3/31/11

ΧΑΙΡΕ ΧΡΩΤΟΣ ΤΟΥ ΕΜΟΥ ΘΕΡΑΠΕΙΑ, ΧΑΙΡΕ ΨΥΧΗΣ ΤΗΣ ΕΜΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑ


Ο κόσμος, όταν κάνει λόγο για πνευματικότητα, εννοεί την δύναμη του νου. Εννοεί την γνώση και το ανοικτό πνεύμα θέασης της ζωής, τον φιλοσοφικό στοχασμό, την εμβέλεια του λόγου που αναφέρεται σε θέματα που έχουν να κάνουν όχι με την υλική πραγματικότητα, αλλά με τις ιδέες. Και η ζωή χτίζεται ως επιβίωση με τα αγαθά, την εργασία, την ύλη, αλλά ως ποιότητα έχει να κάνει με τις ιδέες και τις ηδονές. Ο πνευματικός άνθρωπος ζητά να οργανώσει όχι μόνο την δική του ζωή, αλλά και τις ζωές των άλλων, με γνώμονα τις ιδέες, είτε δικές του είτε παρμένες από διάλογο με τα κείμενα και τις σκέψεις άλλων. Και η κοινωνία έχει ανάγκη τους πνευματικούς ανθρώπους, διότι αυτοί είναι που μπορούν να δείξουν πώς γίνεται οι άνθρωποι να ανεβάζουν το επίπεδο της ζωής τους, ασχολούμενοι όχι μόνο με την επιβίωση, αλλά και με την δυνατότητα να χτίζουν σχέσεις στηριγμένες στον ανθρωπισμό, την δικαιοσύνη, την κοινωνική αρμονία, ακόμη κι αν αυτό προϋποθέτει θυσίες ή την χρήση άλλων ανθρώπων ως υποτακτικών τους. Αυτός ο τρόπος ζωής φέρνει ηδονές, που δεν περιορίζονται μόνο στο προσωπικό επίπεδο και έχουν να κάνουν με την καταξίωση, την αποδοχή, την χαρά που αναζητεί ο κάθε άνθρωπος, αλλά προεκτείνονται και σε κοινωνικό, διότι μόνο μέσα από την οργάνωση της ζωής με στόχο την ποιότητά της, μπορεί να υπάρχει σκοπός και χαρά, λόγω της επιτυχίας.
Οι πνευματικοί άνθρωποι συνήθως λειτουργούν ως κοινωνικοί ιατροί. Διαγιγνώσκουν τις ασθένειες και την παθολογία της κοινωνίας στην οποία ζούνε, και , ανάλογα με τις ιδέες τους, προτείνουν λύσεις και τρόπους θεραπείας. Ο αγώνας τους μάλιστα, είναι να πείσουν και άλλους, ιδίως όσους έχουν ευθύνη για την πορεία της κοινωνίας, όπως είναι οι πολιτικοί και οι εκπαιδευτικοί, για την ορθότητα της θεραπείας που προτείνουν και να βρούνε οι ιδέες τους εφαρμογή. Εκεί έρχεται η σύγκρουση, η διαπάλη των ιδεών. Και είναι η Ιστορία της ανθρωπότητας στην πράξη μία συνεχής σύγκρουση ανάμεσα σε ιδέες και πρόσωπα που αποσκοπούν στην θεραπεία των αδυναμιών της κοινωνίας ή στην εξουσία πάνω σ’ αυτήν, με την δύναμη είτε των όπλων είτε της καλάμου.
Απέναντι σ’ αυτή την θεώρηση του κόσμου και στον τρόπο των πνευματικών ανθρώπων, η Εκκλησία μας καλεί, ιδίως κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να δούμε έναν άλλο τρόπο θέασης του πνεύματος και της πνευματικότητας. Πνευματικός άνθρωπος είναι για την Εκκλησία αυτός ο οποίος αγωνίζεται να προσελκύσει το Άγιο Πνεύμα στην ύπαρξή του, να το αποκτήσει και να γίνει φορέας του. Αυτό σημαίνει να βρει το Θεό και να Τον κρατήσει στη ζωή του. Όμως κάτι τέτοιο συνεπάγεται την ανάγκη να διαπιστώσει την δική του, προσωπική ασθένεια πρωτίστως, να βρει την θεραπεία, να σωθεί, να κατασταθεί δηλαδή ακέραιος έναντι του Θεού και του πλησίον, και στη συνέχεια να μοιραστεί την εμπειρία του με τους συνανθρώπους του.
Η πνευματικότητα για την Εκκλησία δεν είναι διαπάλη ιδεών, αλλά θεραπεία του ανθρωπίνου «χρωτός». Σημαίνει αναγνώριση ότι υπάρχει ασθένεια, που είναι η αμαρτία, και αγώνας για την ίασή της. Και η ίαση έρχεται με τα φάρμακα της πνευματικής ζωής, όπως είναι η προσευχή και η νηστεία, όπως είναι η διαφύλαξη του νου από τους πονηρούς λογισμούς, η αντίσταση του ανθρώπου σ’ εκείνες τις επιθυμίες που τον χωρίζουν από το Θεό και τον συνάνθρωπο, και, ταυτόχρονα, η καλλιέργεια της αγάπης προς τον Θεό, όπως αυτή γίνεται μέσα από την μνήμη του. Χωρίς μνήμη Θεού, όπως αυτή εκφράζεται στην αναφορά προς Αυτόν, στην μελέτη των δικαιωμάτων Του, στην εγκαθίδρυση του Θεού στην καρδιά, στην αναζήτηση του θελήματός Του, στην λατρεία Του, η όποια θεραπεία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, γιατί απλώς περιορίζει τα συμπτώματα της ασθένειας, αλλά δεν καθιστά τον άνθρωπο ζώσα ύπαρξη. Κι έτσι, η ψυχή μας δεν σώζεται, ο άνθρωπος δηλαδή δεν βιώνει την ακεραιότητα της αγάπης έναντι του Θεού, δεν πληρούται δηλαδή εσωτερικά από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα ο νους του να είναι αλλού, προσανατολισμένος στον παρόντα κόσμο, στις ιδέες και τις απολαύσεις του, ακόμη κι αν διατρέφει μέσα του αναζητήσεις ή ελπίδες κοινωνίας με το Θεό.
Θεραπεία του χρωτός και σωτηρία της ψυχής είναι για την Εκκλησία η θεραπεία του όλου ανθρώπου. Συνήθως, ως πνευματικότητα εννοούμε την ίαση της ψυχής μας, τον πόλεμο κατά των παθών της. Όμως στην εκκλησιαστική ζωή η θεραπεία περιλαμβάνει και το σώμα. Το σώμα κινείται με γνώμονα τις επιθυμίες. Ξεκινά από την ανάγκη για επιβίωση, αυτάρκεια και χαρά και κινεί και την ψυχή προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό οι μεγάλες ιδέες στην ιστορία του κόσμου είχαν ως στόχο την κοινωνική μεταρρύθμιση, δηλαδή την θεραπεία των αναγκών του ανθρωπίνου σώματος και έθεταν την ψυχή στην υπηρεσία του. Για την Εκκλησία όμως στόχος της πνευματικής ζωής δεν είναι η μεταρρύθμιση του κόσμου και η ικανοποίηση των αναγκών του σώματος, αλλά η συνάντηση με το Θεό. Αυτή θα καλύψει και τις σωματικές ανάγκες, αφού ο άνθρωπος θα κατανοήσει ότι «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται», και θα διαπιστώσει ότι τίποτε ο Θεός δεν θα τον αφήσει να στερηθεί, από όσα πραγματικά έχει ανάγκη, αρκεί να ζητήσει και να αποκτήσει στην καρδιά του «την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Του» και τα υπόλοιπα θα του προστεθούν.
Η συνάντηση αυτή δεν έχει ως κέντρο τον νου αλλά την καρδιά, δηλαδή τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και τότε διαλύεται μία ακόμη λανθασμένη θεώρηση. Ο άνθρωπος που έχει συναντήσει τον Θεό και αγωνίζεται για την θεραπεία του στην εκκλησιαστική ζωή τίποτε δεν θα στερηθεί, ακόμη κι αν στερηθεί τα αγαθά και τις ηδονές στην ποσότητα και την ποιότητα που για τον κόσμο θεωρείται το κατώφλι της ευτυχίας. Γιατί η ευτυχία προέρχεται από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά που αγωνίζεται να είναι καθαρή και ο άνθρωπος τότε «τον Θεόν όψεται». Και μέσα από αυτήν την θέαση του κόσμου κατά Θεόν, ο άνθρωπος χαίρεται αληθινά την αγάπη και την κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο, όχι απομονώνοντας το σώμα από την ψυχή, ούτε υπερτονίζοντας το ένα εις βάρος του άλλου, αλλά εντάσσοντας την ύπαρξη του στη ζωή της Εκκλησίας, στα μυστήριά της, στη χαρά της κοινωνίας με τον αδελφό του.
Υπάρχει μία ακόμη μεγάλη διαφορά στον τρόπο που ο κόσμος και η Εκκλησία βλέπουν τον πνευματικό άνθρωπο. Ο κοσμικός πνευματικός άνθρωπος ανήκει στην elite της κοινωνίας. Χρειάζεται κόπο, σπουδή, γνώση, κοινωνική ανέλιξη για να πετύχει. Δεν είναι για όλους η ιδιότητα του πνευματικού κατά κόσμον ανθρώπου. Στην Εκκλησία όμως η πνευματική ζωή και η ιδιότητα του πνευματικού κατά Θεόν ανθρώπου είναι μία πρόσκληση ανοιχτή για όλους. Ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, ο αγώνας του Πνεύματος δεν είναι αγώνας για να γίνει κάποιος σπουδαίος και να αλλάξει τον κόσμο. Αντιθέτως, όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κάποιος πνευματικά στην Εκκλησία, τόσο ταπεινώνει τον εαυτό του, γιατί γνωρίζει ότι «χωρίς τον Θεόν ου δύναται ποιείν ουδέν», ενώ έχει ως μέτρο σύγκρισής του όχι τους άλλους, αλλά την τελειότητα και καθαρότητα του Θεού και εκεί κατανοεί ότι τα μέτρα του είναι ενώπιον του Θεού μηδαμινά. Μέσα από αυτό το ήθος της ταπείνωσης τότε μπορεί και κρατά την χάρη του Θεού και ωφελεί εν αγάπη τους συνανθρώπους του. Γιατί ο κατά Θεόν πνευματικός άνθρωπος φέγγει ως «λύχνος» όλους και είναι «πόλις επάνω όρους κειμένη».
Η Εκκλησία μας, μέσα από την ακολουθία των Χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο, μας δείχνει ακριβώς αυτόν τον δρόμο. Η Παναγία ήταν μία ασήμαντη κοπέλα, όπως μυριάδες άλλες που πέρασαν από αυτόν τον κόσμο. Είχε όμως την αληθινά πνευματική μόρφωση και την παρουσία της χάριτος του Θεού μέσα της. Άνοιξε όχι μόνο τον νου ή την ψυχή στο Θεό, αλλά και το σώμα της έδωσε ώστε Εκείνος να σαρκωθεί. Και έχοντας κατά νουν το «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου» παρέμεινε όχι απλώς σ’ αυτή τη ζωή πνευματικός άνθρωπος, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί πνευματικά στην αιωνιότητα, δίπλα στον Υιό και Θεόν της. Ήταν άλλωστε η Παναγία ό,τι ωραιότερο έχει δώσει το ανθρώπινο Γένος στο Θεό και ο Χριστός, σαρκούμενος εντός της, την έκανε γέφυρα ζωής και κοινωνίας με το Θεό. Και εκείνη παραμένει το δικό μας πρότυπο πνευματικότητας.
Αυτήν έχοντας κατά νουν ας αγωνιζόμαστε για την δική μας θεραπεία της ψυχής και του σώματος, που έρχεται όταν εκζητούμε το Άγιο Πνεύμα, όταν κοινωνούμε τον Χριστό στα μυστήρια, όταν αγωνιζόμαστε να μεταμορφώσουμε τον εντός μας κόσμο σε κόσμο Θεού. Ας διαλαλούν οι κατά κόσμον «πνευματικοί» άνθρωποι τις ιδέες τους και τους στόχους τους. Βλέπουμε άλλωστε, την αποτυχία τους να αλλάξουν την ανθρώπινη φύση, ακόμη κι αν χτίζουν έναν κόσμο διαφορετικό. Χωρίς θεραπεία της ύπαρξης, δεν υπάρχει αληθινή μεταμόρφωση. Κι εμείς γνωρίζουμε ότι νόημα ζωής έχουμε όταν είμαστε πρόσωπα που σχετιζόμαστε με τον Θεό. Κι εκεί έγκειται η αληθινή πνευματικότητα, που σώζεται και σώζει.

Κέρκυρα, 1 Απριλίου 2011

3/29/11

ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΣΤΗΝ «ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ- ΚΡΑΤΟΥΣ»


Ολοκληρώθηκε η σειρά του ΣΚΑΙ «1821: η γέννηση ενός έθνους-κράτους». Έχοντας παρακολουθήσει από την αρχή την φιλοσοφία και τον τρόπο που η σειρά στήθηκε όχι για να μας δείξει «την Ιστορία όπως δεν την είχαμε ξαναδεί», αλλά για να εξυπηρετήσει μία ερμηνεία της Ιστορίας, στηριγμένη σε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, αυτό που θα θέλαμε να τονίσουμε είναι την απογοήτευσή μας για μία μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε εξαιτίας ιδεοληψιών. Διότι μέσα από ένα τηλεοπτικό κανάλι που θέλει να θεωρείται σοβαρό δεν έγινε ιστορική έρευνα ή επιστημονική αντιπαράθεση, αλλά προπαγάνδα από μία ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι θέλησαν να δείξουν ότι είναι οι μόνοι που κατέχουν την ιστορική αλήθεια. Πουθενά στη σειρά δεν εμφανίστηκαν αντίθετες οπτικές. Δεν προσκλήθηκαν μελετητές, οι οποίοι να δίνουν και την άλλη ή τις άλλες ερμηνείες. Βεβαίως, κάτι τέτοιο θα έδειχνε ότι οι «αναθεωρητές» της Ιστορίας δεν έχουν το αλάθητο, αλλά φαίνεται ότι δεν το ήθελαν. έτσι αυτο-αναγορεύθηκαν.
Το όγδοο και τελευταίο επεισόδιο αποτέλεσε το «ξεγύμνωμα» των προθέσεων των παραγωγών και του καναλιού. Ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκαν ότι η Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, οργανώθηκε σε έθνος-κράτος αποκτώντας ταυτότητα, η οποία στηρίχτηκε σε τέσσερις μύθους: την σύνδεση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν, την δήθεν συμβολή της Εκκλησίας στον Αγώνα του 1821, την αγιοποίηση των αγωνιστών και την απόκρυψη των σφαγών που οι Έλληνες διέπραξαν και, τέλος, την εθνική ομογενοποίηση, που ήταν κατασκεύασμα και όχι πραγματικότητα. Τα επιχειρήματα των συντελεστών της σειράς δεν ήταν καινούρια και για έναν μέσο αναγνώστη και μελετητή της Ιστορίας δεν αποτέλεσαν έκπληξη. Όσοι όμως τηλεθεατές δεν γνωρίζουν ή έχουν μείνει στην ιδέα ότι η Ιστορία του 1821 διδάσκεται όπως διδασκόταν στα χρόνια της δικτατορίας, πιθανόν να εντυπωσιάσθηκαν, ενώ οι νεώτεροι μάλλον δεν θα ένιωσαν και ιδιαίτερα υπερήφανοι για το παρελθόν τους.
Η σειρά από την αρχή έδινε την εντύπωση ότι υποστήριζε ότι οι Έλληνες δεν ήταν έθνος πριν το 1821 και ότι με την επανάσταση ακολούθησαν το γίγνεσθαι του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που οδήγησε στη δημιουργία εθνών-κρατών. Αυτή η οπτική εξυπηρετεί τον κύριο στόχο της σειράς που δεν ήταν άλλος από τα να καταδείξει ότι πριν την Επανάσταση και κυρίως από το 1452 έως το 1750 (οπότε και ξεκίνησε κατά κάποιους μελετητές ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός) Έλληνες και Τούρκοι συνυπήρχαν αρμονικά. Άρα, κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει και σήμερα, και, κυρίως, αύριο. Το 1821 υπήρξε ένα επεισόδιο που διατάραξε την συνύπαρξη και οδήγησε στο οριστικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών το 1922. Πλέον δεν υπάρχει λόγος να θυμόμαστε ό,τι μας χωρίζει, αλλά μπορούμε και οικονομικά και γεωστρατηγικά να συνεργαστούμε ως φίλοι. Αυτή είναι η λογική του «νεο-οθωμανισμού», την οποία φαίνεται να υπηρετούν με συνέπεια οι συντελεστές της σειράς, όπως επίσης και μία σειρά από άλλους καθηγητές, δημοσιογράφους, πολιτικούς και καναλάρχες και, βεβαίως, οικονομικοί και επιχειρηματικοί παράγοντες, όπως η Εθνική Τράπεζα, χορηγός της σειράς, η οποία, όλως τυχαίως, έχει εξαγοράσει τη τουρκική Finansbank και έχει κάθε λόγο να προστατέψει την επένδυσή της στη γείτονα. Κι αυτό δε γίνεται μόνο σήμερα, αλλά με προοπτική το αύριο, αφού οι νεώτεροι δεν θα έχουν «πατριωτικές» προκαταλήψεις, ούτε θα ενοχλούνται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τουρκικής διεκδίκησης ζωτικού χώρου και επέκτασης τόσο στο Αιγαίο όσο και σε άλλα τμήματα της επικράτειάς μας. Αφού η Ιστορία δεν μας χωρίζει, γιατί να μην κάνουμε όσα βήματα πίσω χρειάζεται; Αν μάλιστα, εξασφαλίζουμε και την ειρήνη, την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα, για παρελθόν, και μάλιστα, αμφισβητούμενο, θα μιλάμε;
Ποιος ρώτησε τους Τούρκους αν συμφωνούν με την διατήρηση του status quo αυτό είναι βεβαίως άλλη υπόθεση.
Τα τέσσερα επιχειρήματα πάντως των συντελεστών της σειράς παρουσιάζουν ενδιαφέρον, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αναμόχλευση θέσεων του παρελθόντος, κυρίως πολιτικών που ερμηνεύουν και χρησιμοποιούν την Ιστορία για να περάσουν τις θέσεις τους.
Το αρχαιοελληνικό παρελθόν μας αμφισβητήθηκε από τον Φαλμεράγιερ και τις ιστορικές θεωρίες του πανσλαβισμού, έργο των οποίων είναι σήμερα το κρατίδιο των Σκοπίων που καπηλεύεται το όνομα της Μακεδονίας. Οι συντελεστές της σειράς έθεσαν το ίδιο ερώτημα: πόσο συνεχιστές του αρχαιοελληνικού τρόπου σκέψης και ζωής είμαστε οι Έλληνες; Μήπως τελικά μόνο ο τόπος και τα ερείπια μας συνδέουν με το παρελθόν μας και τα υπόλοιπα ήταν κατασκευάσματα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και των Βαυαρών;
Η απάντηση, εκτός των άλλων, περνά μέσα από την παρουσία της Εκκλησίας και τη σύνδεση του λαού μας μ’ αυτήν. Το αρχαιοελληνικό παρελθόν μας διασώθηκε στην γλώσσα της θείας λειτουργίας και των ιερών ακολουθιών, στη ρητορική των επισκόπων, των παπάδων και των μοναχών, στην εκμάθηση των γραμμάτων στους ναούς και τους νάρθηκες των μοναστηριών από τους ταπεινούς ιερείς. Αυτή η διάσωση της συνέχειας, η σύνδεση της γλώσσας με την θρησκευτική πίστη δημιούργησε τη συνείδηση που οι αγωνιστές του 1821 είχαν για τα αγάλματα και τα κατάλοιπα του αρχαίου πολιτισμού μας, όπως αποτυπώνεται στην περίφημη φράση του Μακρυγιάννη «Γι’ αυτά πολεμήσαμε» σε δύο Έλληνες στρατιώτες που ήθελαν να τα πουλήσουν «σε κάτι Ευρωπαίους». Οι φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν κληρικοί) θα προχωρήσουν στην σταδιακή επανέκδοση των αρχαίων Ελλήνων και Βυζαντινών συγγραφέων όχι για να στήσουν έναν εθνικό μύθο, αλλά γιατί διέβλεπαν την ιστορική συνέχεια και όταν οι περιστάσεις επέτρεψαν, την έκαναν πράξη στην παιδεία του Γένους. Οι Βαυαροί δεν δημιούργησαν κάτι εκ του μη όντος, αλλά υπερτόνισαν αυτό που ήδη ήταν συνείδηση του λαού.
Αυτή όμως η παρουσία της Εκκλησίας ενοχλεί ευρύτερα, διότι η θρησκευτική πίστη γεννά και την διαφορά ανάμεσα στους λαούς. Έτσι οι συντελεστές χτυπούν την συμβολή της Εκκλησίας στον Αγώνα του 1821 και στην διάσωση του Γένους κατά την Τουρκοκρατία μιλώντας για τον μύθο του κρυφού σχολειού και τονίζοντας ότι η επίσημη Εκκλησία δια του Πατριαρχείου ήταν αντίθετη με την επανάσταση. Το αν υπήρξε ή όχι «κρυφό σχολειό» δεν μπορεί η Ιστορία ούτε να το αποδείξει ούτε να το απορρίψει. Τι «κρυφό σχολειό» θα ήταν αν υπήρχαν ιστορικές μαρτυρίες; Η συλλογική μνήμη του λαού όμως σε αρκετούς τόπους είναι κριτήριο. Όπως και το γεγονός ότι τα παιδιά μάθαιναν γράμματα στους ναούς και τα μοναστήρια, κάτι που κανείς σοβαρός ιστορικός δεν αμφισβητεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αν αυτό γινόταν υπό την πίεση των Τούρκων ή μέσα σε καθεστώς απολύτου ελευθερίας, μάλλον ήταν θέμα τόπου, Τούρκων διοικητών και κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, ιδίως πριν το 1700. Άρα, το πρόβλημα δεν είναι «το κρυφό σχολειό», αλλά η συμβολή της Εκκλησίας στην διαφύλαξη της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων.
Αναφορικά με την στάση της επίσημης Εκκλησίας χρειάζεται να επισημάνουμε την Βατικάνεια αντίληψη που έχουν για την Ορθοδοξία οι συντελεστές της σειράς και άλλοι ομοϊδεάτες. Στην Ορθοδοξία υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει «η Αλάθητη αρχή», όπως στη Δύση. Η στάση των μελών της Εκκλησίας έναντι του Αγώνα δεν υπήρχε περίπτωση να εξαρτηθεί από την στάση του Πατριαρχείου. Η στάση όμως της τουρκικής διοίκησης έναντι των Ελλήνων που δεν μπορούσαν να επαναστατήσουν, όπως στην Κωνσταντινούπολη και την Μικρά Ασία, εξαρτώνταν κατά μεγάλο βαθμό από τη στάση του Πατριαρχείου. Γι’ αυτό και ο αφορισμός του Υψηλάντη, αλλά, και την ίδια στιγμή, η συμμετοχή μεγάλου αριθμού επισκόπων και ιερέων στην Επανάσταση. Γιατί οι επίσκοποι και οι ιερείς στην Ορθοδοξία δεν είναι κάστα που λειτουργεί ερήμην του λαού, αλλά προέρχεται από αυτόν, αφουγκράζεται τις ανάγκες του και συμπάσχει.
Η πίστη των Ελλήνων στο Θεό, η χριστιανική τους ιδιότητα αποτέλεσε το συνεκτικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 είναι σαφής για το ποιος είναι Έλληνας: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Δεν μιλά ούτε για Αρβανίτες, ούτε για Αρμένιους, ούτε για Βλάχους, ούτε για Ρουμελιώτες, ούτε για Μοραΐτες, ούτε για προύχοντες ούτε κάνει καμία άλλη διάκριση. Το κριτήριο της ελληνικότητας είναι η πίστη στο Χριστό. Αυτό θα ήταν αρκετό για έναν σοβαρό ιστορικό να μην κάνει δηλώσεις περί κατασκευασμένων εθνικών μύθων. Την Ιστορία την γράφουν οι πρωταγωνιστές και οι πηγές. Οι ιστορικοί δίνουν ερμηνείες. Οι πηγές όμως και τα γεγονότα δεν μπορούν να ερμηνευθούν με βάση τις ανάγκες του σήμερα, αλλά με βάση το περιεχόμενό τους.
Ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς, ο οποίος δεν ήταν και φιλικά διακείμενος προς την Εκκλησία, ο Ν. Σβορώνος γράφει για την συμβολή της τελευταίας στην διαφύλαξη της εθνικής συνείδησης: «Στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας η Εκκλησία όχι μόνο δεν αντιτίθεται στα απελευθερωτικά κινήματα που υποκινούνται από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, αλλά συχνά συμμετέχει ενεργά και πολλές φορές τα κατευθύνει. Βρίσκεται έτσι επικεφαλής των δυνάμεων που οργανώνουν την άμυνα του Ελληνισμού και εξασφαλίζουν τη διατήρησή του μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης, και συνδέεται άρρηκτα με το Έθνος» (Το Ελληνικό Έθνος, Αθήνα 2004, σελ. 85). Αυτή η συμβολή θα διατηρηθεί με διακυμάνσεις και με διαφορετικές κατευθύνσεις και στη συνέχεια.
Σε ό,τι αφορά στην αγιοποίηση των αγωνιστών και την απόδοση όλων των κακών στους Τούρκους, που η σειρά έρχεται να αναθεωρήσει, έχουμε να πούμε ότι όταν ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» μιλά τόσο για την διχόνοια και τα συμφέροντα που οδήγησαν τον Αγώνα σε κρίση, όσο και για τη σφαγή της Τριπολιτσάς, ήταν δεδομένο πως ακόμη και οι αγωνιστές διέβλεπαν τα πάθη και τις βιαιότητες που γεννιούνται από τον πόλεμο. Όμως αυτό δεν εξομοιώνει τον δυνάστη με τον δυναστευόμενο, όταν επί 370 έτη οι Έλληνες υφίσταντο καταπιέσεις (κεφαλικός φόρος, παιδομάζωμα), δεν μπορούσαν να θρησκεύουν ελεύθερα (εξισλαμισμοί, Νεομάρτυρες, για τους οποίους ο Σβορώνος γράφει: «Οι Νεομάρτυρες, συχνό φαινόμενο της εποχής, που δέχονται τον μαρτυρικό θάνατο για τη χριστιανική τους πίστη, είναι συγχρόνως και οι πρώτοι εθνικοί ήρωες του Νέου Ελληνισμού», σελ. 84), και ζητούσαν την ελευθερία τους. Σ’ αυτά όμως η σειρά δεν έκανε καμία αναφορά. Η αντιπαλότητα δεν προήλθε τυχαία. Ένα Έθνος με συνείδηση της ύπαρξής του διεκδικούσε την ελευθερία του. ΚΑμία σφαγή δεν έχει ηθική δικαιολογία (μολονότι δεν είναι το ίδιο οι σφαγές άμαχου πληθυσμού σε συνθήκες πολέμου, με τις σφαγές για αντίποινα). Αν η σειρά έκανε σχόλιο μόνο για την τραγικότητα του πολέμου, κανείς δεν θα μπορούσε να της προσάψει κάτι. Όμως οι συντελεστές της ήθελαν να μιλήσουν για θρησκευτική κάθαρση και να δείξουν ότι το ίδιο είμαστε και οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι και , επομένως, αν θέλουμε να συνυπάρξουμε, χρειάζεται να υποβαθμίσουμε σήμερα τις θρησκευτικές διαφορές, που μόνο κακό μας έκαναν στο παρελθόν!
Τέλος, αναφορικά με την εθνική ομογενοποίηση, και μόνο ο ορισμός του Έλληνα από την Α’ Εθνοσυνέλευση δείχνει ότι δεν χρειάστηκε η καλλιέργεια «εθνικών μύθων», ώστε οι κάτοικοι του ελεύθερου βασιλείου της Ελλάδος να αισθάνονται Έλληνες. Η κοινή θρησκευτική πίστη, το αίμα του Αγώνα, η ιστορία και το παρελθόν, όπως επίσης και ο τόπος όπου ζούσαν ήταν αρκετά για να μην χρειάζεται η καθιέρωση της φουστανέλας (!) ως επισήμου ενδύματος των Ελλήνων, μόνο και μόνο για να πειστούν οι Αρβανίτες- Έλληνες ότι είχαν κοινή ταυτότητα με τους υπόλοιπους.
Το ελληνικό έθνος δεν ήταν αποτέλεσμα του Αγώνα. Όπως αναφέρει και πάλι ο Σβορώνος: «επτά αιώνες, από το τέλος του 11ου αιώνα ως το τέλος του 18ου, χρειάστηκαν για να μπορέσει ένας παλαιός λαός όπως ο ελληνικός να συγκροτηθεί σε ένα νέο έθνος και να ξεκαθαρίσει τα κύρια στοιχεία της εθνικής του συνείδησης. Όταν ξεσπάει η Επανάσταση του 1821 το ελληνικό έθνος είναι πλέον συντελεσμένο και θα διακηρύξει στην Επίδαυρο με τα ακόλουθα λόγια την ύπαρξή του: Το Ελληνικόν έθνος κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένην συνέλευσιν την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν»(σελ. 106). Ούτε χρειάστηκε , επομένως, εθνικούς μύθους, για να πείσει τους κατοίκους του ότι ήταν Έλληνες. Γι’ αυτό και η συνεχής απόπειρα των αναθεωρητών της Ιστορίας να μας πείσουν ότι ζούσαμε στο ψέμα και τώρα αυτοί θα μας προσφέρουν την αλήθεια έχει χαρακτήρα αληθινά «δαιμονικό». Στην απόπειρά τους να κρατήσουν όρθια τη δάδα του «εκσυγχρονισμού», που κατέρρευσε μαζί με τις οικονομικές ψευδαισθήσεις που έστησε, στήνουν τον δικό τους μύθο: ότι μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε την ερμηνεία της Ιστορίας και να την αξιοποιήσουμε για να υπηρετήσει το «σήμερα και το αύριο», στο όνομα της επιστήμης. Πέφτουν όμως έτσι στην ίδια παγίδα, με την οποία πολεμούν το παρελθόν: το χρησιμοποιούν κατά τα δικά τους μέτρα, απομονώνουν, παραποιούν, ερμηνεύουν κατά το δοκούν, όχι για να ελευθερώσουν αλλά για να υποδουλώσουν το λαό μας σε συμφέροντα, που αυτή τη φορά είναι σχεδόν αποκλειστικά ξένα. Αυτό όμως δεν το καθιστούν φανερό, δείχνοντας ότι είναι εσκεμμένη η παράλειψή τους να αναφερθούν στα κόμματα, τα οποία οι τρεις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ίδρυσαν στην Ελλάδα στα χρόνια του 1821, ελέγχοντας και συνδαυλίζοντας τα πάθη. Πάσα ομοιότητα με το σήμερα είναι μάλλον συμπτωματική...
Η εθνική μας ταυτότητα περιλαμβάνει ορισμένα σταθερά στοιχεία. Είναι η γλώσσα και η θρησκευτική πίστη, είναι η παράδοση και ο πολιτισμός. Είναι οι αξίες, όπως η πίστη στην ελευθερία. Είναι και αρνητικά σημεία, όπως η διχόνοια και η εξουσιομανία, η αίσθηση της παντογνωσίας, το «ανυπότακτον και το απειθάρχητον». Τα αρνητικά, μπορούν να γίνουν παράγοντες προόδου, όταν γίνονται αφορμές δημιουργικότητας και δυναμισμού. Δεν καταπολεμούνται όμως αν αποφασίσουμε ότι δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης σήμερα από την Δύση και την παγκοσμιοποίηση, όπως επίσης εάν επιστρέψουμε στο οθωμανικό παρελθόν μας, από το οποίο αποκοπήκαμε, παρότι «περνάγαμε καλά». Αντίθετα, έτσι χάνουμε οριστικά και την ελευθερία μας. Ένας λαός μπορεί να προχωρήσει, ακόμη και σε στιγμές μεγάλης κρίσης, όταν οι ταγοί του, πολιτικοί, διανοούμενοι, εκπαιδευτικοί, εκκλησιαστικοί, του πούνε την αλήθεια για την κατάστασή του και ζητήσουν από αυτόν δημιουργική συμμετοχή στο χτίσιμο μιας νέας πορείας, με βάση τα στοιχεία του παρελθόντος του και τον γόνιμο διάλογο με το παρόν. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε ή με παραποιημένη την Ιστορία μας. Όπως επίσης, η ελευθερία μας είναι αξία ανώτερη, ακόμη και από την ίδια την επιβίωση.
Οι πολιτικοί μας επέλεξαν σήμερα να μας βάλουν στο ζυγό της οικονομικής κατοχής. Δεν πρέπει όμως να επιτρέψουμε σ’ αυτούς και το σύστημα εξουσίας, το οποίο τους στηρίζει (ΣΚΑΙ και όλα τα μεγάλα κανάλια της τηλεόρασης) να αποκοιμίσουν την ψυχή μας. Η Εκκλησία έχει μεγάλη ευθύνη σήμερα, να κρατήσει ζωντανή και πάλι την ιστορική συνείδηση του λαού μας. Η ελευθερία, άλλωστε, είναι το Α και το Ω όχι μόνο ενός έθνους, ενός λαού, αλλά και του κάθε ανθρώπου.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3/25/11

Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Αν ερωτήσουμε τον κόσμο μας, αλλά και τον εαυτό μας, πώς εννοούμε την σχέση με το Χριστό, θα διαπιστώσουμε ότι την περιορίζουμε στο επίπεδο του «δούναι και λαβείν». Πιστεύουμε σε έναν Θεό για να μας δίνει αυτός και να λαμβάνουμε εμείς. Κι έτσι θεωρούμε ότι ο Σταυρός ήταν ο δρόμος του Θεού. Δεν είναι ο δικός μας. Έχουμε δημιουργήσει έτσι μία πίστη η οποία φορτώνει τις ευθύνες για την αιωνιότητα, αλλά και γι’ αυτόν τον κόσμο στον Εσταυρωμένο Θεό. Εκείνος μας αγαπά. Εκείνος θυσιάστηκε για μας. Εκείνος μας τα δίνει όλα. Εμείς δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο, παρά να πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Να ζητάμε την κατανόησή Του στη ζωή μας. Να προνοεί για μας. Να μας εξασφαλίζει και τα αγαθά της αυτάρκειας και την άφεση για τις αμαρτίες μας και την αιωνιότητα.
Γι’ αυτό και η απομάκρυνσή μας από το εκκλησιοκεντρικό ήθος. Εκκλησία για τον κόσμο μας, ίσως και για τους περισσότερους από εμάς, είναι οι επίσκοποι, οι ιερείς, οι μοναχοί. Αυτοί πρέπει να δίνουν κι εμείς να λαμβάνουμε. Αυτοί πρέπει να σηκώνουν τον σταυρό και τον δικό τους και τον δικό μας, για να μπορούμε εμείς να συνεχίζουμε ανέφελα τη ζωή μας. Αυτοί φέρουν την ευθύνη. Αυτοί μας τα δίνουν όλα. Αυτοί είναι οι εκπρόσωποι του Θεού στον κόσμο. Επομένως, αυτοί φέρουν τα βάρη της επιτυχίας, της αποτυχίας, της ευθύνης.
Όμως ο Σταυρός του Κυρίου μας δείχνει τις αληθινές διαστάσεις τόσο της σχέσης μας με το Χριστό, όσο και του τι είμαστε εμείς στην Εκκλησία. Η σχέση προϋποθέτει επιθυμία. Για να σχετιστώ με το Χριστό, δεν αρκεί εκείνος να θέλει να έχει σχέση μαζί μου. Δεν αρκεί εκείνος να σταυρώνεται για μένα. Δεν αρκεί εκείνος να με αγαπά. Δεν αρκεί εκείνος να έχει την ευθύνη για μένα και τη σωτηρία μου. Χρειάζεται να τον αναζητώ και εγώ. Να επιθυμώ να σχετιστώ μαζί Του. Και η σχέση είναι προσωπική με τον καθέναν μας. Γιατί ο Χριστός απευθύνθηκε και απευθύνεται συνεχώς στην ελευθερία μας. Και η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ευθύνη για την σχέση μαζί Του, αλλά και για κάθε σχέση με τον κόσμο και τον άνθρωπο.
«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν». (Μάρκ. 8,34) Λόγος χαράς, αλλά και λόγος λύπης. Πού ανήκω; Θέλω; Αν ναι, πώς το δείχνω στη ζωή μου; Αν όχι, ο σταυρός παραμένει εντός του ναού, αλλά όχι εντός της ψυχής μου. Τον βλέπω, τον προσκυνώ, τον τιμώ, αλλά δεν με μεταμορφώνει. Και ίσως είναι το δυσκολότερο βήμα αυτό. Να μην μπορώ να μεταμορφωθώ εν αγάπη, να μην μπορώ να ακολουθήσω Αυτόν που με καλεί από τον Γολγοθά Του. Αλλά δεν περιορίζεται εκεί η λύπη. Ακόμη κι αν λέω το ναι, δεν είμαι πάντοτε έτοιμος να ακολουθήσω τα επόμενα βήματα που ο Χριστός μου ζητά.
«Απαρνησάσθω εαυτόν». Δεύτερος λόγος χαράς, δεύτερος λόγος λύπης. Το να απαρνηθείς τον εαυτό σου σημαίνει να μην βάζεις το «εγώ» σου στη θέση του κέντρου όλου του κόσμου, αλλά να βάζεις το θέλημα του Θεού, τον δρόμο της αγάπης, της παραίτησης από τα δικαιώματά μας, χάριν των άλλων, τον δρόμο της άσκησης, της αρετής, της προσφοράς, ώστε τόσο σε συλλογικό-κοινωνικό επίπεδο, όσο και στη σχέση σου με τον Θεό, να μπορείς να λες «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Και όταν μέσα σου ζεις και πορεύεσαι κατά τον λόγο και το θέλημα του Χριστού, τότε μπορείς να συνυπάρξεις με τους άλλους όντας άνθρωπος που γνωρίζεις να μοιράζεσαι, να ανέχεσαι και να συγχωρείς, να πορεύεσαι εν αγάπη. Η σχέση με το Χριστό που οδηγεί στην απάρνηση του εαυτού μας μάς δίνει την χαρά της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος ο οποίος αθλείται κατά Θεόν, αγωνίζεται να αποκρούει τους λογισμούς του, να εκριζώνει τα πάθη του, να μην αφήνει το «σαρκικό φρόνημα» να τον κυριεύει, βιώνει την χαρά και την ευλογία να κάνει πράξη το θέλημα του Θεού, υπακούει σ’ Αυτόν. Σώζεται και, ταυτόχρονα, σώζει.
Όμως ένας τέτοιος δρόμος κρύβει λύπη. Γιατί δεν είναι μόνο ότι ζούμε σε έναν κόσμο και σε έναν πολιτισμό που αποθεώνει το «εγώ» μας, τον εαυτό μας, τα δικαιώματά μας. Ζούμε και σε έναν κόσμο που τείνει να θανατώνει καθημερινά το Θεό. Είτε μετατρέποντάς τον σε θρησκεία, δηλαδή σε απλή παράδοση, σε έθιμα, στη νοοτροπία του «για το καλό του χρόνου», είτε βλέποντάς τον ως μια Ανώτερη δύναμη, που δεν ασχολείται με τη ζωή μας, το πολύ-πολύ να μας δώσει ό,τι της ζητούμε, γιατί μπορεί να το κάνει, ή να μας περιμένει στην άλλη ζωή για να μας υποδεχθεί μαγικά, εφόσον δεν κάναμε τίποτε κακό, δεν πειράξαμε κανέναν, ενώ σε ό,τι αφορά στις όποιες αμαρτίες μας, «έτσι κάνουν όλοι». Είτε θεωρώντας την σχέση μας μαζί Του ως κατάλοιπο μιας παιδικής αθωότητας, που μας επιστρέφει συναισθηματικά στο παρελθόν μας, ίσως και μας συγκινεί, αλλά δεν αλλάζει την ύπαρξη και τον τρόπο ζωής μας.
Αυτή η νοοτροπία, σε συνδυασμό με την εκ φύσεώς μας κατάσταση η κύρια έγνοια να είναι ο εαυτός μας, ο οποίος έχει να παλέψει πρωτίστως με τον θάνατο, όχι μόνο τον βιολογικό, αλλά και εκείνον που μας προκαλούν οι άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι είναι υπαίτιοι για τις αποτυχίες μας ή δεν μας επιτρέπουν να πραγματώσουμε τα όνειρά μας ή να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας -και αυτά όλα είναι μικρότεροι ή μεγαλύτεροι θάνατοι στη ζωή μας-, αυξάνουν την λύπη της επιλογής να τον απαρνηθούμε ή δεν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε σε μια τέτοια κίνηση. Μόνο η αγάπη μπορεί να μας υποδείξει τον τρόπο και να μας κάνει να νικήσουμε την λύπη. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξητε . αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16,32), μας λέει ο Χριστός
«Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Τρίτος λόγος χαράς, τρίτος λόγος λύπης. Υπάρχει χαρά στο να σηκώνει κανείς τον σταυρό του και να ακολουθεί τον Χριστό στον Γολγοθά; Ναι, είναι η χαρά ότι δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά ακολουθούμε τον ίδιο τον Θεό. Είναι η χαρά ότι όσο κι αν είναι βαρύς ο κόπος, έχουμε τον Χριστό, ο Οποίος μας συνδράμει και ο Οποίος μας οδηγεί στην Ανάσταση. Γιατί δεν είναι ο Σταυρός το τέρμα, αλλά το πέρασμα από τον θάνατο στη Ζωή. Και ο Χριστός είναι «η Ανάστασις και η Ζωή» (Ιωάν. 11, 25). Όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, «καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν. 11, 26). Συμφέρει μάλιστα να πεθάνει κανείς για τον Κύριο. Όπως ο κόκκος του σίτου, αν δεν πεθάνει, αν δεν ταφεί κάτω από την γη, μόνος μένει. Αν όμως πεθάνει, «πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12, 24). Και θάνατος δεν είναι το μαρτύριο ή το βιολογικό τέλος, όπως πολλοί νομίζουν. Θάνατος είναι η νέκρωση των παθών. Θάνατος είναι εκείνα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα ΟΧΙ τα οποία καλούμαστε να αντιτάξουμε στις επιθυμίες της απάτης. Σταυρός είναι το να μπορούμε να συγχωρούμε όλους αυτούς που δεν μας καταλαβαίνουν. Όλους αυτούς που δεν είναι όπως εμείς θα θέλαμε. Όλους αυτούς που δεν μας αγαπούνε και μας κάνουν να πονούμε. Όλους αυτούς που μας περιθωριοποιούν, γιατί πιστεύουμε.
Χαρμολύπη φέρει ο Σταυρός στη ζωή μας. Γιατί μας υποδεικνύει τι είναι αληθινά η χριστιανική ζωή. Ιδίως σ’ αυτόν τον δύσκολο κόσμο, στον οποίο ζούμε, καλούμαστε να μην καταβαλλόμεθα ούτε από την ψευδαίσθηση ότι η πίστη μας εξασφαλίζει την γαλήνη, την ηρεμία, την ανάπαυση και ότι δεν πρόκειται να περάσουμε καμία δοκιμασία στη ζωή μας, αλλά ούτε και από την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε, όλα μας τα προβλήματα έχουν λυθεί ή δεν υποφέρουμε από την αμαρτία και τον θάνατο. Ζούμε όμως μέσα από τον Σταυρό την οδό της ανάστασης και της αγάπης του Θεού. Κι εδώ είναι η ευθύνη μας ως χριστιανοί, όλοι μας ανεξαιρέτως, κλήρος και λαός. Να δώσουμε αυτήν την μαρτυρία της ανάστασης με την πίστη, τα έργα, τη ζωή μας εντός της Εκκλησίας. Για να γίνει και για μας ο Σταυρός από πηγή πόνου, δοκιμασίας, θανάτου, «ζωή και Ανάστασις».

Κέρκυρα, 27 Μαρτίου 2011

3/24/11

ΧΑΙΡΕ ΘΕΟΥ ΑΧΩΡΗΤΟΥ ΧΩΡΑ, ΧΑΙΡΕ ΣΕΠΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΘΥΡΑ


Το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού πάντοτε απασχολεί τον άνθρωπο. Δεν είναι μόνο η τελειότητα και η αρμονία του σύμπαντος που μας κάνει να αναρωτιόμαστε κατά πόσον είναι δυνατόν τυχαία να έχει επισυμβεί. Δεν είναι μόνο ο νους μας και η λογική μας, που μας κάνουν να γεννούμε πολιτισμούς μας, ούτε η σωματική δύναμη που μας βοηθά να επιβιώνουμε τόσο έναντι της φύσης, όσο και έναντι των ανθρώπων, γεγονότα που γεννούν τον ανθρωπολογικό προβληματισμό, πώς εμφανιστήκαμε στον κόσμο, πώς έχουμε τέτοια χαρίσματα, πώς μπορούμε να συνειδητοποιούμε τη ζωή και τον θάνατο. Αν όλα αυτά είναι προϊόν και πάλι τυχαιότητας ή κρύβουν ένα σχέδιο, κάποιον Σχεδιαστή, που οι νοητικές μας δυνάμεις, αλλά και τα εμπειρικά και επιστημονικά δεδομένα τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας αδυνατούν να Τον προσεγγίσουν ή να Τον κατανοήσουν. Δεν είναι μόνο ο φόβος για το τι γίνεται μετά το τέλος της προσωπικής μας βιολογικής ζωής, το ερώτημα αν είναι δυνατόν να ηττάται από το χρόνο η δημιουργική μας ικανότητα, η φαντασία μας, η μνήμη μας, αλλά και η αγάπη που δείχνουμε και πού δεν είναι εύκολα ερμηνεύσιμη με βάση το υπόλοιπο φυσικό βασίλειο. Δεν είναι μόνο η φιλοσοφική προσέγγιση του κόσμου ότι πρέπει να υπάρχει ένα Ον που είναι «το πρώτο κινούν ακίνητον» (Αριστοτέλης), αυτό που κινεί τα πάντα, χωρίς να εμπίπτει το ίδιο στην ανάγκη της κίνησης.
Είναι όλα αυτά, αλλά κυρίως η στάση που καλούμαστε να έχουμε έναντι της γνώσης ότι ένα τέτοιο Ον, μια τέτοια ύπαρξη που να διεκδικεί για τον Εαυτό της έχει εμφανιστεί, έχει αποκαλυφθεί, έχει σχετιστεί με τους ανθρώπους, έχει δηλώσει ότι «Εγώ ειμί ο Ων» σε δύο φάσεις στη ζωή και την ιστορία του κόσμου μας: στην Παλαιά Διαθήκη σε ένα πρόσωπο που λεγόταν Αβραάμ και στους απογόνους του και στην Καινή Διαθήκη σε μία γυναίκα, την Υπεραγία Θεοτόκο. Στην Παλαιά Διαθήκη η φανέρωση και η σχέση έγινε η αφορμή για ένα ταξίδι από την Χαρράν στην Χαναάν, τη Γη της Επαγγελίας, χωρίς όμως η Ύπαρξη αυτή να έχει λάβει σάρκα και οστά. Στην Καινή Διαθήκη η φανέρωση και η σχέση αυτή έγινε πάλι η αφορμή για ένα ταξίδι, όχι όμως μόνο ενός προσώπου ή των απογόνων του (που δεν είχε), αλλά όλου του κόσμου, όσων πίστεψαν και πιστεύουν στο Πρόσωπο που έλαβε σάρκα και οστά, στον Κύριο ημών Ιησού Χριστού. Και αυτό το ταξίδι περιλαμβάνει την πορεία του ανθρώπου από το θάνατο στην ανάσταση, από τη γη στον ουρανό, την οριστική απάντηση σε όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα που ο κάθε άνθρωπος μπορούσε να διατυπώσει.
Η Υπεραγία Θεοτόκος έγινε η χώρα του αχωρήτου Θεού και η θύρα του σεπτού μυστηρίου της εισόδου του Θεού στον κόσμο. Ο Θεός που δεν μπορεί να χωρέσει πουθενά, αλλά είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», γίνεται άνθρωπος στην μήτρα της. Αυτός που χωρά τα σύμπαντα «εν τη δρακί αυτού», γίνεται ένα κύτταρο, και χωρά σε ένα ελάχιστο τμήμα του σώματος μιας γυναίκας. Προσλαμβάνει την φύση μας υπερβαίνοντας τους φυσικούς νόμους που θέλουν σύζευξη άνδρα και γυναίκας, εισέρχεται στο χρόνο «μη υπομείνας τροπήν ή φυρμόν ή διαίρεσιν», χωρίς να απωλέσει την θεϊκή Του φύση, αλλά ενώνοντάς Την με την ανθρώπινη φύση, και ζει όλα όσα ζει η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη «δίχα αμαρτίας», χωρίς δηλαδή να σκεφθεί ή να πράξει κάτι που θα χωρίσει τον άνθρωπο από τον Θεό. Και είναι τέτοιο το μυστήριο που θα φθάσει να ζήσει την ανθρώπινη φύση Του μέχρι θανάτου, «θανάτου δε Σταυρού», παραιτούμενος από την παντοδυναμία του Αχωρήτου, από την παντοδυναμία του Δημιουργού, από την παντοδυναμία της ελευθερίας Του, για να υποταχθεί στην απεχθέστερη δράση της ανθρώπινης ύπαρξης: το μίσος για τον συνάνθρωπο, που οδηγεί στο θάνατο. Θα υποταχθεί στο χρόνο, για να τον αναδημιουργήσει κι αυτόν «δια της αναστάσεως».
Όπως στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο, έτσι και στην Καινή Διαθήκη αναδημιουργεί, ανακαινίζει πρώτα τον άνθρωπο και στο τέλος της ιστορίας τον κόσμο. Στην Παλαιά Διαθήκη ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την ελευθερία του για να γίνει θεός χωρίς το Θεό. Νικιέται έτσι από τον θάνατο, τόσο τον βιολογικό όσο και τον πνευματικό, που είναι ο χωρισμός από το Θεό. Παραδίδεται έτσι στο σκοτάδι της ακοινωνησίας με το Θεό και τον πλησίον και περιμένει το πλήρωμα του χρόνου. Ακόμη κι αν εμπιστεύεται το Θεό απόλυτα, η ύπαρξή του μετά την έξοδό της από τον υλικό χρόνο θα περιμένει εν τω Άδη της μοναξιάς, του σκότους, της ακοινωνησίας την Καινή Διαθήκη. Ο ερχομός του Χριστού όμως, ο Σταυρός, η κάθοδός Του στον Άδη και η Ανάστασή Του σηματοδοτεί το τράβηγμα του πέπλου του σκότους, της μοναξιάς, της ακοινωνησίας από την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και την ανάσταση όλων όσων αναζήτησαν και αναζητούν, αγάπησαν και αγαπούν το Θεό και την αρχή της άλλης βιοτής, της αιωνίου, όπου το φως, η συνάντηση με τον συνάνθρωπο και η κοινωνία με το Θεό καθιστούν τον άνθρωπο μακάριο, δηλαδή αληθινά ελεύθερο. Και αυτή η δυνατότητα προσφέρεται στον καθέναν. Αρκεί να την επιλέξει ελεύθερα και να τη ζήσει αγαπώντας Θεό, συνάνθρωπο και κόσμο.
Χωρείται ο Θεός στον άνθρωπο, χάρις στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν είναι μόνος του πλέον ο άνθρωπος. Και χωρείται στην ύπαρξη του καθενός που διαλέγει να ζήσει την ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου. Τη ζωή της εμπιστοσύνης στο Θεό, όπως αυτή εκφράζεται με την υπακοή στο θέλημά Του. Τη ζωή της αρετής και της καθαρότητας, όπως αυτή εκφράζεται δια της μετανοίας, της ασκητικότητας, της σταύρωσης των παθών. Τη ζωή της αγάπης προς το Θεό, όπως αυτή εκφράζεται δια της προσευχής, της επίκλησης του ονόματός Του, αλλά και δια της αγάπης προς τον πλησίον, όπως αυτή εκφράζεται δια της συγχωρητικότητας, της ελεημοσύνης, υλικής και πνευματικής, του μοιράσματος του σκοπού της ζωής με τους άλλους, της συνάντησης στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, της οικείωσης του τρόπου της πνευματικής ζωής που τα μυστήρια της πίστης αποκαλύπτουν.
Και είναι παρούσα η Παναγία, όπως και όλοι όσοι μιμήθηκαν τη ζωή της, δηλαδή οι άγιοι της πίστης μας, σε κάθε θεία λειτουργία, σε κάθε προσευχή και ακολουθία, σε κάθε γιορτή που δίνει άλλο νόημα στη ζωή μας. Και μας υπενθυμίζει αυτή την συγ-χώρεση, την από κοινού πορεία που ο Θεός ακολουθεί με όλους όσους τον αναζητούν αληθινά και πιστεύουν στην ύπαρξή Του. Κι ας μην αποδεικνύονται επιστημονικά και ορθολογιστικά τα βήματά Του. Όπως δεν μπορείς να ορίσεις την αγάπη και την ελευθερία με ορισμούς που να είναι πλήρεις (γιατί ο καθένας άνθρωπος έχει να σου προσφέρει τον δικό του τρόπο που βιώνει τόσο τη μία όσο και την άλλη), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και δεν βιώνονται, έτσι και η σχέση μας με το Θεό (που είναι αγάπη και ελευθερία) δεν μπορεί να οριστεί και να περικλειστεί στις λέξεις και τα επιχειρήματα. Μόνο αυτός που τολμά να ζήσει το μυστήριο με εμπιστοσύνη στη ζωή του θα διαπιστώσει αυτή την συγ-χώρεση και συμπόρευση που νικά τον θάνατο και δίνει την αιωνιότητα.
Ας είναι ο τρόπος και ο δρόμος της Παναγίας η θύρα δια της οποίας κι εμείς θα ζήσουμε, έστω και λίγο, το μυστήριο της αγάπης του ενανθρωπίσαντος Θεού στη ζωή της Εκκλησίας μας. Προσωπικά, αλλά και ως μέλη του σώματος. Ιδίως στην εποχή μας που καγχάζει για επιχειρήματα, για ανέσεις, για απαντήσεις, χωρίς να αναζητά, αλλά και χωρίς να θέλει να συγ-χωρέσει.

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2011

3/19/11

Η ΑΠΟΣΤΕΓΑΣΗ


Ο Χριστός βρίσκεται στην Καπερναούμ. Κηρύττει σε ένα σπίτι, στο οποίο επικρατεί συνωστισμός. Ούτε έξω από την πόρτα δεν μπορούσε κάποιος να πλησιάσει, για να Τον ακούσει. Και τότε, τέσσερις άνθρωποι ανοίγουν την στέγη του σπιτιού και κατεβάζουν μπροστά στο Χριστό έναν παραλυτικό ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι. Ο Χριστός θαυμάζει για την πίστη τους, για το πόση δύναμη τους έδωσε, πόση εφευρετικότητα τους έκανε να έχουν, αλλά και πόση βεβαιότητα είχαν στην καρδιά τους ότι ο κόπος τους δεν θα πήγαινε χαμένος, ώστε συγχωρεί αρχικά τις αμαρτίες του παραλυτικού και στη συνέχεια, διαβλέποντας τις αντιδράσεις των γραμματέων του μωσαϊκού νόμου, την σκληροκαρδία και την απιστία τους προς το πρόσωπό Του, θα του δώσει και την σωματική υγεία. Κάνει έτσι όλους τους παραβρισκόμενους να δοξάσουν το Θεό, αναφέροντας ότι τέτοια σημεία δεν είχαν δει ποτέ.
Μ’ αυτή την ευαγγελική διήγηση (Μάρκ. 2, 1-12) κλείνει η Εκκλησία μας την δεύτερη εβδομάδα των Νηστειών. Η Μεγάλη Σαρακοστή προχωρεί και μαζί της ο καθένας μας καλείται να μην λησμονήσει τις πρώτες ημέρες της. Να επαναφέρει το σώμα και την ψυχή του στην στάση της προσευχής και της στροφής στον εαυτό μας. Γιατί, καθώς ο χρόνος μας κάνει να συνηθίζουμε στη νηστεία, ταυτόχρονα μάς δημιουργεί το αίσθημα της επανάπαυσης. Γι’ αυτό και η προβολή των πνευματικών μορφών της πίστης μας, όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Για να συνδυάσουμε τα νοήματα του Ευαγγελίου με τον βίο των αγίων και να επανέλθουμε στον πνευματικό αγώνα. Είναι στάδιο η Σαρακοστή. Νικητής εξέρχεται όποιος αντέξει μέχρι το τέλος.
Η αποστέγαση του σπιτιού της Καπερναούμ από τους τέσσερις πιστούς ανθρώπους μας δείχνει έναν δρόμο σπουδαίο. Ότι η πνευματική προσπάθεια χρειάζεται εφευρετικότητα. Χρειάζεται επιμονή. Χρειάζεται πίστη στον σκοπό, που είναι η συνάντηση με τον Χριστό. Χρειάζεται εκζήτηση της ίασης του «είναι» μας από εκείνον και τη ζωή της Εκκλησίας. Γιατί ο διάβολος και ο κόσμος που προσπαθούν να μας αποτραβήξουν από τον Χριστό, όπως επίσης και ο παλαιός άνθρωπος που εμφωλεύει μέσα μας, αποτελούν εμπόδια, «βαρίδια» πνευματικά, τα οποία απαιτούν συντονισμένη προσπάθεια και «νουν Χριστού» για να μην μας παρασύρουν στον Άδη του ατομοκεντρισμού, στον Άδη του σαρκικού φρονήματος, στον Άδη της απογοήτευσης ότι δεν γίνεται τίποτα.
Αλλά η ίδια η αποστέγαση αποτελεί για τον καθέναν μας ένα γεγονός που έχει να κάνει με την καθαυτό εσωτερική μας πορεία. Η στάση των γραμματέων μας δείχνει ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κλειστές τις στέγες της ψυχής τους και δεν αφήνουν το Φως της παρουσίας του Χριστού να εισέλθει και να τους φωτίσει. Δεν αφήνουν την αγάπη του Θεού να αγγίξει τον εσωτερικό τους κόσμο. Δεν επιτρέπουν σε άλλους να χωρέσουν μέσα τους, αλλά γεμίζουν με την αίσθηση της αυτάρκειας ότι είναι καλά. Η στάση των ανθρώπων που εξασφάλισαν την θέση τους στο σπίτι δείχνει ότι υπάρχουν εκείνοι που τον Χριστό τον θέλουν για τον εαυτό τους και δεν τους ενδιαφέρει εάν υπάρχουν και άλλοι που θα ήθελαν να Τον δούνε, να Τον ακούσουν, να Τον γνωρίσουν, να γιατρευτούν από Εκείνον. Κι έτσι εγκλωβίζουνε ακόμη και το πνευματικό γεγονός της συνάντησης με τον Χριστό σε αφορμή περιχαράκωσής τους και δεν είναι έτοιμοι να Τον μοιραστούνε με τους άλλους, με αποτέλεσμα η ψυχή να μοιάζει με χώρο φαρισαϊκό, που θέλει το Θεό προς ατομικήν δόξαν και επιχειρεί να Τον εμποδίσει να λάμψει ενώπιον του κόσμου και των άλλων.
Αποστέγαση χρειαζόμαστε και σε σχέση με τους εμπαθείς λογισμούς και τις επιθέσεις της αμαρτίας που κάνουν την καρδιά μας «πέτρινη». Μας κάνουν να ασχολούμαστε μόνο με τον εαυτό μας. Μας κάνουν να βλέπουμε τους άλλους ως αντικείμενα προς χρήσιν. Να κοιτάμε να πάρουμε από αυτούς, να τους εξουσιάσουμε, να τους κατακρίνουμε, να αμαρτήσουμε μαζί τους. Και πετρώνει η ψυχή μας, γιατί δεν μπορούμε να βρούμε αληθινή χαρά στη ζωή μας. Το κυνήγι της εξουσίας, της φιληδονίας, της φιλαυτίας είναι μία πλάνη. Δίνει την ψευδαίσθηση πως μόνο έτσι ο άνθρωπος μπορεί να βρει την χαρά, αλλά υπονομεύει την δυνατότητα του ανθρώπου να δει τον κόσμο πνευματικά. Και η αληθινή χαρά βρίσκεται στην κοινωνία με το Θεό, στους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που καθιστούν την ύπαρξή μας «σάρκινη», δηλαδή ευαίσθητη, δοτική, αγαπητική, ανοιχτή στην μακροθυμία και την συγχωρητικότητα του Θεού, γιατί πρώτοι εμείς «αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» και νικάμε έτσι τους μάταιους λογισμούς, που μας εγκλωβίζουν στον εαυτό και τα πάθη μας.
Αποστέγαση χρειαζόμαστε και σε σχέση με τον ίδιο τον κόσμο. Πολλές φορές μοιάζουμε να έχουμε τον νου και την καρδιά μας προσανατολισμένα στον παρόντα χρόνο και κόσμο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αφήνουμε περιθώριο στον Χριστό να μιλήσει στην ύπαρξή μας. Η αμαρτία, η ανομία, ο τρόπος της εποχής μας που στηρίζεται στα δικαιώματά μας και αμνηστεύει δικαιολογώντας κάθε παρεκτροπή μας (όχι όμως και όλων όσων είναι ταγοί της κοινωνίας), μας δείχνει ότι η στέγη της υπάρξεώς μας είναι κλειστή στο Θεό, το Ευαγγέλιο, την αγάπη. Γι’ αυτό και η αποστέγαση που μπορεί να μας δώσει η προσευχή, η άσκηση, ο αγώνας για την αρετή και η αγάπη για τους άλλους, αποτελεί κλειδί για να μπορέσει ο Χριστός να φωτίσει την ύπαρξή μας και να την μεταμορφώσει.
Άνοιγμα στον συνάνθρωπο και μοίρασμα της σχέσης μας με τον Χριστό στη ζωή της Εκκλησίας είναι ο ένας τρόπος της αποστέγασης. Αναπροσανατολισμός της ύπαρξής μας στον πνευματικό χρόνο που μας δίδει ο Χριστός και υπερνίκηση της επίθεσης που μας κάνει ο εκκοσμικευμένος πολιτισμός μας, είναι ο δεύτερος τρόπος. Μεταμόρφωση της πέτρινης από το πνεύμα της εξουσίας, της φιληδονίας και της φιλαυτίας καρδιάς μας σε «σάρκινη», δηλαδή σε δεκτική της αγάπης του Θεού και δοτική στους άλλους είναι ο τρίτος τρόπος. Και όλα αυτά με προσευχή, άσκηση, αγώνα αρετής και αγάπη, όχι θεωρία δηλαδή, αλλά έμπρακτη βίωση, είναι ο τέταρτος τρόπος της αποστέγασης και του ανοίγματος της ύπαρξής μας.
Ο παραλυτικός της Καπερναούμ δεν μπορούσε να αποστεγάσει ο ίδιος το σπίτι στο οποίο βρισκόταν ο Χριστός. Είχε όμως τέσσερις φίλους του κοντά του. Άραγε, ο καθένας από εμάς σε ποιον μοιάζει; Στον παραλυτικό ή στους φίλους του; Ή μήπως μοιάζουμε στους παρατηρητές του Χριστού και της αποστέγασης ή, ακόμη χειρότερα, στους γραμματείς που κατέκριναν; Ας δώσει ο καθένας μας την απάντηση, καθώς προχωρά η Μεγάλη Σαρακοστή, ταις πρεσβείαις των Αγίων μας.

Κέρκυρα, 20 Μαρτίου 2011

3/17/11

ΧΑΙΡΕ ΑΣΤΕΡΟΣ ΑΔΥΤΟΥ ΜΗΤΗΡ, ΧΑΙΡΕ ΑΥΓΗ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Όλοι μας έχουμε στη ζωή ανάγκη του φωτός. Το φως που φωτίζει και μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο, το φως που θερμαίνει, ιδίως στο κρύο και στο σκοτάδι, το φως που μας κάνει να χαιρόμαστε εσωτερικά και να έχουμε ελπίδα. Η απουσία του φωτός αποτελεί για τον κόσμο το σκοτάδι. Όμως, εάν πιστεύουμε στο Θεό, γνωρίζουμε πως ο Θεός «την σελήνην και τους αστέρας εποίησεν εις εξουσίαν της νυκτός». Ακόμη δηλαδή και όταν ο ήλιος δύει, όταν το φως απομακρύνεται από τον κόσμο, ο Θεός εποίησε παρηγορία για τον άνθρωπο, την σελήνη και τα άστρα, ώστε κάθε στιγμή του χρόνου ο άνθρωπος να βρίσκει έστω και λίγο από το φως που χρειάζεται. Αρκεί να μπορεί να κοιτάζει προς τον ουρανό. Γιατί από εκεί πηγάζει το φως. Από τον Δημιουργό, συντηρητή και αγαπώντα τον κόσμο που έπλασε.
Το φως λοιπόν είναι συνδεδεμένο με τον χρόνο. Εκτός από τους περιοδικούς κύκλους που έχουν να κάνουν με τον ήλιο, την ημέρα και την νύκτα, η ζωή του καθενός ανθρώπου, όπως διατρέχει τον χρόνο (κι αυτός αποτέλεσμα οντολογικό του φωτός, «και είπεν ο Θεός . γενηθήτω φως . και εγένετο φως»-η γέννηση του φωτός ταυτίζεται με την αρχή του χρόνου), έχει στιγμές φωτός και στιγμές απουσίας του. Το φως το ταυτίζουμε οι άνθρωποι με πρόσωπα τα οποία μας προσφέρουν χαρά, ελπίδα και νόημα, δηλαδή αγάπη. Το φως το ταυτίζουμε με δικές μας χαρές, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Το ταυτίζουμε με επιλογές, οι οποίες στη ζωή μας μάς κάνουν να θεωρούμαστε επιτυχημένοι. Το ταυτίζουμε με την ικανοποίηση των υλικών αναγκών μας. Με την ικανοποίηση, ακόμη, των εσωτερικών αναγκών μας για καταξίωση, μοίρασμα, ικανοποίηση.
Υπάρχει όμως και μία άλλη διάσταση, που έχει να κάνει με το φως. Ο άνθρωπος, μέσα στο χρόνο του, έχει κυρίως να παλέψει με τον εαυτό του και τον κόσμο στον οποίο ζει, όταν το φως απουσιάζει ή κρύβεται. Καλείται να γίνει συνδημιουργός του Θεού και να «γεννήσει φως», τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τον κόσμο. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται να θυμηθεί εκείνες τις πρώτες στιγμές που ο ίδιος ο κόσμος δημιουργήθηκε. «Η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος». Ο εαυτός μας, όταν δεν έχει σχέση με το Θεό και τον λόγο Του, είναι «αόρατος και ακατασκεύαστος». Βρίσκεται σε σύγχυση ή άγεται και φέρεται από τον εξωτερικό κόσμο, από την νοοτροπία του πολιτισμού, από την επιδίωξη της φιληδονίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει νόημα.
«Άστραψε φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του», μας λέει ο εθνικός μας ποιητής. (Δ. Σολωμός). Το φως έχει να κάνει με τον λόγο του Θεού. Έχει να κάνει με την ίδια την παρουσία του Χριστού στη ζωή μας. Κι αυτή η παρουσία ξεκαθαρίζει την ύπαρξή μας, μας δίνει προοπτική στο πώς θα δούμε τις αληθινές πτυχές και την πορεία του εαυτού μας, μάς κάνει να βλέπουμε πώς μπορούμε να έχουμε αληθινή χαρά, κι αυτή δεν έρχεται αν δεν κατοικεί ο Χριστός στην καρδιά μας.
Γιατί ο Χριστός είναι ο «άδυτος αστήρ». Δεν δύει το φως που πηγάζει από Εκείνον, γιατί «Φως ο Πατήρ, φως ο Λόγος, φως και το Άγιον Πνεύμα». Το φως είναι ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί ο Κύριός μας. Και το φως ουδέποτε δύει. Απουσιάζει μόνο όταν ο άνθρωπος το αποδιώχνει. Γιατί ο χρόνος, με την παρουσία του Χριστού, αποκτά και μια δεύτερη διάσταση: την πνευματική. Και αυτή η διάσταση συνδέεται με την ελεύθερη επιλογή του καθενός μας. Θέλουμε να φωτιστούμε; Αν ναι, τότε η ύπαρξή μας δέχεται τον Χριστό και φωτίζεται, εμβάλλοντας τον εαυτό της στην πνευματική προοπτική του φωτός. Και ενεργεί το φως μέσα μας. Και φαίνεται αυτή η ενέργεια στη λάμψη του προσώπου μας. Στη χαρά που προσφέρουμε στους ανθρώπους. Στην αγάπη, που μας κάνει να υπερβαίνουμε το «εγώ» μας. Στην γαλήνη που ο άλλος αισθάνεται δίπλα μας. Στην εμπιστοσύνη που βιώνει, ότι ο δρόμος μας είναι δρόμος Θεού. Στην δυναμική θεώρηση του κόσμου που μας κάνει να τον βλέπουμε στην προοπτική της αιωνιότητας.
Ο Χριστός είναι η «μυστική ημέρα». Κοντά Του γεννιέται αυτός ο νέος τρόπος θέασης του χρόνου. Δεν υπάρχω μόνο για το «νυν». Για το «εδώ και τώρα». Δεν υπάρχω μόνο για τον εαυτό μου. Φωτιζόμενος, φωτίζω. Παλεύω εναντίον των παθών μου. Αγωνίζομαι δηλαδή να καθαριστώ, να αποτινάξω το σκοτάδι και την αχλύ που φέρνει η παράβαση της εντολής του Θεού να αξιοποιώ την ελευθερία μου όχι για να γίνομαι από μόνος μου θεός, αλλά για να χαίρομαι την παρουσία του ίδιου του Θεού που με θεοποιεί. Δεν βλέπω τον χρόνο κυκλικά. Ότι δηλαδή είμαι ένας άνθρωπος, όπως όλοι οι άλλοι, που πρέπει να εκμεταλλευτώ τις περιστάσεις της ζωής για να ζήσω καλά, γιατί «μια ζωή την έχω» και γιατί «μοίρα μου είναι ο θάνατος». Βλέπω τη ζωή γραμμικά. Ότι κάθε στιγμή που μου δίδεται, είναι «καιρός», ευκαιρία να προοδεύσω πνευματικά, να αυξηθώ στην αγάπη, να μοιραστώ με τους άλλους το περίσσευμα ή το υστέρημά μου, να χαρώ με τη χαρά τους και να λυπηθώ με τη λύπη τους, να ζήσω την Βασιλεία του Θεού εν μετανοία και να γνωρίζω ότι «μία η ζωή», αλλά «η μοίρα μου είναι η ανάσταση» και αυτήν προσπαθώ να βιώσω. Και τότε η ζωή μου γίνεται η αρχή της μυστικής αυτής ημέρας της ανάστασης.
Καθώς κάθε Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μάς δείχνει την μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου, αξίζει να θυμόμαστε τούτο: ότι η Παναγία έγινε η μητέρα του «αδύτου αστέρος». Ότι έγινε η «αυγή της μυστικής ημέρας». Κατάφερε δηλαδή, πρώτη από όλους τους ανθρώπους, να εισέλθει σ’ αυτή την νέα ανάγνωση του χρόνου και να την βιώσει. Να φωτισθεί από την παρουσία του Θεού. Να συνεργήσει με την ελευθερία της στην αποδοχή του θελήματός Του. Και να καταστήσει τον εαυτό της πρώτο μάρτυρα αυτής της νέας ημέρας της αναστάσεως. Στο πρόσωπό της ο χρόνος έπαψε να είναι μόνο υλικός. Έγινε και πνευματικός. Όχι πρόσκαιρα, όπως στους προφήτες και τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Όπως στον καθέναν από εμάς. Αλλά αιώνια. Η Παναγία σχετίσθηκε με το Φως που είναι ο Χριστός και στη σάρκα και στην ψυχή. Και όταν έφθασε η ώρα να χωριστεί το σώμα από την ψυχή, η ώρα του θανάτου, πρώτη από τους ανθρώπους γεύτηκε με την μετάστασή της στους ουρανούς, την αιωνιότητα στην οποία μας εισάγει ο πνευματικός χρόνος. Την παρουσία του ανθρώπου ψυχή και σώματι στα δεξιά του Θεού.
Ο καθένας από εμάς καλείται μέσα στην στάση της Σαρακοστής να δει τον εαυτό του και να εκζητήσει τον φωτισμό από τον Θεό. Να προσφέρει την ελευθερία του. Να μην νικηθεί από τα πάθη του και να μην τα βάζει πιο ψηλά από την σχέση με τον άδυτο αστέρα Χριστό. Και να εκζητήσει, με την προσευχή του στην Υπεραγία Θεοτόκο, την βοήθεια και την ευλογία να δει τον χρόνο μέσα από την θέαση της μυστικής ημέρας. Με την πίστη στην Ανάσταση. Με την μεταμόρφωση του εαυτού μας. Με την πνευματικότητα. Με την μίμηση των αγίων, που αποτελούν τους συνεχιστές της Παναγίας. Και να γίνει ο ίδιος άγιος, δηλαδή τέκνον φωτός που βλέπει την μυστική ημέρα στη ζωή της Εκκλησίας. Κι ας λυσσομανά το σκότος. Μόνο η απουσία του φωτός είναι. Ουδόλως μπορεί να βλάψει τον πιστεύοντα.

Κέρκυρα, 18 Μαρτίου 2011

3/11/11

Παραλειπόμενα μιας συζήτησης για την Ορθοδοξία...


Σε μια συζήτηση με μαθητές σήμερα άκουσα για μια ακόμη φορά τις γνωστές επιφυλάξεις-κατηγορίες-προβληματισμούς για την Εκκλησία. Τα οικονομικά σκάνδαλα, η περιουσία, τα χρυσά στα άμφια και τα στολίδια των επισκόπων, η γλώσσα, αναπαραγωγές στερεοτύπων των μεγάλων, της τηλεόρασης και των ΜΜΕ, όλα ως δικαιολογίες γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να αγγίξει τη νέα γενιά. Ατολμία και αδιαφορία για να ψάξουν τα παιδιά ποια είναι η Εκκλησία και τι εκφράζει, ποιος είναι ο λόγος του Χριστού και γιατί αυτός ο λόγος ήταν, είναι και θα είναι επίκαιρος.
Η πρώτη μου αντίδραση αυθόρμητα με κάνει να θέλω να πω ότι δεν φταίνε τα παιδιά. Φταίμε εμείς οι παπάδες που δεν είμαστε αυτό που θα έπρεπε, φταίνε οι γονείς που μεταφέρουν τις προκαταλήψεις τους, την αδιαφορία τους για τις αξίες με τις οποίες θα έπρεπε να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, ακόμη και για την απουσία τους από τη ζωή τους, που κάνει τα παιδιά να μην συζητούν στα σπίτια τους για το τι είναι σωστό και τι λάθος. Φταίει η τηλεόραση, που παίζει τα παιχνίδια της κάνοντας τα παιδιά να μην έχουν προσωπική άποψη, αλλά όντας ευκολόπιστα, να σαρώνουν τα πάντα για να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους. Φταίει το σχολείο, οι θεολόγοι που δίνουν γνώσεις, αλλά όχι ζεστασιά, που δεν ζούνε οι ίδιοι τη ζωή της Εκκλησίας με χαρά, για να βγάλουν αυτή τη χαρά στη ζωή των μαθητών τους. Όλοι φταίνε, εκτός από τα παιδιά.
Καθώς προχωρούσε η συζήτηση, μία σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Ως πότε θα αθωώνουμε, θα λειτουργούμε προστατευτικά έναντι των παιδιών, θα δικαιολογούμε, θα ωθούμε τα παιδιά να συνεχίζουν να παραμένουν στην μακαριότητά τους; Γιατί όλο αυτό το «κατηγορώ», σε πολλές περιπτώσεις δικαιολογημένο, δεν επαρκεί, για να ερμηνεύσουμε ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει πλέον την εποχή μας. Έχουμε εκχωρήσει τις ευθύνες μας στους άλλους και συνεχίζουμε αμέριμνοι τα προγράμματά μας, τις ζωές μας, δικαιολογούμε τον εαυτό μας για τα λάθη, τις αποτυχίες, τις αμαρτίες μας, ακόμη και έναντι του Θεού είμαστε «εντάξει», δεν φταίμε σε τίποτα. Κι Εκείνος είναι «υποχρεωμένος» να αποδεχθεί τις δικαιολογίες μας, γιατί ο Θεός είναι αγάπη.
Ο Αββάς Αλώνιος, στο Γεροντικό, λέει: «Αν δεν πη ο άνθρωπος στην καρδιά του, εγώ μονάχος και ο Θεός είμαστε στον κόσμο, δεν θα βρη ανάπαυση». Δεν θα κρατήσω την ερμηνεία του θείου έρωτα. Θα το δω στην προοπτική τη δική μας. Αν δεν αναλάβουμε την ευθύνη να πάρουμε απόφαση τι είναι για μας ο Θεός, τι ο εαυτός μας, τι ο κόσμος, δεν θα βρούμε ανάπαυση. Αν για όλα πάντα θα φταίνε οι άλλοι (και όντως φταίνε σε πολλά), τότε θα παραμένουμε «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», αποχαυνωμένοι και ευχαριστημένοι που έχουμε δικαιολογία για να συνεχίζουμε να ζούμε όπως ζούμε και να ονειρευόμαστε ότι θα επανέλθει το υπό κατάρρευσιν υπερκαταναλωτικό όνειρό μας.
Είπα στα παιδιά, όταν με ρώτησαν, γιατί είμαι στην Εκκλησία, γιατί είμαι Ορθόδοξος σήμερα, ότι στην Εκκλησία βρήκα τον μοναδικό εκείνο χώρο και τρόπο στον οποίο η αγάπη, όχι για έναν αλλά για όλους, για το Θεό και τον άνθρωπο, δεν είναι αδυναμία. Μόνο στην Εκκλησία σου αναγνωρίζεται το δικαίωμα και η χαρά να αγαπάς. Με τα λάθη και τις αδυναμίες σου, τις πτώσεις και τις αναστάσεις σου. Σε κανέναν χώρο εγώ, τουλάχιστον, δεν συνάντηση την αντίληψη ότι να αγαπάς δεν είναι ντροπή, ότι ο δρόμος σου είναι «με το σταυρό στο χέρι» και επιτέλους αυτό δεν είναι κακό.
Δεν ξέρω αν κάποιοι από τους μαθητές προβληματίστηκαν. Μάλλον ξέρω ότι σε κάποιον νέο διάλογο πάλι για τις περιουσίες και τα σκάνδαλα θα μιλάμε. Πόσες μερίδες φαγητό δίνει η Εκκλησία, πόσα ιδρύματα λειτουργεί, πόσα κουδούνια ηχούν στις στολές των δεσποτάδων και πόσο αξίζουν τα δεσποτικά εγκόλπια, ότι η γλώσσα δεν επιτρέπει στο νέο να λειτουργηθεί, να συναντήσει δηλαδή τον συνάνθρωπό του στο σώμα του Χριστού και να τον αγαπήσει, ανταποκρινόμενος στην αγάπη του Χριστού. Ωστόσο, έκλεισα τη συζήτηση με τους μαθητές λέγοντάς τους ότι αξίζει να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της ζωής τους, να έχουν ιδία εικόνα για ό,τι απορρίπτουν και ότι μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, αν τολμήσουν, θα βρούνε ανθρώπους για να μοιραστούν μαζί τους τον προβληματισμό τους. Και σε κάποιον δεκαπεντάχρονο που επανέλαβε ότι έχουμε αποτύχει όλοι οι μεγάλοι και ότι ήθελε να του πω έναν λόγο για να τον πείσω να έρθει στην Εκκλησία, απάντησα ότι εγώ δεν βρίσκω για λογαριασμό του κανέναν λόγο ούτε τον θέλω στην Εκκλησία. Αν όμως εκείνος βρει, η χαρά μου θα ήταν πολύ μεγάλη και η πόρτα της Εκκλησίας ανοιχτή για κείνον.
Κυριακή της Ορθοδοξίας. Δόγματα, εικόνες, αιρετικοί, αναθέματα, συνοδικά, περηφάνια που είμαστε Ορθόδοξοι, επιθέσεις σε όλους τους άλλους, η Ορθοδοξία κινδυνεύει... Σ’ αυτήν την καταιγίδα ο λόγος του Αββά ηχεί στην ψυχή μου: «Αν δεν πη ο άνθρωπος στην καρδιά του, εγώ μονάχος και ο Θεός είμαστε στον κόσμο, δεν θα βρη ανάπαυση». Εύχου, Αββά, να τον πω, να τον ζήσω τον λόγο σου, να μετρήσω την Ορθοδοξία μου στο πρίσμα αυτού του λόγου, να βρω ανάπαυση και μετά να συναντώ τους όποιους άλλους. Με ευθύνη για τη ζωή μου. Αγαπώντας, αλλά όχι υπερπροστατεύοντας και αθωώνοντας. Και πρωτίστως, κοινωνώντας το Χριστό, στην συνάντηση του σώματος, στη λειτουργία και την προσευχή, στο μοίρασμα, στον κόκκο της μετάνοιας που θα ήθελα να κάνει την καρδιά μου να καρπίσει.
Κέρκυρα, 11 Μαρτίου 2011