10/21/11

ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ & ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ




Ο Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Γαλάτες, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά και ποια είναι η προέλευσή Του. «Ουκ έστι κατά άνθρωπον το ευαγγέλιον» και «ου προσανέθετο σαρκί και αίματι» για να το προσφέρει στους εθνικούς (Γαλ. 1, 11 και 16). Παρότι, μάλιστα, έγινε ο Απόστολο των Εθνών, δύο αποστόλους γνώρισε αρχικά: τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τον αδελφόθεο (γι’ αυτό και η Εκκλησία ορίζει να διαβάζεται αυτό το απόσπασμα κατά την ημέρα που τιμούμε τον άγιο Ιάκωβο). Επομένως, η γνώση του Ευαγγελίου δεν προήλθε από την μαθητεία του Παύλου κοντά στους Αποστόλους, αλλά από την αποκάλυψή του από τον ίδιο τον Κύριο. Οι άλλοι Απόστολοι είχαν γνωρίσει το Χριστό, τον ακολούθησαν, άκουσαν την διδασκαλία Του, είδαν τα θαύματά Του, έλαβαν τις επαγγελίες Του, τον είδαν Αναστημένο και να αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Ο Παύλος, παρότι δεν γνώρισε τον Χριστό όταν ήταν στον κόσμο, είχε την εμπειρία της θεοπτίας κατά το ταξίδι του στη Δαμασκό και μετά το βάπτισμά του φαίνεται ότι είχε τέτοιες εμπειρίες κοινωνίας με το Χριστό, που τον έκαναν να φωτιστεί και να μπορέσει όχι μόνο να ζήσει ο ίδιος το Ευαγγέλιο, αλλά να το διδάξει και να το ερμηνεύσει στους ανθρώπους και να οδηγήσει στην πίστη τα έθνη.
Έχει ενδιαφέρον η ρήση του Παύλου ότι δεν στηρίχθηκε σε σάρκα και αίμα, σε ανθρώπινες, δηλαδή, δυνάμεις, για να διακηρύξει το Ευαγγέλιο. Η φράση αυτή μαρτυρεί και το γιατί η Εκκλησία παρέμεινε και παραμένει άτρωτη από τρία γεγονότα κατά την διάρκεια της επιγείου παρουσίας της και γιατί το Ευαγγέλιο παραμένει πάντοτε επίκαιρο, σε αντίθεση με διάφορες ανθρώπινες ιδέες και επινοήσεις, που ενίοτε στήριξαν πολιτισμούς, αλλά, τελικά, κατέρρευσαν, παρότι φαίνονταν άτρωτες. Το ίδιο και πρόσωπα, τα οποία, ενώ ήταν αξιόλογα ή άσκησαν μεγάλη επιρροή στους ανθρώπους, έφυγαν από το προσκήνιο στο πέρασμα του χρόνου, ξεχάστηκε η μνήμη τους και υπάρχουν μόνο στα βιβλία και διαβάζονται από τους ειδικούς, χωρίς να συγκινούν πέρα από το χρόνο.
Το πρώτο γεγονός είναι η ανθρώπινη κακία, σε συνδυασμό με το μένος του διαβόλου έναντι της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο ελέγχει τη ζωή μας. Δείχνει την αμαρτωλότητά μας. Μας καλεί σε μετάνοια. Μας ζητά να αλλάξουμε προσανατολισμό. Αυτή η στάση ζωής έρχεται σε αντίθεση με την κυριαρχία της κακίας στον κόσμο, όπως αυτή εκφράζεται μέσω του πνεύματος της εξουσίας, είτε σε ευρύτερο επίπεδο είτε σε καθημερινό. Οι μηχανισμοί της εξουσίας, με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, την αποδοχή, την εκμετάλλευση του ανθρώπου, την φιλοδοξία και την φιλοπρωτία, αλλά και την φιληδονία, ελέγχονται από το ήθος της ταπεινής αγάπης, της διακονίας, της προσφοράς στον άλλο που αποτελεί την πεμπτουσία του ευαγγελικού μηνύματος. Και γι’ αυτό ουδέποτε αυτοί οι μηχανισμοί δεν μπόρεσαν να αποδεχτούν το Ευαγγέλιο. Μπορεί να το ανέχτηκαν, ίσως και να το ανέχονται, αλλά δεν αναπαύονται μέσα σ’ αυτό, διότι βλέπουν την φαυλότητα και την αδυναμία τους. Και γι’ αυτό έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν την Εκκλησία, άμεσα και έμμεσα. Σ'αυτή την στάση παρωθεί και το δαιμονικό πνεύμα, το οποίο ζητεί να ρίξει τον άνθρωπο στον κρημνό μιας ζωής χωρίς Θεό.Παρ’ όλα αυτά, μηχανσιμοί και διάβολος δεν μπόρεσαν να κατισχύσουν και να διαλύσουν την Εκκλησία.
Το δεύτερο γεγονός είναι η έλλειψη πίστης στην αιωνιότητα, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη δίδει μεγάλη σημασία στον ορθολογισμό και σ’ αυτό το οποίο βλέπει δια των αισθήσεων. Το Ευαγγέλιο κηρύσσει κατεξοχήν την σχέση με τον Χριστό που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωτηρία, δηλαδή στην αιώνια κοινωνία της αγάπης με τον αληθινό Θεό. Κηρύσσει την πίστη στην ψυχή ως δωρεά ζωής του Θεού και στην ανάσταση του σώματος, ώστε ο άνθρωπος, στην πληρότητά του, να χαίρεται «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να ζήσει έτσι, χρειάζεται να αναγνωρίσει τον Χριστό ως τον Θεό της αγάπης και της αλήθειας και αυτή η αναγνώριση δε νοείται εκτός της κοινωνίας με τους αδελφούς μας, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας. Μια τέτοια αναγνώριση όμως έρχεται σε ρήξη με το ορθολογιστικό πνεύμα, το οποίο κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει πως αληθινό είναι μόνο ό,τι προσεγγίζεται δια των αισθήσεων και επειδή ο θάνατος είναι το σταμάτημα της λειτουργίας των αισθήσεων και της δυνατότητας κοινωνίας που αυτές παρέχουν, δεν υπάρχει αιωνιότητα. Εξάλλου, η θεσμοποίηση της Εκκλησίας και η λειτουργία της για πολλούς ως θρησκείας, δηλαδή ως ενός μηχανισμού που παρηγορεί τον άνθρωπο για τον πόνο της αρρώστιας και του θανάτου, με σκοπό να επιβιώνουν οι λειτουργοί της και να διατηρείται η επιρροή της στις κοινωνίες, κάνει πολλούς να επιστρέφουν στην ερμηνεία και της Εκκλησίας με βάση τον μηχανισμό της εξουσίας, παραθεωρώντας ότι η αναγνώριση του Χριστού ως του Θεού της αγάπης και της αλήθειας δια της πίστεως, οδηγεί την ύπαρξη όχι απλώς σε υπέρβαση των θεσμικών λειτουργιών, αλλά και σε εσωτερικό αγιασμό-μεταμόρφωση της καρδιάς που την κάνει να βλέπει πέρα από τις αισθήσεις. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, χωρίς να περιφρονεί τον ορθολογισμό και τη γνώση δι’ αυτού και των αισθήσεων, διακηρύσσει την πίστη στην δυναμική της σχέσης με τον Χριστό που προσφέρει στον άνθρωπο μιαν άλλη γνώση, την Θεογνωσία, που οδηγεί στην αιωνιότητα.
Το τρίτο γεγονός είναι ένα πνεύμα ελιτισμού που υπήρχε και υπάρχει στον κόσμο μας και που κάνει όσους νομίζουν ότι έχουν και κατέχουν να περιφρονούν το λαό. Το Ευαγγέλιο ήρθε να ανατρέψει την λογική του ελιτισμού. Την λογική της μόρφωσης. Του πλούτου. Της διανόησης. Της καθαρότητας και της τελειότητας. Της επιγείου σοφίας. Της αίσθησης ότι ο άνθρωπος μπορεί να βρει το δίκιο του μέσα από τα κατασκευάσματά του. Το Ευαγγέλιο ήρθε να δοκιμάσει τους πτωχούς τω πνεύματι. Τους πράους και ταπεινούς τη καρδία. Τους ειρηνοποιούς. Εκείνους που νιώθουν μέσα τους την ανάγκη της θυσίας και της προσφοράς. Τους ελεήμονας. Τους πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνη της αγάπης. Τους πενθούντας για τις αμαρτίες και τις αδικίες τόσο τις δικές τους όσο και του κόσμου. Τους διωγμένους, τους περιφρονημένους, τους περιθωριοποιημένους από την κάθε λογής ελίτ. Όλους εκείνους, που ανεξαρτήτως των προσόντων τους, έβαζαν και βάζουν την Βασιλεία των Ουρανών ως όραμα και στόχο της ζωής τους. Εκείνους που βρίσκουν στην Εκκλησία το αληθινό νόημα της κοινωνίας. Και που αφήνουν τη ζωή τους να μεταμορφώνεται σε ζωή αγιοπνευματική και κοντά τους κάνουν και άλλους να μπορούν να χαίρονται και να βρίσκουν στηρίγματα. Και αυτοί βρίσκονται συνήθως ανάμεσα στο λαό, προέρχονται από αυτόν και δεν κρύβονται ούτε περιφρονούν τους πολλούς, αλλά ανοίγονται με αγάπη προς αυτούς.
Η αντοχή του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα «σάρκας και αίματος», αλλά αποκάλυψης, έμπνευσης και στήριξης από τον Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και στην κοινωνία μαζί Του. Ας βυσσοδομούν λοιπόν οι εχθροί της πίστης και της Εκκλησίας, παλαιότεροι και σύγχρονοι. Ας διατυπώνουν όσες κατηγορίες θέλουν. Και οι ίδιοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στον χείμαρρο της ζωής που δίνει το Ευαγγέλιο και γι’ αυτό ψάχνουν να βρούνε αδυναμίες στους εφαρμοστές του. Στην Εκκλησία ως θεσμό. Στους Επισκόπους και τους ιερείς. Στον καθημερινό πιστό. Όμως το Ευαγγέλιο θα παραμένει ο καθρέφτης εκείνος που θα τους κάνει να βλέπουν την κακία, τον ορθολογισμό και την αισθησιοκρατία τους, αλλά και το πνεύμα του ελιτισμού τους και θα ελέγχονται γιατί τελικά μισούν το φως. Και η Εκκλησία, στηριζόμενη στον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστεώς μας, θα συνεχίσει να προσφέρει νόημα, ελπίδα και χαρά στον άνθρωπο, όσο κι αν οι περιστάσεις της ζωής δείχνουν δυσκολίες και θλίψεις.

Κέρκυρα, 23 Οκτωβρίου 2011