4/14/21

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ: Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΡΕΤΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

 


            « Αγάπη και ταπείνωση! Ιερό ζευγάρι! Η μία υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

                Η πιο ξεχασμένη αρετή στις ανθρώπινες σχέσεις είναι η ταπείνωση. Ζητούμε από τον άλλο να διορθωθεί, να αλλάξει, χωρίς να εξετάζουμε αν μπορεί. Γνωρίζουμε ότι πρέπει να αλλάξουμε, αλλά αποφασίζουμε ότι δεν μπορούμε. Διότι η όποια αλλαγή ξεκινά από την αμοιβαία διάθεση περιορισμού των δικαιωμάτων του εγωισμού μας. Αυτό όμως προϋποθέτει αυτογνωσία. Αυτοκριτική. Σκάψιμο εντός μας. Συναίσθηση ότι έχουμε ελλείψεις. Αντίθετα, είναι εύκολο να βλέπουμε τις ελλείψεις του άλλου, ιδίως όταν εκείνος δεν τις κρύβει. Όταν τις διατρανώνει ως χαρακτηριστικό που δεν θέλει να αλλάξει. Όταν απαιτεί από μας να τις δεχτούμε, κάποτε υπερτονίζοντας ότι αυτό σημαίνει αγάπη, αυτό σημαίνει χριστιανισμός, να ανεχόμαστε την κακοτροπιά, να συμβιβαζόμαστε μ’  αυτήν και να μην ζητάμε καμία αλλαγή. Και βλέποντας τον άλλο, αφήνουμε κατά μέρος τον εαυτό μας.

                Πηγή της ταπείνωσης είναι το αίσθημα της σμικρότητας, της αίσθησης πως ανήκουμε στον Θεό και από Αυτόν λαμβάνουμε ζωή. Γιατί να καυχόμαστε για ό,τι δεν μας ανήκει; Ακόμη και ο όποιος κόπος μας, που, προφανώς, είναι απαραίτητος  για πρόοδο σε κάθε τομέα της ζωής, αν ο Θεός δεν ευλογήσει, δεν θα καρποφορήσει. Ο υπερόπτης νομίζει πως όλοι του χρωστάνε. Πως είναι τόσο ισχυρός, ώστε οι άλλοι οφείλουν να παραμερίσουν τα δικά τους θέλω, τον δικό τους χαρακτήρα, την προσωπικότητά τους χάριν αυτού, διότι είναι ο ξεχωριστός. Και τότε βάζει και τον εαυτό του και τους άλλους σε περιπέτειες. Διότι ο κόσμος μας αποτελείται από εγωκεντρικούς ανθρώπους, που ρέπουμε στην υπεροψία και απαιτούμε, φωναχτά ή σιωπηλά, να γίνεται η επιθυμία μας, χωρίς να νιώθουμε τα μέτρα μας.

                Η ταπείνωση καλλιεργείται στην ασκητικότητα της Εκκλησίας. Καλλιεργείται στην εμπιστοσύνη στον Θεό και στο θέλημά Του. Ταπείνωση δεν σημαίνει ραθυμία, παθητικότητα, παραίτηση. Σημαίνει διακρίβωση των ορίων μας, σημαίνει πάλη ως εκεί που νιώθουμε ότι μας παίρνει και άφεση των υπολοίπων στον Θεό με την προσευχή. Ταπείνωση σημαίνει προσευχή ιδίως για εκείνον που μας θλίβει. Σημαίνει χαρά για τις όποιες θλίψεις, διότι μας δείχνουν ο Θεός δεν μας ξεχνά και μας ζητά να παλέψουμε να νικήσουμε τον εαυτό μας με την βοήθειά Του. Δεν μας αφήνει να υπερηφανευθούμε στην αυτάρκειά μας. Μας διατηρεί σε εγρήγορση.

                Στις σχέσεις μας η ωριμότητα έρχεται εν τη ταπεινώσει. Όταν έχουμε αποφασίσει ότι θέλουμε να αγαπάμε, ανεξάρτητα της ποιότητας του άλλου. Χρειάζεται όμως και κατανόηση εκ μέρους του άλλου ότι δεν αρκεί η δική μας ταπείνωση, αν εκείνος δεν αποφασίσει να διδαχτεί, να κινητοποιηθεί, να πει «Ναι» στην αγάπη. Αλλιώς επέρχεται η κόπωση. Η ταπείνωση ξεκουράζει. Όμως δεν αρκεί να σώσει μια σχέση στην οποία τα πάντα είναι «εγώ».

                Η εποχή μας, στην όποια εκπαίδευση του ανθρώπου, δεν συμπεριλαμβάνει το ασκητικό εργαστήρι. Ο πολιτισμός μας γεννιέται μέσα από την ψευδαίσθηση ότι είμαστε άτρωτοι. Ότι τα έχουμε όλα. Ότι ο άλλος οφείλει αυτό να το δει. Ότι πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας, ακόμη κι αν αυτός περισσότερο ταλαιπωρεί, παρά ομορφαίνει την ζωή των άλλων. Η πίστη μας δείχνει ότι ο ταπεινός λαμβάνει χάρη. Και μέσα από την αγάπη δείχνει άλλον δρόμο. Κι ο Θεός ευλογεί.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια» 

στο φύλλο της Τετάρτης 14 Απριλίου 2021

4/10/21

ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ


«Πάτερ Ἰωάννη ἔνδοξε, ταῖς τῶν δακρύων πηγαῖς τήν ψυχήν καθαιρόμενος καί παννύχοις στάσεσι τόν Θεόν ἱλασκόμενος, ἀνεπτερώθης πρός τήν ἀγάπησιν τούτου, Μάκαρ, καί ὡραιότητα. Ἧς ἐπαξίως νῦν ἀπολαύεις ἄληκτα χαρμονικῶς μετά τῶν συνάθλων σου, θεόφρον Ὅσιε»
(από τα στιχηρά του Εσπερινού της εορτής του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, Κυριακή Δ’ Νηστειών)

«Πάτερ Ιωάννη όσιε, με τις πηγές των δακρύων καθάρισες την ψυχή σου και με την αγρυπνία παρακαλούσες τον Θεό και έτσι πέταξες με ουράνια φτερά προς την αγάπη Του, μακάριε, και την ωραιότητά Του. Την αγάπη και την ωραιότητα του Θεού απολαμβάνεις πλέον χωρίς τέλος και με μεγάλη χαρά, μαζί με όσους συνασκήτεψαν με σένα, Όσιε που φρονούσες τα του Θεού»

 

            «Ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφέας της Κλίμακος, γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα. Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στο όρος Σινά, όπου αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο Θεός που τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο και επιμέλεια στην επιμέλεια. Πέρασε δεκαεννέα χρόνια στην υπακοή και την αμεριμνησία που αυτή φέρει. Μετά την κοίμηση του γέροντά του Μαρτυρίου, ο Ιωάννης έζησε ως ερημίτης, επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, προσευχόμενος, και πάλεψε να φτάσει στην απάθεια. Με τα δάκρυα έζησε την ταπείνωση και την αγάπη. Η προσευχή του θεράπευε πληγές, ορατές και αόρατες. Έκανε κάποια στιγμή ένα ταξίδι σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου και θαύμασε σε ένα μεγάλο κοινόβιο την εξής αρετή: προσπαθούσαν οι εκεί μοναχοί επ’ ουδενί να μην πληγώσουν την συνείδηση ενός αδελφού. Όταν συμπλήρωσε σαράντα χρόνια παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, έγινε ηγούμενος της μονής του Σινά. Ύστερα από παραγγελία του ηγουμένου της Ραϊθούς, ο όσιος Ιωάννης συνέγραψε την Κλίμακα, για να αποτελέσει οδηγό στην πνευματική ζωή. Δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, κάποτε και αινίγματα πνευματωδέστατα, μυεί την ψυχή στον πνευματικό αγώνα και διεισδύει στα κατάβαθα της ψυχής, καταδιώκοντας ασυμβίβαστα την υποκριτική άσκηση και τον εγωισμό. Αποτελεί πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, διότι δείχνει τι σημαίνει αγάπη για τον Θεό και με ποιον τρόπο οι λεπτομέρειες της πνευματικής ζωής μπορούν να βοηθήσουν τον κάθε πιστό να αγιάσει. Εορτάζουμε την μνήμη του δύο φορές τον χρόνο: την τέταρτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και στις 30 Μαρτίου» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος έβδομος)

            Το παράδειγμα του οσίου Ιωάννου του συγγραφέως της Κλίμακος μοιάζει αδιανόητο για μας τους χριστιανούς που ζούμε στον κόσμο, που δεν μπορούμε καν να παλέψουμε για τα βασικά της ασκητικής ζωής της πίστης. Μας δυσκολεύει η μετοχή μας στην θεία λειτουργία, η νηστεία είναι αλλαγή διατροφής, η γλώσσα μας συνεχώς καταλαλεί, το ίδιο και το πληκτρολόγιο του υπολογιστή και του κινητού, ενώ η εργασία και οι μέριμνές μας οι βιοτικές που σχετίζονται είτε με τη επιβίωσή μας είτε με την πρόοδο των οικείων μας, μάς καθιστούν ανήμπορους ανα διαθέσουμε χρόνο πολύ στον Θεό και στην σχέση μαζί Του. Κι όμως, το παράδειγμα του Οσίου είναι σπουδαιότατο, διότι μας βοηθά, χωρίς να απογοητευόμαστε, να βάζουμε προτεραιότητες στην οδό της ζωής μας, οι οποίες θα μας δώσουν ελπίδα και θα μας οδηγήσουν στην πνευματική αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία, εφόσον το μείζον στην πνευματική ζωή είναι το έλεος του Θεού διά της μετανοίας μας και της εμπιστοσύνης μας σ’ Εκείνον.

            Κάθαρση λοιπόν και μετάνοια είναι τα ζητούμενα στην πνευματική μας πορεία. Αυτή ξεκινά όμως από την κοσμική μας πραγματικότητα. Ξεκινά από τη συναίσθηση ότι οι άνθρωποι, δηλαδή κι εμείς, αμαρτάνουμε. Αφηνόμαστε στους λογισμούς που μας κάνουν να νιώθουμε ότι όλα πρέπει να περνάνε από μας, από το εγώ μας. Ότι η δική μας άποψη προηγείται των άλλων. Ότι οι άλλοι οφείλουν ενσυναίσθηση προς εμάς και όχι εμείς προς αυτούς. Ότι οι επιθυμίες μας πρέπει να εκπληρωθούν, για να είμαστε ευτυχισμένοι, ακόμη κι αν δεν είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Ότι δικαιούμαστε να έχουμε πάθη και ιδιορρυθμίες. Ότι δεν υπάρχει πρόβλημα αν ξοδεύουμε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας άσκοπα, καταναλώνοντας εικόνες, σειρές, ταινίες, ειδήσεις, γεγονότα, αθλητισμό, όλα χωρίς μέτρο και με αίσθηση ότι αυτά μας ξεκουράζουν. Ότι δεν κληθήκαμε να αγαπούμε προσθέτοντας στην αγάπη, αλλά να έχουμε την απαίτηση να μας αγαπούν γιατί το αξίζουμε.

            Η ασκητική προσπάθεια ξεκινά από την μετάνοια γι’ αυτόν τον τρόπο ζωής. Αρχικά από το μετριασμό του στην επίδραση επάνω μας. Την άρνηση των κακών συνηθειών μας. Και συνεχίζεται μέσα από τον αγώνα της κάθαρσης. Αυτή είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Έρχεται όμως σε όσους αντιτάσσουν φωτιά αγάπης για τον Θεό και τον πλησίον στην φωτιά της αγάπης μόνο για τον εαυτό μας. Πόθο να είμαστε ωραίοι στην καρδιά για την αγάπη του Θεού και να είναι ο Θεός και το θέλημά Του το κλειδί στην διαμόρφωση της γνώμης, της συμπεριφοράς, της πορείας της ζωής μας στον πόθο να είμαστε αποδεκτοί από το κοσμικό φρόνημα και από την κοσμική νοοτροπία του συμβιβασμού με το ψεύτικο. Θέρμη να είναι κάθε στιγμή της ζωής μας στιγμή αναζήτησης της αλήθειας, της οδού, της ανάστασης, της ζωής, του Χριστού μας δηλαδή, διά της προσευχής, ως αντίδοτο στην θέρμη μιας ευτυχίας που περιορίζει τα πάντα στο δικαίωμα στην ηδονή και στην εκπλήρωσή της με κάθε τίμημα. Επιμέλεια ψυχής και όχι μόνο σώματος, ως αντίδοτο στην επιμέλεια του σαρκικού φρονήματος, της φροντίδας δηλαδή το εγώ μας να είναι ευχαριστημένο μόνο γι’ αυτό, χωρίς να βλέπει τον κάθε πλησίον, ακόμη και τον εντελώς δίπλα μας.

Αυτή η ασκητική δεν νοείται χωρίς τους συναθλούντας, χωρίς δηλαδή το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και μάλιστα εκτός αυτής. Είναι οδός κοινότητας. Είναι οδός παραδείγματος, σταυρού, συμπόρευσης, έγνοιας. Είναι απόφαση η ζωή μας εντός του σώματος του Χριστού να είναι το κλειδί, ώστε να μεταμορφωθεί και η κοσμική μας πραγματικότητα. Και τα βήματα δεν χρειάζεται να είναι μεγάλα. Ξεκινούν από το σπίτι μας, από την μικρή ή την μεγάλη υπομονή που χρειαζόμαστε για τους ανθρώπους μας κι αυτοί για μας. Για να ακούσουμε, ακόμη κι αν δεν μας ακούνε. Για να προσφέρουμε, ακόμη κι αν δεν μας προσφέρουν. Για να προσευχηθούμε στον Θεό για όσα λείπουν και από μας και από εκείνους. Και περνά στον κόσμο, στις αναστροφές μας, στα μικρά και τα μεγάλα του βίου. Και μπορούμε, ακόμη κι αν η προσευχή και η νηστεία λειτουργούν περιορισμένα, να αισθανόμαστε ότι έστω και στο λίγο, γνωρίζουμε τον δρόμο και τον τρόπο. Και ο όσιος θα πρεσβεύει για μας, διότι με την δική μας πτωχή ζωή, θα λειτουργούμε και ως δικοί του συναθλητές, αποτυχημένοι, ράθυμοι και γεμάτοι δικαιολογίες, αλλά με την ελάχιστη εκείνη πίστη που ανοίγει δρόμους να αναφωνούμε: Άγιε, πρέσβευε υπέρ ημών των ολιγοπιστούντων και βοήθησέ μας!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 11 Απριλίου 2021

          Κυριακή Δ’ Νηστειών            

4/9/21

ΧΑΙΡΕ ΟΣΜΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΩΔΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ ΖΩΗ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΕΥΩΧΙΑΣ

                 Οι άνθρωποι αγαπούμε τα λουλούδια, όχι μόνο γιατί στολίζουν το σπίτι μας, το γραφείο μας, την ζωή μας, αλλά και γιατί αναδύουν μία ευωδία η οποία μας ευφραίνει. Τα έχουμε συνδέσει με τα μεγάλα γεγονότα της ζωής. Στον γάμο η γυναίκα παίρνει ως δώρο την νυφιάτικη ανθοδέσμη. Μετά την γέννα ο πατέρας δίδει στην γυναίκα του, ως σημάδι ευχαριστίας και εκτίμησης και αγάπης, αλλά και χαράς για το ότι έφερε στον κόσμο του παιδί τους, λουλούδια. Σε κάθε εκδήλωση τα λουλούδια είναι σημάδι κατατεθέν, σημάδι ευγένειας, αρχοντιάς, ομορφιάς. Το άρωμά τους μένει χαρακτηριστικό, ιδίως όταν είναι από αγροκήπιο και ελκύει τον άνθρωπο. Αντίστοιχα  γίνεται και με την οσμή από τα αρώματα που φορούμε οι άνθρωποι για να μπορούμε να προσεγγίσουμε τους συνανθρώπους μας. Τα αρώματα σβήνουν την όποια κακοσμία και αισθανόμαστε χαρά και άνεση. Ας μη λησμονούμε και το λιβάνι της προσευχής. Και από αυτό αναδύεται μία ευχάριστη οσμή, διά της οποίας η προσευχή μας ανεβαίνει στον Θεό και χαρακτηρίζει την διάθεση της καρδιάς μας.

Στους Χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου ο υμνογράφος την χαρακτηρίζει «οσμή της Χριστού ευωδίας». Η Παναγία είναι αυτή που ευωδιάζει Χριστό. Δεν είναι μόνο ότι Τον κυοφόρησε.  Είναι ότι Τον έζησε ως Θεάνθρωπο. Τον γαλούχησε, Τον αγκάλιασε, Τον αισθάνθηκε σπλάχνο της. Την ίδια στιγμή, ο Χριστός αναδίδει την ευωδία της ουράνιας πραγματικότητας. Είναι «η οδός, η αλήθεια, η ζωή», είναι «η ανάστασις και η ζωή», είναι «το φως των ανθρώπων», είναι η αγάπη. Δεν είναι μόνο ωραίες λέξεις αυτές. Είναι ιδιότητες που αποτυπώνουν τη ταυτότητά Του. «Είναι» ο Χριστός, «δεν έχει» απλώς. Και αυτό το είναι παρομοιάζεται με την ομορφιά και την ευωδία των λουλουδιών, των αρωμάτων, του λιβανιού, που εγκαθίσταται στήν ύπαρξη της Παναγίας, στην ψυχή και το σώμα, και την κάνει να ευωδιάζει και εκείνη και όποιο προσπίπτει σ’  αυτήν, μοιράζεται αυτήν την ευλογημένη αρωματική οσμή, ως αλλοίωση και της δικής του ύπαρξης.

Οι άνθρωποι ζούμε και στην εποχή μας, αλλά και σε κάθε πραγματικότητα την κακοσμία της αμαρτίας. Την κακοσμία της υπεροψίας από τις γνώσεις μας, διά των οποίων δήθεν κατέχουμε την αλήθεια. Την κακοσμία της κακίας και του ψεύδους, με τα οποία πλημμυρίζουμε τις σχέσεις μας με τον πλησίον. Την κακοσμία μιας ζωής γεμάτης θανατίλα, διότι ό,τι χωρίζεται από τον Θεό είναι νεκρό. Ό,τι χωρίζεται από την αγάπη αφήνει προς τα έξω την αποφορά ενός εγωκεντρισμού που αυτοθεοποιείται, αλλά δεν σώζει. Ας θυμηθούμε τον λόγο της Μάρθας στο μνήμα, όταν ο Χριστός ζητά να βγάλουν την πέτρα για να αναστήσει τον Λάζαρο:  «Κύριε, ήδη όζει». Ήδη όζουμε οι άνθρωποι χωρίς την παρουσία του Χριστού. Μόνο Εκείνος μπορεί να μας δώσει την ανάσταση και την ζωή, διότι είναι η ανάσταση και η ζωή. Και η Παναγία πρώτη  το έζησε και το ζει και μας καλεί να την μιμηθούμε, παλεύοντας να ζήσουμε κι εμείς την ευωδία της πίστης.

Η Παναγία έγινε τελικά η ζωή της μυστικής  ευωχίας. Γίνεται ένα τραπέζι πλούσιο, στο οποίο οι τροφές δεν είναι απλές στερεωτικές για την επιβίωσή μας. Είναι μυστικές, δηλαδή αγκαλιάζουν την καρδιά μας, την γεμίζουν ελπίδα ζωής, την κάνουν να αγαπά, να συγχωρεί, να μη φοβάται τον θάνατο, να μην νικιέται από οποιαδήποτε δοκιμασία. Και μας δίνει χαρά, καθώς έχει γίνει η μητέρα της Χαράς των πάντων, του Χριστού. Όπως η ίδια κοινώνησε τον Θεό στην ύπαρξή της, κυοφορώντας Τον έτσι κι εμείς, καλούμαστε να την μιμηθούμε, κοινωνώντας Τον στην ζωή της Εκκλησίας, στο μυστήριο της ζωής που είναι η Θεία Ευχαριστία. Στο μυστήριο της αγάπης. Στο μυστήριο της ταπείνωσης. Στο μυστήριο της συγχώρεσης. Στην προσευχή και την άσκηση. Στην συνύπαρξη με τον πλησίον, διά της οποίας σωζόμαστε και αγιαζόμαστε. Αυτήν την μυστική ευωχία που μπορεί να μην κάνει θόρυβο εντός του κοσμικού πνεύματος, που γέμει υλικής τροφής και υλιστικού πνεύματος, αλλά γεννιέται και αναγεννιέται στην καρδιά όποιου πιστεύει. Όποιου επικαλείται την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Υιό και Θεό της.

Οι χριστιανοί, συμμετέχοντας στα «Χαίρε» προς την Υπεραγία Θεοτόκο, κι ας είμαστε λίγοι, ξαναβρίσκουμε τον δρόμο της αρχοντιάς των λουλουδιών, της ευγένειας και της ομορφιάς. Στολίζουμε τον κόσμο, στον οποίο ζούμε. Και δείχνουμε, ταπεινά και υπομονετικά, ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται στην ευωδία του Χριστού. Αυτή που νικά κάθε θάνατο και αρωματίζει την σύνολη ύπαρξή μας με αγάπη, ανάσταση, αιωνιότητα.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 9 Απριλίου 2021 

Δ’ Χαιρετισμοί

4/6/21

ΣΥΧΝΑ ΤΑ ΣΤΗΘΙΑ ΕΚΟΥΡΑΣΑ, ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΑΛΟΣΥΝΗ


 «Πραότης σημαίνει το να προσεύχεσαι ειλικρινώς για τον πλησίον σου, χωρίς να ενοχλείσαι καθόλου από τις ταραχές που σου προξενεί»  (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Θέλει πολύ κουράγιο σήμερα κάποιος να επιλέξει στην ζωή του την καλοσύνη, δηλαδή την πραότητα της καρδιάς, η οποία δεν ταράζεται από τις καταστάσεις που ζούμε, από όσους μας φέρονται εχθρικά, να μην ανταποδώσει, να μην κρατήσει θυμούς, αλλά ακόμη κι αν τους έχει, να τους ξεπεράσει.

Η καλοσύνη σήμερα θεωρείται αδυναμία. Πολλοί πιστεύουν ότι για τους χριστιανούς είναι υποχρεωτική κατάσταση. Όταν μιλούν για καλοσύνη, έχουν στον νου τους την κατάσταση της άνευ όρων προσφοράς, χωρίς καμία ανταπόδοση. Να γυρίζει δηλαδή ο χριστιανός συνέχεια το μάγουλο στον άλλον για να τον χτυπήσει, χωρίς καν να ζητά τον λόγο. Περιμένουν από τον χριστιανό να είναι απόλυτα απαθής. Να μην αντιδρά σε τίποτα και σε κανέναν, αλλά να λέει σε όλα «Ναι». Και θέλουν τελικά έναν χριστιανισμό ο οποίος να σκύβει πάντοτε το κεφάλι και να περιμένει από τον Θεό να λύσει Εκείνος τα προβλήματα του κόσμου, να επιβάλει δικαιοσύνη.

Πραότητα όμως σημαίνει η ηρεμία της καρδιάς που δεν απαιτεί δικαίωση. Σημαίνει την αντιμετώπιση των προκλήσεων και των πειρασμών με αγωνιστικό φρόνημα αλήθειας, αλλά και υπομονής. Αλήθεια σημαίνει επίγνωση του τι είναι σωστό και τι όχι, μετάδοσή του διά του λόγου, όμως όχι ανταπόδοση στα ίσα του κακού. Ο χριστιανός κρατά στην καρδιά του βαθιά την βεβαιότητα πως ο Θεός έχει τον τελευταίο λόγο. Όμως κι εμείς κληθήκαμε να μιλάμε, να υπερασπιζόμαστε ό,τι είναι σωστό. Πραότητα σημαίνει υπομονή και προσευχή για όποιον μας βλάπτει. Η πραότητα δεν είναι άρνηση της βοήθειας των νόμων, σε περίπτωση αδικίας. Είναι όμως άρνηση της λογικής της επικράτησης με κάθε μέσο εις βάρος των άλλων.

Πραότητα σημαίνει απόφαση για διάλογο, ό,τι κι αν γίνει. Ο χριστιανός διαλέγεται με τον Θεό για τον συνάνθρωπό του διά της προσευχής, δεν θα διαλεχθεί και με τον πλησίον του, ό,τι κι αν του ζητήσει; Και ο διάλογος του χριστιανού γίνεται με τον καλό λόγο. Γίνεται με την διάθεση να προσφέρει όσο και όπως μπορεί. Γίνεται όμως και με επίγνωση των ορίων του. Ο χριστιανός δεν έχει μια κρυφή περηφάνεια ότι μπορεί να τα καταφέρει όλα, ότι κατά την διάρκεια της προσπάθειας δεν θα πειραχτεί από τον διάβολο, δεν θα θυμώσει με τον άλλον, δεν θα αγανακτήσει μαζί του. Γι’  αυτό και μαθαίνει να μη λέει «Ναι»  σε όλα, αλλά σε όσα μπορεί και σε όσα έχει διάθεση να πράξη για τον άλλον. Το «Όχι»  όμως λέγεται με ζεστασιά, με επίγνωση των δυνάμεων, χωρίς φόβο ότι θα στενοχωρήσει τον άλλον, διότι είναι βέβαιο πως αν δεν πράττεις αυτό που ζητά ο άλλος, λογικό ή παράλογο, μπορείς δεν μπορείς, τότε ο άλλος θα έχει απαίτηση και θα στενοχωρηθεί. Καλύτερα όμως είναι να πράξεις όσα δύνασαι και λίγο παραπάνω, ζητώντας ενίσχυση από τον Θεό, παρά να ξεκινήσεις να κάνεις ό,τι δεν μπορείς, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσεις τον άλλον.

Αυτό είναι και το μήνυμα στις σχέσεις γονέων και παιδιών. Πραότητα και καλοσύνη στα αιτήματα των νεώτερων, όμως εκπλήρωση μόνο όσων ο γονέας μπορεί να αντέξει. Και το «Όχι»  άλλωστε, πράξη αγάπης είναι!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 7 Απριλίου 2021

4/3/21

ΣΤΑΥΡΟΣ, ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΥΔΩΡ


«Προσελθόντες ἀρύσασθε μή κενούμενα νάματα τοῦ Σταυροῦ τῇ χάριτι προερχόμενα, ἰδσύ προκείμενον βλέποντες τό Ξύλον τό ἅγιον χαρισμάτων τήν πηγήν ἀρδομένην τῷ Αἵματι καί τῷ Ὕδατι τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, τοῦ ἐν τούτῳ ἑκουσίως ὑψωθέντος καί τούς βροτούς ἀνυψώσαντος»
(Στιχηρό τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)

«Αφού προσέλθετε, αντλήστε ύδατα που δεν είναι κενά νοήματος και ζωής, αλλά το αντίθετο, καθώς προέρχονται από την χάρη του Σταυρού, καθώς βλέπουμε μπροστά μας το Ξύλο το άγιο να γίνεται πηγή χαρισμάτων που τα αντλεί από το Αίμα και το Ύδωρ που ξεχύθηκαν από την πλευρά του Δεσπότη των όλων , αυτούς που με την θέλησή Του υψώθηκε επάνω στον σταυρό και ανύψωσε όλους τους ανθρώπους μαζί Του»

 

            Στην μέση της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας ορίζει να τίθεται στην μέση του ναού ο Τίμιος Σταυρός, ώστε να τον προσκυνούμε και να παίρνουμε δύναμη από αυτόν. Ο Σταυρός είναι το σκήπτρο του Χριστού που αναγγέλλει την ανάσταση. Είναι η βασιλική σημαία που μας δείχνει ότι ο βασιλιάς έρχεται και ότι καλούμαστε να ετοιμαστούμε. Η Αγία Τεσσαρακοστή θυμίζει την πηγή της Μερρά στην έρημο, όπου οι Εβραίοι περιπλανιόντουσαν μετά το πέρασμα της Ερυθράς θαλάσσης. Ήταν διψασμένοι. Βρήκαν την πηγή αυτή, το νερό της οποίας ήταν πικρό. Και ο Μωυσής, κατόπιν προσευχής και φώτισης από τον Θεό, ρίχνει ένα ξύλο στην πηγή και το νερό γίνεται γλυκύ. Στο συναξάρι της Κυριακής της Σταυροπροσκύνησης η πικρή πηγή παρομοιάζεται με την Σαρακοστή. Πικρή η νηστεία. Μας φέρνει ακηδία λόγω και της κόπωσης, αλλά και του κοσμικού πνεύματος το οποίο μας επιτίθεται. Και η Εκκλησία μας, με την προσκύνηση του ζωοποιού ξύλου του Σταυρού, μας γλυκαίνει και μας παρηγορεί, καθώς ταξιδεύουμε στην έρημο ενός κόσμου χωρίς Θεό, ώστε να βρούμε την νοητή Ιερουσαλήμ, στην οποία η ανάσταση μας οδηγεί, δίνοντας άλλο νόημα στην ζωή μας.

            Ο Τίμιος Σταυρός όμως συνδυάζεται με το Αίμα και το Ύδωρ που έρρευσε από την πλευρά του Κυρίου μας και είναι μοναδικής αξίας αυτό το τρίπτυχο. Η ζωή μας νοηματοδοτείται με την παρουσία του Χριστού και την σχέση μας μαζί Του. Η ζωή μας νοηματοδοτείται με τον Σταυρό, την ταπείνωση του Θεού που αναλαμβάνει, διά του εκουσίου θανάτου Του, να ανοίξει τον δρόμο για να μπορούμε να νικήσουμε τον θάνατο. Και είναι σταυρός αυτός ο δρόμος. Ο Χριστός απαρνήθηκε την κατά άνθρωπον αθανασία, διότι η είσοδός Του στον χρόνο δεν έγινε διά του φυσικού τρόπου που φέρνει μαζί του την φθορά, ούτε ο ίδιος είχε κάποια αμαρτία και σπίλο, ώστε η φθορά του χρόνου να συνδυάζεται με αυτήν της αμαρτίας. Και επειδή η θεϊκή φύση είχε προσλάβει την ανθρώπινη, ο θάνατος του Χριστού ήταν εκούσιος. Ήταν παραίτηση από την ζωή. Ήταν επιλογή ελευθερίας και αγάπης. Ήταν μυστήριο ακατανόητο για την λογική μας.

Ο θάνατός Του ήλθε επάνω στο όργανο της τιμωρίας των χειρότερων από πλευράς ηθικής, κοινωνικής, προσωπικής ανθρώπων, διότι επάνω στον σταυρό μόνο καταραμένοι θανατώνονταν, κακούργοι. Και ο Χριστός ως κακούργος αντιμετωπίστηκε από τους ανθρώπους, διότι όλοι μπροστά Του είπαν ένα μεγάλο «Όχι». Διάλεξαν τον θάνατο να είναι ο εαυτός τους θεός και όχι να πορεύονται με τον Θεό προς τον ουρανό. Διάλεξαν να εκφράσουν την απέχθειά τους προς Αυτόν που μας αγάπησε και μας αγαπά και το έδειξε με διδασκαλία, θαύματα, σχέση μαζί μας. Διάλεξαν να εκφράσουν υπερηφάνεια, να πιστέψουν στη δική τους δήθεν ανωτερότητα, στηριγμένη στην εξουσία της θρησκείας, στην εξουσία της δύναμης και της πολιτικής, στην εξουσία του πλήθους που δεν καταλαβαίνει Ποιος και τι είναι αλήθεια. Ο Σταυρός αποτυπώνει τον χειρότερο ανθρώπινο εαυτό. Κι όμως, έτσι ο Χριστός μας σώζει. Όταν μας δείχνει το πιο αποκρουστικό μας πρόσωπο: αυτό του εγωισμού που δεν αγαπά, δεν συγχωρεί, δεν μοιράζεται, δεν κρατά μέτρο, δεν ελπίζει, αυταπατάται στην δύναμη του εγώ. Κι ο Χριστός μέσα από αυτό το ξύλο της ατίμωσης κάνει την ζωή μας γλυκεία. Διότι σώζεται όποιος σταματήσει τα «Όχι» και πει το «Ναι» στην αγάπη Του.

Η ζωή μας νοηματοδοτείται από το Αίμα που έτρεξε από την πλευρά του σταυρωμένου Χριστού. Το αίμα είναι θυσία, είναι συγχώρεση, είναι αιώνια ζωή. Δεν μας έσωσε με λόγους ο Χριστός. Έδωσε τον εαυτό Του και άφησε να ρεύσει το αίμα και από την πλευρά, δηλαδή από την καρδιά Του, για να μας δείξει ότι δεν αρκεί να μιλάμε ή να σκεφτόμαστε ή να θεωρούμε ότι Του ανήκουμε, αν δεν ματώσουμε κι εμείς μαζί Του. Να ματώσουμε συγχωρώντας αυτούς που μας στενοχωρούν. Να ματώσουμε αφήνοντας στην άκρη ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά μας χωρίζει από το θέλημά Του, που είναι η αγάπη. Να ματώσουμε νιώθοντας ότι δεν είναι η Σαρακοστή μία περίοδος απλώς της ζωής μας, αλλά η ίδια η ζωή μας. Δεν είναι μόνο θέμα τροφής. Είναι θέμα ήθους, Δίνεις αίμα, για να λάβεις Πνεύμα. Και τα πνευματικά μας τραύματα δεν επουλώνονται  αν δεν πάρουμε απόφαση ότι πρέπει να θυσιάσουμε και να θυσιαστούμε. Από την καθημερινότητά μας, από τις σχέσεις, τον χρόνο, την έπαρση μπροστά στον πλησίον και την θεοποίηση των δικαιωμάτων μας, έως την αναγνώριση ότι δεν είμαστε αυτό που Εκείνος θέλει. Και είναι το Αίμα αυτό που κοινωνούμε στη Θεία Ευχαριστία, για να γίνουμε ένα μαζί Του, αδέρφια, καθώς ενώνεται με το δικό μας.

Η ζωή μας νοηματοδοτείται από το Ύδωρ που έρρευσε από την πλευρά του σταυρωμένου Χριστού. Είναι το ύδωρ του βαπτίσματος, το οποίο μας συγχωρεί τις αμαρτίες μας και κάνει την ζωή μας να ξεκινά από τη αρχή. Είναι το ύδωρ των δακρύων για όσα λάθη εξακολουθούμε να κάνουμε, τα οποία δεν μας κατατρώγουν, εάν ξεκινήσουμε διά της μετανοίας την ζωή μας και πάλι από την αρχή, και μάλιστα κάθε στιγμή της. Γιατί μέσα από το μυστήριο της μετανοίας έχουν νόημα τα δάκρυα για το κακό, για τους σταυρούς του πλησίον και τους δικούς μας, καθιστούν την ζωή μας στην Εκκλησία ως τον τρόπο που μας δείχνει πώς μπορούμε να αφήνουμε πίσω ό,τι μας χωρίζει. Είναι το ποτήριον του ψυχρού ύδατος που προσφέρουμε στον διπλανό μας, κίνηση αγάπης και μοιράσματος. Είναι η αλμυρή θάλασσα του βίου μας, στην οποία μαθαίνουμε να κολυμπάμε έχοντας Εκείνον βοηθό και σκεπαστή μας, για να μην βουλιάξουμε από τα βάρη τα οποία φορτώνουμε στους ώμους μας, βάρη σώματος και ψυχής.

Στην μέση της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής παίρνουμε κουράγιο από τον Τίμιο Σταυρό, από το Αίμα και το Ύδωρ. Ταπείνωση, ευχαριστία, μετάνοια γίνονται τα μονοπάτια που θα μας οδηγήσουν στην ανάσταση. Και στα τρία μας συντροφεύει ο Εσταυρωμένος. Γιατί εδώ είναι η ομορφιά: ο βασιλιάς δεν μένει απλώς στο σκήπτρο και στην σημαία του σταυρού, αλλά είναι ο ίδιος που μας συνοδεύει για να μας συνδράμει στο να σηκώσουμε τους δικούς μας σταυρούς, να μας δείξει ότι συγχωρεί για να συγχωρέσουμε, ότι μας αγκαλιάζει στην μετάνοιά μας, ότι τελικά με την δική του βοήθεια θα ζήσουμε το Πάσχα! Ο Τίμιος Σταυρός λοιπόν ας είναι η υπόμνηση του σκοπού μας: να συμπορευτούμε με τον Εσταυρωμένο, να σωθούμε, να αγιαστούμε, να αντέξουμε!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 4 Απριλίου 2021

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

4/2/21

ΧΑΙΡΕ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΑΣΟΦΟΥΣ ΔΕΙΚΝΥΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΕΧΝΟΛΟΓΟΥΣ ΑΛΟΓΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣΑ

 


                Η εποχή μας βαδίζει σε μία συστηματική αποχριστιανοποίηση και αποεκκλησιοποίηση της ζωής. Δεν είναι μόνο η πανδημία. Είναι και ο όλος προσανατολισμός του πολιτισμού μας, στον οποίο η πίστη θεωρείται ατομικό γεγονός, ότι οι ανάγκες που καλύπτει στους ανθρώπους δεν την καθιστούν μοναδικό γεγονός, καθώς υπάρχουν οι επιστήμες της ψυχικής υγείας, αλλά και η φιλοσοφία, που βοηθούν στην νοηματοδότηση της ζωής και στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του ανθρώπου, ενώ για πολλούς ο θάνατος θεωρείται το τέλος της ύπαρξης, με αποτέλεσμα να θεωρούν ότι δεν μας χρειάζεται ούτε ο Θεός ούτε η θρησκεία. Άλλοι πάλι επισημαίνουν ότι οι θρησκείες ήταν και είναι πρόξενοι κακού στον κόσμο, καθώς προκάλεσαν και προκαλούν πολέμους και, επομένως, η παγκόσμια κοινωνία μπορεί να πορευτεί και χωρίς αυτές. Η φιλοσοφική αντίληψη «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» θριαμβεύει, ενώ τα δικαιώματα του ανθρώπου, στην ελεύθερη έκφραση, στις ελεύθερες σχέσεις, στην διαμόρφωση προσωπικότητας που η παλιά ηθική δεν θα την καταπιέζει, είναι κλειδί για το σήμερα, ιδίως για τους νεώτερους. Αρκεί να σεβόμαστε τους νόμους και τα δικαιώματα του άλλου και μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε και ό,τι μας ευχαριστεί. Η θρησκεία ας περιορίζεται στην έκφραση αλληλεγγύης για τους αδύναμους. Μία ματιά να ρίξει κάποιος στα μηνύματα των πολιτικών, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και παγκοσμίως, και θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές.

                Στους Χαιρετισμούς της Παναγίας ακούμε τον υμνογράφο να απευθύνεται στην Κυρία Θεοτόκο και να την χαιρετίζει ως εξής:  «χαίρε εσύ που αποδεικνύεις τους φιλοσόφους ότι είναι άσοφοι, χαίρε εσύ που αποδεικνύεις ότι όσοι αγαπούνε είτε την τέχνη του λόγου και φιλολογούν, είτε τα επιτεύγματα της τεχνικής, και τα θεωρούν αρκετά για την ζωή ότι δεν έχουν επίγνωση τι σημαίνει λόγος και γίνονται άλογοι».  Ο υμνογράφος είχε κατά νουν τους φιλοσόφους της αρχαιότητας οι οποίοι δεν μπορούσαν να αποδεχθούν έναν Θεό αγαπητικό, που κινείται προς τον άνθρωπο όχι για να εκπληρώσει αιτήματα ή να διαμορφώσει ηθική, κανόνες και τάξη, αλλά για να γίνει ένα με τον άνθρωπο, να προσλάβει την φύση μας, να ανοίξει την οδό προς την αιώνια κοινωνία, να αναστηθεί και να αναστήσει τους πάντες και να οδηγήσει την πορεία όλων μας ώστε κάθε τι να γίνει αγάπη. Την ίδια στιγμή, δείχνει σε όσους μένουν στα λόγια ή στα επιτεύγματα ότι η αυτάρκειά τους δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο και ότι η Παναγία μας έδειξε πως ο άνθρωπος αξιοποιεί τον λόγο του, τον νου του, τα χαρίσματά του όταν τα επιστρέφει στον Θεό και τον πλησίον, αναγνωρίζοντας πως η αγάπη νικά τον θάνατο και ότι τα επιτεύγματα βοηθούν την ζωή, αλλά δεν είναι πανάκεια. Και μοιάζει άλογος ο άνθρωπος που νομίζει ότι με την δύναμη του λόγου και της σκέψης, αλλά και με τα όποια δημιουργήματά του θα καλύψει την ανάγκη του για γνήσιο νόημα ζωής, για σχέση με τον πλησίον που δεν θα στηρίζεται στην κάλυψη του εγώ, αλλά στο εμείς, για ελευθερία που θα συνοδεύεται από ευθύνη, για ταπείνωση και συγχώρεση που θα δείχνουν τα αληθινά μας μέτρα. Και όλα αυτά δεν έρχονται χωρίς την σχέση με τον Θεό και το θέλημά Του, αυτό δηλαδή που έζησε η Παναγία.

                Η ανθρώπινη φιλοσοφία μας βοηθά να ερμηνεύσουμε τον κόσμο και να τον κατανοήσουμε. Μας βοηθά ακόμη να εξηγήσουμε την πορεία μας, τα πάθη μας, την σκέψη μας, την ψυχή μας. Μας βοηθά να δούμε τις εμπειρίες μας και να προβληματιστούμε σ’  αυτές;. Μας κάνει να βλέπουμε τι είναι καλό και τι όχι γι’  αυτήν την πραγματικότητα. Δεν δίνει όμως ελπίδα αιωνιότητας, όχι γιατί οι ιδέες δεν είναι καλές, αλλά επειδή την αιωνιότητα την προσφέρει αυτός που υπάρχει σ’  αυτήν, αυτός που έγινε άνθρωπος, αυτός που μας δείχνει ότι ο θάνατος δεν είναι ο κυρίαρχος. Και παραμένει άσοφος ουσιαστικά αυτός που δεν μπορεί να δει την ανάσταση και την αγάπη ως τα κλειδιά της αληθινής γνώσης. Που δεν θέλει να συναντήσει τον Χριστό και να ανοιχτεί στον πλησίον με κριτήριο το του ετέρου και όχι το ίδιον όφελος. Αυτός που δεν βλέπει ότι η αγιότητα δεν είναι απλώς ελπίδα, αλλά εμπειρία στην Εκκλησία. Αυτός που δεν ζει την Παναγία ως οδηγήτρια του ανθρωπίνου γένους από γης προς ουρανόν.

                Η αποεκκλησιοποίηση του κόσμου μας ελευθερώνει από μία δεσμευτική  ταύτιση με την πλειονοψηφία. Μας καθιστά μικρά ζύμη και μας καλεί να σηκώσουμε τον σταυρό μας. Μας δείχνει ότι είναι καιρός να φύγουμε από τις προκαταλήψεις για την Εκκλησία και την πίστη, από την θρησκειοποίηση της ζωής, να δούμε την προσωπική μας ευθύνη να βιώσουμε το μυστήριο και να παλέψουμε να το μοιραστούμε.  Να μη λησμονούμε ότι η Παναγία ήταν μία ασήμαντη κοπέλα, η οποία έζησε εντός της ακριβώς αυτό το μυστήριο της αλλαγής των πάντων, της καταλλαγής των πάντων προς τον Θεό, αυτή που έκανε τον Λόγο σάρκα εκ Πνεύματος Αγίου. Δεν ζητά πολλά ο Θεός. Ταπεινή καρδιά, προσευχή, εμπιστοσύνη στο θέλημά Του κι αγάπη. Και μας προσφέρει το αιώνιο νόημα. Τον Υιό της και Θεό της. Τον Υιό Του και Θεός μας.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα 2 Απριλίου 2021

Γ’ Χαιρετισμοί

3/30/21

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

  


«Εκείνος που είναι κλεισμένος σ’  ένα σπίτι, ακούει τα λόγια αυτών που περνούνε απ’  έξω, χωρίς να συνομιλεί μαζί τους»  (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία συχνά αναγκαζόμαστε να βρισκόμαστε, να ακούμε και να βλέπουμε ανθρώπους πορεύονται σε διαφορετικό μήκος κύματος. Η αντίθεση είναι ισχυρή σε ζητήματα πίστης. Επειδή τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κυριαρχούνται από αντι-εκκλησιαστικό πνεύμα, ενώ για τα όποια ζητήματα απασχολούν τον άνθρωπο, χαρακτηρολογικά, διαχείρισης της καθημερινότητας, σχέσεων, οραματισμού η απάντηση περνά από ψυχολογικού τύπου συμπεριφορές, με γνώμονα το life coaching, την θετική ενέργεια, το «πάμε παρακάτω», την ελευθερία και τα δικαιώματά μας, όποιος πιστεύει νιώθει ότι ζει σε έναν κόσμο δίχως Θεό. Συχνά τότε έρχεται στην σκέψη του ο λογισμός της βλασφημίας.

Βλασφημία δεν είναι μόνο η λεκτική ύβρις κατά του Θεού, η οποία αποτελεί μία κακή συνήθεια εκ της εφηβικής ηλικίας, κυρίως στα αγόρια και μετά στους άντρες. Βλασφημία είναι το αίσθημα ότι είτε ο Θεός δεν υπάρχει είτε ότι δεν υπάρχει για μας είτε ότι δεν είμαστε σε θέση να ελπίζουμε στην παρουσία και την βοήθειά του είτε πως όσα η πίστη λέει, δεν γίνεται να συμβαίνουν, να είναι αληθινά, διότι ο νους μας άλλα μάς λέει. Η πνευματική παράδοση της πίστης μας πιστεύει ότι οι σκέψεις αυτές δεν είναι πάντοτε δικές μας, αλλά εκπορεύονται από τον πειρασμό, ο οποίος στοχεύει στο να μας αποπροσανατολίσει, να μας απελπίσει, να μας απομακρύνει από τον Θεό και να μας κάνει να αισθανθούμε μόνοι και νικημένοι στην ζωή μας. Το χειρότερο όμως έρχεται όταν συνηθίσουμε σ’  αυτές τις σκέψεις και σ’  αυτήν την αντιμετώπιση της ζωής και θεωρήσουμε πως οποιαδήποτε προσπάθεια να κρατήσουμε ζωντανή την σχέση μας με τον Θεό ή να ακολουθήσουμε τον τρόπο της πίστης είναι καταδικασμένη, επειδή κι εμείς είμαστε καταδικασμένοι στην μοναξιά να παλεύουμε σε έναν κόσμο δίχως Θεό.

Όμως η ζωή μάς έχει δοθεί για να πορευόμαστε σύμφωνα με τις αρχές μας. Και η παρουσία του Θεού είναι στηριγμένη στο γεγονός ότι θα είμαστε οι λιγότεροι είτε αριθμητικά είτε στην έμπρακτη εφαρμογή της πίστης στην ζωή μας. Δεν είναι εύκολη η συνέπεια. Δεν είναι εύκολος ο σταθερός προσανατολισμός με βάση τις εντολές του Θεού και η χάραξη στην καρδιά μας ως σκοπού να είναι η αγάπη του Θεού αυτή που μας κυβερνά, μας δίνει ελπίδα στους σταυρούς της ζωής μας, μας κάνει να διαχειριζόμαστε με αυτήν ως κριτήριο τις σχέσεις μας με όσους θέλουμε ή πρέπει να είμαστε μαζί. Οι λογισμοί της μοναξιάς και της αδυναμίας δεν μπορούν να είναι το κριτήριο για να κάνουμε πίσω.

Ο πειρασμός της αποτελεσματικότητας, ο οποίος υποκρύπτει τον εγωισμό να είμαι και αυτός που σπέρνει και αυτός που θερίζει, δεν είναι ο δρόμος του Θεού. Η πορεία μας στηρίζεται στην δική μας απόφαση για κοινωνία με τον Θεό, για μετοχή στην ζωή της Εκκλησίας, για εξομολόγηση των λογισμών μας, για αγώνα ώστε η καρδιά να γίνει κέντρο της ζωής και απόφαση να ακολουθήσουμε υπομονετικά το Ευαγγέλιο τόσο στην δική μας ζωή όσο και στις σχέσεις μας, ιδίως στην οικογένεια, άλλοτε με λόγο, άλλοτε με προσευχή. Και οι άλλοι είναι ελεύθεροι. Ας κάνουμε τον αγώνα μας και ο Θεός θα φωτίσει!  

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 31 Μαρτίου 2021