3/28/26

ΔΥΝΑΜΕΘΑ


“Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα”  (Μάρκ. 10, 38-39) 
Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ πάθους ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ ἢ νὰ βαφτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαφτιστῶ ἐγώ;» «Μποροῦμε», τοῦ λένε. 

          Καθώς πλησιάζουμε προς την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα η Εκκλησία ορίζει την τελευταία Κυριακή των Νηστειών να διαβάζεται ένα απόσπασμα από το ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο αναφέρεται σε ένα παράξενο αίτημα δύο από των πρώτων μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννη του ευαγγελιστή. Έρχονται, όταν ο Ιησούς τους ενημερώνει για το τι πρόκειται να Του συμβεί, δηλαδή για τον Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση, το μαρτύριο το οποίο επέρχεται, να Του ζητήσουν στη δόξα Του να τους βάλει ως κριτές του νέου κόσμου, της βασιλείας του Θεού. Μάλιστα, όταν ο Ιησούς τους ρωτά αν μπορούν να πιουν το ποτήρι του πάθους Του και να βαπτιστούν στο βάπτισμα του αίματος, και εκείνοι απαντούν με έναν λόγο κοφτό, σαφή και, ταυτόχρονα, απαιτητικά υπερήφανο: “δυνάμεθα”. 
            Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν σε όλη του τη διάσταση το πάθος του Κυρίου. Είναι ο ενθουσιασμός να μείνουν μαζί Του μέχρι το τέλος; Είναι η αγάπη τους προς τον Διδάσκαλό τους; Είναι εκείνη η άγνοια κινδύνου που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να αναλάβουν έργο ανώτερο από τις δυνάμεις τους; Είναι η δίψα για ανταμοιβή, το κίνητρο αυτό το οποίο πολλές φορές μας κάνει να διεκδικούμε χωρίς να κατανοούμε; Πάντως, ο λόγος “δυνάμεθα” κάνει εντύπωση. Θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε και ως ένδειξη θράσους, ψηλώματος του νου, ο οποίος δεν κάνει τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά να τον θεώσει, οδηγώντας τον σε μια αυταπάτη.
               Οι δύο αυτοί μαθητές, όπως και ο απόστολος Πέτρος, αντιλαμβάνονται καλύτερα από τους άλλους ποιος είναι ο Ιησούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους παίρνει μαζί Του σε θαύματα, όπως η Μεταμόρφωση και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, αλλά και θα τους έχει μαζί Του και τους τρεις στην αγωνία Του στον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου η ανθρώπινη φύση του Χριστού θα επαναστατήσει μπροστά στο ξένο του θανάτου. Στο αίτημα των δύο ο Κύριος θα τους πει ότι όντως θα πιούνε το ποτήρι του Πάθους, διότι ο μεν ένας θα Τον εγκαταλείψει και θα συνειδητοποιήσει τι σημαίνει φόβος, τι υπερτίμηση των δυνατοτήτων του, τι ματαίωση, ο δε άλλος, ο Ιωάννης, θα Τον ακολουθήσει μέχρι τον Σταυρό και την ταφή, βιώνοντας ως αληθινός μαθητής και φίλος το μέγεθος του πόνου του Χριστού και διαπιστώνοντας ότι όσα ο Διδάσκαλός τους τούς είχε πει, βγήκαν αληθινά. Και οι δύο θα βαπτιστούν στο μαρτύριο του αίματος, ο μεν Ιάκωβος καθώς θα είναι ο πρώτος από τον κύκλο των μαθητών που θα μαρτυρήσει, ο δε Ιωάννης διότι θα ζήσει τη δοκιμασία της εξορίας, της απόρριψης, των γηρατειών, της αίσθησης ότι ο Θεός του έχει αναθέσει ένα καθήκον που, εκτός από τη χαρά, περιλαμβάνει την προφητεία, δηλαδή την πρόγευση του μαρτυρίου της ανθρωπότητας μέχρις ότου ο Χριστός ξαναέρθει.
               Ο Χριστός όμως θα τους επισημάνει ότι η αποστολή τους, όπως και των υπολοίπων μαθητών, αλλά και του κάθε χριστιανού, δεν έχει να κάνει με τη δόξα ή την κρίση των ανθρώπων, αλλά με την αγάπη και τη διακονία. Ο Χριστός δεν ήρθε για να εξουσιάσει, ούτε για να Τον υπηρετήσουμε οι άνθρωποι, αλλά για να μας δώσει την αγάπη που φτάνει μέχρι τον θάνατο και να μας οδηγήσει στην οδό της βασιλείας Του, που είναι η αγάπη. Δεν είναι εύκολο να πούμε το “δυνάμεθα” σε μια τέτοια προοπτική. Γι’ αυτό και περισσότερο έχουμε στον νου την δικαίωσή μας, όταν σκεφτόμαστε την πίστη. Την ανταμοιβή. Ένα μέλλον στο οποίο ο Θεός θα μας δοξάσει. Γι’ αυτό και πολλοί εξ ημών υπομένουμε τα βάσανα αυτής της ζωής, μη κατανοώντας ότι τελικά η αγάπη θέλει κόπο. 
        Ζούμε σε έναν κόσμο που μας υπόσχεται άνεση. Που μας θέλει να έχουμε ισχύ, για να μας υπηρετούν οι άλλοι. Η ισχύς δεν είναι απαραίτητα των όπλων. Είναι και του χρήματος, με το οποίο εξαγοράζουμε πολλά, ίσως και τα πάντα που μας χρειάζονται. Ας μην έχουμε όμως την αυταπάτη του “δυνάμεθα”. Με ταπείνωση ας μάθουμε να αγαπάμε και να προσφέρουμε, ώστε το Μεγαλοβδόμαδο να είναι συντονισμένο με τον τρόπο της Εκκλησίας: την αγάπη που γίνεται, ακόμη και χωρίς ανταμοιβή, ζωή. Με τον Χριστό.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
29 Μαρτίου 2026
Κυριακή Ε’ Νηστειών

3/27/26

ΝΗΔΥΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΥΠΕΔΕΞΩ

 

«Νηδύϊ τὸν Λόγον ὑπεδέξω, τὸν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας, γάλακτι ἐξέθρεψας νεύματι τὸν τρέφοντα τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή, ᾧ ψάλλομεν, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, Ή Ὠδή)

«Ἐδέχθης εἰς τὴν κοιλίαν σου, ὦ ἁγνή Παρθένε, τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἐβάστασες εἰς τάς ἀγκάλας σου Ἐκεῖνον ποὺ βαστάζει ὅλην τὴν δημιουργίαν. Ἔθρεψες μὲ τὸ γάλα σου Ἐκεῖνον πού μὲ ἕνα νεῦμα του τρέφει ὅλη την οἰκουμένη. Εἰς Αὐτόν ψάλλομεν: ὅλα τὰ δημιουργήματα, δοξολογεῖτε τὸν Κύριον καὶ διά τῶν ὕμνων σας ὑψώνετε Αὐτόν ὑπεράνω παντός ὕψους καὶ ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (Μετάφραση-Ἑρμηνεία Ἀρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου) 

            1400 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη φορά που ο Ακάθιστος Ύμνος ακούστηκε στην Βασιλίδα των Πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, μετά την μεγάλη νίκη επί των Αβάρων. Ο λαός ευχαρίστησε την Υπέρμαχο Στρατηγό, διότι γνώριζε καλώς ότι δι’ αυτής νίκησε έναν σε έναν άπελπι αγώνα. Και η Εκκλησία συνέθεσε διά χαρισματικών προσώπων και αγίων, όπως ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ολόκληρη την ακολουθία, όχι μόνο τους Οίκους, τα «Χαίρε» και τα «Αλληλούια», ώστε κι εμείς να συνεχίζουμε να αναπέμπουμε αυτό το μεγαλείο της ποίησης και του ξεχυλίσματος της ευγνωμοσύνης προς την Παναγία μας, για να νικούμε κάθε πειρασμό και κάθε κακό που μας περιτριγυρίζει, είτε εξαιτίας των παθών και των λαθών μας είτε εξαιτίας του διαβόλου, ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, είτε εξαιτίας του κόσμου μας, ο οποίος τείνει να διαγράψει αυτήν την αγάπη, κάνοντάς να στρεφόμαστε προς άλλες, εφήμερες αγάπες, οι οποίες όμως δεν σώζουν, αλλά παραπλανούν. Διότι ό,τι είναι πρόσκαιρο, ιδίως αν μένει στο «έχειν» και στο «φαίνεσθαι», συμπαρασύρει στη φθορά και τελειώνει η όποια αξία του με τον θάνατο.

            Τον πάντα βαστάζοντα εβάστασας, ψάλλει ο ιερός υμνογράφος. Αδιανόητο ο νους μας να σκεφθεί και να συλλάβει το μυστήριο. «Βάσταξες, Υπεραγία Θεοτόκε, Αυτόν που βαστάζει τα πάντα», ουρανό, γη, ανθρώπους, ζωή, αιωνιότητα και κρατά σταθερό το σύμπαν, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να πορευόμαστε σ’ αυτό, χωρίς τον φόβο της αστάθειας, χωρίς την αγωνία ότι η γη θα μας καταπιεί, ότι θα μας λείψει η δυνατότητα τού να έχουμε την τροφή μας, η χαρά της ανατολής και της ημέρας και ο σκεπτικισμός της δύσης του ήλιου και της νύχτας. Οι φυσικοί νόμοι που για μας είναι το έργο του Θεού, κρατούν την τάξη και την αρμονία του σύμπαντος, διότι ο Θεός το έφτιαξε και το κρατά. Και μπορούμε μέσα από την τελειότητα, την ποικιλία, την ομορφιά, να γνωρίσουμε μερικώς τον Θεό, διότι τίποτα δεν μπορεί να είναι τυχαίο, ούτε αυθύπαρκτο. Κι Αυτός που είναι Αχώρητος και Άπιαστος χωρείται σε μια γυναίκα και αγκαλιάζεται από μια γυναίκα. Ο άπειρος και απεριόριστος μπαίνει στα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και μετριέται, μεγαλώνει, αυξάνει χάρις στο γάλα της μάνας. Κι όλα αυτά από αγάπη.

            Από αγάπη η δημιουργία. Από αγάπη η ομορφιά. Από αγάπη η πρόσληψης της φύσης μας. Από αγάπη η βίωση του ανθρώπινου τρόπου σώματι και ψυχή, διότι ο Χριστός έχει συναισθήματα, αποκτά φίλους, κουράζεται, λυπάται, χαίρεται, συμμετέχει στη ζωή μας, γίνεται αγαπητός και μισητός, ενοχλεί, αλλά και γιατρεύει και φθάνει μέχρι το τέλος. Ποιος άλλος θα μπορούσε να εκφράσει από τη δική μας πλευρά την αγάπη, παρεκτός η γυναίκα που γεννά και είναι μάνα; Είναι η ιδιότητα της οποίας πολυτιμότερο δεν θα βρεθεί στον κόσμο και στη ζωή. Διότι φέρει μέσα της τη ζωή, δίνει τη ζωή και συντηρεί τη ζωή. Διότι η ζωή χωρίς την αγάπη γίνεται σκοτάδι και θάνατος. Κι αυτό είναι η Παναγία, αυτή που δίνει τη ζωή διά της μητρότητας και της προσφοράς. Και μοιράζεται τη ζωή με όλους μας, διότι δεν μένει στο να της ανήκει ο Χριστός, αλλά χαίρεται να ανήκει σε όλους, όπως φάνηκε στο θαύμα της μετατροπής του νερού σε κρασί στον γάμο της Κανά, που η ίδια Του ζήτησε να κάνει.

       Τον πάντα βαστάζοντα εβάστασας. Αποτίουμε κι εμείς τιμή στην Παναγία παρακαλώντας την να μεσιτεύει, ώστε να βαστάζουμε τον Χριστό στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στον τρόπο της αγάπης, στην ελπίδα της προσευχής, στην χαρά της Εκκλησίας που κάνει τους σταυρούς μας ελαφρύτερους, διότι τους μοιραζόμαστε με Εκείνον και τους συνανθρώπους μας. Και πορευόμενοι προς το Πάσχα, ζητούμε από εκείνη να μας θρέφει με το γάλα της πίστης, να μας παρηγορεί, όπως η μάνα η οποία κάνει το παιδί να νιώθει την ασφάλεια της αγάπης, να μας αγκαλιάζει με το μαφόρι που σκεπάζει τις αμαρτίες μας και μας κάνει να νιώθουμε ότι μπορούμε να μετανοήσουμε, διότι όταν ο Θεός μας αγαπά και μας καλύπτει, αξίζει να Του το ανταποδώσουμε ξεκινώντας από την αρχή την οδό μας προς Εκείνον.    

            Χρόνια Πολλά! Η Παναγία μαζί μας! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

27 Μαρτίου 2026

Ακάθιστος Ύμνος

 

3/24/26

ΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ ΓΕΓΟΝΕΝ ΟΥΡΑΝΟΣ


 «Ἰδού ἡ ἀνάκλησις νῦν ἐπέφανεν ἡμῖν. Ὑπέρ λόγον ὁ Θεός τοῖς ἀνθρώποις ἑνοῦται. Ἀρχαγγέλου τῇ φωνῇ ἡ πλάνη ἐκμειοῦται. Ἡ Παρθένος γάρ δέχεται τὴν χαράν. Τά ἐπίγεια γέγονεν οὐρανός. Ὁ κόσμος λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς. Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις καὶ φωναῖς ἀνυμνείτω, ὁ Ποιητής καὶ Λυτρωτής ἡμῶν, Κύριε, δόξα Σοι» (Στιχηρό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ ἦχο δ’).

«Να πού φάνηκε τώρα το κάλεσμα τοῦ Θεού να επιστρέψουμε σ’ Αυτόν, διότι με τρόπο που ξεπερνά τη λογική μας ο Θεός ενώνεται με τους ανθρώπους. Με τη φωνή του Αρχαγγέλου Γαβριήλ η περιπλάνηση μακριά από τον Θεό στον κόσμο της αμαρτίας μηδενίζεται. Η Παρθένος δέχεται το χαρμόσυνο μήνυμα. Τα επίγεια γίνονται ουρανός. Ο κόσμος λύνεται από τα δεσμά της αρχαίας κατάρας. Ας είναι γεμάτη αγαλλίαση η κτίση και με χαρούμενες φωνές ας ανυμνεί λέγοντας: ο Ποιητής και Λυτρωτής, Κύριε, ας είσαι δοξασμένος». 

            Γιορτή νέου ξεκινήματος της ανθρωπότητας ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μία γλώσσα αλλιώτικη μπορεί να μιλήσει πλέον ο κόσμος, τη γλώσσα της συνάντησης με τον Θεό όχι στο επίπεδο της παροχής, της ευεργεσίας, της εκζήτησης αγαθών, αλλά στον τρόπο της ένωσης του Θεού με τον άνθρωπο, καθώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προσλαμβάνει τη φύση μας, γίνεται ένα μαζί μας, ζει όπως εμείς, χωρίς όμως την αμαρτία, και έρχεται για να μας δώσει την ανάσταση και την αιωνιότητα. Και γεννιέται αυτή η νέα γλώσσα, η οποία, ταυτόχρονα, γίνεται συνέχεια εκείνης της πρώτης, της γλώσσας του Παραδείσου, στον οποίο Θεός και άνθρωπος μοιράζονταν τη χαρά της αγάπης, της κοινωνίας, πάντοτε στο πλαίσιο της ελευθερίας, καθώς ο άνθρωπος είχε και έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τον Θεό και να θεοποιήσει τον εαυτό του.

Στον Ευαγγελισμό ξεκινά η ανακαίνιση των πάντων. Γι ’αυτό και εκμηδενίζεται με τον χαιρετισμό  του αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Θεοτόκο, με το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου», η απόσταση της περιπλάνησης του ανθρώπου σε έναν κόσμο αμαρτίας και φθοράς, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί με τα επιτεύγματά του, τεχνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, να δείξει στον Θεό και στον συνάνθρωπό του ότι αξίζει. Να επιβληθεί και να δηλώσει την αυτονομία του. Και γίνεται η πλάνη κόσμος χωρίς ελπίδα, διότι ο θάνατος ο σωματικός έπεται του πνευματικού. Και ο Θεός, όντας πνεύμα και όχι «σώμα και ψυχή», όντας μυστήριο, που δεν έχει αρχή και τέλος, δεν μπορεί να προσπελαστεί από τον άνθρωπο, διότι δεν είναι ο άνθρωπος έτοιμος να Τον δεχτεί, να παραιτηθεί από την αυτάρκεια τού εγώ του, να αφεθεί με όλη του την ύπαρξη στην αγάπη του Θεού.   Μπορεί να προσπαθεί, όπως έκαναν οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, όπως οι σοφοί που βίωσαν τον σπερματικό λόγο της αναζήτησης του Ενός Θεού, όμως «ό,τι είναι απρόσληπτο, είναι και αθεράπευτο». Γι ‘αυτό έπρεπε να έρθει ο Θεός στον κόσμο λαμβάνοντας την ανθρώπινη μορφή όχι φαντασιακά ή εξωτερικά, αλλά με την ουσία της, τέλειος άνθρωπος, χωρίς να παύει να είναι τέλειος Θεός. Και βρίσκει το ωραιότερο δώρο της ανθρώπινης φύσης, που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος, αυτή που έχει ετοιμάσει την ύπαρξή της με την προσευχή, τη νηστεία, την αγνότητα του λογισμού, την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, που να ελκυσθεί ο Θεός, αλλά και να γίνει ένα δι’ αυτής με μας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα κατά χάριν να γίνουμε θεοί, κατά χάριν να νικήσουμε τον θάνατο, διότι με την ανάσταση του Χριστού θα αναστηθούμε κι εμείς. Μπορούμε πλέον να κοινωνήσουμε ψυχή τε και σώματι Αυτόν που έγινε ένα με μας. Γι ‘αυτό και η Παρθένος Μαρία δέχεται την χαρά, που είναι χάρις και νέο ξεκίνημα, όχι μόνο για εκείνην, αλλά και για όλους μας. Τώρα έχουμε τον τρόπο, που είναι το ευαγγέλιο της κοινωνίας με τον Χριστό στην Εκκλησία. Τώρα είμαστε μαζί και όχι περιπλανώμενοι εμείς στον δικό μας κόσμο, από τον οποίο λείπει η ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Γι’ αυτό και τα επίγεια γίνονται ουρανός. Διότι κάθε τι δικό μας ο Χριστός του δίνει την χάρη του ουρανού. Τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας τις περνά από το πεδίο της εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χρήσης, στο πεδίο της αγάπης, της θυσίας, της έγνοιας, του μοιράσματος. Την επιθυμία μας να είναι οι άλλοι όπως εμείς θέλουμε, την κάνει σεβασμό στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια, ακόμη κι αν δεν μας είναι ευχάριστες. Τα επιτεύγματά μας τα καθιστά μέσα για τη ζωή αυτή και την βελτίωση της ζωής των άλλων και όχι όπλα επιβολής, ευκολίας, περηφάνειας, αλαζονείας. Διότι έτσι κι αλλιώς πρέπει να περάσουμε από το καμίνι του θανάτου, για να ζήσουμε τη ζωή. Κι ο θάνατος έχει να κάνει με την απόφαση να σταυρώσουμε τον εαυτό μας και τα πάθη μας, για να γεννηθεί ο άλλος ως αξία, ως μοναδικότητα, ως το πρόσωπο με το οποίο μπορούμε να κοινωνήσουμε, ακόμη και διά της προσευχής, αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Κι έτσι η αρχαία κατάρα λύθηκε, διότι η ζωή θριαμβεύει, το φως κυριαρχεί, η σχέση με τον Χριστό γίνεται χαράς ευαγγέλιο.

Αυτόν τον δρόμο μάς τον ανοίγει η Υπεραγία Θεοτόκος. Η ασήμαντη. Μια κοπέλα μέσα σε όλες τις άλλες, αλλά και τόσο μοναδική και ξεχωριστή, που στο πρόσωπό της «νικάται φύσεως τάξις». Και αυτή γίνεται η πρώτη που μιλά τη νέα γλώσσα: «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Είναι η γλώσσα της υπακοής. Της εμπιστοσύνης. Της ταπεινότητας, ότι αυτό που είμαι και αυτό που κάνω δεν είναι για να δοξασθώ ή για να τα έχω καλά με τον Θεό, αλλά μόνο έκφραση αγάπης. Της μίας και μοναδικής. Αυτής που ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού και καταφάσκει εν ελευθερία την μεγάλη αλήθεια: ότι Αυτός που μας εποίησε, Αυτός και μας λυτρώνει, αρκεί εμείς να δώσουμε την καρδιά μας, όσο μπορούμε. Να Τον ζούμε στην Εκκλησία, ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου. Κι αυτή τη γλώσσα, όσο κι αν φαίνεται αδιανόητο, να την μιλήσουμε και να την μοιραστούμε εν αγάπη και εν ελευθερία με όλους τους άλλους. Αυτούς που μας αγαπούν κι αυτούς που μας πολεμούν. Αυτούς που ελπίζουν κι αυτούς που είναι απογοητευμένοι. Διότι όταν βλέπεις τη ζωή μόνο μέσα από τα μάτια του εγώ σου, όσο δίκιο κι αν έχεις, χάνεις την πληρότητα της εμπιστοσύνης, της ευγνωμοσύνης, αλλά και της αγάπης του Θεού, που δεν μας λησμονά.  

Ας παρακαλούμε την Παναγία να μας κάνει ομιλητές της δικής της γλώσσας και μετόχους της χαράς της!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός         

25 Μαρτίου 2026

Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

ΟΜΟΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΧΟΝΟΙΑ

              

  Μία από τις πιο σκληρές δοκιμασίες των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, αλλά και μετέπειτα, υπήρξε η διχόνοια. Είτε προσωπικές φιλοδοξίες είτε διαφορετικές γνώμες είτε οι παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, όπως αυτές εκφράστηκαν με τα «δάνεια της Αγγλίας», αλλά και με τα τρία κόμματα- αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό-, έκαναν τους Έλληνες να μην πιστεύουν στις δυνάμεις τους και στη βοήθεια του Θεού, αλλά να έχουν διπλό πόλεμο. Ο πρώτος ήταν εναντίον των Τούρκων και, στη συνέχεια, και εναντίον των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ. Ο δεύτερος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος, η έκβαση του οποίου αποτελούσε το μεγάλο εμπόδιο στην πορεία για ελευθερία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ήθελαν να ρυθμίσουν τα της περιοχής, ήθελαν και την Οθωμανική Τουρκία εξαρτημένη ή λιγότερο ισχυρή, ήθελαν και την Ελλάδα να παλέψει να στήσει κράτος, αλλά όχι στην πραγματικότητα ανεξάρτητο από αυτές. Και το πέτυχαν.

                Η διχόνοια, η διχοστασία, η διάσπαση αποτελούν χαρακτηριστικά της πεπτωκυίας φύσης μας. Τα πάθη που αναπτύσσει η ύπαρξη, όταν δεν κοινωνεί με τον Θεό και την αγάπη Του, όταν δεν θέλει να συνυπάρξει με τον πλησίον με ανοχή και κατανόηση και διάθεση συμπόρευσης, ακόμη κι αν χρειαστεί θυσία στην κυριαρχία του «εγώ», είναι αυτά που οδηγούν σε συγκρούσεις. Δεν είναι κατ’ ανάγκην συμφέρον υλικό το βαθύτερο κίνητρο. Είναι η δόξα του «εγώ», η αίσθηση ότι το σύνολο δεν είναι πιο πάνω από μένα, αλλά ότι το σύνολο πρέπει να αναγνωρίζει σε μένα το δικαίωμα της κυριαρχίας, διότι είμαι προσωπικότητα, έχω χρήματα και αγαθά, εμπνέω ανθρώπους, γνωρίζω τι είναι σωστό και τι λανθασμένο, δεν ανέχομαι άλλος να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερον από μένα. Αυτή η δαιμονική στην κυριολεξία αντίληψη οδηγεί στη διχόνοια. Και όταν αυτή ενισχύεται από την αίσθηση ότι έχω προσφέρει περισσότερα από τους άλλους και, επομένως, δικαιούμαι περισσότερα, τότε η ψυχή δεν ομονοεί και συγκρούσεις έρχονται χωρίς όρια. Κάποτε, η αγνωμοσύνη  οδηγεί σε αυτοκτονικές για τον λαό συμπεριφορές, όπως η δολοφονία του Καποδίστρια  ή η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, ενώ ο Ιμπραήμ ερχόταν για να καταστείλει την επανάσταση. Μόνο όταν τα πράγματα φτάνουν σε αδιέξοδα, υπάρχει ένας συγκλονισμός, που δεν αρκεί πάντοτε, διότι υπάρχει κι ένα άλλο μεγάλο πάθος: της αυτοδικαίωσης, που δεν βλέπει τα μέτρα μας και την αλήθεια.

                Πάντοτε οι Μεγάλες Δυνάμεις ζητούν από εμάς τη συνεργασία, η οποία φτάνει στα όρια της υποταγής. Δεν είναι σώφρον, προφανώς, να αρνούμαστε αυτή τη συνεργασία. Είναι σημαντικό όμως να κρατάμε την ελευθερία της ύπαρξης και της καρδιάς μας, να μην υποδουλωνόμαστε έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος  σε αλλότρια συμφέροντα και να επιλέγουμε να ακολουθούμε την δική μας παράδοση, η οποία έχει να κάνει με την επιθυμία και τον αγώνα για ενότητα, για ομόνοια. Το κακό είναι όταν δεν σκεφτόμαστε όλοι έτσι. Γι’ αυτό και η ομόνοια είναι καρπός πνευματικότητας και αγάπης. Αυτός είναι ο δρόμος στον οποίο καλούμαστε να προχωρήσουμε, να διδάξουμε τα παιδιά μας, να αγωνιστούμε υπερβαίνοντας το δίκιο και το δικαίωμά μας και επιλέγοντας να συνυπάρχουμε. Έτσι, θα μπορέσουμε να βρούμε και να στηρίξουμε ηγεσίες, οι οποίες θα νοιάζονται για το κοινό καλό. Γι’ αυτό και χρειάζεται συμμετοχή στα κοινά, με κριτική σκέψη και επίγνωση ότι η αλήθεια ελευθερώνει, αλλά η ενότητα είναι αυτή που μας κρατά μαζί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τρίτης 24 Μαρτίου 2026

3/20/26

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΛΑΤΡΙΑ


 «῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν» (Μάρκ. 9,19).

«῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. 

           «Μέχρι πότε θα σας ανέχομαι;», αναρωτιέται ο Χριστός, όταν, μετά τη μεταμόρφωσή του στο όρος Θαβώρ, βλέπει τους μαθητές του να μην μπορούν να γιατρέψουν ένα νέο παιδί από την επιληψία, που δεν ήταν συνέπεια ιατρικού προβλήματος, αλλά από επιρροή δαιμονικού πνεύματος. Ο πατέρας του παιδιού, επειδή ο Ιησούς έλειπε, δοκιμάζει να βρει τη γιατρειά του παιδιού του, σημάδι της λαχτάρας του πατέρα να δει τον γιο του ελεύθερο από το κακό, να μην αισθάνεται τον φόβο του θανάτου για ένα παλικάρι στο οποίο ο δαίμονας επιβάλλει μαρτύρια, κάνοντάς το να κυλιέται, να αφρίζει, να πέφτει στη φωτιά και στο νερό, για να βασανίζει τόσο το ίδιο όσο και τον πατέρα του. Παρακαλεί ο πατέρας τους μαθητές, αλλά νιώθει την έλλειψή τους, όπως κι εκείνοι. Χωρίς την παρουσία του Χριστού, η πνευματική δύναμη των μαθητών είναι ανύπαρκτη. Ό,τι έχουν, είναι χάρις.

            Κι ο Χριστός αναρωτιέται μέχρι πότε θα ανέχεται τους ανθρώπους οι οποίοι νομίζουν, επικαλούμενοι το όνομά Του και την παρουσία Του, ότι είναι ικανοί να νικήσουν το κακό, να δώσουν ζωή στους άλλους, να γίνουν πρωταγωνιστές. Τους έχει πει και μας έχει πει ότι χωρίς Εκείνον, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (Ιωάν. 15,5). Όμως και εκείνοι κι εμείς, όντας κοντά Του, νομίζουμε ότι δεν Τον χρειαζόμαστε. Ότι έχουμε γίνει ικανοί να κάνουμε τα πάντα, να κηρύττουμε τα πάντα, να έχουμε λύσεις για τα πάντα στο όνομά Του, χωρίς όμως η σχέση μας μαζί Του να είναι «εν προσευχή και νηστεία», χωρίς την ταπεινότητα της επικλήσεως Εκείνου και την εμπιστοσύνη ότι Εκείνος, έστω και δι’ ημών, θα δώσει την αλήθεια, την ίαση, την καινούργια ζωή.

            Η αγάπη δίνει ανοχή. Στην πίστη μας όμως προηγείται η σχέση με τον Χριστό. Η αναζήτηση της παρουσίας του. Η κοινωνία Του. Αλλά ακόμη κι αν υπάρχουν αυτά, χρειάζεται η ταπεινότητα. Να ακούμε και να μιλάμε με μέτρο. Να μη γινόμαστε παντογνώστες, θεωρώντας ότι κατέχουμε το πλήρωμα της αλήθειας, ιδίως για πράγματα που δεν γνωρίζουμε, για πράγματα που ξεπερνούνε τα μέτρα μας, όπως το κακό. Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας δίνει μέτρο, να μην επιβαρύνουμε τους άλλους γεννώντας ψεύτικες ελπίδες ότι εμείς έχουμε τις απαντήσεις και τις λύσεις, οδηγώντας συχνά σε θλίψη και απογοήτευση, κάποτε και σε απιστία και αθεΐα τους συνανθρώπους μας που νιώθουν ότι δεν μπορούν να πιστέψουν σε μας. Και, με τη σειρά μας, να μην εξαρτούμε την πίστη μας από πρόσωπα, ούτε να θεωρούμε τα λόγια τους θέσφατα, ιδίως όταν διατυπώνονται με την έπαρση ότι κατέχουν την οδό της σωτηρίας, ότι έχουν απαντήσεις για όλα τα θέματα, κάποτε και για όσα δεν είναι αρμοδιότητα της Εκκλησίας να τα λύσει.

Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Το μήνυμα της Εκκλησίας δεν είναι η προσωπολατρία, η εξάρτηση από πρόσωπα και η πίστη σ’ αυτά, αλλά η εμπιστοσύνη και η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι κοντά μας, Αυτός μας ανέχεται, Αυτός μας αγαπά, Αυτός θα πει για ό,τι μας απασχολεί «φέρτε το σε Μένα». Και αν έχουμε τελικά εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον και αναφωνήσουμε, μαζί με τον πατέρα του παιδιού «πιστεύω, Κύριε. Βοήθησέ με, γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή», τότε θα λάβουμε την ίαση, πρώτα της ψυχής, καθώς θα φύγουν από επάνω μας οι επιρροές του διαβόλου και του κακού, και στη συνέχεια της ζωής μας. Για να πορευτούμε  μαζί με τον Χριστό. Για να διεκδικήσουμε όχι μόνο την ανοχή Του, αλλά την κοινωνία της αγάπης Του που σώζει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Μαρτίου 2026

Κυριακή Δ’ Νηστειών

3/19/26

Η ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ Η ΤΟΝ ΕΛΕΗΜΟΝΑ ΑΠΟΚΥΗΣΑ


 «Ἡ περιστερά, ἡ τὸν Ἐλεήμονα ἀποκυήσα, χαῖρε, Ἀειπάρθενε, ὁσίων πάντων, χαῖρε, τὸ καύχημα, τῶν ἀθλητῶν στεφάνωμα, χαῖρε, ἁπάντων τε τῶν δικαίων θεῖον ἐγκαλώπισμα καὶ ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα» (Θ’ Ὠδή τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

«Χαῖρε, Ἀειπάρθενε, σὺ ποὺ εἶσαι ἡ θεία περιστερά ἡ γεννήσασα τὸν ἐλεήμονα Θεό. Χαῖρε, σὺ, ποὺ εἶσαι τὸ καύχημα ὅλων τῶν ὁσίων καὶ τὸ στεφάνωμα τῶν μαρτύρων. Χαῖρε, σὺ, ποὺ εἶσαι ὅλων τῶν δικαίων τὸ θεῖο στόλισμα καὶ ἡμῶν τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία» (Μετάφραση-Ἑρμηνεία Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου) 

            Ο ποιητής του Κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος αξιοποιεί πλήθος εικόνων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, οι οποίες αναφέρονται στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, άλλες που την προτυπώνουν και άλλες που την δείχνουν στην ομορφιά της απλότητάς της, ένα αληθινό μεγαλείο.

Μία από τις πιο ωραίες ποιητικές εικόνες είναι αυτή που την χαρακτηρίζει «περιστερά». Ο υμνογράφος έχει υπόψιν του το περιστέρι του Νώε, το οποίο αποστέλλεται από τον δίκαιο της Παλαιάς Διαθήκης μετά τον κατακλυσμό, φεύγει από την Κιβωτό και επιστρέφει φέρνοντας κλαδί ελιάς, σε απόδειξη ότι ο κατακλυσμός τελείωσε και τα νερά έχουν αποτραβηχτεί.  Η Παναγία είναι αυτή που στέλνει ο Θεός σε έναν κόσμο θανάτου και έρχεται για να δείξει σ’ Αυτόν και σε όλους μας ότι υπάρχει κλαδί ελιάς, υπάρχει η νίκη κατά του θανάτου, υπάρχει η δυνατότητα στο ανθρώπινο Γένος να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα. Τραβιούνται τα νερά του κακού και του θανάτου, δεν είναι πλέον αθάνατο το κακό και ο άνθρωπος, αν θέλει να κοινωνήσει με τον Θεό τη ζωή στο πρόσωπο του Χριστού, συμφιλιώνεται με τον Θεό και θα ζήσει την ανάσταση. Η Παναγία γίνεται η περιστερά η οποία θα φέρει στον κόσμο πλέον όχι μία είδηση, αλλά τον ίδιο τον ελεήμονα Θεό. Γι’ αυτό και η Παναγία γίνεται η «καλλιέλαιος»  (Ρωμ. 11,24), την οποία, ο καθένας που θέλει να μιμηθεί, να αφήσει δηλαδή τον Χριστό να φωλιάσει μέσα του με την αγάπη, με την θεία κοινωνία, με την μετάνοια, με τα έργα της χάριτος και της ταπείνωσης, με την πίστη που σώζει, τότε η ζωή μας αλλάζει και γίνεται κλαδί ελιάς ήμερης και καρποφόρας.

Η «περιστερά» όμως είναι και μια εικόνα που μας θυμίζει το «Άσμα Ασμάτων», όπου ο Νυμφίος αποκαλεί τη νύφη του «περιστερά», με μία πολύ τρυφερή ερωτική προσφώνηση: « Σήκω, έλα εσύ που είσαι η πλέον κοντινή μου ύπαρξη, η ομορφιά μου, η περιστερά μου, διότι πέρασε ο χειμώνας, έφυγε η βροχή στον τόπο της, φάνηκαν τα άνθη στη γη, ήρθε ο καιρός του κλαδέματος, ακούστηκε η φωνή της τρυγόνας στη γη μας, η συκιά έβγαλε τα άγουρα σύκα της, τα αμπέλια βγάζουν καρπούς, νιώθουμε την ευωδία τους, σήκω, έλα εσύ που είσαι η πιο κοντινή μου ύπαρξη, η περιστερά μου, και έλα, εσύ που είσαι με συστολή κρυμμένη κάτω από τον βράχο, κοντά στο τείχος. Δείξε μου την ωραία σου μορφή, κάνε με να ακούσω τη φωνή σου, διότι είναι γλυκιά η φωνή σου και ωραία η όψη σου» («Άσμα Ασμάτων», 2, 10-14). Η Παναγία είναι η πιο κοντινή στον Θεό ύπαρξη, η οποία κρύβεται με την σεμνότητα και τη συστολή κάτω από το τείχος του κόσμου των ανθρώπων, κι όμως ο Θεός την βρίσκει και την καλή να έρθει κοντά Του, διότι πλέον έχει φύγει ο χειμώνας του θανάτου και ο κόσμος εισέρχεται στην άνοιξη της νέας ζωής, της ανακαίνισης, της ανάστασης, όπου η αγάπη θα κυβερνήσει. Και το περιστέρι, σύμβολο αγνότητας και καθαρότητας, μας κάνει να νιώθουμε ότι αυτός είναι ο δικός μας αγώνας. Να μοιάσουμε στην Παναγία και να παλέψουμε η ύπαρξή μας να νικήσει το κακό, να καθαριστεί από τα πάθη, να γίνει ελπίδα, να δοθεί με έρωτα κι αγάπη στον Θεό, με έρωτα κι αγάπη στον πλησίον μας, ακόμη κι αν ο κόσμος κατακλύζεται από τον θάνατο, επιδεικνύεται με θράσος έχοντας χάσει κάθε συστολή, έχει γίνει αταπείνωτος και επιδεικτικός, με την ασχήμια του άκρατου εγωισμού να προκαλεί.

Η Παναγία το σημείο της ελπίδας, της συμφιλίωσης, της αγνότητας, της καθαρότητας, της αγάπης, της ανακαίνισης. Στο χέρι μας όχι μόνο να την επικαλούμαστε, αλλά να την μιμούμαστε!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

20 Μαρτίου 2026

Δ’ Χαιρετισμοί

   

3/18/26

ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

                 

Μεγάλη η συζήτηση για τη θέση της γυναίκας στους καιρούς μας.  Από την μία ένας κόσμος στον οποίο τα δικαιώματα αναγνωρίζονται, όχι όμως και η προσφορά, όπου ακόμη υπάρχει έμφυλη βία, φανερή ή κρυφή, και από την άλλη ένας κόσμος που έρχεται, το Ισλάμ, στον οποίο η γυναίκα εξακολουθεί να βρίσκεται σε θέση μη ελευθερίας. Η τιμή της δεν επαφίεται στις δικές της επιλογές, αλλά στον θρησκευτικό νόμο. Η εμφάνισή της δεν αποτελεί θέμα προσωπικής σεμνότητας, αλλά υποχρεωτικής κάλυψης στοιχείων του προσώπου της ή και ολόκληρου του σώματός της, για να μην προκαλεί ή για να μην κάνει τον άνδρα να ζηλεύει. Η μητρότητα στη Δύση αναγνωρίζεται ως τιμή για τη γυναίκα και της προσφέρονται παροχές, αλλά ο πολιτισμός και ο τρόπος ζωής την σπρώχνουν να γεννά ένα, το πολύ δύο παιδιά. Η μητρότητα στο Ισλάμ είναι η κύρια αποστολή της γυναίκας και πρέπει να γεννά όσα περισσότερα παιδιά γίνεται, χωρίς η πολιτεία να αισθάνεται την ανάγκη να την τιμήσει γι’ αυτό. Είναι μόνο το καθήκον της.

                Στην πολυπολιτισμική μας πραγματικότητα ένα τμήμα της κοινωνίας μας πορεύεται δυτικά, χωρίς να στρέφεται προς τα πίσω. Ένα άλλο τμήμα, που σταδιακά αυξάνει, θα ήθελε έναν συντηρητισμό να είναι πιο ευδιάκριτος. Το βλέπουμε στις συζητήσεις για τις αμβλώσεις. Ένα άλλο τμήμα όμως, που δεν είναι αυτόχθον, φέρνει μαζί του την Ανατολή, εκεί όπου η γυναίκα εξακολουθεί να είναι κτήμα του άνδρα, σαν να φταίει που γεννήθηκε γυναίκα. Θα έπρεπε να ενισχύουμε τις δικές μας πνευματικές παραδόσεις και όχι να αφήνουμε την κοινωνία να πορεύεται προς έναν αθεϊσμό φιλελεύθερου τύπου, ήδη ξεπερασμένο από τον νεοσυντηρητισμό των καιρών μας, που όμως στην Ελλάδα εξακολουθεί να γοητεύει.

                Για την Εκκλησία «ουκ ένι άρσεν και θήλυ». Η Εκκλησία όμως θα έπρεπε ανεβάσει την ένταση της φωνής της για το νυν. Δεν αρκεί η επίγνωση ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», διότι δεν υπάρχουμε εκτός της Ιστορίας και του παρόντος. Εδώ σωζόμαστε. Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια όταν υπάρχουν ακόμη στερεότυπα. Όταν υπάρχουν άντρες οι οποίοι δεν βοηθούν στην οικογένεια με ισοτιμία. Όταν οι μητέρες μεγαλώνουν αγόρια και κορίτσια μόνο με εγωκεντρισμό και χωρίς κανένα όριο, έχοντας παρεξηγήσει την ελευθερία. Δεν μπορούμε να ανεχόμαστε οποιαδήποτε μορφή βίας, υποτίμησης της αξιοπρέπειας του άλλου, όταν η σχέση άντρα και γυναίκας κυριαρχείται από την προοπτική του παιχνιδιού εξουσίας, όταν η σωματική δύναμη καταρρακώνει την μοναδικότητα της ύπαρξης.  Όταν εξακολουθούν να υπάρχουν εργασιακές ανισότητες. Όταν, ακόμη και στην Εκκλησία, αμφισβητείται η δυνατότητα των γυναικών να ψάλλουν με ερμηνείες που απολυτοποιούν το γράμμα και δεν βλέπουν το πνεύμα. Όταν ακόμη και η φυσική λειτουργία του σώματος της γυναίκας θεωρείται ακάθαρτη.

                Έχουμε να κάνουμε με έναν κόσμο στον οποίο η θέση της γυναίκας χρήζει καλυτερεύσεως. Η Εκκλησία τιμά την Παναγία. Έχει πλήθος αγίων γυναικών στο αγιολόγιο και το εορτολόγιό της. Η σωτηρία δεν εξαρτάται από το φύλο, αλλά από τη σχέση με τον Χριστό. Η σωτηρία όμως ξεκινά από αυτή τη ζωή. Όχι από την απόσυρση από τα του κόσμου, αλλά από την μεταμόρφωσή τους κατά Θεόν. Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο ΟΧΙ στην αμαρτία που συνδέεται με τη χρήση της γυναίκας ως αντικειμένου. Με την πεποίθηση που έχει περάσει ότι το δικαίωμα στην αμαρτία καταξιώνει τη γυναίκα, επειδή την ομοιώνει με τον άντρα. Η γυναίκα κλήθηκε να είναι ελεύθερη, όχι θεραπαινίδα. Είναι δύσκολος ο συνδυασμός να είναι και μάνα και εργαζόμενη. Ας βοηθήσουμε και οι άντρες. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 18 Μαρτίου 2026