης και όχι δια της εξουσίας. Όχι με την οίηση της καταγωγής, των χαρισμάτων, των θέσεων και των αξιωμάτων, της αποδοχής από τους ανθρώπους, αλλά με την μοναδικότητα του προσώπου μας που ζητά κοινωνία με τον Θεό. Κι αυτή η κοινωνία είναι σταυρός. Είναι αποδοχή του θελήματος του Θεού εν ταπεινώσει που αλλάζει την ύπαρξή μας. Δεν είναι το προσωπικό μας όνομα μόνο που μας περιγράφει, αλλά και το προσωνύμιό μας:  «χριστιανός», ως «ο φέρων τον σταυρό του και ως αυτός που βοηθά και τους άλλους ανθρώπους να φέρουν τον δικό τους σταυρό». Στην πράξη ο Σταυρός γίνεται τελικά ο δικός μας τίτλος. Ο πολυτιμότερος που μας δόθηκε.  Ο τίτλος της σωτηρίας και της αιωνιότητας. Ο τίτλος της αγάπης. Ο τίτλος της πίστης στον Θεό που νοηματοδοτεί αληθινά την πορεία μας. Μέσα από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μπορούμε να ανυψωθούμε κι εμείς προς τον ουρανό. Την αληθινή μας πατρίδα.

Κέρκυρα, 14 Σεπτεμβρίου 2016

9/10/16

ΦΤΑΝΩ ΣΤΟΝ ΘΕΟ;


                Ο άνθρωπος θέλει να ανεβεί ψηλά. Να προχωρήσει στη ζωή του. Με το μυαλό του και τα χαρίσματά του, με το «έχειν» του, με τη δυνατότητα να παρακολουθεί την πρόοδο του πολιτισμού, με την επιλογή της εύκολης ηδονής την οποία θεωρεί δικαίωμά του, αισθάνεται ότι όχι μόνο θέλεις, αλλά και μπορεί να ανεβεί ψηλά. Να «φτάσει στον Θεό», όπως λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Δε συνειδητοποιεί όχι ότι ο Θεός είναι ψηλά, αλλά ότι έχει ήδη κατεβεί στη γη. Έχει γίνει άνθρωπος, για να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό. Και δεν είναι μεταφορική αυτή η εικόνα. Είναι πραγματική. «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ»  (Ιωάν. 3, 13). «Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό και που είναι στον ουρανό».
                Ο λόγος της πίστης είναι ανατρεπτικός. Διαλύει τις αυταπάτες της αυτοθέωσης. Στον ουρανό ανεβαίνει αυτός που μπορεί να υπερβεί τις διαστάσεις της φύσης του. Όχι μόνο την βαρύτητα, τον χρόνο, τον εγκλωβισμό στο πεπερασμένο της φθαρτότητας. Στον ουρανό μπορεί να ανεβεί αυτός που θα ζήσει για πάντα με τον τρόπο του ουρανού. Κι αυτό δεν είναι φύση αλλά δωρεά χάριτος. Δεν είναι η αμαρτία μόνο που μας εμποδίζει να ανεβούμε στον ουρανό. Η υπερηφάνεια. Η άγνοια. Είναι το ξαστόχημά του προσανατολισμού μας. Η άρνηση της καταγωγής μας, ότι είμαστε παιδιά του Θεού και μέσα από τη σχέση μαζί Του μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο για τον ουρανό. Σπαταλούμε τη ζωή μας, τις στιγμές της, την ομορφιά γύρω μας, τους άλλους, τελικά και τον ίδιο τον εαυτό μας διότι αισθανόμαστε ότι είμαστε θεοί, ο κόσμος και τα πάντα περιστρέφονται γύρω από εμάς, ότι γνωρίζουμε την αλήθεια και ότι είμαστε η αλήθεια, αλλά η ήττα μας από την φύση και τον χρόνο είναι δεδομένη.
 Κι όμως, υπάρχει ο τρόπος το αίτημά μας να εκπληρωθεί. Διότι είναι δωρεά στην ύπαρξή μας η δίψα για ουρανό. Γι’  αυτό πλαστήκαμε από τον Θεό. Για να ζήσουμε αιώνια. Και η αιωνιότητα δεν μπορεί να δοθεί στον παρόντα φθαρτό κόσμο. Η αιωνιότητα έρχεται από το μέλλον. Και το μέλλον έχει μία μεγάλη απάντηση. Την αγάπη. Η αγάπη μας δίνει την αιωνιότητα και μας ανεβάζει στον ουρανό. Μόνο που δεν είμαστε μόνοι στον δρόμο αυτό. Έχουμε οδηγό τον Υιό του Θεού που έγινε υιός του ανθρώπου και ο οποίος όντας φύσει στον ουρανό και πληρώνοντας τα πάντα, προσλαμβάνει και τη δική μας φύση, ώστε να μας δείξει τον τρόπο της θέωσης. Τον τρόπο του ουρανού. Αρκεί να πιστέψουμε και να Τον ακολουθήσουμε στην πράξη.
Ο τρόπος είναι ο Σταυρός. Παραίτηση από την προτεραιότητα του θελήματός μας, όχι άρνησή του, διότι αν δεν θέλεις, τίποτε δε γίνεται. Οικείωση του θελήματός Του. Δηλαδή της αγάπης. Η αγάπη δίνει διάρκεια στην ύπαρξή μας. Η αγάπη ως διαθεσιμότητα στον άλλο. Η αγάπη ως προσευχή. Η αγάπη ως συγχώρεση και πλατυσμός της καρδιάς. Η αγάπη ως ειλικρίνεια. Η αγάπη ως παραίτηση από την προτεραιότητα του εγώ. Η αγάπη ως άρνηση να χρησιμοποιήσουμε τον άλλο και ως ανάληψη της ευθύνης γι’  αυτόν. Η αγάπη ως εμπιστοσύνη στον ουρανό. Η αγάπη ως ελεημοσύνη, αλλά και ως αποδοχή της ελεημοσύνης των άλλων. Όχι επειδή μας συμφέρει, αλλά ως αποδοχή του ότι γι’  αυτό πλαστήκαμε. Και την ίδια στιγμή η αγάπη ως η οδός που νικά τον θάνατο. Ακόμη κι αν αυτός φαίνεται επώδυνος και βασανιστικός. Κανένας σταυρός δεν έχει επάνω του την ευχαρίστηση, αλλά τον πόνο. Ο πόνος όμως αυτός αγιάζει και λυτρώνει όποιον δεν έχει παραιτηθεί από την δίψα του ουρανού. Όποιον δεν έχει αποφασίσει ότι είναι μόνο χώμα και στο χώμα θα πάει, καταδικάζοντας σε θάνατο και τις μνήμες του, διότι πιστεύει ότι δε θα τον  συνοδεύσουν σε μία αιωνιότητα που γι’  αυτόν δεν υπάρχει. Η μεγαλύτερη και τραγικότερη αυταπάτη.
Ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί εύκολα τα όρια του, παρά μόνο μπροστά στον θάνατο. Ο πολιτισμός μας και οι δωρεές της ζωής, τα  επιτεύγματά μας και οι ρυθμοί μας, η αίσθηση ότι το «έχειν» είναι το παν, σωματικά και πνευματικά, και το κατέχειν τους άλλους νοηματοδοτεί τη ζωή μας, μας πάει στον Θεό, μας κρατούν δέσμιους της αυτοθέωσης. Η Εκκλησία, δείχνοντας τον δρόμο του Σταυρού,  μας προετοιμάζει για τον αληθινό τρόπο του ουρανού, που τελικά κρύβει την χαρά της κοινωνίας με Αυτόν που κατέβηκε στη γη. Και γι’  αυτό στους ναούς μας σπουδάζουμε αυτή την κάθοδο. Μέσα από το φως, άλλοτε λιτό και άλλοτε μεγαλόπρεπο, που πηγάζει όμως από την αρχιτεκτονική που το ζητά. Μέσα από την εικονογράφηση, με τις μορφές των αγίων που ξεκινούν μαζί με μας να ανεβαίνουν για να συναντήσουν τον Παντοκράτορα. Και με την ελπίδα του κεριού και του λιβανιού να ανεβαίνει κι αυτή. Ο Σταυρωθείς υψώθηκε για να μας δείξει την οδό. Και όλα μας ακολουθούν τον δικό Του τρόπο. Και οι καρδιές μας, όσο πιστεύουμε.

Κέρκυρα, 11 Σεπτεμβρίου 2016      

9/8/16

ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ (σχόλιο στο ομότιτλο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη)


Ο Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι ένας από τους λίγους σύγχρονους διανοούμενους που τολμά να υπερβαίνει την κομματική κριτική για τα τεκταινόμενα και να μην παραμένει σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, αλλά να προτείνει τον αγώνα για την αλλαγή εντός μας. Να βρούμε νόημα. Να διαμορφώσουμε ταυτότητα που θα αντανακλά τα θετικά χαρακτηριστικά της ύπαρξης και της ζωής. Να διδαχθούμε από μορφές της Ιστορίας οι οποίες εργάστηκαν για το κοινό καλό, όπως οι εθνικοί ευεργέτες. Οι δάσκαλοι να μην ξεκινούν από το τι δεν τους προσφέρει το κράτος ή η κοινωνία, αλλά να δούνε τι μπορούνε οι ίδιοι να προσφέρουν στη νέα γενιά. Διαβάζοντας τα κείμενά του μπορούμε να αισιοδοξούμε. Να δούμε όχι αυτό που δεν έχουμε, αλλά αυτό που μπορούμε να γίνουμε. Ο λόγος του αποτυπώνει μία πρόταση ήθους και ζωής που νοηματοδοτεί  και καλεί τον καθέναν μας να αφυπνιστεί.
Το νέο του βιβλίο «Το Θάρρος που κοιμάται- επιστολές σ’ έναν νεαρό φίλο» (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι μία τετραμερής επιστολή  σ’ έναν νέο άνθρωπο, τον Λίνο, μέσα από την οποία ο συγγραφέας δίνει ένα όραμα ζωής αντλημένο από ανθρώπους απλούς και καθημερινούς, οι οποίοι «μπόρεσαν αυτό που ήθελαν» (σελ. 28). Ανθρώπους οι οποίοι, ακόμη κι αν δεν είχαν τίποτα, «είχαν την ψυχή τους» (σελ. 29). Και προχώρησαν με όπλο ένα θάρρος, το οποίο έγινε ανδρεία. Αυτό το θάρρος που κοιμάται είναι η πρότασή του για τη νέα γενιά. Αυτή που συνηθίζει να της αρέσει «η νωθρότητα περισσότερο κι από την επιτυχία» (σελ. 33).
«Αρνήσου όσες περισσότερες ευκολίες μπορείς» (σελ. 40).  «Μη μεταφέρεις τις ευθύνες που σου αναλογούν σε άλλους» (σελ. 40). «Φαντάσου ότι πολλά εξαρτώνται από σένα... δοκίμασε να αναλάβεις πολύ περισσότερα απ’ αυτά που θα προτιμούσες» (σελ. 41). «Μη μένεις στη λύπη για τις δοκιμασίες της ζωής. Μη μένεις την απογοήτευση γιατί η κοινωνία, το κράτος, το σύστημα δε σου δίνει αυτό που θα ήθελες...Η λύπη μας κάνει να μένουμε ζαρωμένοι, ασάλευτοι, πληγωμένοι, να γλείφουμε τα τραύματά μας, να ναρκωνόμαστε στον πόνο μας, να γινόμαστε στρεψόδικοι: να κακιώνουμε με την τύχη, με τη μοίρα ή και με τον Θεό επειδή μας διάλεξαν για να γίνουμε θύματα. Ο λυπημένος δεν εξεγείρεται ούτε υποτάσσεται . απλώς αυτοεγκαταλείπεται» (σελ. 55).
Θάρρος σημαίνει «κινούμαι για να ξεπεράσω τον φοβητσιάρη εαυτό μου, αυτόν που τρέμει μήπως του λείψει το ένα ή το άλλο» (σελ. 65). «Θάρρος σημαίνει θετική δράση, κατίσχυση του Εκούσιου πάνω στο Ακούσιο» (σελ. 69). Θάρρος σημαίνει την απόφαση να παλέψω να σώσω και «σώζω σημαίνει σώζομαι» (σελ. 69). «Με την αυτοκτονία διαμαρτύρεσαι και αποχωρείς, με την αυτοθυσία αποχωρείς και την ίδια στιγμή εργάζεσαι για τα μετέπειτα» (σελ. 73).  «Ήρωας είναι ο άνθρωπος που ηθελημένα παύει να επαφίεται στους άλλους ανθρώπους. Δεν είναι από περιφρόνηση η επειδή σιχάθηκε την μετριότητά τους. Το ένστικτό του αξιώνει απ’ αυτόν το κατ’ εξαίρεσιν, να πράξει αυτό που οι άλλοι αδυνατούν να πράξουν. Οι άθλοι δεν επιτελούνται συνεταιρικά. Ένας θα τους επωμιστεί και θα  ‘ναι πολύ πιο μπροστά απ’ τους πολλούς, όχι υπέρ ή εναντίον τους» (σελ. 91).
Αυτός ο δρόμος δεν είναι όμως μόνο για λίγους ή για τους άλλους. Μπορεί να είναι ο δικός μας, ο προσωπικός δρόμος. Αυτό επιτυγχάνεται όταν λειτουργεί η συνείδησή μας. «Γεννήθηκα για να γίνω συνειδητός» (σελ. 139) σε ό,τι κάνω. «Αρνούμαι να υποκύψω στις συμπτώσεις, όπως και σε έναν απόλυτο προκαθορισμό» (σελ. 139).  Αρνούμαι να κάνω εκπτώσεις στη συνείδησή μου, διότι αισθάνομαι ότι στον αέρα πλανιέται «η αιδώς» (σελ. 118)  και την ίδια στιγμή πιστεύω. «Δεν γίνεται να πας πολύ μακριά αν λείψει το θάρρος και θάρρος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς μια κάποια πίστη, που δεν είναι ανάγκη να είναι του ευλαβούς, του ζηλωτή ή του προσήλυτου. Πίστη είναι μια σταθερότητα, ένα κέντρο βάρους χωρίς πνευματική δυσκινησία. Η πίστη είναι στην ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια ή κάποιον προορισμό που βρίσκεται μέσα και έξω από σένα» (σελ. 141).
Την ίδια στιγμή ο καθένας μας, μέσα στη συνείδησή του, χωρά ως αποστολή όλη την ανθρωπότητα. Μπορεί εγώ να μη βλάπτομαι από τις πράξεις μου, ακόμη κι αν παραβιάζουν το ήθος. Όμως βλάπτεται η ανθρωπότητα. Έχει αξία να νιώθουμε ότι ο ένας εκπροσωπεί τον καθέναν, όπως θα έπρεπε να είναι ο καθένας. Κι αυτό το όπως θα έπρεπε δεν είναι αγγαρεία, αλλά είναι νόμος στον  οποίο μπορούμε να συμβάλουμε, να αισθανόμαστε «θεσμοθέτες ευταξίας». Ήσυχη συνείδηση τελικά έχει αυτός που μπορεί να πει: «Παίρνω όσα μου αναλογούν». «Αναλαμβάνω την ευθύνη για όσες τυχόν βλάβες έχω προκαλέσει». «Ό,τι αποκτώ για την ευτυχία μου, δεν το αφαιρώ από την ευτυχία τω άλλων» (σελ. 165).
Υπάρχουν «το Μέτρον, η Ισορροπία, η Αρμονία» (σελ. 146). Το κακό δεν είναι ισόβαθμο του καλού. Είναι έκπτωσή του. Είναι το μη ον έναντι του όντος. Μπορεί το κακό να μην θεραπεύεται εύκολα, δεν κατακτά όμως ολόκληρη την ύπαρξή μας. Γι’ αυτό και μέσα στην αληθινή αγάπη δεν βλέπουμε μόνο αυτό που είναι ο άλλος. «Αγαπούμε και τις δυνατότητές του». Το ίδιο και σε μας. Προστατεύομε την επιθυμία να είμαστε δημιουργικοί. Πορευόμαστε με ταπείνωση και όχι με οίηση. «Παλεύουμε για να ζούμε στο ακέραιο» (σελ. 195). Και την ίδια στιγμή «θα πάρουμε μαζί μας στην αιωνιότητα ό,τι αγαπήσαμε» (σελ. 173)  
Όλα αυτά θέλουν παραδείγματα, διδαχή και κυρίως αποφασιστικότητα να πάμε κόντρα στο ρεύμα εκούσια. Και επειδή δεν περιμένουμε να δούμε στο σύστημα και στα είδωλά του τέτοια πρότυπα, ο συγγραφέας προτείνει να αναζητήσουμε «τους ιχνευτές της αλήθειας και της ομορφιάς» (σελ. 194), όχι όμως για να γίνουμε αντιγραφείς ή απλώς θεματοφύλακες του θησαυρού τους. Να μιμούμαστε «την ορμή που γέννησε σπουδαία έργα και την τέχνη που σμίλεψε την μορφή τους» (σελ. 194), τουτέστιν ο καθένας μας να αποφασίσει να βρει το δικό του θάρρος που κοιμάται και την ίδια στιγμή να καλλιεργήσει τα όποια χαρίσματά του, πολεμώντας αυτούς που θέλουν να μας ρίξουν στο τίποτα.
Δεν είναι ηθικολογία ο δρόμος αυτός. Είναι η εμπειρία της ζωής των δημιουργικών ανθρώπων. Ενός αγρότη που κουβαλά το φορτίο του όχι ως αγγαρεία, αλλά επειδή είναι η δουλειά του και ο μόχθος του.  Ενός γυμνασιάρχη παπά, ο οποίος ξεκινά με το να μαθαίνει στους μαθητές του πρώτα το Γράμμα, το «ορθό» στα γράμματα, την ακρίβεια, τη σύνταξη, τη λέξη, και μετά να τους ανοίγει το δρόμο για το Πνεύμα. Μιας Μικρασιάτισσας προσφυγοπούλας που ασκήθηκε στην στέρηση αλλά δεν απεμπόλησε την ψυχή της. Ενός δασκάλου που η ανταμοιβή του ήταν να τρώει με μεγαλύτερη όρεξη μετά την προσφορά το φαγητό του. Ενός γεωπόνου που έφτασε σε γεράματα, αλλά δεν άφησε το κλαδευτήρι και τη σχέση με τη γη. Ένας Σκωτσέζου ιερέα που ενέπνευσε δύο γυναίκες  να παλέψουν ενάντια στην αυθαιρεσία των βιομηχάνων της πόλης που έμεναν και που το τέρας της κερδοφιλίας τους έκανε να καταπίνουν οτιδήποτε νεανικό είχε η πόλη και οι άνθρωποί της στο βωμό του χρηματικού ειδώλου. 
Ο δρόμος του καθηγητή Καραποστόλη  είναι αξιακός. Είναι δρόμος που ζητά κόπο και όχι ευκολία. Πίστη που σε οδηγεί στο αιώνιο και στον δρόμο του Απόλυτου και όχι σε θρησκοληψία. Ελευθερία και όχι φανατισμό. Δημιουργικότητα και όρεξη, όχι παρασιτισμό. Είναι δρόμος αληθινής παιδείας, η οποία σε βάθος χρόνου γεννά ανθρώπους που έχουν νόημα στη ζωή. Θα βρούμε τον τρόπο να ξυπνήσουμε το κοιμισμένο θάρρος μας και να αποτινάξουμε την αυτοπαράδοση μας σε έναν πολιτισμό και μια κοινωνία που μας κρατά φοβισμένους και κλινικά νεκρούς; Να γίνουμε «αδέκαστοι», αυτοί που αντιστέκονται στο «όλα επιτρέπονται» και που έχουν αποφασίσει ότι υπάρχει η έννοια του «κοινού αγαθού» και όχι του ατομικού συμφέροντος μόνο (σελ. 163); Η απάντηση είναι προσωπική και την ίδια στιγμή το μεγάλο ΝΑΙ γεννά τις προϋποθέσεις για μια αλλιώτικη κοινωνία!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 8 Σεπτεμβρίου 2016