12/9/11

ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ


Ο Απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς επιστολή του, προτρέπει τα μέλη της Εκκλησίας να απονεκρώσουν ό,τι τους συνδέει με το αμαρτωλό τους παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι ειδωλολατρία (Κολ. 3, 5). Ο Παύλος κάνει λεπτομερή αναφορά σε αμαρτίες και πάθη που καθήλωναν τους χριστιανούς εξ ειδωλολατρών με το παρελθόν τους και μας δείχνει ότι η επιθυμία για χριστιανική ζωή δεν μπορεί να συνδυάζεται με μια ζωή παραδομένη στην νοοτροπία της ειδωλολατρίας, στη νοοτροπία του παλαιού ανθρώπου, με τις επιθυμίες και τις πράξεις του. Η στάση αυτή του Παύλου δεν έχει να κάνει μόνο με την καταδίκη των συγκεκριμένων στάσεων ζωής, των συγκεκριμένων αμαρτιών. Δεν είναι μόνο η αμαρτία που βλάπτει τον άνθρωπο καθαυτόν. Η αμαρτία βλάπτει τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και τον συνάνθρωπο, αλλά, και, την ίδια στιγμή καθηλώνει τον άνθρωπο στο παρελθόν του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει στην καινούρια ζωή την οποία λαμβάνει εισερχόμενος στη ζωή της Εκκλησίας και αποκτώντας σχέση με το Θεό.
Ο Παύλος δείχνει από την μία πλευρά την σάρκα, η οποία κρατούσε τους ειδωλολάτρες υπόδουλους στη γη, στην χθαμαλότητα, στην ενασχόληση και την κυριάρχησή τους από τις επιθυμίες τους, με δύο άξονες. Ο πρώτος έχει να κάνει με την υποδούλωση της καρδιάς, δια της φιληδονίας και των τρόπων με τους οποίους αυτή εκδηλώνεται, και δια της πλεονεξίας, την οποία θα χαρακτηρίσει ως την κατεξοχήν έκφραση της ειδωλολατρίας. Δεν θα μείνει όμως στις επιθυμίες της καρδιάς, οι οποίες βλάπτουν κατεξοχήν τον έσω άνθρωπο. Θα προχωρήσει και στον δεύτερο άξονα, που έχει να κάνει με τον τρόπο που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται στους συνανθρώπους τους. Θα μιλήσει για την ανάγκη αποταγής της οργής, του θυμού, της πονηρίας, της κακολογίας, της αισχρολογίας και των ψεμάτων που ο ένας λέει στον άλλο (Κολ. 3, 8-9). Αυτά όλα βλάπτουν τον άνθρωπο και εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά, στη συνάντησή του με τους άλλους. Η ανακαίνιση του ανθρώπου δεν περιορίζεται στην σάρκα. Προχωρά και στον τρόπο που βλέπει τον συνάνθρωπο, δηλαδή στην υπερηφάνεια που τον κάνει να θυμώνει, να οργίζεται, να είναι πονηρός έναντι του άλλου, να τον κακολογεί, να αισχρολογείς εις βάρος του, να λέει ψέματα. Αν τα πρώτα είναι ευδιάκριτα πάθη, τα δεύτερα είναι πιο δυσδιάκριτα και γι’ αυτό δυσκολότερα αντιμετωπίζονται.
Ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, γράφει στο ημερολόγιό του χαρακτηριστικά: «ουσιαστικά όλες οι αμαρτίες προέρχονται από δύο πηγές: τη σάρκα και την υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια όμως είναι πολύ πιο τρομακτική (στο κάτω της γραφής, κατέστρεψε τις αγγελικές δυνάμεις). Οι Χριστιανοί έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους, το θρησκευτικό τους ‘’πάθος’’ στη σάρκα, αλλά πόσο πιο εύκολο δεν είναι να υποκύπτουν στην υπερηφάνεια. Η πνευματική αλαζονεία (αλήθεια, πνευματικότητα, ζηλωτισμός) είναι η πιο τρομερή απ’ όλες. Η δυσκολία του αγώνα κατά της υπερηφάνειας βρίσκεται στο γεγονός πως η υπερηφάνεια, αντίθετα από τη σάρκα, εμφανίζεται με πάρα πολλές διαφορετικές μορφές και πολύ εύκολα παίρνει τη μορφή αγγέλου φωτός. Με την ταπείνωση οι άνθρωποι αποκτούν τη γνώση της αναξιότητας και των ελαττωμάτων τους, και γι’ αυτό η ταπείνωση είναι η θεϊκότερη απ΄ όλες τις δυνατές αρετές. Γινόμαστε ταπεινοί, όχι επειδή παρατηρούμε τους εαυτούς μας (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πράγματι που πάντοτε οδηγεί στην υπερηφάνεια, επειδή η ψευδής ταπείνωση είναι απλώς μια άλλη όψη της υπερηφάνειας, ίσως η πιο δύσκολη ως προς τη θεραπεία), αλλά μόνο αν βλέπουμε τον Θεό και την ταπείνωσή Του» (π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Ημερολόγιο, Αθήνα 2002, σελ. 22).
Η ζωή της Εκκλησίας οδηγεί τον άνθρωπο «εις επίγνωσιν» του Θεού. Τα δύο βαρίδια που ανήκουν στον παλαιό άνθρωπο είναι η σάρκα και η υπερηφάνεια. Δεν απαγορεύει βεβαίως ο Θεός τις χαρές και τις ηδονές του βίου. Τις συνδέει όμως με την αγάπη προς τον πλησίον και δεν θέλει την πορνεία, δηλαδή τον εγκλωβισμό του ανθρώπου στις ηδονές για τον εαυτό του και την μετατροπή του σε σάρκα. Από την άλλη, ο Θεός δεν θέλει έναν άνθρωπο δούλο των συνανθρώπων του, χωρίς κρίση και επίγνωση ποιος είναι και τι ζητά μέσα στον κόσμο. Δεν θέλει όμως και έναν άνθρωπο που να εξουσιάζει τους άλλους, να τους εξουθενώνει λεκτικά και κοινωνικά, να επιβάλλει το θέλημά του σ’ εκείνους για να αυτοπροβληθεί και να διακονηθεί από αυτούς. Ζητά την ταπείνωση εκείνη που θα κάνει τον άνθρωπο να διακονεί, να προσφέρει, να μοιράζεται, να συγχωρεί, να μην δίδει κακία, αλλά αγαθοσύνη στους άλλους. Γι’ αυτό μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ο άνθρωπος μαθαίνει να βρίσκει το λεπτό εκείνο όριο που θα τον κάνει να ζει την χαρά του νέου, τόσο στη σχέση του με το Θεό όσο και στη σχέση του με τον πλησίον.
Η εποχή μας θεωρεί ως πυλώνες του πολιτισμού τα δύο αυτά βαρίδια. Αποθεώνει το πνεύμα της πορνείας, που το θεωρεί δικαίωμα της σάρκας, αλλά και δικαιολογεί το πνεύμα της εξουσίας, του δικαιώματος του ανθρώπου όχι απλώς να έχει άποψη για τους άλλους, αλλά να τους εξουθενώνει καθημερινά με την ισχύ του στόματος και των παθών. Δεν αποδέχεται ότι ο άνθρωπος βλάπτεται τόσο εντός του όσο και στις σχέσεις με τους άλλους, απλώς μετριάζει, βάζοντας όρια νομιμότητας, την όποια συμπεριφορά καθίσταται αντικοινωνική. Γι’ αυτό και ο πολιτισμός μας, παρά τις ψευδαισθήσεις που καλλιέργησε, επειδή καθηλώνει τον άνθρωπο στη γη, στην ειδωλολατρία της πλεονεξίας και της φιληδονίας, στην μη αγαπητική, αλλά υπερήφανη και εξουσιαστική συμπεριφορά προς τον πλησίον, είναι ένας πολιτισμός χωρίς Θεό και γι’ αυτό καταρρέει οντολογικά. Μπορεί εξωτερικά να φαίνεται μονόδρομος, όμως, βιώνουμε την ανημπόρια της υπερηφάνειας του, η οποία γέννησε αδιέξοδα.
Ας προσπαθήσουμε και στη ζωή της Εκκλησίας να μην ηττόμαστε όχι μόνο από την σαρκολατρία, αλλά, κυρίως, από την υπερηφάνεια. Με αγάπη και ταπείνωση να κοινωνούμε με το Θεό και τους ανθρώπους. Για να μπορούμε να ανακαινιζόμαστε στη ζωή της πίστης, να αφήνουμε το Χριστό να γεννιέται στις καρδιές μας, αλλά και στη ζωή μας, χτίζοντας στις ενορίες μας έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, αυτόν της Βασιλείας, με τον οποίο θα παλέψουμε στην παντοειδή κατάρρευση της εποχής μας.
Κέρκυρα, 11 Δεκεμβρίου 2011

12/3/11

ΟΥΚ ΕΝΙ ΑΡΣΕΝ & ΘΗΛΥ


Η θέση της γυναίκας στη ζωή της Εκκλησίας δεν ακολούθησε τη θέση της στην κοινωνία. Η γυναίκα στην πίστη μας τιμάται στο πρόσωπο της Παναγίας στην υψηλότερη θέση που μπορούσε να πάρει ο άνθρωπος, είναι το δώρο της ανθρωπότητας στο Θεό. Αλλά και πλήθος γυναικών θαυμάζεται και τιμάται για την αγάπη και την πίστη στο Θεό και έχει λάβει περίοπτη θέση στο χριστιανικό εορτολόγιο και στην πνευματική ζωή. Είναι πρότυπα για την Εκκλησία και τα μέλη της. Δεν είναι η εργασία, η μόρφωση, η ομορφιά και η εμφάνιση ή η ευφυΐα με την οποία ασχολείται η πίστη μας, όταν προβάλλει τις γυναίκες. Είναι η σχέση με το Θεό, την οποία αναπτύσσουν στη ζωή τους οι γυναίκες που τιμώνται από την Εκκλησία, το κριτήριο για την ανάδειξή τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άνδρες αγίους. Δεν ασχολείται η Εκκλησία με τα χαρίσματα ή την καταγωγή ή την κοσμική τους πρόοδο. Καταγράφει όλα αυτά, αλλά προχωρεί στη σχέση με το Θεό που δίνει άλλο νόημα στη ζωή των ανθρώπων και τους αγιάζει.
Όλα αυτά ενώ η κοινωνία επεφύλαξε στο παρελθόν ένα ρόλο κλειστό και περιορισμένο για τις γυναίκες. Τις θεωρούσε ως τις φύλακες των σπιτιών και των οικογενειών, ως αυτές που είχαν την ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών, ως τα πρόσωπα εκείνα που έπρεπε να είναι πάντοτε υπό την σκιά των ανδρών. Γι’ αυτό και τα όποια δικαιώματα για τις γυναίκες άργησαν πολύ να δοθούν από τις ανθρώπινες κοινωνίες και σε κάποιους λαούς και κοινωνίες δεν έχουν δοθεί ακόμη.
Για την πίστη όμως υπάρχει ο περίφημος λόγος του αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28). Η διαφοροποίηση των φύλων έχει να κάνει με το ρόλο, όχι με την αξία των προσώπων έναντι του Θεού. Η σωτηρία δεν είναι για τους άνδρες μόνο. Όπως κάθε διάκριση, είτε ανάμεσα στις εθνικότητες, είτε ανάμεσα στα θρησκεύματα, είτε στην κοινωνική και ταξική καταγωγή έχει καταργηθεί, έτσι και η διάκριση ανάμεσα στα φύλα δεν μπορεί να ισχύει στην Βασιλεία του Θεού. Ο άνθρωπος δεν γίνεται πολίτης της επειδή είναι άνδρας, Ιουδαίος, ελεύθερος, αλλά κατά τη πίστη του. Δεν είναι η εξουσία και η ισχύς τα κριτήρια της αποδοχής ενός ανθρώπου από το Θεό, αλλά η ιδιότητα του προσώπου, που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Γιατί η γυναίκα είχε αυτή τη θέση στην κοινωνία, επειδή θεωρούνταν ανίσχυρη να επιβληθεί με τις δυνάμεις της στον ανδρικό εγωισμό και ανίκανη να διοικήσει την κοινωνία και να δώσει με το δικό της τρόπο και ήθος άλλο μήνυμα στη ζωή και τον κόσμο.
Η Εκκλησία δεν μπαίνει στη λογική της συζήτησης της ικανότητας της γυναίκας να εξουσιάσει ή να διοικήσει την κοινωνία και τη ζωή. Αποκαθιστά τη γυναίκα στο πρότερον κάλλος της σχέσης με το Θεό, από το οποίο και εκείνη και ο άνδρας εξέπεσαν εξαιτίας της αμαρτίας. Και ζητά τόσο από εκείνη όσο και από τον άνδρα να οικειωθούν την πίστη που τους οδηγεί στον αληθινό Θεό, στην μεταμόρφωση του κατ’ εικόνα τους στο καθ’ ομοίωσιν και να αναλάβουν το ρόλο που μπορούν, ανάλογα με το χάρισμά τους, στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή της Βασιλείας του Θεού.
Γυναίκα και άνδρας λειτουργούν ως «εις» εν Χριστώ Ιησού. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την πίστη, την εν Αγίω Πνεύματι κοινωνία και την παράθεση της ζωής τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας στο Χριστό.
Η πίστη συνεπάγεται την εμπιστοσύνη στο Χριστό ως τον Σωτήρα και Λυτρωτή και ως Εκείνον που αγαπά τον άνθρωπο τόσο, ώστε να σαρκωθεί, να σταυρωθεί, να αναστηθεί και να οδηγήσει την ανθρώπινη φύση στο Θεό-Πατέρα. Η πίστη δεν είναι μαγική κατάσταση. Είναι δωρεά του Θεού, αλλά και απάντηση στις αναζητήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταυτόχρονα, αποτελεί επιλογή του ανθρώπου, άνδρα και γυναίκας, κίνηση αποδοχής του Θεού ως Πατέρα και απόφαση χρήσης της ελευθερίας ως υπέρβασης του εγωισμού, της αμφιβολίας, της αυτο-θεοποίησης. Με άλλο τρόπο, εξαιτίας της διαφορετικότητας των φύλων, εκφράζει την απιστία στο Θεό και την προτεραιότητα του εαυτού ο άνδρας, με άλλον η γυναίκα. Και στα δύο φύλα όμως πρυτανεύει ο εγωισμός, φανερός ή κρυφός. Και ο εγωισμός μόνο με την ταπεινότητα της πίστης θεραπεύεται.
Η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος συνεπάγεται την άρνηση του ανθρώπου να προτάξει το ήθος της εξουσίας ως αυτοσκοπό στη ζωή του και να επιλέξει την οδό της διακονίας της αγάπης μέσα από την συνάντηση με τον άλλο. Ο άλλος ας θέλει να εξουσιάζει. Αυτός που έχει εν τη καρδία του το Άγιο Πνεύμα επιλέγει την αγάπη. Και η αγάπη εκφράζεται με την καλοσύνη, τον διάλογο, τη σιωπή, την υπομονή, την ταπεινότητα. Η αγάπη εκφράζεται με την θυσία της παραίτησης από τα δικαιώματα. Η αγάπη εκφράζεται με την ασφάλεια που ο ένας μπορεί να παρέχει στον άλλο. Και αυτοί οι τρόποι δεν έχουν να κάνουν με τα φύλα, αλλά είναι στοιχεία που όλοι οι άνθρωποι καλούνται να ζήσουν. Γιατί αποτελούν δωρεές της σχέσης με το Θεό εν Αγίω Πνεύματι στη ζωή της Εκκλησίας. Μέσα στην Εκκλησία άνδρας και γυναίκα, όπως και ολόκληρος ο κόσμος βρίσκουν την αληθινή καταξίωση, η οποία δεν μένει στον παρόντα χρόνο, αλλά προχωρεί στην αιωνιότητα.
Χρειάζεται όμως και μία τρίτη κατάσταση. Είναι η εναπόθεση, η παράθεση «πάσης της ζωής ημών Χριστώ τω Θεώ». Τα δύο φύλα δεν περιορίζονται στη σχέση αναμεταξύ τους, στην από κοινού πορεία και διακονία στην οικογένεια, στην εργασία, στη δημιουργία, στη ζωή της Εκκλησίας και του κόσμου, αλλά εμπιστεύονται τη ζωή και την πορεία τους στην προοπτική της σχέσης με το Χριστό. Εμπιστεύονται, αλλά και αφήνονται στην αγάπη του Θεού. Δεν κάνουν ό,τι κάνουν για να πετύχουν κατά κόσμον, αλλά για να υπακούσουν στο θέλημα του Θεού και ταυτόχρονα να μπορούν να χαρούν τη ζωή της Βασιλείας των ουρανών. Δεν είναι οι ανθρώπινοι νόμοι, τα αστικά και άλλα δικαιώματα, τα όποια καθήκοντα του ενός έναντι του άλλου που δίνουν πλαίσια και περιγράφουν τον τρόπο της ζωής, αλλά η γνώση και η βίωση της κοινωνίας με το Χριστό και το άφημα του εαυτού και της ζωής και των δυσκολιών, της οδύνης και του κόπου σ’ Αυτόν. Και όταν χρειαστεί, ακόμη και η συγγένεια, ακόμη και τα χαρίσματα ή οι ικανότητες μπορούν να τεθούν στο περιθώριο, γιατί προηγείται η αγάπη προς το Χριστό. Και αυτός ο δρόμος μπορεί να οδηγήσει στο μαρτύριο, αλλά και στην αληθινή δόξα της κοινωνίας με το Θεό.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία όταν τιμά τη μνήμη κάποιας ξεχωριστής γυναίκας-Αγίας θυμίζει στους πιστούς αυτή την ενότητα που υπάρχει στη ζωή της πίστης. Θυμίζει την πίστη στο Χριστό που επέδειξε η γυναίκα, την κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και την παράθεση της ζωής της στο Χριστό που την οδηγεί στο μαρτύριο είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως. Και, παράλληλα, υπενθυμίζει ότι και ο Χριστός εκ γυναικός γεννήθηκε, για να μη μένει καμία αμφιβολία ότι δεν είναι η ισχύς και η εξουσία που δίνουν κατά Θεόν νόημα στη ζωή, αλλά η σχέση με τον Θεάνθρωπο. Για να αποτελεί τελικά η τιμώμενη γυναίκα πρότυπο, όχι μόνο για τις άλλες γυναίκες, αλλά και για τους άνδρες, για όλα τα μέλη του σώματος του Χριστού. Για να μπορούμε όλοι, ζώντας την ενότητα της πίστεως, την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος και την παράθεση της ζωής μας Χριστώ τω Θεώ, να βιώνουμε τη χαρά της Βασιλείας, ακόμη κι αν ο κόσμος μας βλέπει τα πράγματα αλλιώς, κατά το εγωκεντρικό του, κατά το εξουσιαστικό του, κατά το αυτορυθμιστικό του θέλημα. Η αποτυχία αυτού του θελήματος και ο θάνατος που φέρνει μας καλούν να δούμε τον άλλο δρόμο και να επιλέξουμε.

Κέρκυρα, 4 Δεκεμβρίου 2011

11/25/11

ΣΥΜΠΟΛΙΤΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΕΙΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Συχνά αναρωτιόμαστε ποιο είναι το νόημα της ζωής μας μέσα στην Εκκλησία; Πολλοί άνθρωποι έρχονται στο ναό για να γαληνέψουν, να ησυχάσουν από τους περισπασμούς της ζωής, να τα βρούνε με το Θεό και τον εαυτό τους, να λάβουν άφεση για τα μικρότερα και βαρύτερα κρίματά τους. Γι’ αυτό και δε θέλουν να έχουν ιδιαίτερη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους που εκκλησιάζονται, ζητούνε την ήσυχη γωνιά τους και όταν τελειώνει η ακολουθία, αναχωρούν από το ναό, για να συνεχίσουν τη ζωή τους μέσα στην τύρβη της, μέχρις ότου αισθανθούν και πάλι την ανάγκη να προσευχηθούν στο Θεό για τον εαυτό τους και για τη ζωή τους. Αυτή είναι η νοοτροπία εκείνων οι οποίοι, μολονότι είναι βαπτισμένοι, έχουν άλλες προτεραιότητες στη ζωή τους, χωρίς όμως τελικά στο βάθος της ύπαρξής τους να λησμονούν ότι υπάρχει και ο Θεός. Αυτό συμβαίνει ακόμη και σε πολλούς που θέλουν να είναι συνειδητά χριστιανοί. Ανήκουν στη ζωή της Εκκλησίας, όμως η καρδιά τους λειτουργεί εκκοσμικευμένα, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο τμήμα του χρόνου τους να δίδεται αλλού και όχι στο Θεό. Και έρχονται στιγμές της ζωής στις οποίες μάλλον δύσκολα θα βρεθεί χριστιανός, ο οποίος να μπορεί να καυχηθεί ότι δεν νικιέται από αυτό το πνεύμα.
Ο απόστολος Παύλος όμως τονίζει κάτι που είναι πολύ σημαντικό, για τη σχέση μας με το Θεό και την Εκκλησία: «δεν είμαστε ξένοι και πάροικοι μέσα στη ζωή της, αλλά συμπολίτες των Αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. 2, 19). Απευθυνόταν στους χριστιανούς που προέρχονταν από την ειδωλολατρία και που δεν είχαν γνωρίσει τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά ο λόγος του αποτελεί υπενθύμιση εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας για όλους τους χριστιανούς, κάθε εποχής. Γιατί μας δείχνει τι δεν είμαστε μέσα στο σώμα του Χριστού και τι είμαστε σε σχέση με το Θεό και τα υπόλοιπα μέλη.
Δεν είμαστε ξένοι στη ζωή της Εκκλησίας. Η αποξένωση έχει να κάνει τόσο με το Θεό όσο και με τους ανθρώπους. Από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε έχουμε αποβάλει το χιτώνα της αμαρτίας, της απομάκρυνσης από την αγάπη του Θεού, του χωρισμού από τη σχέση μαζί Του. Έχουμε ακόμη αποδεχθεί ότι μέσα από την κοινωνία με το Θεό ξαναβρίσκουμε το αληθινό νόημα του «κατ’ εικόνα» μας. Η αμαρτία μας κάνει να τονίζουμε τη διαφορετικότητα, το δικαίωμα, την ελευθερία μας να ζούμε χωρίς το Θεό και μακριά από Εκείνον. Ενώ δεν πλασθήκαμε ξένοι από το Θεό, επιλέγουμε να είμαστε. Η ένταξή μας στη ζωή της Εκκλησίας μας κάνει να δούμε ότι ο Θεός μας θέλει μέσα από την κοινωνία μαζί Του να είμαστε πρόσωπα, τα οποία, χωρίς να παύουμε να είμαστε ξεχωριστές υπάρξεις, επιλέγουμε αυτή τη διαφορετικότητά μας να την μοιραζόμαστε με το Θεό, βρίσκοντας στην κοινωνία μας μαζί Του την αγάπη που μας καταξιώνει και δίδει νόημα στη ζωή μας και στον νυν και στο μέλλοντα αιώνα.
Ταυτόχρονα, παύουμε να είμαστε ξένοι με τους άλλους ανθρώπους που ανήκουν στην Εκκλησία. Και την κατάσταση της αποξένωσης την γεννά η αμαρτία και η διαφορετικότητα. Η πρώτη συνεπάγεται την μέριμνα για τον εαυτό μας, η οποία μας κάνει να θέλουμε είτε να χρησιμοποιήσουμε τους άλλους ως αντικείμενα εκμετάλλευσης είτε να αδιαφορήσουμε για εκείνους, ενώ η δεύτερη μας κάνει να θεωρούμε ότι είμαστε ανώτεροι από τους άλλους, ότι εκείνοι πρέπει να προσαρμοστούν σ’ αυτό που είμαστε εμείς και ότι πρέπει να αλλάζουν στη ζωή τους για να μπορούν να κοινωνήσουν μαζί μας, ενώ δεν είναι εύκολο κανείς να μας καταλάβει και γι’ αυτό αισθανόμαστε αδικημένοι στη ζωή από τον κόσμο και τους άλλους. Συνέπεια και των δύο καταστάσεων είναι η μοναξιά που βιώνουμε.
Ο ξένος δεν έχει δικαιώματα στην κοινότητα των οικείων. Με την ένταξή μας όμως στην Εκκλησία παύει αποξένωση. Τα δικαιώματα που έχουμε πλέον είναι το να είμαστε παιδιά του Θεού, δηλαδή οικείοι Του, αλλά και ίσοι με τους αγίους, δηλαδή συμπολίτες τους. Η πρώτη κατάσταση φέρνει τη δυνατότητα να βιώσουμε την ευλογία της σωτηρίας, δηλαδή της πλήρους κοινωνίας με το Θεό και τους ανθρώπους, να μετέχουμε στα μυστήρια της Εκκλησίας και να ζούμε την κατάσταση της χαράς και της αγάπης σ’ αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι εντασσόμαστε στην πορεία του «καθ’ ομοίωσιν Θεού», και, μάλιστα ως ίσοι προς ίσους με τους αγίους, με τους οποίους γινόμαστε συμπολίτες, που σημαίνει ότι έχουμε τους ίδιους στόχους μ’ αυτούς, αλλά και είμαστε πλέον μέλη του ιδίου σώματος, δηλαδή της ίδιας οικογένειας, που είναι η Βασιλεία του Θεού. Δεν καταργείται η διαφορετικότητα του προσώπου μας, αλλά καταξιωνόμαστε μέσα στους άλλους αγωνιζόμενους για την αιωνιότητα. Μόνο στην αγάπη η διαφορετικότητα δε γίνεται αφορμή εγωκεντρικής καύχησης, αλλά μοιράσματος, προσφοράς και αποδοχής από τους άλλους. Στην γνήσια κοινωνία της Εκκλησίας ο άλλος είναι αποδεκτός γιατί επιλέγει να είναι οικείος του Θεού και συμπολίτης των αγίων και όχι για τα όποια προσόντα του. Αυτός είναι ο σταυρός της αληθινής αγάπης. Να παραθεωρούμε τα μειονεκτήματα και τις δυσκολίες που η αμαρτία προκαλεί και να χαιρόμαστε που μπορούμε να κοινωνήσουμε με τον άλλο.
Αυτός είναι ο δρόμος της πίστης. Και αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση για να μπορούμε να ενταχθούμε συνειδητά στη ζωή της Εκκλησίας. Να πιστεύουμε στο Χριστό ως Εκείνον που έλυσε το μεσότοιχον του φραγμού της αμαρτίας και του χάσματος ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο και ένωσε τα το πριν διεστώτα χάρις στο σταυρό και την ανάστασή Του. Και η πίστη να γίνεται στάση ζωής, αγώνα, προσευχής, αποδοχής του θελήματος και των εντολών του Θεού, όσο κι αν αυτές έρχονται σε ρήξη με τις επιθυμίες του σαρκικού φρονήματος και της εκκοσμικευμένης πραγματικότητας. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει στις δυσκολίες μας. Αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση. Η τρίτη είναι μέσα από την μετάνοια για τις όποιες αδυναμίες μας είτε σε συγκεκριμένα θέματα είτε στη γενικότερη κατάστασή μας, να μπορούμε να βλέπουμε τη ζωή της Εκκλησίας ως τη ζωή της μεγάλης οικογένειάς μας, στην οποία το πρόσωπό μας έχει αξία, αλλά και ο καθένας μοιράζεται τις δυσκολίες του άλλου, όπως επίσης και τη χαρά της κοινωνίας μαζί του, για να φτάσουμε όλοι στο Θεό.
Ζούμε σε μία εποχή που η Εκκλησία δε φρόντισε ίσως στο βαθμό που έπρεπε να καλλιεργήσει το δρόμο και τον τρόπο της οικογένειας στα κύτταρα της ζωής της, που είναι οι ενορίες. Καιρός όμως να ανανήψουμε. Να δείξουμε όσοι έχουμε επίγνωση του τι σημαίνει να είμαστε οικείοι του Θεού και συμπολίτες των Αγίων - και αυτό είναι δωρεά του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού και όχι εφεύρεση ή κατάκτηση δική μας- να κάνουμε καινούριες αρχές στη ζωή μας. Για να γίνουν οι ενορίες οι τόποι εκείνοι στους οποίους ο άνθρωπος θα βρίσκει όχι απλώς τη γαλήνη και την ησυχία, αλλά την γνήσια κοινωνία με το Θεό και τους ανθρώπους, θα απολαμβάνει των πνευματικών αγαθών και θα προσφέρει αφειδώλευτα από το περίσσευμα ή το υστέρημά του στον άλλο, στον οποιονδήποτε άλλο έχει ανάγκη, την αγάπη που λαμβάνει στο σπίτι του, στο ναό και στο σώμα του Χριστού.

Κέρκυρα, 27 Νοεμβρίου 2011

11/20/11

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


Εορτάζουμε στις 21 Νοεμβρίου τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου στο ναό του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Και έρχεται αυτή η εορτή στην αρχή της πνευματικής μας προετοιμασίας για την μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, κατά την οποία ο Χριστός θα εισοδεύσει στις καρδιές μας και στη ζωή του κόσμου με την ενανθρώπισή Του. Πριν Εκείνος λοιπόν εισοδεύσει στον κόσμο Του, το σκεύος της εκλογής Του που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος, θα εισοδεύσει στο Ναό Του και μάλιστα, όπως διασώζει η παράδοση της πίστης μας, στα Άγια των Αγίων, στο άδυτο του Ναού, στα άδηλα και κρύφια για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εκεί όπου μία φορά το χρόνο ο αρχιερέας των Ιουδαίων μπορούσε να εισέλθει κατά την εορτή του Εξιλασμού. Ο αρχιερέας Ζαχαρίας ευλόγησε την Παναγία και της είπε: «Ο Κύριος εδόξασε το όνομά σου σε πάσα γενεά. Στο πρόσωπό σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για το λαό Του». Την έβαλε να καθήσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επεσκίασε. Σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει για να δείξει τη χαρά της. Όσοι ήταν εκεί παρόντες θαύμασαν το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπό της. Ήταν τριών χρονών τότε η Παναγία.
Τι έκανε στα Άγια των Αγίων η Υπεραγία Θεοτόκος;
Η Παναγία έφθασε στο ακρότατο σημείο προσέγγισης του Θεού που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Τα Άγια των Αγίων δείχνουν εκείνο το χωροχρονικό σημείο που η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί να τεντώσει τα όριά της, να ακούσει και να δει το Θεό, να αφεθεί στην αγάπη Του και να κάνει να σταματήσει εντός της η κυριαρχία που υφίσταται από τα βαρίδια του κόσμου τούτου: τα πάθη, οι ηδονές, οι μέριμνες, η συγγένεια με τους γονείς και τους οικείους, ο φόβος της επιβίωσης, το άγχος των ανθρώπινων σχέσεων αποτελούν στάδια στα οποία ο καθένας μας καλείται να αγωνιστεί, να λάβει θέση έναντί τους, να διακριβώσει ποιος είναι ο προσανατολισμός του, αλλά και κατά πόσον θα τον διακυβερνούν ως προτεραιότητες στη ζωή του. Όλα αυτά, χωρίς να είναι απορριπτέα από το Θεό, γιατί Εκείνος επέτρεψε να τα έχουμε και να τα αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας, να μας δίνουν χαρά ή να μας κάνουν να φέρουμε την λύπη τους, αποτελούν σημεία του χώρου στον οποίο ζούμε, αλλά και μας κάνουν να αγωνιζόμαστε εν χρόνω για να τους δώσουμε απαντήσεις. Τα Άγια των Αγίων αποτελούν όμως την αποταγή από όλα αυτά. Εκεί, μπροστά στο θυσιαστήριο, είναι ο άνθρωπος και ο Θεός και κανείς άλλος. Εκεί ο άνθρωπος καλείται να εναποθέσει «πάσαν βιοτικήν μέρμναν», να απλώσει τα υλικά κια τα νοητά του χέρια στο Θεό και να αφεθεί στην αγάπη Του, που προϋποθέτει τρεις δρόμους: την θυσία της αποταγής, την εμπιστοσύνη της προσευχής και την τροφή, το Μάννα του ουρανού που δεν είναι άλλο από το όνομα του Θεού και την παρουσία Του που φωτίζει την ύπαρξή, την πυρώνει εσωτερικά και την μεταμορφώνει. Η Παναγία έφθασε κεκλημένη από το Θεό στο ακρότατο αυτό σημείο.
Είχε την αποταγή που η παιδικότητα της καρδιάς της μπορούσε να δώσει με ενθουσιασμό και χαρά, γιατί ένιωθε ότι Πατέρας της πρωτίστως ήταν ο Θεός. Είχε τη χαρά της προσευχής καθώς βρισκόταν στον ιερό τόπο και ένιωθε την αγιότητα του χώρου, αλλά και την μεγαλοπρέπεια της παρουσίας του Θεού Τον οποίο εμπιστευόταν. Είχε και την ουράνια τροφή, που Άγγελος της την έφερνε, αλλά και ένιωθε την χάρη και το νόημα που η κοινωνία με το Θεό τής προσέφερε. Ἐτσι, εντρύφησε στην σχέση με το Θεό. Γιατί στα Άγια των Αγίων ο άνθρωπος δεν μένει μόνος του. Φτάνει την ύπαρξη στην υπέρβαση των ορίων της και εκεί βλέπει και αισθάνεται την ανταπόκριση του Θεού και την παρουσία Του. Ο Θεός φανερώνεται σε όσους Τον Αγαπούνε και Τον ζητούνε. Και γεμίζει την ύπαρξή τους, εισάγοντάς τους στο δικό Του χρόνο, που είναι η αιώνια κοινωνία μαζί Του και στο δικό Του χώρο που είναι η Εκκλησία, όχι μόνο ως υλικός ναός και τόπος, αλλά, πρωτίστως, ως κοινωνία αγάπης και ζωής.
Ζούμε σε μια πραγματικότητα που περιορίζει τη ζωή μας στον υλικό χωροχρόνο. Που δεν έχει άγια των Αγίων, δεν αναγνωρίζει την σημασία των ναών, που αρνείται το τάνυσμα της ύπαρξης στα έσχατα όρια της με σκοπό τη συνάντηση με το Θεό, γιατί αρνείται τελικά τον ίδιο το Θεό. Η ύπαρξη τανύεται στα όρια της γνώσης, της τεχνικής, της ηδονής, των παθών. Εκεί ο άνθρωπος θεωρεί ότι βρίσκει νόημα. Και όταν έρχεται ο θάνατος, τότε μπροστά του νιώθει ανίσχυρος. Λυπάται, γιατί δεν έχει ελπίδα. Ηττημένος από την ματαιότητα, δεν μπορεί να βρει τη χαρά του παιδιού που συναντά τον Πατέρα Του, γιατί δεν θέλει να Τον αναγνωρίσει ως Πατέρα. Έτσι, φαντάζει χωρίς νόημα η θυσία της αποταγής, έστω και κατ’ ολίγον με την ασκητικότητα, μπροστά στο δικαίωμα και την ηδονή που απορρέει από αυτό. Η εμπιστοσύνη της προσευχής, μπροστά στον ακτιβισμό και τη δράση εντός του χρόνου. Η ουράνια τροφή μπροστά στην ύλη και τα αγαθά. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος έχει απωλέσει την παιδικότητα της καρδιάς και της ύπαρξης. Και δυσκολεύεται να νοηματοδοτήσει κάθε γιορτή.
Ο Χριστός που έρχεται να εισοδεύσει στον κόσμο από τα άγια των Αγίων του ουρανού που κατέρχεται στη γη, ζητά η ύπαρξη του καθενός μας να φθάσει στα άκρα της, για να μπορέσει να την αγιάσει και να την μεταμορφώσει. Αυτός είναι ο δρόμος της Βασιλείας Του και ο δρόμος της κοινωνίας μαζί Του. Η Παναγία πρώτη τον άνοιξε, καθιστώντας τον εαυτό της πύλη. Ας την μιμηθούμε μέσα από την μικρότερη ή μεγαλύτερη αποταγή, μέσα από την λίγη ή την πολλή προσευχή, μέσα από την κοινωνία με το Χριστό στα μυστήρια της Εκκλησίας που είναι η θεία Ευχαριστία, η ακρόαση και μελέτη του λόγου του Θεού και η αγάπη, αφήνοντας τελικά Εκείνον να εισοδεύσει και στην δική μας ύπαρξη, δίδοντας νόημα και ζωή αληθινή στον εαυτό μας.

Κέρκυρα, 21 Νοεμβρίου 2011

11/18/11

ΠΟΙΟ ΠΛΟΥΤΟ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ;


«Πλούσιο», χαρακτηρίζει το Θεό ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους (2,4). Μας αφήνει έτσι το περιθώριο να συγκρίνουμε Τον Θεό και τον πλούτο Του με τον άνθρωπο και τον αντίστοιχο δικό του πλούτο, να δούμε τις διαφορές, αλλά και να προβληματιστούμε σε μία εποχή κατά την οποία η απληστία αποτελεί την κύρια αιτία για την κατάρρευση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος από την μία και την απογοήτευση και το φόβο για το προσωπικό μας μέλλον από την άλλη.
Ο Παύλος τονίζει ότι ο Θεός είναι πλούσιος ως προς το έλεος, την αγάπη και την χάρη. Και ο πλούτος αυτός εκφράζεται στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Είναι πλούσιο το έλεος του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που επαναστατεί εναντίον Του με την αμαρτία, τα πάθη, την απιστία. Κι ενώ αυτό συμβαίνει ο Θεός επιδεικνύει ευσπλαχνία, που σημαίνει ότι δεν ταυτίζει το μέλλον του ανθρώπου με την ύβρη που επιδεικνύει, αλλά προσδοκά τη μετάνοια του υβριστή και αλαζόνα, ώστε να του παραγράψει όλα τα χρέη. Είναι πλούσια η αγάπη του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που πορεύεται ατομοκεντρικά, με γνώμονα τη δική του ευτυχία και αδιαφορεί για τον πόνο και τη θλίψη που προκαλεί η επιδίωξη του ιδίου συμφέροντος και μόνο στους άλλους. Κι ενώ η απληστία και η ιδιοτέλεια οδηγούν τον άνθρωπο στο θάνατο, ο Θεός προσφέρει αφειδώλευτα την αγάπη Του ακόμη και σ’ αυτόν τον ανθρώπινο τύπο. Του δίδει χρόνο να σωφρονιστεί. Τον αφήνει να δει καταστάσεις στη ζωή που θα τον κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι το παν δεν είναι η υλική ιδιοτέλεια. Του παρέχει ακόμη και σημεία της ποικίλης αγάπης Του, ώστε ο άνθρωπος να μην έχει καμία δικαιολογία για την άρνησή του να προσανατολίσει τη ζωή του Θεοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά. Του προσφέρει τελικά την Ανάσταση ως νόημα αιωνιότητας και ελπίδας. Είναι πλούσια η χάρις του Θεού απέναντι σ’ έναν άνθρωπο που καυχάται για τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του σε όλους τους τομείς, που θεωρεί ότι έχει δίκιο στα έργα του, που δεν έχει μάθει να ακούει και να υπακούει στην αλήθεια, αλλά έχει καταστήσει τη δική του αλήθεια κέντρο του κόσμου. Κι ενώ ο εγωκεντρισμός και η κυριαρχία του ανθρώπινου αυτο-ειδώλου θα έπρεπε να κάνουν το Θεό να χάνει την υπομονή Του έναντι του ανθρώπου, ενώ η καύχησή μας για την όποια πρόοδό μας φαντάζει κίνηση μικρότητας, διότι τι έχουμε για το οποίο δικαιούμαστε να καυχόμαστε αφ’ εαυτού μας, αφού όλα μας έχουν δοθεί από το Θεό, εντούτοις ο Κύριος εξακολουθεί να μας προσφέρει την χάρη της αγάπης Του πλούσια, να μας φωτίζει και να μας καθοδηγεί, ώστε να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας, και να μας βοηθά να αντέχουμε στις δοκιμασίες της ζωής. Παράλληλα, ο Θεός αποστέλλει την χάρη Του με τέτοιο τρόπο ώστε ο άνθρωπος που πιστεύει σ’ Αυτόν να μπορεί να αξιοποιεί τα χαρίσματά του, αλλά και να προκόπτει στην αρετή, χάρις στην ενίσχυση του Θεού.
Ο ανθρώπινος πλούτος λειτουργεί προς μία άλλη κατεύθυνση. Κάνει τον άνθρωπο να γίνεται σκληρός εις βάρος των συνανθρώπων του. Να έχει αγάπη μόνο για τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, την ιδιοτέλειά του. Κάνει τον άνθρωπο να θεοποιεί τον εαυτό του, τις επιτυχίες του, τα χαρίσματά του, τις γνώσεις του, ακόμη και τη σοφία του. Και αυτή η κατεύθυνση δεν έχει να κάνει μόνο με την υλική όψη του πλούτου, τα χρήματα. Ο πλούσιος σε εξουσία, ο πλούσιος σε γνώση, ο πλούσιος σε ιδέες, ο πλούσιος σε εγωισμό άνθρωπος προς τα εκεί κατευθύνεται, με αποτέλεσμα τελικά να χωρίζεται από το Θεό και τον πλησίον, αλλά και να μην μπορεί να νοήσει σε ποιανού τη βοήθεια και την πρόνοια οφείλεται η όποια πρόοδος ή η όποια ικανότητα για επιβίωση και αποδοχή.
Ο Θεός είναι πλούσιος διότι είναι το παν αφ’ εαυτού Του και μοιράζεται αυτό το παν που ουδέποτε εξαντλείται στην τριαδική κοινωνία των Προσώπων της μιας θεότητας. Παράλληλα, είναι πλούσιος διότι δίνεται και προσφέρεται αγαπητικά. Ο άνθρωπος βιώνει αυτόν τον πλούτο στη θεία κοινωνία. Κοινωνούμε σε ένα ψιχίο άρτου και σε μία στάλα οίνου τον Θεάνθρωπο Χριστό πλήρη, «μελιζόμενο και μη διαιρούμενο, εσθιόμενο και μηδέποτε δαπανώμενο». Στο μυστήριο της Ευχαριστίας βιώνουμε το έλεος, την αγάπη και τη χάρη του Θεού στην πληρότητά της. Και όπως λαμβάνουμε, καλούμαστε να δώσουμε και να δοθούμε. Να προσφέρουμε έλεος σε όσους μας οφείλουν. Να προσφέρουμε αγάπη σε όσους μας απορρίπτουν ή δεν θέλουν να μας δώσουν τίποτε. Να προσφέρουμε τα χαρίσματα, την πνευματική πρόοδο και την αρετή μας όχι προς κενοδοξία, αλλά προς πνευματική πρόοδο όλων.
Ο άνθρωπος αισθάνεται πλούσιος όταν αποθηκεύει, όταν έχει και κατέχει. Η ποσότητα των αγαθών του θεωρείται η απόδειξη του πλούτου του. Δεν μπορεί να συναισθανθεί ότι το αληθινό νόημα του πλούτου είναι να μπορεί κανείς να δίδει και όχι να κρατά. Γιατί όταν δίδει, τότε προσφέρει χαρά και στους άλλους και μοιράζεται ό,τι του δόθηκε, λαμβάνοντας και άλλα. Είναι γενναιόδωρος ο Θεός και προσφέρει με αφθονία σε όποιον μοιράζεται ό,τι και όσο είναι εφικτό. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν», άλλωστε. «Οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Και όσοι εκζητούν τον Κύριο και Τον κοινωνούν, ουδέποτε θα στερηθούν νόημα, χαρά και αγάπη.
Η κρίση της εποχής μας απέδειξε πόσο μάταιη είναι η συσσώρευση πλούτου εις εαυτόν. Αλλά και όσοι αγωνίζονται να αυγατίσουν τον πλούτο τους εις βάρος των πολλών, γρήγορα θα καταπέσουν. Διότι όσο κι αν θέλουν να θεωρούν δικά τους τα αγαθά, είτε χρήμα, είτε εξουσία, είτε ιδέες, είτε απολαύσεις, θα νομίζουν αφρόνως ότι ξεγελούν τον θάνατο, χωρίς να ανακαινίζονται εν Χριστώ και χωρίς να βλέπουν το νόημα του αληθινού πλούτου, του ελέους δηλαδή, της αγάπης και της χάριτος που φέρνουν ανάσταση. Ας μην αποκάμουμε όσοι πιστεύουμε, όσο ισχυρή κι αν είναι η κρίση. Η πίστη, τα έργα της αγάπης και η χάρις του Θεού θα μας βοηθήσουν. Και θα είναι γεμάτη η ζωή μας, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε κι αυτά που θα μας λείπουν. Αν τελικά μας λείπουν.

Κέρκυρα, 20 Νοεμβρίου 2011

11/12/11

Η ΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ & Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ


Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη των μεγάλων Πατέρων της, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτές οι σπουδαίες προσωπικότητες δεν λειτούργησαν με γνώμονα της επιτυχίας τους τον εαυτό τους και το χάρισμά τους, αλλά την μίμηση του Αρχιποίμενος Χριστού. Θέλει αληθινή ταπείνωση για έναν άνθρωπο να βγάλει από τον εαυτό του την ατομική προοπτική και ικανότητα ως βάση για την πορεία του και να επιλέξει την μίμηση κάποιου προτύπου. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι όταν μιμείται κάποιος έναν άνθρωπο, τότε δεν του δίδονται οι δυνατότητες να αναπτύξει τα δικά του προσόντα, αλλά παραμένει προσκολλημένος στο πρότυπό του, με αποτέλεσμα να μην είναι ελεύθερος. Το παράδοξο όμως για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι ότι δεν μιμούνται έναν άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Και μέσα από αυτή την μίμηση ο άνθρωπος εναποθέτοντας την ελευθερία του στα χέρια του προτύπου του, την αποκτά ως αντίδωρο αληθινής αγάπης. Όποιος δεν έχει θέλημα και κάνει θέλημά του το θέλημα του Θεού, στην ουσία πραγματοποιεί το θέλημά του, γιατί άφησε να γίνεται πράξη το θέλημα του Θεού που το εμπιστεύθηκε για δικό του και ζει τη χαρά της κατά Θεόν ελευθερίας.
Η μίμηση του Χριστού πηγάζει από την επιλογή του ανθρώπου να έχει σχέση μαζί Του. Και είναι οντολογική αυτή η σχέση, η οποία έχει ως χαρακτηριστικά εκείνα της αρχιερωσύνης του Χριστού, που δεν είναι επίκτητα, αλλά ενυπάρχουν στο Χριστό εξαιτίας της κοινωνίας της ανθρώπινης φύσης με τη θεία. Ο Απόστολος Παύλος, μάλιστα, παραθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά αυτής της αρχιερωσύνης (Εβρ. 7,26), που αποτελούν τη βάση της μίμησης και για τον άνθρωπο.
Ο Χριστός είναι όσιος αρχιερέας. Αυτό σημαίνει ότι έχει ως χαρακτηριστικό του την αγιότητα. Δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς για αμαρτία, για στοιχείο ζωής που τον χωρίζει από τον Θεό-Πατέρα. Ο άνθρωπος αρχιερέας από μόνος του δεν μπορεί να είναι όσιος, με την έννοια ότι έχει να πολεμήσει με τις επιθέσεις των παθών και του διαβόλου, χαρακτηριστικό του εγωκεντρικού θελήματος και της μη αυτονόητης κοινωνίας κατά φύσιν με το Θεό, η οποία είναι ζητούμενο της ύπαρξης και κατά χάριν δωρεά και ιδίωμα. Αυτόν τον δρόμο της αγιότητας ακολούθησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Έχοντας στην ύπαρξή τους διαρκή την αίσθηση της μετάνοιας, ακόμη και για τον ελάχιστο λογισμό τους, είλκυσαν την χάρη του Θεού και διατήρησαν την αρχιερωσύνη τους αγία, για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν ήταν δική τους κατάκτηση, αλλά δωρεά του Θεού εν τη Εκκλησία. Μετάνοια και ασκητικότητα είναι οι δρόμοι της μίμησης του Χριστού.
Ο Χριστός είναι άκακος αρχιερέας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για εμπάθεια, για χρήση της ιδιότητας προς ίδιον όφελος. Συγχώρεσε και τους εχθρούς Του, τους αμφισβητίες της υπόστασής Του, όλους εκείνους που αρνήθηκαν τη χάρη Του. Και αυτή η συγγνώμη παρατείνεται εις τους αιώνας. Απομένει σε όσους στάθηκαν και στέκονται απέναντι να την εκτιμήσουν και να την αποδεχτούν, για να γίνουν παιδιά του Αρχιποίμενος. Ο άνθρωπος αρχιερέας, με τη βοήθεια του Χριστού, της πίστης και της ζωής της Εκκλησίας, επιλέγει κι αυτός την αγάπη που γίνεται θυσία, αλλά και τη συγχωρητικότητα προς όποιον τον βλάπτει, τον αμφισβητεί, αρνείται την αποστολή του, τον κάνει να υποφέρει ως άνθρωπος. Δεν επιλέγει τι συμφέρει τον ίδιο, αλλά θυσιάζει την ζωή του υπέρ του ποιμνίου του. Θυσία και συγγνώμη είναι οι δρόμοι της μίμησης του Χριστού.
Ο Χριστός είναι αμίαντος αρχιερέας. Είναι δηλαδή αψεγάδιαστος και τέλειος. Αυτή η τελειότητα πηγάζει από την αγάπη και τη χαρά της κοινωνίας με τον Πατέρα, αλλά και την αγάπη και χαρά της κοινωνίας με την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε, αλλά και τον άνθρωπο-πλησίον, δηλαδή το κάθε πρόσωπο, ακόμη και τους αντιθέτους, τους αδιάφορους, τους αδύναμους στην πίστη, όσους έχουν επιλέξει την αμαρτία. Ο άνθρωπος αρχιερέας, μέσα από την κοινωνία με το Χριστό, έχει την αίσθηση της αποστολής ως βάση της ζωής του και χαίρεται, ακόμη και με τους σταυρούς που σηκώνει χάριν των άλλων. Είναι η σχέση με το Χριστό που του δίδει χαρά και αγάπη και η οποία αίρει και την λύπη από τις κατά άνθρωπον πίκρες και απογοητεύσεις. Είναι η προσευχή ενώπιον του Θεού, η μελέτη, δηλαδή η πνευματική τροφή μέσα από το λόγο του Ευαγγελίου, η ασκητική ζωή, η αγάπη έναντι των ανθρώπων, που δεν καθηλώνει τον άνθρωπο αρχιερέα στην μετριότητα, αλλά τον κάνει διαρκώς να ανανεώνεται για να παραμείνει δεκτικός της αγάπης του Θεού. Αποστολή, χαρά και αγάπη είναι οι δρόμοι της μίμησης του Χριστού.
Ο Χριστός είναι κεχωρισμένος των αμαρτωλών αρχιερέας και ανεβαίνει στον ουρανό. Είναι στη γη και ταυτόχρονα δεν έχει χωριστεί από τον Πατέρα και το Πνεύμα εν ουρανοίς. Είναι ανάμεσα στους αμαρτωλούς, αλλά δεν υποτάσσεται στην αμαρτία, δείχνοντας στους ανθρώπους την οδό της Βασιλείας του Θεού. Ο άνθρωπος αρχιερέας, μέσα από το χάρισμα και την κλήση του, αγωνίζεται να δώσει και στον εαυτό του και στο ποίμνιό του το βίωμα της ανόδου προς το Θεό, της εργασίας σ’ αυτή τη γη με την προοπτική της αιωνιότητας και τους καλεί στο όραμα της Βασιλείας που ήδη έχει έρθει εντός μας, με το λόγο και τα έργα. Κυρίως όμως με την πίστη ότι υπάρχει ελπίδα, που είναι ο Χριστός, ότι ο θάνατος δεν είναι το τέρμα, αλλά η αρχή της αιωνιότητας, ότι τα πάντα μπορούν να λειτουργήσουν με την προοπτική της ανόδου στο Θεό. Και, ταυτόχρονα, παραμένει ανυπότακτος στο φρόνημα της αμαρτίας και του συμβιβασμού του κόσμου. Άνοδος προς το Θεό της ύπαρξης και διάκριση από την αμαρτία και το κοσμικό φρόνημα είναι οι δρόμοι της μίμησης του Χριστού.
Αυτή την πορεία χάραξε στη ζωή του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Άνθρωπος μετανοίας και ασκητικότητας, άνθρωπος που παρά τους κόπους, τα βάσανα, τις εξορίες, την αμφισβήτηση, τόσο από τους συνεπισκόπους του στην Εκκλησία, όσο και από τους ισχυρούς της εξουσίας, θα δοξάζει το Θεό μέχρι το τέλος της ζωής του, συγχωρώντας όλους όσους τον ταλαιπώρησαν και τον οδήγησαν στο θάνατο, άνθρωπος που μιλούσε στο λαό του για το Θεό, για τη Γραφή, για το ήθος, την αρετή, τον πνευματικό αγώνα, ερμηνεύοντας τις Γραφές και καθοδηγώντας το ποίμνιό του στη Βασιλεία του Θεού κι αυτό με τη χαρά να πλημμυρίζει την ύπαρξή του, είτε είχε να απευθυνθεί στον ταπεινό νεωκόρο του ναού είτε σε χιλιάδες ακροατών, γιατί μιλούσε για το Χριστό που αγαπούσε, άνθρωπος που λειτουργούσε στη ζωή του, ανέβαινε στο Θεό και ανέβαζε και άλλους μαζί του, αλλά και άνθρωπος που διέκρινε την αμαρτία και το κακό και έθετε το όριο το οποίο έδειχνε τι θέλει ο Θεός και τι όχι, χωρίς φόβο για τη ζωή του, αναδείχτηκε μεγάλος Πατήρ της Εκκλησίας, Αρχιερεύς και Οικουμενικός Διδάσκαλος. Και καλούμαστε όλοι μας να μελετούμε το ήθος και τα γραπτά του, αλλά και να εμπνεόμαστε στη ζωή μας από το παράδειγμά του, ιδίως οι ποιμένες της Εκκλησίας.
Ζούμε σε μια εποχή που δεν έχουμε ηγέτες. Αυτή η έλλειψη είναι ολοφάνερη στη νοοτροπία όλων των χώρων της κοινωνίας. Διαχειριστές έχουμε και ενίοτε και υπηρέτες αλλότριων ή ίδιων συμφερόντων. Μορφές όπως αυτή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελούν πρότυπα μίμησης Χριστού, πρότυπα αφύπνισης και αλλαγής ζωής. Και αν οι ηγεσίες μας δεν μπορούν να εμπνευσθούν, ας τις φυλάξει ο καθένας από εμάς στην καρδιά του και ας τους μιμηθεί, μιμούμενος τελικά τον ίδιο το Χριστό, προς τον Οποίο καταδεικνύει η πατερική ζωή. Και ο Κύριος θα μας δείξει δρόμο και ελπίδα. Μεταμορφούμενοι μέσα από τη σχέση μας με το Χριστό, θα ελευθερωθούμε εντός μας. Από και πέρα δεν θα είναι δύσκολη και η εξωτερική ελευθερία από κάθε καταναγκασμό, κυριαρχία και επιβουλή.
Κλείνοντας, θα παραθέσουμε δύο λόγους του αγίου (σε μετάφραση Β. Χαρώνη και Ουρ . Λαναρά, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιωάννου Χρυσοστόμου, Αθήνα 1995, τόμος Γ’ , σελ. 78-83) που δείχνουν την ηθική κρίση, η οποία δε γνωρίζει εποχή, όταν οι άνθρωποι έχουν νοοτροπία που αφίσταται της σχέσης με το Χριστό, της μίμησης του Χριστού:
«Επιτρέπει ο Θεός να τραντάζεται η γη, αλλά δεν την καταστρέφει, σείει δυνατά τα πάντα με το σεισμό, αλλά δεν τα κατεδαφίζει, για να μας οδηγήσει στην μετάνοια. Τόσο μεγάλο είναι το πέλαγος της ευσπλαχνίας Του. Γιατί είδε να παραβαίνουμε τις εντολές Του και να Τον πικραίνουμε υπερβολικά. Είδε την επιθυμία μας να αρπάζουμε την ξένη περιουσία, είδε ότι χτίζαμε το ένα σπίτι κοντά στο άλλο και ότι επλησιάζαμε το ένα χωράφι κοντά στο άλλο, με σκοπό να κλέψουμε το διπλανό μας. Είδε ότι δεν ελεούσαμε τα ορφανά και αδιαφορούσαμε για τις χήρες. Είδε τους δασκάλους να κάνουν τα αντίθετα από εκείνα που εδίδασκαν. Είδε μαθητές να προσβάλουν τις σεμνές τελετές της Εκκλησίας με αταξίες που αρμόζουν σε θέατρα. Είδε να ζούμε μέσα στην κακία και να κινούμαστε από φθόνο. Είδε να προσθέτουμε στο φθόνο και την πονηρία. Είδε τις καταιγίδες της υποκρισίας να βυθίζουν σαν βάρκες τους απονήρευτους. Είδε να φονεύουμε σκόπιμα. Είδε ότι αδικούσαμε όσο μπορούσαμε περισσότερο. Είδε να ναυαγεί η αγάπη και να προκόβει η απάτη στο πέλαγος της ζωής. Είδε να αποσκιρτούμε από την αλήθεια και να καταφεύγουμε πρόθυμα στο ψέμα. Και για συνοψίσουμε, είδε να υπηρετούμε τον πλούτο και όχι τον Κύριο» (Εις άγιον Βάσσον, 1, MG 50, 721).
Είναι περιγραφή και της εποχής μας ή όχι;
«Αλίμονο σε κείνους που λένε το κακό καλό και το καλό κακό. Σε κείνου που παρουσιάζουν το φως ως σκοτάδι και το σκοτάδι ως φως. Σε κείνους που προβάλλουν το γλυκό ως πικρό και το πικρό ως γλυκό. Θα αφαιρέσω λοιπόν, λέει ο Θεός, για την ανομία σας από ανάμεσά σας κάθε ισχυρό άνδρα και δυνατή γυναίκα και κάθε άνθρωπο πολεμιστή και δικαστή και κάθε προφήτη και άνθρωπο συνετό. Δεν είναι δε μικρό είδος οργής να στερηθούν και τις προφητείες. Μαζί δε με τον προφήτη, λέγει, θα αφαιρέσει και κάθε στοχαστή. Εδώ μου φαίνεται στοχαστή ονομάζει εκείνον που από τη μεγάλη του σύνεση και από την ίδια την πείρα των πραγμάτων, δίνει σοφές συμβουλές για τα μέλλοντα. Και θα αφαιρέσω ακόμη και κάθε έμπειρο πρεσβύτερο και πεντηκόνταρχο. Πρεσβύτερο δεν ονομάζει απλά αυτόν που έχει γεράσει, αλλά αυτόν που μαζί με τα άσπρα μαλλιά του διατηρεί και την πρέπουσα σύνεση. Και όταν λέει πεντηκόνταρχο εννοεί όλους τους άρχοντες. Και άρχοντας είναι αυτός που είναι εμπειρογνώμων και γνώστης πολλών και που γνωρίζει να διευθετεί με σύνεση όλες τις υποθέσεις της πόλεως. Και μαζί μ’ αυτούς θα αφαιρέσει και κάθε συνετό ακροατή. Γιατί αν αυτό απουσιάζει, ακόμη κι αν υπάρχουν όλα τα άλλα , τίποτε πλέον δεν υπάρχει στις πόλεις, κι αν κόμη υπάρχουν προφήτες, σύμβουλοι, άρχοντες, αν δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να ακούσει, όλα είναι άσκοπα και μάταια. Εγώ νομίζω ότι εδώ το ‘θα αφαιρέσω’ που λέει ο Θεός , το λέγει με τη σημασία του θα εγκαταλείψω και θα αφήσω , όπως ακριβώς λέει ο Απόστολος Παύλος: ‘τους εγκατέλειψε ο Θεός, ώστε να παραδοθούν σε νου ανίκανο να διακρίνει το ορθό’, όχι για να δείξει αυτό, ότι δηλαδή τους έριξε σε παράνοια, αλλά τους εγκατέλειψε και τους άφησε να είναι ανόητοι. Και θα τοποθετήσω σ’ αυτούς νεαρούς άρχοντες, λέει ο Θεός. Αυτό είναι χειρότερο και φοβερότερο από την αναρχία. Γιατί εκείνος που δεν έχει άρχοντα, έχει στερηθεί εκείνον που θα τον οδηγήσει, ενώ εκείνος που έχει κακό άρχοντα, έχει εκείνον που τον σπρώχνει στους γκρεμούς. Και θα επιτρέψω σε απατεώνες να τους εξουσιάσουν, λέει ο Θεός. Απατεώνες ονομάζει τους είρωνες, τους κόλακες, εκείνους που με τα γλυκά τους λόγια παραδίδουν τους ανθρώπους στο κακό και τον διάβολο. Και θα συμπλακεί ο λαός και ο ένας άνθρωπος θα ορμήσει εναντίον του άλλου και ο άλλος θα ορμήσει εναντίον του πλησίον του, λέει ο Θεός. Όπως ακριβώς δηλαδή αν τα ξύλα που συγκρατούν τις οικοδομές σαπίσουν ή αφαιρεθούν, κατ’ ανάγκην οι τοίχοι γκρεμίζονται, αφού τίποτε δεν υπάρχει που να τους συγκρατεί, έτσι και αυτοί για τους οποίους προηγουμένως μιλήσαμε, αφού αφαιρέθηκαν άρχοντες, σύμβουλοι, δικαστές και προφήτες, δεν υπήρχε τίποτε που να εμπόδιζε το λαό να διασπασθεί και να δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση. Θα αυθαδιάσει το παιδί προς το γέροντα και ο ανέντιμος προς τον έντιμο, λέει και πάλι ο Θεός. Γιατί όταν περιφρονούνται τα γηρατειά από τους νέους, οι δε ανάξιοι και αποδοκιμασμένοι περιφρονούν εκείνους, που προηγουμένως ήταν αξιοσέβαστοι, η πόλη αυτή δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται σε καθόλου καλύτερη κατάσταση από εκείνη που καταφεύγει σε μάντεις»
(Εις Ησαΐαν, κεφ. Γ’, 1,2,3,4, ΕΠΕ 8, 304-306-308-310-314-316-MG 56, 40-44).
Ίσως τελικά δεν είναι τυχαίο το ότι έχουμε στερηθεί ηγέτες σε όλους τους χώρους και πρέπει να ξαναδούμε τις πνευματικές ρίζες της κρίσης. Ο άγιος πάντως μας προτρέπει σε μετάνοια και υπέρβαση της ανομίας μας. Ας τον ακούσουμε.

Κέρκυρα, 13 Νοεμβρίου 2011

11/8/11

ΧΑΙΡΕΤΕ ΟΤΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΥΜΩΝ ΕΓΡΑΦΗ ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ


Στη ζωή του ο άνθρωπος αναζητεί τη χαρά. Και χαρά είναι το συναίσθημα εκείνο το οποίο πηγάζει από την εκπλήρωση των ανθρώπινων επιθυμιών, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι φανερές ή αφανείς, πηγάζουν δηλαδή από το ασυνείδητό του. Χαρά αντλεί ο άνθρωπος από γεγονότα που συμβαίνουν στον εαυτό του, αλλά και από αντίστοιχες καταστάσεις που συμβαίνουν στους συνανθρώπους του, στους οικείους και φίλους του, αλλά ακόμη και από γεγονότα δυσάρεστα, τα οποία συμβαίνουν σ’ εκείνους που είναι εχθροί του. Και η χαιρεκακία είναι μορφή χαράς. Μπορεί να είναι ηθικά μη αποδεκτή από την θρησκευτική πίστη, όμως περιλαμβάνεται στο αξιακό σύστημα της κοινωνίας, διότι κάνει τον άνθρωπο να ανακουφίζεται όταν εκείνοι οι οποίοι τον βλάπτουν με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους, βρίσκουν τιμωρία και ανταπόδοση κατά τα έργα τους. Εκτός από αυτές τις δύο μορφές χαράς όμως η Εκκλησία μιλά και για μια τρίτη μορφή: αυτή που πηγάζει από την κοινωνία του ανθρώπου με το Χριστό, που είναι «η πάντων χαρά», είναι ο δοτήρας και η προσωποποίησή της, όχι μόνο επειδή προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και επομένως μπορεί να νιώσει συναισθηματικά τι σημαίνει αυτή, αλλά και επειδή η ίδια η αγάπη που είναι ο Θεός είναι η πηγή της χαράς. Και η κοινωνία με το Θεό είναι αφετηρία χαράς στη ζωή μας, η οποία νικά την λύπη για τις ατέλειες και την επίδραση της αμαρτίας και της φθοράς επάνω μας. Γι’ αυτό και η χαρά για την πίστη δεν είναι συναίσθημα απλώς, αλλά κατάσταση και δωρεά πνευματική, τρόπος ζωής και καρπός της κοινωνίας με το Θεό.
Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ορίζει ως βάση αυτής της τρίτης χαράς το γεγονός ότι τα ονόματα όσων πιστεύουν και ζητούνε να ζήσουν τη σχέση με Εκείνον έχουν γραφτεί στον ουρανό (Λουκ. 10,20), δηλαδή η ύπαρξή τους δεν θα στερηθεί τη χαρά στην αιωνιότητα, αλλά και η αποδοχή αυτής της σχέσης κάνει το όνομα του ανθρώπου να καταγράφεται άσβηστο πλέον στο βιβλίο του Θεού, στο βιβλίο της ζωής. Δεν είναι το βιβλίο των κριμάτων και των αρετών, αλλά το βιβλίο της ζωής (Αποκ. 20, 12), στο οποίο εντάσσονται όλοι οι σεσωσμένοι , δηλαδή όσοι ανήκουν με την καρδιά τους στην Εκκλησία, όσοι έχουν κοινωνία με το Εσφαγμένο Αρνίο που είναι ο Κύριός μας και γεύονται τη χαρά της παρουσίας Του στη ζωή τους.
Ο κάθε άνθρωπος καλείται να διαλέξει σε ποια χαρά θα δώσει βαρύτητα στη ζωή του. Ο πολιτισμός μας και η πραγματικότητά μας αποθεώνουν κυρίως την πρώτη. Χαρά πηγάζει από το δικαίωμα στην ηδονή, από την δόξα της επιτυχίας, από την ικανοποίηση του θελήματός μας. Το σύστημα που διακυβερνά τις ζωές μας θέλει εκεί να είναι προσανατολισμένη η ζωή μας και εκεί να εξαντλείται το νόημά της. Γι’ αυτό και εφευρίσκει και μας προτείνει εργαλεία, αντικείμενα, μέσα, τα οποία εάν τα κατέχουμε, μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, διότι ακολουθούμε τον συρμό της εποχής μας. Ο ίδιος πολιτισμός όμως δεν αγνοεί και την δεύτερη χαρά, αυτήν που μας κάνει να αισθανόμαστε δικαιωμένοι όταν εκείνοι οι οποίοι μας εχθρεύονται ή μας απορρίπτουν αποτυγχάνουν, παθαίνουν κακό ή υποφέρουν στη ζωή τους. Το σύστημα το ίδιο δικαιολογεί την χρήση βίας, την τιμωρία, την πληρωμή για όσα μας έχουν κάνει και αποδέχεται μια δικαιοσύνη η οποία δεν στηρίζεται στη χαρά της συγγνώμης και της αποκατάστασης της σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά στην επιβολή του νόμου, ηθικού, κοινωνικού, θεσμικού στους άλλους, για να ικανοποιηθεί η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και η χαιρεκακία δεν έχει να κάνει μόνο με πρόσωπα. Έχει να κάνει με λαούς και κοινωνίες, οι οποίες όταν βλέπουν τους γείτονες ή τους εταίρους τους που λειτουργούν εχθρικά εναντίον τους να δυσκολεύονται και να υποφέρουν, το απολαμβάνουν και κάνουν ό,τι μπορούν για να τους οδηγήσουν στην απώλεια της αξιοπρέπειάς τους ή στην διάλυση της ύπαρξής τους. Άλλοι πάλι παρακολουθούν εκ του μακρόθεν και εκφράζουν με εμπάθεια την χαιρεκακία τους για ό,τι συμβαίνει σ’ εκείνους που φθονούν ή αισθάνονται ότι τους φταίνε.
Ο πολιτισμός μας και ίσως και η πλειονοψηφία των ανθρώπων αρνούνται να δούνε την τρίτη χαρά, ως εκείνη που δίνει νόημα στη ζωή. Γιατί η χαρά που πηγάζει από τη σχέση με το Χριστό και από την καταγραφή του ονόματος του ανθρώπου στον ουρανό είναι αναφαίρετη, όμως χρειάζεται ανταπόκριση στην κλήση του Χριστού. Γιατί ο Χριστός στέκεται έξω από την θύρα της υπάρξεώς μας και κρούει και όποιος του ανοίξει, θα εισέλθει και θα δειπνήσει μαζί του κι εκείνος με τον Κύριο. Η χαρά όμως, ενώ δίδεται από το Χριστό πλουσιοπάροχα, για να βιωθεί από τον άνθρωπο, χρειάζεται κόπο και αγώνα. Χρειάζεται ταπεινό φρόνημα, συγχωρητικότητα και πραότητα, δημιουργικότητα και ζήλο ώστε να αξιοποιηθούν τα χαρίσματά μας, υπομονή στους πειρασμούς και πολλή αγάπη που θα γίνει μοίρασμα της ύπαρξης στους συνανθρώπους. Μόνο όταν ο άνθρωπος μοιραστεί τα όσα έχει και τα όσα είναι μπορεί να ζήσει τη χαρά της παρουσίας του Χριστού χωρίς τα εμπόδια της αμαρτίας που τον κάνουν να απορροφάται από τις κοσμικές χαρές ή να υποβιβάζει την ύπαρξή του στην εμπάθεια της χαιρεκακίας. Και τότε ο άνθρωπος νιώθει ότι ανήκει στο Χριστό, ότι γράφτηκε και δεν σβήνει το όνομά του στον ουρανό.
Η επιλογή της τρίτης χαράς δεν συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί κάθε χαρά του κόσμου. Άλλωστε, οι εδώ χαρές αποτελούν την παιδεία του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να αποδεχθεί την χαρά της κοινωνίας του με το Χριστό. Όμως ο άνθρωπος του Θεού προσπαθεί να αποσυνδέσει τις εγκόσμιες χαρές από την αμαρτία και να μην υποταγεί σ’ αυτήν. Προσπαθεί ακόμη μέσα στις δυσκολίες και τους πειρασμούς να μην δείξει χαιρεκακία για όλους εκείνους που τον θλίβουν. Για να μπορεί να αναπαύεται τελικά στη σχέση με την των πάντων χαρά, το Χριστό.
Αυτόν τον δρόμο διάλεξε και έζησε στη ζωή του ο άγιος του 20ού αιώνα, Μητροπολίτης Πενταπόλεως και προστάτης της Αιγίνης Νεκτάριος ο Θαυματουργός. Έχοντας επιλέξει από μικρός τη ζωή της πίστης και της σχέσης με το Χριστό, επέλεξε να αφεθεί στα χέρια του Θεού και να βιώσει ως επιλογή της ύπαρξής του τη χαρά να είναι το όνομά του γραμμένο εν τοις ουρανοίς. Σήκωσε με υπομονή και σιωπή και μακροθυμία τον σταυρό του διωγμού από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Αρνήθηκε να δείξει κακία στους συκοφάντες του και με ταπείνωση επέλεξε να γίνει ιεροκήρυκας στην Εύβοια και την Φθιώτιδα. Και ανέλαβε την διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής για να προσφέρει στην Εκκλησία και στους υποψήφιους ιερείς τα χαρίσματα και την πνευματική του πορεία, συμμετέχοντας στις χαρές που η καθημερινότητα έφερνε, αλλά μη λησμονώντας τη βίωση της χαράς της εν ουρανοίς. Και, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, χωρίς γογγυσμό, αλλά με την πνευματική χαρά έφυγε για την Αίγινα, όπου ίδρυσε μοναστήρι και εν απλότητι έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του καθοδηγώντας όχι μόνο την γυναικεία αδελφότητα της μονής, αλλά και όλους τους ανθρώπους που έσπευδαν να τον εμπιστευθούν. Και όχι μόνο αυτό. Για μια ακόμη φορά θα συγχωρήσει και δεν θα κρατήσει κακία σε όσους και εκεί δεν έκαν τίποτε άλλο από το να τον συκοφαντούν και να τον λυπούν.
Και το όνομά του γράφτηκε στις δέλτους του ουρανού για πάντα. Και ο ουρανός φανέρωσε την χαρά που έχει για την παρουσία του αγίου εκεί, δίδοντας σημεία και σε μας τους εν τη γη. Η Εκκλησία αναγνώρισε τον τρόπο του βίου του, την αγιότητά του, τα θαύματα που ετέλεσε, την πνευματική του προσπάθεια και τον κατέταξε και επίσημα ανάμεσα στους αγίους της. Και όχι μόνο αυτό. Τον αποκατέστησε στον θρόνο του μετά θάνατον, ζητώντας συγγνώμη για την συκοφαντία που ο άγιος βίωσε. Και γνωρίζουμε καλώς ότι ο άγιος είχε ήδη συγχωρέσει όσους τον έβλαψαν, αλλά δεν του στέρησαν τη χαρά να ανήκει στην Εκκλησία, να είναι ποιμένας και να διακονεί και να σκέπει όλους τους ανθρώπους που η χάρις του Θεού του εμπιστεύθηκε.
Ζούμε σε μία εποχή όπου φαίνεται ότι έχει λιγοστέψει η υλική, η εγκόσμια χαρά. Καλλιεργείται μάλιστα ολοένα και πιο έντονα η χαιρεκακία, τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο, ιδίως μέσα στον κύκλο της κρίσης που βιώνουμε. Η Εκκλησία δεν θα παύσει, προβάλλοντας τους αγίους της, να μας δείχνει ότι η αληθινή και αναφαίρετη χαρά βρίσκεται όταν αποδεχόμαστε την πρόσκληση του Χριστού να γράψει το όνομά μας στη βίβλο του ουρανού. Και από εκεί ξεκινώντας, μπορούμε να εκτιμήσουμε την όποια μικρή ή μεγάλη εγκόσμια χαρά, αλλά και να σηκώσουμε τον σταυρό της λύπης, γνωρίζοντας ότι εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν μπορεί να μας βλάψει τελικά. Οι πρεσβείες του Αγίου Νεκταρίου, αλλά και πάντων των Αγίων ας μας δίδουν τη δύναμη να κρατήσουμε αυτή τη χαρά και να την προτιμούμε από κάθε άλλη.

Κέρκυρα, 9 Νοεμβρίου 2011