11/5/11

ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ;


Το ερώτημα που συχνά δεσπόζει ανάμεσα στους ανθρώπους που πιστεύουν είναι «πόσο δύσκολη ή αδύνατη είναι η θεραπεία της αμαρτίας στη ζωή της πίστης;». Ενώ αναγνωρίζουμε την δύναμη που η πίστη έχει και την ελπίδα που μας προσφέρει, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να απαλλαγούμε από την αίσθηση της ρυπαρότητάς μας έναντι του Θεού, από το ότι ο Θεός και το θέλημά Του δεν είναι προτεραιότητα στη ζωή μας, ότι η πορεία μας, λιγότερο ή περισσότερο, στον κόσμο αυτό χαρακτηρίζεται από επιδράσεις του εκκοσμικευμένου πνεύματος, ότι ενώ μετανοούμε ενίοτε για τα σφάλματά μας, ξαναγυρίζουμε στα όσα έχουμε αποφασίσει να αφήσουμε κατά μέρος. Ο Απόστολος Παύλος, απαντώντας σε ανάλογο προβληματισμό, θέτει αυτό το ερώτημα: «ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ ευρέθημεν και αυτοί αμαρτωλοί, άρα Χριστός αμαρτίας διάκονος; Μη γένοιτο» (Γαλ. 2, 17). Ωστόσο το ερώτημα παραμένει. Και δεν μένει μόνο στο ζήτημα της αμαρτίας. Έχει να κάνει με την εμμονή των ανθρώπων σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν επιτρέπουν την αξιοποίηση της προόδου, των εφευρέσεων, της οργάνωσης ενός πολιτισμού αληθινά αξιοθαύμαστου τεχνικά, αλλά και διανοητικά, προς όφελος των πολλών, τον εγκλωβισμό στη λογική του θανάτου, αλλά και στην αβεβαιότητα για όλους. Γιατί λοιπόν δεν τα καταφέρνουμε ηθικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα η αποτυχία μας να μεταφέρεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας;
Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις. Πρωτίστως χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει πίστη. Έχουμε την εντύπωση πως η πίστη συνεπάγεται την αποδοχή ότι ένα πρόσωπο, μία ιδέα, μία πραγματικότητα είναι αληθινή. Η πίστη όμως αυτή περιορίζεται στο στοιχείο της διάνοιας ή χρησιμοποιεί ορισμένους κανόνες, τυπικά, διατάξεις με βάση τα οποία ο πιστεύων αισθάνεται ότι την τηρεί και την αποδεικνύει. Για την Εκκλησία όμως η πίστη συνεπάγεται την σχέση προσώπων. Πιστεύω σημαίνει γνωρίζω ποιος είναι αυτός στον οποίο απευθύνομαι, θέλω να έχω σχέση μαζί του, τον ζητώ να υπάρχει στην καθημερινότητα της ύπαρξής μου, μπορώ να μιλήσω μ’ αυτόν και γι’ αυτόν, όπως όχι απλώς κάποιος πιστεύει, αλλά όπως αυτός που αγαπά. Στην περίπτωση του Θεού, η πίστη μας δεν μπορεί να είναι μία θρησκευτική αποδοχή ή εμπιστοσύνη, αλλά η αφετηρία της κοινωνίας με το υπαρκτό πρόσωπο του Θεανθρώπου, το Οποίο αποδεικνύει την παρουσία Του στη ζωή μας πρώτα μέσα από το Σώμα και το Αίμα Του, το οποίο καλούμαστε να κοινωνούμε, αλλά και μέσα από την περιγραφή του τρόπου με τον οποίον ο Χριστός φανερώνεται στη ζωή μας, δηλαδή μέσα από την κοινωνία με τον συνάνθρωπο.
Στη συνέχεια, χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει δικαίωση. Η συνηθισμένη εκδοχή συνεπάγεται την αναγνώριση από την πλευρά αυτού που πιστεύουμε ότι είναι το μέτρο και ο κανόνας των σκέψεων, των πράξεων, των επιθυμιών μας. Κατόπιν, η δικαίωση περνά μέσα από την κοινωνική ομάδα, το σύστημα, το σώμα στο οποίο ανήκουμε. Και η δικαίωση ικανοποιεί την ανάγκη μας για αποδοχή, για απόδοση αξίας στον εαυτό μας, για δόξα τελικά. Στη σχέση μας όμως με το Χριστό δικαίωση σημαίνει την αναγνώριση από μέρους μας ότι ο Χριστός βλέπει σε εμάς το πρόσωπο που μπορεί να κοινωνήσει μαζί Του, το δημιούργημα και παιδί Του, στο οποίο η κοινωνία περνά από την σχέση πατρότητας και υιότητας στη σχέση της φιλίας και της αγάπης και ταυτόχρονα στην πορεία της σωτηρίας μας, δηλαδή της νίκης κατά του θανάτου και της δωρεάς της ενότητας ψυχής και σώματος στην προοπτική της ανάστασης. Δεν δικαιωνόμαστε εκ των όποιων έργων, των χαρισμάτων ή των κατορθωμάτων μας, αλλά από την κοινωνία με το Χριστό που για το πρόσωπό μας σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Και αυτός είναι ο δρόμος και το χάρισμα της αγιότητας.
Τέλος, χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει αμαρτία. Η συνηθισμένη εκδοχή κι εδώ ταυτίζει την αμαρτία με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν το θέλημα του Θεού και κάνουν τον άνθρωπο να αποτυγχάνει να ευχαριστήσει το Θεό που τόσα του έχει δώσει και του δίδει. Αυτός όμως ο ορισμός είναι ελλιπής, διότι εκ των πραγμάτων ουδείς αναμάρτητος. Αν ο άνθρωπος μπορούσε να πετύχει την αναμαρτησία από μόνος του, τότε θα ήταν ο ίδιος θεός. Μήπως όμως είμαστε καταδικασμένοι να πιστεύουμε σε έναν Θεό που θέλοντας να ομοιάσει με μας, σαρκούμενος δηλαδή, έγινε κι αυτός διάκονος της αμαρτίας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δείχνει και τον τρόπο της λύτρωσης. Ο Χριστός δεν πειράχτηκε από την αμαρτία, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, αλλά υπέστη όλες τις συνέπειές της, την κακία, την απιστία, το βάρος, τον θάνατο, επάνω στο σταυρό. Όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο όση προηγήθηκε ή όση ήταν εν ζωή εκείνη τη στιγμή, αλλά και η μετέπειτα, εναπέθεσε το βάρος της αμαρτωλότητάς της στο πρόσωπο του Χριστού και είδε το πλήρωμα της αμαρτίας να πεθαίνει μαζί με το Χριστό και να συνθάπτεται στον τάφο του θανάτου και με την ανάσταση πλέον να μην έχει καμία δύναμη επάνω στον άνθρωπο. Στο τσίμπημα της φτέρνας μας τελικά περιορίστηκε η δύναμη της αμαρτίας, διότι η κεφαλή της, αυτή δηλαδή που την καθορίζει και της δίνει ζωή συντρίφτηκε πάνω στο σταυρό.
Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας όσο δεν αποδεχόμαστε το Θεό όχι ως ιδέα, αλλά ως Πρόσωπο το οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε και να κοινωνήσουμε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και στην αγάπη προς την κάθε εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπο. Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας όσο περιμένουμε ότι θα αποτελέσει για μας προσωπικό κατόρθωμα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την άρνηση του ασκητικού αγώνα και της έγνοιας για την τήρηση των εντολών του Χριστού. Η αληθινή άσκηση όμως ξεκινά από την αγάπη προς το Πρόσωπο του Χριστού και την βεβαιότητα ότι αυτός πρώτος μας αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για μας. Και όταν μπορούμε ή θέλουμε να αγαπούμε, αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε την οδό της αγιότητας ως την μοναδική οδό χαράς και ελπίδας. Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας, όταν νομίζουμε ότι ζούμε ακόμη στην εποχή που ο Χριστός δεν ήρθε και καθιστούμε το βάρος της δυσβάσταχτο. Ήδη θεραπεύθηκε η αμαρτία στο σταυρό και με την ανάσταση. Όσοι όμως αγωνιζόμαστε να ζήσει μέσα μας ο Χριστός γευόμαστε το τσίμπημά της στη φτέρνα της ύπαρξής μας, ως ανάμνηση ότι είμαστε πάντοτε ελεύθεροι να αφήσουμε το δηλητήριό της να μας διαποτίσει ή κοινωνώντας με το Χριστό να την αποδεχθούμε ως τον μικρότερο ή μεγαλύτερο σταυρό αυτής της ζωής, ως κίνητρο μετάνοιας, ταπείνωσης και εκζήτησης της θαλπωρής του.
Ο κόσμος λειτουργεί με βάση αυτό που φαίνεται. Και η αμαρτία φαντάζει αθεράπευτη. Δεν είναι όμως έτσι. Η ζωή της Εκκλησίας, η οδός της αγιότητας, η Ανάσταση ήδη την έχουν θεραπεύσει. Για όσους πιστεύουν στο Θεό ως Πρόσωπο, για όσους χαίρονται που κι εκείνοι είναι πρόσωπα που ο Χριστός θεωρεί ως φίλους Του, για όσους ο σταυρός και η ανάσταση είναι το κέντρο της ζωής τους, η συσσταύρωση με τον Κύριό μας αποτελεί την καλύτερη και ασφαλέστερη ένδειξη αυτής της θεραπείας. Κι αυτό είναι το βαθύτερο νόημα τελικά της πίστης. Ας συνεχίσουμε την πορεία μας στον δύσκολο αυτό κόσμο, που διέγραψε το Θεό και στη θέση Του έβαλε την επιβίωση, την επιθυμία, την ακοινωνησία αναβαπτιζόμενοι στην σχέση με το Χριστό και τη ζωή της Εκκλησίας. Και ας αισιοδοξούμε. Η νίκη κατά της αμαρτίας θα διαφαίνεται και στη δική μας ζωή, στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούμε τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας, βοηθώντας μας κατά πάντα και δια πάντα. Και οι επιλογές μας θα μπορούν να βοηθήσουν και άλλους. Στον καθέναν μας άλλωστε βρίσκεται η ελπίδα για την αλλαγή και την μεταμόρφωση του κόσμου.

Κέρκυρα, 6 Νοεμβρίου 2011

10/29/11

Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ


Η πίστη στο Χριστό λειτουργεί ανατρεπτικά για τις καθεστηκυίες αξίες της ανθρώπινης ζωής, όχι μόνο όταν φανερώθηκε στον κόσμο, αλλά και σε κάθε εποχή. Και αυτή η πίστη, εκτός από το προσωπικό επίπεδο, άλλαξε και τον τρόπο του σκέπτεσθαι και πράττειν και σε κοινωνικό επίπεδο. Η στάση αυτή μπορεί να μην λειτουργεί στην εποχή μας στις κυρίαρχες νοοτροπίες του πολιτισμού μας, οι οποίες ακολουθούν έναν «δαιμονικό» προσανατολισμό, που έχει αλλοτριώσει και, κατά συνέπεια, αποκαρδιώσει τον άνθρωπο, μπορεί όμως να διασωθεί στην «μικρά ζύμη» της εκκλησιαστικής ζωής, η οποία αιμοδοτεί την ύπαρξη και της δίδει νόημα και προσανατολισμό.
Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους για την κλήση που έλαβε από το Θεό, αλλά και την πνευματική εμπειρία που συνόδευσε αυτή την κλήση, καταγράφει την φροντίδα του Θεού να μην υπερηφανευθεί, να μην νικηθεί δηλαδή από τον πειρασμό της ικανοποίησης για το έργο που ανέλαβε, για το ότι ο Θεός του αποκαλύφθηκε, για την πνευματική άνοδο μέσω της κοινωνίας με το Θεό, που θα αποτελούσε για τον ίδιο, όπως και για τον καθέναν άνθρωπο, αφορμή πνευματικής συντριβής, αλλά και αναίρεσης τελικά του έργου και της αποστολής σε κοινωνικό επίπεδο. Του εδόθη «σκόλοψ τη σαρκί», κάποιος πειρασμός που τον ταλαιπωρούσε. Ακόμη κι αυτός ο μεγάλος Απόστολος, ο πρώτος μετά τον Ένα, λύγισε κάποια στιγμή και τρεις φορές παρακάλεσε τον Χριστό να άρει τον πειρασμό από πάνω του. Η απάντησή του Χριστού ήταν αντίθετη από αυτήν που θα περίμενε όχι μόνο ο Παύλος, αλλά και ο καθένας που βλέπει το Χριστό με αγάπη και έχει την αίσθηση ότι θα παραμείνει άτρωτος στις δυσκολίες της ζωής: «Αρκεί σοι η χάρις μου . η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Ο Παύλος αντελήφθη το νόημά της και σπεύδει να συμπληρώσει: «με περισσότερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού» (Β’ Κορ. 12, 9).
Ο κόσμος πιστεύει και ακολουθεί είτε έναν θεό είτε μια ιδέα είτε έναν πολιτισμό είτε μια στάση ζωής γιατί θεωρεί ότι θα απαλλαγεί από τους φόβους του, γιατί ζητά μία ανταμοιβή που μπορεί να είναι η πρόοδος και η ευλογία του Θεού στη ζωή του, γιατί του αρέσει να ακολουθεί έναν τέτοιο δρόμο, απολαμβάνοντας τα αγαθά και την κάλυψη των επιθυμιών του. Άλλοτε, σπανιότερα, πιστεύει από αγάπη. Έχει ενστερνισθεί το περιεχόμενο της πίστης και την κοινωνία με το πρόσωπο που την εκφράζει είτε έχει κάνει σκοπό και νόημα της ζωής του τον τελικό σκοπό αυτής της πίστης, της ιδέας, της στάσης ζωής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο άνθρωπος είναι ικανός να νικήσει οποιονδήποτε πειρασμό έρχεται να απειλήσει την εκπλήρωση αυτής της πίστης, μπορεί ακόμη να προσφέρει και την ίδια του τη ζωή.
Συνήθως η όποια τέτοια πίστη κάνει τον άνθρωπο ισχυρό και αποδεκτό από τους άλλους. Γι’ αυτό και η πίστη γίνεται αφορμή καύχησης. Ταυτόχρονα, δίνει μια μεταμορφωτική πνοή στον κοινωνικό περίγυρο του ανθρώπου, μία αύρα που μεταδίδεται στους γύρω του. Και όσοι πείθονται, ελπίζουν σε μια καλύτερη ζωή, σε μία ποιότητα διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν τους. Όλοι τελικά θεωρούν ότι η πίστη τους είναι αψεγάδιαστη. Οδηγεί σε τέλεια σχήματα και σε τέλειες καταστάσεις. Γι’ αυτό και απορρίπτουν όσους δεν είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν την «αλήθεια» που οι ίδιοι διακηρύττουν, θεωρώντας τους δυστυχισμένους ή αμαρτωλούς ή ανίκανους να βρούνε νόημα στη ζωή τους. Αλλά και οι άλλοι, ακόμη και όσοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους ισχυρούς αυτής της πίστης, δεν παύουν να τους αναγνωρίζουν και να τους σέβονται, θεωρώντας ότι επιτελούν ένα έργο που οι ίδιοι δεν μπορούν να επιτελέσουν.
Ο Παύλος, μέσα από τον σκόλοπά του, το αίτημά του στο Χριστό και την παράθεση της απάντησης του Κυρίου σ’ αυτό, μας δείχνει μία εντελώς διαφορετική θεώρηση. Είμαι χριστιανός σημαίνει ότι αποδέχομαι όχι την καθαυτό πίστη ως ατελή, αλλά ότι αυτή η πίστη μιλά με τις ατέλειές μου, αποκαλύπτει τις αδυναμίες μου, και γίνεται αφορμή καύχησης στις αποτυχίες μου, διότι η κατεξοχήν νίκη της είναι εναντίον της υπερηφάνειας για την όποια τελειότητα. Πιστεύω σημαίνει ότι είμαι έτοιμος για δοκιμασίες, πειρασμούς και ταλαιπωρίες όχι για να δοξασθώ ή για να γίνω αποδεκτός από τους άλλους, αλλά για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού, που πηγάζει από την ταπεινότητα της μη αντιλοιδορίας όταν λοιδορούμαστε, της μη απάντησης στις ύβρεις και τις συκοφαντίες, της μη πίεσης στις πιέσεις και τους διωγμούς και μία αίσθηση ότι η κατεξοχήν δωρεά αυτής της πίστης είναι το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού, που ανέβηκε συγχωρώντας στο σταυρό, ετάφη χωρίς να έχει αμαρτία και αναστήθηκε για να μας δώσει αυτήν την δύναμη της ταπεινοσύνης που μας κάνει αληθινά τέλειους, όχι στον παρόντα χρόνο, αλλά κατά την έξοδό μας από τον βίο τούτο, που σηματοδοτεί το τελείωμα της αμαρτίας, της επίδρασης των σκολώπων στην ύπαρξή μας, και την αφετηρία της συνεχούς κοινωνίας μας με τον Χριστό, οπότε και η ζωή γίνεται ατελεύτητος.
Δεν μας υπόσχεται τελειότητα η ζωή της Εκκλησίας και η πίστη μας. Μας διαβεβαιώνει για σκόλοπες, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Και τελικά αυτοί οι σκόλοπες μας κρατάνε ταπεινούς. Ο κόσμος μπορεί να επιλέγει τον πλούτο, τα χρήματα, την επιβίωση, τα αγαθά, την επιστήμη και τα άλλα επιτεύγματα, την τελειότητα της ισχύος, την θεραπεία κάθε ασθένειας και να λοιδορεί την Εκκλησία, διότι δεν μπορεί να εξαλείψει κάθε κοινωνικό και πνευματικό πρόβλημα και να μας κάνει να αισθανόμαστε ανεπαρκείς και εν θλίψει. Δεν πειράζει όμως. Καλούμαστε, αγαπώντας τον Χριστό και κοινωνώντας μαζί Του να υπομένουμε στις αδυναμίες, τις θλίψεις, τα παθήματα, τους διωγμούς, το περιθώριο, παραμένοντας η «μικρά ζύμη» , η οποία, εν τη ασθενεία της, «όλον το φύραμα ζυμοί» (Α’Κορ. 5,6). Και αυτή είναι τελικά η ελπίδα που μπορούμε να κομίσουμε στον κόσμο μας, μέσα στην περίοδο της μεγάλης κρίσης, της απαίτησης, της οργής. Η όποια επιστροφή στην ταπεινοσύνη και η εργασία εντός της θα βοηθήσουν τόσο την προσωπική μας πορεία, αλλά και την ευρύτερη πορεία της κοινωνίας μας για να ξαναβρεί προσανατολισμό. Ας καγχάζουν οι ισχυροί και ας επιβάλλουν τους όρους τους, αφήνοντάς μας να τρεφόμαστε από τα ψιχία των τραπεζών τους. Αλλού είναι η θαλπωρή. Και εκεί στρεφόμενοι, στους κόλπους της πίστης, θα αντέξουμε.

Κέρκυρα, 30 Οκτωβρίου 2011

10/26/11

ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ’40



Ο αγώνας του ’40 δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ηθελημένης απόφασης. Αν ρωτιόντουσαν οι Έλληνες αν θα ήθελαν τον πόλεμο ή θα προτιμούσαν να ζήσουν ειρηνικά, η απάντηση θα ήταν αυτονόητη. Όμως πιο πάνω από τον εαυτό, την οικογένεια, το πρόγραμμα της ζωής, τα αγαθά, τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητας, τις ελπίδες και τα όνειρα, υπήρχαν δύο έννοιες μοναδικές: η ελευθερία και η αξιοπρέπεια.
Ο αγώνας του ’40 δεν ξεκίνησε με την βεβαιότητα της νίκης. Άμυνα κι ανάγκη ήταν η βάση του. Και μια πολιτική ηγεσία που δεν ήταν αγαπητή από τους περισσότερους, αλλά που ήξερε να αρθεί στις απαιτήσεις των περιστάσεων. Που είχε προβλέψει ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος στρατιωτικά και είχε ετοιμάσει τις γραμμές της άμυνας. Που έκανε ό,τι μπορούσε για να μην οδηγηθεί σ’ αυτόν, χωρίς εύκολους λεονταρισμούς, ακόμη κι όταν ο εχθρός τορπίλιζε το «Έλλη» ανήμερα της Παναγίας στην Τήνο. Που είχε χαράξει από πριν τις συμμαχίες της. Που ενώ στον προηγούμενο μεγάλο πόλεμο ήταν γερμανόφιλη και συντέλεσε στον διχασμό, που προέβλεψε την μικρασιατική καταστροφή σε πείσμα όλων των άλλων, αντιπάλων και φίλων της αλλά δεν εισακούσθηκε από τους κρατούντες, που επέβαλε ένα καθεστώς ανάλογο με το ιταλικό, εντούτοις δεν δέχθηκε να αποχωριστεί από τους συμμάχους και προέβλεψε μακροπρόθεσμα και την έκβαση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και ήταν με το μέρος των νικητών. Μια ηγεσία που την χαρακτήριζε, πέρα από τις εμμονές της, ο ρεαλισμός, η διπλωματικότητα, η ικανότητα να οργανώσει αντίσταση και να εμπνεύσει το λαό να παλέψει για την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του. Γι’ αυτό τελικά αυτή η ηγεσία, πέρα από τις άλλες αμαρτίες της, έμεινε στην Ιστορία.
Ο αγώνας του ‘ 40 ήταν ο αγώνας ενός ολόκληρου λαού που μέσα του κρατούσε ζωντανή την ιδέα της ελευθερίας του. Γίνεται 18 χρόνια μετά την μεγάλη καταστροφή της Μικρασίας, τον ξεριζωμό και την προσφυγιά. 8 χρόνια μετά την χρεωκοπία εξαιτίας του κραχ του μεσοπολέμου και της αδυναμίας της ηγεσίας, αλλά και της χώρας να αντέξει τις δυσκολίες προσαρμογής σε ένα περιβάλλον οικονομικά ασταθές και να επουλώσει τις πληγές από τον διχασμό. ΚΙ όμως, την δύσκολη ώρα, εκεί που θα νόμιζε κάποιος κινούμενος με την λογική ότι ο λαός θα συμβιβαστεί και θα αποδεχθεί την υποδούλωση στο βωμό της ησυχίας και της «ειρήνης», ο λαός αντιτάσσει το ΟΧΙ, πολεμά με την καρδιά του και νικά, γεννώντας και ζώντας ένα θαύμα που ελάχιστοι λαοί στην Ιστορία έχουν πετύχει.
Ο αγώνας του ’40 έκανε να κινητοποιηθούν όλες οι δυνάμεις του Έθνους. Η πίστη στο Θεό και η στήριξη της Εκκλησίας, οι μνήμες της Ιστορίας , η αίσθηση ότι κανένας πόλεμος δεν είναι χαμένος από πριν, αλλά και το ότι αν υπάρχει η απόφαση για να δώσει κάποιος το αίμα του, τότε αυτό πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις του και τον βγάζει από την πραγματικότητα του θεατή, κάνοντάς τον αγωνιστή, συνέβαλαν στο θαύμα. Και έκαναν τον αγώνα, το λαό, το Έθνος μας , την χρονική στιγμή να περάσουν στην αθανασία της Ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όχι μόνο της δικής μας, αλλά και όλων των ανθρώπων.
Ζούμε στιγμές σήμερα ιστορικές. Μόνο που με θλίψη βλέπουμε τις ηγεσίες μας να μην μπορούν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Δεν πρόβλεψαν. Δεν οργανώθηκαν εγκαίρως. Δεν είχαν άμυνες. Δεν θέλησαν να αντισταθούν. Άφησαν να εκμαυλιστεί ο λαός, για να είναι άθυρμα στα χέρια τους και να απολαμβάνουν την εξουσία με τα προνόμιά της. Δεν θέλησαν να συμμαχήσουν με εκείνους που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, αλλά παραδόθηκαν στο σύγχρονο εχθρό, τον πολιτιστικό και οικονομικό ιμπεριαλισμό, ο οποίος μας πρότεινε, με αντάλλαγμα την ελευθερία μας, τον καταναλωτισμό και την ατομοκρατία, το ξερίζωμα της συλλογικής μνήμης και της πίστης στο Θεό, την εγκατάλειψη της ιστορικής συνείδησης για να γίνουμε πολίτες του κόσμου χωρίς ραχοκοκαλιά, την παράδοση τελικά σε έναν φιλήδονο και αυτάρεσκο τρόπο ζωής που δεν ήταν για λίγους, αλλά για όλους. Κι εμείς ακολουθήσαμε τις ηγεσίες μας στο δρόμο αυτό, νομίζοντας ότι δεν θα ερχόταν η ώρα του πολέμου.
Όμως ο πόλεμος τελικά έφτασε. Και καλούμαστε ως λαός πλέον να στραφούμε και πάλι στις μνήμες του ‘ 40 για να παλέψουμε τουλάχιστον. Να πούμε ΟΧΙ στην παράδοση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς μας, τώρα που καταλάβαμε ποιοι ήταν οι Δαναοί που μας έφερναν τα δώρα. Να πούμε ΟΧΙ σε όλους εκείνους που μας πηγαίνουν ως «αμνούς εναντίον του κείροντος αυτούς» για να μας αναγκάσουν όχι απλώς να παραδώσουμε τα αγαθά μας, αλλά την ψυχή και την ελευθερία μας για 10, 20 ή και περισσότερα χρόνια, στο όνομα της επιβίωσης και της διατήρησης των ελάχιστων αγαθών. Να πάρουμε την απόφαση να συμβιβαστούμε με τα λίγα, αλλά να κρατήσουμε την ψυχή μας. Και να προσπαθήσουμε, ξεκινώντας από την αρχή, από το χώμα μας, από τις δυνάμεις του πνεύματός μας, από την δημιουργικότητά μας, από την φιλόσοφο διάθεσή μας να ξαναχτίσουμε όχι ένα κράτος απλώς, αλλά μια νοοτροπία που θα λειτουργεί πιο συλλογικά, που θα βλέπει και το διπλανό, που δεν θα νοιάζεται μόνο για τα προσωπικά αγαθά. Μια νοοτροπία που θα προχωρεί με γνώμονα την πρόοδο όλων και την αγάπη ως βάση. Για να γίνει αυτό χρειάζεται αυτοκριτική, αντίσταση και πίστη. Όλα αυτά δηλαδή τα οποία περιθωριοποιήσαμε ηγεσία και λαός τα χρόνια της ευμάρειας και των παχιών αγελάδων. Και ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει στα όρη που χρειάζεται να ανεβούμε και πάλι για να πολεμήσουμε.
Κέρκυρα, 28 Οκτωβρίου 2011

10/21/11

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ & ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ




Ο Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Γαλάτες, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά και ποια είναι η προέλευσή Του. «Ουκ έστι κατά άνθρωπον το ευαγγέλιον» και «ου προσανέθετο σαρκί και αίματι» για να το προσφέρει στους εθνικούς (Γαλ. 1, 11 και 16). Παρότι, μάλιστα, έγινε ο Απόστολο των Εθνών, δύο αποστόλους γνώρισε αρχικά: τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τον αδελφόθεο (γι’ αυτό και η Εκκλησία ορίζει να διαβάζεται αυτό το απόσπασμα κατά την ημέρα που τιμούμε τον άγιο Ιάκωβο). Επομένως, η γνώση του Ευαγγελίου δεν προήλθε από την μαθητεία του Παύλου κοντά στους Αποστόλους, αλλά από την αποκάλυψή του από τον ίδιο τον Κύριο. Οι άλλοι Απόστολοι είχαν γνωρίσει το Χριστό, τον ακολούθησαν, άκουσαν την διδασκαλία Του, είδαν τα θαύματά Του, έλαβαν τις επαγγελίες Του, τον είδαν Αναστημένο και να αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Ο Παύλος, παρότι δεν γνώρισε τον Χριστό όταν ήταν στον κόσμο, είχε την εμπειρία της θεοπτίας κατά το ταξίδι του στη Δαμασκό και μετά το βάπτισμά του φαίνεται ότι είχε τέτοιες εμπειρίες κοινωνίας με το Χριστό, που τον έκαναν να φωτιστεί και να μπορέσει όχι μόνο να ζήσει ο ίδιος το Ευαγγέλιο, αλλά να το διδάξει και να το ερμηνεύσει στους ανθρώπους και να οδηγήσει στην πίστη τα έθνη.
Έχει ενδιαφέρον η ρήση του Παύλου ότι δεν στηρίχθηκε σε σάρκα και αίμα, σε ανθρώπινες, δηλαδή, δυνάμεις, για να διακηρύξει το Ευαγγέλιο. Η φράση αυτή μαρτυρεί και το γιατί η Εκκλησία παρέμεινε και παραμένει άτρωτη από τρία γεγονότα κατά την διάρκεια της επιγείου παρουσίας της και γιατί το Ευαγγέλιο παραμένει πάντοτε επίκαιρο, σε αντίθεση με διάφορες ανθρώπινες ιδέες και επινοήσεις, που ενίοτε στήριξαν πολιτισμούς, αλλά, τελικά, κατέρρευσαν, παρότι φαίνονταν άτρωτες. Το ίδιο και πρόσωπα, τα οποία, ενώ ήταν αξιόλογα ή άσκησαν μεγάλη επιρροή στους ανθρώπους, έφυγαν από το προσκήνιο στο πέρασμα του χρόνου, ξεχάστηκε η μνήμη τους και υπάρχουν μόνο στα βιβλία και διαβάζονται από τους ειδικούς, χωρίς να συγκινούν πέρα από το χρόνο.
Το πρώτο γεγονός είναι η ανθρώπινη κακία, σε συνδυασμό με το μένος του διαβόλου έναντι της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο ελέγχει τη ζωή μας. Δείχνει την αμαρτωλότητά μας. Μας καλεί σε μετάνοια. Μας ζητά να αλλάξουμε προσανατολισμό. Αυτή η στάση ζωής έρχεται σε αντίθεση με την κυριαρχία της κακίας στον κόσμο, όπως αυτή εκφράζεται μέσω του πνεύματος της εξουσίας, είτε σε ευρύτερο επίπεδο είτε σε καθημερινό. Οι μηχανισμοί της εξουσίας, με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, την αποδοχή, την εκμετάλλευση του ανθρώπου, την φιλοδοξία και την φιλοπρωτία, αλλά και την φιληδονία, ελέγχονται από το ήθος της ταπεινής αγάπης, της διακονίας, της προσφοράς στον άλλο που αποτελεί την πεμπτουσία του ευαγγελικού μηνύματος. Και γι’ αυτό ουδέποτε αυτοί οι μηχανισμοί δεν μπόρεσαν να αποδεχτούν το Ευαγγέλιο. Μπορεί να το ανέχτηκαν, ίσως και να το ανέχονται, αλλά δεν αναπαύονται μέσα σ’ αυτό, διότι βλέπουν την φαυλότητα και την αδυναμία τους. Και γι’ αυτό έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν την Εκκλησία, άμεσα και έμμεσα. Σ'αυτή την στάση παρωθεί και το δαιμονικό πνεύμα, το οποίο ζητεί να ρίξει τον άνθρωπο στον κρημνό μιας ζωής χωρίς Θεό.Παρ’ όλα αυτά, μηχανσιμοί και διάβολος δεν μπόρεσαν να κατισχύσουν και να διαλύσουν την Εκκλησία.
Το δεύτερο γεγονός είναι η έλλειψη πίστης στην αιωνιότητα, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη δίδει μεγάλη σημασία στον ορθολογισμό και σ’ αυτό το οποίο βλέπει δια των αισθήσεων. Το Ευαγγέλιο κηρύσσει κατεξοχήν την σχέση με τον Χριστό που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωτηρία, δηλαδή στην αιώνια κοινωνία της αγάπης με τον αληθινό Θεό. Κηρύσσει την πίστη στην ψυχή ως δωρεά ζωής του Θεού και στην ανάσταση του σώματος, ώστε ο άνθρωπος, στην πληρότητά του, να χαίρεται «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να ζήσει έτσι, χρειάζεται να αναγνωρίσει τον Χριστό ως τον Θεό της αγάπης και της αλήθειας και αυτή η αναγνώριση δε νοείται εκτός της κοινωνίας με τους αδελφούς μας, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας. Μια τέτοια αναγνώριση όμως έρχεται σε ρήξη με το ορθολογιστικό πνεύμα, το οποίο κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει πως αληθινό είναι μόνο ό,τι προσεγγίζεται δια των αισθήσεων και επειδή ο θάνατος είναι το σταμάτημα της λειτουργίας των αισθήσεων και της δυνατότητας κοινωνίας που αυτές παρέχουν, δεν υπάρχει αιωνιότητα. Εξάλλου, η θεσμοποίηση της Εκκλησίας και η λειτουργία της για πολλούς ως θρησκείας, δηλαδή ως ενός μηχανισμού που παρηγορεί τον άνθρωπο για τον πόνο της αρρώστιας και του θανάτου, με σκοπό να επιβιώνουν οι λειτουργοί της και να διατηρείται η επιρροή της στις κοινωνίες, κάνει πολλούς να επιστρέφουν στην ερμηνεία και της Εκκλησίας με βάση τον μηχανισμό της εξουσίας, παραθεωρώντας ότι η αναγνώριση του Χριστού ως του Θεού της αγάπης και της αλήθειας δια της πίστεως, οδηγεί την ύπαρξη όχι απλώς σε υπέρβαση των θεσμικών λειτουργιών, αλλά και σε εσωτερικό αγιασμό-μεταμόρφωση της καρδιάς που την κάνει να βλέπει πέρα από τις αισθήσεις. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, χωρίς να περιφρονεί τον ορθολογισμό και τη γνώση δι’ αυτού και των αισθήσεων, διακηρύσσει την πίστη στην δυναμική της σχέσης με τον Χριστό που προσφέρει στον άνθρωπο μιαν άλλη γνώση, την Θεογνωσία, που οδηγεί στην αιωνιότητα.
Το τρίτο γεγονός είναι ένα πνεύμα ελιτισμού που υπήρχε και υπάρχει στον κόσμο μας και που κάνει όσους νομίζουν ότι έχουν και κατέχουν να περιφρονούν το λαό. Το Ευαγγέλιο ήρθε να ανατρέψει την λογική του ελιτισμού. Την λογική της μόρφωσης. Του πλούτου. Της διανόησης. Της καθαρότητας και της τελειότητας. Της επιγείου σοφίας. Της αίσθησης ότι ο άνθρωπος μπορεί να βρει το δίκιο του μέσα από τα κατασκευάσματά του. Το Ευαγγέλιο ήρθε να δοκιμάσει τους πτωχούς τω πνεύματι. Τους πράους και ταπεινούς τη καρδία. Τους ειρηνοποιούς. Εκείνους που νιώθουν μέσα τους την ανάγκη της θυσίας και της προσφοράς. Τους ελεήμονας. Τους πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνη της αγάπης. Τους πενθούντας για τις αμαρτίες και τις αδικίες τόσο τις δικές τους όσο και του κόσμου. Τους διωγμένους, τους περιφρονημένους, τους περιθωριοποιημένους από την κάθε λογής ελίτ. Όλους εκείνους, που ανεξαρτήτως των προσόντων τους, έβαζαν και βάζουν την Βασιλεία των Ουρανών ως όραμα και στόχο της ζωής τους. Εκείνους που βρίσκουν στην Εκκλησία το αληθινό νόημα της κοινωνίας. Και που αφήνουν τη ζωή τους να μεταμορφώνεται σε ζωή αγιοπνευματική και κοντά τους κάνουν και άλλους να μπορούν να χαίρονται και να βρίσκουν στηρίγματα. Και αυτοί βρίσκονται συνήθως ανάμεσα στο λαό, προέρχονται από αυτόν και δεν κρύβονται ούτε περιφρονούν τους πολλούς, αλλά ανοίγονται με αγάπη προς αυτούς.
Η αντοχή του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα «σάρκας και αίματος», αλλά αποκάλυψης, έμπνευσης και στήριξης από τον Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και στην κοινωνία μαζί Του. Ας βυσσοδομούν λοιπόν οι εχθροί της πίστης και της Εκκλησίας, παλαιότεροι και σύγχρονοι. Ας διατυπώνουν όσες κατηγορίες θέλουν. Και οι ίδιοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στον χείμαρρο της ζωής που δίνει το Ευαγγέλιο και γι’ αυτό ψάχνουν να βρούνε αδυναμίες στους εφαρμοστές του. Στην Εκκλησία ως θεσμό. Στους Επισκόπους και τους ιερείς. Στον καθημερινό πιστό. Όμως το Ευαγγέλιο θα παραμένει ο καθρέφτης εκείνος που θα τους κάνει να βλέπουν την κακία, τον ορθολογισμό και την αισθησιοκρατία τους, αλλά και το πνεύμα του ελιτισμού τους και θα ελέγχονται γιατί τελικά μισούν το φως. Και η Εκκλησία, στηριζόμενη στον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστεώς μας, θα συνεχίσει να προσφέρει νόημα, ελπίδα και χαρά στον άνθρωπο, όσο κι αν οι περιστάσεις της ζωής δείχνουν δυσκολίες και θλίψεις.

Κέρκυρα, 23 Οκτωβρίου 2011

10/15/11

ΠΙΣΤΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ


«Πιστός ο λόγος» (Τίτ. 3,8) αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τίτο, που ήταν επίσκοπος Κρήτης, σε μία περικοπή που διαβάζεται όταν στην Εκκλησία θυμόμαστε οικουμενικές συνόδους, στις οποίες οι Πατέρες τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος έδιναν απαντήσεις σε ζητήματα πίστης. Κι αυτό διότι ο λόγος της πίστης, ο λόγος των Πατέρων, ο λόγος της Εκκλησίας είναι αξιόπιστος, όχι μόνο διότι προέρχεται από ανθρώπους που έχουν αξιοπιστία στη σχέση τους με τους άλλους, αλλά και γιατί πηγάζει από εκείνους που έχουν εναποθέσει την εμπιστοσύνη τους στο φωτισμό του Θεού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν καλλιεργούν τους εαυτούς τους, δεν μορφώνονται, δεν μελετούν, δεν ζούνε την πνευματική ζωή της πίστης δια της νηστείας, της αγρυπνίας, της προσευχής, της αγάπης, λαμβάνοντας ουράνια χαρίσματα. Δεν μένουν όμως οι Πατέρες, που είναι συνεχιστές του έργου των Αποστόλων, στα δικά τους χαρίσματα, αλλά εναποθέτουν τον τρόπο τους στα χέρια του Θεού και στην κοινωνία της Εκκλησίας και αφήνονται να φωτισθούν, να μιλήσουν και να κριθούν τελικά και από το Θεό και από το σώμα του Χριστού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας εκφράζουν την πίστη, το ήθος και την παράδοση της ίδιας της Εκκλησίας. Και είναι επιπλέον πιστός ο λόγος τους διότι έχει χριστοκεντρικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο. Δεν είναι λόγος που αποσκοπεί στο να προβάλλει την ικανότητα και το χάρισμά τους, αλλά καταδεικνύει τον Χριστό και τον δρόμο της σωτηρίας που ο Κύριος προσέφερε στους ανθρώπους, σπέρνοντας τον σπόρο του λόγου Του και ζητώντας την αγαθή γη των ανθρώπων. Δεν έμεινε όμως μόνο στο λόγο ο Χριστός, αλλά φρόντισε να «προΐσταται καλών έργων», που δεν ήταν απλώς η αγάπη που έβγαινε από μέσα Του για τους ανθρώπους και η οποία γιάτρευε, φώτιζε, παρηγορούσε, έτρεφε και υλικά και πνευματικά τις υπάρξεις, συγχωρούσε για τα αμαρτήματα και έδινε ελπίδα. Ο Χριστός προσέφερε τον ίδιο Του τον εαυτό δια του σταυρού και του τάφου και συνανέστησε το ανθρώπινο γένος με την δική Του Ανάσταση. Ο λόγος Του ήταν αξιόπιστος διότι συνδέθηκε με την αγάπη που έφτασε στην αυτοπαραίτηση και τη θυσία. Αυτόν τον λόγο φανέρωσαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτόν τον Χριστό κατέδειξαν στους ανθρώπους. Αυτόν τον Χριστό ζήτησαν από τους ανθρώπους να ακολουθήσουν. Και αυτόν τον Χριστό ακολούθησαν οι ίδιοι πρώτα. Θυσιάζοντας τον χρόνο τους, την δυνατότητά τους να γίνουν σπουδαίοι κατά κόσμον, την ευκαιρία να διακονηθούν, αλλά και οδηγούμενοι στην μαρτυρία και το μαρτύριο είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως. Δεν έμειναν στον λόγο, αλλά τον επιβεβαίωσαν δια των καλών έργων, κάνοντας βίωμα την πίστη.
Ο λόγος των Πατέρων και ο λόγος της Εκκλησίας είναι πιστός, διότι διακρίνει ανάμεσα στην αλήθεια και την παραφθορά της που είναι η αίρεση. Η αλήθεια για την Εκκλησία δεν είναι διανοητικό κατασκεύασμα, ούτε σύνθεση λόγων. «Ου γαρ περί των λέξεων ο σκοπός εμοί, αλλ’ άπας ο αγών περί των πραγμάτων» αναφέρει ένας ωραίος πατερικός λόγος (Γρηγόριος ο Θεολόγος). Είναι η αποτύπωση της κοινωνίας του ανθρώπου με το Χριστό, που είναι ο Ίδιος η Αλήθεια. Είναι Πρόσωπο η Αλήθεια και όχι λόγοι ή ιδέες ή επιχειρήματα. Και γι’ αυτό η αίρεση αποτελεί παραμόρφωση του προσώπου του Χριστού, διαίρεση του χιτώνα Του και επιλογή τμήματος της αλήθειας, δηλαδή διάλυση της ακεραιότητάς της. Ο Χριστός διασώζεται ακέραιος στη ζωή της Εκκλησίας. Και η Εκκλησία, δια των Συνόδων, δια του διαλόγου των Πατέρων μεταξύ τους, δια της λειτουργικής της εμπειρίας, δια της επιβεβαιώσεως από τον λαό που πιστεύει, μας δείχνει το Πρόσωπο του Χριστού ακέραιο στους αιώνες. Και η σχέση με τον Χριστό δείχνει την οδό που πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε η ζωή μας να γίνει ακέραιη, να έχει δηλαδή πλήρες νόημα και σκοπό, που συνεπάγεται ότι δια της κοινωνίας με τον Χριστό να αγιαζόμαστε ψυχή τε και σώματι και να στρεφόμαστε προς Αυτόν για να μην χάσουμε την χαρά και την ελπίδα τόσο σ’ αυτή όσο και στην αιώνια ζωή. Αυτό είναι τελικά το νόημα της αληθινής ακεραιότητας.
Στην εποχή μας, μεγάλη μερίδα ανθρώπων, αντί να προβληματιστεί από το γεγονός ότι ο λόγος των όσων κυβερνούν τη ζωή μας και πολιτικά και οικονομικά και πολιτισμικά αποδεικνύεται παντελώς αναξιόπιστος, διότι στερείται των τριών χαρακτηριστικών που περιγράψαμε (του φωτισμού από τον Θεό στον Οποίο εναποτίθεται η εμπιστοσύνη, δεν είναι λόγος που οδηγεί στο Χριστό και την σωτηρία, ενώ δεν είναι λόγος που δείχνει την ακεραιότητα του νοήματος της ζωής μας) και αποδοκιμάζεται στην πράξη από την ίδια την πραγματικότητα, καθότι είναι λόγος εγωκεντρικός, λόγος εξουσίας και θεραπείας του εαυτού από τους άλλους και όχι διακονίας και θυσίας, λόγος που βλέπει τη ζωή μερικά και αποσπασματικά, στο τμήμα των υλικών αγαθών, των βιοτικών μεριμνών, της φιληδονίας και της ικανοποίησης των επιθυμιών, εξακολουθεί να ειρωνεύεται, να περιφρονεί και να αδιαφορεί για το λόγο της Εκκλησίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πάντοτε όσοι διακονούμε αυτόν τον λόγο με την φωνή αλλά και με τα έργα μας είμαστε έτοιμοι να αποδειχθούμε αξιόπιστοι. Όμως ο ίδιος ο λόγος, επειδή προέρχεται από τον Λόγο του Θεού και αυτόν εκφράζει μέσα από την ιστορία, την παράδοση, τον βίο της αγιότητας που συναντούμε στην Εκκλησία, αποτελεί τον αληθινό οδοδείκτη για να γίνει η καρδιά μας γη αγαθή, για να αλλάξουμε προσανατολισμό στην δύσκολη πραγματικότητά μας και να βρούμε τον δρόμο προς την ακεραιότητα. Προϊστάμενοι καλών έργων και ζώντας την αλήθεια της Εκκλησίας μπορούμε να διδάξουμε και ετέρους. Και εδώ έγκειται τελικά η ευθύνη όλων. Οι μεν ποιμένες να ακολουθούν τον δρόμο των Πατέρων. Ο δε λαός να ζητά καλούς ποιμένες, αλλά και να έχει αγαθή γη εντός του, ώστε να μπορεί να διακρίνει και να ζει την αλήθεια. Και να ζητεί την ελπίδα μέσα από την κοινωνία με τον Λόγο του Θεού στη ζωή της Εκκλησίας, τον ίδιο τον Χριστό.

Κέρκυρα, 16 Οκτωβρίου 2011

10/8/11

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ;














Δεν είναι εύκολο για τους ανθρώπους να αποδεχθούμε στην καρδιά μας ότι έχουμε αμαρτίες, ότι υπάρχει μολυσμός στην ψυχή και στο σώμα τους. Καθοδηγημένοι, βεβαίως, από την θρησκευτική παιδεία που έχουμε πάρει δεχόμαστε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι αμαρτωλός. Αυτό θεωρούμε ότι μπορεί να ισχύει για μας. Το πρόβλημα όμως έγκειται όταν έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο εαυτός μας είναι αμαρτωλός και ποιες είναι οι συγκεκριμένες αμαρτίες που έχουμε. Εκεί κρυβόμαστε πίσω από τις γενικότητες ή υποβαθμίζουμε την σημασία της αμαρτίας, θεωρώντας ότι υπάρχουν πιο αμαρτωλοί από εμάς (σύγκριση), ότι οι αμαρτίες μας είναι ασήμαντες (υποβάθμιση) ή ότι ο Θεός βλέπει πόσες καλοσύνες κάνουμε (αυτοδικαίωση) και θα διαγράψει τις αμαρτίες μας.
Υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι λειτουργούν με την αίσθηση της ενοχής. Συνειδητοποιούν ότι η αμαρτωλότητά τους είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα να αισθάνονται απέναντι στο Θεό ένοχοι. Έτσι, εν ταπεινώσει ζητούν την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη του Θεού και μεταφέρουν αυτό το ήθος της ταπεινότητας στη σχέση τους με τους άλλους, μη κρίνοντάς τους, προσευχόμενοι γι’ αυτούς και συγχωρώντας τους εάν κάτι τους οφείλεται από εκείνους. Υπάρχουν όμως και άλλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους, δέχονται δηλαδή ότι είναι αμαρτωλοί, όμως, στην προσπάθειά τους να φανούν «βασιλικότεροι του βασιλέως», ζητούν την τιμωρία όχι μόνο των ιδίων από το Θεό, αλλά και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Γεμίζουν τελικά τις καρδιές τους από ένα πνεύμα ζηλωτισμού. Γιατί, κατά βάθος, θεωρούν ότι με την καταγγελία της αμαρτίας, με την εκζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού, την οποία ταυτίζουν όχι με την αγάπη, αλλά με την τιμωρία και την εκδίκηση, προκειμένου να έρθει το δίκαιο, όπως το θεωρούν, θα συγχωρεθούν και οι δικές τους αμαρτίες, διότι όταν οι ίδιοι γίνονται σταυροφόροι του Θεού και της δικαιοσύνης, τότε ο Θεός θα παραβλέψει τα πταίσματά τους. Υπάρχουν και οι περισσότεροι που δεν θεωρούν ότι έχουν αμαρτίες, διότι δεν πιστεύουν ότι αυτές υπάρχουν.
Αυτές οι καταστάσεις συμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη, ανάλογα με την στάση που λαμβάνει η καθεμιά έναντι της φράσης του Αποστόλου Παύλου: «υμείς ναός Θεού εστέ ζώντος» (Β’ Κορ. 6, 16). Ναός σημαίνει κατοικητήριο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι θεός νεκρός, όπως τα είδωλα, τα θρησκευτικά, αλλά και κάθε λογής τα οποία κυριαρχούν στην ανθρώπινη ζωή (χρήμα, βιοτικές μέριμνες, μηχανισμοί, πρότυπα εκ των ΜΜΕ, πρότυπα ζωής). Είναι «Θεός ζων» και τον ζωντανό Θεό τον κοινωνούμε. Υπάρχει στη σκέψη και την καρδιά μας. Πλημμυρίζει το σώμα και την ψυχή μας. Μας μιλά δια των αισθήσεων και των λογισμών. Μας μιλά δια της παρουσίας Του στους άλλους ανθρώπους. Πρωτίστως, μας μιλά μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας. Και είναι δεδομένο ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται καθαρός σε σχέση με το Θεό. Αλλά μπορεί να νιώθει βέβαιος ότι ο καθαρός και Άγιος Θεός τον αγαπά και παραβλέπει κάθε αμαρτία και μολυσμό, εάν ο άνθρωπος το θελήσει και το ζητήσει. Γιατί πιο πάνω από την καθαρότητα και την αγιότητα είναι η ελευθερία.
Εάν λοιπόν η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη επιζητεί την αυτογνωσία, η οποία επέρχεται μόνο μέσα από την σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης με το Θεό και την επιθυμία να είναι «ναός του ζώντος Θεού», τόπος και τρόπος ελεύθερης αποδοχής Του εντός της, τότε θα αποδεχθεί εν ταπεινώσει την αμαρτωλότητά της, τόσο ως γενική κατάσταση, που σημαίνει την αποτυχία της να είναι αυτό που ο Θεός θέλει από αυτήν, δηλαδή αγαπώσα και αγωνιζόμενη να είναι καθαρή, δηλαδή να απωθεί κάθε τι που την χωρίζει από τον Δημιουργό της, όσο και τις συγκεκριμένες καταστάσεις, συμπεριφορές και στάσεις ζωής που αποτυπώνονται με τον όρο «αμαρτίες». Εάν παρασύρεται εκ του εγωισμού της με οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτός εκφράζεται, και εξισώνει, δικαιώνει, συγκρίνει, υποβαθμίζει τον εαυτό της και την αμαρτωλότητά της σε σχέση με το Θεό και τους άλλους, τότε ο όποιος μολυσμός και η όποια αμαρτία την καθιστά ανελεύθερη και ενυπάρχει ο κίνδυνος αποδίωξης του ζώντος Θεού από αυτήν. Γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6).
Η ζωή μας είναι αγώνας καθαρισμού της ύπαρξής μας «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» (Β’ Κορ. 7,1). Αυτός ο αγώνας επιτελείται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας δια της αγάπης και των μυστηρίων. Αυτός ο αγώνας επιτελείται δια της προσπαθείας για αρετή και νίκη κατά της αμαρτωλότητάς μας. Επιτελείται με συναίσθηση ότι ο εγωισμός μας δεν μας οδηγεί στο Θεό, αλλά μας απομακρύνει από Αυτόν. Επιτελείται με την αγάπη προς τους άλλους, που συμπάσχουν. Με τη εκζήτηση τελικά του ζώντος Θεού, για να κατοικήσει στην ύπαρξή μας. Μπορεί ο κόσμος μας να λειτουργεί εξωστρεφώς, με την αγωνία της επιβίωσης, με την οργή για τα κακώς κείμενα, με την αναζήτηση ελπίδας στα ανθρώπινα πρόσωπα, να αρνείται να παραδεχθεί ότι η αμαρτία είναι υπαρκτή κατάσταση. Το κλειδί όμως βρίσκεται στη σχέση μας με το Θεό. Κι εκεί καλούμαστε να παλέψουμε, χωρίς να φοβόμαστε την αμαρτία, αλλά και χωρίς να υποτασσόμαστε σ’ αυτήν. Και ο Κύριος θα μας συνδράμει και θα αποδεχθεί την επιθυμία μας να κατοικήσει εντός μας, για να γίνει τελικά ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, ανακουφίζοντάς μας από τις αγωνίες και δίδοντάς μας νόημα και ελπίδα.

Κέρκυρα, 9 Οκτωβρίου 2011

10/2/11

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΩΣ ΗΓΕΤΗΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕ ΣΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Είναι δεδομένο ότι όσα πρότυπα και αν έχουμε στη ζωή μας, η ευθύνη για να προχωρήσουμε, να προοδεύσουμε, να κρίνουμε και να παραδώσουμε στους μετά από εμάς, μας αφορά προσωπικά. Ναι, τα πρότυπα έχουν αξία, ιδίως για τους νεώτερους, για να έχουμε μέσα στην καρδιά μας την πεποίθηση ότι και άλλοι, πριν από εμάς, είχαν αξίες, οράματα, εμπνεύσεις, εσωτερικά στηρίγματα και κατάφεραν στη ζωή τους να λειτουργήσουν με κριτήριο όχι μόνο την προσωπική τους φιλοδοξία (κατά πάντα ανθρώπινη), αλλά και με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον. Όμως ο καθένας από εμάς κρίνεται τόσο από την Ιστορία όσο και από το περιβάλλον του όχι για τα πρότυπα, τα οποία είχε, αλλά για τις επιλογές του και τις πράξεις του.
Ο σύγχρονος λογοτέχνης Μίλαν Κούντερα, στο βιβλίο του Αθανασία, αναφέρει ότι δύο είδη αθανασίας υπάρχουν: το ένα, το οποίο το χαρακτηρίζει ως τη «μεγάλη αθανασία» , έχει να κάνει με τις προσωπικότητες εκείνες που σε κάθε χώρο δράσης ξεχώρισαν και έμειναν είτε για τα θετικά τους έργα και ιδέες είτε για τα αρνητικά τους, ζωντανοί στην μνήμη των ανθρώπων όλου του κόσμου. Υπάρχει όμως και η «μικρή αθανασία», στην οποία εμπεριέχονται όλοι οι άνθρωποι, οι οποίοι αφήνουν την ανάμνηση της παρουσίας τους στις καρδιές των συνανθρώπων τους, στο περιβάλλον τους, ακόμη και αν η ιστορία δεν τους συμπεριέλαβε ποτέ με το όνομά τους στις δέλτους της. Η Παλαιά Διαθήκη μας μιλά για τον «μετάμελο» που αφήνει ο δίκαιος άνθρωπος (Παροιμ. 11, 3). Η Εκκλησία όμως μας μιλά και για μιαν άλλη αθανασία: αυτήν της αγιότητας, στην οποία εντάσσονται οι άνθρωποι, οι οποίοι πίστεψαν στο Θεό, αγάπησαν τον άνθρωπο και θυσιάστηκαν γι’ αυτόν, όχι μόνο με την ασκητική διάσταση της ζωής τους, αλλά, κυρίως, με την προσφορά τους, ακόμη και αν αυτή είχε τίμημά της τον θάνατο. Δεν έχει σημασία αν έχουν καταγραφεί στην ιστορία ως μέλη της «μεγάλης ή της μικρής αθανασίας». Καθημερινά, το συναξάρι της Εκκλησίας αναφέρει πολλές τέτοιες προσωπικότητες, που ανήκουν σε κάθε κατηγορία, μορφωμένοι και απλοϊκοί, πλούσιοι και πένητες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, νέοι και ηλικιωμένοι, αυτοκράτορες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, τα ονόματα των οποίων παίρνουμε ως ευλογία και μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή. Πιστεύουμε, και στην αιωνιότητα.
Ας αναρωτηθούμε σε ποια από τις τρεις κατηγορίες ανήκει ο Καποδίστριας. Κατά τη γνώμη μου, με την ευρεία έννοια του όρου « άγιος» , και στις τρεις. Δεν θα μείνω στην προσφορά του ως πολιτικού, ως κυβερνήτη, ως οργανωτή της παιδείας. Θα επιμείνω στη σχέση του με το Θεό. Είναι γνωστή η σχέση του με το μοναστήρι της Πλατυτέρας στην Κέρκυρα, όπου και ο τάφος του, κατά την επιθυμία του ιδίου. Γνωστή η σχέση του με τον ηγούμενο του μοναστηριού ιερομόναχο Συμεών Μασέλο, ο οποίος υπήρξε ο πνευματικός του πατέρας. Γνωστή η εικόνα της διάσωσής του μπροστά από το μοναστήρι της Παναγίας, όταν έπεσε από το άλογο που ίππευε και ενώ εκείνο έτρεχε σέρνοντας τον, ένα αόρατο χέρι το σταμάτησε και τον γλίτωσε από βέβαιο θάνατο.
Αυτά που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό είναι η βαθιά του πίστη στο Θεό, που ξεπερνούσε τα όρια μιας τυπικής σχέσης. Η πίστη αυτή δεν ήταν μόνο πεποίθηση της καρδιάς του, αλλά τον οδηγούσε σε έμπρακτη ευσέβεια και αγάπη. Αξίζει να σταθούμε στις επιστολές που απέστειλε στον Fellenberg (Ιωάννης Καποδίστριας: ανέκδοτη αλληλογραφία με τους Philippe – Emmanuel de Fellenberg Rudolf- Abraham de Schiferli 1914-1827, επιμέλεια Ελένη Κούκκου και Ευδοκία Παυλώφ-Βαλμά, Κέρκυρα 1996), σπουδαίο Ελβετό ανθρωπιστή, πολιτικό και παιδαγωγό, πρωτοποριακό στις μεθόδους, που συνδύαζε την θεωρητική εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, με έμφαση στο γεωργικό τομέα, συνοδοιπόρο του Pestalozzi. Ο Καποδίστριας εμπνεύστηκε από τους Fellenberg- Pestalozzi και εφάρμοσε τις μεθόδους τους στην οργάνωση της εκπαίδευσης στο κράτος που προσπάθησε να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα. Ο Fellenberg ήταν οπαδός της θεώρησης του κράτους «ως παιδαγωγού». Ο Καποδίστριας οραματιζόταν να προετοιμάσει ένα νέο δυναμικό φυτώριο από μορφωμένους νέους, που θα συνέβαλαν στην αναγέννηση της χώρας τους και στην οικονομική της ανόρθωση. Προς τον σκοπό αυτό, σε συνεργασία με τον Fellenberg, άρχισε να στέλνει στα εκπαιδευτήρια του τελευταίου στην περιοχή Hofwyl, παιδιά από την Ελλάδα με δικές του δαπάνες. Βαθύτατα πιστός στις θρησκευτικές αξίες ο ίδιος, παρακολουθούσε με ιδιαίτερη μέριμνα, την πορεία των σπουδών τους, αποδίδοντας θεμελιακή σημασία στην ορθόδοξη θρησκευτική τους κατάρτιση και στην παράλληλη διατήρηση και καλλιέργεια της μητρικής τους γλώσσας, της ελληνικής. Μερίμνησε μάλιστα και για την ανέγερση ορθόδοξου ρωσικού παρεκκλησίου στα περίχωρα του Hofwyl, με σκοπό να ενισχύσει την θρησκευτική παιδεία των ελληνοπαίδων και των ρωσοπαίδων και να αποφύγει προσηλυτισμούς σε άλλα δόγματα.
Είναι συνεχείς οι αναφορές στου Καποδίστρια στην πρόνοια του Θεού, σε όλες σχεδόν τις επιστολές του προς τον Fellenberg. Ακόμη και σε στιγμές δύσκολες για τον αγώνα του ‘21, όπως κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου και λίγο πριν την κατάρρευση και την Έξοδο, ο Καποδίστριας γράφει χαρακτηριστικά στον Fellenberg: «Μπορείτε να κρίνετε το πόσο αγωνιώ για κάθε επιστολή που λαμβάνω. Οι ελπίδες μου, όπως πάντοτε εναπόκεινται στο Θεό. Και αν ακόμη μέσα στην ανεξερεύνητη δικαιοσύνη Του αποφάσιζε να καταστραφεί το Μεσολόγγι, αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος, μέσα στην οδύνη μας, να αυξήσουμε τις δυνάμεις μας και να βοηθήσουμε τους αδελφούς μας. Αυτή η πίστη που πρυτανεύει στην ψυχή μου, σχετίζεται με τη δική σας επιστολή που έλαβα προ δύο ημερών» (επιστολή 57, Γενεύη 31 Μαρτίου/12 Απριλίου 1826, Κούκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 152). Ανάλογες αναφορές στην θεία πρόνοια και την πίστη στο Θεό συναντούμε στις περισσότερες επιστολές του Καποδίστρια.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε επιστολή (13/25 Ιανουαρίου 1827) προς τον γιατρό Schiferli, κοινό φίλο των Καποδίστρια και Fellenberg, στην οποία εύχεται να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις των τριών δυνάμεων με την Πύλη που δεν αποσκοπούσαν στην απόλυτη και πλήρη απελευθέρωση της Ελλάδας. Χαρακτηρίζει ως περίεργες τις προσπάθειες των Άγγλων να φέρουν τον Κάνινγκ ως σωτήρα χωρίς όμως να έχει εκείνος τέτοια διάθεση και ενώ η ευρωπαϊκή διπλωματία κατέβαλε προσπάθειες στην Κωνσταντινούπολη να εξαφανίσει από το ιστορικό προσκήνιο το θαυμαστό και ηρωικό ελληνικό έθνος. Και επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Όμως η Θεία Πρόνοια δεν θα εγκαταλείψει τους Έλληνες»! (επιστολή 18, Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 177επ). Στο Θεό ήταν στραμμένες οι ελπίδες του Καποδίστρια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γινόταν μοιρολάτρης!
Η πίστη του Καποδίστρια στο Θεό φαίνεται και από τρία ακόμη χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Το πρώτο έχει να κάνει με το πώς επιθυμούσε να μορφωθούν τα παιδιά των Ελλήνων προσφύγων, που κατέφευγαν στις κοινότητες του εξωτερικού κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Ο Καποδίστριας κινητοποιεί στο μέγιστο βαθμό και αξιοποιεί δημιουργικά τις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης και της Ρωσίας και ιδρύει ελληνικά σχολεία στα διάφορα λιμάνια και τις πόλεις της Ευρώπης, όπου είχαν καταφύγει οι Έλληνες πρόσφυγες, διακηρύσσοντας ξεκάθαρα: «Χωρίς πίστιν εις τον Θεόν, αγάπην προς την Πατρίδα των... και διατήρησιν της ελληνικής γλώσσης χάνονται εν τη ξένη οι Ελληνόπαιδες», διακήρυσσε με εθνική αγωνία (βλ. Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 25).
Το δεύτερο είναι από την επιστολή που έστειλε ο Καποδίστριας ως Κυβερνήτης στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αγαθάγγελο, τον Μάιο του 1828, όταν εκείνος, πιεζόμενος από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’ , αποστέλλει πατριαρχική αντιπροσωπεία στην αγωνιζόμενη Ελλάδα με την αποστολή να πείσει τον κυβερνήτη και το λαό να παραιτηθούν της ανεξαρτησίας και να συμβιβαστούν με την υποταγή στο σουλτάνο. Ο Καποδίστριας, επικεφαλής ενός ολόκληρου λαού και εκφράζοντας την πίστη του, γράφει προς τον Πατριάρχη, ουσιαστικά όμως προς τον σουλτάνο:
«Περικυκλούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, πλανώμενος αφ’ ετέρου αφ’ όλας τας γοητείας, δι’ ων η κακοβουλία και απιστία απατώσι την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ακολουθών τας συμβουλάς της απειρίας, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη, και υπάρχει, διότι ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την χάριν του να εύρη εις την χριστιανικήν πίστιν το κράτος του πολεμείν, την ισχύν του εγκαρτερείν εις τα δεινά και την απόφασιν του ν’ απολεσθή μάλλον, ή να υποκύψη εις τον ζυγόν τον οποίον οι πατέρες του εβάστασαν, αλλά ποτέ δεν παρεδέχθησαν. Η τύχη λοιπόν της Ελλάδος είναι έργον της θείας προνοίας, και οι άνθρωποι οφείλουν να ευλαβώνται τας θείας βουλάς της . οι Έλληνες είναι κατά τούτο πληρέστατα πεπεισμένοι, και σήμερον μάλιστα παρ’ άλλοτε, διότι εγγίζει το τέλος των τόσων δυστυχημάτων, και το πλήρωμα των επιθυμιών και των ελπίδων των.
Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη . ούτε οι προύχοντες, ούτε ο κλήρος, ούτε οι πρόκριτοι, προς τους οποίους η υμετέρα Παναγιότης διευθύνεται, έχουσιν ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ’ αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι, και να παύσωσι του να ήναι άνθρωποι και χριστιανοί
» (την επιστολή διασώζει ο Τρύφων Ευαγγελίδης, Ιστορία του Ιωάννου Καποδίστρια, φωτοστατική ανατύπωση Αθήνα 2005, σελ. 193).
Το τρίτο αναφέρεται στον ίδιο και αποτελεί μία υπόμνηση του τι μπορεί να πράξει ένας ηγέτης, ακόμη και σε μία περίοδο μεγάλης κατάρρευσης και παντελούς έλλειψης ουσιαστικής ελπίδας, όταν ο ίδιος είναι στιβαρή προσωπικότητα και όταν εμφορείται από αξίες που έχουν να κάνουν με την υπέρβαση του εαυτού, την αγάπη και την θυσία. Γράφει λοιπόν ο Κυβερνήτης στις 11/ 23 Αυγούστου 1827 προς τον πρόεδρο της Γ’ Εθνοσυνέλευσης Γεώργιο Σισσίνη, από το Λονδίνο, όπου έχει επισκεφθεί τις προστάτιδες δυνάμεις και έχει συναντήσει την περιφρονητική στάση του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου του Δ’ :
«Ουδέ στιγμήν μίαν θ’ αφήσω να παρέλθη άπρακτος. Από την μίαν εις την άλλην ημέραν, ημπορεί ν’ αποφασισθή περί της Ελλάδος το μέγα ζήτημα της ζωής ή του θανάτου. Τι θα γίνη, μόνος ο Θεός το γνωρίζει. Αλλ’ ας μην αποκρύψωμεν, κύριοι, ότι από υμάς εξαρτάται να έλθωσιν αι περιστάσεις ευνοϊκαί υπέρ του έθνους . και θα έλθωσιν (εστέ βεβαιότατοι περί τούτου), αν, ακλόνητοι μένοντες επί των αμεταβλήτων αρχών της αγίας ημών Θρησκείας εργασθήτε εν συμπνοία και εν αγαθοπιστία εις το έργον της κοινής σωτηρίας, οι μεν εξ υμών φέροντες τα όπλα, όχι μόνον μετ’ αφοσιώσεως και ανδρείας, αλλά και μετά αυστηράς πειθαρχίας εις τας διαταγάς των ανωτέρων σας, οι δε διοικούντες τον τόπον υπέρ του τόπου και όχι υπέρ ή κατά των δείνα συμφερόντων.
Ανάγκη οικονομικής βοήθειας η οποία θα εξαγάξη την Ελλάδα εκ της ολεθρίας απομονώσεώς της και προσέτι να θέση αυτήν εις συνάφειαν μετά των κυριωτέρων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Δέον η ισχυροτέρα αυτή βοήθεια να προμηθεύση εις αυτήν τα μέσα της υπάρξεως και της υπερασπίσεως, μέχρις ότου η κυβέρνησις δυνηθή να αποκαταστήση τάξιν τινά εν τη διοικήσει του έθνους, και ευρεθή τούτο εις κατάστασιν να επαρκή αφ’ εαυτού εις τας ανάγκας του».
(Ευαγγελίδης, ό.π., σελ. 93επ).
Πίστη στο Θεό από την μία, ρεαλισμός, αποφασιστικότητα, σχέδιο με έμπνευση με απώτερο σκοπό όχι μόνο την ανεξαρτησία από τις ξένες δυνάμεις, αλλά και την δημιουργία κρατικού μηχανισμού, ο οποίος θα στηριζόταν σε στελέχη μορφωμένα και καλλιεργημένα, και όλα αυτά όχι κοντόφθαλμα, αλλά σε βάθος χρόνου, αυτός ήταν ο προσανατολισμός που ο ηγέτης Καποδίστριας είχε χαράξει.
Η πίστη του Καποδίστρια στο Θεό μετουσιωνόταν σε πράξη λειτουργικής και πνευματικής ευσέβειας. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε επιστολή του και πάλι προς τον Fellenberg, γραμμένη την 1η Φεβρουαρίου 1825, ότι «επιθυμούσε να εκτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην ορθόδοξη εκκλησία του Hofwyl» (επιστολή 36, Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 134). Η πίστη του αυτή τον έκανε να εκκλησιάζεται τακτικά. Ας μην ξεχνούμε ότι η δολοφονία του έλαβε χώρα πρωί Κυριακής, ώρα 6, όταν πήγαινε στην θεία λειτουργία στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Σε άλλη επιστολή του προς τον Fellenberg, στην οποία αναφέρεται στην επίσκεψη στο Hofwyl του εξορισμένου από τους Άγγλους Μητροπολίτου Κεφαλληνίας, θα ζητήσει από τον Fellenberg να προτρέψει τον προστατευόμενο μαθητή του Μιλτιάδη Πρίμα, γιο ενός Έλληνα πρόσφυγα, να εξομολογηθεί και να παρακολουθήσει την λειτουργία. Ο Μητροπολίτης του είχε υποσχεθεί ότι θα ασχοληθεί με τον νεαρό μαθητή και γι’ αυτό ο Καποδίστριας αισθανόταν ευγνωμοσύνη (επιστολή 27, 4/16 Μαρτίου 1824, Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 71επ.).
Αλλά και στην σχέση του με την Εκκλησία και τη θέση της στην ευρύτερη κοινωνία ο Καποδίστριας λειτούργησε με αγάπη και πνεύμα προστασίας. Αυτό το διαπιστώνουμε από το γεγονός ότι ήθελε μορφωμένο και καλλιεργημένο κλήρο, κάτι που φάνηκε από την ίδρυση και το ξεκίνημα λειτουργίας στις 30 Οκτωβρίου 1830 στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο της Εκκλησιαστικής Σχολής, όπως επίσης και από το γεγονός της καθιέρωσης στο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα του μαθήματος της Κατηχήσεως στα αλληλοδιδακτικά σχολεία και στα Λύκεια, με την μορφή της δογματικής Θεολογίας και της επί μέρους εκκλησιαστικής ιστορίας «όση αφορά τα της Ανατολικής εκκλησίας κατ’ επιτομήν» (το πλήρες οργανόγραμμα αποτυπώνεται στην έκθεση για την παιδεία που παρήγγειλε ο Καποδίστριας στους συνεργάτες του Γρηγόριο Κωνσταντά και Γεώργιο Γεννάδιο, για το κείμενο της οποίας βλ. Γ. Λεοντσίνη, Ζητήματα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας και Εκπαίδευσης, Αθήνα 1995, σελ. 258-272). Εξάλλου, και στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, μεταφορά του «σχολείου των πτωχών» του Fellenberg στα καθ’ ημάς (Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 214), καλλιεργούνταν η χριστιανική αγωγή, ενώ στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου μορφώνονταν οι δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά, θεωρούνταν απαραίτητη η γνώση της κατηχήσεως και της Ιεράς Ιστορίας (Α. Δεσποτόπουλου, Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Αθήνα 1996 , σελ. 248).
Τα παραπάνω δεν σήμαιναν ότι ο Καποδίστριας ήθελε την Εκκλησία να μην συνεισφέρει στην κοινή προσπάθεια, αλλά δεν λειτούργησε με την αρπακτική διάθεση των Βαυαρών, οι οποίοι έκλεισαν τα περισσότερα μοναστήρια και δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία. Γι’ αυτό και στην έκθεση Κωνσταντά- Γεννάδιου ορίζονται ως πόροι για την λειτουργία των σχολείων τα έσοδα από περιφορά δίσκου στους ναούς, μέρος των «τυχηρών» των ιερέων από γάμους και βαπτίσεις, αλλά και η συνεισφορά των μοναστηριών, τόσο σε χώρους διδασκαλίας όσο και σε χρήματα, ό,τι δηλαδή περίσσευε από την διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας.
Ο Καποδίστριας ενδιαφερόταν προσωπικά για τα εκκλησιαστικά πράγματα και γι’ αυτό και σε επιστολή του στις 23 Νοεμβρίου 1830 προς τον έφορο του Ορφανοτροφείου Γρηγόριο Κωνσταντά, σε καταγγελία για την κακοδιαχείριση των χρημάτων μιας εκκλησίας, η οποία δεν προσέφερε στο Ορφανοτροφείο τα δέοντα για την συντήρησή του, αναφέρει με σοφία και διάκριση: «Δεν είναι της γνώμης μου το να γίνη καμμία μεταρρύθμισις εις την διαχείρισιν των πραγμάτων της εκκλησίας περί της οποίας είναι ο λόγος, πριν δυνηθώ να στήσω εγώ ο ίδιος τον νου μου εις αυτά, και να τα εξακριβώσω. Ενδεχόμενον είναι το να γίνωνται σήμερον καταχρήσεις . πλέον δια τας καταχρήσεις αυτάς δεν έχω εγώ να δώσω λόγον, εν ω,αν γενούν καταχρήσεις και αφ’ ου επεμβή η Κυβέρνησις εις την διαχείρισιν των εκκλησιαστικών τούτων πραγμάτων, τότε εγώ δεν ήθελον είσθε ανεύθυνος. Θέλει ελθεί ελπίζω ο καιρός καθ’ ον το κατάστημα εκείνο θα χρησιμεύσει εις το ορφανοτροφείον . αλλά το όφελος τούτο δεν θα συνίσταται εις ετήσιον συνεισφοράν εκατοστύων τινών γροσίων, καθώς επιβάλλουσι σήμερον οι ἐπίτροποί του». (Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Γρηγόριος Κωνσταντάς: βίος και έργο, Θεσσαλονίκη 2009, ανέκδοτος διδακτορική διατριβή, σελ. 246).
Τέλος, ο Καποδίστριας σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν θα βιαστεί να προχωρήσει στην ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου. Έκρινε πως οι περιστάσεις δεν ήταν κατάλληλες, διότι δεν ήθελε να αποκοπεί ο δογματικός δεσμός μεταξύ της Εκκλησίας στην Ελλάδα και το Πατριαρχείο, αλλά ο διοικητικός δεσμός να κανονισθεί με την συναίνεση της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας. «Εφοβείτο ο φιλόθρησκος Έλλην ίνα μη, διαλυομένου του δεσμού τούτου, παρεισφρήσει και τις διατάραξις και εις τον πρώτον (τον θρησκευτικόν) ένεκα των περί των τη πίστει νεωτεριζόντων και ούτω διακινδυνεύση και ο εν τη θρησκεία ενσεσαρκωμένος Ελληνισμός. Προανήγγειλε ότι έμελλε να στείλη προς την μητέρα Εκκλησίαν πρεσβευτήν ίνα συνεννοηθή περί του πρακτέου, αλλ’ όμως βραδύτερον μετεμελήθη φοβηθείς μη τυχόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας εις το αρχαίον καθεστώς επανελθούσης, η Υψηλή Πύλη βιάση την Μεγάλην Εκκλησίαν να πράξη ό,τι και κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως» (Ευαγγελίδης, ό.π., σελ. 195).
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι προσπάθειες του Καποδίστρια δεν λάθεψαν ή δεν υπονομεύτηκαν. Ηγέτης όμως είναι αυτός που τολμά και όχι αυτός που έπεται των περιστάσεων ή αποδέχεται παθητικά ό,τι οι άλλοι του επιβάλλουν. Κι εδώ αξίζει κανείς να παρατηρήσει και το εξής: ο Καποδίστριας δεν διακατέχονταν από σύμπλεγμα μειονεξίας έναντι των Ισχυρών της εποχής, ούτε από ενοχές διότι η Ελλάδα ήταν υπόδουλη και έπρεπε να πληρώσει για το ότι ανέχτηκε επί αιώνες τον οθωμανικό ζυγό, χωρίς να ξεσηκωθεί με όλες της τις δυνάμεις νωρίτερα. Για τον Καποδίστρια μία λύση υπήρχε: η ανεξαρτησία της πατρίδας. Και γι’ αυτήν αγωνίστηκε χωρίς συμβιβασμούς. Με διπλωματία, ναι. Με πνεύμα ηττοπάθειας και συμβιβασμού, όχι. Και αυτό αναδεικνύει το χαρακτήρα ενός ανθρώπου που πιστεύει αληθινά στο Θεό: την επιλογή της αλήθειας και της διαφάνειας και όχι των ψεύτικων λύσεων εις βάρος των πολλών. Η δήλωσή του, όταν έμαθε ότι η Γ’ Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε κυβερνήτη της Ελλάδος, είναι χαρακτηριστική: «Η κάθοδός μου εις την Ελλάδα σημαίνει άνοδον εις τον Γολγοθά. Μετά χαράς αποδέχομαι τον ουρανόθεν επικατεβαίνοντά μοι Σταυρόν, ψήφω της τρίτης των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως. Είμαι έτοιμος να προσφέρω και την τελευταίαν ρανίδα του αίματός μου, αρκεί αύτη να συντελέσει εις την πραγμάτωσιν των δύο μεγάλων σκοπών της ζωής μου: την μόρφωσιν των ελληνοπαίδων και την απελευθέρωσιν της Ελλάδος» (Κούκκου- Βαλμά, ό.π., σελ. 32)
Η αγιότητα συνήθως γίνεται φανερή από τα θαύματα που επιτελεί ένας άνθρωπος στο όνομα του Θεού. Όμως η Βασιλεία των ουρανών περνά μέσα από την Ιστορία. Και μεγαλύτερο θαύμα από τον άνθρωπο που πιστεύει, αγαπά. θυσιάζεται δεν υπάρχει. Ο Καποδίστριας υπήρξε άνθρωπος του Θεού που βίωσε την αγιότητα με την ευρεία έννοια του όρου. Η διαφύλαξη της μνήμης του αποτελεί για τον καθέναν μας αφορμή σπουδής στο τι σημαίνει αληθινός ηγέτης. Θα ήταν ανώφελο να ζητούμε από τους σύγχρονους ηγέτες, πολιτικούς, εκκλησιαστικούς, ακαδημαϊκούς να γίνουν σαν τον Καποδίστρια. Θα άξιζε όμως στην παιδεία μας, αλλά και στον τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητάς μας, να θυμόμαστε τέτοιες μορφές που μας δείχνουν ότι το όραμα, ο αγώνας, η αλήθεια, η αγάπη παραμένουν αθάνατα. Το τέλος του Καποδίστρια φέρνει στο νου μας την φράση του Σεφέρη: «προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι» («Σημειώσεις για μια εβδομάδα- Κυριακή», Ποιήματα, σελ. 135). Σήμερα έχουμε χορτάσει από λόγια και εικόνες. Πίστη και αίμα μας χρειάζεται και κάποιοι να τραβήξουν μπροστά. Ο καθένας μας ας πάρει τις αποφάσεις και ας ανεβεί τον Γολγοθά του. Κι ας μην ξεχνά ότι πάντοτε ακολουθεί, γι’ αυτόν που πιστεύει, η Ανάσταση, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Κέρκυρα, 2 Οκτωβρίου 2011
Εκδήλωση για την συμπλήρωση 180 χρόνων
από την δολοφονία του Κυβερνήτη