4/12/24

ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΝ ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΧΑΙΡΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ


 Κατάφορτος ο Ακάθιστος Ύμνος από εικόνες που αναφέρονται στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, δοσμένες με την μεταφορά του ποιητικού λόγου που είναι μία αληθινά γλωσσική απόλαυση, αλλά, την ίδια στιγμή, μας δείχνουν ότι η ιστορία του ανθρώπινου Γένους δεν θα μπορούσε να δείξει ανώτερη έκφραση αγάπης προς τον Θεό από ό,τι έδειξε το πρόσωπο και η ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου.

«Πυρίμορφον όχημα του Λόγου, χαίρε Δέσποινα», αποκαλεί ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος την Παναγία. «Χαίρε, Δέσποινα, συ, η οποία, σαν άρμα πύρινο, δέχθηκες μέσα σου τον Λόγο του Θεού και τον μετέφερες από τον ουρανό στη γη». Η φράση αυτή «πυρίμορφον όχημα» θυμίζει το « άρμα πυρός», το πύρινο, φλεγόμενο άρμα, με το οποίο στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης ο προφήτης Ηλίας ανελήφθη προς τους ουρανούς (Δ’ Βασιλ. 2,11). «Η Θεοτόκος, ως πυρίμορφο όχημα, είχε μέσα στην κοιλία της τον Λόγο του Θεού, τον Βασιλέα του σύμπαντος» (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος).

 Ο προφήτης Ηλίας φεύγει από τη γη, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, που ήταν να δείξει στους ανθρώπους ότι ο Θεός είναι φωνή αύρας λεπτής, δηλαδή η πίστη δεν έρχεται από έναν Θεό που κάνει επίδειξη δύναμης με τον δυνατό άνεμο, με τη φωτιά, με τον σεισμό, παρότι κάποιες στιγμές αυτά λειτουργούν ως αφορμήσεις μετανοίας, αλλά τον Θεό τον συναντούμε με την γλυκύτητα και τη δροσιά της αγάπης, της ομορφιάς, της σιγής του νου από μάταιους λογισμούς, την ομορφιά της προσμονής, εκεί όπου υπάρχει αναζήτηση αθόρυβη. Έτσι, ο προφήτης Ηλίας θα αναληφθεί με το πυρίμορφο όχημα, ενώ θα επιστρέψει πριν ξαναέρθει ο Χριστός για την Δευτέρα Παρουσία. Η Παναγία μας όμως λειτουργεί ως πυρίμορφο όχημα, μόνο που αυτή φέρνει στον κόσμο τον Χριστό, δεν φεύγει από αυτόν, και την ίδια στιγμή μάς δείχνει ότι μόνο η καρδιά που φλέγεται από αγάπη  για τον Θεό, μπορεί να   ταξιδέψει μαζί Του.

Και συνεχίζει ο ιερός υμνογράφος, αποκαλώντας την Παναγία «έμψυχο Παράδεισο», στον οποίο «το ξύλο της ζωής», ο Χριστός βρίσκεται στη μέση του. Η γλυκύτητα των καρπών αυτού του δέντρου (του Κυρίου δηλαδή), δίδει ζωή σε εκείνους, οι οποίοι προηγουμένως είχαν υποκύψει στον θάνατο (έχοντας φάει καρπό από το άλλο δέντρο, της γνώσης του καλού και του κακού που κι αυτό ήταν εντός του Παραδείσου της Εδέμ), τώρα όμως γεύονται με πίστη τους καρπούς του ξύλου της ζωής.  Ο πρώτος Παράδεισος της Εδέμ είχε εντός του, ως κέντρο του, το «ξύλον της ζωής» (Γένεσ. 2,9). «Η Παναγία ως έμψυχος και ζων Παράδεισος, είχε εντός της κοιλίας της την αρχή και το τέλος και το κέντρο των πάντων, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο Οποίος είναι όντως το ‘’ξύλον της ζωής’’ και δίδει ζωή απείρως καλύτερη και ανώτερη εκείνης την οποία έδιδε το δέντρο του Παραδείσου της Εδέμ. Ο ‘’γλυκασμός ‘’ των καρπών του δέντρου αυτού, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ανασταίνει και ζωοποιεί όλους εκείνους που θανάτωσε η αμαρτία» (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος).

Δύο ήταν τα δέντρα του Παραδείσου. Το ένα ήταν «το ξύλον της ζωής», αυτό δηλαδή που θα έδινε στους ανθρώπους την αθανασία. Το άλλο ήταν το «ξύλον της γνώσεως» του καλού και του κακού. Το ένα δέντρο ήταν της αγάπης και της αιωνιότητας. Το άλλο ήταν της ελευθερίας, στην οποία οι άνθρωποι καλούνταν και καλούνται να δοκιμάζονται, να  μένουν δηλαδή κοντά στον Θεό επειδή το θέλουν και επειδή ζητούν να είναι μαζί Του κατά χάριν αθάνατοι, κατά χάριν παιδιά αγάπης και αφθαρσίας. Οι άνθρωποι διάλεξαν να είναι μακριά από τον Θεό. Η Παναγία γεννά τον Χριστό, ο Οποίος γίνεται το «ξύλον της ζωής» για όσους πιστεύουν. Γίνεται Αυτός που διά ης κοινωνίας μαζί Του οι άνθρωποι γευόμαστε τον γλυκασμό της αιώνιας ζωής και αφθαρσίας, δένουμε την ελευθερία μας με την αγάπη στη ζωή της Εκκλησίας και νικούμε τον θάνατο, τόσο τον πνευματικό διά της μετανοίας και της αγάπης, όσο και τον σωματικό, διά της αναστάσεως.

Γι’ αυτό και η χαρά μας είναι μεγάλη για το πρόσωπο της Παναγίας. Γι’ αυτό και εκείνη μας δίνει ζωή, την όντως Ζωή. Έτσι, κατ’  αυτήν την ευλογημένη περίοδο, ενθυμούμενοι τη δική της παρουσία και απευθυνόμενοι σ’ αυτήν διά του «Χαίρε», ανεβαίνουμε προς τον ουρανό, νικάμε το κακό, γευόμαστε τη χαρά του Χριστού. Ας εμποτιστούμε με αυτό το ήθος κάθε στιγμή της ζωής μας και Εκείνη θα είναι η πρέσβειρα και βοηθός μας!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2024

Δ’ Χαιρετισμοί

4/9/24

ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

 


«Κάθε δάσκαλος τη βλέπει πρώτα αυτός μέσα του τη σύνεση που διδάσκει και τη μαθαίνει και τη γεύεται, και τότε μπορεί να τη μεταδώσει στους μαθητές» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

Οι παλιοί είχαν μια ωραία παροιμία: «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Η σοφή αυτή λαϊκή ρήση ζητούσε από τον δάσκαλο, τον γονέα, τον πνευματικό άνθρωπο, τον πολιτικό, τον καθέναν δηλαδή που αναλάμβανε έναν ρόλο ηγετικό στη ζωή του κόσμου, να έχει συνέπεια λόγων και έργων. Να μη λέει άλλα και άλλα να πράττει. Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας όμως προσθέτει και μιαν άλλη διάσταση στη συνέπεια λόγων και έργων. Αυτή της βίωσης. Δεν είναι η διδαχή προϊόν μιας μόρφωσης επιφανειακής. Τουλάχιστον να γνωρίζω αυτά που έχω διαβάσει και αυτά που έχω κληθεί να πω. Αλλιώς είναι «έπεα πτερρόεντα». Κι αυτό όμως δεν φτάνει. Χρειάζεται να τα ζω, για να είμαι αυθεντικός.

Ο ασκητής μιλά για τη σύνεση. Συνετός είναι εκείνος ο οποίος έχει μαζεμένο νου. Μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα. Έχει αυτογνωσία. Δεν φορτώνει τον εαυτό του με περιττά. Δεν αναζητεί δόξα ανθρώπινη, πέρα ίσως από κάποια ευγενική αναγνώριση κόπων, που δεν την θεωρεί όμως προϋπόθεση για την εργασία και την κάθε προσπάθειά του. Στηρίζεται σε ένα αξιακό υπόβαθρο, το οποίο ζητά να μεταδώσει, όχι όμως μόνο στο ιδεολογικό επίπεδο, αλλά, κυρίως, στο εμπειρικό, ώστε να μπορούν οι μαθητές του να διδάσκονται αυθεντικά από κάποιον που πιστεύει, ζει και παλεύει, μοιράζεται το «είναι» του. Διότι η σύνεση είναι σημάδι ύπαρξης που κατέχει και δίνει απαντήσεις που ξεπερνούν το παρόν.

Ας γυρίσουμε λίγο στην οικογένεια των καιρών μας. Έχουμε υποκαταστήσει αρετές, όπως η σύνεση, με τη ρουτίνα της καθημερινότητας, τα υλικά αγαθά, το φόρτωμα με δραστηριότητες που τονώνουν το «εγώ», κουράζουν, χωρίς πάντοτε να ξεκουράζουν. Αναλαμβάνουμε ρίσκα, άλλοτε αδιαφορίας, άλλοτε ανοιγμάτων τα οποία μαρτυρούν ανθρώπους χωρίς επίγνωση της ευθύνης για τη ζωή και για τους άλλους. Τα παιδιά μας διδάσκονται πολλά από τον κόσμο. Εκεί όμως είναι που κρίνεται και η ανατροφή που παίρνουν από το σπίτι. Διότι ο κόσμος έχει πειρασμούς, στους οποίους αν ο άνθρωπος έχει μάθει να ενδίδει, ικανοποιώντας κάθε επιθυμία του, την οποία ο πολιτισμός βαφτίζει δικαίωμα, τότε δύσκολα θα αντέξει τη δυναμική των σχέσεων, που, έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτουν αγάπη, δηλαδή έξοδο από τη δυναστεία του «εγώ».

Στη ζωή προχωράνε όσοι ρισκάρουν, λέει ένα άλλο αξίωμα. Κάποτε, και καταστρέφονται. Και η καταστροφή δεν χρειάζεται να είναι ολική. Αρκεί πτυχές της ζωής που είναι όμως κύριες για την ψυχική ισορροπία ή και για τη χαρά να μην πηγαίνουν καλά και τα όποια κέρδη από τα κάθε λογής ρίσκα εξανεμίζονται στον ψυχικό μας κόσμο. Υπάρχουν κι εκείνοι που αισθάνονται έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα των ρίσκων τους. Μπορεί να έχουν το χάρισμα ή την  υπομονή. Μπορεί όμως και να έχουν υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις τους.

Προφανώς, κάθε ζωή, με το περιεχόμενο, τις νίκες και τις ήττες της έχει μοναδική αξία. Και μπορεί, αν δε ρισκάρουμε, να αναρωτηθούμε, με ένα παράπονο, μικρό ή μεγάλο, τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν. Η απάντηση θα παραμείνει σχηματοποιημένη εντός μας. Το μόνο όμως που δεν χάνεται είναι η απόφαση να ζήσω πρώτα αυτό που θέλω να μοιραστώ και να μην πορεύομαι όπως να ‘ναι, παριστάνοντας τον γνώστη, τον ηγέτη, την αυθεντία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο  φύλλο της Τετάρτης 10 Απριλίου 2024

4/5/24

ΕΝΕΚΕΝ ΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ


 «Ὅς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν» (Μᾶρκ. 8, 35)

«Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του ἐξαιτίας μου καὶ ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴ σώσει». 

            Την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης η Εκκλησία μας τιμά τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου, φέρνοντάς τον στο μέσο των ναών και ζητώντας από όλους τους πιστούς να τον προσκυνήσουν, για να πάρουν δύναμη. Βρισκόμαστε ήδη στο μέσο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Χρειαζόμαστε μία ώθηση για να μη λυγίσουμε στον κόπο των ημερών. Μια υπενθύμιση ότι ο αγώνας ο πνευματικός δεν έχει να κάνει με «σάρκα και αίμα», αλλά με την σταύρωση του παλαιού ανθρώπου, με την ανάγκη να βρούμε μέσα από την αγάπη του Θεού, ο Οποίος σταυρώθηκε και αναστήθηκε για μας, τον δρόμο του συνανθρώπου, τον δρόμο του νοήματος της ζωή, τον δρόμο της ελπίδας ότι δεν θα μας πατήσει ο θάνατος. Και γι’ αυτό ο Σταυρός του Κυρίου είναι το όπλο κατά του διαβόλου, η προσδοκία ότι όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή με τις πτυχές της, εντούτοις δεν θα νικηθούμε.

            Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής ο Χριστός μάς υπενθυμίζει ότι όποιος θέλει να στοιχηθεί πίσω από Αυτόν, χρειάζεται να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει τον σταυρό του και να Τον ακολουθήσει. Την ίδια στιγμή μάς προτρέπει να μην λησμονούμε ότι όλος ο δρόμος που καλούμαστε να ακολουθήσουμε έχει ως οδοδείκτες δύο στοιχεία: τον Χριστό και το Ευαγγέλιο. Η ζωή της πίστης είναι κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Για χάρη Εκείνου προχωρούμε στον κόσμο αυτό. Όπως ένας άνθρωπος είναι ερωτευμένος και για χάρη αυτού η αυτής που αγαπά νιώθει χαρά και κάνει ό,τι μπορεί για να δείξει την αγάπη, να την κρατήσει ζωντανή και ο άλλος είναι το νόημά του, έτσι και για μας, το πρόσωπο του Χριστού και όχι μια ιδέα ή ένας φιλοσοφικός στοχασμός ή μια διαμόρφωση ζωής με σκοπό ο εαυτός μας να είναι καλά, είναι η βάση για να προχωρήσουμε. Ζωή χωρίς Χριστό δεν έχει νόημα. Και η πίστη στον Χριστό δεν είναι μία αποδοχή δογμάτων που γίνεται στο μυαλό και τη σκέψη μας, αλλά σάρκωση του Λόγου στην καρδιά μας, όπως τη στιγμή που μεταλαμβάνουμε, τη στιγμή που συγχωρούμε, τη στιγμή που αγαπούμε και βγαίνουμε από την προτεραιότητα του εγώ μας.

            Όμως υπάρχει και το Ευαγγέλιο. Για χάρη και του Ευαγγελίου προχωρούμε στη ζωή. Και το Ευαγγέλιο δεν είναι πάλι μια γενική διδασκαλία, ένα φιλοσοφικό ή ιστορικό βιβλίο, αλλά σαρκώνεται στις εντολές: την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο και όλα εκείνα τα σημεία που μαρτυρούν αυτή την αγάπη, είτε είναι αρετές και ήθος είτε, κυρίως, το μοίρασμα της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της προσφοράς, της υπέρβασης στις σχέσεις με τον κάθε πλησίον. Και το Ευαγγέλιο είναι ένας ανοιχτός κώδικας, στον οποίο ο καθένας από εμάς γράφει την δική του ιστορία πίστης. Μπορεί να έχουμε πρότυπα, τους αγίους μας, όμως ο Χριστός θέλει από εμάς να χαράξουμε τη δική μας πορεία, να μη συμβιβαστούμε με τις πτώσεις μας και την αδυναμία μας, αλλά να ζητούμε τη βοήθειά Του διαρκώς, εμπιστευόμενοι το θέλημά Του και τον λόγο Του.

            Είναι σταυρός βεβαίως ο δρόμος αυτός. Το κοσμικό φρόνημα, οι ρυθμοί της ζωής, το «έτσι κάνουν όλοι», η ευχαρίστηση που βιώνουμε μέσα στην εκκοσμικευμένη πραγματικότητα από  τα αγαθά και τις προσταγές του κόσμου τούτου, όπως επίσης και η απόρριψη του Χριστού και του Ευαγγελίου που γεννά αισθήματα μοναξιάς και ματαιότητας, ιδίως όταν ο Θεός σιωπά, κάποτε και μαρτύρια και πόνος, είναι σημεία που δυσκολεύουν αφάνταστα την πνευματική προσπάθεια. Ο κόπος όμως του πιστού ευλογείται. Και ο Χριστός ούτε έλειψε, ούτε θα λείψει. Ας πάρουμε λοιπόν δύναμη από τον Τίμιο Σταυρό και με χαρά ας προχωρήσουμε προς την ανάσταση, του Χριστού και τη δική μας στην Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

7 Απριλίου 2024

Κυριακή Γ’ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως

ΧΑΙΡΕ ΛΥΧΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑΜΝΕ ΜΑΝΝΑ ΦΕΡΟΥΣΑ, ΤΟ ΓΛΥΚΑΙΝΟΝ ΤΑ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ

               


  Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, απευθυνόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο στον κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, την χαρακτηρίζει ως λυχνία και στάμνα, χρησιμοποιώντας δύο ωραίες εικόνες-προτυπώσεις της Παναγίας από την Παλαιά Διαθήκη. Ο Θεός εκεί έδωσε εντολή στον Μωυσή να κατασκευάσει λυχνία από καθαρό χρυσάφι (Εξ. 25, 30) και να την τοποθετήσει στη Σκηνή του Μαρτυρίου, εκεί όπου λατρευόταν ο Θεός. Η λυχνία αυτή είχε επτά λυχνάρια και προτυπώνει την Παναγία, η οποία ως αληθινή και ζώσα "λυχνία" είχε ως λύχνο πάμφωτο τον Χριστό, το φως του κόσμου (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος). Η δεύτερη εικόνα μάς θυμίζει την έξοδο από την Αίγυπτο. Όταν οι Ιουδαίοι έφυγαν από εκεί και περιπλανιόντουσαν στην έρημο, γόγγυζαν κατά του Θεού εξαιτίας της έλλειψης τροφής. Ο Θεός έστειλε τότε σ' αυτούς ουράνια τροφή, που την ονόμασαν "μάννα" (Εξ. 16, 13). Ο Μωυσής είπε στον Ααρών να γεμίσει με "μάννα" ένα δοχείο, μία στάμνα χρυσή, και να την εναποθέσει στην κιβωτό της Διαθήκης, μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου, ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στους Ισραηλίτες το θαύμα του Θεού. Η στάμνα αυτή ήταν προτύπωση της Θεοτόκου, η οποία έφερε εντός της τον "άρτο της ζωής", τον Κύριο Ιησού, ο Οποίος είναι για τους πιστούς τροφή πραγματική στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, απείρως γλυκύτερη του παλαιού "μάννα" (Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος).

                Οι προτυπώσεις αυτές έχουν σημασία μεγάλη και για μας τους ανθρώπους, που ζούμε σε καιρούς στους οποίους η σχέση μας με την πίστη δεν είναι τόσο δυνατή. Αγνοούμε συνήθως τόσο την Παλαιά Διαθήκη, όσο και τους συμβολισμούς της. Όμως αυτοί οι συμβολισμοί μάς δείχνουν δρόμους για τη ζωή μας, που λειτουργούν αφυπνιστικά, παρακλητικά και γεννούν εμπιστοσύνη. Η Παναγία είναι η λυχνία που πάνω της καίει το φως του κόσμου, ο Χριστός. Η έλλειψη ουσιαστικού νοήματος ζωής γεννά σκοτάδι. Η έλλειψη αγάπης γεννά σκοτάδι. Η έλλειψη αναφοράς στον ουρανό, στην υπέρβαση δηλαδή του θανάτου, γεννά σκοτάδι. Η αποθέωση της επίγειας και κοσμικής γνώσης δεν αφήνει περιθώριο για να μπορούν οι άνθρωποι να γυρνούν στον εαυτό τους και να τον αφήνουν ελεύθερο στην δοτικότητα και την αγάπη που η παρουσία του Χριστού προσφέρει, να γνωρίσουν την ύπαρξή τους, να μη μείνουν στον νου, αλλά να περάσουν στην καρδιά. Και το φως ζεσταίνει, λύνει τα σκοτάδια και καίει τα πάθη και τα λάθη.

                 Όμως η Παναγία είναι και στάμνα που φέρει το νέο μάννα, τον άρτο της ζωής, τον Χριστό. Το παλιό μάννα κρατούσε μόνο για μία μέρα. Αν οι Εβραίοι επιχειρούσαν να το αποθηκεύσουν, έβγαζε σκουλήκια και ήταν  ακατάλληλο προς βρώσιν, για τον λόγο ότι ο Θεός τους ήθελε να μη λειτουργούν έχοντας εμπιστοσύνη στα αγαθά που συσσώρευαν, αλλά στο θέλημα και την αγάπη Του, που τους ήθελε να αισθάνονται ότι δεν θα τους άφηνε να τους λείψει κάτι, αρκεί να μην έχαναν την πίστη τους. Όμως το μάννα στη στάμνα παρέμενε άφθαρτο. Αυτός είναι και ο Χριστός για τον κόσμο. Η επίγεια βρώση είναι απολλυμένη, όπως διδάσκει ο Ίδιος. Την τρως για να επιβιώσεις, όμως δεν κρατά. Ο Ίδιος όμως, ως ο άρτος της ζωής που κατέβηκε από τον ουρανό, είναι βρώση που σου δίνει ζωή. Τη γευόμαστε και τη ζούμε στην θεία λειτουργία, κάθε φορά που μεταλαμβάνουμε. Σε στηρίζει στις δοκιμασίες σου. Σε ενώνει με τους συνανθρώπους σου. Κυρίως όμως σε ενώνει με τον Θεό, δίνοντας νόημα και περιεχόμενο στη ζωή σου, δηλαδή την αγάπη.

                Η Παναγία άνοιξε τον δρόμο. Μας δίνει ένα νόημα που ξεπερνά το παρόν. Μας δείχνει ότι μπορούμε κι εμείς. Δεν είμαστε, άλλωστε, μόνοι μας, καθότι η ίδια είναι κοντά μας. Προσεύχεται για μας. Ανοίγει την αγκαλιά της. Και μας δείχνει ακόμη ότι μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας ο κόσμος μας μπορεί να αλλάξει. Αρκεί να αλλάξουμε εμείς.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Απριλίου 2024

Γ' Χαιρετισμοί

 

4/3/24

Η ΧΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ 


«Προφυλάξου από τη χαρά που δεν συνδέεται με τη αιτία της αλλαγής»
(Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

            Αυτονόητη είναι η αίσθηση ότι επιζητούμε τη χαρά στη ζωή μας. Δεν βρίσκεις εύκολα άνθρωπο που να έχει ως προτεραιότητά του τη λύπη. Και έτσι, βλέπουμε μια ολόκληρη βιομηχανία χαράς να χαρακτηρίζει τον κόσμο μας, Ίσως θα ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια αν την αποκαλούσαμε «βιομηχανία ευχαρίστησης», διότι για τον πολιτισμό μας, η χαρά έχει ταυτιστεί με την απόλαυση. Το βλέπουμε αυτό όταν πηγαίνουμε σε ένα εστιατόριο για να φάμε. «Καλή σας απόλαυση» , μας εύχονται, εννοώντας ότι η τροφή που θα καταναλώσουμε θα μας δώσει την ευχαρίστηση, την ηδονή, την μακαριότητα.

                Κι όμως, υπάρχουν παράμετροι που δεν λαμβάνουμε υπόψιν, παραδομένοι στο πνεύμα της εποχής. Η χαρά δεν είναι ένα γεγονός που προκαλείται μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, με την έννοια της κατανάλωσης εμπειριών που προκαλούν την ευχαρίστηση. Η χαρά είναι μία κατάσταση κατεξοχήν πνευματική, που πηγάζει από την απόφαση του ανθρώπου να παλέψει για την αρετή, ώστε να έχει τα εχέγγυα να κοινωνήσει με τον Θεό και τον συνάνθρωπο την αγάπη. Διότι εκεί βρίσκεται το κλειδί. Στη χαρά που πηγάζει από την αγάπη. Κι αυτή η χαρά πιθανότατα θα χρειαστεί να νικήσει λύπες, σταυρούς, δοκιμασίες. Να χωνευτεί μέσα σε φωτιές εσωτερικές που πηγάζουν από την απογοήτευση του ανθρώπου για τις περιστάσεις της ζωής, για τη στάση των άλλων, των οικείων και των ξένων, για την αδυναμία του εαυτού του να σταθεί στα πόδια του, για την αίσθηση της ματαιότητας της ζωής και της όποιας προσπάθειας. Είναι δύσκολος αυτός ο δρόμος, της αντοχής. Όμως, βγαίνει μέσα από το κάρπισμα ενός σπόρου, που ονομάζεται αλλαγή. Διότι για να έρθει η χαρά, για να νικηθούν οι λύπες, χρειάζεται να αλλάξουμε ψυχικά.

                Η ψυχική αλλαγή δεν είναι θέμα μόνο νοοτροπίας. Να δούμε δηλαδή τη ζωή αλλιώτικα, μέσα από ένα διαφορετικό παιχνίδι σκέψης και νου. Τότε η αλλαγή γίνεται ιδεολογία. Και η ιδεολογία μπορεί να βοηθά, αλλά δεν είναι λυτρωτική της σύνολης ύπαρξης, καθώς ο άνθρωπος καλείται να δει τις περιστάσεις της ζωής μέσα από το πρίσμα της ιδεολογίας του, να τις ερμηνεύσει με βάση αυτήν, και τότε συχνά θα διαπιστώνει ότι δεν εξηγούνται όλα, ούτε μπορεί να τα αντέξει όλα επειδή έχει κάποια φιλοσοφία ζωής. Βοηθιέται, αλλά δεν του φτάνει.

                Η ψυχική αλλαγή έρχεται όταν ο άνθρωπος σχετίζεται. Στην πίστη μιλούμε για τη σχέση με τον Θεό, για τον έρωτα προς τον Θεό, για την ανταπόκριση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού που προσέλαβε τη φύση μας, έγινε ένα με μας, όχι επιφανειακά, αλλά πραγματικά, και έφτασε μέχρι και τον θάνατο για όλους μας. Και εξακολουθεί να είναι παρών στη ζωή μας, διά της Εκκλησίας, της ζωής της, των μυστηρίων της, της συνάντησης με τους συνανθρώπους, με φίλους και εχθρούς, στους οποίους καλούμαστε να βρούμε αντοχές και νοήματα, όσο κι αν μας πληγώνουν.

                Για να αλλάξουμε, χρειάζεται να εμπιστευθούμε έναν Θεό παρόντα στη ζωή μας. Δεν χρειάζεται να τα εξηγήσουμε όλα. Να αφεθούμε χρειάζεται, όπως ο ερωτευμένος. Δρόμος δύσκολος, αλλά αληθινά ευλογημένος. Αλλιώς, η χαρά που δεν συνδέεται με την αιτία της αλλαγής είτε θα είναι ευχαρίστηση που περνά και χρειάζεται να την ξαναβιώσουμε σε έναν ατέρμονο κύκλο επιθυμιών ή θα την καταπιεί η δύναμη της λύπης που η ζωή και οι άνθρωποι θα γεννούν, νικώντας τον πρόσκαιρο θρίαμβο των επιτυχιών και των επιθυμιών. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 3 Απριλίου 2024

3/29/24

ΩΣΤΕ ΜΗΚΕΤΙ ΧΩΡΕΙΝ ΜΗΔΕ ΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΥΡΑΝ


 «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Καπερναοὺμ, καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον» (Μάρκ. 2, 1-2)

«Τόν καιρό ἐκεῖνο, μπῆκε πάλι ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν Καπερναοὺμ καὶ διαδόθηκε ὅτι βρίσκεται σὲ κάποιο σπίτι. ᾿Αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ὥστε δὲν ὑπῆρχε χῶρος οὔτε κι ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα· καὶ τοὺς κήρυττε τὸ μήνυμά του». 

            Ένα από τα πρώτα θαύματα που έκανε ο Χριστός στην επίγεια δράση Του ήταν αυτό της θεραπείας του παραλυτικού της Καπερναούμ. 4 άνθρωποι τον κατέβασαν από τη στέγη, πάνω στο κρεβάτι. Και ο Κύριος, βλέποντας την αγάπη τους για τον φίλο τους, βλέποντας την πίστη τους ότι μόνο ο Ιησούς μπορούσε να τον γιατρέψει, αφού συγχώρεσε τις αμαρτίες του παραλυτικού, του έδωσε και τη σωματική υγεία, εις πείσμα των γραμματέων, εκπροσώπων δηλαδή της ιουδαϊκής παράδοσης, οι οποίοι δεν έβλεπαν τη δύναμη του Υιού του ανθρώπου, ούτε την αγάπη Του προς τους πληγωμένους ανθρώπους, αλλά ερμήνευαν τα λόγια Του τυπολατρικά, για να Τον απορρίψουν.

            Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το ότι ο Χριστός εισέρχεται στην Καπερναούμ και πηγαίνει να κηρύξει σε ένα σπίτι. Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι πλήθος συγκεντρώνεται εκεί, ώστε να μην υπάρχει χώρος ούτε έξω από την πόρτα. Ένας συνωστισμός επικρατεί. Όλοι θέλουν να ακούσουν τον λόγο του Χριστού. Και όλοι θα γίνουν μάρτυρες του θαύματος, ώστε στο τέλος να δοξάζουν τον Θεό, λέγοντας ότι ουδέποτε είδαν τέτοιο θαύμα, ένας παράλυτος άνθρωπος να σηκώνεται και να περπατά. Η εικόνα του συνωστισμού φέρνει στον νου τη δίψα των ανθρώπων για αλήθεια. Τη δίψα των ανθρώπων για ζωή. Τη δίψα των ανθρώπων για  κάτι αυθεντικό. Δεν είναι εικόνα ενός θεάματος, στο οποίο οι άνθρωποι περνούν τον χρόνο τους, διασκεδάζουν, ξεχνούν τα προβλήματα της ζωής. Είναι η εικόνα των καρδιών που δεν αντέχουν έναν κόσμο ανελεύθερο, έναν κόσμο στον οποίο δεν υπάρχει προσδοκία για κάτι άλλο πέρα από τη ρουτίνα και τον θάνατο τελικά. Διότι αυτός ήταν ο κόσμος εκείνη την εποχή, καθώς οι λαοί ήταν σκλαβωμένοι στη ρωμαϊκή ισχύ. Όμως ο λαός αυτός που έσπευσε να ακούσει τον Χριστό είχα παραδόσεις, ένιωθε ότι κάποια στιγμή θα εκπληρωθούν οι προφητείες που μιλούσαν για τον ερχομό του Μεσσία και η ελπίδα τους ήταν στον Θεό.

            Αυτό δε σημαίνει πως ο κόσμος εκείνος δεν ήταν ευεπίφορος στην εξαπάτηση. Δεν έπεφτε εύκολα θύμα της δίψας του, με αποτέλεσμα να τυραννιέται πνευματικά από την τυπολατρία των Φαρισαίων και των γραμματέων. Γι’ αυτό και εκείνοι ήταν αντίθετοι με τον Χριστό. Διότι έβλεπαν τον λαό ως πηγή της δικής τους εξουσίας, κάτι που σήμαινε ότι ο Χριστός, χωρίς να αποσκοπεί σε κάτι τέτοιο, λειτουργούσε ως φόβητρο για τη δική τους θέση στην κοινωνία. Ο φόβος και η αυθεντία ήταν οι βάσεις του συστήματος θρησκευτικής εξουσίας που είχαν συγκροτήσει.  Γι’ αυτό και αμφισβήτησαν τη συγχώρηση των αμαρτιών που παρέσχε ο Χριστός στον παραλυτικό. Αμφισβήτησαν κάθε θαύμα στην επίγεια δράση του Χριστού. Τυφλωμένοι πνευματικά, έκλεισαν τις καρδιές και τον νου τους στην Αλήθεια.

            Αυτό συμβαίνει και στους καιρούς μας. Οι άνθρωποι σπεύδουν να ακολουθήσουν είτε λαοπλάνους είτε να βουτηχτούν στον άρτο και τα θεάματα, όχι όμως επειδή έχουν αναζήτηση του γνήσιου και του αληθινού, αλλά από φόβο για τη ζωή που περνά, για τον θάνατο που καραδοκεί, για το ότι δεν θα ζήσουν το ιδανικό των καιρών που είναι η θεραπεία του εγώ, των επιθυμιών, η ψευδοευτυχία τού να είσαι ένας μικρός θεός, που όλοι και όλα περιστρέφονται γύρω σου και η παρουσία σου δηλώνει και θέλει να είναι εξουσία των πάντων. Μυριάδες άνθρωποι, είτε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είτε στη βιομηχανία του θεάματος είτε στη μόδα είτε στον τρόπο διασκέδασης ακολουθούν μαζικά σύγχρονους δημαγωγούς, εκπροσώπους του star-system, ομάδες στον χώρο του αθλητισμού ή και ιδέες και τεχνικές, καθώς και «γκουρού» της εποχής μόνο και μόνο για να ξεχαστούν, για να καλύψουν το κενό νοήματος που κατά τα άλλα θριαμβεύει.

            Στην πραγματικότητα, λείπει το Πρόσωπο εκείνο που είναι το Νόημα. Λείπει ο Χριστός της πίστης, Τον οποίο σήμερα οι άνθρωποι θεωρούν ξεπερασμένο. Και δεν σπεύδουν να Τον ακούσουν, γιατί θα κληθούν μετά να διαπιστώσουν τις μικρότερες ή μεγαλύτερες παραλυσίες τους, που πηγάζουν πνευματικά από την παράδοση στις αμαρτίες. Ο λαός της Καπερναούμ είχε ρίζες και αναζητούσε παρηγοριά στην πίστη. Γι’ αυτό και γίνεται μάρτυρας του θαύματος. Έχει κουραστεί να είναι συστημικός, μέλος ενός κόσμου στον οποίο ούτε ελευθερία ούτε αγάπη υπήρχε. Θα στραφούμε άραγε κι εμείς προς το Πρόσωπο του Χριστού που πάντοτε εν τη Εκκλησία θα μας αφυπνίζει και θα νοηματοδοτεί αυθεντικά τη ζωή μας, ακόμη κι αν δεν υπάρχει συνωστισμός γύρω Του; Χρειαζόμαστε τους φίλους του παραλυτικού. Ας γίνουμε εμείς οι φίλοι του κάθε παραλυτικού, αν θέλουμε να είμαστε αυθεντικοί  χριστιανοί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

31 Μαρτίου 2024

Κυριακή Β’ Νηστειών

3/28/24

ΟΡΘΡΟΣ ΦΑΕΙΝΟΣ, ΧΑΙΡΕ, Η ΜΟΝΗ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ ΦΕΡΟΥΣΑ ΧΡΙΣΤΟΝ


«Ὄρθρος φαεινός, χαῖρε, ἡ μόνη τόν ἥλιον φέρουσα Χριστόν, φωτός κατοικητήριον. Χαῖρε, τό  σκότος λύσασα καί τούς ζοφώδεις δαίμονας ὁλοτελῶς ἐκμειώσασα»
(Γ’ Ὠδή τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

«Χαῖρε, σύ, ἡ φωτεινή αὐγή, ἡ ὁποία βαστάζεις εἰς τάς ἀγκάλας σου τόν ἥλιον (τῆς Δικαιοσύνης) Χριστόν καί εἶσαι ἡ κατοικία τοῦ φωτός (τοῦ Χριστοῦ). Χαῖρε, σύ, πού ἐξηφάνισες τό σκότος (τῆς πλάνης καί τῆς ἁμαρτίας) καί ἐξεμηδένισες τούς σκοτεινοτάτους δαίμονας» (μετάφραση Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου) 

            Πόση ομορφιά, χαρά, ζεστασιά πρέπει να εκπέμπει ένα πρόσωπο, ώστε ένας ποιητής να το αποκαλεί «φωτεινή αυγή» και «σπίτι όπου κατοικεί το φως»; Αυτοί είναι οι χαρακτηρισμοί του σπουδαίου υμνογράφου αγίου Ιωσήφ, προς την Υπεραγία Θεοτόκο, και οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στον Κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, που προηγείται του Κοντακίου των Χαιρετισμών.

 Η Παναγία είναι η φωτεινή αυγή. Η εικόνα είναι παρμένη από δύο πηγές. Η μία είναι η αρχαία ελληνική παράδοση, στην οποία η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ετοιμάζει τα άλογα για να φέρει στον ουρανό το φως. Η άλλη είναι από την βιβλική παράδοση, από το σπουδαίο ποιητικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα Ασμάτων»: «Ποια είναι  αυτή, η οποία προβάλλει ως η αυγή («ὠσεί ὄρθρος»), ωραία όπως η σελήνη, ξεχωριστή όπως ο ήλιος, και προκαλεί έκπληξη («θάμβος»), όπως οι παραταγμένες στρατιωτικές δυνάμεις με τα γυαλισμένα όπλα τους»; Και στις δύο εικόνες το πρόσωπο που υμνείται δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά ο φορέας του. Η εμφάνισή του όμως στην πραγματικότητα δίνει ζωή, χαρά, ελπίδα, γίνεται ένα καινούργιο ξεκίνημα. Κάνει τους άλλους να αισιοδοξούν, τον κόσμο να έχει τις προϋποθέσεις να γίνει καλύτερος.

Στην περίπτωση της Παναγίας αυτό γίνεται διότι κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό που είναι ο Ίδιος το φως. Είναι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, της αγάπης δηλαδή, του αισθήματος που δίνει στον κόσμο ότι ο Θεός δεν μας λησμονεί και η πρόσκληση η καρδιά μας να γίνει φωτεινή έτσι, ώστε να λυθεί από τη ζωή μας με δική μας επιλογή κάθε αδικία, κάθε κακό, κάθε μορφή θανάτου. Η Παναγία γίνεται το σπίτι, όπου κατοικεί το φως. Όπως το σπίτι μας, ο χώρος μας, αποτυπώνουν τον εαυτό μας, τον κόσμο, τις προτεραιότητές μας, την ταυτότητά μας, το τι θέλουμε για τη ζωή και πόση σημασία δίνουμε στις λεπτομέρειες, έτσι και η Παναγία καθίσταται σπίτι του Χριστού, σπίτι του Φωτός, διότι είναι εκείνη στην οποία κάθε λεπτομέρεια της ύπαρξής της είναι φροντισμένη, ώστε ούτε σπίλος ούτε ρυτίδα ούτε ίχνος να μη μαρτυρεί αγάπη κι έρωτα για τον Θεό. Λύνεται το σκοτάδι του θανάτου με αυτόν τον τρόπο και οι σκοτεινοί και ζοφεροί δαίμονες, αυτοί που αρνήθηκαν το Φως που είναι και τους προσφέρει ο Θεός, οδηγήθηκαν στην παντελή αδυναμία να τραβήξουν στο δικό τους σκοτάδι τους ανθρώπους και τον κόσμο, παρεκτός αν εμείς θέλουμε να κατοικούμε στο σκοτάδι.

Ο ιερός υμνογράφος μάς υπενθυμίζει το δικό μας χρέος. Βλέποντας, τιμώντας, προσευχόμενοι στην Υπεραγία Θεοτόκο να μπορούμε να ζητούμε το Φως της παρουσίας του Υιού της. Σε έναν κόσμο στον οποίο τείνει το φως να είναι επιφανειακό, καθότι οι άνθρωποι επιστρατεύουμε τα λαμπερά μας χαμόγελα, την εξωτερική εμφάνιση, έχουμε αντικαταστήσει τη χαρά με την ευχαρίστηση που δεν κρατά, κυρίως μέσω της κατοχής και χρήσης των υλικών αγαθών, αλλά και των ανθρώπων, η Εκκλησία μας κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κάθε Παρασκευή, μας υπενθυμίζει ότι αλλού βρίσκεται το φως. Στη σχέση με τον Χριστό. Στην απομείωση του σκότους μέσα από την εκκλησιαστική ζωή, την μετάνοια, την προσευχή, την ευσπλαχνία, τη συγχώρεση και την αγάπη, στην προσοχή του εαυτού μας στις λεπτομέρειές του, ώστε να μην αποκλίνει από το θέλημα του Θεού, το οποίο δεν είναι καταπίεση και σκοτάδι, αλλά αγάπη και ελευθερία, όπως το φανερώνει η Παναγία.

Οι χριστιανοί του καιρού μας συχνά λησμονούμε τη χαρά να είμαστε κομιστές του Ευαγγελίου, δηλαδή της καλής είδησης ότι ο Χριστός είναι παρών στον κόσμο διά της Θεοτόκου. Ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Ότι καλούμαστε να είμαστε κι εμείς τέκνα φωτός και να περπατούμε και να ζούμε ως τέκνα φωτός. Να χαίρονται οι άλλοι που μας βλέπουν και ακόμη και στον έλεγχό μας έναντι τους να νιώθουν την αγάπη. Να αισθάνονται την εμπιστοσύνη που μια φωτεινή και αγαπητική προσωπικότητα γεννά. Να νιώθουν ότι η ζωή της πίστης είναι υπέρβαση του σκοταδιού της μοναξιάς, του ανικανοποίητου για τον κόσμο και τη ζωή, της όποιας κακίας που κάποτε στηρίζεται στο δίκιο και το δικαίωμα. Και ακόμη κι αν δεν θέλουν να φωτιστούν, τουλάχιστον να γνωρίζουν από πού πηγάζει το δικό μας φως. Ποιος είναι το Φως μας. Όπως η Παναγία το έζησε και το ζει, ικετεύοντας για όλους μας, έτσι κι εμείς ας πάψουμε να αρκούμαστε στην ανημπόρια του εγώ να τα έχει όλα. Και η Παναγία θα είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

29 Μαρτίου 2024

Β’ Χαιρετισμοί