Μία αντίθεση αποτυπώνεται στο απολυτίκιο της μεγάλης Δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Από την μία οι μαθητές του Χριστού Τον είδαν να μεταμορφώνεται και να αφήνει να φανερωθεί η δόξα Του και αυτοί βίωσαν το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, το προφητικό της εσχάτης ημέρας του κόσμου και της ύπαρξής μας,, «καθώς ηδύναντο», όπως μπορούσαν. Από την άλλη, ο υμνογράφος παρακαλεί τον Χριστό να λάμψει και για μας τους αμαρτωλούς το φως Του το «αΐδιον», το αιώνιο, το διαρκές, το αδιάλειπτο, τόσο στην παρούσα ζωή, όσο και στην ατελεύτητη.
Η
αντίθεση είναι ανάμεσα στους μαθητές και
τη δυνατότητά τους να κατανοήσουν την εμπειρία της Μεταμορφώσεως και σε μας που
είμαστε αμαρτωλοί. Προφανώς, αμαρτίες είχαν και οι μαθητές. Όμως εκείνοι είχαν μία
μοναδική ευλογία: να βλέπουν τον Χριστό, να τον συναναστρέφονται διαρκώς, να
είναι η ζωή τους κοινωνία με Εκείνον. Ο τρόπος αυτός, εκ των πραγμάτων, κάνει
την ύπαρξη να αφυπνίζεται. Να λειτουργεί πνευματικά. Να ελέγχει λογισμούς και
να αφοσιώνεται στη οδό του Ευαγγελίου, στην οποία το πρόσωπο του Χριστού
οδηγεί.
Αυτή
η κατάσταση βεβαίως δεν σήμαινε ότι δεν απαιτούνταν προσωπικός κόπος και αγώνας
εναντίον του κακού και των παθών. Το παράδειγμα του Ιούδα, του μαθητή και
προδότη εξαιτίας του νοσήματος της φιλαργυρίας, μαρτυρεί ότι δεν είναι
εξασφαλισμένη η συνεχής κοινωνία με τον Χριστό, αν ο άνθρωπος δεν θελήσει να
παλέψει με τον εαυτό του, να αφήσει τον Χριστό να τον αγιάσει, ώστε να ζήσει
την εμπειρία της δικής του πλέον μεταμορφώσεως σε ύπαρξη που από εικόνα Θεού
ομοιώνεται με Αυτόν, όπως είναι ο αληθινός προορισμός μας.
Όμως
εμείς χαρακτηριζόμαστε και είμαστε αμαρτωλοί, διότι ο νους μας παραμένει
προσανατολισμένος στα του κόσμου τούτου, με αποτέλεσμα να μην αφήνουμε
περιθώριο να δούμε την καρδιά μας πώς είναι, ποια πάθη την πολιορκούν, πόσο μας
καθοδηγεί η υπερηφάνειά μας και η αίσθησή μας ότι η ζωή μάς ανήκει, ότι νόημα έχει
όταν την ελέγχουμε, πόσο δεν μπορούμε να αντέξουμε τον άλλον διότι δεν είναι όπως
τον θέλουμε, πόσο ο κοσμικός προσανατολισμός της ζωής μας γίνεται ο κύριος
στόχος και ο Θεός μία γωνία, ένα περιθώριο. Το κυριότερο πάθος μας όμως παραμένει
το ότι δεν θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε τον Θεό για να ευτυχήσουμε, ότι δεν μας νοιάζει
η αγάπη, αλλά τα τρία «φ» αυτής της πραγματικότητας , η φιλαυτία, η φιληδονία,
η φιλοδοξία, και ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε αυτά υποθάλπει ως κριτήρια
νοηματοδότησης και σκοπού, ιδίως στους νεώτερους.
Η
εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου λειτουργεί ως βάση αφύπνισης για όσους
επιθυμούν να θυμηθούν τον τελικό σκοπό της ζωής. Είναι να λάμψει και σε μας το «φως
το αΐδιον» του προσώπου του Κυρίου. Να γίνουμε φως. Να αλλάξουμε εντός μας και
να καρδιοχτυπήσουμε με λαχτάρα για τον Θεό που έγινε άνθρωπος, διότι μας αγαπά.
Για να μας συντροφέψει στον αγώνα προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Εκεί όπου
κανένα σκοτάδι, ούτε παθών ούτε κακίας ούτε απόγνωσης δεν μπορεί να μας χωρίσει
από την αγάπη του Χριστού. Εκεί όπου όλοι συναντιόμαστε, αρχικά εν ψυχή και στο
τέλος της Ιστορίας και με το σώμα μας, για να υπάρχουμε ως πρόσωπα φωτισμένα,
αγιασμένα, ελεημένα, μεταμορφωμένα σε υπάρξεις που αγαπούν και χαίρονται.
Η
Εκκλησία είναι ο τρόπος, ο χώρος, ο χρόνος όπου ζούμε το Θαβώρειο φως. Βλέπουμε
στις εικόνες των αγίων τα φωτοστέφανα. Βλέπουμε την ιλαρότητα του προσώπου τους,
μέσα από μία γλυκύτητα, δοσμένη στη σοβαρότητα που απαιτείται ώστε ο άνθρωπος
να νιώσει ότι η Μεταμόρφωση μας περιμένει, όταν έχουμε ξεκινήσει να παλεύουμε
εναντίον της αμαρτίας του «εγώ και μόνο». Όταν αγαπούμε. Όταν χαιρόμαστε εκ της
καρδίας μας. Όταν, τελικά, ζητούμε τον Χριστό, όχι για να Τον κρατήσουμε για μας,
αλλά για να Τον μοιραστούμε με όλους, όπως έκαναν και οι μαθητές δίνοντας τη ζωή
τους εν αγάπη. Ας γιορτάσουμε αγαπώντας, μετανοώντας, κατανοώντας ότι το φως της
Μεταμόρφωσης είναι η αρχή και το τέλος του θεούμενου ανθρώπου. Δηλαδή, όλων μας,
διότι γι’ αυτό πλαστήκαμε!
Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!
π.
Θεμιστοκλής Μουρτζανός
6
Αυγούστου 2026


