3/6/26

ΑΝΘΟΣ ΤΟ ΑΜΑΡΑΝΤΟΝ Η ΕΞΑΝΘΗΣΑΣΑ

 


«Ἰατῆρα τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα, χαῖρε, Θεόνυμφε. Ἡ ράβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον ἡ ἐξανθήσασα. Χαῖρε, Δέσποινα, δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα καὶ ζωήν κληρονομοῦμεν» (Ζ’ Ὠδή τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

«Χαῖρε, Νύμφη τοῦ Κυρίου, σύ, ἡ ὁποία ἐγέννησες τὸν Ἰατρόν τῶν (ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν) ἀνθρώπων. (Χαῖρε), Σύ, πού εἶσαι ἡ μυστική ράβδος ἡ βλαστήσασα τὸ ἄνθος (τὸν Χριστόν), πού ποτέ δὲν μαραίνεται. Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, διά μέσου τῆς ὁποίας γεμίζομεν ἀπό χαράν καὶ κληρονομοῦμεν τὴν (αἰώνιον) ζωήν» (μετάφραση Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου). 

            Η ομορφιά της ποίησης του Ακάθιστου Ύμνου δεν είναι μόνο στους Χαιρετισμούς. Ξεκινά από τον Κανόνα, έργο του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου. Στην Ζ’ Ωδή, απευθυνόμενος στην Παναγία, ο ποιητής την περιγράφει με εικόνες παρμένες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και από τη ζωή της Εκκλησίας, με τον δικό του τρόπο, τον συμβολικά μεταφορικό, αποδίδοντας με θεϊκή έμπνευση το κάλλος της Παναγίας, αλλά και την χάρη με την οποία η παρουσία της άλλαξες τη ζωή μας. Έτσι κι αλλιώς η Παναγία είναι ό,τι πιο όμορφο ο άνθρωπος μπόρεσε ποτέ να γεννήσει και να προσφέρει στον Θεό και στον κόσμο.

            Ιατήρα τον ανθρώπων η κυήσασα. Δεν λέει «ιατρό». Χρησιμοποιεί τη ομηρική κατάληξη. «Ιατήρ». Στους αρχαίους το ιδανικό των ανθρώπων ήταν να είναι «λόγων τε ρητήρ, έργων δε πρηκτήρ», δηλαδή ρήτορας σε ό,τι αφορά στη χρήση των λόγων, ικανός στο να πράττει έργα που πρέπει, για να βοηθά το σύνολο. Ο Χριστός όμως είναι ο «ιατήρ» . δεν εργάζεται για τον εαυτό Του, ούτε για να Τον αποδεχθούν οι άνθρωποι. Μας γιατρεύει από τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Κάνει θαύματα που παρατείνουν τη ζωή, αναστέλλοντας τον θάνατο και δίνοντας ποιότητα σ’ εκείνους  που ήταν οι απορριμμένοι από την κοινωνία εξαιτίας της ανημπόριας τους, κάποτε επαναφέροντας τη δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιοι τη σκέψη και τη βούλησή τους, που ο διάβολος τους στερούσε με τις ψυχικές επιθέσεις, όπως στους δαιμονισμένους. Κάνει όμως και το μεγαλύτερο θαύμα, που είναι η το να μας κληροδοτήσει την αιώνια ζωή, νικώντας με την ανάστασή Του τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο. Χάρις στην Παναγία το πρότυπό μας δεν είναι ο πετυχημένος για την κοινωνία και τον εαυτό του άνθρωπος, ο οποίος όμως νικιέται από τον θάνατο, αλλά ο άγιος, ο μιμητής του Χριστού και της ίδιας, αυτός που με την αγάπη νικά τον θάνατο, ζώντας με τον τρόπο του θελήματος του Θεού.

            Η ράβδος η μυστική, άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα. Στην Παλαιά Διαθήκη το ξεραμένο ραβδί του αδερφού του Μωυσή, του Ααρών, βλαστάνει θαυματουργικά και βγάζει λουλούδια, επικυρώνοντας την ευλογία του Θεού ο Ααρών και η γενιά του να έχουν την ιερωσύνη ως δώρο και προνόμιο. Η Παναγία όμως γίνεται στην Καινή Διαθήκη ένα ραβδί μυστικό, που οι άνθρωποι δεν το γνώριζαν, όχι για να γεννήσει έναν ιερέα ή μία ιερατική γενιά, αλλά τον Χριστό, του οποίου το αξίωμα είναι τρισσόν: βασιλικό, ιερατικό και προφητικό. Ο Χριστός θα προσφέρει, όπως οι ιερείς στην Παλαιά Διαθήκη και στην Εκκλησία τα δώρα, τον εαυτό Του ως δώρο στον Θεό, διά του Σταυρού, κάνοντας τη ζωή Ευχαριστία, ευγνωμοσύνη, αγάπη, θυσία, προσφορά. Αυτά είναι τα σημάδια του αμάραντου άνθους, που ζούμε σε κάθε θεία λειτουργία.  Αυτά είναι τα σημάδια της δυνατότητας της ανθρώπινης φύσης, την οποία ο Χριστός προσέλαβε. Να γίνει η ζωή μας αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και θυσία για τον άλλο. Και η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Αυτό όλο το θαύμα το γεννά η Παναγία, η οποία παραμένει προ τόκου, κατά τον τόκον και μετά τον τόκον, Παρθένος. Αδιανόητο μυστήριο για τη σκέψη μας, όπως αδιανόητο ήταν να ανθίσει το ξεραμένο ραβδί. Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ.

            Δι’ ης χαράς πληρούμεθα και ζωήν κληρονομούμεν. Η χαρά δεν έχει να κάνει μόνο με τις στιγμές που εκπληρώνονται όνειρα, που νιώθουμε την αγάπη δυνατή, που τα ανθρώπινα πηγαίνουν όπως το επιθυμούμε, που κάποιοι μας κάνουν να γελούμε, βγάζοντας από μέσα μας μια θετική διάθεση για τη ζωή. Η χαρά είναι πνευματική κατάσταση και έχει να κάνει με το να γεμίζουμε Χριστό και ελπίδα, όταν νιώθουμε δυνατή την "την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένης μέσα στο κορμί μας, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς" (Γιώργος Σεφέρης, "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο"). Ή, μάλλον, το ξέρουμε ότι δεν πεθαίνει, διότι η σχέση με τον Χριστό, όπως πρώτη τη ξεκίνησε η Παναγία, δεν πεθαίνει και γι' αυτό η χαρά κάνει την ύπαρξή μας πεπληρωμένη. Η ζωή της Εκκλησίας είναι ζωή αιώνια. Κι αυτόν τον δρόμο τον ξεκίνησε η Παναγία.

            Σ' έναν κόσμο, στον οποίο παλεύουμε να ζήσουμε με τον ξερό ορθολογισμό, την επιθυμία, την ηδονή, το δικαίωμα, το πρόσωπο της Παναγίας εξανθίζει το άνθος το αμάραντον που είναι ο Χριστός. Μαζί Του όλα γίνονται καινούργια. Και στα δύσκολα  το άνθος παραμένει ακέραιο και όμορφο, όσο κι αν οι φλόγες ή τα τσεκούρια του κακού επιχειρούν να το διαγράψουν. Ας είναι οι πρεσβείες της Παναγίας μας η βοήθειά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Μαρτίου 2026

Β' Χαιρετισμοί

3/3/26

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ

                

Ζούμε σε μια εποχή ατομοκεντρισμού. Ο άνθρωπος νοιάζεται για το "εγώ" του, για τις ανάγκες του, ζει στον δικό του κόσμο. Ακόμη και όσοι δείχνουν να ανοίγονται προς τους άλλους, να νιώθουν ότι το ατομικό δεν μπορεί να θεαθεί έξω από την προοπτική του συλλογικού, εύκολα απογοητεύονται όταν επιχειρούν να δείξουν ενσυναίσθηση, να καταλάβουν πώς σκέφτεται και δρα ο άλλος και γιατί. Τα κίνητρα των πολλών μοιάζουν να περιστρέφονται πίσω από τρεις άξονες: φιλαυτία, φιληδονία, φιλοδοξία. Ακόμη και η οδύνη μοιάζει να είναι ματαίωση του αποφασισμένου τρόπου σκέψης και ζωής, όχι δοκιμασία αυτοκριτικής και αλλαγής.

                Σ' αυτό το ανθρωπολογικό πρότυπο η Ορθοδοξία μοιάζει να επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος. Οι ορθόδοξοι δείχνουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι να κρατάμε την ταυτότητα του χτες στο σήμερα, διασώζοντας τύπους, παραδόσεις, γιορτές, έθιμα, την διακριτότητά μας. Δεν μας είναι εύκολο όμως να κάνουμε διάλογο με τον σύγχρονο άνθρωπο. Έχουμε την αυτάρκεια της πεποίθησης ότι σωζόμαστε επειδή είμαστε Ορθόδοξοι, χωρίς όμως να νιώθουμε ότι επειδή είμαστε Ορθόδοξοι καλούμαστε να νοιαζόμαστε για τη σωτηρία και των άλλων. Η αυτάρκεια αυτή ουσιαστικά μας εισάγει στη φιλαυτία της αποκλειστικότητας της σωτηρίας, στο ότι είμαστε τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, στην υπερηφάνεια έναντι των άλλων που είναι εκκοσμικευμένοι, αμαρτωλοί, απομακρυσμένοι από την αλήθεια.

                Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι. Προσεύχομαι για τον κόσμο, όχι επειδή κείται εν τω πονηρώ κι εγώ είμαι ο σωστός και ο άγιος, αλλά γιατί γι' αυτόν τον κόσμο ο Θεός έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, δίνει το δώρο της αγιότητας. Διαλέγομαι με τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει μάταιο, όχι γιατί είναι καθήκον μου, αλλά γιατί με ενδιαφέρει αληθινά ο άλλος να αισθανθεί ότι υπάρχει ακόμη η αγάπη, υπάρχει ο σεβασμός, υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον ακούσει, που να μην τον σταυρώσει, αλλά να του σταθεί. Προσλαμβάνω τον τρόπο του κόσμου, την επιστήμη, την τέχνη, κάποτε και τη μαυρίλα, όχι γιατί θέλω να κάνω κήρυγμα ηθικής ανωτερότητας, αλλά γιατί τα χαρίσματα που δημιουργούν, ακόμη και προς τη σκοτεινιά, είναι δώρα Θεού και, όταν εκφράζουν ή βοηθούν ανθρώπους να νιώθουν λιγότερο μόνοι, λιγότερο πονεμένοι, με ευκολότερη τη ζωή τους, είναι μία αναλαμπή, μικρή ή μεγάλη αδιάφορο, ότι υπάρχουμε και για τους άλλους.

                Ορθόδοξος σημαίνει ότι θέλω την ειρήνη. Σε μια εποχή πολέμου συμφερόντων και εξουσίας που γίνεται ηδονή, επιλέγω την οδό της ειρήνης, της συμφιλίωσης. Δεν διστάζω να πω ΟΧΙ, ακόμη και σε οικείους που διαστρέφουν το μήνυμα του Ευαγγελίου, για να επιβληθούν. Αρνούμαι τον θυμό γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλω, αλλά δεν φοβάμαι να πω την αλήθεια κι ας γίνω δυσάρεστος. Κρατώ την ιστορία και την παράδοση της πρώτης Εκκλησίας όχι στους τύπους μόνο, αλλά, κυρίως, στο ήθος. Κι αυτό είναι να μην αντιλοιδορείς όταν σε λοιδορούν. Να μην εκδικείσαι όταν σε υβρίζουν. Να υπερασπίζεσαι τους αδύναμους, όχι όμως για να κερδίσεις δόξες, αλλά γιατί η δύναμη του Θεού βρίσκεται στο λίγο που γίνεται πολύ χάρις στην αγάπη.

                Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι για εκείνους που παλεύουν να φέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στα πέρατα της γης. Για τους ταπεινούς που νιώθουν ότι η ιεραποστολή είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Για όσους βγήκαν από την άνεσή τους. Και η έγνοιά μου γίνεται συμπαράσταση με κάθε τρόπο, ακόμη και με μια σκέψη προσευχής.

                Ορθόδοξος σημαίνει ότι παραμένω μέλος της Εκκλησίας. Αυτής που δεν επαναπαύεται στις δάφνες της, αλλά που θέλει να αφυπνίσει. Κι ας είμαι στο περιθώριο.    

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 4 Μαρτίου 2026

2/28/26

«ΟΥΡΑΝΕ, ΠΟΝΕ ΜΑΚΡΙΝΕ»


 «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 1, 52).

«Σᾶς βεβαιώνω ὅτι σύντομα θὰ δεῖτε νὰ ἔχει ἀνοίξει ὁ οὐρανός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν πάνω στὸν Υἱὸ τοῦ ᾿Ανθρώπου». 

            Είμαστε πλασμένοι να κοιτάμε προς τον ουρανό. Σε έναν κόσμο διασπασμένο, όπου τα συμφέροντα συγκρούονται, όπου οι πόλεμοι μοιάζουν συνεχείς και αναπόφευκτοι, όπου ο θάνατος είναι προαιώνιος και έσχατος εχθρός, μας έχει δοθεί ως δώρο η ελευθερία, διά της οποίας καλούμαστε είτε να κοιτάξουμε ψηλά είτε να θεοποιήσουμε τον εαυτό μας. Να διαλέξουμε την επιβίωση με κριτήριο το εγώ και την παντοδυναμία του ή τη σχέση με τον Θεό που δίνει άλλο νόημα στη ζωή, αγάπης και ελευθερίας, αλήθειας και ανάστασης. Κοιτώντας ψηλά, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι θα χάσουμε συχνά, ακόμη και την ίδια μας τη ζωή στο τέλος. Πιστεύουμε όμως. Εμπιστευόμαστε Εκείνον που έγινε άνθρωπος και κατέβηκε από τον ουρανό, αφήνοντάς τον για πάντα ανοιχτό. Δεν είμαστε μόνοι μας. Μπορεί να παλεύουμε να διορθώσουμε τον κόσμο, αλλά, στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε ότι αυτός ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται και εν τω πονηρώ θα παραμείνει. Γνωρίζουμε όμως ότι ο Χριστός είναι μαζί μας. Δεν θα μας αφήσει, όσο κι αν ο θόρυβος της ζωής Τον κρύβει.

            Ο Χριστός είπε στον Ναθαναήλ, όταν τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει, ότι «θα δείτε τον ουρανό να έχει ανοίξει». Ο ουρανός δεν είναι μόνο η εικόνα που έχουμε, της φύσης, του σύμπαντος, της δημιουργίας του Θεού. Είναι και η πνευματική διάσταση. Αυτή που δεν μπορούμε να τη δούμε με τα σωματικά μας μάτια, αλλά υπάρχει. Είναι η παρουσία του Θεού. Των Αγγέλων. Των δαιμόνων. Των ψυχών που έχουν χωριστεί από τα σώματά τους, αλλά δεν έχουν χαθεί και προσδοκούν την ανάσταση των νεκρών. Των ψυχών, ακόμη, που έχουν επιλέξει τον χωρισμό από τον Θεό. Την μοναξιά των παθών και της κόλασης. Γιατί ο ουρανός ήταν,  είναι και θα είναι ελευθερία. Όπως ελεύθερος είναι ο Τριαδικός Θεός, που τον δημιούργησε.

Και έχει ανοίξει ο ουρανός. Από τη στιγμή που ο Χριστός έγινε άνθρωπος, μάς δόθηκε το κλειδί να βλέπουμε πέρα από τη σωματική όραση. Να νιώθουμε την αγάπη του Θεού. Την παρουσία Του. Την αγιότητα, που είναι το μέγιστο των θαυμάτων. Την ελπίδα. Την προσδοκία της συνάντησης. Τη γαλήνη, όσα βάσανα κι αν έχει η ζωή που ζούμε. Και το κλειδί είναι να πιστεύουμε. Να εναποθέτουμε την ελπίδα μας στον Θεάνθρωπο. Και να βαδίζουμε μαζί με το εγώ σε μία πορεία πέρα από το εγώ. Διότι δεν καταργείται το πρόσωπό μας. Ο Χριστός μας ζητά να μην το αποθεώνουμε, αλλά να μοιραζόμαστε ό,τι είμαστε και ό,τι έχουμε με τον συνάνθρωπο, ώστε Εκείνος να αναπληρώνει όσα μας λείπουν και να μας παρηγορεί για όσα δεν χρειαζόμαστε, παρότι τα θέλουμε.

Γι’ αυτό και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, στην οποία θυμόμαστε την αναστήλωση των ιερών εικόνων, εορτάζουμε τον ανοιχτό ουρανό στο πρόσωπο του Χριστού, στα πρόσωπα των Αγίων, στα πρόσωπα τα δικά μας, αν είμαστε αποφασισμένοι να ζήσουμε κατά Χριστόν. Χαιρόμαστε που έχουμε προορισμό. Χαιρόμαστε που έχουμε πρεσβευτές. Χαιρόμαστε που, παρά τα βαρίδια που μας τραβάνε προς τα κάτω, παρά το ότι ο ουρανός μοιάζει «πόνος μακρινός» (Ν. Γκάτσος), εντούτοις κάπου στο βάθος της ψυχής μας «υπάρχει η αληθινή μας μέρα» (Οδ. Ελύτης), όχι παραπεταμένη, αλλά έτοιμη να μας σπρώξει να ξεκινήσουμε το ταξίδι του νοήματος, το ταξίδι προς τον ανοιχτό ουρανό. Αυτόν της αγάπης. Της πίστης. Της ανάστασης. Στην Εκκλησία, όπου κοινωνούμε, συναντιόμαστε, γιορτάζουμε, μοιραζόμαστε, προσδοκούμε.

Χρόνια πολλά, ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

1η Μαρτίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας

2/26/26

ΕΥΡΥΧΩΡΟΝ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΧΑΙΡΕ, ΑΧΡΑΝΤΕ

 «Εὐρύχωρον σκήνωμα τοῦ Λόγου, χαῖρε, Ἄχραντε, κόχλος ἡ τὸν θεῖον μαργαρίτην προαγαγοῦσα. Χαῖρε, Πανθαύμαστε, πάντων πρὸς Θεόν καταλλαγή τῶν μακαριζόντων σε, Θεοτόκε, ἑκάστοτε» (Κανόνας τῶν Χαιρετισμῶν, Ὠδή ε’)

«Χαίρε, ω αγνή Κόρη, συ, που αποτελείς ευρύχωρη κατοικία του Λόγου, συ, που είσαι η κογχύλη (αχιβάδα), η οποία έφερε σε μας το θεϊκό μαργαριτάρι (τον Χριστό). Χαίρε, πανθαύμαστε, συ, που συμφιλιώνεις με τον Θεό όλους εκείνους, οι οποίοι πάντοτε σε μακαρίζουν». 

            Εκτός από την προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, η ακολουθία των Χαιρετισμών μάς κάνει να τερπόμαστε με την ομορφιά της γλώσσας μας. Τη δυνατότητα που η ποίηση προσφέρει να έρθουμε κοντά στην Μητέρα του Θεού, να απευθυνθούμε σ’ Αυτήν, να γίνουμε παιδιά της, να δούμε την πορεία της ζωής μας μέσα από τη σχέση μαζί της, που γίνεται μεσιτεία προς τον Χριστό. Και είναι ανθρώπινη η γλώσσα που υμνεί, ανθρώπινα τα συναισθήματα και οι εικόνες που περικλείουν καρδιά που αναζητά το νόημα της δικής μας ζωής μέσα από τη σχέση με τον ουρανό. Πρώτη η Παναγία έζησε αυτή τη σχέση στον απόλυτο βαθμό. Και μας ωθεί ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ο ποιητής του Κανόνα των Χαιρετισμών, να ζήσουμε κι εμείς, με τη σειρά μας, τον τρόπο της Παναγίας, σε καιρούς που ίσα-ίσα ένα μικρό συναίσθημα εξόδου από του εγώ διαφαίνεται και όχι πάντοτε.

             Ευρύχωρον σκήνωμα του Λόγου η Παναγία. Σ’ αυτήν κατοίκησε κάνοντας σκηνή ο Χριστός. Δεν ζήτησε να μείνει μόνιμα ο Ίδιος, διότι και σεβάστηκε και σέβεται την ελευθερία μας. Δεν κατευθύνει τη ζωή μας, δεν εκβιάζει, δεν απαιτεί. Σκηνώνει στο δικό μας ΝΑΙ για κάποιον χρόνο και μας αφήνει α αποφασίσουμε αν Τον ακολουθήσουμε και για όσο το επιθυμούμε. Η Παναγία Τον ακολούθησε για πάντα. Εμείς καλούμαστε να Τον αφήνουμε να σκηνώνει στην ύπαρξή μας διά της Θείας Ευχαριστίας, διά της αγάπης, διά της αλήθειας της Εκκλησίας. Γνωρίζουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, αποτυχημένοι να κρατήσουμε την χάρη Του, διότι το εγώ μας ζητά την αυτονομία. Η βούληση μάς θέλει προσανατολισμένους στο να σκηνώνουμε στα του κόσμου τούτου. Όμως Εκείνος είναι δίπλα μας και περιμένει. Να επαναλαμβάνουμε στις χαρές και στις λύπες της ζωής το ΝΑΙ μας, με τις πρεσβείες της Παναγίας. Και δεν είναι τιμωρός, ούτε εκδικητικός έναντί μας. Δεν με ήθελες, δεν έρχομαι. Είναι Πατέρας και φίλος. Και περιμένει, διότι είναι η Συγχώρεση.

            Κόχλος η τον θείον μαργαρίτην προαγαγούσα η Παναγία. Είναι το κοχύλι, το στρείδι, η αχιβάδα, με την ομορφιά της που περικλείει εντός της το θεϊκό μαργαριτάρι, τον Χριστό. Το στρείδι ανοίγει και κλείνει για να προφυλάξει τον θησαυρό του. Τον δείχνει στη γαλήνη και τη χαρά. Κλείνει το κέλυφός του και τον κρατά εντός του, για να μην τον χάσει. Έτσι και η Παναγία. Σαν το κοχύλι κρατά τον Χριστό, κλείνοντας όταν οι άνθρωποι δεν θέλουν να Τον δούνε, γιατί δεν θέλει με βία να υποταχθούμε στην ομορφιά, αλλά να την αφήσουμε να μας σαγηνεύσει διά της αγάπης. Προστάτευσε τον Χριστό, φεύγοντας για την Αίγυπτο. Τον έκρυψε στους κόλπους της, ανατρέφοντάς Τον, μέχρι να έρθει η ώρα να βγει στον κόσμο για το μήνυμα του Ευαγγελίου. Δεν κράτησε το κέλυφός της όμως κλειστό. Δεν διεκδίκησε την αποκλειστικότητα της ομορφιάς για τον εαυτό της. Άφησε τη χαρά να τη ζήσουν όλοι. Αυτό μας καλεί να κάνουμε η Εκκλησία. Να κρατήσουμε τον Χριστό στο κοχύλι της ύπαρξής μας ως θησαυρό πολύτιμο και μοναδικό. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς επίδειξη. Αλλά και να Τον μοιραστούμε με τους άλλους ανθρώπους, με το σιωπηλό άνοιγμα της καρδιάς μας, όχι με θόρυβο και απαίτηση, αλλά με την απλότητα της χαράς που γίνεται παγκόσμια, της μαρτυρίας σε όλους, με αγάπη και υπομονή.

            Πάντων προς Θεόν καταλλαγή η Παναγία. Συμφιλίωση φέρνει η Παναγία σε μία σχέση που είναι διασπασμένη, όχι από τον Θεό, αλλά από εμάς. Μας χωρίζει η αμαρτία, το θέλημά μας, η αίσθηση ότι δεν μας χρειάζεται ο Θεός και ότι μπορούμε και μόνοι μας. Η Παναγία έρχεται να μας συμφιλιώσει με την ταπείνωσή της. Μας δείχνει, με απλότητα και με διάκριση, ότι χωρίς τον Θεό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, διότι Αυτός μας έδωσε τα χαρίσματα του κατ’ εικόνα, τη δημιουργικότητα, την πορεία προς τον συνάνθρωπο, την ανάγκη να έχουμε καταλλαγή και συμφιλίωση μεταξύ μας, διότι καμία εξουσία δεν ελευθερώνει, αλλά μόνο η αγάπη. Και διά της μετανοίας, για τα πολλά μας λάθη, να μπορούμε να επιστρέφουμε στο πατρικό μας σπίτι, την Εκκλησία, όπου ούτε ο θάνατος δεν θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού.

            Σ’ έναν κόσμο ανελευθερίας, ασκήμιας, εγωτικής απαίτησης, πολέμου και διχασμού η Παναγία δείχνει τον δρόμο προς τον Χριστό. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι καιρός ευπρόσδεκτός, με τις πρεσβείες της, με το να την μακαρίζουμε στις ιερές ακολουθίες και με την προσπάθειά μας να αγαπούμε, να μετανοούμε, να διαμορφώνουμε τα κριτήρια του Ευαγγελίου ως βίωμα στον χρόνο μας, να βρούμε τον Υιό και Θεό της. Και Εκείνη στέκεται δίπλα μας, ως Μάνα τρυφερή και παρηγορητική, βοηθώντας μας να νικήσουμε τη σκληρότητα και την κακία, που και δείχνουμε και μας καταβάλλει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

27 Φεβρουαρίου 2026

Α’ Χαιρετισμοί

2/24/26

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ

                 

Έλεγε ο Αββάς Ισίδωρος ο πρεσβύτερος: "Αν νηστεύετε, μην το παίρνετε επάνω σας. Αν κομπάζετε, καλύτερα ας τρώτε κρέας. Γιατί είναι προτιμότερο να τρώει κανείς κρέας παρά να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του" (Από το "Γεροντικό")

                Η νηστεία είναι μία ευλογημένη συνήθεια των χριστιανών. Η αλλαγή της διατροφής μάς βοηθά να αφήσουμε κατά μέρος την εξάρτηση από τροφές που μας αρέσουν, που είναι συνηθισμένες, που μας γεμίζουν τοξίνες, που μας δίνουν άνεση. Η νηστεία όμως είναι και μία εξαιρετική ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας, την ψυχή μας. Διότι, όπως προχωρά η ζωή μας, ο καθένας μας διακατέχεται από εντονότερα ή ασθενέστερα πάθη, με πιο δύσκολο στην αντιμετώπισή του την έπαρση, την αίσθηση ότι ο εαυτός μας είναι το κέντρο του κόσμου.

                Το "εγώ" μάς δόθηκε από τον Θεό, για να έχουμε επίγνωση της διαφορετικότητάς μας. Για να μπορούμε να αξιοποιούμε τα χαρίσματα που κληρονομούμε, αλλά και αναπτύσσουμε, με σκοπό να μοιραστούμε τα καλά. Κάθε στιγμή της ζωής μας βεβαίως ζούμε την πρόκληση να διαχειριστούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους στην προοπτική της αγάπης ή της εξουσίας ή της αδιαφορίας. Να δούμε τον άλλον ως εικόνα Θεού ή ως αντικείμενο προς δική μας χρήση ή σαν να μην υπάρχει. Να νοιαστούμε ή να φερθούμε με απάθεια. Να μείνουμε στο δικό μας συμφέρον ή να δούμε τη ζωή και τον συνάνθρωπο με καλοσύνη, με διαπραγμάτευση, με ενσυναίσθηση, με συγχωρητικότητα, ακόμη κι αν εμείς δεν έχουμε όσα θα θέλαμε να έχουμε.

                Η νηστεία μπορεί να μας δώσει την αφορμή να στραφούμε προς μέσα κόσμο μας. Να δούμε τις αντιδράσεις, τον θυμό μας, τον υπερτονισμό ότι έχουμε δίκιο σε ό,τι κι αν σκεφτούμε, την αδυναμία μας να υποχωρήσουμε, την επιλογή να κρίνουμε τη ζωή με βάση το πώς σκεφτόμαστε εμείς και μόνο με αυτό. Και να γίνει ευκαιρία να νηστέψουμε από την κυριαρχία του εγώ. Από την έπαρση ότι εμείς γνωρίζουμε. Να λειτουργήσουμε με ταπείνωση. Να αφήσουμε τον Θεό να αποφασίσει στην προοπτική τού "δίκασον, Κύριε, τους αδικούντας με" (Ψαλμ. 34,1) και όχι με το να επιβάλουμε εμείς την άποψή μας. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται νήψη, εγρήγορση, αυτοκριτική. Αυτό συνεπάγεται το να ακούσουμε τη φωνή της συνείδησής μας. Να ρωτήσουμε τον πνευματικό μας. Να αυξήσουμε την προσευχή μας. Να αισθανθούμε ότι δεν είμαστε εμείς το κέντρο της ζωής, αλλά το θέλημα του Θεού που ανοίγει δρόμους, φωτίζει και εμάς και τους άλλους ή επιτρέπει εμπόδια, για να ασκηθούμε, να υπερβούμε, να αντέξουμε.

                Αν συνδυάσουμε τη νηστεία των τροφών με τη νηστεία από την έπαρση, τότε η πνευματική μας προπαρασκευή για τις μεγάλες εορτές της πίστης μας αποκτά περιεχόμενο σε βάθος. Αν συνδυάσουμε τη νηστεία με ελεημοσύνη, με συγχωρητικότητα, με πραότητα, τότε μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά στον πλησίον μας, ακόμη κι αν εκείνος είναι δύστροπος, ακόμη κι αν μας ταλαιπωρεί. Συγχώρηση δείχνει όχι επηρμένος, αλλά ο ταπεινός. Το πρώτο βήμα κάνει όχι ο αδύναμος, αλλά ο ισχυρός. Αντέχει και αγαπά αυτός που βλέπει τη ζωή και στην πνευματική της διάσταση. Κι αυτό είναι το νόημα τελικά της νηστείας. Να έρθουμε πιο κοντά στο ήθος του Ευαγγελίου, στη διδαχή του Χριστού, που είναι η νηστεία να συνδυαστεί με τη συμφιλίωση, με τη χαρά, με την αποκατάσταση της κοινωνικότητας στην Εκκλησία.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 25 Φεβρουαρίου 2026



 

2/21/26

Ο ΠΑΤΗΡ ΣΟΥ Ο ΒΛΕΠΩΝ ΕΝ ΤΩ ΚΡΥΠΤΩ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΣΟΙ ΕΝ ΤΩ ΦΑΝΕΡΩ

 


«Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6,17-18)

«᾿Εσύ, ἀντίθετα, ὅταν νηστεύεις, περιποιήσου τὰ μαλλιά σου καὶ νίψε τὸ πρόσωπό σου, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ στοὺς ἀνθρώπους ἡ νηστεία σου, ἀλλὰ στὸν Πατέρα σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις· καὶ ὁ Πατέρας σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις, θὰ σοῦ τὸ ἀνταποδώσει φανερά». 

            Η νηστεία είναι μια ευλογημένη συνήθεια στην παράδοση της Εκκλησίας. Είναι εντολή του Θεού από την Παλαιά Διαθήκη. Νηστεία έπρεπε να κάνει ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο. Δεν θέλησε. Νηστεία έκαναν οι Εβραίοι στην έρημο πριν λάβουν στο Σινά τις Δέκα Εντολές. Νηστεία γινόταν και γίνεται σε εορτές, σε εβδομαδιαία βάση (δύο φορές, όπως έλεγε ο Φαρισαίος στη γνωστή παραβολή). Νηστεία έκανε ο Χριστός επί 40 ημέρες μετά τη Βάπτισή Του. Νηστεία έχει ορίσει η Εκκλησία την Τετάρτη και την Παρασκευή, καθώς και σε περιόδους προετοιμασίας μας για μεγάλες γιορτές, όπως το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, η Κοίμηση της Θεοτόκου, η εορτή των Αγίων Αποστόλων. Η νηστεία είναι μία απόφαση στέρησης από ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά και περίοδος πένθιμη, με την έννοια της επίγνωσης των αμαρτιών μας, δηλαδή της αποτυχίας μας να είμαστε κοντά στον Θεό, εξαιτίας λαθών μας, που ξεκινούν από την παράβαση των εντολών του Θεού. Πένθος διότι δεν αγαπούμε όσο μπορούμε, ούτε συνειδητοποιούμε την έλλειψη. Γι’ αυτό και η νηστεία είναι μία περίοδος στην οποία τα πολλά γίνονται λίγα, για να γίνουν τα λίγα πολλά στη χαρά της γιορτής, της σχέσης με τον Θεό, της πνευματικής μας ανάστασης.

            Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία Του, μας υπενθυμίζει μία εικόνα: αυτή των υπερευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι, στη νηστεία, κυκλοφορούσαν αχτένιστοι, άπλυτοι και άνιφτοι, ώστε να τους βλέπουν και να τους επαινούν διότι νήστευαν. Ο Χριστός μάς προτρέπει το πένθος να είναι χαροποιό. Να συνεχίζουμε τη ζωή μας χωρίς επίδειξη της πίστης ή της ευσέβειας ή της απόφασής μας να νηστεύουμε, διότι η σχέση με τον Θεό δεν είναι επίδειξη, αλλά εργασία καρδιακή. Όποιος νηστεύει προσεύχεται. Αποκτά επίγνωση των όσων των χωρίζουν από τον Θεό, αποφασίζει να παλέψει, για να τα υπερβεί, επικαλείται την χάρη του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του και περιμένει. Ανταπόδοση γι’ αυτόν είναι να νιώθει ότι η υπακοή στην εντολή του Θεού είναι ευλογία, χαρά, ζωή. Και η χαρά αυτή μεταμορφώνει την καρδιά και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή.

            Θέλουμε ανταπόδοση οι άνθρωποι για τα έργα μας. Να ενισχυθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης του Θεού προς εμάς και ημών προς τον εαυτό μας, ότι αυτό που κάνουμε είναι καλό, ότι ο Θεός το βλέπει και θα μας δώσει ανταμοιβή είτε στην προσωπική και οικογενειακή  μας ζωή είτε στη βασιλεία Του. Ο Θεός δεν αφήνει τον άνθρωπο απαράκλητο, απαρηγόρητο. Όντως του ανταποδίδει τον αγώνα, όχι όμως πάντοτε με τον τρόπο που ο άνθρωπος επιθυμεί, αλλά με τη στήριξη στις δοκιμασίες, με την αίσθηση ότι δεν θα τον εγκαταλείψει, ακόμη κι αν δείχνει ότι τον εγκαταλείπει, κάποτε και με μικρότερες ή μεγαλύτερες ευλογίες στην καθημερινότητά του. Κυρίως όμως η αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι  παιδί του Θεού, ότι έχει Πατέρα εν ουρανοίς, ότι έχει φίλο και αδελφό τον Υιό και Λόγο του Θεού που έγινε άνθρωπος δι’ ημάς, είναι μία αίσθηση οικειότητας, που νικά και τον θάνατο.

            Τα παραπάνω μοιάζουν λόγια νεκρά για τους καιρούς μας. Κάποτε και για μας τους ίδιους, που περιοριζόμαστε στη νηστεία των τροφών και θεωρούμε τον δρόμο αυτό επαρκή. Ζητούμε μάλιστα ανταπόδοση για το ελάχιστο. Κι όμως, σ’ αυτόν τον σκληρόκαρδο κόσμο, δεν παύει ο Θεός διά της Εκκλησίας να μιλά στις καρδιές μας, ζητώντας να στραφούμε περισσότερο προς τον μέσα κόσμο μας, να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε, να ελεήσουμε, να μοιραστούμε και νηστεύοντας από τα πάθη να αφεθούμε στη χάρη Του. Όποιος θέλει, μπορεί! Και δεν θα είναι μόνος του!  

            Καλή Σαρακοστή! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Τυρινής

2/18/26

ΤΑ ΞΕΝΑ ΛΟΓΙΑ

 

 «Έλεγε ο αββάς Ωρ στον μαθητή του Παύλο: Πρόσεχε, ποτέ μη φέρεις στο κελλί σου ξένα λόγια»  (από το «Γεροντικό»).

Οι άνθρωποι επηρεαζόμαστε από τα ξένα λόγια. Άλλοτε, τα ακούμε ευχάριστα, διότι έρχονται να επιβεβαιώσουν δικές μας γνώμες. Άλλοτε, μας φέρνουν πληροφορίες, οι οποίες ικανοποιούν την περιέργειά μας. Άλλοτε, μας εντάσσουν σ’  έναν κόσμο στον οποίο θεωρούμε ότι είτε ανήκουμε είτε δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτόν. Άλλοτε, τροφοδοτούν μία εμπαθή κατάσταση που υπάρχει μέσα μας και ονομάζεται αυτοδικαίωση. Δύσκολα συναισθανόμαστε ότι διαπράττουμε αμαρτία, διότι η έννοια αυτή τείνει να διαγραφεί από τη ζωή μας. Και είναι αμαρτία ό,τι δεν μας οδηγεί στην αγάπη.

Η ασκητική μας παράδοση επισημαίνει τη διάσπαση τόσο του εαυτού μας όσο και της σχέσης μας με τον πλησίον, όταν φέρνουμε στον χώρο της ύπαρξής μας τα ξένα λόγια. Γεννιούνται ή συντηρούνται λογισμοί που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε, αλλά ούτε μας επιτρέπουν να κάνουμε πράξη σκοπούς της ύπαρξής μας, όπως η προσευχή. Διότι τα ξένα λόγια που γίνονται δικά μας παρεισφρύουν στον νου μας και του κλέβουν τη χαρά, τον πολιορκούν με χαιρεκακία ή μνησικακία, τον κάνουν να πλάθει σενάρια, υποτάσσουν  την ομορφιά στην ασχήμια. Ταυτόχρονα, επέρχεται διάσπαση και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Διότι ο νους μας χρειάζεται να παλέψει πολύ για να μην αφήσει να σχηματιστεί για τον άλλον η γνώμη που τα ξένα λόγια φέρνουν μαζί τους, γνώμη πολέμου, απογοήτευσης, παράπονου, θλίψης. Τα ξένα λόγια είναι απειλή για την πνευματικότητα της πορείας μας.

Εύκολα αναρωτιόμαστε κατά πόσον, σε έναν κόσμο στον οποίο τα ξένα λόγια είναι πάμπολλα και δεν έχουν να κάνουν μόνο με ανθρώπους που τα εκστομίζουν, αλλά και με την εικονική πραγματικότητα του Διαδικτύου που τα καθιστά διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή, είναι εφικτό να μην τα λαμβάνουμε υπόψιν; Ακούμε συχνά ότι σκοπός του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να καλλιεργήσει στα παιδιά και στους νέους την κριτική σκέψη. Αυτό σημαίνει τη δημιουργία των φίλτρων εκείνων, που με βάση την αλήθεια θα διαχειρίζονται τον πλούτο των πληροφοριών,  ώστε να μπορούν τα παιδιά και οι νέοι να διαμορφώνουν δική τους άποψη όχι άκριτα, αλλά με επίγνωση τού τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο. Το εκπαιδευτικό σύστημα όμως δεν δείχνει στη νέα γενιά ένα άλλο κριτήριο, το οποίο θα μπορέσει να συνδιαμορφώσει μαζί με την αλήθεια, την κριτική σκέψη: το νόημα και τον προσανατολισμό ζωής. Εδώ έρχεται η πίστη.

                Αν νόημα ζωής είναι η αγάπη, τόσο για τον Θεό όσο και για τον συνάνθρωπο, η αγάπη που μοιράζεται, συγχωρεί, «ου ζητεί τα εαυτής», τότε έχουμε ένα πυλώνα στέρεο, με βάση τον οποίο τα ξένα λόγια δεν θα μπορούν να είναι το κριτήριο της ψυχικής μας πορείας και διαμόρφωσης. Γιατί αυτός που βάζει στην καρδιά του την αγάπη, δεν έχει ανάγκη λόγια εις βάρος των άλλων για να δυναμώσει τη δική του αυτοεκτίμηση. Αυτός που αγαπά χαίρεται για τα λίγα ή τα πολλά του, παλεύει να διορθώσει τα δικά του σφάλματα, δεν δικαιώνει τις αδυναμίες του, αλλά με ταπείνωση νικά το εγώ του. Αυτός είναι και ο δρόμος του Θεού. Έτσι, ακόμη κι αν έρθουν τα ξένα λόγια, δεν τα αφήνει μέσα στο κελλί του νου του, γιατί δεν έχουν τόπο στην καρδιά που αγαπά. Προσεύχεται για όποιος μοιάζει να μην είναι εντάξει, μιλά εκεί όπου μπορεί, υπομένει εκεί όπου δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, κυρίως όμως γνωρίζει ότι τα του κόσμου τούτου παρέρχονται. Μόνο η αγάπη μένει και αυτό είναι η αυθεντική παρηγοριά που ελευθερώνει.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 18 Φεβρουαρίου 2026