11/2/26

ΔΕΝ Μ’ ΑΚΟΥΝΕ

 

             Η εφηβεία είναι κρίσιμη περίοδος στην πορεία του ανθρώπου να βρει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή. Παλαιότερα ίσως ήταν η κρισιμότερη. Σήμερα, επειδή ο κόσμος και ο πολιτισμός μας έχουν γίνει παιδοκεντρικοί, με αποτέλεσμα να δικαιολογούν τα πάντα στους νέους, η αναζήτηση νοήματος ζωής παρατείνεται και πολύ αργότερα. Άλλωστε, η έξοδος από την εφηβική ηλικία σήμαινε παλαιότερα την ετοιμασία για εργασία και οικογένεια. Σήμερα, η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται για πολύ αργότερα χρονικά, ενώ οι άνθρωποι πρώτα θέλουν να τακτοποιηθούν οικονομικά, να ζήσουν τη ζωή τους με την έννοια της απόλαυσης, χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς ιδιαίτερες αναζητήσεις. Γι’ αυτό και όταν οι μεγαλύτεροι έχουν διαφορετικές θέσεις και απόψεις από τους νέους, τα λόγια τους πετάνε, χωρίς να ακούγονται. Έτσι, έρχεται το παράπονο, «ότι δεν μ’ ακούνε».

                Θριαμβεύει στους καιρούς μας ο εγωκεντρισμός. Δεν είναι μόνο η μετανεωτερική προσέγγιση ότι κριτήριο της αλήθειας είναι ο εαυτός μας. Είναι και η αίσθηση ότι έχω το δικαίωμα να είμαι ελεύθερος και ότι η ελευθερία μου συνεπάγεται την αυτοδιάθεση με απόλυτο τρόπο. Δεν συνυπάρχω, δεν είμαι υποχρεωμένος να ακολουθώ κανόνες, αλλά κριτήριο είναι το τι εγώ και μόνο εγώ θεωρώ ως σωστό κι, επομένως, ακόμη κι αν  πληγώνω τους άλλους δεν έχει καμία σημασία. Ο εαυτός μου είναι ο θεός. Μπορεί να υφίσταμαι κάποιες συνέπειες όταν η κοινωνία δεν δέχεται τη συμπεριφορά μου, εντούτοις θα προσπαθήσω να ξεγελάσω τους άλλους, ώστε να συνεχίσω να πράττω κατά το δοκούν.

                «Δεν μ’ ακούνε». Εγώ, άραγε, άκουγα όταν ήμουν στην εφηβεία; Ή μήπως έχω λησμονήσει τη δική μου επαναστατικότητα; Κι αν άκουγα, το έκανα από επιλογή και επειδή θεωρούσα σημαντική τη συμβουλή των γονιών μου, των δασκάλων μου, των πνευματικών μου πατέρων ή από φόβο; Έμαθα, άραγε, να μπαίνω στη θέση του άλλου ή ζητώ να με καταλάβουν, χωρίς να θεωρώ απαραίτητο να καταλάβω;  Πόσο εύκολα θυμώνω όταν δεν γίνεται το θέλημά μου; Πόσο μπαίνω στη θέση του εφήβου, αλλά και έχω αποφασίσει να προσφέρω αγωγή, με σταθερότητα, επιχειρήματα και αληθινή αγάπη;  Πόσο παίρνω προσωπικά την άρνηση του εφήβου να με ακούσει ή κάνω ένα βήμα παραπάνω, νιώθοντας ότι είναι χρέος μου να αγαπήσω, να συγχωρήσω, να προχωρήσω; Πόσο προσεύχομαι στον Θεό κάνοντας υπομονή, διότι νιώθω ότι η σπορά στις ψυχές των  νεώτερων μπορεί να καρπίσει πολύ αργότερα και ίσως να μη δω τους καρπούς της;

                «Δεν μ’ ακούνε». Πόσο κάνω την αυτοκριτική για τις δικές μου σκέψεις και επιλογές; Πόσο δείχνω σεβασμό στο πρόσωπο του άλλου; Γιατί το «δεν μ’ ακούνε» δεν έχει να κάνει μόνο με τους θεωρητικά ανώριμους εφήβους. Έχει να κάνει και με τη σχέση του ζευγαριού. Δεν ακούει ο ένας τον άλλον, διότι ο ένας έχει μέσα στη σκέψη του ένα δικό του πρότυπο για το πώς πρέπει να είναι ή να συμπεριφέρεται ο άλλος, με αποτέλεσμα κάθε διαφοροποίηση να γεννά απογοήτευση ή ματαίωση. Η αγάπη όμως είναι  απάντηση. Διότι αυτός που αγαπά, θα ακούσει και θα περιμένει.

                Οι μεγάλοι χρειάζεται να ακούνε τους μικρότερους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να τους οριοθετούν. Άλλη όμως είναι η επιβολή της εξουσίας και άλλη η σταθερότητα που συνοδεύεται από την πειθώ. Αυτός που ακούει, χωρίς κατ’ ανάγκην να υπακούει, αγαπά και μοιράζεται. Δεν απογοητεύεται όταν δεν τον ακούνε, αλλά συνεχίζει στην οδό της επιλογής που θα βοηθήσει και όχι αυτής που θα δικαιώσει τον ίδιον. Και η υπομονή και η σταθερότητα θα επιβραβευτούν. Αργά ή γρήγορα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Κυριακής 1ης Νοεμβρίου 2026

10/31/26

ΜΙΑ ΟΔΟΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ ΞΕΝΗ


«Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι»
(Α’ Κορ. 12,30)

«Και ακόμα σας δείχνω μια οδό υπερβολικά έξοχη». 

            Χαρακτηριστικό της εποχής μας η σκληροκαρδία. Ο άνθρωπος δείχνει να νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και αφήνει τον συνάνθρωπό του στην άκρη. Δεν τον ενδιαφέρει αν τον πληγώνει. Αν θα μπορούσε να τον στηρίξει και να του δώσει χαρά, εφόσον ο ο ίδιος δεν έχει να κερδίσει κάτι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ενδιαφέρον για τη ζωή να έχει να κάνει με το «εγώ» μας και τη δική μας άνεση και απόλαυση, την εκπλήρωση των δικών μας στόχων, ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσουμε επί πτωμάτων. Ίσως μοιάζει σκληρή αυτή η διατύπωση. Τη ζούμε όμως ιδιαίτερα στον χώρο των παιδιών και των εφήβων, καθώς μεγάλη μερίδα αυτών είτε αδιαφορούν είτε προσπαθούν να λειτουργήσουν εξουσιαστικά πληγώνοντας και απογοητεύοντας.

            Φαίνεται πως και στην πρώτη Εκκλησία, εκεί όπου η χάρις υπερεπλεόναζε και υπήρχαν πολλά χαρίσματα ανάμεσα στους χριστιανούς, όπως περιγράφει ο απόστολος Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους, το ενδιαφέρον των χαρισματούχων ήταν να χρησιμοποιούν τις δωρεές του Θεού για να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους άλλους και να διεκδικούν θέση ανώτερη, να τονίζουν την ικανότητα και τη δωρεά τους για να δοξάζονται από τους άλλους και να έχουν λόγο κεντροβαρή στην εκκλησιαστική κοινότητα. Ο απόστολος Παύλος δεν μένει ευχαριστημένος από αυτήν την αντίληψη, διότι νιώθει ότι τα χαρίσματα κάνουν τους χριστιανούς να ξεχνούνε ότι τίποτε δε μας ανήκει, αλλά τα πάντα είναι δωρεά του Χριστού όχι για να εξουσιάζουμε, αλλά για να διακονούμε με βάση το τι μας δόθηκε το σώμα της Εκκλησίας, στο οποίο είμαστε μέλη Του και ξεχωριστά ο καθένας και, ταυτόχρονα, όλοι μαζί. Έτσι, ο απόστολος δείχνει την οδό που μοιάζει υπερβολική, αλλά είναι το κλειδί της όντως χριστιανικής ζωής, που είναι η αγάπη, και προχωρεί στον περίφημο ύμνο της, διά του οποίου μας δείχνει ότι όσα χαρίσματα κι αν έχουμε, όσα έργα κι αν κάνουμε, αν δεν υπάρχει η αγάπη στην καρδιά και το καθετί που πράττουμε δεν είναι καρπός της, τότε μοιάζει μάταιο και πρόσκαιρο.

Και  η αγάπη έχει να κάνει κυρίως με τις ανθρώπινες σχέσεις και με τον τρόπο με τον οποίο τις διαχειριζόμαστε. «Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα η αγάπη, δεν ζηλεύει, η αγάπη δεν μεγαλοκαυχιέται, δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια,  δεν συμπεριφέρεται άσχημα, δεν ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δεν λογίζεται το κακό,  δεν χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια.  Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει». Με τα λόγια αυτά είναι ξεκάθαρο ότι η χριστιανική οδός, όπως ήταν η αρχική ονομασία των χριστιανών (αυτοί που ανήκαν στην «οδό», αυτοί που δέχονταν τον Χριστό ως την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) είχε ως κριτήριο και κίνητρο την αγάπη.

Μοιάζει ξένη αυτή η οδός, όχι μόνο ως προς το όνομά μας και την ιδιότητά μας ως χριστιανών σήμερα, αλλά και ως προς την προτεραιότητά μας τόσο στη ζωή όσο και στις σχέσεις μας. Λείπει η αγάπη ως κύριο κίνητρο της πορείας μας, και έχει υποκατασταθεί από άλλες επιλογές: την απόλαυση, το δικαίωμα, την καταξίωση, την άνεση, το δίκιο. Η αγάπη έχει ως πυρήνα της τον άλλον. Εμείς έχουμε ως πυρήνα μας το «εγώ και μόνο εγώ».  Ας προσπαθήσουμε στην Εκκλησία να γίνουμε περισσότερο άνθρωποι της οδού της αγάπης, όπως οι Άγιοι Ανάργυροι που εορτάζουμε την 1η Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Δεν είναι θέμα διδαχής μόνο. Είναι θέμα εύρεσης εντός μας της εικόνας του Θεού, διότι πλαστήκαμε για να είμαστε ελεύθεροι και να αγαπούμε. Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην καρδιά που αγαπά. Κι αυτή συναντά τον Χριστό ως οδό και κάνει τη ζωή μας οδό προς Εκείνον και προς τους συνανθρώπους μας. Και όλα τα υπόλοιπα, αν είναι για καλό μας, θα μας δοθούν. Μόνο που εκείνα, είτε υλικά αγαθά είτε χαρίσματα, εδώ μένουν. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2026

            Των Αγίων Αναργύρων

10/26/26

ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ…

                 

Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου, 86 χρόνια πριν… Αυτό που περίμεναν όλοι, έγινε. Ένας δικτάτορας ήθελε να κάνει επίδειξη δύναμης, ζηλεύοντας έναν άλλο δικτάτορα. Θυμήθηκε ότι οι πρόγονοί του είχαν κάνει την Μεσόγειο mare nostrum (η θάλασσά μας) και πίστεψε ότι οι Έλληνες θα ήταν όπως τότε, το 146 π. Χ., διχασμένοι, χωρίς στρατό, χωρίς δυνατότητες αντίστασης και έτοιμοι να ανταλλάξουν την ελευθερία τους με τη βεβαιότητα ότι θα ζήσουν  όπως παλιότερα, όταν οι Βενετοί κατείχαν μεγάλα τμήματα της χώρας. Ο δικτάτορας διαψεύστηκε.

                Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου, 86 χρόνια πριν… Ένας λαός ακολουθούσε ρεύματα δικτατορίας, γιατί τη θεωρούσε πολίτευμα και είχε κουραστεί από τις επιλογές και τις συγκρούσεις που τον δίχαζαν, δεν ήθελε όμως ποτέ να δώσει λογαριασμό σε ξένες δυνάμεις, δεν ήθελε να θυσιάσει την ελευθερία να κρατά τη γη του, την ιστορία του, τις παραδόσεις του, το να κυματίζει η γαλανόλευκη και να βλέπει τον Παρθενώνα δικό του, να βλέπει τα χωριά δικά του, να βλέπει τα σπίτια, τα σχολεία, τα γράμματα, την καθημερινότητά του να είναι κατά το πώς ήθελε και κατά πώς θα ερχόταν η ώρα να τα διαφεντέψει, όχι με ξένες μάστιγες να του κάνουν κουμάντο και τη Μακεδονία και τη Θράκη του να γίνονται βουλγαρικές. Κι αυτός ο λαός πολέμησε και νίκησε.

                Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου, 86 χρόνια πριν… Μια Ευρώπη χωρίς αντιστάσεις πλην της Βρετανίας, να μην μπορεί να κρατήσει την ειρήνη, φαγωμένη από την εξουσιομανία, από την καταπίεση των αδύναμων, από την απουσία κοινού προσανατολισμού, είδε το Ράιχ να οργανώνει την μεγαλύτερη επίθεση της Ιστορίας στα εδάφη της, να έχει υποτάξει Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία,  Νορβηγία και να έχει υπό τον έλεγχό του με φασιστικά καθεστώτα Ισπανία, Πορτογαλία, μέχρις ότου ήρθε και η σειρά της Ελλάδας, η οποία ανάγκασε τους Γερμανούς, πριν επιτεθούν στην τότε  Σοβιετική Ένωση , να δαπανήσουν πολύτιμο γι’ αυτούς χρόνο στα Βαλκάνια και στην πατρίδα μας, για να ολοκληρώσουν το έργο του φίλου τους δικτάτορα της Ρώμης.  

                Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου, 86 χρόνια πριν… Ο λαός μας δεν φοβήθηκε. Δεν δίστασε. Δεν λύγισε. Κι άφησε σελίδα μοναδική στην παγκόσμια Ιστορία τον ηρωισμό των ανδρών που πολέμησαν στο μέτωπο, που κατέλαβαν την Βόρειο Ήπειρο, των γυναικών που μετέφεραν όπλα, πολεμοφόδια και τρόφιμα στα βουνά της Πίνδου, αλλά και περιέθαλψαν τραυματίες, ετοίμασαν ρουχισμό και κράτησαν ζωντανή τη φλόγα της ελευθερίας. Κι όλοι μαζί, με φυλακτό τους την πίστη στην Παναγία και τη βεβαιότητα ότι το άδικο δεν ευλογείται από τον Θεό.

                Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου,  σήμερα… Από την μία, ένας λαός που ολοένα και περισσότερο δείχνει να ξεχνά την Ιστορία του. Ένας λαός που δείχνει να αποχαυνώθηκε μέσα στον παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής και πορείας. Που αναζητεί την ταυτότητά του στο παρελθόν, χωρίς να νιώθει ότι οι ρίζες είναι η βάση, αλλά το τώρα χρειάζεται το νερό της περηφάνειας γι’ αυτό που είμαστε, της αυτοκριτικής για ό,τι δεν πήγε καλά, κυρίως τον ατομισμό, την εξουσιομανία και την αίσθηση ότι τα πάντα κρίνονται από το χρήμα, της ετοιμότητας να κρατηθεί η πατρίδα ελεύθερη και να μην φοβηθεί απειλές και συμβιβασμούς. Από την άλλη,  ένας λαός που μέσα του φέρνει τη σπίθα του ξημερώματος της 28ης Οκτωβρίου 1040 άσβεστη, γιατί κρατά και πάλι ως φυλακτό την πίστη στην Παναγία και τη βεβαιότητα ότι το άδικο δεν ευλογείται. Ένας λαός που θα έρθει η ώρα να φωνάξει στην άτολμη, συμβιβασμένη, παραδομένη σε μη ευρωπαϊκές αρχές και αξίες Ευρώπη ότι  η αντίσταση της ελεύθερης ψυχής, της χριστιανικής παράδοσης, των προσώπων που γνωρίζουν το χρέος τους δεν θα επιτρέψει στον εχθρό της εποχής, που είναι η αλλοτρίωση των καρδιών από τον βομβαρδισμό τους από εικόνες, αλγόριθμους, αμορφωσιά, μηδενισμό, να κάνει κουμάντο.

Θα έρθει η Έξοδος στο φως.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Κυριακής 25 Οκτωβρίου 2026

10/23/26

ΠΙΣΤΕΥΩ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ


«ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ»
(Γαλ. 2, 20)

«Κι ἡ τωρινὴ σωματική μου ζωὴ εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη μου στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ ἀγάπησε καὶ πέθανε ἑκούσια γιὰ χάρη μου». 

            Οι άνθρωποι ζούμε στηριγμένοι στις σχέσεις, στα προγράμματά μας, στα χρήματά μας, στον πολιτισμό μας, στον καιρό μας. Έχουμε μια πορεία ζωής, την οποία ακολουθούμε, βάζοντας στην άκρη, όσο το δυνατόν, τους φόβους και τις φοβίες μας. Φόβοι, που έχουν να κάνουν με τις περιστάσεις της ζωής, τον χρόνο που κυλά, τη μοναξιά που ζούμε ή μας περιμένει, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός μας. Φοβίες, που έχουν να κάνουν με τους λογισμούς μας, με τα άγχη μας που μας κάνουν να μην μπορούμε να κοιμηθούμε ή να ησυχάσουμε, με κυριότερο άγχος ότι ακόμη κι αν η ζωή μας πάει καλά, όπως το θέλουμε, θα έρθει η ανατροπή και θα φανούμε ανήμποροι, διότι δεν έχουμε μάθει να χάνουμε ούτε και το θέλουμε.  Μοιάζουμε κάποτε με τους πολιτικούς, που προσπαθούν να υπολογίσουν σενάρια, για να αντιμετωπίσουν το κακό που φοβούνται ότι έρχεται, είτε από πράξεις ή παραλείψεις τους είτε από τις συγκυρίες που τους κάνουν να αισθάνονται ευάλωτοι.

            Στον τρόπο αυτό της ζωής έρχεται η Εκκλησία να μας μιλήσει για τη δύναμη της πίστης. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, τους δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ζωή είναι σταυρός από την μία και από την άλλη η ζωή του τώρα βασίζεται στην πίστη για να έχει νόημα. Ο Παύλος μάς προτρέπει να μη βλέπουμε το τι θα γίνει, αλλά να ζούμε στο σήμερα νιώθοντας ότι υπάρχει ένα χέρι που μας καθοδηγεί, ένα χέρι που μας στηρίζει, μας αγκαλιάζει και δεν θα μας αφήσει, διότι αυτό το χέρι απλώθηκε επάνω στο σταυρό για να μας δείξει ότι θα έρθει η ανάσταση. Είναι η πίστη στον Χριστό, που μοιάζει να μην είναι λόγος, αλλά βίωμα. Όμως ξεκινά από τον λόγο, την εμπιστοσύνη σε όσους έδωσαν μαρτυρία περί αυτής της πίστης στους αιώνες, που δεν δίστασαν να αφήσουν τα πάντα για τον Χριστό, που δεν δίστασαν να μην λιποψυχήσουν τη στιγμή που έβλεπαν ότι η ζωή ερχόταν με ανατροπές. Οι άλλοι όχι μόνο δεν ανταποκρίνονταν στην οδό και τον τρόπο της αγάπης, αλλά απαιτούσαν και απαιτούν τα πάντα από τον άνθρωπο του Θεού, ακόμη και να εγκαταλείψει την πίστη του. Κι όμως, αυτός που πιστεύει, δεν νιώθει μόνος του, αλλά εμπιστεύεται και ελπίζει σ’ Αυτόν που τον αγαπά και μας αγαπά, ακόμη κι αν μοιάζει η παρουσία Του σιωπηλή και η προσμονή μακρόχρονη.

            Στους καιρούς μας ας αναδιφήσουμε στον εαυτό μας. Ας τον ρωτήσουμε αν νιώθουμε δυνατή την πίστη μας. Ας μην υποταγούμε στα σενάρια των λογισμών, στους φόβους και στις φοβίες μας, αλλά, αφού κάνουμε αυτό που μπορούμε, ας αφήσουμε τον αγαπήσαντα και αγαπώντα ημάς να δείξει τον δρόμο, ακόμη κι αν δεν μοιάζει ευχάριστος για τα κοσμικά μέτρα. Κανείς δεν θέλει κόπους και βάσανα. Όμως αυτός είναι ο νόμος της ζωής, ότι έρχονται στιγμές, άλλοτε προβλεπόμενες και άλλοτε απρόβλεπτες, στις οποίες θα σηκώσουμε τους σταυρούς μας. Αν αγαπάμε τον Χριστό, αν εμπιστευόμαστε, τότε «εν πίστει ζώμεν». Και Εκείνος, εν τη Εκκλησία Του, στην οποία ανήκουμε, δεν θα μας αφήσει. Θα φωτίσει τα μικρά ή μεγάλα σκοτάδια μας και θα μας σπρώξει όχι μόνο να βγούμε εμείς από αυτά, αλλά και να βοηθήσουμε και όσους θέλουν ένα χέρι, το δικό Του, δι’ ημών. Είτε προσευχή είτε λόγος είτε αισιοδοξία είτε ένα πιάτο φαγητό είτε συγχώρεση είτε όλα μαζί ας γίνουν τα σημαντικά της ζωής μας, καρποί της πίστης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΣΤ’ Λουκά

10/19/26

ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΑ ΚΙΝΗΤΑ

                

Πρόσφατες έρευνες στην Κίνα ανάμεσα σε μαθητές Λυκείου  έδειξαν ότι τα βίντεο στο Tik Tok δημιουργούν εθισμό, διότι «ενεργοποιούν το κύκλωμα επιβράβευσης του εγκεφάλου, οδηγώντας σε άμεση και διαρκή ικανοποίηση. Τώρα, επιπλέον, μας κάνουν λιγότερο ικανούς να σχεδιάζουμε το μέλλον μας- έως και αδιάφορους γι’ αυτό» (εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ » 11 Οκτωβρίου 2026). Οι μεγαλύτεροι θα θεωρούσαμε αδιανόητο κάποτε η ευχαρίστηση να είναι επαρκής με την  παρακολούθηση σύντομων βίντεο. Στο μυαλό μας η χαρά και η ευχαρίστηση συνδέονταν με το παιχνίδι, την παρέα, τα συναισθήματα, τον έρωτα, τη συνύπαρξη. Τώρα, οι νεώτεροι αρκούνται στο να είναι κολλημένοι στα κινητά τους, χωρίς καν να χρειάζεται να παραγάγουν οι ίδιοι βίντεο. Αρκεί να τα βλέπουν.

                Η θέαση του ενός βίντεο φέρνει τη θέαση του επόμενου. Έτσι, ο χρόνος περνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο χρήστης και θεατής.  Οι νεώτεροι παραμελούν τα μαθήματά τους, δεν ενδιαφέρονται για επικοινωνία, κλείνονται στον εαυτό τους. Τους αρκεί να παρακολουθούν, αφού έτσι νικούνε τη βαρεμάρα της ζωής τους. Αυτή η αλληλουχία, στην πραγματικότητα, διαλύει την κριτική σκέψη και ικανότητα του ανθρώπου, αφού ο εθισμός δεν επιτρέπει στον χρήστη να σκεφτεί τι βλέπει και γιατί το βλέπει. Ποια είναι η άποψη η προσωπική του και γιατί αποδέχεται τη σειρά των reels, χωρίς να αισθάνεται ικανός να πατήσει το κουμπί του σταματήματος. Μια περιέργεια για το επόμενο τον αιχμαλωτίζει. Και η προειδοποίηση ότι δεν είναι ικανός, ούτε και ενδιαφέρεται, για να σχεδιάσει το μέλλον του, δεν του λέει απολύτως τίποτα. Άλλωστε, τα πάντα σ’ αυτόν τον πολιτισμό είναι παρόν, είναι εδώ και τώρα.

                Στην πνευματική μας παράδοση αυτή η αλληλουχία των βίντεο που μας κρατά κολλημένους στα κινητά μοιάζει με την αλληλουχία των λογισμών, που μας κατατροπώνουν χωρίς να καταλάβουμε πώς, μας αποπροσανατολίζουν, μας οδηγούν σε μία ψευδή ηδονή, αυτή της εξουσίας επάνω στους ανθρώπους με τους οποίους σχετιζόμαστε, αυτή της εκδίκησης που μας κάνει να χαιρόμαστε κατά βάθος, χωρίς να είναι βέβαιο ότι μπορούμε να την υλοποιήσουμε, αρκεί που τη σκεφτόμαστε, αυτή της αυτοδικαίωσης που μας κάνει να αισθανόμαστε ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από εμάς και μόνο. Και όπως τους λογισμούς καλούμαστε να τους αποκρούσουμε, ώστε να μην κυριευθούμε από το ψέμα ή την καταστροφικότητα των σεναρίων στα οποία μας οδηγούν, έτσι καλούμαστε, αν θέλουμε να προχωρήσουμε αληθινά στη ζωή μας, να πολεμήσουμε την αλληλουχία των βίντεο που δεν μας αφήνουν να διαπιστώσουμε πού βρίσκεται ο γνήσιος τρόπος για να υπερβούμε την ανία μας, γιατί είμαστε πλασμένοι και ποιος είναι ο σχεδιασμός για το μέλλον μας.

                Τους λογισμούς τους παλεύουμε με την προσευχή και την αγάπη. Δεν είμαστε μόνοι μας. Τους εξαγορευόμαστε στον πνευματικό, αλλά και προσπαθούμε να θυμόμαστε τι ζητά ο Χριστός από εμάς, για να μη νικηθούμε. Η αλληλουχία των βίντεο μας καθησυχάζει, διότι δεν νιώθουμε το πνευματικό κενό που βιώνουμε, αλλά λειτουργεί η περιέργεια όχι για τη γνώση που προβληματίζει και ελευθερώνει, αλλά για τη διασκέδαση που νομίζουμε ότι μας εντάσσει στον μοντέρνο κόσμο, κάνει τους νέους να μη νιώθουν ξένοι από τους συνομηλίκους τους, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να κερδίσουν τη σχέση, τη φιλία, την παρέα. Γι’ αυτό και χρειάζεται η απόφαση για αντίσταση. Η επίγνωση ότι το να είσαι κολλημένος στο κινητό σου δεν είναι η διέξοδος, αλλά το να δημιουργήσεις χώρο για να συναντήσεις αυθεντικά τον Θεό και τον συνάνθρωπο σε κάνει να βλέπεις τη ζωή με άλλα μάτια.

                Ας ξεκινήσουμε οι μεγαλύτεροι, που παίζουμε κι εμείς σ’ αυτό το παιχνίδι της ευχαρίστησης, με την αίσθηση κάποτε ότι εμείς ξέρουμε να πατάμε το κουμπί του κλεισίματος της αλληλουχίας, να δίνουμε χρόνο στους νεώτερους για αληθινή επικοινωνία. Αφήνοντας στην άκρη το κόλλημα με τα κινητά και ζώντας τη χαρά της συνύπαρξης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλο της Κυριακής 18 Οκτωβρίου 2026

10/17/26

Ο ΝΟΣΤΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ

 

«Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολοσσαείς, 4,6)

«Ο λόγος σας να είναι πάντοτε με χάρη, με αλάτι αρτυμένος, ώστε να ξέρετε πώς πρέπει σε καθέναν ξεχωριστά να αποκρίνεστε». 

            Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους πιστούς των Κολοσσών, μιας πόλης της Φρυγίας στην Μικρά Ασία, χρησιμοποιεί μία τολμηρή μεταφορά, για να αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί καλούνται να επικοινωνούν με τους άλλους ανθρώπους.  Ο λόγος των χριστιανών ας είναι χαριτωμένος, ας φέρει μέσα του την Χάρη του Θεού, ο λόγος των χριστιανών ας είναι νοστιμισμένος με αλάτι, ώστε να μπορούν οι χριστιανοί να γνωρίζουν πώς πρέπει να απαντούν ξεχωριστά στον καθέναν.

            Ο «νόστιμος» λόγος είναι αυτός που δεν είναι ξύλινος, βαρετός, ηθικολογικός, άτολμος, συνηθισμένος. Ζούμε τέτοια είδη λόγων στους καιρούς μας, διότι ή δεν έχει ο λόγος μας αγάπη, αλλά είναι στηριγμένος στην ανασφάλεια της επανάληψης, να πούμε ό,τι έχουν πει οι Άγιοι και οι Πατέρες, χωρίς όμως τον χυμό που ο λόγος των Πατέρων και των Αγίων έχει, καθώς εκείνος ο λόγος είναι βιωματικός, εμπειρικός, αγαπητικός, γεμάτος παραδείγματα από τον κόσμο και τη ζωή. Εμείς είμαστε συνήθως κακοί αντιγραφείς, «παπαγάλοι». Δεν πονάμε για όσα λέμε, δεν ζούμε την εμπειρία της αγιότητας και γι’ αυτό ο λόγος μας ακούγεται άνοστος, σαν να βγάζουμε μια υποχρέωση από επάνω μας, σαν να θέλουμε οι άλλοι να γίνουν «καλοί» άνθρωποι και «καλοί» χριστιανοί, τουτέστιν ότι δεν αποκλίνουν από το δόγμα και την ηθική και αυτό είναι εντάξει.

 Η ζωή όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ψυχή μας βιώνει διακυμάνσεις, στις οποίες ο λόγος, αν δεν είναι παρηγορητικός, καρδιακός, αγαπητικός, αλλά αποσκοπεί στο να λειτουργήσει σαν μια βεβαιότητα ότι «έτσι είναι», όχι μόνο δεν ανακουφίζει, αλλά κλείνει την πόρτα της καρδιάς του άλλου. Ιδίως σε περιστάσεις, όπως η αρρώστια η δοκιμασία, ο θάνατος, αν δεν μπούμε στη θέση του άλλου, ο λόγος μας δεν μπορεί να είναι νόστιμος. Αν, αφ’ υψηλού μιλάμε, και με τις βεβαιότητες που θεωρούμε ότι γίνονται η αυθεντία που λύνει όλα τα προβλήματα, χωρίς όμως να σκεφτούμε ότι αν αυτές θα παρηγορούσαν εμάς στην περίπτωση που βρισκόμασταν στη θέση του άλλου, τότε ο λόγος μας είναι κάλπικος. Αυταπατόμαστε ότι είμαστε γνήσιοι, στην πραγματικότητα όμως είμαστε μακριά από το ήθος του λόγου που είναι η αγάπη.

Ο «νόστιμος» λόγος είναι απάντηση στον καθέναν που λέει ό,τι λέει. Κάποτε μπορεί να είναι και λόγος της σιωπής. Λόγος της προσευχής. Λόγος της ταπείνωσης και της υπομονής. Αλλά, κι αν είναι λόγος των λέξεων, μπορεί να λειτουργήσει όταν αφήνει χώρο στον άλλον, να σκεφτεί, να αντιδράσει, να απορρίψει. Ο λόγος είναι «νόστιμος», αν είναι φωτισμένος από τη Χάρη του Θεού. Και κριτήριο αυτής της φώτισης είναι όταν δεν αποσκοπούμε προς επικράτηση, προς εξουσία, προς ικανοποίηση του εγώ μας, αλλά αφήνουμε στον Θεό τα υπόλοιπα.

Πόση αγωνία κρύβουν οι λόγοι αυτών που νομίζουν ότι κατέχουν την αλήθεια, χωρίς να σέβονται την ελευθερία του άλλου! Πόση λύπη έρχεται τότε, όταν η βεβαιότητά μας δεν γίνεται δεκτή! Είναι διότι, κατά βάθος, θεωρούμε τη θέση και την άποψή μας ως την επικρατούσα και αισθανόμαστε πως αν ο άλλος δεν ακολουθήσει τα λόγια μας, τότε είτε έχουμε αποτύχει είτε εκείνος είναι αποτυχημένος που δεν ακούει τη σοφία μας. Ο παράγοντας «ελευθερία» όμως κάνει τον λόγο μας «νόστιμο». Όταν είναι ο λόγος μας πρόταση και όχι προσταγή. Για τα υπόλοιπα, έχει ο Θεός.

Ο απόστολος Παύλος ζητά από εμάς τους χριστιανούς να απαντούμε στον καθέναν, όπως πρέπει. Να γνωρίζουμε και να βιώνουμε και όχι να αντιγράφουμε. Να έχουμε ενσυναίσθηση και όχι εξουσία. Να σεβόμαστε την ελευθερία του άλλου και να μιλάμε με αγάπη και πόνο, αφήνοντας στον Θεό τον τελευταίο λόγο. Η παιδεία του καθενός ομορφαίνει ή απλοποιεί τον λόγο. Η αγάπη όμως εισπράττεται, ανεξαρτήτως λεκτικών σχημάτων ή ευφυούς ρητορείας. Και η αγάπη μένει! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Του Αποστόλου Λουκά του Ευαγγελιστού

    

 

10/12/26

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΟΔΥΣΣΕΙΑ»

    Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο θεατές στην Ελλάδα είδαν μέχρι τώρα την «Οδύσσεια» του διάσημου σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν. Αυτό το γεγονός και μόνο έφερε ξανά στο προσκήνιο το ομηρικό έπος, με το οποίο μεγάλωσαν τα Ελληνόπουλα από τα αρχαία χρόνια, έμαθαν γράμματα, ένιωσαν την αξία του ηρωισμού και, κυρίως, του νόστου, της αγάπης δηλαδή για την πατρίδα, την οικογένεια, τη συντροφικότητα, μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού προς την πατροπαράδοτη θρησκευτική πίστη, αλλά και τη σπουδή της ύβρεως, δηλαδή της προσβολής των ιερών και των οσίων της ανθρώπινης ύπαρξης, που οδηγεί στην καταστροφή.

                Ανεξαρτήτως του περιεχομένου της ταινίας, του τι επέλεξε να παρουσιάσει και τι όχι,  και της σύγχρονης οπτικής με την οποία ο σκηνοθέτης είδε τον αρχαίο μύθο, έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η δίψα για την παράδοσή μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν είναι αποτέλεσμα μόνο περιέργειας ή καλής διαφήμισης. Έχουμε ανάγκη από ήρωες και στην εποχή μας.  Ήρωες που δεν θα παλεύουν μόνο για το καλό ή το κακό, αλλά ήρωες που θα αναζητούν, θα νοσταλγούν ό,τι δίνει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή. Κι αυτό είναι η σχέση, διότι ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που μόνο όταν σχετίζεται βρίσκει νόημα.

Η σχέση του Οδυσσέα με την πατρίδα του δεν ήταν απλά σχέση με την ομορφιά και τη μοναδικότητα ενός τοπίου.   Θα ήταν τότε ένας ρομαντισμός και μόνο. Η πατρίδα είναι ο χρόνος στον οποίο ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, είναι ο τόπος, η γλώσσα, η ιστορία, η παράδοση, η γενιά, ό,τι αξίζει να πεθάνει κάποιος γι’ αυτήν. Η πατρίδα είναι οι μνήμες μας, που μας αγκιστρώνουν στον τόπο, διότι κάθε γωνιά της έχει κάτι να μας πει.

 Η οικογένεια δεν είναι η έκφραση της ανάγκης να επιβιώσουμε ή να έχουμε μία νόμιμη κοινωνικά και ηθικά ηδονή.  Είναι η σχέση του ζευγαριού, η σχέση των προσώπων που ξεκινάνε άγνωστα μεταξύ τους και γίνονται ένα, με μνήμες και σημάδια μοναδικά, με χαρές και λύπες, με χωρισμούς και με αναγνωρίσεις, με παιδιά που αλλάζουν την πορεία της ζωής, διότι χτίζουν την ευθύνη και τη θυσία στην ψυχή και στο σώμα.

Η συντροφικότητα είναι η κοινότητα, η κοινωνία. Είναι οι σχέσεις με τους άλλους, τους οποίους ο άνθρωπος αισθάνεται αδέρφια του. Βλέπει τα λάθη τους και παλεύει να τα διορθώσει. Βλέπει τις ανάγκες τους και παλεύει να προλάβει να μη γίνουν αιτία καταστροφής. Βλέπει τα πρόσωπά τους όχι ως δούλους, υπηρέτες, αντικείμενα, όπως έκαναν οι μνηστήρες, αλλά ως τους συνταξιδιώτες της ζωής, που η δική τους χαρά είναι και χαρά του ήρωα, του ηγέτη, του φίλου.

Η θρησκευτική πίστη βάζει τα όρια της ιερότητας στη ζωή. Δείχνει τι έχει διάρκεια που ξεπερνά τον χρόνο και τον θάνατο. Δίνει την παρηγοριά και την ελπίδα. Και αποτρέπει τον άνθρωπο από την ύβρη της αυτοθεοποίησης ή της θεοποίησης των αναγκών του. Διότι μόνο ο άνθρωπος που εμπιστεύεται Θεό, θα αντέξει τον πειρασμό τού να είναι μόνο σάρκα ή να βλέπει τον κόσμο και τους άλλους ότι υπάρχουν για να τον υπηρετούν.

Η «Οδύσσεια» είναι η σπουδή στην αρχαιοελληνική παράδοση, η οποία θα έρθει να συναντήσει  την χριστιανική πίστη και ζωή. Ο Οδυσσέας που κατεβαίνει στον Άδη για να βρει πώς θα πετύχει τον νόστο του μας θυμίζει τον Χριστό που κατεβαίνει στον Άδη για να καλέσει στη δική Του πατρίδα, την Εκκλησία, τη Βασιλεία των Ουρανών όχι λίγους, αλλά όλους. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών, ούτε ένιωθαν την δύναμη της μετάνοιας. Εμείς όμως ξέρουμε και ζούμε εκτός από τις αξίες της αρχαιοελληνικής παράδοσης τη δική μας μοναδική συνάντηση και σχέση με τον Χριστό, που δίνει νόημα παρόντος και αιωνίου στη ζωή μας. Ας είναι και η «Οδύσσεια» μία αφόρμηση προετοιμασίας για να βρούμε τη συνέχεια  που έχουμε χάσει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Κυριακής 11 Οκτωβρίου 2026