10/27/18

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Έτι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου. Μη σκύλλε τον διδάσκαλον (Λουκ. 8, 49)

Ενώ ο Ιησούς ακόμη μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς πια το δάσκαλο».


                Οι άνθρωποι έχουμε την συνήθεια να γινόμαστε φορτικοί με τους άλλους σε ζητήματα που για μας είναι μεγάλης σημασίας. Δεν είναι απαραίτητο ότι για τους άλλους έχουν την ίδια αξία. Επειδή όμως για μας ό,τι είναι δικό μας έχει μοναδική αξία, διότι εμείς το ζούμε, εμείς το επιθυμούμε, εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου και αν δεν εκπληρωθούν οι επιθυμίες μας νοιώθουμε την ματαίωση και την απογοήτευση, ενώ οι άλλοι υπάρχουν ώστε να μας δείχνουν ότι μας αγαπούνε ή ότι μας έχουν ανάγκη ή ότι θα μας δώσουν για να τους ανταποδώσουμε,  επιμένουμε, ενοχλούμε και κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να υπενθυμίζουμε τόσο το αίτημα όσο και το πρόσωπό μας.
Το αίτημα είναι έκφραση του προσώπου και του χαρακτήρα μας. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται αυτάρκης. Το τι ζητούμε όμως από τους άλλους αναδεικνύει την προσωπικότητά μας. Δεν είναι μόνο ο διαχωρισμός ανάμεσα στα υλικά αγαθά, στην τακτοποίησή μας σε μία θέση, η έγνοια για τα παιδιά μας που μας κάνει να ζητούμε ή ένα αίσθημα ότι δικαιούμαστε επειδή προσφέρουμε. Είναι και μία βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να αισθανθούμε ότι οι άλλοι μας αναγνωρίζουν ότι υπάρχουμε ως πρόσωπα. Ότι έχουμε κάτι να πούμε στην ζωή τους. Γι’  αυτό και ο αιώνιος αγώνας της γυναίκας να την προσέξει ο άντρας και το αντίστροφο. Τα ψυχολογικά τραύματα του παιδιού, το οποίο αισθάνεται ότι οι γονείς του δεν το αγάπησαν και δεν το νοιάστηκαν με τον τρόπο που αυτό θα ήθελε. Το σιωπηλό αίτημα της αποδοχής του σώματος διά της ενδυμασίας, διά της κοσμήσεως, διά του λόγου ή της σιωπής, διά του γέλιου ή των δακρύων. Και δεν είναι μόνο το σώμα το οποίο φωνάζει ότι υπάρχει. Είναι και η ψυχή η οποία κουράζεται να μην βρίσκει ανταπόκριση, κουράζεται στην μοναξιά ή από τον φόβο της μοναξιάς, κάποτε ακατανόητο ή εκ της πλεονεξίας να τα έχει όλα.
Το αίτημα έρχεται και στην σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ζητούμε από Αυτόν να μας δώσει υλικά και πνευματικά αγαθά. Κυρίως την υγεία και την επιτυχία ή την συντροφικότητα που θα κρατήσει. Ζητούμε από τον Θεό να είναι βοηθός στις δυσκολίες και τις δοκιμασίες. Να ευλογήσει την ζωή μας.  Όταν ζητάμε, είμαστε παιδιά Του. Μ’  αυτό το πνεύμα αιτούμεθα. Όταν μας δίνει ή δεν μας δίνει, γινόμαστε δικαιωματίες. Έπρεπε ο Θεός να το κάνει αυτό. Τόσα καλά κάνουμε στην ζωή μας. Έπρεπε ο Θεός να το κάνει αυτό, για να αποδείξει σε μας που Τον αμφισβητούμε, ότι υπάρχει. Μπορεί να Τον δοξάσουμε, μπορεί και όχι, αλλά συνήθως λησμονούμε ότι είμαστε παιδιά Του κι Αυτός είναι ο Πατέρας μας. Έχοντας μετατρέψει το αίτημα σε συναλλαγή, δεν βλέπουμε καλά το τι είναι Εκείνος για μας: φίλος, αδελφός, πατέρας, οικείος, ένας από εμάς. Μόνο που όποιο αίτημα μάς εκπληρώνει έχει νόημα για την οδό της αιώνιας κοινωνίας μαζί Του. Για να μπορέσουμε να αφεθούμε στην αγάπη Του και να Τον εμπιστευθούμε, πέρα από βεβαιότητες.
Και όταν δεν ακούει ο Θεός; Όταν το αίτημά μας διατυπώνεται αργά και η προσδοκία μας έχει πεθάνει, τι γίνεται; Ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος ζητά από τον Χριστό να του θεραπεύσει το δωδεκάχρονο κορίτσι του. Παρότι διευθυντής της συναγωγής, κοντινός με όσους απορρίπτουν τον Χριστό εκείνη την εποχή ως αντίθετο με τον τρόπο των ιουδαϊκών παραδόσεων, όταν βλέπει το αδιέξοδο στο οποίο το παιδί του βρίσκεται και κατανοεί ότι είναι κοντά η απώλεια, αιτείται ως παιδί προς τον Πατέρα την λύτρωση και Τον συνοδεύει ενώπιον του πλήθους διακινδυνεύοντας το όνομά του, την θέση του, την εύνοια των Φαρισαίων και γραμματέων. Είναι δημόσιο το αίτημα, όχι ιδιωτικό. Το γνωρίζουν οι οικείοι του. Το έχει συζητήσει μαζί τους. Μόνο ο θαυματοποιός μπορεί να λυτρώσει την κόρη του, Αυτός που γιατρεύει πλήθος. Και όταν έρχεται η είδηση ότι το αίτημά του δεν πρόκειται να εκπληρωθεί, διότι η κόρη του πέθανε, ο αγγελιοφόρος ο οποίος και αυτός έβλεπε τον Χριστό ως θαυματοποιό, λέει στον Ιάειρο:  «μην ενοχλείς τον δάσκαλο», για ένα αίτημα άνευ περιεχομένου πλέον. Το θαύμα έχει να κάνει με την ζωή, όχι με τον θάνατο. Το αίτημα είχε νόημα όσο υπάρχει ελπίδα και ήταν ο Χριστός η τελευταία ελπίδα του πατέρα. Στην απελπισία μόνο φορτικότητα και ενόχληση είναι ένα τέτοιο αίτημα.
Ο Χριστός του ζητά να μην φοβάται, αλλά να πιστέψει και η κόρη του θα σωθεί. Το αίτημα δεν έχει να κάνει ούτε με την ελπίδα, ούτε με την λογική, ούτε με το συμφέρον, ούτε με τις ικανότητες αυτού που το λαμβάνει. Έχει να κάνει με την πίστη, την εμπιστοσύνη, πόσο αφηνόμαστε στα χέρια αυτού που γνωρίζουμε ότι μας αγαπά. Όταν μιλούμε για τον Χριστό, όσοι πιστεύουμε, εμπιστευόμαστε και αφηνόμαστε. Όσοι Τον βλέπουμε ως θαυματοποιό, εγκαταλείπουμε την απόπειρα σχέσης μαζί Του την στιγμή που πληροφορούμαστε ότι το αίτημά μας δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Κι εδώ είναι το κλειδί. Ο Θεός ζητά από εμάς να αποτινάξουμε το εγωκεντρικό θέλημα, τις επιθυμίες που έχουν να κάνουν με το τώρα και την κρίση των ενεργειών Του με βάση τι μπορεί να εκπληρωθεί και τι όχι και να αφεθούμε στην σχέση μαζί Του, η οποία θα έπρεπε να είναι το κεντρικό και ίσως το μοναδικό αίτημα της ζωής μας. Να είμαστε παιδιά που Τον εμπιστευόμαστε και Τον «ενοχλούμε» όχι τώρα με τα αιτήματα, αλλά με την παρουσία της ύπαρξής μας. Και τότε θα γίνουν όλα όπως Εκείνος κρίνει για την σωτηρία μας. Αυτός είναι ο δρόμος του αληθινού θαύματος μέσα στην Εκκλησία: η εμπιστοσύνη!

Κέρκυρα, 28 Οκτωβρίου 2018

10/24/18

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ;


                Τι είναι για μας η Ιστορία; Κάθε εθνική επέτειος θέτει αυτό το ερώτημα. Μας προκαλούν  παραθέματα από απαντήσεις εφήβων, οι οποίοι συγχέουν τον πόλεμο του ’40 με την Επανάσταση του ’21, αντιπαραθέσεις μεταξύ εκπροσώπων σχολών με διαφορετική προσέγγιση ως προς την φιλοσοφία και την διδασκαλία της Ιστορίας, «απειλές» μεταρρυθμίσεων από το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο, μετά την σύγχυση στο μάθημα των Θρησκευτικών, ετοιμάζει καινούργιες περιπέτειες για την Ιστορία, στον βωμό τού να είναι το μάθημα ελκυστικό στα παιδιά, δηλαδή χωρίς αποστήθιση, χωρίς κόπο μνήμης, χωρίς επίγνωση των γεγονότων, αλλά με ενασχόληση με την λαογραφία του χτες, για να είναι η Ιστορία πιο «ανθρώπινη» κι όχι αυτό που είναι, δηλαδή επίγνωση του ποιοι είμαστε μέσα από το παρελθόν μας. Η Ιστορία είναι η πηγή της ταυτότητάς μας, αλλά εμείς τη βλέπουμε μόνο ως ένα μάθημα.
                Το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει η κύρια πηγή διδαχής της Ιστορίας. Η οικογένεια δεν μιλά στα παιδιά για κάτι άλλο πέρα από την καθημερινότητα, τις ενασχολήσεις τους, δεν θέλει να έχουν ελεύθερο χρόνο. Οι περισσότεροι γονείς έχουν διαγράψει την κατήχηση της Εκκλησίας ως συμπληρωματική γνώση της ιστορίας και της παράδοσης του λαού μας, ενώ και η ίδια η Εκκλησία φοβάται να ασχοληθεί σοβαρά με την Ιστορία, μην τυχόν και την χαρακτηρίσουν ακόλουθη ενός εθνικισμού, διότι πιστεύεται ότι ο χριστιανισμός είναι οικουμενική πίστη και η διάστασή του είναι μόνο εσχατολογική. Ο κάθε χριστιανός όμως είναι πολίτης σε ιστορικό χώρο και χρόνο. Ακόμη και ο Χριστός ενηνθρώπησε στον εβραϊκό λαό, δεν αρνήθηκε δηλαδή ούτε την ιστορία ούτε την ταυτότητα του λαού στον οποίο ο Θεός αποκαλύφθηκε για να ετοιμάσει τον κόσμο για την έλευση του Μεσσία. Προφανώς και το μήνυμα του Ευαγγελίου απλώθηκε σε όλο τον κόσμο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι χριστιανοί έζησαν σε αυτόνομες, ιδεατές, μεταφυσικές κοινότητες. Η σωτηρία έρχεται στην ιστορία!
                Είναι παρήγορο το ότι σήμερα έχουμε συνεχώς και αυξανόμενο αριθμό εκδόσεων για την ιστορία του λαού μας από Έλληνες και από ξένους, ιστορικούς και μη. Μαθήματα ιστορίας που διοργανώνονται από πανεπιστημιακούς εκτός των ακαδημαϊκών τειχών προσελκύουν πολλούς ενδιαφερόμενους. Όμως η νέα γενιά δεν δείχνει να συγκινείται. Η παγίδα στην νοοτροπία της ελκυστικότητας και η περιθωριοποίηση του κόπου για την εκμάθηση γεγονότων, την παράθεση πηγών και την σύνδεση με το σήμερα, κάνουν την Ιστορία δύσκολη εμπειρία. Το αποτέλεσμα όμως είναι καίριας σημασίας, διότι όποιοι κοπιάσουν, θα γνωρίζουν το χτες, για να κρίνουν το σήμερα.
                Η οικογένεια κι εδώ μπορεί να λειτουργήσει αφυπνιστικά. Αφηγήσεις από γονείς και παππούδες, συζητήσεις για την συνέχεια του Ελληνισμού, μικρές αναλύσεις για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’  αυτά ιδίως στην Τουρκοκρατία, αλλά και στον πόλεμο του ’40, μπορούν να δώσουν στα παιδιά μια ευκαιρία συναίσθησης της αξίας της Ιστορίας. Παράλληλα, οι σχολικές εορτές, αν ξεφύγουν από μία στείρα αντιφασιστική και εμφυλιοπολεμική προσέγγιση και βοηθήσουν τα παιδιά να λειτουργήσουν πατριωτικά και με βάση την παράδοσή μας που καθιστά πλήρως απορριπτέο κάθε ίχνος φασισμού και αντιανθρωπισμού, θα δώσουν έμφαση στην Ιστορία ως ευκαιρία συνείδησης της ταυτότητάς μας. Η ευθύνη της Εκκλησίας να δείξει ότι κίνητρο κάθε ελληνικού αγώνα ήταν και είναι η πίστη στον Θεό μπορεί να συμβάλει σε μία καινούργια αρχή!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 24 Οκτωβρίου 2018

10/20/18

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΙΕΣ ΜΑΣ


«Υπήντησεν αυτόν ανήρ τις εκ της πόλεως, ός είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών...δέομαί σου μη με βασανίσης...πολλοίς γαρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν» (Λουκ. 8, 27-29)
«Τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό... Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις...από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του».

                Όσοι έχουν ζήσει κοντά σε ανθρώπους που για πολλά χρόνια υποφέρουν από κάποια ασθένεια ή περνούν κάποια μεγάλη δοκιμασία ή οι ίδιοι βρίσκονται σ’  αυτήν την κατάσταση, μπορούν να καταλάβουν το μαρτύριο του χρόνου, όταν αυτός δεν περνά και συνοδεύεται από καταστάσεις όπως ο πόνος, ο φόβος, η απελπισία, η απουσία ελέγχου της ζωής. Ιδίως η τελευταία είναι ίσως η δυσκολότερη. Να αισθάνεσαι ότι είναι χωρίς νόημα η δωρεά του Θεού, «το αρχικόν», δηλαδή η δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου διά του νου, η δυνατότητα να διαλέγεσαι με τους άλλους και να μην σε απορρίπτουν ή να μην σε λυπούνται ή να μην σε εκμεταλλεύονται με την όποια αντίσταση να είναι μάταιη, η υγεία που σε βοηθά να ονειρευτείς και να παλέψεις για τα όνειρά σου, να ζήσεις, όλα αυτά και δεν υφίστανται και ο χρόνος κυλά βασανιστικά στην ίδια κατεύθυνση: της απόλυτης ήττας σου.
                Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών. Είχε μέσα του δαιμόνια εκ χρόνων ικανών. Είχε δύο ταυτότητες: την δική του και των δαιμόνων που λέγονταν «λεγεών». Εκτός του ότι τα δαιμόνια τον είχαν καταστήσει ακοινώνητο, να κατοικείς τα μνήματα και να είναι ο φόβος για τους ανθρώπους, τον είχαν «συναρπάξει», δηλαδή του είχαν απομυζήσει κάθε ίχνος ελευθερίας και αυτοδιάθεσης. Μόνο που αυτό το «συν» δείχνει ότι η αρχική επιλογή ήταν δική του. Και γι’  αυτό τα δαιμόνια, όντας συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του, τον κάνουν να αισθάνεται ότι η έξοδός τους από αυτόν, επειδή ο Χριστός το παραγγέλλει, θα είναι ένα επιπλέον βάσανο. Και παρακαλούν τον Χριστό να μη τον βασανίσει, στερώντας του την ταυτότητά του, την ταύτισή του με τα δαιμόνια...
                Τα δαιμόνια λειτουργούν ως έμμονες ιδέες στην ύπαρξη. Δεν έχει σημασία αν ο χώρος της ψυχής τα υποδέχεται εν επιγνώσει. Αν συνδυάζονται με ασθένειες του νου και των νεύρων. Ο διάβολος πατά στις αδυναμίες μας, στις ιδιορρυθμίες μας. Η μοναξιά του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, η ακοινωνησία του είναι σημάδι ότι και ο ίδιος, πριν καταληφθεί οριστικά από τα δαιμόνια, είχε τάσεις μισανθρωπίας. Πιθανότατα είχε ένα μόνιμο άγχος θανάτου, όχι μνήμη που είναι αρετή, διότι μας καθιστά δημιουργικούς στο να ζήσουμε και κατά Θεόν και εν τω κόσμω καλλιεργώντας τα χαρίσματά μας και παλεύοντας να γίνουμε αρεστοί στον Θεό τηρώντας το θέλημά Του. Το άγχος του θανάτου παραλύει.  Καθιστά την ζωή μάταιη. Μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν έχουν νόημα οι σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Ότι αυτοί μας επιβουλεύονται ή ότι δεν ξέρουν. Δεν μπορούν να μας κατανοήσουν και δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Τότε ο εγωκεντρισμός γεννά μοναξιά, η οποία συχνά γίνεται και επιθετικότητα.
                Το αναπάντεχο είναι ότι ο άνθρωπος είχε ταυτιστεί με την ιδιορρυθμία και με την παρουσία της λεγεώνος των δαιμόνων εντός του. Τρεφόταν από αυτήν την κατάσταση. Έτσι, ο επερχόμενος λυτρωμός του από τον Χριστό ήταν ένα νέο μαρτύριο. Ο φόβος για το ότι θα έπρεπε να πάρει την ζωή στα χέρια του, να αναλάβει να ξαναχτίσει σχέσεις ζωής και κοινωνίας με όσους πριν την οριστική του κατάληψη από τους δαίμονες δεν είχε μπορέσει να συνυπάρξει, να ανεχτεί, τον κάνει να ζητά από τον Χριστό να τον πάρει μαζί Του. Προτιμά μία νέα εξάρτηση, με την εύλογη πρόφαση ότι θα είναι κοντά σ’  Αυτόν που τον ελευθέρωσε. Δεν είναι εύκολο να αναλάβει τις ευθύνες της ζωής του και έτσι ζητά μία νέα δουλεία, αυτήν την φορά καλή, αλλά χωρίς δικό του κόπο ελευθερίας. Ο Χριστός με τρυφερότητα του το αρνείται. Του ζητά να επιστρέψει στο σπίτι του και να διηγηθεί την απελευθέρωσή του από τον Θεό, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ζωής του.  Ο Χριστός τον καλεί να αξιοποιήσει την νέα αρχή που του έδωσε και ελέγχοντας τον χρόνο, να τον κάνει αφορμή εύρεσης γνήσιων σχέσεων. Να ξεπεράσει την ιδιορρυθμία του και να αγαπήσει. Αυτό θέλει άλλη θέαση της ζωής.
                Ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών πήρε την ευκαιρία να ξαναβρεί το «αρχικόν» του δώρημα. Ο Χριστός τον βοηθά να νικήσει και να βγει από την ήττα του. Η ευθύνη και η αγάπη είναι τα κλειδιά. Ο καθένας μας καλείται, πριν δοκιμαστεί, γιατί δεν ξέρουμε το μέλλον μας, να παλέψει με υπευθυνότητα να μην νικηθεί από τις αναπτυσσόμενες ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα, οι οποίες είναι αναπόφευκτες, αλλά είναι  μοιραίες αν οδηγούν στην αδυναμία για σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο και μας οδηγούν στην μοναξιά του εγωκεντρισμού. Αλλά και στην αδυναμία μας, στην ήττα μας, αν έχουμε χτίσει σχέσεις, αν εμπιστευόμαστε τον Χριστό, δεν θα νικηθούμε από τους δαίμονες που απαιτούν να γίνουν ταυτότητά μας, για να μας καθυποτάξουν και να μας συντρίψουν. Η κοινωνικότητα της αγάπης γίνεται φάρμακο κατά του διαβόλου. Και αυτή βιώνεται στην Εκκλησία!

Κέρκυρα, 21 Οκτωβρίου 2018

10/17/18

Ο ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΗΣ




                Μικρότεροι και μεγαλύτεροι έχουμε ανάγκη από διασκεδαστές στην ζωή μας. Το βλέπουμε αυτό στην τηλεόραση, όπου οι κωμικές σειρές έχουν μεγάλη απήχηση, στα κανάλια του YouTube, όπου αυτοί που λένε αστεία ή κάνουν φάρσες που προκαλούν το γέλιο «αποθεώνονται»! Αλλά και στις παρέες, όπως και στην καθημερινότητα της οικογένειας εκείνος ή εκείνη που κάνει τους άλλους να περνούνε καλά με τα πειράγματα, τα ανέκδοτα, το χιούμορ θεωρείται περιζήτητος και αγαπιέται πολύ.
                Στην εκκλησιαστική παράδοση υπάρχει η εντύπωση μιας αυστηρότητας. Ο πνευματικός άνθρωπος καλείται να είναι σοβαρός στην ζωή του. Δεν δικαιολογείται η ευτραπελία. Οι μοναχικοί κανόνες είναι εναντίον του γέλιου, διότι θεωρούν πως χαλαρώνει την ύπαρξη, απομακρύνει την μνήμη του θανάτου και γεννά αφορμές απομάκρυνσης από την κατεύθυνση του Θεού, στην οποία συντείνει η νοερά προσευχή. Αυτός ο μοναστικός τρόπος κλήσης έχει και τις εξαιρέσεις του. Για τους μοναχούς χαρά είναι η λειτουργική ζωή. Είναι οι γιορτές της Εκκλησίας. Είναι οι συνάξεις της αδελφότητας. Είναι η κοινωνία με τον γέροντα ή την γερόντισσα του μοναστηριού. Είναι οι μνήμες από τους παλαιότερους. Είναι η θέα του κάλλους του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και ο αγώνας για την θέα του κάλλους του Θεού. Χαρά είναι το άφημα στην παρουσία του Θεού. Ο μοναχός ζει μία άλλη κοινωνία, έναν τρόπο μοναδικό που σώζει και αγιάζει διότι είναι ο Χριστός παρών.
                Είναι κατανοητό, αλλά όχι αναγκαίο ο μοναχικός τρόπος να χαρακτηρίζει και όσους ζούμε στον κόσμο. Το ήθος ναι. Ο τρόπος δεν μπορεί να είναι ο κανόνας. Οι εν τω κόσμω έχουμε ανάγκη την συζήτηση και την επικοινωνία. Δεν έχουμε ανάγκη την βωμολοχία. Έχουμε ανάγκη την χαρά που δίνει το χιούμορ. Δεν έχουμε ανάγκη μία μόνιμη γελοιότητα. Έχουμε ανάγκη να ξεκουραστούμε από την βαρύτητα του προγράμματός μας. Δεν έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίζουμε την ζωή μας χωρίς σοβαρότητα. Έχουμε ανάγκη τον αυθορμητισμό. Δεν έχουμε ανάγκη το κατασκευασμένο γέλιο, σαν τα παλαμάκια στις αμερικάνικες κωμικές σειρές παλαιότερα. Ο διασκεδαστής εκπαιδεύει με την ποιότητα, την ευστροφία, την ετοιμολογία του. Κακοπαιδεύει όμως με τις χοντράδες, τα σεξουαλικά υπονοούμενα, την χυδαιοποίηση της κωμικότητας.
                Οι αρχαίοι Έλληνες, εκτός από την τραγωδία, είχαν και την κωμωδία για την ψυχαγωγία του λαού. Όμως οι κωμωδίες, παρά την ελευθεριότητα, δεν έπαυαν να εκφράζουν μηνύματα τα οποία αποτύπωναν την σοβαρή πλευρά της ζωής, την ανάγκη για πολιτική ταυτότητα, την κριτική σε ιδέες και ρεύματα, τον σεβασμό στην παράδοση και στα ήθη. Ποτέ δεν αρνούνταν την ευσέβεια. Σήμερα οι κωμικές σειρές προβάλλουν ένα πολιτισμικό ήθος στο οποίο δεν υπάρχει Θεός, η οικογένεια παρουσιάζεται εκμοντερνισμένη με τέτοιον τρόπο ώστε οι δεσμοί της να μην έχουν καμία συνοχή, ο τύπος του ομοφυλόφιλου είναι ο πιο διασκεδαστικός, ενώ τα παιδιά διασκεδάζουν με μάγους, με ανώριμες σχέσεις, με κακής ποιότητας «χιούμορ». Εξάλλου, οι διασκεδαστές του YouTube δεν παρουσιάζονται στην καθημερινή τους ζωή, μέσα από τις σχέσεις τους για να διαφανεί ο χαρακτήρας τους, αλλά ως άτομα που σκαρώνουν φάρσες ή λένε ανέκδοτα. Η μίμηση δεν γεννά ζωή, αλλά στιγμιαία ευχαρίστηση ή ένα αίσθημα ότι «είδα κι εγώ».
                Μπορούμε να χαιρόμαστε με το χάρισμα εκείνου που είναι διασκεδαστής. Ας παιδευθούμε όμως στην ανάγκη το γέλιο να έχει ήθος για να βγάζει ποιότητα και ομορφιά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 17 Οκτωβρίου 2018

10/12/18

Ο ΑΓΡΟΣ & Η ΓΩΝΙΑ


«Τοις δε λοιποίς δέδοται τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Λουκ. 8, 10)
«Στους υπόλοιπους τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού δίνονται από Αυτόν με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν αλλά να μην βλέπουν και να ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν».


                Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Σε άλλους δίνει την δυνατότητα να αντιλαμβάνονται το θέλημά Του, τον δρόμο που οδηγεί στην Αλήθεια της Βασιλείας, στο νόημα της όντως ζωής και σε άλλους προσφέρει κάποιες ιστορίες, κάποιες παραβολές, ώστε τελικά να μην είναι σε θέση να δουν πραγματικά τα παραπάνω, αλλά και ενώ ακούνε να μην καταλαβαίνουν;
                Το Ευαγγέλιο του Σπορέως αυτό λέει, χωρίς υπεκφυγές. Και αφήνει σε μας να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα.
Δύσκολος δρόμος. Όταν έχουμε ταυτίσει την αγάπη με την ομοιομορφία, με την ισότητα, το  ομότροπο, πώς να εξηγήσουμε ότι η αγάπη εκφράζεται κατά την δύναμη του καθενός; Κατά την διάθεση της καρδιάς του; Ότι δεν αρκεί η σπορά του λόγου και της αλήθειας, αλλά χρειάζεται η αγαθή γη, για να καρποφορήσει αυτός ο λόγος. Ότι δεν είναι ανάγκη να είναι μεγάλο το χωράφι, αλλά ότι είναι αρκετή και μία γωνιά, στην οποία το έδαφος λέει ΝΑΙ στον γεωργό. Ότι αυτό το ΝΑΙ δεν έρχεται τυχαία, αλλά έπεται της απόφασης του κατόχου και διαχειριστή του να μην κοιτά από εδώ και από εκεί, αλλά να συγκεντρωθεί στην προετοιμασία για την σπορά. Να αναζητεί την αλήθεια. Να έχει υπομονή να έρθει το φθινόπωρο. Να μη βιαστεί στον χειμώνα να απαιτήσει να βγει το στάχυ, διότι θα καεί στο κρύο των λογισμών, στο χιόνι των μεριμνών που με το βάρος του θα το λυγίσει, αλλά και στα άτσαλα βήματα των άλλων, που χωρίς να βλέπουν πού πατάνε, θα το τσακίσουν. Να μην αγωνιά την ώρα της άνοιξης να κιτρινίσει, αλλά να περιμένει την ώρα του καλοκαιριού. Και να είναι έτοιμος να αφήσει αυτόν που έσπειρε και να θερίσει. Να αναζητά  τον Γεωργό των καρδιών μας να είναι Αυτός που θα κρίνει την ώρα και την στιγμή που όλα θα είναι έτοιμο, ώστε να τραφούν από το στάρι όσοι έχουν ανάγκη αληθινή.
Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θα μείνουν για πάντα στις παραβολές. Δεν θέλουν κάτι περισσότερο ή δεν αντέχουν. Υπάρχουν κι άλλοι, τα χωράφια των οποίων είναι κλειστά για τον Σποριά. Περιφραγμένα. Καλλιεργούν το κριθάρι και το καλαμπόκι της κοσμικής σοφίας. Της αυτάρκειας μιας ζωής χωρίς Θεό. Της ευχαρίστησης των ηδονών. Της ανίας που γίνεται εικόνα και αυτοείδωλο. Φτωχό είναι το ψωμί που θα παραχθεί, αν παραχθεί. Δεν θα θρέφει, δεν θα χορταίνει. Αλλά αν δεν έχεις αυτιά ανοιχτά, πώς να ακούσεις;
Στην κοινωνία μας αυτοί οι κάτοχοι  μπορεί από περιέργεια, από συνήθεια, από μνήμες ή από ένα αίσθημα ότι για κάποιο λόγο δεν χορταίνουν, να πλησιάσουν την αγαθή γη. Να θελήσουν να δούνε τι είναι αυτός ο σπόρος που καρπίζει. Αλλά αν δεν αφήσουν κατά μέρος το βόλεμα ότι έστω κι έτσι, έχουν ένα, κάποιο ψωμί, αν δεν διακινδυνεύσουν να γίνουν από αφεντικά εργάτες, υπάκουοι αναζητητές της Αλήθειας, με μικρότερες ή μεγαλύτερες θυσίες, κυρίως της παραίτησης από την βεβαιότητα ότι όσα έχουν είναι αρκετά διότι η ζωή οδηγείται στο μηδέν, η στιγμή γρήγορα θα γίνει χτες. Η πορεία χωρίς γυρισμό. Μόνο αν υπάρξει ίχνος ταπείνωσης στην καρδιά τους, μπορούν να ελπίσουν στην μετάνοια.
Πιο δύσκολα είναι για όσους από εμάς πιστεύουμε ότι η γη μας είναι αγαθή, επειδή ανήκουμε στον αγρό της Εκκλησίας. Αυτάρκεις, επειδή νιώθουμε ότι έχει ο Θεός για μας, επειδή έχουμε κάνει την σωστή επιλογή, επειδή δεν είμαστε όπως οι λοιποί των ανθρώπων, επειδή δεν φύγαμε στον κόσμο, δεν κατανοούμε ότι κοιτάζουμε, αλλά δεν βλέπουμε, ότι ακούμε, αλλά δεν καταλαβαίνουμε. Κοιτάζουμε τον Σπορέα, αλλά δεν βλέπουμε ποιον δρόμο μας δείχνει, καθώς η ματιά μας είναι εγωκεντρική. Δεν είναι ματιά εξόδου στην αγάπη, στην υπακοή, στην ταπείνωση, στην μετάνοια. Δεν είναι ματιά εξόδου από την αυτάρκεια ότι τα ξέρουμε όλα. Δεν είναι ματιά καλής περιέργειας να ακούσουμε, να αναζητήσουμε, να εμπιστευθούμε. Να σκεφτούμε ότι η γη θέλει καλλιέργεια με αξιοποίηση και των μέσων που ο χρόνος φέρνει, αλλά, κυρίως, με την απόφαση να είναι δική Του. Εκείνος να είναι η προσμονή μας, για Εκείνον η ετοιμασία μας, σ’ Εκείνον η τελική εμπιστοσύνη. Για να ακούσουμε και να καταλάβουμε. Χωρίς Αυτόν τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε.
Κάθε παραβολή μας βάζει το μεγάλο ερώτημα: θα δούμε και θα ακούσουμε, περνώντας από τον νου στην καρδιά ή θα μείνουμε στην συνήθεια αφήνοντας πουλιά, αγκάθια, πέτρες να κρατήσουν τον σπόρο άκαρπο; Δεν κάνει διακρίσεις ο Θεός. Η καρδιά μας έχει την απάντηση, πόσο από τον σπόρο που μας ρίχνει, γιατί Εκείνος είναι ο μόνος που ξέρει την κατάστασή της,  μπορεί να δεχτεί και να αφήσει να καρπίσει!

Κέρκυρα, 14 Οκτωβρίου 2018

10/10/18

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ Μ’ ΑΚΟΥΣ;



Είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα στις σχέσεις γονέων και παιδιών, κάποτε και στις σχέσεις του ζευγαριού: «Γιατί δεν μ’  ακούς;». Το «ακούω» ερμηνεύεται ως «υπακούω», διότι αυτό είναι κυρίως το θέμα. Όχι απλώς να ακούμε τι μας λέει ο άλλος, ο μεγαλύτερος ή αυτός που γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας, αλλά και να υπακούσουμε σ’   αυτόν. Αυτός που θέτει το ερώτημα, λειτουργεί ως αυθεντία. Ζητά υπακοή, διότι νιώθει πως κατέχει το σωστό. Ότι η συμβουλή του, η προσταγή του, ο δρόμος τον οποίο προτείνει στον άλλον, είναι ο σωστός. Επομένως, δεν υπάρχει περιθώριο να μην εισακουστεί, ειδάλλως κρίση επέρχεται τόσο στις σχέσεις, όσο και στην πορεία της ζωής αυτού που δεν ακούει.
Πόσο απαλλαγμένοι από τον έναν εγωισμό διδαχής είμαστε, όταν θέτουμε αυτό το ερώτημα στον άλλον; Πόσο λειτουργεί μία βεβαιότητα, η οποία δεν λαμβάνει υπόψιν της το φρόνημα του άλλου, την ανάγκη για δική του έκφραση,  την διάθεση,  τα συναισθήματά του ή ένα αίτημα ελευθερίας που τον διακατέχει; Πόσο δεν λαμβάνει υπόψιν τον δικό του εγωισμό, ο οποίος λειτουργεί ως στοιχείο της ταυτότητάς του ή και ως σημείο ότι τα πάθη είναι ριζωμένα στην ψυχή μας «εκ νεότητος» ημών; Είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε δίκιο, σημαίνει ότι είμαστε αποφασισμένοι να συγκρουστούμε για να το επιβάλουμε. Να αξιοποιήσουμε κάθε τρόπο, είτε εκ της αυθεντίας μας (ρόλος, ηλικία, δύναμη), είτε εκ του πείσματος (γκρίνια, θυμός, φωνές). Οι συγκρούσεις των γονέων με τους εφήβους αυτό το χαρακτηριστικό έχουν. Μία εγωτική ακαμψία, η οποία έρχεται και από τις δύο πλευρές. Γι’  αυτό και τα τραύματα είναι κάποτε έντονα.
Κι αν όμως όντως έχουμε δίκιο; Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να απεμπολήσουμε τον παιδαγωγικό μας ρόλο οι μεγαλύτεροι, αλλά και την επιθυμία να γίνει αυτό που ζητούμε οι μικρότεροι; Στην πνευματική ζωή λειτουργεί ως φάρμακο η ταπείνωση. Όποιος έχει ή προσπαθεί να έχει ταπεινό φρόνημα, ακούει προσεκτικά. Όταν ο άλλος παραμένει άκαμπτος, δείχνει ευελιξία στα όσα μπορούν να περιμένουν και στα όσα η εφαρμογή τους δεν είναι καταστροφική. Διότι κάποτε πρέπει να πάθουμε, για να μάθουμε. Αυτός που έχει ταπεινό φρόνημα ακολουθεί την οδό της προσευχής. Της εμπιστοσύνης δηλαδή στον Θεό και την πρόνοιά Του για τον καθέναν άνθρωπο, διά της οποίας φωτίζεται ο νους να διακρίνει την λανθασμένη πορεία, ακόμη και πριν τον τοίχο. Η ταπείνωση είναι στηριγμένη στην πίστη και προσθέτει πίστη σ’  αυτόν που την έχει. Και η πίστη είναι «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», δηλαδή κάνει πραγματικό αυτό που δεν φαίνεται εφικτό.
Όμως υπάρχει και η επιλογή των ορίων, η οποία είναι απαραίτητη, διότι είμαστε άνθρωποι που βλέπουμε και τα προφανή. Όριο βάζει όποιος αγαπά. Όριο βάζει όποιος θέλει τον άλλον να φέρει ευθύνη για τις πράξεις και την ζωή του. Το όριο πηγάζει από την εξουσία αυτού που την κατέχει, αλλά χρειάζεται να τίθεται με αγάπη. Και βεβαίως αυτός που θέτει το όριο, να το έχει τηρήσει ο ίδιος. Να πηγάζει από την δική του ζωή. Να αποτυπώνει ήθος. Διότι το  ήθος εμπνέει και διδάσκει αυθεντικά και όχι η προσταγή.
Το «γιατί δεν μ’  ακούς;» δείχνει ότι οι σχέσεις θέλουν χρόνο, προσοχή και αυθεντική αγάπη που συνυπολογίζει την ελευθερία του άλλου. Ας μην είμαστε λοιπόν απόλυτοι.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 10 Οκτωβρίου 2018

10/6/18

«ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΓΑΠΑ ΔΙΠΛΑ Ο,ΤΙ ΓΟΡΓΑ ΘΑ ΧΑΣΕΙ!»




ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ  26 – JOHN WILLIAMS, «Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ», ΜΤΦΡ. ΑΘΗΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG


                Ο καθένας μας καλείται στην ζωή του να παλέψει να βρει το νόημα του γιατί ζει. Δεν έχει σημασία αν είναι σπουδαίος ή καθημερινός. Είμαστε μοναδικοί ως άνθρωποι και η ζωή μάς δίνεται μία φορά. Στο εξαιρετικό από κάθε άποψη μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα John Williams «Ο Στόουνερ» (εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου) βλέπουμε αυτήν την αναζήτηση νοήματος σε όλους τους ήρωες.
                Ο Γουίλιαμ Στόουνερ, καθηγητής της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολόμπια, βρίσκει στην διδασκαλία το νόημα. «Είχε θελήσει» την φιλία, το πάθος, τον έρωτα, την οικογένεια, αλλά απέτυχε. «Όνειρό του ήταν η ακεραιότητα και η αγνότητα στην πλήρη μορφή τους. Αντί γι’  αυτές βρήκε τον συμβιβασμό, τον επιθετικό περισπασμό του κοινότοπου. Είχε συλλάβει την σοφία και στο τέλος της μακράς πορείας μέσα στα χρόνια είχε βρει την άγνοια» (σελ. 395). Κι όμως. Η διδασκαλία ήταν ο εαυτός του και το ένα βιβλίο που χάρηκε όσο τίποτε άλλο στην ζωή του και αυτό χαϊδεύοντας έφυγε από τον κόσμο. «Την αγάπη για την λογοτεχνία, για τη γλώσσα, για το μυστήριο του νου και της καρδιάς, το πώς αποκαλύπτονται στους ασήμαντους, αλλόκοτους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων, τα τυπωμένα γράμματα, τόσο μαύρα, τόσο ψυχρά, την αγάπη την κρατούσε κρυμμένη σα να ήταν παράνομη ή επικίνδυνη, άρχισε να τη δείχνει, στην αρχή διστακτικά, μετά τολμηρά, στο τέλος υπερήφανα». «Ένιωθε μέσα του ότι επιτέλους άρχισε να γίνεται δάσκαλος, που σημαίνει ένας άνθρωπος που λέει την αλήθεια, που διακονεί μια τέχνη, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με την κουταμάρα ή την αδυναμία ή την ανεπάρκειά του ως άντρα. Κι ήταν μια γνώση αυτή για την οποία δεν μπορούσε να μιλήσει, μα που τον άλλαξε ριζικά από τη στιγμή που την κατέκτησε, ώστε κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την ύπαρξή της» (σελ. 174).
                Η σύζυγός του Ίντιθ έχει ως νόημα ζωής να εκδικηθεί τον Στόουνερ για την χαμένη ελευθερία της, για την επιλογή της να είναι ανέραστη, για την αυτοπαράδοσή της στην πλήξη, αλλά και στην μοίρα που ήθελε τις μικροαστές γυναίκες να μην έχουν δικαίωμα στην ευτυχία, καθώς θεωρούσαν το σώμα αναγκαίο κακό και τον έρωτα αδύνατο να τους συμβεί.  
                Η κόρη του Γκρέις έχει ως νόημα ζωής να εκδικηθεί την μητέρα της η οποία της στέρησε την αγάπη του πατέρα, για να τον τιμωρήσει, την ώθησε να γίνει δημοφιλής χωρίς αγάπη.
                Οι γονείς του Στόουνερ, οι οποίοι είναι «ο πατέρας» και «η μητέρα», ανώνυμοι ήρωες, έχουν ως νόημα ζωής τον αγώνα για την καλλιέργεια της γης τους, από την οποία δεν θα φύγουν ποτέ, ούτε στην ζωή ούτε στον θάνατο. «Η ζωή τους αναλώθηκε σε άχαρο μόχθο, η βούλησή τους τσακίστηκε, η νοημοσύνη τους ναρκώθηκε. Τώρα βρίσκονταν μέσα στην γη, στην οποία είχαν δώσει τη ζωή τους. Και η γη, σιγά- σιγά, χρόνο με τον χρόνο θα τους δεχόταν, θα κατέτρωγε τα τελευταία υπολείμματα της ουσίας τους. Θα καταντούσαν ένα χωρίς ουσία κομμάτι αυτής της πεισματάρας γης, στην οποία είχαν αφιερώσει τον εαυτό τους εδώ και τόσα χρόνια» (σελ. 166-167).
                Ο πανεπιστημιακός Λόμαξ θα έχει ως νόημα ζωής του να εκδικηθεί τον Στόουνερ, ο οποίος είχε άλλη αντίληψη για την γνώση. Στο πρόσωπο του Λόμαξ αποτυπώνεται όλη η μικρότητα των κύκλων οι οποίοι αναλώνονται σε έναν αγώνα εξουσίας, για να κυβερνήσουν τον πανεπιστημιακό χώρο και τους ανθρώπους του, σα να πρόκειται να ζήσουν για πάντα.
                Η Κάθριν Ντρίσκολ, η νεαρή επιμελήτρια η οποία σαγήνευσε τον Στόουνερ και σαγηνεύτηκε από αυτόν θα ζήσει μαζί του ως νόημα ζωής την απαλλαγή από την «δεδομένη άποψη», την παράδοση που λέει «ότι η ζωή του πνεύματος και η ζωή των αισθήσεων ήταν διαφορετικά πράγματα και μάλιστα εχθρικά μεταξύ τους. Ότι έπρεπε κανείς να διαλέγει το ένα, αναπόφευκτα, σε βάρος του άλλους. Το ότι το ένα θα μπορούσε να κάνει πιο έντονο το άλλο δεν τους είχε περάσει ποτέ από το μυαλό και εφόσον η πραγμάτωση αυτής της αλήθειας προηγήθηκε της αναγνώρισής της, το είδαν (ο Στόουνερ και η Ντρίσκολ) σαν αποκλειστικά δική τους ανακάλυψη». Η Ντρίσκολ χτίζει για λίγο με τον Στόουνερ ένα μοναδικό «εμείς», μία γνήσια κοινωνία αγάπης και γνώσης που ο αληθινός έρωτας μπορεί να φέρει. Η σχέση τους όμως θα συντριβεί στην συμβατικότητα της κοινωνίας, στη εκδικητικότητα των πανεπιστημιακών και στην ζήλεια που θα συντρίψουν την αλήθεια της.
                Ο Γκόρντον Φίντς θα έχει ως νόημα ζωής να επιβιώσει στους πανεπιστημιακούς ανταγωνισμούς, να συμβιβάσει, να χαρεί τη ζωή χωρίς ιδιαίτερες εκλάμψεις, να είναι φίλος, χωρίς όμως  να φεύγει από την δύναμη του εγώ.
                Ο σπουδαίος μυθιστοριογράφος, περιγράφει τον Στόουνερ με την εξής διαπίστωση: «ακριβώς όπως ο Άρτσερ Σλόουν (ο προκάτοχος και μέντοράς του) ο Στόουνερ συνειδητοποίησε κι εκείνος την ματαιότητα του να στρατευθεί κανείς καθ΄ ολοκληρίαν με τις παράλογες και σκοτεινές δυνάμεις που εξωθούσαν τον κόσμο προς το άγνωστο τέλος του. Σε αντίθεση με τον Άρτσερ Σλόουν, ο Στόουνερ επέλεξε ώς έναν βαθμό τον οίκτο και την αγάπη, κι έτσι δεν παρασύρθηκε από την παραφορά που έβλεπε γύρω του. Κι όπως και σε άλλες στιγμές κρίσης και απελπισίας, αναζήτησε πάλι διέξοδο στην αφοσίωση και την ορθοφροσύνη που συνυπήρχαν στο πανεπιστήμιο» (σελ. 321).
                Αγάπη και ευσπλαχνία, τα καταφύγια του ήρωα. Σε έναν προτεσταντικής ηθικής κόσμο, γεμάτο υποκρισία, στον οποίο ο ατομοκεντρισμός θριαμβεύει, όπου όλοι παλεύουν μόνο για τον εαυτό τους, ο Στόουνερ θα περάσει στην ιστορία όχι για το μεγάλο επιστημονικό του έργο, αλλά γιατί υπήρξε άνθρωπος που νοιάστηκε, που αγάπησε, που σπλαχνίστηκε, που συγχώρεσε, που πάλεψε όντας ένας ταπεινός πανεπιστημιακός δάσκαλος να μοιραστεί την αλήθεια, λίγη ή πολλή μικρή σημασία έχει, της αγάπης.
                Ο στόχος του Σαίξπηρ, που ώθησε τον Στόουνερ να γίνει δάσκαλος τα λέει όλα:
                «Καθένας αγαπά διπλά ό,τι γοργά θα χάσει»!
                Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, με ήρωες που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας ή να τους συναντήσει ο καθένας μας!

π. Θ. Μ.