1/28/23

ΚΑΓΩ ΕΙΣΔΕΞΟΜΑΙ ΥΜΑΣ


"
Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ" (Β' Κορ. 6, 17-18)

"Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος· Φύγετε μακριὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ξεχωρίστε. Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος"

            Ο άνθρωπος, ο οποίος αναζητεί τον Θεό, νιώθει επιτακτική ανάγκη στην ψυχή του να αισθανθεί ότι ο Θεός τον δέχεται ό,τι κι αν έχει κάνει, όσο κι αν βρίσκεται σε πάθη και λάθη, όσο κι αν ο τρόπος ζωής δεν συμβαδίζει με τον έρωτα που ο Θεός ζητά από τον καθέναν μας. Είναι ανακουφιστική η αναφορά του αποστόλου Παύλου, σε συνέχεια ενός λόγου της Παλαιάς Διαθήκης, ότι ο Θεός θα πει σε όλους μας: "καγώ εισδέξομαι υμάς". Αυτός ο λόγος δείχνει πατρότητα, δείχνει συγχωρητικότητα, δείχνει στοργή, δείχνει υπέρβαση που έχουμε όσο τίποτε άλλο ανάγκη, παραδομένοι, καθώς είμαστε, στην δική μας κλειστή καρδιά, στην δική μας θέληση να δεχόμαστε μόνο όσους συμφωνούν μαζί μας και φέρονται, όπως θέλουμε εμείς να φέρονται.

            "Καγώ εισδέξομαι υμάς". Τρεις προϋποθέσεις θέτει ο Θεός για να γίνει αυτό. Να φύγουμε μακριά από την ειδωλολατρική νοοτροπία, να αισθανόμαστε δυνατή στην καρδιά μας την χριστιανική ιδιότητα, να μην πειραματιζόμαστε με το κακό και την αμαρτία. Το πρώτο δείχνει ότι ζούμε μεν μέσα στον κόσμο, όμως η ελπίδα μας είναι ο ουρανός. Χρησιμοποιούμε τα ανθρώπινα, δεν τα καθιστούμε όμως κέντρο της ζωής μας. Πάντοτε στην καρδιά μας δεσπόζει η αγάπη προς τον Θεό. Εκείνος είναι η ελπίδα μας. Και εξετάζουμε τα της ζωής μας μέσα από το πρίσμα των εντολών Του, μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου, που μας δείχνει τι είναι αληθινό, γνήσιο και διαρκές, και τι παραμένει πρόσκαιρο και μάταιο. Το δεύτερο δείχνει ότι η χριστιανική μας ιδιότητα είναι αυτή που μας δίνει την ταυτότητά μας. Είμαστε πρώτα από όλα χριστιανοί. Κι στα σωστά και στα λάθη μας και στις χαρές και στις λύπες μας, και στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τις κρίσεις της ζωής μας, δεσπόζει η πίστη μας στον Χριστό και Εκείνος είναι που καταδεικνύεται μέσα από τις σκέψεις και τα έργα μας και όχι το εγώ μας. Το τρίτο είναι πως δεν αφήνουμε το κακό και την αμαρτία να είναι κυρίαρχα στην ζωή μας, δεν πειραματιζόμαστε με αυτά στην λογική του "δεν πειράζει", αλλά αντιστεκόμαστε στην φαινομενική αρχική γλυκύτητα του κακού, το οποίο μάς δίνει την αίσθηση ότι δικαιωνόμαστε μέσω αυτού, όμως στην πραγματικότητα μάς σκλαβώνει σε έναν κόσμο χωρίς νόημα, εφόσον το κλειδί για ζωή που αξίζει είναι η αγάπη.  

            "Καγώ εισδέξομαι υμάς". Κι ενώ θα περίμενε κάποιος ότι ο Θεός θα είχε όρια σ'  αυτή την αποδοχή μας, εντούτοις διαπιστώνουμε πως ούτε τα προηγούμενα μπορούν να μας χωρίσουν από αυτή την ανοιχτή αγκαλιά που ο Θεός έχει για μας, αρκεί για όσα δεν καταφέρνουμε, να νιώθουμε την ανάγκη της μετανοίας. Διότι εκεί τελικά είναι το κλειδί. Πάλη για όσα μπορούμε, μετάνοια για όσα δεν αντέχουμε να πράξουμε ή για όσα πράττουμε αντίθετα με το θέλημα του Θεού. Κι εδώ έγκειται η πατρότητα. Διότι ο πατέρας γνωρίζει να συγχωρεί. Να ανοίγει την αγκαλιά Του και στο πεπτωκός παιδί του. Ιδίως σ'  αυτό. Σε αντίθεση με μας, που αναζητούμε την δικαίωση, μισούμε και απορρίπτουμε όποιον ή όποια δεν φέρεται όπως θέλουμε.

            " Καγώ εισδέξομαι υμάς". Σε μία εποχή στην οποία ομνύουμε στην διαφορετικότητα, απορρίπτοντας συνήθως ως μισαλλόδοξο και απορριπτικό αυτό που είμαστε, δηλαδή χριστιανοί, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ότι η μόνη λύση για την αποδοχή των συνανθρώπων μας περνά από το να γίνουμε περισσότερο και καλύτεροι χριστιανοί. Περνά από το γεγονός ότι χριστιανός δεν γίνεσαι αν δεν αγαπάς τον Θεό και δεν παλεύεις στην ζωή σου να νικήσεις τα πάθη και τα λάθη σου, να μην ταυτιστείς με τις νοοτροπίες που μας κρατάνε εξαρτημένους από τον κόσμο τούτο και που μας υπόσχονται την ευτυχία του "κάνε ό,τι σου αρέσει" και "να είσαι ο εαυτός σου και σε όποιον αρέσεις". Έτσι όμως ο άνθρωπος παραμένει κλεισμένος στις δικές του επιθυμίες και δεν βλέπει τον πλησίον. Δεν βλέπει το θέλημα του Θεού, δεν νιώθει ότι κλήθηκε να παλέψει να βγει από την αυτάρκεια του εγώ του και, αφού κατανοήσει την απόσταση από τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να κάνει το βήμα που του αναλογεί για να έρθει πιο κοντά. Η αγκαλιά του Θεού είναι ανοιχτή. Θέλει όμως να αφεθούμε σ'  αυτήν, για να νιώσουμε και να ζήσουμε την ασφάλεια της αγάπης Του που χωρά όλους.

            Αυτός είναι ο δρόμος και ο τρόπος της Εκκλησίας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

29 Ιανουαρίου 2023

Της Χαναναίας

1/24/23

ΣΥΝΤΑΓΕΣ

                Στην εποχή του life coaching και της θετικής σκέψης οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από συνταγές, από πρακτικές λύσεις. Όσο λιγότερο σκεφτόμαστε, τόσο το καλύτερο! Αν, μάλιστα, πετύχουμε κάποιον ξεχωριστό "συνταγολόγο", τότε είμαστε πολύ ευχαριστημένοι. Συρρέουμε, διαβάζουμε, είμαστε έτοιμοι να υιοθετήσουμε "μαγικές λύσεις". Δεν νιώθουμε ότι η ζωή θέλει κόπο. Ότι αν δεν έχεις έναν οραματισμό, αν δηλαδή δεν έχεις σκοπό κάπου να οδηγηθείς, να έχεις μία στάση ζωής η οποία θα σε βοηθήσει στις δυσκολίες σου, αλλά και θα σου δώσει ένα διαφορετικό μέτρο στην όποια χαρά, ώστε να μπορέσεις να την διακρίνεις από την  ευχαρίστηση που κρατά λίγο και μαραίνεται ως άνθος, τότε, στην πραγματικότητα, όσες συνταγές και να ακολουθήσεις, δεν θα μπορέσεις να πατήσεις στα πόδια σου, να βρεις αληθινή πορεία.

                Για να γίνει κάτι τέτοιο προφανώς και χρειάζεται κάποιος ή κάποια να σου σταθεί, να σε ακούσει, να σε συμβουλέψει. Εντός μας όμως χρειάζεται να νιώσουμε πως ό,τι κι αν λάβουμε, αν δεν το υιοθετήσουμε και δεν το παλέψουμε, δεν θα πετύχουμε κάτι. Παράλληλα, οφείλουμε να σκεπτόμαστε πως ό,τι κι αν έχουμε στον νου μας, όποια συνταγή κι αν μας δοθεί, η ελευθερία του συνανθρώπου μας είναι το κλειδί. Οι γονείς μπορεί να ακούσουν από ειδικούς τις πιο εξαιρετικές προτάσεις, όμως το παιδί τους να μη θέλει τίποτε να εφαρμόσει. Από την άλλη, πόσες φορές οι γονείς νιώθουμε ότι είμαστε ανήμποροι να βάλουμε και τα ελάχιστα όρια στα παιδιά μας; Είμαστε έτοιμοι πάντοτε, επειδή τα αγαπούμε, να τα δικαιολογήσουμε, να μην επισημάνουμε τα σφάλματά τους, να μην επιδιώξουμε αυτά να έχουν συνέπειες, ώστε  τα παιδιά να γίνουν πιο υπεύθυνα και να γνωρίζουν πως τίποτα στην ζωή δεν μας χαρίζεται, όσο κι αν το απαιτούμε, όσο κι αν πιστεύουμε ότι το δικαιούμαστε, όσο κι αν όντως το αξίζουμε. Η οδός της ζωής θέλει ένα όραμα. Θέλει ένα πλαίσιο που θα απαντά στο ερώτημα "πού πηγαίνουμε;". Κι αυτό δεν έρχεται με συνταγές, επειδή ακριβώς δεν είμαστε μόνοι μας και η πραγματικότητα απαρτίζεται από την συνάντησή μας με τους άλλους.

                Τότε ας μην υπάρξει καμία πρόταση, αφού οι λύσεις θέλουν αγώνα και προοπτική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί. Ούτε αυτό είναι σωστό. Απλώς, ας μην επαναπαυόμαστε σε συνταγές και μάλιστα σε εκείνες που κανακεύουν το εγώ μας, αντί να προτείνουν οδούς που μοιάζουν και είναι σταυρικές.  Ο σταυρός μοιάζει με ήττα. Όμως μαζί του έρχεται και η ανάσταση. Χρειαζόμαστε προφανώς προτάσεις. Χρειαζόμαστε όμως και υπομονή, για να καρποφορήσουν. Διότι απτά αποτελέσματα δεν μπορούν να έρθουν αμέσως. Ακόμη κι αν υπάρχει αυτή η αίσθηση, ο επόμενος γύρος θα μας πείσει ότι ο χρόνος είναι μπροστά μας και δεν έρχονται οι μόνιμες λύσεις όπως τις θέλουμε.

                Οι νέοι έχουν στην ψυχοσύνθεσή τους το "εδώ και τώρα". Γι' αυτό και οι πολιτικοί, οι επικοινωνιολόγοι, οι διαφημιστές, οι προαγωγοί του καταναλωτικού πολιτισμού στηρίζονται στην άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας. Έτσι, από την νεανική ψυχοσύνθεση περνούμε στην ψυχοσύνθεση όλων, με αποτέλεσμα η υπομονή να χάνεται. Φτάνουμε σε έναν κόσμο εντυπώσεων, όπου κυριαρχεί όποιος κάνει περισσότερο θόρυβο ή έχει περισσότερη λάμψη και υπόσχεται ευκολία. Η πίστη μάς δείχνει ότι το να συναντήσεις τον Χριστό, πέρα από το "έρχου και ίδε", προϋποθέτει την στενή πύλη. Για να κρατηθεί η αγάπη. Για να κρατηθεί ο Χριστός στην καρδιά μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 25 Ιανουαρίου 2023

1/21/23

ΚΟΠΙΩΜΕΝ ΚΑΙ ΟΝΕΙΔΙΖΟΜΕΘΑ

 


ἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν" (Α' Τιμ. 4, 10)

"Κι ἐμεῖς γι’ αὐτὸ ὑπομένουμε κόπους καὶ ὀνειδισμούς, γιατὶ στηρίξαμε τὴν ἐλπίδα μας στὸν ἀληθινὸ Θεό, ποὺ εἶναι σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων κι ἰδιαίτερα τῶν πιστῶν". 

            Ανατρέχοντας στην ζωή των αποστόλων και των αγίων της πίστης μας ένας προβληματισμός μας καταλαμβάνει. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου, αναφέρει ότι "κοπιά και ονειδίζεται", κοπιάζει για την πίστη και υφίσταται κοροϊδίες και ύβρεις για τον Χριστό, επειδή ακριβώς στήριξε την ελπίδα του στον αληθινό Θεό και σωτήρα όλων των ανθρώπων και μάλιστα των πιστών. Ο προβληματισμός έγκειται στο κατά πόσον οι άνθρωποι της εποχής μας μπορούμε να βαστάξουμε αυτόν τον ονειδισμό, μπορούμε να κοπιάσουμε για το Ευαγγέλιο του Χριστού ή παραμένουμε παθητικοί καταναλωτές θρησκευτικών βιωμάτων, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να ζήσουμε την εμπειρία της παράδοσής μας.

            Στους καιρούς μας θριαμβεύει το δίκιο και το δικαίωμα. Αυτό είναι γνωστό. Χωρίς κάποιος να θεωρεί ότι επιτρέπεται η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προφάσει αγιότητος, δηλαδή ότι δεν πειράζει ο χριστιανός να καταπιέζεται, να γελοιοποιείται, να υβρίζεται, επειδή αυτό είναι προς δόξαν του Θεού, διότι κάτι τέτοιο μαρτυρεί πολιτισμό απολίτιστο, κόσμο χωρίς αρχές και αξίες, παρότι ομνύει σ'  αυτές, εντούτοις ο χριστιανός καλείται να είναι έτοιμος στην ζωή του και για τέτοιες καταστάσεις. Ονειδιζόμαστε όταν κάνουμε τον σταυρό μας δημόσια. Ονειδιζόμαστε όταν έχουμε διαφορετικές απόψεις σε σχέση με την επικρατούσα ηθική του politically correct. Ονειδιζόμαστε όταν προσπαθούμε να αγαπήσουμε και να συγχωρήσουμε. Θεωρούμαστε ξεπερασμένοι, κάποτε και ανόητοι, διότι επιμένουμε στην οδό της πίστης. Κάποτε όμως ονειδιζόμαστε για έναν ου κατ' επίγνωσιν ζήλο. Διότι, χωρίς να γνωρίζουμε καλά τα τα πίστεως, μεταφέρουμε σε συγκρουσιακό επίπεδο κάθε τι αυτής της ζωής, αναζητώντας στοιχεία ομολογίας, εκεί όμως που δεν χρειάζεται. Και μπορεί κάποιοι να μας επαινούν. Αμφιβάλλουμε όμως στην πραγματικότητα αν ο Θεός ζητά κάτι τέτοιο. Αυτό που φαίνεται πως θέλει ο Θεός είναι η πίστη και η ελπίδα μας σε Εκείνον και όχι ψευτοαγώνες επικράτησης στην κοινωνία. Ας μην λησμονούμε ότι ο χριστιανισμός έγινε δεκτός ακριβώς εν της ασθενεία του και όχι εν τη εξουσία του. Η εξουσία μάρανε τον δυναμισμό της πίστης. Μας έκανε συμβιβασμένους και ακόλουθους του συστήματος. Διότι επαναπαύεσαι στην πλειοψηφία και όταν κανείς δεν σε ενοχλεί.

            Από την άλλη, είναι γεγονός ότι σήμερα λείπει ο κόπος από την χριστιανική ζωή. Και δεν μιλούμε μόνο για την νηστεία, την προσευχή και τον εκκλησιασμό. Κάποτε ούτε κι αυτά δεν είμαστε σε θέση να ζήσουμε, μετατρέποντας την πίστη σε μία ωραία ιδεολογία. Είναι το ότι, μιμούμενοι τους καιρούς, έχουμε επαναπαυθεί σε ένα κοινωνικό έργο, στην οικονομική ενίσχυση της ελεημοσύνης, αρνούμενοι να βγούμε από τ εσωτερικό μας καβούκι, από την προσανατολισμένη στο εγώ μας καρδιά, η οποί δεν θέλει να μιλήσει στον Θεό και για τον Θεό. Αυτό διαφαίνεται στην άγνοια για τα της πίστεως. Στο ότι είμαστε όμοιοι με το κοσμικό φρόνημα στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, στα οποία δίνουμε μεγαλύτερη σημασία, από ό,τι στην αγάπη και στο μοίρασμα της χαράς του Ευαγγελίου. Έτοιμοι στο να συζητάμε ατέρμονα για τα σύνθετα της κοσμικής προσέγγισης της ζωής, να κατακρίνουμε, να μένουμε στην μιζέρια της επιβίωσης κάποτε, να τρωγόμαστε από τα προβλήματά μας, δεν είμαστε σε θέση να χαρούμε συζητώντας για την πίστη, ζώντας την πίστη με αγάπη και ευσπλαχνία, έτοιμοι να παλέψουμε να δώσουμε μία γνήσια μαρτυρία ελπίδας με τα παραδείγματα των αγίων μας που καλύπτουν κάθε λεπτομέρεια του χρόνου μας και κάθε περίσταση. Και την ίδια στιγμή, να είμαστε έτοιμοι να μη φοβηθούμε να διακονήσουμε τον πλησίον μας, "όπου δει" και κατά το χάρισμά μας.

            Ας αναπληρώσει η χάρις του Θεού τα ελλείποντά μας και μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, προσπαθώντας να γνωρίσουμε τον συνάνθρωπό μας, να νοιαστούμε να προσευχηθούμε, να ανοίξουμε δρόμους και γι'  αυτόν, αγαπώντας, συμπαθώντας, κατανοώντας, αλλά και όντας αληθινοί ας κάνουμε βήματα κόπου, χωρίς να φοβηθούμε κάθε ονειδισμό από όσους εν τω πονηρώ κείνται. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Ιανουαρίου 2023

ΙΕ' Λουκά

1/17/23

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

             

 Για πολλά νοιαζόμαστε οι μεγαλύτεροι να μάθουν τα παιδιά μας σήμερα. Θέλουμε να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, όπως το σχολικό πρόγραμμα επιτάσσει, να συμπληρώνουν το πρόγραμμά τους με τον αθλητισμό, με την μουσική, με πολεμικές τέχνες, με χορό, με μύηση στον κόσμο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ώστε να μπορούν να προχωρούν με ολοκληρωμένη κατάρτιση στην ζωή, αλλά και να περνούν καλά, καλλιεργώντας τάλαντα που πιθανόν να έχουν. Μας ενδιαφέρουν και οι κοινωνικές δεξιότητες, διότι θέλουμε τα παιδιά μας να έχουν καλή σχέση με τους γύρω τους, να μην είναι απομονωμένα, αλλά και να μπορούν να φέρονται όσο το δυνατόν καλύτερα, σε μία εποχή έλλειψης σεβασμού και συνήθους αναίδειας.

             Διαπιστώνουμε όμως ένα έλλειμμα. Η πίστη δεν είναι στις προτεραιότητες των ενδιαφερόντων μας. Χωρίς να είμαστε απορριπτικοί, εντούτοις αρκούμαστε είτε σε ό,τι έχει απομείνει από το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο, είτε σε κάποιον εκκλησιασμό στις γιορτές, είτε στην τήρηση κάποιων εθίμων, ίσως και κάποιοι από μας να στέλνουμε τα παιδιά μας σε κατηχητικές συνάξεις, όπου ακόμα γίνονται. Η πίστη όμως δεν είναι καθημερινότητα στην ζωή των περισσότερων οικογενειών. Ευλογημένες συνήθειες όπως το σημείο του σταυρού στο τραπέζι, η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, το καντήλι και το λιβάνι στο εικονοστάσι, μία αναφορά στην ζωή του Χριστού, στα θαύματα και τις παραβολές, η συμμετοχή στην θεία λειτουργία της Κυριακής και η θεία κοινωνία, η προσευχή, οι μετάνοιες, αλλά και η συζήτηση με γνώμονα τις αρχές και τις αξίες της πίστης για τα προβλήματα που αναφύονται στην ζωή μας και στην ζωή τους δεν είναι σημάδια τα οποία κάποιος εύκολα συναντά στους πολλούς.

          Κάποιοι θέλουν να μιλήσουν για την πίστη. Απευθύνονται σε πνευματικούς-εξομολόγους, διαβάζουν βιβλία πνευματικά, προσπαθούν να ακούσουν μέσα από το Διαδίκτυο ομιλίες, συμβουλές, τρόπους για να απευθυνθούν στους νεώτερους, ώστε να τους οδηγήσουν πιο κοντά στον Θεό. Όμως η πίστη δεν θέλει τόσο κήρυγμα, όσο παράδειγμα. Θέλει μετοχή στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας, ώστε τα παιδιά να αισθάνονται ότι δεν είναι θεωρία, αλλά εμπειρία και γιορτή. Η πίστη είναι αγάπη, όχι γενικά και αόριστα, αλλά ως συνάντηση με τον Χριστό, που αγαπά, συγχωρεί, στηρίζει, μιλά μέσα από το Ευαγγέλιο στον καθένα. Ο κύριος τρόπος να μιλήσουμε στα παιδιά μας για την πίστη είναι να την ζούμε στα ευχάριστα και στα δύσκολα της δικής μας ζωής. Να ζούμε όπως πιστεύουμε, αυτό είναι το κλειδί.

           Η Εκκλησία χρειάζεται να αναδιοργανώσει την κατήχηση. Δεν είναι θέμα μόνο μιας πιο σύγχρονης γλώσσας ή της υιοθέτησης συμπληρωματικών μεθόδων, όπως οι παράλληλες δραστηριότητες, οι κατασκευές,  η χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας. Είναι το να εκπέμπει η ενορία και η επισκοπή ένα αίσθημα ότι η νεότητα δεν είναι πάρεργο, ούτε επιδίωξη έκφρασης αριθμητικής δύναμης, αλλά το μέλλον της Εκκλησίας. Η προσωπική σχέση του ιερέα με τα παιδιά και τους νέους, οι κατηχητές και οι κατηχήτριες που θα προέρχονται από την ενορία και θα συμμετέχουν στην ζωή της, κυρίως όμως η επαναδιοργάνωση της ενορίας ως ευχαριστιακής κοινότητας, στην οποία όσοι συμμετέχουν χαίρονται και παίρνουν ζωή, γεννούν την αίσθηση στους ς νέους  ότι η πίστη μιλά και, ταυτόχρονα, οικοδομεί. Και τότε, ακόμη και η λειτουργική γλώσσα δεν θα είναι εμπόδιο, αλλά ωραία πρόκληση! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 18 Ιανουαρίου 2023

1/14/23

ΟΥΚ ΕΝΙ ΕΛΛΗΝ ΚΑΙ ΙΟΥΔΑΙΟΣ

 


ὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός" (Κολοσ. 3, 11)

"Σ’ αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση δὲν ὑπάρχουν πιὰ ἐθνικοὶ καὶ ᾿Ιουδαῖοι, περιτμημένοι κι ἀπερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δοῦλοι, ἐλεύθεροι· τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅλα καὶ ὁ Χριστὸς τὰ διέπει ὅλα". 

            Στην εποχή μας έχει θεριέψει ο ατομικισμός. Αρκετοί συνάνθρωποί μας, αγανακτισμένοι επειδή ο κόσμος δεν δείχνει να νοιάζεται για τις παραδοσιακές αξίες, θεωρώντας την Εκκλησία προστάτη τους, της ζητούν συνεχώς να λειτουργήσει ως εκείνη που θα προστατέψει τον πατριωτισμό, την γλώσσα, την ιστορία, την εθνική συνείδηση και ταυτότητα, ταυτιζόμενη με μία μερίδα της κοινωνίας μας. Λησμονούν έτσι πως η χριστιανική πίστη δεν υπάρχει για έναν λαό, ούτε για να υπηρετεί την "ώδε πόλιν", αλλά την μέλλουσαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία με την ζωή και την παράδοσή της δεν λειτουργεί ως μία πνευματική κιβωτός, στην οποία τα τιμαλφή του Γένους δεν χάνονται. Όμως προϋπόθεση είναι η πίστη και όχι το αντίθετο. Αν δεν ξεκινάμε από την πίστη, η οποία μας οδηγεί προς μία οικουμενικότητα, προς μία συνάντηση με  όλο τον κόσμο και τους ανθρώπους, τότε  είναι μάλλον αναπόφευκτο η Εκκλησία να γίνει ένα σχήμα του κόσμου τούτου, που για αρκετούς θα είναι καλό, και για άλλους χωρίς νόημα.

            Έχει ολοκληρωθεί ένας όμορφος εορταστικός κύκλος του λειτουργικού μας χρόνου. Το ερώτημα "τώρα, τι;", συνεχίζει να απασχολεί την εκκλησιαστική τάξη και παράδοση. Το ίδιο αποστολικό ανάγνωσμα που διαβάστηκε την Κυριακή των Προπατόρων πριν τα Χριστούγεννα, διαβάζεται και την Κυριακή που ακολουθεί την απόδοση της εορτής των Θεοφανίων, το τέλος δηλαδή του Δωδεκαημέρου. Τυχαίο; Σαφέστατα και όχι. Το ερώτημα αν μέσα από την λειτουργική μας ζωή, από τον εορταστικό κύκλο, μπορέσαμε να υπερβούμε τα παρόντα, παραμένει ζωντανό. Και σημάδι αυτής της υπέρβασης είναι το αν ανοίχτηκε η καρδιά μας προς όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκευτικότητας, κοινωνικής κατάστασης, διαφορών. Αν αισθανθήκαμε και αισθανόμαστε τον πλησίον ως αδελφό μας. Αν μπορέσαμε να κρατήσουμε την Εκκλησία ως σπίτι μας μέσα στην καρδιά μας. Αν ξεπεράσαμε αυτό το αίσθημα του πρόσκαιρου, του παρελθοντικού και μπορέσαμε και μπορούμε να προχωρήσουμε με γνώμονα τα παρόντα και τα μέλλοντα, δηλαδή τον Χριστό.

            Ο κόσμος μας σήμερα πάσχει από την μία πλευρά από τον έντονο ατομοκεντρισμό. Η μετανεωτερική εποχή μας γεννά αυτό το αίσθημα της αυτάρκειας, καθότι κανόνας και μέτρο των πάντων είναι η ατομικότητά μας. Η αλήθεια είναι ατομική. Δεν έχει σημασία αν δεν τεκμηριώνεται κάπου, φτάνει που την πιστεύω εγώ. Ακόμη και οι σχέσεις μου είναι ενταγμένος στην προοπτική της ατομικής ικανοποίησης. Να περνάω εγώ καλά, αυτό είναι το κλειδί και το νόημα. Δεν τα βρίσκουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας, εύκολα χωρίζουμε, περισσότερο υπάρχουμε στην μοναξιά μας, απορροφιόμαστε από την εικονική πραγματικότητα ακριβώς διότι "όλα είναι εγώ". Και το εγώ, ακόμη κι αν κάποτε δεν μπορούμε να το αντέξουμε, εντούτοις μας δίνει μια βεβαιότητα: ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε σε κάτι. Έτσι, ο πλησίον μας δεν έχει κάτι να μας πει παρά μόνο εάν μπορούμε από αυτόν κάτι να πάρουμε.

            Από κει ξεκινά και όλη η συζήτηση για τα δικαιώματα, που είναι αυτονόητο πως ο κόσμος οφείλει να παρέχει στον καθέναν. Όμως το νόημα βρίσκεται τελικά μόνο εκεί; Στο τι δικαιούμαστε; Ή, μήπως, τελικά το νόημα μπορούμε να το αναζητήσουμε στο τι έχουμε την δυνατότητα να προσφέρουμε; Όταν θυσιάζουμε κάτι από το εγώ μας για χάρη του άλλου, τότε η αγάπη δίνει ζωή και στις σχέσεις μας και στον εαυτό μας. Κι αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα και η εμπειρία της πίστης. Αυτός που πιστεύει, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με την ζωή και τα έργα του άλλου, δεν θα πάψει να τον αγαπά και να τον στηρίζει με την προσευχή του και και την κατανόησή του. Μπορεί για όποιον πιστεύει, η νέκρωση των παθών να είναι το κλειδί και η πρόταση. Η συγκατάβαση όμως και η αγάπη για όσους δεν μπορούν, ομορφαίνει αληθινά κάθε πνευματικό αγώνα.

            Από την άλλη, ο κόσμος μας πάσχει από την αναζήτηση ενός αισθήματος συλλογικότητας, ώστε κάπου να κρατηθεί στην αφομοίωση των πάντων από τον ατομοκεντρισμό του πολιτισμού. Και είναι υγιές να έχουμε ρίζες. Να έχουμε ταυτότητα. Να έχουμε αξίες. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε ως ο ομφαλός της γης, να μας οδηγεί σε ένα αίσθημα αυτάρκειας, ούτε, προφανώς, σε διάθεση επιβολής και εξουσιασμού των άλλων. Όπως δηλαδή μας πολεμά ο ατομοκεντρισμός, δεν πρέπει να τον πολεμήσουμε. Η οικουμενικότητα, η αγάπη για όλους, η έγνοια για όλους, η προσφορά σε όλους που μπορούμε να στηρίξουμε, είναι το σημάδι της πίστης. Και η διαφύλαξη των αξιών μας δεν πρέπει να γίνεται με σκοπό την εξουσία εις βάρος των άλλων, αλλά με γνώμονα την διάσωση της χριστιανικής μας αυτοσυνειδησίας. Κρατώ αυτό που έχω, γιατί μόνο έτσι μπορώ να το μοιραστώ με όλους. Με φιλότιμο και αρχοντιά. Με αγάπη και έγνοια. Με προσευχή εκεί που δεν συμφωνώ. Με τον θεό αν έχει τον τελευταίο λόγο πάντοτε και παντού.

            Τα σχήματα του κόσμου τούτου παράγουσι. Η πίστη μένει. Μας συνοδεύει στο παρόν και μας οδηγεί στο μέλλον. Η σωτηρία μας δεν είναι της άλλης ζωής, αλλά τώρα. Και η οδός της είναι για όλους. Ακριβώς επειδή "τα πάντα και εν πάσι Χριστός". 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Ιανουαρίου 2023

ΙΒ' Λουκά

1/10/23

Η ΧΑΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ…

 

                Μια ματιά να ρίξει κάποιος στο διαδίκτυο, κάτω από ειδήσεις, θα διαπιστώσει στους σχολιασμού μία άνευ προηγουμένου τοξικότητα. Δημόσια πρόσωπα δεν κρίνονται για τις πράξεις τους στο επίπεδο του ήθους, αλλά κατακρίνονται με χαρακτηρισμούς οι οποίοι πόρρω απέχουν από τους κανόνες ενός ευπρεπούς διαλόγου. Σαν να διαβάζεις φωνασκίες εφήβων, οι οποίοι εκτονώνουν το κρεσέντο των ορμονών τους. Και ο δημόσιος λόγος κανονικά έχει ως χαρακτηριστικό του την επωνυμία. Αναλαμβάνω την ευθύνη γι'  αυτό που λέω και το δηλώνω με το όνομά μου. Αν θέλω να κρίνω, πρέπει να είμαι έτοιμος και να κριθώ. Εδώ όμως βρισκόμαστε στην αποθέωση της κρυψίνοιας. Ο κρίνων χρησιμοποιεί ψευδώνυμα.  Σαν να φοβάται όχι για την ακεραιότητά του, αλλά για την ποιότητα της σκέψης του. Γιατί είναι σκληρή η αλήθεια γι'  αυτόν που δεν έχει επιχειρήματα αλλά μόνο κραυγάζει.

                Όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην ανωνυμία των τρολ του Διαδικτύου. Γίνεται χαρακτηριστικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων. Μας περιτριγυρίζουν τοξικοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν μπορούν ή δεν έχουν μάθει να χαίρονται με την χαρά των άλλων, με τις ικανότητές τους και τα επιτεύγματά τους, με την αποδοχή από τους συνανθρώπους τους. Κι επειδή δεν χαίρονται οι ίδιοι και οι ίδιες, σπεύδουν να αρνηθούν το δικαίωμα στην χαρά και στους άλλους. Είναι σαν να τους λένε: "δεν θέλω να ζήσεις την χαρά, γιατί εγώ δεν την ζω". Και έχουν αποδοχή αυτοί οι άνθρωποι. Είναι είρωνες και σαρκαστικοί. Είναι, συχνά, χαρισματικοί. Έχουν όμως μέσα τους μία ναρκισσιστική διάθεση για τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν ούτε σ' εκείνον ούτε στον πλησίον τους να μπορεί να αφεθεί στις χαρές των μικρών πραγμάτων, όπως και των μεγαλύτερων που έχουν να κάνουν με χαρίσματα και συγκυρίες.

                Παλιά οι άνθρωποι αυτοί περιορίζονταν στην γειτονιά. Ήταν οι γεροντοκόρες, οι οποίες για λόγους που δεν εξηγούνταν πάντοτε, δεν μπορούσαν να κάνουν οικογένεια. Έτσι, έβγαζαν κακία σε όσες κοπέλες είχαν σχέση και προχωρούσαν στην ζωή τους. Ήταν οι φθονεροί, τύπου Σαλιέρι, που έβλεπαν τους Μότσαρτ της ζωής να πετυχαίνουν με το ταλέντο και τις συγκυρίες που ευνοούσαν. Ήταν  όμως και εκείνοι που παρέμεναν ανικανοποίητοι στην ζωή τους, σαν να τους χρωστούσε εκείνη κάτι, εκείνοι που είχαν μέσα τους τραύματα από απορρίψεις είτε της οικογένειας είτε εκείνων στους οποίους επένδυσαν είτε λόγω των δικών τους δυνατοτήτων που  δεν έφταναν για παραπάνω, με αποτέλεσμα να αισθάνονται φθόνο για όσους πετύχαιναν, μολονότι οι ίδιοι κάποτε πετύχαιναν περισσότερα κι από τους άλλους. Δεν τους αρκούσε όμως αυτό. Έπρεπε να μειωθούν οι άλλοι. Σαν εκείνο τον αρχαίο τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, που έκοβε τα στάχυα που ξεχώριζαν, δηλαδή εκείνους που βρίσκανε αγάπη από τον λαό, μην τυχόν και του πάρουν την θέση. Έτσι και οι τοξικοί άνθρωποι. Μειώνουν  όσους πετυχαίνουν κάτι, μόνο και μόνο για να μη φανούν κατώτεροι.

                Η Εκκλησία μάς ζητά να αποφεύγουμε τον φθόνο. Τον θεωρεί βαρύτατο αμάρτημα, όχι μόνο διότι συνεπάγεται την κατάργηση της αγάπης, αλλά και γιατί στο σώμα του Χριστού χωρούμε όλοι. Η ενότητα έρχεται μέσα από την ταπείνωση. Και ταπεινός είναι αυτός που χαίρεται με την χαρά και την πρόοδο του άλλου, ακριβώς διότι νιώθει πως ο πλησίον είναι ο αδελφός του. Θέλει αγώνα εντός και υπομονή, ώστε  η τοξικότητα να μη μας καταπιεί.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύτηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 11 Ιανουαρίου 2023

1/9/23

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ο ΑΝΗΦΟΡΟΣ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 110- ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, “Ο ΑΝΗΦΟΡΟΣ”, εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ

         Η έκδοση ενός, μέχρι σήμερα, αδημοσίευτου μυθιστορήματος του μεγάλου μας λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη δεν μπορεί παρά να αποτελεί γεγονός για τα λογοτεχνικά πράγματα και γράμματα. “Ο ανήφορος”, μυθιστόρημα το οποίο γράφτηκε το 1946, μετά τον “Ζορμπά”, σε καιρούς που ο Καζαντζάκης βρισκόταν στην Αγγλία, και το οποίο ουδέποτε δημοσιεύτηκε, χωρίς να είμαστε βέβαιοι αν ο συγγραφέας του το αποκήρυξε ή επειδή αρκετό από το υλικό του συμπεριλήφθηκε σε μεταγενέστερα μυθιστορήματα, είναι πάντως χαρακτηριστικό τόσο για την καζαντζακική συγγραφή, όσο και για τα μηνύματα που ο λογοτέχνης θέλει να περάσει. Πρόκειται για μία λογοτεχνική απάντηση σε κατηγορίες των αριστερών κριτικων της τέχνης, οι οποίοι θεώρησαν πως ο συγγραφέας υπήρξε αναίσθητος απέναντι στην αντίσταση του ελληνικού λαού στην Κατοχή,   αναλόγως, όπως και  με τον Ελύτη, ο οποίος στο “ Άξιόν Εστί” του θα καταγράψει: “Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:/ ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!/Ο αναίσθητος/που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά/ και όταν όλοι πάλι αγαλλιούμε/αυτός αναίτια σκυθρωπάζει/…ο αντίχριστος και ανάλγητος δαιμονιστής του αιώνος” (“Τα Πάθη”, Ι’). Ο Καζαντζάκης θα ενσωματώσει στο μυθιστόρημα στοιχεία από το οδοιπορικό του στην Κρήτη, αυτό που ανέλαβε για λογαριασμό της πρώτης μεταπολεμικής ελληνικής κυβέρνησης, η οποία τον συμπεριέλαβε στην επιτροπή που εξέτασε τις καταστροφές και τις σφαγές που οι Γερμανοί διέπραξαν στην μεγαλόνησο, και θα δείξει την έγνοια του για τον κατεστραμμένο από τον πόλεμο κόσμο με τον οραματισμό για την συγκρότηση μιας Διεθνούς  του Πνεύματος (πρόλογος της δικής του “Ασκητικής”), η οποία θα παλέψει για να επικρατήσει η αδελφοσύνη και η αγάπη.

          Το μυθιστόρημα όμως είναι πραγματικά συγκλονιστικό. Χωρίζεται σε τρία μέρη: Κρήτη, Αγγλία, Μοναξιά. Πρωταγωνιστής του είναι ο Κοσμάς, δηλαδή ο Καζαντζάκης αυτοβιογραφούμενος, ο οποίος γυρίζει από τον πόλεμο στην ρημαγμένη Κρήτη έχοντας παντρευτεί μία Εβραιοπούλα, την Νοεμή, την οποία βάφτισε χριστιανή. Θα την παρουσιάσει στους δικούς του, φτάνοντας στο Ηράκλειο δέκα ημέρες μετά τον θάνατο του πατέρα του, του καπετάν Μιχάλη (πρωταγωνιστή στον ομότιτλο μυθιστόρημα που θα γραφτεί αργότερα). Πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτή σε μια κλειστή κοινωνία μία τέτοια σχέση; Η σκιά του πατέρα του δεσπόζει στο φως του καντηλιού. Η μητέρα είναι διαθέσιμη. Η αδερφή του όμως όχι. Αδικημένη από τον πατέρα, που δεν της επέτρεψε να μιλήσει στο αγόρι που ερωτεύτηκε, αλλά την έκλεισε στο σπίτι, ουσιαστικά για πάντα, δεν μπορεί να δεχτεί μία “ανάρμοστη” για τα δεδομένα της εποχής σχέση. Έτσι, η Νοεμή θα νιώσει για δεύτερη φορά στην ζωή της τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δεν έχει σημασία η προσωπικότητά της, αλλά η καταγωγή της. Από την μία οι Γερμανοί που ουσιαστικά οδήγησαν στον θάνατο την οικογένειά της με τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, από την άλλη οι κοινωνικές νοοτροπίες του αντισημιτισμού, θα κάνουν την αγάπη ανήμπορη να νικήσει.

          Όμως ο συγγραφέας δεν θα αφήσει το όνειρό του που είναι πανανθρώπινο. Αφού επισκεφτεί τον παππού του τον καπετάν Σήφακα, ο οποίος λίγο πριν το τέλος της ζωής του έχει καλέσει τρεις παλιούς του φίλους, καπεταναίους στην Κρητική επανάσταση εναντίον των Τούρκων, για να τους ρωτήσει ποιο είναι το νόημα της ζωής, ο Κοσμάς θα νιώσει τις τρεις μεγάλες απαντήσεις που σηματοδοτούν το περιεχόμενο της ανθρώπινης ζωής, όπως αναπτύσσεται στο όλο έργο του Καζαντζάκη: “από τη σκλαβιά ερχόμαστε και πηγαίνουμε στην λευτερία! Σκλάβοι γεννηθήκαμε και πολεμούμε όλη μας τη ζωή να γίνουμε ελεύτεροι” (σ. 89) η πρώτη απάντηση. “Από πού ερχόμαστε; Από το χώμα! Πού πάμε; Στο χώμα! Ποιο ‘ναι το χρέος μας; Αν είσαι λύκος να τρως. Αν είσαι αρνί να σε τρώνε. Θεός και Χάρος είναι ένα” (σ. 93) η δεύτερη. “Στην μουσική της λύρας μπας κι ήταν μια φωνή πιο μυστική, πιο μαυλιστική, πέρα από τη ζωή, γλυκιά, θλιμμένη, ερωτεμένη και ξεκολνούσε την ψυχή μας από τη σάρκα; Μην ήταν ο ίδιος ο Θεός, κρυμμένος μέσα στο σκατάδι, και μαύλιζε και καλνούσε και συντραβούσε, ξεθηκαρώνοντάς τη απαλά από το χώμα, την αιώνια αγαπημένη του, την ψυχή του ανθρώπου;…Τούτη είναι η ευτυχία, έλεγε μέσα του ο γερο-παππούς, τούτος θα ‘ναι ο Παράδεισος, δόξα σοι ο Θεός! Άνοιξε τα μάτια, δεν είδε τίποτα, σκοτάδι, και μέσα από το σκοτάδι μια φωνή που τον καλνούσε σιγά σιγά με τ’ όνομά του: Έλα…έλα…έλα…” η τρίτη (σ. 96). Ελευθερία, μηδενισμός ή Θεός η απάντηση στο ερώτημα του νοήματος της ζωής; Αυτή ήταν και η αναζήτηση του συγγραφέα σε όλη του την ζωή.

          Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος είναι η αναζήτηση στην Αγγλία δημιουργίας ενός κινήματος των πνευματικών ανθρώπων, με το οποίο θα ακουστεί και θα βιωθεί η μεγάλη αλήθεια: “πως είμαστε όλοι αδέρφια” (σ. 168). Κι αυτό σε μια εποχή (αληθινά προφητικός για τους καιρούς μας ο συγγραφέας) στην οποία "ο νους του ανθρώπου ξετυλίχτηκε πολύ γοργότερα, πολύ εντονότερα από την ψυχή του. Ο νους του κατέχτησε κοσμογονικές δυνάμεις και τις έθεσε στη διάθεση του σημερινού ανθρώπου, που δεν έφτασε ακόμα σε τόση ηθική ωριμότητα ώστε τις δυνάμεις αυτές να τις χρησιμοποιήσει για το καλό του κόσμου. Υπάρχει σήμερα έλλειψη ισορροπίας, δυσαρμονία ανάμεσα στη διανοητική και την ηθική εξέλιξη του ανθρώπου” (σσ. 166-167). Αν αυτά λέγονταν μετά τις ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, σήμερα, άραγε τι θα έλεγε ο συγγραφέας στην προοπτική του μετα-ανθρώπου, στην προοπτική του μηδενισμού της ψυχής, της θεοποίησης του εγώ; Ο Καζαντζάκης δείχνει πάντως να συνειδητοποιεί ότι οι απαντήσεις θέλουν ασκητική, θέλουνε έρημο, μάλλον είναι απαντήσεις πολύ μοναχικές.

          Στο τρίτο μέρος που επιγράφεται “Μοναξιά”, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο ήρωας θα ακολουθήσει την ζωή του μεγάλου Σαίξπηρ. Θα δοκιμάσει τον πειρασμό της υποταγής της ψυχής στο σώμα και την σάρκα (αγαπημένο θέμα του συγγραφέα, που πηγάζει από έναν δυαλισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει τον άνθρωπο, ως σύγκρουση της ύπαρξης ανάμεσα στα δύο στοιχεία της τα οποία δεν συμπορεύονται αλλά ανταγωνίζονται το ένα το άλλο, ψυχή και σώμα, σε αντίθεση με την πραγματική θεολογία και παράδοση της Ορθοδοξίας), θα μας δώσει την σωματοποίηση του τραύματος και της αντίστασης της ψυχής σε κάτι που δεν θέλει (ακολουθώντας σχήματα ψυχαναλυτικά) και θα κλείσει με την αναφορά, εκτός του κειμένου του μυθιστορήματος, του λόγου για τον οποίο έδωσε αυτόν τον τίτλο: “-Πώς πρέπει να αγαπούμε τον Θεό; -Αγαπώντας τους ανθρώπους. -Πώς πρέπει ν’ αγαπούμε τους ανθρώπους; -Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.- Ποιος είναι ο σωστός δρόμος; -Ο ανήφορος”.

          Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις του συγγραφέα για τον προτεσταντισμό, για τις διαφορές Δύσης και Ελλάδας, για τον Μπέρναρντ Σω, για την Αγγλία, για τους χορούς της Ανατολής, για τις διαφορετικές παραδόσεις, όπως και η μεγάλη του αγάπη για την Κρήτη. Ένα μυθιστόρημα τροφή για σκέψη. Εξαιρετική η δουλειά των Νίκου Μαθιουδάκη και Παρασκευής Βασιλειάδη που συνέταξαν τον πρόλογο και το επίμετρο, θαυμάσιο το εξώφυλλο και η στοιχειοθεσία, όπως και η όλη έκδοση γενικά από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, που επανεκδίδουν όλο το έργο του συγγραφέα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

9 Ιανουαρίου 2023