7/5/11

ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ


Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα
πού πάω κι είπα για να μη μ' έχει του χεριού της η ερημιά
να βρω εκκλησάκι να 'χω να μιλήσω...
Άι θυμοί κι άι τρέλες της πατρίδας!
Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα και άναψα κερί
Που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη.

Οδ. Ελύτης

7/1/11

ΘΕΟΣ & ΜΑΜΩΝΑΣ: ΔΟΥΛΕΙΑ & ΦΙΛΙΑ


Μια από τις πιο δύσκολα εφαρμόσιμες φράσεις της Καινής Διαθήκης είναι ο λόγος του Χριστού: «δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στο Θεό και στο χρήμα» (Ματθ. 6, 24) . Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο εύκολο είναι να υποδουλωθεί ο άνθρωπος στο χρήμα. Το χρήμα καλύπτει τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου, αυτές που εξασφαλίζουν την επιβίωση στον κόσμο μας, αλλά και αυτό που ονομάζουμε ποιότητα ζωής. Αν κάποιος έχει χρήματα, μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, πιθανότατα και όλες. Τα πάντα, άλλωστε, αγοράζονται και πουλιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Χριστός προφανώς δεν εννοεί ο άνθρωπος να μην χρησιμοποιεί το χρήμα ή να επιλέξει να ζει εκτός του κόσμου. Ο Χριστός αναφέρεται στην δουλεία του ανθρώπου στο χρήμα. Και δουλεία σημαίνει την μετατροπή του χρήματος σε σκοπό για τον άνθρωπο, σε νόημα ζωής. Τότε ο άνθρωπος παύει να υφίσταται ως ελεύθερη προσωπικότητα. Μετατρέπεται σε ύπαρξη που παραδίδεται στις επιθυμίες που ικανοποιούνται δια του χρήματος. Υποκύπτει στην φιλοδοξία, στην φιλαυτία, στην φιληδονία. Δεν είναι ο πυρήνας της ύπαρξής του, ο αληθινός εαυτός του αυτό που τον απασχολεί. Δεν είναι ο υπαρξιακός του προβληματισμός σχετικά με το ποιος είναι, πού πορεύεται, με ποια κριτήρια θα πρέπει να αντιμετωπίσει και να συνυπάρξει με τους πλησίον του, αλλά το πώς θα καταστήσει τον εαυτό του κέντρο του κόσμου. Και το χρήμα συμβάλλει σ’ αυτόν τον εγωκεντρισμό.
Ο Χριστός ταυτίζει την υποδούλωση στο χρήμα με την υποδούλωση στον διάβολο. Δεν είναι το χρήμα ο διάβολος, αλλά το χρήμα ως αυτοσκοπός που γίνεται υποταγή του ανθρώπου στο δαιμονικό πνεύμα. Και ο διάβολος έχει ως κύριο χαρακτηριστικό του την συνεχή επιδίωξη να είναι ελεύθερος σε σχέση με το Θεό και να έχει ως κριτήριο της ύπαρξής του τον εαυτό του. Επιδιώκει το αυτόφωτον, την ίδια δόξα, απολαμβάνει την ηδονή να είναι κυρίαρχος του εαυτού του όντας μακριά από το Θεό. Και μεταφέρει αυτή την πνευματική του κατάσταση στον κόσμο και σε κάθε ύπαρξη που ο Θεός έχει δημιουργήσει, προκαλώντας έναν συνεχή πόλεμο σ’ αυτήν για να την υποτάξει σε μια ζωή μακριά από το Θεό. Ζωή όμως χωρίς Θεό δεν έχει νόημα, δεν αντέχεται.
Γι’ αυτό και ο Χριστός ξεκαθαρίζει στην επί του όρους ομιλία Του ότι δεν μπορεί κάποιος να υπακούει σε δύο κυρίους. Ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Αυτό βέβαια, για τον άνθρωπο όχι μόνο της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής δεν είναι εύκολο να γίνει αποδεκτό ως στάση ζωής. Υπάρχει η αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερος όντας δούλος Θεού. Αληθινά ελεύθερος είναι εκείνος που δεν παραδέχεται κανέναν άλλον ως Θεό, παρά μόνο τον εαυτό του. Έτσι, ο άνθρωπος πέφτει στην παγίδα του διαβόλου. Θέλοντας να είναι ελεύθερος από το Θεό, γίνεται δούλος του εαυτού του και κατ’ επέκτασιν βιώνει την στάση ζωής του διαβόλου.
Γιατί όμως ενοχλείται ο άνθρωπος όταν ακούει ή του προτείνεται να είναι δούλος του Θεού;
Διότι ο άνθρωπος νομίζει ότι η δουλεία στο Θεό είναι όπως η δουλεία σε κάποιον άνθρωπο-δεσπότη και αφέντη. Ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα, αλλά άλλος ρυθμίζει τη ζωή του. Ότι δεν μπορεί να χαρεί. Ότι η ζωή του είναι γεμάτη απαγορεύσεις. Ότι θα πρέπει μόνο να εργάζεται, χωρίς να αναπαύεται και ότι η ακεραιότητα της ύπαρξής του πάντοτε θα είναι υπό αίρεσιν. Ακόμη κι όταν θα έχει τη δυνατότητα κάποιας μικροχαράς, και πάλι η ενοχή θα καραδοκεί ότι ο Θεός δεν είναι ευχαριστημένος μαζί του και ότι η αμαρτία είναι το μόνο που έχει ο άνθρωπος να επιδείξει έναντι του κυρίου του. Κι έτσι, ο άνθρωπος πείθεται ότι πρέπει να αποτινάξει την δουλεία του στο Θεό.
Όμως, για το Χριστό η δουλεία δεν είναι τέτοιου είδους. Το να είναι ο άνθρωπος δούλος Θεού σημαίνει στην ουσία να είναι φίλος με το Θεό. Δεν είναι υποχρεωμένος ο άνθρωπος να σταθεί κοντά στο Θεό, αλλά διαλέγει την οδό της εμπιστοσύνης και της αγάπης, όπως το παιδί προς τον πατέρα του. Δεν αρνείται ο Θεός τη χαρά στον άνθρωπο. Αντιθέτως, η συνεχής κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό είναι χαρά. Και η χαρά δεν εκφράζεται ούτε μπαίνει σε καλούπια συμπεριφοράς ή κανόνων, αλλά πηγάζει από το βάθος της ύπαρξης. Όπως το παιδί, όταν παίζει με τους γονείς του ή όταν μιλάει μαζί τους δεν τηρεί το savoir vivre, αλλά εκφράζεται με την άνεση της αγάπης, της σχέσης, της υιότητας, έτσι και ο άνθρωπος στη σχέση του με το Θεό εκφράζεται μέσα από την χαρά της εμπιστοσύνης, της αγάπης, της υιότητας. Αυτό είναι και το αληθινό νόημα της ζωής της Εκκλησίας. Ο συνεχής επαναπροσδιορισμός της σχέσης της υιότητας και της φιλίας με το Θεό.
Μια τέτοια σχέση δεν αφήνει περιθώρια δουλείας στον όποιο μαμωνά. Αν αγαπάμε το Θεό, τότε η σχέση μάς γεμίζει πληρότητα. Δεν μας χρειάζεται λοιπόν η αυτοθεοποίηση ή η μετατροπή της ύλης ως αυτοσκοπού για την όποια ευτυχία εν τω κόσμω. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τον αγώνα για τη ζωή μας και την ποιότητά μας, αλλά δεν είναι αυτός ο αγώνας το κλειδί για να έχει η ζωή μας νόημα. Είναι η βάση για να μεταδώσουμε και στους άλλους από όσα ο Θεός επιτρέπει να έχουμε. Γι’ αυτό και δεν υποδουλωνόμαστε, αλλά μοιραζόμαστε, το περίσσευμα ή το υστέρημά μας, χωρίς αυτό και πάλι να σημαίνει ότι καλλιεργούμε την ανευθυνότητα στη ζωή των άλλων. Έτοιμοι να προσφέρουμε, αρνητικοί στο να καθιστούμε το κατέχειν νόημα της ζωής μας.
Στην εποχή της μεγάλης κρίσης, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα της θεοποίησης των αγαθών και του εαυτού μας και της περιθωριοποίησης του Θεού, ο ευαγγελικός λόγος αποτελεί ευκαιρία επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων μας. Θα ξαναγίνουμε φίλοι του Θεού, θα Τον εμπιστευτούμε και σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο, για να εξέλθουμε από την κρίση ή θα παραμείνουμε δούλοι του Μαμωνά, είτε αυτός έχει να κάνει με το χρήμα είτε με το διάβολο είτε με τον εγωκεντρισμό μας και θα αποτύχουμε γιατί δεν θα υπάρξει συλλογική αλλαγή; Ο λόγος του Χριστού δεν εξαιρεί κανέναν. Από τον πιο σπουδαίο μέχρι τον πιο ταπεινό. Από τους ταγούς μέχρι αυτούς που μοιάζουν ανώνυμοι. Καιρός του ποιήσαι.

Κέρκυρα, 3 Ιουλίου 2011

6/29/11

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ


Ο εγχρονισμός της Ιστορίας αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση για κάθε άνθρωπο που ασχολείται μ’ αυτήν, είτε πρόκειται για ειδικό και μελετητή είτε για τον καθέναν που δεν την θέλει νεκρό γράμμα. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η Ιστορία, σύμφωνα με πολλούς, επαναλαμβάνεται, αν και όχι σε ό,τι αφορά στα πρόσωπα, τα οποία είναι μοναδικά, έτερα, ανεπανάληπτα. Είναι το ότι το πέρασμα από μία ιστορική δομή σε άλλη δεν συνεπάγεται την κατάργηση του παρελθόντος, αλλά την μεταφορά στοιχείων του που υπάρχουν στην συνείδηση και την πρακτική των πολλών στην καινούρια κατάσταση. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει εσωτερικά. Όταν η ιστορική δομή πορεύεται με βάση τον μη αλλαγμένο εντός του άνθρωπο, όταν ο κόσμος πορεύεται με βάση την ιδιοτέλεια, την επιθυμία, το δικαίωμα ως στάση ζωής και ως νοοτροπία των πολλών, τότε συμπεριφορές και καταστάσεις θα επαναλαμβάνονται, ακόμη και αν οι εξωτερικές συνθήκες δεν θα μοιάζουν ίδιες.
Ζούμε σήμερα στην εποχή της μετανεωτερικότητας, μία ρευστή πραγματικότητα, η οποία έχει ως χαρακτηριστικά της μία νέα παγκοσμιοποίηση σε ό,τι αφορά στον πολιτισμό, την επικοινωνία, την διασπορά των ιδεών, αλλά και την σύγχυση, διότι δεν υπάρχουν προοπτικές συλλογικότητας οι οποίες να μπορούν να βγάλουν μία κοινωνία από τις δυσκολίες προσανατολισμού και ταυτότητας που πιθανόν να αντιμετωπίζει. Δεσπόζει η οικονομία σε συλλογικό επίπεδο και όχι η ταυτότητα, είτε εθνική είτε θρησκευτική είτε πολιτιστική είτε γλωσσική είτε ιστορική σήμερα. Ο τόπος και η οικονομία, δηλαδή το ότι ζούμε κάπου και αγωνιζόμαστε για το ζην και το ευ ζην μας, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά που μας ενώνουν και μας κατευθύνουν. Η ιστορία σήμερα θεωρείται απλώς γνώση του παρελθόντος ή, από κάποιους, αφορμή για αποδόμησή του, ώστε τελικά να προσαρμοστούμε πιο εύκολα στις απαιτήσεις μίας - μειοψηφούσας σε επίπεδο συλλογικό, αλλά θορυβούσας σε επίπεδο ιδεολογικό- αντίληψης, η οποία αρύεται την βάση της από την προηγούμενη ιστορική δομή της νεωτερικότητας.
Κύριο γνώρισμα της ιδεολογίας αυτής, η οποία, ενίοτε φθάνει στα όρια της ιδεοληψίας, είναι «ο εκσυγχρονισμός». Η ιδέα προέρχεται από την αντίληψη του Διαφωτισμού για πρόοδο η οποία στηρίζεται στο δικαίωμα του «εγώ». Εάν το άτομό μου, ο εαυτός μου μπορεί να είναι ευτυχισμένος, δηλαδή ελεύθερος από προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, περιορισμούς και φανατισμούς, ελεύθερος να λειτουργεί στα πλαίσια της οικονομικής ανάπτυξης, ικανός να χειριστεί την τεχνολογία που η επιστημονική πρόοδος έχει φέρει και, παράλληλα, να μεριμνά, χωρίς όμως να είναι αυτό η κύρια προτεραιότητα της ζωής του, για τους άλλους ώστε να μην στερούνται τα στοιχειώδη (ανθρωπισμός, κοινωνικό συμβόλαιο), τότε έχω θέσει τις βάσεις για την δημιουργία ενός πολιτειακού σχηματισμού ικανού να δώσει στους πολλούς κατευθύνσεις ευ ζην, αλλά και να μην στερείται της κοινωνίας με αντίστοιχους άλλους πολιτειακούς σχηματισμούς, κρατικούς και διακρατικούς. Υπάρχει δηλαδή θεωρητικά πορεία προς μία κατεύθυνση διακρατικής ή και παγκόσμιας αρμονίας και ευτυχίας.
Και επειδή, για να επικρατήσει αυτή η αντίληψη έλαβαν χώρα πολλοί και μεγάλοι πόλεμοι, όχι μόνο με όπλα αλλά και με πένες και άλλους αγώνες, για να αποφευχθεί ο θάνατος και να εκλείψουν οι διαμάχες με την προαγωγή της συνύπαρξης, έχει επιλεγεί σήμερα η απόπειρα αποκάθαρσης της συλλογικής μνήμης και παράδοσης από στοιχεία του παρελθόντος που χαρακτηρίζονται ως οπισθοδρομικά. Στην πατρίδα μας αυτά συνδέονται με την οθωμανική κυριαρχία, δηλαδή με το πρότυπο της Ανατολής, της φεουδαρχικής θεοκρατίας, της δεσποτείας η οποία στηρίζεται στον εθνικισμό και που αδυνατεί να παρακολουθήσει την συνάντηση με τη Δύση. «Μετακένωσις» ήταν ένα από τα κύρια συνθήματα των λογίων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σκοπός τότε, αλλά και σήμερα, ο εκσυγχρονισμός σε κοινωνικό επίπεδο, ο οποίος θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του λαού από τον οθωμανικό ζυγό και στην πορεία προς την δημιουργία ενός κράτους με παρόμοια χαρακτηριστικά σε σχέση με το δυτικό μοντέλο. Το πρότυπο της ανατολής εντοπίζεται στην οργάνωση της κοινωνίας με βάση τις διαπροσωπικές σχέσεις, ενώ η δύση εντοπίζει το κλειδί στις ιδέες που γίνονται νόμος, διοίκηση και απρόσωπη τήρηση των όσων έχουν επιλεγεί. Η ανατολή έχει να κάνει με την παράδοση (Εκκλησία, γλώσσα, πολιτισμός, ρουσφέτι, διαπροσωπική συναλλαγή) και την επίδρασή της στη ζωή των ανθρώπων. Η δύση έχει να κάνει με το κράτος (οικονομία, τεχνολογία, θέαση της παράδοσης ως φοκλόρ, ανάλογη διαπλοκή, η οποία πηγάζει από την γραφειοκρατία της εξουσίας). Παρότι ανήκομεν εις την δύσιν η ανατολή δεν είναι εύκολο να διαγραφεί από την συνείδηση του Έλληνα, γι’ αυτό ο αγώνας συνεχίζεται μέχρις της σήμερον. Κι αυτό γιατί η όποια σύνθεση (η οποία φαίνεται ως η μόνη ρεαλιστική λύση) δεν μπόρεσε να επιλεγεί ως νοοτροπία όχι μόνο της εξουσίας, αλλά και της κοινωνίας.
Η απόπειρα του κ. Γιώργου Σκλαβούνου, ανθρώπου μορφωμένου, καλλιεργημένου, με ευαισθησία και με σκοπούς ζωής που ξεπερνούν την λογική της διαχείρισης που χαρακτηρίζει τους περισσότερους πολιτικούς, να φέρει στο προσκήνιο πτυχές της ζωής του μεγάλου Έλληνα, Κερκυραίου στην καταγωγή, Ιωάννου Καποδίστρια, θεωρούμε ότι λειτουργεί στο να καταδείξει, ακόμη κι αν δεν αναφέρεται επακριβώς σ’ αυτό, την αδυναμία του όποιου ιδεολογικού μοντέλου να πετύχει την αλλαγή σε μια κοινωνία αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί από πρόσωπα, τα οποία έχουν ηγετικά χαρακτηριστικά, είναι δηλαδή χαρισματικά, έχουν όραμα, έμπνευση και ικανότητα να πείθουν, αλλά πρωτίστως αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια και σεβασμό στο συλλογικό καλό. Με μία λέξη «αρετή και τόλμη». Από την άλλη, δείχνει πόσο φτωχή είναι η σύγχρονη ελλαδική μας πραγματικότητα, όταν στο όνομα του όποιου εκσυγχρονισμού, «μνημονιακού» και μη, αδιαφορεί για το βάθος της παράδοσης του λαού μας, για τα ελαττώματα που αυτή κουβαλά, αλλά και για τα προτερήματά της, όπως επίσης και για το γεγονός ότι τελικά αδιαφορεί για τον ίδιο το λαό και το υγιές λείμμα το οποίο έχει απομείνει να σκέφτεται, να αναζητεί, να ελπίζει σε πιο συλλογικές δράσεις και όχι σε κατευθυνόμενες πολιτικές εφαρμογές.
Ο Καποδίστριας ήταν «εκσυγχρονιστής». Όχι όμως μίμος. Ήταν γνώστης της πολιτικής και της ιδεολογίας της Ευρώπης (διότι η Ρωσία ήταν μία δυτική χώρα, αλλά με ανατολικές πνευματικές προοπτικές), αλλά όχι ιδεοληπτικός. Ήταν ικανός διαχειριστής, αλλά είχε ταυτότητα στο έργο του και όχι εξάρτηση. Ήταν ευφυής, αλλά όχι κόντες. Αγαπούσε το λαό και ας μην ήταν λαϊκός άνθρωπος. Έγνοια του ήταν η πρόοδος των ανθρώπων και όχι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ισχυρών της Ευρώπης για να επιπλεύσει κοντά τους. Ήταν προσωπικότητα και όχι εντολοδόχος. Και ταυτόχρονα, ήξερε καλά ότι το κόστος του αγώνα του θα ήταν όχι πολιτικό, λαϊκιστικό, δημαγωγικό, αλλά η ίδια του η ζωή και δεν έκανε πίσω.
Όλα αυτά αναδεικνύονται μέσα από αυτό το μικρό βιβλίο. Με πρωτότυπη παρουσίαση όχι των θέσεων του συγγραφέα, αλλά των ιστορικών πηγών που μιλούν για τον Καποδίστρια και μέσω των οποίων μιλά ο ίδιος ο Καποδίστριας. Και αυτές οι πηγές γίνονται θέσεις του συγγραφέα τελικά, γιατί ο ίδιος είναι πολιτικό ον. Και αν από κάτι έχουμε ανάγκη σήμερα ως κοινωνία δεν είναι από πολιτικές κοκορομαχίες, αλλά από πολιτική ιδεών, εμπνεύσεων και, κυρίως, αυταπάρνησης και απεξάρτησης από τα συμφέροντα. Πολιτική με αρετή και τόλμη δηλαδή.
Θα φέρω ένα παράδειγμα από τη ζωή του Καποδίστρια, το οποίο είναι ιδιαίτερα επίκαιρο και δείχνει γιατί η πολιτική που ακολουθείται τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον και ιδιαιτέρως στις ημέρες μας, δεν μπορεί να δώσει πνευματική αναπνοή στον Ελληνισμό.
Ο Καποδίστριας, από την διακονία του στα Επτάνησα, είχε τον εξής οραματισμό:
1. Να πετύχει την αναγνώριση του Ιονίου κράτους
2. Να καταρτίσει σύνταγμα, δηλαδή τρόπο διακυβέρνησης, αρχές και πλαίσιο με βάση το οποίο το κράτος θα πορευόταν
3. Να συντάξει νομοθεσία αστική, ποινική και εμπορική, για να γνωρίζουν οι πολίτες πώς πρέπει να ζούνε στην καθημερινή τους ζωή, στις σχέσεις τους με το κράτος και τους συνανθρώπους τους
4. Να οργανώσει και να εξυγιάνει την οικονομική ζωή
5. Να αντιμετωπίσει την ανταρσία και την ανομία
6. Να ιδρύσει σχολεία και να παρακολουθεί την πορεία τους
Αυτό το σχέδιο ακολούθησε και στην μετέπειτα δράση του τόσο στην Ελβετία όσο και στην Βεσσαραβία, αλλά, κυρίως, στην Ελλάδα. Αυτό το όραμα δεν λειτουργούσε αποσπασματικά (ταυτόχρονα εργαζόταν και στις έξι κατευθύνσεις), ούτε κάτω από την πίεση και την εξάρτηση. Ήταν η επιθυμία του και η εργασία του για να πείσει τον λαό και να το εφαρμόσει στην πράξη. Δεν πρόταξε την οικονομία σε σχέση με την παιδεία, αλλά λειτούργησε παράλληλα όλους τους τομείς με γνώμονα την αυθυπαρξία του Έλληνα. Όχι έναν στείρο σωβινισμό, αρχαιολατρία ή δυτικότροπο μιμητισμό. Αλλά με σκοπό να δώσει το ελληνικό στίγμα, την διαφορετικότητα του Έλληνα και της Ελλάδας και να οργανώσει ένα κράτος στο οποίο όσοι θα το διακονούσαν, θα είχαν και θα ακολουθούσαν αρχές.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον συλλογικό και συνολικό οραματισμό αντιμετώπισε την λυσσαλέα αντίδραση των ξένων δυνάμεων και όσων θεωρούσαν ότι μέσα από την υποταγή τους σ’ αυτές θα πετύχαιναν την δική τους διατήρηση στο προσκήνιο. Οι Αγγλογάλλοι (δυτικοί και μη ορθόδοξοι) δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι οι Έλληνες με επικεφαλής τον Καποδίστρια θα δημιουργούσαν ένα κράτος δυτικό μεν, αλλά με στοιχεία αυτόνομα (που θα συνδέονταν με την παράδοση του Βυζαντίου, της Ορθοδοξίας και τα στοιχεία της ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού στην Τουρκοκρατία). Δεν είναι τυχαία η επιβολή της αρχαιολατρίας από τους Βαυαρούς και η εκμηδένιση του Βυζαντίου, όπως αυτή εκφράστηκε με το κλείσιμο των μοναστηριών και την αυθαίρετη ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην ουσία με την υπαγωγή της πίστης στο κράτος και την θρησκειοποίησή της, ενώ ο Καποδίστριας (ο οποίος ζήτησε και έλαβε την οικονομική ενίσχυση της Εκκλησίας δια της χρήσεως ναών και προσόδων για σχολεία, για χρηματοδότηση πολιτικών και προγραμμάτων) θεώρησε ότι δεν μπορούσε να διαγράψει την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, μέσω του Βυζαντίου, ιδίως στην παιδεία του ελεύθερου γένους.
Γιατί, τελικά, εδώ είναι το κλειδί της ουσιαστικής αποτυχίας του εκσυγχρονισμού. Στηρίζεται σε νόμους και όχι στην αλλαγή του ανθρώπου, δηλαδή στην αρετή την οποία ο άνθρωπος καλείται να καλλιεργήσει. Γι’ αυτό και τελικά το νεοελληνικό κράτος, όσο κι αν μπόρεσε να προχωρήσει, πέρασε μεγάλες κρίσεις, όταν η φαυλοκρατία εύρισκε την ευκαιρία να κυβερνά την κοινωνία. Χωρίς να αλλάξουμε εντός μας, χωρίς δηλαδή αληθινή πνευματικότητα, είναι πολύ δύσκολο να κρατήσουμε την διαφορετικότητά μας και να χτίσουμε υγιές κράτος. Και είναι ευθύνη της πολιτείας εκεί να στοχεύσει. Στην καλλιέργεια, δια της παιδείας, της Εκκλησίας, της ιστορίας, ενός ήθους συλλογικής προόδου και διακριτής ταυτότητας και όχι απλώς στην ευμάρεια και το ευ ζην.
Καθώς βρισκόμαστε σε συνθήκες οικονομικής κρίσης θα άξιζε κανείς να μελετήσει την οικονομική πολιτική του Καποδίστρια σε συνθήκες κρατικής ανυπαρξίας, διασπάθισης του δημοσίου χρήματος με τα δάνεια της Αγγλίας, τα οποία οι εκσυγχρονιστές τύπου Μαυροκορδάτου και Κουντουριώτη έλαβαν με επαχθείς και ληστρικούς όρους κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όχι για να τα χρησιμοποιήσουν για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά για να επιβληθούν, εκμαυλίζοντας τις συνειδήσεις και δωροδοκώντας τους αντιπάλους τους, με αποτέλεσμα να υποθηκευθούν τα εθνικά κτήματα, δηλαδή η γη μας! Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν εργαζόταν για τον εαυτό του πέτυχε την απο- υποθήκευση της εθνικής γης, έλαβε οικονομική βοήθεια, με την οποία έδωσε ώθηση και ανάπτυξη στην οικονομία και ταυτόχρονα έγινε ο ίδιος υπόδειγμα, παραιτούμενος από την οποιαδήποτε μισθοδοσία για τις υπηρεσίες του!
Ναι, αγαπητέ κ. Σκλαβούνο! Ο Καποδίστριας έβαλε πολύ ψηλά τον πήχη. Γι’ αυτό και πλήρωσε με τη ζωή του το ότι παρέμεινε ο ίδιος ελεύθερος και αγωνίστηκε για μια αληθινά ελεύθερη πατρίδα! Και μόνο που μας υπενθυμίζετε ότι υπάρχουν τέτοιοι ταγοί μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την κρίση απλώς κάνοντας υπακοή στα συμφέροντα των ξένων, αλλάζοντας οικονομικές πολιτικές, χωρίς να αγωνιστούμε για αλλιώτικη νοοτροπία, αρετής, τόλμης, ελευθερίας. Και αξίζει να προσπαθήσουμε, ακόμη κι αν φαίνεται ο αγώνας μάταιος.
Θα κλείσω τους προβληματισμούς που μου γεννήθηκαν διαβάζοντας το βιβλίο του κ. Σκλαβούνου με μία παρατήρηση σε σχέση με την Εκκλησία. Ίσως περισσότερο παρά ποτέ σήμερα φαίνεται η αδυναμία μεγάλης μερίδας των ανθρώπων που διοικούν την Ελλαδική Εκκλησία να παρακολουθήσουν τις ιστορικές συγκυρίες και να κατανοήσουν ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να σωπαίνει, αρκούμενη σε μία εσχατολογική- μεταφυσική ή φιλανθρωπική διακονία στην κοινωνία. Κι αυτή η ένδεια μεταφέρεται στο επίπεδο του κλήρου, αλλά και της ακαδημαϊκής θεολογίας. Δεν είναι δουλειά της Εκκλησίας να ασχολείται με τα κομματικά τεκταινόμενα. Είναι όμως αυτονόητη η ανάγκη η Εκκλησία να μη λησμονεί ότι η αποστολή της περνά μέσα από την ιστορία και ότι η Εκκλησία είναι ένα από τα κατεξοχήν διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά της ελληνικότητας. Η Εκκλησία πάντοτε παρείχε παιδεία με αυτό που είναι: μέσα από τη λατρεία, μέσα από το κήρυγμα και τη διδαχή, μέσα από την παρακολούθηση των ιστορικών γεγονότων, της επιστημονικής προόδου, μέσα από την κριτική της κοινωνίας, μέσα από την συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, το αγωνιστικό ήθος το οποίο καλλιεργούσε στο λαό. Πρωτίστως, όντας μέσα από το λαό και μέσα στο λαό. Σήμερα, η Εκκλησία χρειάζεται αφύπνιση εντός της, να ξαναχτίσει πυρήνες αντίστασης μέσα από τις ενορίες και να ξαναβρεί πρόσωπα τα οποία θα εμπνευσθούν και θα εμπνεύσουν. Κι αυτό από μόνο του είναι παιδεία.
Ο Καποδίστριας ήταν Έλληνας και Ευρωπαίος μαζί. Η μελέτη της προσωπικότητας και του έργου του δεν πρέπει να μας κάνει να περιμένουμε να εμφανιστεί μία αντίστοιχη προσωπικότητα. Μπορεί όμως να μας ενθαρρύνει να έχουμε πλέον άποψη, όχι απλώς αγανάκτηση. Και να προσπαθήσει ο καθένας μας όχι μόνο να γνωρίζει τι και ποιους ψηφίζει όταν έρχονται εκλογές, αλλά, κυρίως, να προσφέρει στην αλλαγή νοοτροπίας της κοινωνίας. Η Εκκλησία αυτό το ονομάζει μετάνοια- δηλαδή αλλαγή του νοός, του τρόπου του σκέπτεσθαι. Αυτή η μετάνοια σε συλλογικό επίπεδο τελικά ίσως είναι η μόνη μπορεί να μας βγάλει αληθινά από την κρίση!
Και πάλι συγχαρητήρια στον κ. Σκλαβούνο για την τόλμη του!
Ομιλία σε παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου
του κ. Γεωργίου Σκλαβούνου
Κέρκυρα, 22 Ιουνίου 2011

6/24/11

ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΓΩΓΕΣ


Μετά την κλήση των πρώτων μαθητών, ο Χριστός περιόδευε όλη τη Γαλιλαία. Δίδασκε στις συναγωγές των Ιουδαίων, κήρυττε το χαρμόσυνο μήνυμα για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού και γιάτρευε τους ανθρώπους από κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία (Ματθ. 4, 18-23). Ο Χριστός κήρυττε σε συγκεκριμένο τόπο. Οι συναγωγές για τους Ιουδαίους ήταν κάτι αντίστοιχο με τους σημερινούς ναούς για μας. Η ιουδαϊκή λατρεία στη συναγωγή περιελάμβανε την υμνωδία στο Θεό, αλλά , κυρίως, την διδαχή του λόγου του Θεού. Διαβάζονταν η Βίβλος και ερμηνεύονταν το θέλημα του Θεού, με βάση το οποίο οι Ιουδαίοι καλούνταν να πορευθούν στη ζωή τους. Ο Χριστός αξιοποιεί τον χώρο, την παράδοση, τον τρόπο με τον οποίο οι Ιουδαίοι είχαν οργανώσει την θρησκευτική τους ζωή, για να κομίσει σ’ αυτούς το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού, αλλά και να θεραπεύσει εκεί που γνώριζε ότι συγκεντρώνονταν οι άνθρωποι, όλους εκείνους που είχαν ανάγκη, να τους δείξει δηλαδή το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού. Δεν καταργεί ο Χριστός τον τρόπο των Ιουδαίων, ούτε τον τόπο. Τους προετοιμάζει όμως, και μαζί μ’ αυτούς και όλο τον κόσμο, για την μεγάλη αλλαγή: η λατρεία του Θεού δεν θα είναι μόνο υμνωδία ή κήρυγμα, αλλά θα περιλαμβάνει και την προσφορά του Ιδίου του Θεού , ο Οποίος μάλιστα αυτοπροσφέρεται ως η σωτηρία του κόσμου και η Αγάπη, ώστε ο κάθε πιστός να Τον λάβει εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.
Η Εκκλησία και ο ναός αποτελούν λοιπόν στην πορεία της πίστης την νέα συναγωγή. Και εδώ χρειάζεται να προβληματιστούμε για το τι ζητούμε από τον Θεό κάθε φορά που εισερχόμαστε στο ναό Του. Τι ζητούμε από την Εκκλησία, όταν υποστηρίζουμε ότι ανήκουμε σ’ αυτήν.
Έχουμε την αίσθηση ότι, ιδίως σήμερα, η Εκκλησία λειτουργεί ως αφορμή επιδίωξης ιδιοτέλειας για τους περισσότερους ανθρώπους, ιδίως για όσους δεν εισέρχονται συνειδητά σ’ αυτήν. Θέλουν, επιθυμούν, επιδιώκουν την κάλυψη των όποιων αναγκών τους, κυρίως υλικών. Εισέρχονται σ’ αυτήν με κακούς λογισμούς για τους διακονούντας. Άλλοι ζητούν από την Εκκλησία να αλλάξει, να γίνει πιο σύγχρονη, και μέχρι να γίνει αυτό, επιλέγουν την αποχή ή την περιστασιακή παρουσία τους εντός της. Άλλοι βλέπουν την Εκκλησία ως φορέα πολιτισμού, παράδοσης και ιστορίας. Την θέλουν να λειτουργεί ως ένα μουσείο του παρελθόντος, το οποίο δεν θα στηρίζεται στις σχέσεις τις οποίες καλλιεργεί στους και με τους ανθρώπους, αλλά θα διαφυλάσσει κειμήλια, τελετές, εικόνες μιας άλλης εποχής. Άλλοι, οι οποίοι ζούνε από την Εκκλησία, θέλουν την δικαίωσή τους από αυτήν. Παρασυρμένοι από την φιλοδοξία τους, έχουν την αίσθηση ότι εάν η Εκκλησία δεν έχει την ίδια άποψη με αυτή που έχουν εκείνοι, δεν κάνει τις επιλογές που θέλουν αυτοί, τότε μπορούν να απορρίπτουν τους πάντες και τα πάντα και να καθιστούν τον εαυτό τους το κριτήριο και το κέντρο του κόσμου. Άλλοι βλέπουν στην Εκκλησία εχθρούς της πίστης. Λειτουργώντας φαρισαϊκά, έχουν την αίσθηση ότι αυτοί είναι το κριτήριο της ορθοδοξίας, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε άλλη στάση να αποτελεί αφορμή για απόρριψη προσώπων και θεσμών.
Ο Χριστός εισερχόταν στις συναγωγές. Συζητούσε με τους Ιουδαίους, έβλεπε τους λογισμούς τους και τους έδινε απαντήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, αλλά και σε κάθε εποχή, με την Εκκλησία. Αποστολή της Εκκλησίας είναι όσους έρχονται σ’ αυτήν να τους κατηχεί και να τους αποκαλύπτει τον λόγο της Αληθείας, που είναι ο Χριστός, να τους δίδει την χαρά να ακούνε και να βιώνουν το Ευαγγέλιο, δηλαδή το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού, η οποία « εντός ημών εστί», αλλά και να τους θεραπεύει από κάθε αδυναμία ψυχική, πνευματική, αλλά και σωματική, δια της θαυματουργίας της πίστης, της δύναμης που οι Άγιοί της μας προσφέρουν, της αγάπης που διακηρύττεται σε κάθε σύναξη.
Αληθινός χριστιανός είναι αυτός που ζητά τον λόγο και, πρωτίστως, τον Λόγο. Είναι αυτός που θέλει να ζήσει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και νιώθει την χαρά της βασιλείας του Θεού, ακόμη κι αν ο κόσμος βρίσκεται σε κρίση. Είναι αυτός ο οποίος βρίσκει στην Εκκλησία το λίγο ή το πολύ είτε το υλικό είτε το πνευματικό και γίνεται και ο ίδιος προσφέρων και προσφερόμενος. Αληθινός χριστιανός είναι αυτός που επεξεργάζεται τα μηνύματα της πίστης, τα συζητά, προβληματίζεται, ζητά η Εκκλησία να είναι ζωντανή, αλλά επ’ ουδενί αποκόπτεται, επ’ ουδενί απορρίπτει τα πρόσωπα και τους θεσμούς. Προσεύχεται και ζητά, αλλά σέβεται τους αλιείς των ανθρώπων.
Αληθινός χριστιανός τελικά είναι αυτός ο οποίος γίνεται ο ίδιος συναγωγή για να κατοικήσει ο Χριστός. Η καρδιά του, η ύπαρξή του, ο νους του, κάθε τι, προσφέρεται στο Χριστό, ώστε ολόκληρη η ζωή του να μετατρέπεται από το « βάλλειν αμφίβληστρον» προς βρώσιν υλικήν στο «βάλλειν αρχήν μετανοίας και αγάπης» προς βρώσιν πνευματικήν. Και τότε γίνεται ύπαρξη που αγαπά, συγχωρεί και ανοίγεται όχι μόνο προσευχητικά, αλλά και στην επιείκεια και την φροντίδα για τους άλλους. Ακόμη κι αν εκείνοι παραμένουν στην ιδιοτέλειά τους. Ο Χριστός θυσιάστηκε για όλους τους ανθρώπους, για όλες τις εικόνες του Θεού, ακόμη και για εκείνους που γνώριζε ότι θα παραμείνουν στην ιδιοτέλεια, την πτώση, την αμαρτία. Ουδέποτε όμως έπαψε να διακηρύττει την αλήθεια, η οποία ελευθερώνει.
Αυτό καλείται να κάνει και σήμερα η Εκκλησία, όχι περιχαρακωμένη στους ναούς, αλλά δίδοντας μαρτυρία στις κάθε λογής συναγωγές του κόσμου, όπως και στην καρδιακή συναγωγή του κάθε ανθρώπου. Περισσότερο παρά ποτέ καλούμαστε να ρίξουμε το πνευματικό αμφίβληστρο, την σαγήνη της μετανοίας και της αγάπης σήμερα. Για να έχει νόημα η Πεντηκοστή και η αγιότητα που ζούμε εντός της Εκκλησίας και για μας και για τον κόσμο.

Κέρκυρα, 26 Ιουνίου 2011

6/17/11

ΑΓΙΟΙ & ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ


Ο Χριστός ζητά από τους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν (Ματθ. 10, 32-39 και 19, 27-30). Αυτή η συμπόρευση μαζί Του προϋποθέτει μία αποταγή και δύο καταφάσεις. Η αποταγή είναι η άρνηση του ανθρώπου να ακολουθήσει άλλες αγάπες, να τις βάλει πιο πάνω από την αγάπη του Χριστού. Να υπερβεί δηλαδή την συγγένεια, τα αγαθά, τα προσωπικά χαρίσματα, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό και να ακολουθήσει πορεία κατάφασης. Και η κατάφαση έχει να κάνει με το ΝΑΙ στον ουρανό και το ΝΑΙ στην ομολογία του ουρανού ως της αληθινής πατρίδας του ανθρώπου, αλλά και την επιλογή μιας ζωής που να έχει γνώμονα τον Άλλο, τον οποιονδήποτε Άλλο. Ο Χριστός μας λέει ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει αυτόν τον δρόμο. Είναι η πίστη.
Ποια αξία έχει αυτή η πρόσκληση του Χριστού, όπως αποτυπώνεται στους αιώνες μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας και όπως βιώνεται στα πρόσωπα των Αγίων της πίστης μας; Ποια αξία έχει άραγε αυτή η πρόσκληση στην εποχή της αγανάκτησης, της άρνησης των πάντων, όπου ο άνθρωπος αισθάνεται να έχει τραβηχτεί το χαλί κάτω από τα πόδια του, να βλέπει όλα εκείνα τα οποία το πολιτιστικό και κοινωνικό σύστημα, όπως αυτό εκφράζεται μέσω της πολιτικής και της τηλεόρασης, να μην μπορεί πλέον να τα κρατήσει στην κατοχή του και να αντιμετωπίζει έντονο το πρόβλημα της επιβίωσης;
Εάν δεν χάσεις με τη θέλησή σου όλα όσα πίστεψες ότι είναι δικά σου ή ονειρευόσουν να τα αποκτήσεις, τότε είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον η ζωή σου να έχει νόημα. Κανένα αγαθό δεν μπορεί να συνοδεύσει τον άνθρωπο στο επέκεινα, στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος προτιμά να διαγράφει την αιωνιότητα για να μπορεί να χαρεί τα αγαθά του παρόντος κόσμου, με την ιδέα ότι η ζωή τελειώνει στον τάφο. Και αγανακτεί με όλους εκείνους που τον οδήγησαν στο να χάσει τα αγαθά, κυρίως το όνειρο και την αυτάρκεια, γιατί κοίταξαν μόνο τον εαυτό τους, την ιδιοτέλεια, τον πλουτισμό τους, κατασπατάλησαν χρόνο και χρήματα καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις αυτάρκειας που η κατανάλωση θα έδινε στους πολλούς. Δικαιολογημένη η αγανάκτηση. Δεν είναι όμως επαρκής και δεν θα έχει αποτελέσματα εάν δεν στραφεί κυρίως εναντίον της νοοτροπίας που καλλιέργησαν πρόσωπα και κοινωνικές ομάδες, υιοθετώντας την αρχή ενός τρόπου ζωής που λειτουργούσε με γνώμονα μόνο τον εαυτό του καθενός και άφηνε στην άκρη το συλλογικό, αλλά και την ηθική ποιότητα στην οποία πρέπει να στηρίζεται κάθε κοινωνία, εάν θέλει να είναι κοινωνία, δηλαδή συνάντηση και συμπόρευση προσώπων και όχι παράλληλοι ή αντίθετοι μονόδρομοι ατόμων, που δεν έχουν χρόνο και διάθεση να ανταλλάξουν χαμόγελο, ελπίδα, αγαθά, αλλά , κυρίως, νοήματα ζωής. Και μόνο το νόημα ζωής σε συνοδεύει στην αιωνιότητα. Και αυτό σου το δίνει η αγιότητα.
Ομολογία έμπροσθεν των ανθρώπων ζητά ο Χριστός. Και υπόσχεται παλλιγενεσία. Ομολογία ότι η σχέση μαζί Του αποτελεί την προτεραιότητα της ζωής. Η σχέση μαζί Του γίνεται ευαισθησία απέναντι στον άλλο που πεινά. Όχι μόνο για υλικά αγαθά ή για επιβίωση. Αλλά πεινά για ζωή, για αγάπη, για μοίρασμα, για σεβασμό, για αξιοπρέπεια. Πεινά να δει ανθρώπους που δεν τον προσπερνούν αδιάφοροι ή ιδιοτελείς, αλλά νιώθουν ότι δεν μπορούν χωρίς εκείνον. Η σχέση μαζί Του γίνεται δημιουργία, προσευχή, τέχνη, ελπίδα, χαρά και λύπη μαζί με τον άλλο και για τον άλλο. Η σχέση μαζί Του υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι δεν έχει πόλη μένουσα, αλλά επιζητά την μέλλουσα. Και αυτή δεν γίνεται πατρίδα του χωρίς αγάπη. Όσο το μπορεί. Μέσα από το λίγο ή το πολύ που βγάζει από την καρδιά του. Αρκεί τα χέρια του να μη μένουν άδεια.
Δικαία η αγανάκτηση σήμερα. Θα έπρεπε όμως να ξεκινήσει από τους εαυτούς μας. Γιατί αφεθήκαμε να παραπλανηθούμε. Ευχαριστηθήκαμε καθιστώντας στάση ζωής την φιληδονία της αυτάρκειας, της λαγνείας για τον εαυτό μας, της παράδοσης του χρόνου μας σε προσανατολισμούς χωρίς αιωνιότητα. Μείναμε σε ψευδαισθήσεις, μεθυσμένοι από την ελευθερία που φαίνεται ότι προσφέρει η ζωή χωρίς Θεό και η απόρριψη οποιασδήποτε ηθικής αξίας και φραγμού. Είπαμε «όλα επιτρέπονται» και το δοξάσαμε. Είπαμε «δεν πιστεύουμε τίποτα» και αυτοπεριοριστήκαμε στα του οίκου μας. Ανεχθήκαμε το πριόνισμα θεσμών όπως η πολιτική, η παιδεία, η Εκκλησία, η δικαιοσύνη, για να είμαστε όλοι το ίδιο, για να μην ξεχωρίζει κανείς σε μια ρευστότητα άνευ προηγουμένου. Και δεν υποψιαστήκαμε ότι αυτό ήταν το δόλωμα για να κερδίζουν από εμάς, όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά και την ψυχή μας, όλοι εκείνοι οι ταγοί του συστήματος που με όπλο την τηλεόραση, την διαφήμιση, τα λαμπερά πρόσωπα, μας είπαν ότι «ο άνθρωπος είναι ό,τι καταναλώνει στον χρόνο που του αναλογεί σ’ αυτόν τον κόσμο».
Μία Κυριακή μετά την εορτή της Πεντηκοστής η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τον δρόμο των Αγίων. Αυτών που άφησαν κατά μέρος κάθε άλλη αγάπη και διάλεξαν την αγάπη του Χριστού. Και κέρδισαν και τον παρόντα χρόνο, αλλά και την αιωνιότητα. Ακόμη κι αν έφυγαν από αυτή τη ζωή μέσα από τον πόνο του μαρτυρίου ή από την στέρηση των αγαθών ή από τον περιορισμό των επιθυμιών, κέρδισαν και το Θεό και την αιωνιότητα, αλλά και έμειναν ζωντανοί στην αγάπη των ανθρώπων. Είπαν το μεγάλο ΟΧΙ και έλαβαν το ΝΑΙ του Θεού. Ίσως εδώ βρίσκεται η μακροπρόθεσμη λύση για την πορεία της κοινωνίας μας. Στην απόφαση να πούμε ΟΧΙ πλέον στην φενάκη αυτής της νοοτροπίας που μας έκανε να πουλήσουμε τις ψυχές μας και τώρα να αγανακτούμε γιατί μας στερούν το ξυλοκέρατο που μας παρηγορούσε δηλητηριάζοντάς μας. Στην επιλογή να πούμε ΝΑΙ στην αγάπη, στο μοίρασμα των χαρισμάτων μας, στην εργασία για να αλλάξουμε τους εαυτούς μας εντός μας και στην συλλογική αναδιοργάνωση. Αν δεν απαιτήσουμε από τους πολιτικούς μας όχι οικονομικά μέτρα, αλλά πνευματική αναδιοργάνωση και στράτευση σε συλλογική προσπάθεια που θα περιθωριοποιήσει, ακόμη και θα τιμωρήσει, την αμαρτία του εγωκεντρισμού, κάθε αλλαγή θα είναι μάταιη. Και η αγανάκτηση δεν θα καρποφορήσει. Θα παραμένουμε σαν τον άσωτο υιό δίπλα στους χοίρους, ενώ η λύση είναι η επιστροφή στο σπίτι του Πατέρα μας.
Αυτό τον δρόμο πότε θα βγει η επίσημη Εκκλησία να τον φωνάξει;

Κέρκυρα, 19 Ιουνίου 2011
Πάντων των Αγίων

6/11/11

ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ & Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ


«Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. 8, 12), διδάσκει ο Χριστός. Το ερώτημα είναι πώς κατανοούμε τι είναι αυτό το Φως και πώς το ζούμε; Η Εκκλησία δίνει την απάντησή της μέσα από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Η κάθοδός του τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος την ημέρα της Πεντηκοστής εν είδει πυρίνων γλωσσών, αλλά και ως ήχος δυνατού ανέμου, σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπούσε, αλλά και πάντα θα αποσκοπεί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας: να κατανοήσουμε και να βιώσουμε την παρουσία του Χριστού ως του Φωτός του κόσμου. Γιατί το Άγιο Πνεύμα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και κατανοούμε τον κόσμο. Ενώ ξεκινούμε από τις αισθήσεις μας (δώρο του Θεού) να προσεγγίζουμε τη ζωή, τους ανθρώπους, την κτίση, το Άγιο Πνεύμα επενεργεί εντός μας και μας κάνει να βλέπουμε και να προσεγγίζουμε τον κόσμο πνευματικά, δηλαδή μέσα από την καρδιά μας. Και τότε ρέουν από μέσα μας ποτάμια ύδατος, το οποίο δίνει ζωή (Ιωάν. 7,38).

Φως, ύδωρ και πνεύμα. Μέσα από αυτόν τον συνδυασμό ο άνθρωπος αποκτά τον αληθινό προορισμό του. Γίνεται δηλαδή καθ’ ομοίωσιν Θεού. Φως σημαίνει ο Χριστός να είναι το υπόδειγμα της ζωής του. Η αγάπη και η ελευθερία του Θεανθρωπίνου Προσώπου να γίνεται η στάση ζωής και το βίωμα και του ανθρωπίνου που οδηγείται στο Θεό. Ύδωρ σημαίνει ο φωτισμένος άνθρωπος να έχει ξεδιψάσει όλες τις αγωνίες του, όλα τα ερωτήματά του και να μεταδίδει πίστη στο Θεό και στους άλλους. Ιδίως στους σταυρούς και τις δοκιμασίες. Πνεύμα σημαίνει την μεταμόρφωση και τον αγιασμό της ύπαρξης. Να γνωρίζει ο άνθρωπος ότι δεν είναι η όποια αμαρτία, η όποια ηδονή, ο όποιος προσανατολισμός στον παρόντα χρόνο το κλειδί για την ευτυχία στη ζωή, αλλά η εγκατοίκηση του Θεού στην ύπαρξη, η σκέψη του Θεού και η προσδοκία της διαρκούς κοινωνίας μαζί Του που νοηματοδοτούν το ανθρώπινο πρόσωπο και το κάνουν να βιώνει το «αξίζει να ζει κανείς όταν είναι κοντά στο Θεό».

Ο κόσμος σήμερα αρνείται αυτό το τρίπτυχο. Αντί για το Φως της παρουσίας του Χριστού έχει επιλέξει τη πεφωτισμένη σκέψη. Αυτή της γνώσης και της επιστήμης. Αυτή του εγωκεντρισμού ότι «εγώ τα ξέρω όλα». Αυτή του προγραμματισμού της ζωής σε προσωπικό επίπεδο με γνώμονα όχι την αγάπη, αλλά την φιλαυτία. Αντί για το ύδωρ έχει επιλέξει το καταλάγιασμα των υπαρξιακών προβληματισμών και την πλήρη ενασχόληση με τα βιοτικά. Έχοντας θεοποιήσει την οικονομία, κατά το δόγμα «ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει», δεν μπορεί να δώσει αληθινή χαρά ούτε στον εαυτό του ούτε στον πλησίον του, εγκλωβισμένος στα του οίκου του. Και μέσα από αυτό το πρίσμα κρίνει τον κόσμο. Όχι με γνώμονα τι χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, αλλά γιατί δεν μπορεί να απολαύσει και, κυρίως, γιατί δεν μπορεί να εξουσιάσει τους άλλους με τέτοιο τρόπο ώστε να τους χρησιμοποιεί για την δική του αυτάρκεια. Αντί για το πνεύμα έχει επιλέξει το πρόσκαιρο, τον παρόντα χρόνο και τρόπο, με την βεβαιότητα ή τον φόβο ότι δεν υπάρχει αιωνιότητα και, επομένως, «πρέπει να ζήσει την μία ζωή που του έχει δοθεί».

Η άρνηση του τριπτύχου αυτού υποδηλώνει στην καλύτερη περίπτωση την παραμόρφωση των πνευματικών δωρεών που έχει λάβει ο άνθρωπος εκ της δημιουργίας του κατ’ εικόνα Θεού και στην ουσία την απουσία του Αγίου Πνεύματος από τον πολιτισμό της εποχής μας. Ο δυτικός πολιτισμός στον οποίο ανήκουμε και τον οποίο θαυμάζουμε και που δίνουμε τα πάντα, ακόμη και την ελευθερία μας, προκειμένου να παραμείνουμε εντός του, αποτελεί με τον θρίαμβο του οικονομοκεντρισμού και τον εγκλωβισμό των λαών στον Μαμμωνά την απόδειξη ενός προσανατολισμού που έχει εκδιώξει ουσιαστικά τον Τριαδικό Θεό από την ανθρώπινη καθημερινότητα. Εργασία, εκμετάλλευση, χρήμα, φιληδονία, εικόνα, πληροφορία, εξαγορά των αγαθών και των συνειδήσεων, ειλωτοποίηση των πολλών χάριν των λίγων και ισχυρών και ταυτόχρονα, αδιέξοδο εναλλακτικής λύσης αποτελούν τα σημεία εκείνα μιας εκκοσμίκευσης από την οποία είναι ουτοπικό να θέλει να ξεφύγει κανείς. Και η κρίση της εποχής μας στην ουσία μας κρατά δεμένους στα γρανάζια αυτού του πολιτισμού.

Δεν γνωρίζουμε να υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Ούτε καν εύκολες επιλογές. Αφού το να ιδιωτεύσει κανείς και να κλειστεί στον εαυτό του προϋποθέτει ή αναχωρητισμό εκ του κόσμου, δηλαδή ζωή μοναχού, κάτι όμως που είναι «οις δέδοται» και «ουχί πάντες χωρούσι» ή αυτάρκεια υλικών αγαθών, μέσα από την επιστροφή στη γη και την άρνηση υποταγής στις δομές του κόσμου τούτου. Η μόνη λύση που μπορεί να έχει κόστος προσωπικό, αλλά αποτελεί την αφετηρία για συνδρομή στην αλλαγή έστω και κάποιων λίγων είναι η υιοθέτηση από τον καθένα μας, ιδίως αυτόν που θέλει να είναι χριστιανός (τα ποσοστά μειώνονται), του τριπτύχου «φως, ύδωρ, πνεύμα». Αν γίνουμε φως κοινωνώντας με το Φως που είναι ο Χριστός, αν ο καθένας μας αφήσει να ρεύσει από την καρδιά του ύδωρ που δίνει ζωή δια της λήψεως του Αγίου Πνεύματος και δώσει το νόημα και τη χαρά που ο ίδιος βιώνει στον αδελφό του, αν επιλέξουμε έναν τρόπο ζωής που να μην περιθωριοποιεί το πνεύμα, αλλά επιλέγει να το έχει ως κέντρο της ύπαρξής του δια της ασκήσεως, της εγκρατείας, της αγάπης, τότε η χάρις του Αγίου Πνεύματος θα συμπληρώσει τα ελλειπή και θα θεραπεύσει τα ασθενή μας. Αν αλλάξουμε εντός μας, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις δομές του κόσμου, θα έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε. Από τις αισθήσεις θα πορευτούμε προς την καρδιά. Και η ελπίδα μας και το νόημά μας θα γίνουν αφορμή και άλλοι να φωτιστούν. Η ελευθερία άλλωστε ξεκινά πρώτα από το εντός της ύπαρξης. Η παραμονή στην υποδούλωση, όπως την εννοεί και την βιώνει ο εκκοσμικευμένος πολιτισμός μας, θα έχει σπάσει τότε. Και αυτή θα είναι η πρώτη νίκη. Ίσως δεν χρειάζεται άλλη.

Κέρκυρα, 12 Ιουνίου 2011

6/4/11

ΕΦΑΝΕΡΩΣΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΤΟΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ


Στην Αρχιερατική Του προσευχή προς τον Πατέρα Του, μετά τον Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν τα Πάθη Του, ο Κύριος λέει μεταξύ άλλων ότι «φανέρωσα το όνομά Σου στους ανθρώπους» (Ιωάν. 17, 6), δείχνοντάς μας τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός «Πατέρας» τόσο σε ό,τι αφορά στο Θεό, όσο και σε ό,τι αφορά στους ανθρώπους. Για τον Θεό το όνομα «Πατέρας» δείχνει την σχέση Του με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Είναι Πατέρας ο Θεός γιατί γέννησε τον Υιό και ταυτόχρονα εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα. Το υποστατικό αυτό ιδίωμα του Θεού δεν έχει να κάνει με τον χρόνο και τον κόσμο. Περιγράφει, χωρίς να εισέρχεται στην ουσία του Προσώπου, τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει. Ταυτόχρονα, μας δείχνει ότι όπως ο Θεός υπάρχει σε σχέση με τα άλλα δύο πρόσωπα της Τριάδος, έτσι και ο άνθρωπος μόνο στον τρόπο της σχέσης μπορεί να υπάρξει τόσο σε σχέση με το Θεό, όσο και με τους ανθρώπους.
Αυτό συνεπάγεται και τον αληθινό ορισμό του Πατέρα της Εκκλησίας. Πατήρ είναι αυτός ο οποίος φανερώνει το όνομα του Θεού στους ανθρώπους. Δεν είναι αυτός ο οποίος δείχνει ή μιλά για τα κατορθώματα και τον εαυτό του, αλλά αφιερώνει τη ζωή του στο να δείχνει το όνομα του Θεού και να καλεί τους ανθρώπους σε σχέση μαζί Του. Αυτό προϋποθέτει ότι ο ίδιος αναγνωρίζει τον Θεό ως τον δικό του προσωπικό Πατέρα και ότι έχει σχέση μαζί Του.
Όπως τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υπάρχουν εν σχέσει, έτσι και οι Πατέρες της Εκκλησίας υπάρχουν εν σχέσει τόσο με την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, όσο και με το λαό του Θεού, αλλά και μεταξύ τους. Σημεία που φανερώνουν αυτή τη σχέση είναι η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία, είναι η διδασκαλία που γίνεται αποδεκτή από το λαό ως φωνή Θεού και είναι η συνοδικότητα, η συμφωνία μεταξύ τους χάρις στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η συνοδικότητα αποτυπώνεται όχι μόνο σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, οπότε και ανακύπτει κάποιο ζήτημα που έχει να κάνει με την πίστη της Εκκλησίας, αλλά συνεχίζεται και παρατείνεται εις τους αιώνας ως το κριτήριο που επιδοκιμάζει την διατύπωση της αλήθειας. Και οι μετά από τους διατυπώσαντας τα δόγματα της πίστεως στηρίζονται σ’ αυτά. Επιδοκιμάζουν, αποδέχονται και προχωρούν έχοντας ως βάση τους την σύνοδο των προηγουμένων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας γίνονται συν-οδίτες και συν-οδικοί στην πορεία τους. Συμπορεύονται, συναποφασίζουν και συμφωνούν, καθιστάμενοι έτσι πυξίδα για τη ζωή της Εκκλησίας και σημείο αναφοράς για όλους μας.
Τα σημεία της εν σχέσει υπάρξεως των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν για όλους τους χριστιανούς, ιδίως της εποχής μας, τους οδοδείκτες εκείνους με βάση τους οποίος τόσο οι επίσκοποι και ο κλήρος, οι πνευματικοί δηλαδή πατέρες, όσο και ο λαός καλούνται να πορεύονται. Οι σύγχρονοι πατέρες οφείλουν να φανερώνουν με την πίστη, το λόγο και τα έργα τους το όνομα του Θεού στους ανθρώπους, δείχνοντας τη σχέση που ο Θεός ζητά να έχουμε μαζί Του, σχέση πατέρα προς τα παιδιά του, σχέση αγάπης, καταλλαγής, εμπιστοσύνης, επιστροφής από την αμαρτία και το κακό, σχέση ενότητας και υπέρβασης της διάσπασης την οποία προκαλεί η αμαρτία τόσο προς το Θεό όσο και προς τους ανθρώπους, αλλά και ως τον εαυτό μας. Καλούνται να έχουν ως βάση της ζωής και της διακονίας τους την θεία ευχαριστία, την συνάντηση με το Χριστό, τους Αγίους και την σύμπασα Εκκλησία εν Αγίω Πνεύματι.
Καλούνται να διδάσκουν το Ευαγγέλιο και με βάση το Ευαγγέλιο και όχι ίδιες δοξασίες ή ιδέες. Καλούνται, τέλος να συμφωνούν με την πατερική παράδοση των προηγουμένων, να στηρίζονται σ’ αυτήν και να λειτουργούν συνοδικά, δηλαδή περιμένοντας τι θα πει η Εκκλησία, για οποιοδήποτε θέμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουν άποψη. Δεν πρέπει όμως να απαιτούν η άποψή τους να είναι άποψη όλης της Εκκλησίας.
Οι πνευματικοί πατέρες, δηλαδή, και σήμερα καλούνται να έχουν επίγνωση ότι αποτελούν μέλη του σώματος του Χριστού και όχι αυτόνομες και αυτόφωτες προσωπικότητες, που τους επιτρέπεται να αυτοθεωρούνται ως η Εκκλησία, δηλαδή ως ο κανόνας για τους άλλους. Αυτή η εγωκεντρική στάση, σημείο έντονης υπερηφανείας και αταπείνωτου ήθους, οδηγεί στην πλάνη της αίρεσης. Και αίρεση δεν είναι μόνο η άρνηση αποδοχής των δογματικών διατυπώσεων της αλήθειας. Αίρεση είναι η διάσπαση του σώματος του Χριστού χάριν του «εγώ» και της αυτόνομης σοφίας, που παρασέρνει τους ανθρώπους να αντιτίθενται στην Εκκλησία, να κατηγορούν τους υπόλοιπους ως δήθεν προδότες της πίστης και να ταυτίζουν την όποια αλήθεια τους με την Αλήθεια της Εκκλησίας. Το κακό είναι ότι απουσιάζει από τμήμα του σώματος του Χριστού το εκκλησιολογικό κριτήριο και πρυτανεύει το προσωπικό, με αποτέλεσμα να ακολουθεί εκείνους που έχουν προσωπική λάμψη, όχι όμως εκκλησιοκεντρικό ήθος. Και «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία» (Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης).
Ανάλογη είναι η απουσία σχέσης και στον κόσμο. Οι ταγοί της κοινωνίας, πολιτικοί, ιδεολογικοί, εκπαιδευτικοί, καλλιτεχνικοί, αθλητικοί και άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους ως γνώμονες της αλήθειας. Δεν λειτουργούν στο όνομα του Θεού, δηλαδή στο όνομα της αγάπης και της ελευθερίας. Η σχέση τους με την Εκκλησία, όταν υπάρχει, είναι τυπική, επιφανειακή, φολκλορική και όχι ευχαριστιακή. Το ίδιο όμως γίνεται και στη σχέση τους με τον κόσμο. Ζητούν να εξουσιάζουν τους ανθρώπους και όχι να τους διακονούν και να τους αγαπούν. Παράλληλα, ο καθένας προβάλλει τον εαυτό του, τις ιδέες του και τις γνώσεις του και δεν έχει ταπεινό φρόνημα. Γι’ αυτό και οδηγεί σε λανθασμένους δρόμους τους ανθρώπους και την κοινωνία, σε ατραπούς κρίσης.
Όσοι πιστεύουμε στο Θεό και θέλουμε να ανήκουμε στην Εκκλησία ας ζητούμε από τους πνευματικούς μας πατέρες το Θεό να μας δείχνουν, να είναι κέντρο της ζωής τους η Ευχαριστία και η Δοξολογία του Θεού και η ενότητα με τους ανθρώπους, αλλά και να μην διδάσκουν τις προσωπικές τους γνώμες και απόψεις ή τουλάχιστον να μην τις θεωρούν ως την αλήθεια της Εκκλησίας. Ας αφήνουν την συνοδικότητα να δώσει τα μηνύματα της αληθείας, όπως οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι δεν αντιμετώπισαν απλώς την αίρεση του Αρείου, αλλά έδειξαν τι σημαίνει σχέση με το Θεό και τους ανθρώπους εν τη Εκκλησία, σχέσης αλήθειας, αγάπης, ελευθερίας. Σχέση προσώπων που αγωνίζονται να ζήσουν το φανερωθέν από τον Κύριο όνομα του Θεού στους ανθρώπους. Εκεί ας είναι και η ελπίδα μας, αλλά και η αισιοδοξία μας.

Κέρκυρα, 5 Ιουνίου 2011