2/2/26

ΣΑΛΛΥ ΡΟΥΝΕΫ, «ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ»

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 175- ΣΑΛΛΥ ΡΟΥΝΕΫ, «ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ», μτφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, εκδόσεις  ΠΑΤΑΚΗ 

Διαβάζοντας το βιβλίο της Σάλλυ Ρούνεϋ «Ιντερμέτζο», σε μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά και με ένα πρωτότυπο σκακιστικό εξώφυλλο, συνδυασμένο με 5 ανθρώπινες σκιές στη βάση των κομματιών της σκακιέρας (όσοι και οι βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος), σχεδιασμένο από την June Park και τον Rodrigo Corral, αναρωτήθηκα για μία ακόμη φορά για την πολυπλοκότητα των σχέσεων ανάμεσα στους νέους στην εποχή μας. Οι μεγαλύτεροι ακολουθούσαμε κάποιες νόρμες, τις οποίες η συγγραφέας δείχνει πώς η νεώτερη γενιά τις παραβιάζει, συνειδητά, καθώς νιώθει την ανάγκη να βρει ανθρώπους που να συνδεθεί, αλλά κανένας δεν είναι τόσο εύκολο να κλειδώσει με τον άλλον, διότι πάντα κάτι λείπει. Κι αυτό συμβαίνει στους συνομηλίκους.

Συνήθως, οι νέοι σήμερα βρίσκουν κατανόηση σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, πάντως διαφορετικής. Είναι το κενό νοήματος της γενιάς που έχει μεγαλώσει με το Διαδίκτυο ως πηγή ζωής; Είναι η απογοήτευση από τους γονείς, που είναι συμβιβασμένοι με ένα σύστημα το οποίο δίνει χρήματα, χωρίς όμως να παρωθεί στην αγάπη; Είναι το κενό πίστης στον Θεό, που γεννά κενό ηθικής; Είναι η αίσθηση του δικαιώματος στην ευτυχία, που δεν περιορίζεται από κοινωνικές  συνθήκες στερεοτυπικού χαρακτήρα, όπως το ότι ο άντρας πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τη γυναίκα, ότι καλό είναι το ζευγάρι να έχει κάποια διαφορά ηλικίας, χωρίς όμως αυτή να είναι υπερβολική, ότι ο έρωτας δεν προϋποθέτει αποκλειστικότητα, ότι δεν είναι κακό να πουλήσεις το σώμα σου διαδικτυακά και εκ του σύνεγγυς για να βγάλεις χρήματα και να σπουδάσεις;

Η συγγραφέας, που είναι από τις πολύ καλές πέννες του καιρού μας, γράφει ένα μυθιστόρημα με έμφαση στη σχέση δύο αδερφιών, του Πίτερ και του Ίβαν. Ο Πίτερ είναι «πετυχημένος» δικηγόρος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος ζει έναν διπλό έρωτα, αυτόν της τρυφερότητας, της συντροφικότητας, της βοήθειας με τη Σύλβια, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο, και εκείνον του πάθους, που συνδυάζεται με την πατρότητα, με την νεαρή φοιτήτρια Ναόμι, που έχει μέσα της αναρχικά και επαναστατικά στοιχεία. Ο Ίβαν είναι ο σχετικά «αποτυχημένος» φοιτητής, αφοσιωμένος στο σκάκι,  ετών 22, ο οποίος ερωτεύεται μετά από μία σχέση μιας βραδιάς την τριανταεξάχρονη Μάργκαρετ, μία χωρισμένη γυναίκα, που βρίσκει στο πρόσωπό του και άντρα και φίλο και το παιδί που θα ήθελε, σχέση ερωτικού πάθους και μητρότητας. Τα δύο αδέρφια θα συγκρουστούν, διότι ο μεγάλος θα αμφισβητήσει την επιλογή του μικρού φέρνοντας στην επιφάνεια το ερώτημα της ενηλικίωσης και του απογαλακτισμού. Όλο το μυθιστόρημα θα είναι μία παρακολούθηση των βημάτων που θα ξαναφέρουν τα δύο αδέρφια, των οποίων οι γονείς έχουν χωρίσει και ο πατέρας έχει πεθάνει πρόσφατα, στην απόφαση να ξαναβρούνε την αδερφική τους σχέση, αυτή τη φορά όμως με τη αγάπη που σέβεται τον άλλον, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί, ενώ επιτρέπει στον άλλον τη φροντίδα, πέρα από την υπερηφάνεια της ανεξαρτησίας.

Η Ρούνεϋ γράφει ένα μυθιστόρημα για άντρες, μέσα από γυναικεία ματιά, στην πραγματικότητα όμως αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη που πεινά για νόημα ζωής. Τολμά στους καιρούς του politically correct  να θέσει σπουδαία θέματα, όπως: η αναζήτηση του Θεού που δεν μπορεί να απορριφθεί επειδή είναι της μόδας η αθεΐα ή επειδή η θρησκευτικότητα μέσα από τα δόγματα δεν δείχνει να συγκινεί. Η αναζήτηση της ευτυχίας στην αγάπη και στην προσφορά. Η αναγνώριση στους γονείς ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι επιτυχημένοι και τέλειοι για να μπορούν να δώσουν στα παιδιά τους ενίσχυση, αλλά και η αδυναμία τους όταν δεν έχουν ενσυναίσθηση να τα προσεγγίσουν. Η ανάγκη της αυθυπέρβασης, της θυσίας, της κατανόησης πέρα από όσα ο αξιακός μας κώδικας και το εγώ μας επιτρέπουν για να κρατηθεί μία σχέση. Η ζωοφιλία που αγγίζει πολλούς νέους στην εποχή μας ως ευθύνη, αφοσίωση και φροντίδα. Η ανάγκη για γνήσια επικοινωνία που δεν μπορεί να γίνει μέσω των κινητών, αλλά προϋποθέτει διάλογο και πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση. Το παιχνίδι της εξουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Η στεγαστική κρίση που αγγίζει περισσότερο τους νέους. Η εφηβεία με τους πειραματισμούς γύρω από την σεξουαλική ζωή και ταυτότητα. Το πένθος  για τον θάνατο και την απώλεια, ιδίως όταν δεν έχουμε προλάβει να πούμε το «σ’ αγαπώ» πριν φύγει το αγαπημένο μας πρόσωπο, διότι δεν έχουμε καταφέρει να νικήσουμε τον θυμό μας για όσα θέλαμε, αλλά δεν πήραμε από αυτό. Κυρίως όμως ο τονισμός από τη συγγραφέα της μεγάλης αλήθειας ότι στους καιρούς μας μοιάζει ότι είναι πολύ το να θέλει ο άνθρωπος να αγαπά και ν’ αγαπιέται, αλλά αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία. Κι όλα αυτά στην προοπτική δύο λέξεων: ευγνωμοσύνη   και συγχώρεση (σ. 528). Ευγνωμοσύνη στον Θεό για όσα μπορούμε να ζήσουμε, ακόμη κι αν δεν είναι όλα όσα θα θέλαμε, και συγχώρεση για όσα δεν μπορέσαμε να δώσουμε. Η συγγραφέας θα καταλήξει μέσα από τον Ίβαν να μας πει: «ότι αυτό που ζει ζει για να πεθάνει»(σ. 554) Κι όμως, κι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής, που δεν μπορείς να τον ξορκίσεις ούτε να τον προσπεράσεις. Μόνο να τον αποδεχτείς. Αν η ζωή είναι αγάπη, τότε κι ο θάνατος αντέχεται.

Ο τίτλος πρωτότυπος. Ο όρος «ιντερμέτζο» σημαίνει ένα μουσικό κομμάτι που μπαίνει στη μέση μιας μεγάλης σύνθεσης για να ξεκουράσει τον ακροατή. Η σύνθεση στο μυθιστόρημα της Ρούνεϋ είναι η ζωή του Πίτερ και του Ίβαν και το «ιντερμέτζο» είναι ο θάνατος του πατέρα που γεννά την υπαρξιακή κρίση των δύο πρωταγωνιστών σχετικά με το ποιο είναι το νόημα της ζωής τους. Η ζωή είναι μία παρτίδα σκάκι. Στο σκάκι το «ιντερμέτζο» είναι μία αναπάντεχη κίνηση που διακόπτει την ανταλλαγή των κομματιών, δημιουργώντας νέα δεδομένα. Στο μυθιστόρημα ο έρωτας του Ίβαν και της Μαργαρίτας είναι αυτό το αναπάντεχο «ιντερμέτζο» που θα βάλει και τον Πίτερ στην προοπτική να επανεκτιμήσει τις δικές του σχέσεις, όπως επίσης και τη σχέση με τους γονείς, αλλά και τον αδερφό του.  Ο έρωτας είναι το «ιντερμέτζο» που αλλάζει αυθεντικά τη ζωή μας, ασχέτως της κατάληξής του, διότι ακόμη και το τραύμα που προκαλεί είναι αφόρμηση ωρίμασης.

Ξαναγυρίζοντας στον αρχικό προβληματισμό, ζούμε σε μια εποχή στην οποία η αστάθεια χαρακτηρίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και ιδιαιτέρως των νέων. Η αστάθεια πηγάζει από το γεγονός ότι όλα επιτρέπονται, όλα μπορούν να δοκιμαστούν, ότι η ζωή και ο έρωτας μοιάζουν ένα παιχνίδι σωματικό, χωρίς να συνδέονται απαραίτητα με το ψυχικό κομμάτι, οι νέοι προβάλλουν στις γνωριμίες τους, όταν τις θεωρούν σημαντικές, την ανάγκη για υποκατάσταση των ελλείψεων των γονέων τους απέναντί τους, όπως επίσης και την απουσία στιβαρού νοήματος ζωής. Σε έναν κόσμο στον οποίο η εργασία, η περιπέτεια, το χρήμα, το Διαδίκτυο, η αίσθηση της αναγνωρισιμότητας, η ανάγκη για αυτοβεβαίωση κυριαρχούν, η αγάπη παραμένει ζητούμενο. Ας μην το ξεχνούμε αυτό όσοι είμαστε γονείς και μεγαλώνουμε παιδιά. Ό,τι δεν βρούνε κοντά μας, θα το αναζητήσουν, και πρόωρα, στο περιβάλλον τους, εκεί όπου όλα επιτρέπονται.

Η συγγραφέας δίνει την απάντηση ότι η μόνη αγάπη που δεν νικιέται η αγάπη του φυσικού δεσμού, της οικογένειας. Όμως, ευτυχισμένος είναι αυτός που θα βρει έναν γνήσιο έρωτα, εκεί όπου μπορεί να ανοίξει την ψυχή του, πέρα από κοινωνικές νόρμες. Η πίστη είναι αρνητική σε ό,τι δεν λειτουργεί στην προοπτική της πιστότητας και της μονογαμίας. Η συγγραφέας, έστω και με υπερβάσεις, στην πραγματικότητα αυτό επισημαίνει. Ότι ο αληθινός έρωτας  δεν είναι για να περνάει, αλλά για να μένει.

Καταγράφω έναν από τα πιο δυνατά σημεία που διάβασα στο βιβλίο, τη θέαση του Θεού στο δίπολο ομορφιά και ηθική (σ. 238-239).

«Πιστεύεις πως υπάρχει (ο Θεός);τον ρωτά (η Μάργκαρετ).

Προσπαθώ να πιστεύω, ναι, απαντά ο Ίβαν. Πως υπάρχει έστω κάποιου είδους τάξη στο σύμπαν. Καμιά φορά έτσι νιώθω. Ακούγοντας συγκεκριμένη μουσική, ή κοιτάζοντας έργα τέχνης. Ακόμα κι όταν παίζω σκάκι, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Είναι σαν η αρμονία αυτή να είναι τόσο βαθιά, και τόσο όμορφη, που νιώθω ότι σίγουρα πρέπει να υπάρχει κάτι από πίσω. Κι άλλες φορές, πάλι, νιώθω πως υπάρχει μόνο χάος και, πέρα από αυτό, τίποτε άλλο. Ίσως η όλη σύλληψη μιας τάξης να προέρχεται απλώς από κάποια εξελικτική υπεροχή, όποια κι αν είναι αυτή. Κάνουμε συσχετισμούς εκεί που δεν υπάρχουν. Δεν ξέρω αν μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις τι εννοώ. Αλλά όταν το βιώνω αυτό, όταν αισθάνομαι αυτή την ομορφιά, στ’ αλήθεια νιώθω να πιστεύω στον Θεό. Σαν να υπάρχει κάποιο νόημα πίσω από τα πάντα

Ακούγοντάς τον, ασυναίσθητα κατανεύει ξανά. Διστακτικά λέει δυνατά. Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι έτσι τον Θεό. Σε σχέση με την ομορφιά του κόσμου. Φαντάζομαι, η δική μου αντίληψη για τον Θεό έχει να κάνει με την ηθική. Με το τι είναι σωστό και τι λάθος. Κάνει μια παύση, έπειτα προσθέτει: Δεν είμαι και πολύ σίγουρη γι’ αυτό. Ωστόσο το λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, ή, τουλάχιστον, προσπαθώ. Θέλω να κάνω το σωστό.

Όσο μιλά, βλέπει με την άκρη των ματιών της πως την παρακολουθεί προσεχτικά. Καταλαβαίνω, της λέει. Εμένα μου φαίνεται πως όλα ίσως συνδέονται κάπως. Για παράδειγμα, ξέρω ‘γω, το να βλέπεις την ομορφιά στη ζωή ίσως συνδέεται με το σωστό και το λάθος. Όμως δεν το έχω πολυσκεφτεί κιόλας για να σου πω παραπάνω. Καμιά φορά, είναι μόνο μια εντύπωση που έχω. Μια αίσθηση, σχεδόν, ότι με αγαπάει ο Θεός. Δεν είναι κάτι που θα μπορούσα να σ’ το εξηγήσω.

Εκείνη γελά με γέλιο αλλόκοτο. Κοίτα, αν πράγματι υπάρχει Θεός, λέει, είμαι σίγουρη πως σε αγαπάει πολύ.

Χαμηλώνει το βλέμμα του. Ναι, το νιώθω καμιά φορά, λέει. Όπως όταν είμαι μαζί σου, το νιώθω. Ελπίζω να μη σε πειράζει που σ’ το λέω αυτό».  

                Ας αναρωτηθούμε στη δική μας ορθόδοξη παράδοση αν έχουμε λησμονήσει ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» και έχουμε μετατρέψει-είναι εύκολος ο δρόμος και ο τρόπος αυτός- τον Θεό σε έναν  διδάσκαλο και φρουρό της ηθικής, ενώ χρειάζονται, προφανώς, και τα δύο. Μόνο που και η ομορφιά και η ηθική, αν δεν είναι δεμένες με την αγάπη, δεν οδηγούν αληθινά στον Θεό.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

2 Φεβρουαρίου 2026

2/1/26

ΧΕΡΣΙΝ ΕΠΕΔΟΘΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΧΟΥ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΤΗ ΧΕΙΡΙ ΣΟΥ ΚΡΑΤΩΝ ΤΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ

 Είναι συγκινητική η εικόνα του γέροντα ιερέα Συμεών, που κατά μία παράδοση ήταν 270 ετών, να κρατά στα κουρασμένα, γέρικα χέρια του το βρέφος Ιησού, τον Θεό ο Οποίος στα χέρια Του κρατά τα σύμπαντα. Όταν ένας άνθρωπος γίνεται παππούς, κρατά στα χέρια του το εγγόνι του, νιώθει  ότι η ζωή του βρήκε πληρότητα. Δεν είναι μόνο ότι ο ίδιος έκανε παιδί. Είναι ότι το μεγάλωσε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της πατρότητας, το έκανε να σταθεί στα πόδια του, να βρει δρόμο για τη ζωή του και εκείνο ακολούθησε το παράδειγμα του πατέρα, δημιουργώντας δική του οικογένεια και φέρνοντας με τη σειρά του στον κόσμο έναν νέο άνθρωπο. Ο παππούς τώρα νιώθει αυτή τη χαρά που είναι και συγκίνηση μαζί, ότι «του παιδιού του το παιδί δυο φορές παιδί του». Το ίδιο συμβαίνει και με τη γυναίκα, όταν γίνεται γιαγιά. Γι’ αυτήν είναι ακόμη πιο οικεία κατάσταση, διότι ήδη γνωρίζει τι σημαίνει να κυοφορείς στα σπλάχνα σου άνθρωπο. Γι’ αυτό και η χαρά γίνεται εξίσου κι ακόμη μεγαλύτερη.  

Δεν γνωρίζουμε αν ο Συμεών είχε οικογένεια. Όταν λαμβάνει την πληροφορία εκ Πνεύματος Αγίου ότι δεν θα φύγει από τον κόσμο εάν δεν κρατήσει στα χέρια του τον Χριστό, ο Συμεών συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια άλλη συγγένεια: όχι αυτή της φύσεως, αλλά της πίστεως. Η πίστη είναι ζωή και δίνει ζωή. Είναι ζωή διότι όποιος πιστεύει, νιώθει πως υπάρχουμε επειδή ο Θεός το θέλησε, επειδή ο Θεός μας έπλασε με όλον τον θαυμαστό μηχανισμό της ζωής, σωματικό και ψυχικό, επειδή ο Θεός μας έδωσε χαρίσματα, για να μπορέσουμε να βρούμε σκοπό όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους, ενώ για  την κάθε δυσκολία της ζωής, απότοκη της φθοράς, αλλά και του κακού, όπως επίσης και της αναγκαστικής συνύπαρξης με ανθρώπους, είτε τους επιλέγουμε είτε όχι, έρχεται ο Θεός να συνδράμει, να ενισχύσει, να φωτίσει, να δώσει αντοχή, ανοχή και υπομονή. Δίνει ζωή όμως η πίστη, διότι ο έσχατος εχθρός μας που είναι ο θάνατος, δεν μπορεί να κατισχύσει επάνω μας, καθώς μας περιμένει η ανάσταση. Έτσι και ο Συμεών. Πίστευε και έλαβε ζωή. Πίστευε και κρατιόταν στη ζωή παρά το γήρας. Διότι τα πάντα σ’ αυτόν ήταν αφημένα στα χέρια του Θεού. Και, την ίδια στιγμή, πρόσμενε τον ίδιο τον Θεό να έρθει και να του δείξει ότι κάθε προσδοκία που οι άνθρωποι είχαν, λύτρωσης από το κακό και τον θάνατο, αλλά και καινούργιας αρχής στην παρούσα ζωή, ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί.

Εκλεκτός του Θεού ο Συμεών. Ασήμαντος άνθρωπος για τον κόσμο και τους πολλούς, όπως ασήμαντη ήταν η Παναγία, ο Ιωσήφ, οι απόστολοι και όλοι εκείνοι που δεν είχαν θέση στην μεγάλη Ιστορία του κόσμου ως εξουσιαστές, φιλόσοφοι, μορφωμένοι, εφευρέτες, επιστήμονες, δυνατοί. Είχαν θέση όμως στη συγγένεια της πίστεως στον Θεό. Ο Συμεών μένει στην ιστορία αυτής της συγγένειας ως αυτός που είδε την προσδοκία του να εκπληρώνεται και την προσμονή του να μην πάει χαμένη. Και αξιώνεται να κάνει κάτι που ούτε ο ίδιος ούτε κι εμείς θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Τον αχώρητο να Τον κρατήσει στα χέρια του. Τον Δημιουργό του σύμπαντος να τον δει ως βρέφος σμικρό, αλλά χωρίς να έχει χάσει την παντοδυναμία της θεότητας, από την οποία ουδέποτε εχωρίσθη. Και τα γέρικα, παραλυμένα χέρια να παίρνουν δύναμη από το Άγιο Πνεύμα, για να κρατήσουν στην αγκαλιά τους, να ευλογήσουν και να δώσουν την άδεια κατά άνθρωπον στην  Παναγία και τον Ιησού να προχωρήσουν σ’ αυτή τη ζωή, η μάνα για να μεγαλώσει το παιδί της, όπως όλες οι μητέρες, αλλά να μην της ανήκει ποτέ, καθώς ο Χριστός είναι όλων μας, και ο Ιησούς για να ζήσει τα της ανθρωπίνης φύσεως όπως όλοι μας, δίχα αμαρτίας, για να φτάσει μέχρι και τον θάνατο, ως σημείον αντιλεγόμενον, ως ρομφαία που θα χωρίσει την Ιστορία μας στα δύο, αλλά και τις καρδιές μας. Διότι ένα κομμάτι της καρδιάς μας ζητά ουρανό και ένα κομμάτι μένει κολλημένο στον κόσμο αυτό.

Αυτή η γιορτή μας θέτει το ερώτημα: είμαστε στη συγγένεια της πίστεως με τον Συμεών; Κρατούμε στα χέρια της ψυχής μας τον Χριστό κοινωνώντας Τον στη Θεία Ευχαριστία; Τον κρατούμε με την αγάπη του Συμεών και είμαστε έτοιμοι να δείξουμε και να ζήσουμε αυτή την αγάπη στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου, φίλου, εχθρού, αδιάφορου; Προσμένουμε την παρουσία του Χριστού στη ζωή μας, με προσευχή, με μετάνοια, με υπομονή στις δοκιμασίες; Νιώθουμε τη χαρά ότι ο Χριστός είναι η ζωή μας; Ας μην ξεχνούμε ότι Υπαπαντή σημαίνει συνάντηση με κάποιον που έρχεται. Είναι ο Χριστός ένας διαρκής ερχόμενος στη ζωή μας; Αν ναι, τότε η Υπαπαντή του Συμεών γίνεται δική μας! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

2 Φεβρουαρίου 2026

           Της Υπαπαντής

1/31/26

ΝΗΣΤΕΥΩ ΔΙΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ, ΑΠΟΔΕΚΑΤΩ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΚΤΩΜΑΙ


 «Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι» (Λουκ. 18, 12)

«Ἐγὼ νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸν ναὸ τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα τὰ εἰσοδήματά μου» 

            Η περίοδος του Τριωδίου, από τις πιο όμορφες και κατανυκτικές του εκκλησιαστικού χρόνου, ξεκινά με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ο Φαρισαίος, εκπρόσωπος της θρησκευτικότητας που γινόταν αποδεκτή ως αυθεντική από την τότε κοινωνία, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, και από την σημερινή, καυχιέται ότι νηστεύει δύο φορές την εβδομάδα και δίνει στον ναό το ένα δέκατο από όλα τα εισοδήματά του. Η νηστεία έχει να κάνει με τον μετριασμό των σωματικών αναγκών ως προς την απόλαυση αλλά και τον χορτασμό. Η ελεημοσύνη έχει να κάνει με την απόφαση του ανθρώπου να προσφέρει στον ναό προς δόξαν Θεού, αλλά και προς βοήθεια των συνανθρώπων του. Στη νηστεία ο άνθρωπος ασχολείται με το σώμα του περιορίζοντας που μπορεί να λάβει. Στην ελεημοσύνη ο άνθρωπος ασχολείται με την ψυχή του, περιορίζοντας αυτά που ήδη έχει.

            Ο θρησκευτικός άνθρωπος θεωρεί ότι ο Θεός του έχει δώσει αυτές τις εντολές, διότι οι κινήσεις του δεν γίνονται εξ ιδίας πρωτοβουλίας, διότι πρέπει με κάποιον τρόπο να αποδείξει την πιστότητά του σ’ Εκείνον. Και η τήρηση των εντολών κάνει τον θρησκευτικό άνθρωπο να αισθάνεται ικανοποιημένος, πλήρης, έτοιμος να συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους που δεν τηρούν αυτές τις εντολές, για να δηλώσει ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων ότι ο ίδιος είναι «εντάξει». Δεν νιώθει ότι οι εντολές του δίδονται για να δει σε τι υστερεί και αυτό περνά από την ψυχή. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο Χριστός θεωρεί ότι δεν δικαιώνεται. Ο αταπείνωτος άνθρωπος, αυτός που νιώθει ότι η θρησκεία και κάθε τι του δίδεται για να αυτοδικαιωθεί και να δοξαστεί, δεν είναι στην οδό του Θεού κι ας μοιάζει ότι είναι.

            Ο αυτοδικαιωμένος άνθρωπος, που ακολουθεί άλλες θρησκείες όπως η πολιτική, η οικονομία, η τέχνη, ο λόγος, η διανόηση, ο αθλητισμός βάζει στη θέση της νηστείας και της ελεημοσύνης τα χαρίσματά του, όπως επίσης και ότι κάνει χάρη ουσιαστικά στον κόσμο που ασχολείται μαζί του, τον φωτίζει, τον καθοδηγεί, τον διασκεδάζει. Το δικαιούται βεβαίως, αλλά ζητά και την αποζημίωση γι’ αυτό. Το χειροκρότημα. Τη δόξα. Τον έπαινο. Και διαρκώς φέρνει ενώπιόν του και ενώπιόν μας τη σύγκριση με τους αποτυχημένους, που μπορεί να είναι και ανταγωνιστές ή να ανήκουν και σε άλλους χώρους. Κλειδί το Διαδίκτυο που μας φέρνει κοντά, το παγκόσμιο χωριό. Ο λόγος του Χριστού όμως εξακολουθεί να τίθεται ενώπιόν μας. Αξία έχει να νιώθεις σε τι υστερείς και όχι σε τι υπερέχεις. Διότι αν νιώθεις την έλλειψή σου, τότε ξέρεις τα μέτρα και τα όριά σου και ο Θεός σε νιώθει με τη σειρά Του. Διότι Τον επικαλείσαι, Τον αφήνεις να σε ελεήσει, αισθάνεσαι ότι πρώτα Εκείνος σε αγαπά και λες ΝΑΙ στην αγάπη Του και δεν περηφανεύεσαι ότι εσύ Τον αγαπάς περισσότερο, ενώ στην πραγματικότητα Τον χρησιμοποιείς για το ΕΓΩ σου.

            Είναι όμορφο το Τριώδιο. Μας υπενθυμίζει την οδό των ελλείψεων, αλλά και την αγάπη του Θεού που δεν μας αφήνει κι ας είμαστε μόνοι μας σε έναν κόσμο θορύβου και επίδειξης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

1η Φεβρουαρίου 2026

Τελώνου και Φαρισαίου

1/28/26

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

             

  Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν, εκτός των άλλων ιδιοτήτων τους, και παιδαγωγοί. Ασχολήθηκαν με τους νέους, έγραψαν έργα αφιερωμένα σ’ αυτούς, ήταν διδάσκαλοι, συζήτησαν μαζί τους, τους έδωσαν που να κάνουν τη ζωή τους όμορφη και κατά άνθρωπον και κατά Θεόν.

             Κυρίαρχο στοιχείο στον λόγο και τη ζωή τους η αγάπη και με βάση αυτή φέρονταν στους ανθρώπους, ιδιαιτέρως όμως στη νέα γενιά.

Ο Μέγας Βασίλειος τόνιζε ότι η ψυχή του νέου είναι εύπλαστη και τρυφερή, δεν έχει σκληρότητα και είναι ειλικρινής η στάση τους απέναντι στη ζωή. Γι’ αυτό χρειάζεται να ασκούνται στο αγαθό, να μαθαίνουν την καλοσύνη, να επιβραβεύονται γι’ αυτήν, να τους δείχνουν οι μεγαλύτεροι πρότυπα που να τους εμπνέουν σε μια ζωή που το κέντρο δεν θα είναι το εγώ, αλλά το «εμείς».

 Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος προέτρεπε τους νέους να μη δαπανούνε τη νεότητά τους στα πάθη, αλλά να αγωνίζονται να χτίσουν ισχυρό χαρακτήρα, που να αντιστέκεται στο κακό.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ζητά από τους νέους να μάθουν να έχουν μέτρο στην διατροφή τους, να απέχουν από την πολυτέλεια, να είναι νοικοκύρηδες, να αγαπούνε, αλλά και να δέχονται να καθοδηγούνται και να εμπιστεύονται τους μεγαλύτερους.

                Η διδαχή των Τριών Ιεραρχών έρχεται να συναντήσει σήμερα έναν πολιτισμό, στον οποίο τα όσα οι Πατέρες της Εκκλησίας έλεγαν και δίδασκαν μοιάζουν ακατανόητα. Οι νέοι εθίζονται στη βία, η καλοσύνη θεωρείται αδυναμία, η ευγένεια και η αγάπη δεν επιβραβεύονται, το «εγώ» θριαμβεύει. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν οικογένειες και παιδιά που αντιστέκονται. Κι εδώ βρίσκεται το κλειδί της παιδείας.

 Δεν αρκούν οι γνώσεις, αν δεν συνοδεύονται από ενθάρρυνση στο κέντρο της ζωής να είναι η καρδιά και όχι μόνο το μυαλό. Σε μια εποχή, όπου τα πάθη θεωρούνται δικαίωμα, η αντίσταση στο κακό είναι ελπίδα, διότι ο άνθρωπος κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τους άλλους, υπερασπίζεται τη φιλία, την ανθρωπιά, την προσφορά, ακόμη και τη θυσία στη ζωή του. Και όταν έχουμε μάθει μόνο να ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να ζοριζόμαστε για να ξεπεράσουμε το κακό, όχι γιατί θα τιμωρηθούμε, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομορφιά της αγάπης κάνει την ψυχή φωτεινή, τότε αυτός ο κόσμος θα παραδίδεται σε τυράννους, σε εξουσιαστές, σε ψεύτικα πρότυπα, τα οποία θα τάζουν δύναμη, όχι όμως ζωή που δίνει νόημα.

 Όταν  πάλι η εξωτερική εμφάνιση είναι η αγωνία μας, όταν θέλουμε να τα έχουμε όλα δικά μας, όταν ζητούμε υπηρέτες για να μην κουραστούμε εμείς, όταν δεν μας αρέσει η τάξη, το ωραίο, το μέτρο, η αρχοντιά, όταν δεν δεχόμαστε λόγο από κανέναν, διότι τους θεωρούμε όλους «χαλασμένους» και θεωρούμε ότι μόνο ο εαυτός μας κατέχει την αλήθεια, δεν θα σεβαστούμε κανέναν θεσμό και δεν θα έχουμε καμία κοινωνική ηθική. Όμως μόνο συγκρούσεις μας περιμένουν τότε και όχι συνύπαρξη. Και οι συγκρούσεις γεννούνε μίσος και κακία, ο ανταγωνισμός σβήνει το χαμόγελο και δεν θα μάθουμε ποτέ να σεβόμαστε τον άλλον, ούτε τελικά και τον εαυτό μας, διότι πάντα θα είμαστε ανικανοποίητοι.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών, αν συναντήσει την παιδεία της εποχής, μπορεί να βάλει στη ζωή των νέων ελπίδα. Ότι η παράδοσή μας, που οι Τρεις Ιεράρχες συνέβαλαν στο να διαμορφωθεί, καθώς έφεραν την πίστη στον Χριστό σε διάλογο με τον κόσμο και τη ζωή, μπορεί να γίνει η βάση για να βγούνε νέοι ελεύθεροι στη σκέψη, με πρόκριμα την αγάπη και αποφασισμένοι με γενναιότητα, λεβεντιά, αρχοντιά να μιλήσουν και να δείξουν  τις αξίες που σώζουν. Έτσι, θα είναι παιδιά φωτός που θα αγγίξουν και άλλους!   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 28 Ιανουαρίου 2026

1/24/26

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ;

 


«Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν» (Λουκ. 19, 2-3)

«Ἐκεῖ ὑπῆρχε κάποιος, ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ζακχαῖος. ῏Ηταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος. Αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς· δὲν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καὶ γιατὶ ἦταν μικρόσωμος». 

            «Ποιος είναι ο Ιησούς;» . Αυτή ήταν η αναζήτηση του αρχιτελώνη Ζακχαίου στην Ιεριχώ. Ένας πλούσιος στα υλικά αγαθά, αποτέλεσμα αδικίας και εκμετάλλευσης, ένας πλούσιος επομένως σε αμαρτίες άνθρωπος έχει μέσα του την αναζήτηση του προσώπου του Ιησού. Ποιος είναι αυτός ο Ιησούς, για τον οποίο γινόταν λόγος, τόσο στην Ιεριχώ όσο και σε όλη την Γαλιλαία; Θα μπορούσε να μην ασχοληθεί καθόλου ο Ζακχαίος. Είχε τη ζωή του τακτοποιημένη. Μπορεί οι άνθρωποι της Ιεριχούς να τον μισούσαν ως φορέα αδικίας και αμαρτίας, αλλά ο ίδιος ήταν καλά. Η συνείδησή του δεν τον έλεγχε για ό,τι έκανε ή κι αν αυτό γινόταν μικρό ήταν το αντίκρισμα στη συμπεριφορά του. Όμως όταν ακούει ότι ο Ιησούς έρχεται, κάτι μέσα του τον αφυπνίζει. Μία ευλογημένη περιέργεια, ένας λογισμός τουλάχιστον να δει ποιος είναι και πώς είναι. Γι’ αυτό και θα ανεβεί στο δέντρο, για να Τον παρατηρήσει με ασφάλεια, αγνοώντας την ειρωνεία και την αποδοκιμασία των συμπατριωτών του, για να αλλάξει η ζωή του ριζικά, καθώς ο Χριστός θα έρθει στο σπίτι του κι εκεί ο Ζακχαίος έμπρακτα θα δείξει την μετάνοιά του τόσο έναντι του  Θεού όσο και έναντι των ανθρώπων.

            «Ποιος είναι ο Ιησούς;». Το ερώτημα του Ζακχαίου ίσως θα έπρεπε να προβληματίσει και εμάς. Άραγε, έχουμε αναρωτηθεί αν ο Ιησούς είναι ένα πρόσωπο θρησκευτικό, ένα πρόσωπο συνήθειας των εορτών ή ένας Θεός στον οποίο καταφεύγουμε για τις όποιες ανάγκες μας ή για να παρηγορηθούμε ενόψει του θανάτου ή αν είναι για μας ο Θεός που σώζει τον λαό Του και όλους μας; Και η σωτηρία προϋποθέτει την αίσθηση ότι δεν επαρκούν η δύναμη, η κοινωνική μας θέση, τα χαρίσματά μας, τα αγαθά μας, οι βεβαιότητές μας, οι σχέσεις μας  για να έχει η ζωή μας νόημα, το οποίο υπερβαίνει την σιωπηλή μας συνείδηση, αλλά ότι χρειάζεται να δούμε τον Ιησού, ανεβαίνοντας πάνω από τον θόρυβο, την αχλύ, τη συνήθεια στο δέντρο της Εκκλησίας, όπου νιώθουμε το λίγο μας, αλλά και βλέπουμε ότι υπάρχουν οι άλλοι που χρειάζονται την αγάπη μας.

            «Ποιος είναι ο Ιησούς;». Αφύπνιση θέλει, διότι Εκείνος είναι έτοιμος να μας πει να κατέβουμε γρήγορα και να Του ανοίξουμε το σπίτι της καρδιάς μας. Για να ζήσουμε την μετάνοια της αλήθειας για τον εαυτό μας, της αγάπης για τον συνάνθρωπο, της δικαιοσύνης που καταστρατηγείται όταν το κλειδί της ζωής είναι το «εγώ και μόνο» τού καθενός μας. Και τότε η επίσκεψη του Ιησού γίνεται σωτηρία για μας και για τον οίκο μας, για τους δικούς μας,, διότι αυτός που αγαπά, που βλέπει τον εαυτό του, που μοιράζεται, που θεραπεύει τα λάθη και τις αδικίες του, γίνεται φως κι ελπίδα που ανοίγει δρόμο και στους γύρω του. Και νιώθει συνεχώς τον Ιησού, τον Υιό και Λόγο του Θεού, τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή μας, να του ανοίγει τον δρόμο. Όπως έκανε στον Ζακχαίο που έγινε απόστολος του Χριστού και της Εκκλησίας, κηρύσσοντας την πίστη ως επίσκοπος Καισαρείας, που γιορτάζει στις 20 Απριλίου κάθε χρόνο. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

25 Ιανουαρίου 2026

Του Ζακχαίου

 

1/21/26

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ 

                


Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Υποκριτής είναι όποιος διδάσκει τον πλησίον του κάτι, όπου ο ίδιος δεν έφθασε» 
(από το «Γεροντικό»).

                Το πιο εύκολο στη ζωή μας είναι να γινόμαστε υποκριτές. Παρουσιάζουμε έναν εαυτό ψεύτικο, προκειμένου να μην αναγκαστούμε να αναλάβουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, αλλά και για να μπορούμε να είμαστε αποδεκτοί από τους άλλους, όταν νιώθουμε ότι δεν συμφωνούμε μαζί τους, αλλά ούτε κι αυτοί με μας. Έτσι, επιλέγουμε την προσποίηση, το θέατρο, την υποκρισία. Κάποτε, διδάσκουμε στους άλλους πράγματα, στα οποία εμείς δεν έχουμε φθάσει. Δείχνουμε σε εκείνους το σωστό και το πρέπον, όμως δεν μεριμνούμε εμείς να το έχουμε πράξει. Όταν λοιπόν εκείνοι παρακολουθήσουν το δικό μας βίωμα, τότε κλονίζεται η αξιοπιστία μας. Και, μολονότι δεν χρειάζεται να έχουμε ανθρώπους ως πρότυπα για τις επιλογές μας, εντούτοις η υποκρισία μας σκανδαλίζει, με αποτέλεσμα οι θεατές της ζωής μας να αισθάνονται λύπη και απογοήτευση, ενώ εύκολα μας ειρωνεύονται και μας απορρίπτουν.

Η υποκρισία χαρακτηρίζει την πολιτική και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Όπως πολιτικοί προσποιούνται ότι έχουν αγάπη για τον λαό, ενώ στην πραγματικότητα την εξουσία επιδιώκουν, καθώς η αγάπη χρειάζεται θυσία, σοβαρότητα, ευθύνη, μελέτη των προβλημάτων των ανθρώπων και καρδιακή πειθώ, έτσι και πολλοί από τους χρήστες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης αφήνουν την υποκρισία να θριαμβεύει. Προσποιούνται τους παντογνώστες, στήνοντας έναν ψεύτικο εαυτό, που φτάνουν να τον θεωρήσουν ως τον αυθεντικό, πιστεύουν δηλαδή στα ψέματά τους, κρίνουν τους πάντες και τα πάντα, διδάσκουν, κάποτε και με λόγο επιθετικό, υβριστικό, εμπαικτικό, χωρίς οι ίδιοι να είναι σε θέση να πράξουν τα όσα απαιτούν από τους άλλους. Όλα αυτά, σε έναν μανδύα ψεύδους, ο οποίος με τη θολούρα του σκορπίζει σύγχυση και χάος.

Ενίοτε,  αυτό συμβαίνει και με την πίστη στον Θεό. Άλλοτε θεωρούμε πως η πίστη απαιτεί βαρύτατα φορτία, τα οποία όμως εμείς δεν είμαστε σε θέση να τα σηκώσουμε, ωστόσο το ζητούμε από τους άλλους. Άλλοτε, μιλάμε γι’ αυτό που η πίστη όντως πρεσβεύει, αλλά με μια θεωρητική προσέγγιση. Ζούμε την πίστη ως συνήθεια και ως παράδοση, όχι όμως ως αυθεντικό τρόπο που μεταμορφώνει την ύπαρξη, με αποτέλεσμα να φανερώνουμε ένα ήθος επιφανειακό και υποκριτικό. Σκανδαλίζουμε κατά βάθος τους άλλους, διότι ούτε την αδυναμία μας έμπροσθεν του Θεού ομολογούμε, ούτε φερόμαστε με την αγάπη που σώζει, κατακρίνοντας τους άλλους.

            Αν σκεφτούμε και την οικογενειακή πραγματικότητα στους καιρούς μας, θα διαπιστώσουμε ότι κι εκεί η υποκρισία θριαμβεύει. Οι γονείς θεωρούν πως δίνοντας τα πάντα στα παιδιά τους και αφήνοντάς τα χωρίς όρια, θα προχωρήσουν χωρίς κριτική από αυτά για την ουσιαστική τους ψυχική απουσία. Παράλληλα, σπεύδουν να διδάξουν τα παιδιά τους να είναι τίμια και σωστά, χωρίς οι ίδιοι μεταξύ τους να σέβονται ο ένας τον άλλον, κάτι που διαφαίνεται από τη διάλυση των συζυγικών σχέσεων στους καιρούς μας. Ο γονιός όμως δεν προσφέρει μόνο επιβίωση, αλλά και αγωγή στα παιδιά του, με βάση αρχές που ο ίδιος τηρεί. Αν έχει φτιάξει μέσα του έναν κόσμο που δεν υπάρχει, τότε τα παιδιά απογοητεύονται από την υποκρισία. Ο πραγματικός κόσμος έχει στερήσεις, ήττες, αποτυχίες και ο μόνος τρόπος για να αντέξουμε είναι η αγάπη, η υπομονή και η απόφαση να στεκόμαστε όρθιοι με πίστη. Τότε όντως μπορούμε να διδάξουμε, διότι οι ήττες μας δεν θα μας καταβάλλουν. Κι αυτός είναι ο τρόπος της πίστης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 21 Ιανουαρίου 2026

1/16/26

ΕΣΤΗΣΑΝ ΠΟΡΡΩΘΕΝ

 «Τῷ καιρῷ εκείνω, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17, 12-13)

«Τόν καιρό ἐκεῖνο, καθὼς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα ἄνδρες λεπροί, οἱ ὁποῖοι ἐστάθηκαν λίγο μακριὰ, καὶ τοῦ φώναξαν, «Ἰησοῦ Διδάσκαλε, ἐλέησέ μας». 

            Δέκα λεπροί βρίσκονται στην είσοδο ενός χωριού στην Γαλιλαία και περιμένουν τον Χριστό. «Στέκονται λίγο μακριά», από Αυτόν. Γνωρίζουν ότι δεν τους επιτρέπεται από την ασθένεια και τους κανόνες διαχείρισής της να Τον πλησιάσουν. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να φωνάξουν ζητώντας το έλεός Του, την ίασή τους δηλαδή χάρις στην θεϊκή Του δύναμη. Και ο Χριστός θα ανταποκριθεί στο αίτημά τους. Μόνο που η ίασή τους ήταν σωματική. Έχοντας μάθει στην μοναξιά, στον αποκλεισμό, στην περιθωριοποίηση, στον φόβο του θανάτου, δεν σκέφτονται ότι το πρώτο που χρειάζεται να κάνουν είναι  να ευχαριστήσουν Εκείνον που τους γιάτρεψε. Ένας το πράττει, κι αυτός αλλοεθνής, Σαμαρείτης, εχθρός των Ιουδαίων εκ καταγωγής. Και δίκαιο το παράπονο του Κυρίου, όχι γιατί ο Ίδιος είχε ανάγκη από το «ευχαριστώ» των ανθρώπων, αλλά διότι η ίαση του σώματος δεν έφερε την ίαση της καρδιάς. Έναν βαθμό εγγύτητας θα αποκαταστήσουν οι εννέα λεπροί, αυτόν με τους ιερείς της θρησκείας τους που θα βεβαίωναν ότι έχουν ιαθεί, και με τους οικείους τους, με τους οποίους θα μοιραστούν τη χαρά της καινούργιας ζωής, όχι όμως με τον Θεό που τους έκανε καλά.

            «Στέκονται λίγο μακριά». Οι άνθρωποι φοβόμαστε να πλησιάσουμε τον Θεό, διότι νιώθουμε τον ρύπο της ψυχής μας, την απόσταση από τον Δημιουργό μας που η αμαρτία φέρνει στη ζωή μας. Οι άνθρωποι δεν πλησιάζουμε τον Θεό διότι αισθανόμαστε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε ψυχικά, αρκεί να φωνάξουμε για να λάβουμε αυτό που ζητούμε. Η εγγύτητα γεννά το αίτημα της καρδιάς να παραμείνει κοντά σ’ Εκείνον που μας αγαπά και οι άνθρωποι δεν είμαστε έτοιμοι να αγαπήσουμε. Δεν είμαστε έτοιμοι να δείξουμε ευγνωμοσύνη, αλλά θέλουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, όπως τη σκεφτόμαστε, κατά τα δικαιώματα και τις επιθυμίες μας.  Αν πλησιάσουμε περισσότερο τον Θεό, θα ελεγχθούμε εντός μας, αλλά και μπορεί να ποθήσουμε μια ζωή που δεν είμαστε έτοιμοι να την ζήσουμε, όχι όμως γιατί δεν μπορούμε, αλλά γιατί δεν θέλουμε.  Έτσι, λαμβάνουμε χωρίς να δίνουμε, ούτε στον Θεό και συνήθως ούτε και στον άνθρωπο, παρεκτός των οικείων.

            Το θαύμα της ίασης των δέκα λεπρών μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε την ανάγκη να τολμήσουμε να πλησιάσουμε τον Χριστό. Να Τον κοινωνήσουμε στη Θεία Ευχαριστία, να Τον ζήσουμε και να Τον μοιραστούμε στην αγάπη, να πιστέψουμε, να μετανοήσουμε, να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ο Χριστός θέλει την εγγύτητα. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Γι’ αυτό ακούει τη φωνή μας και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, όταν είναι προς όφελός μας. Θα Τον πλησιάσουμε στη ζωή της Εκκλησίας ή θα μείνουμε μακριά Του; 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

18 Ιανουαρίου 2026

Κυριακή ΙΒ’ Λουκά