Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό.
Ο λόγος του Χριστού στην επί του
όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι
φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με
τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα
στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος
βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της
φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της
εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι
οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για
να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν
είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η
χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας
κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.
Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται
μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση.
Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον
λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι
κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται
ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία του
Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες
επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της
ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις
ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι. Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης
φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας
της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου.
Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας
να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η
παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας,
η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την
εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να
χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να
πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι
το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου,
συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της
Εκκλησίας.
Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας.
π.
Θεμιστοκλής Μουρτζανός
21
Ιουνίου 2026
Κυριακή
Γ’ Ματθαίου