8/4/26

ΛΑΜΨΟΝ ΚΑΙ ΗΜΙΝ ΤΟΙΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΤΟ ΑΪΔΙΟΝ


          

  Μία αντίθεση αποτυπώνεται στο απολυτίκιο της μεγάλης Δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Από την μία οι μαθητές του Χριστού Τον είδαν να μεταμορφώνεται και να αφήνει να φανερωθεί η δόξα Του και αυτοί βίωσαν το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, το προφητικό της εσχάτης ημέρας του κόσμου και της ύπαρξής μας,, «καθώς ηδύναντο», όπως μπορούσαν. Από την άλλη, ο υμνογράφος παρακαλεί τον Χριστό να λάμψει και για μας τους αμαρτωλούς το φως Του το «αΐδιον», το αιώνιο, το διαρκές, το αδιάλειπτο, τόσο στην παρούσα ζωή, όσο και στην ατελεύτητη.

Η αντίθεση  είναι ανάμεσα στους μαθητές και τη δυνατότητά τους να κατανοήσουν την εμπειρία της Μεταμορφώσεως και σε μας που είμαστε αμαρτωλοί. Προφανώς, αμαρτίες είχαν και οι μαθητές. Όμως εκείνοι είχαν μία μοναδική ευλογία: να βλέπουν τον Χριστό, να τον συναναστρέφονται διαρκώς, να είναι η ζωή τους κοινωνία με Εκείνον. Ο τρόπος αυτός, εκ των πραγμάτων, κάνει την ύπαρξη να αφυπνίζεται. Να λειτουργεί πνευματικά. Να ελέγχει λογισμούς και να αφοσιώνεται στη οδό του Ευαγγελίου, στην οποία το πρόσωπο του Χριστού οδηγεί.

Αυτή η κατάσταση βεβαίως δεν σήμαινε ότι δεν απαιτούνταν προσωπικός κόπος και αγώνας εναντίον του κακού και των παθών. Το παράδειγμα του Ιούδα, του μαθητή και προδότη εξαιτίας του νοσήματος της φιλαργυρίας, μαρτυρεί ότι δεν είναι εξασφαλισμένη η συνεχής κοινωνία με τον Χριστό, αν ο άνθρωπος δεν θελήσει να παλέψει με τον εαυτό του, να αφήσει τον Χριστό να τον αγιάσει, ώστε να ζήσει την εμπειρία της δικής του πλέον μεταμορφώσεως σε ύπαρξη που από εικόνα Θεού ομοιώνεται με Αυτόν, όπως είναι ο αληθινός προορισμός μας.

Όμως εμείς χαρακτηριζόμαστε και είμαστε αμαρτωλοί, διότι ο νους μας παραμένει προσανατολισμένος στα του κόσμου τούτου, με αποτέλεσμα να μην αφήνουμε περιθώριο να δούμε την καρδιά μας πώς είναι, ποια πάθη την πολιορκούν, πόσο μας καθοδηγεί η υπερηφάνειά μας και η αίσθησή μας ότι η ζωή μάς ανήκει, ότι νόημα έχει όταν την ελέγχουμε, πόσο δεν μπορούμε να αντέξουμε τον άλλον διότι δεν είναι όπως τον θέλουμε, πόσο ο κοσμικός προσανατολισμός της ζωής μας γίνεται ο κύριος στόχος και ο Θεός μία γωνία, ένα περιθώριο. Το κυριότερο πάθος μας όμως παραμένει το ότι δεν θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε τον Θεό για να ευτυχήσουμε, ότι δεν μας νοιάζει η αγάπη, αλλά τα τρία «φ» αυτής της πραγματικότητας , η φιλαυτία, η φιληδονία, η φιλοδοξία, και ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε αυτά υποθάλπει ως κριτήρια νοηματοδότησης και σκοπού, ιδίως στους νεώτερους.

Η εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου λειτουργεί ως βάση αφύπνισης για όσους επιθυμούν να θυμηθούν τον τελικό σκοπό της ζωής. Είναι να λάμψει και σε μας το «φως το αΐδιον» του προσώπου του Κυρίου. Να γίνουμε φως. Να αλλάξουμε εντός μας και να καρδιοχτυπήσουμε με λαχτάρα για τον Θεό που έγινε άνθρωπος, διότι μας αγαπά. Για να μας συντροφέψει στον αγώνα προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Εκεί όπου κανένα σκοτάδι, ούτε παθών ούτε κακίας ούτε απόγνωσης δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Εκεί όπου όλοι συναντιόμαστε, αρχικά εν ψυχή και στο τέλος της Ιστορίας και με το σώμα μας, για να υπάρχουμε ως πρόσωπα φωτισμένα, αγιασμένα, ελεημένα, μεταμορφωμένα σε υπάρξεις που αγαπούν και χαίρονται.  

Η Εκκλησία είναι ο τρόπος, ο χώρος, ο χρόνος όπου ζούμε το Θαβώρειο φως. Βλέπουμε στις εικόνες των αγίων τα φωτοστέφανα. Βλέπουμε την ιλαρότητα του προσώπου τους, μέσα από μία γλυκύτητα, δοσμένη στη σοβαρότητα που απαιτείται ώστε ο άνθρωπος να νιώσει ότι η Μεταμόρφωση μας περιμένει, όταν έχουμε ξεκινήσει να παλεύουμε εναντίον της αμαρτίας του «εγώ και μόνο». Όταν αγαπούμε. Όταν χαιρόμαστε εκ της καρδίας μας. Όταν, τελικά, ζητούμε τον Χριστό, όχι για να Τον κρατήσουμε για μας, αλλά για να Τον μοιραστούμε με όλους, όπως έκαναν και οι μαθητές δίνοντας τη ζωή τους εν αγάπη. Ας γιορτάσουμε αγαπώντας, μετανοώντας, κατανοώντας ότι το φως της Μεταμόρφωσης είναι η αρχή και το τέλος του θεούμενου ανθρώπου. Δηλαδή, όλων μας, διότι γι’ αυτό πλαστήκαμε!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Αυγούστου 2026

           Της Μεταμορφώσεως

ΤΡΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

               

 Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «το να επιτηρεί κάποιος τον εαυτό του και να τον προσέχει και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής» (από το «Γεροντικό»)

                Η σχέση γονέων και παιδιών έχει να κάνει όχι μόνο με την αγάπη και την έγνοια που οι γονείς καλούνται να δείξουν προς τα παιδιά, αλλά και με βάση αυτό που ονομάζουμε σχέδιο ανατροφής. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς , αν έχουν κατασταλάξει σε τι στοχεύουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να καλλιεργηθούν, σε ποιο νόημα ζωής και σε ποιες βάσεις για προσωπική ταυτότητα  θα ήθελαν να τα βοηθήσουν να κατευθυνθούν, ώστε, με γνώμονα και την ελευθερία και τη δοκιμή στην ισχύ των αξιών με τις οποίες οι γονείς τα εμποτίζουν, τα παιδιά να παλέψουν να προχωρήσουν γόνιμα και δημιουργικά.

Κι ας μην ισχυριστεί κάποιος ότι τα παιδιά εκ φύσεως γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν. Στην πίστη μας θεωρούμε ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα» Θεού. Έχει εντός του στοιχεία που είναι χαρακτηριστικά τα Θεού, χωρίς να εξαντλούν την Αλήθεια των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και της σχέσης μεταξύ τους, όπως είναι η αγάπη, η ελευθερία, το λογικό, η συνείδηση, η δημιουργικότητα, το «άρχειν». Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με την κληρονομικότητα την οποία οι δύο γονείς παρέχουν, αλλά και με την αγωγή που βοηθά ή αφήνει χωρίς στηρίγματα το παιδί σε ένα περιβάλλον πολιτιστικό και κοινωνικό που διαδραματίζει μεγάλο ρόλο, οδηγούν το παιδί στο να διαμορφώσει την ταυτότητά του, αξιοποιώντας ή και διαστρέφοντας τα χαρακτηριστικά του «κατ’ εικόνα».

Η ασκητική παράδοση ζητά από τον άνθρωπο να έχει τρεις αρετές, που να γίνονται οδηγοί της ψυχής του. Είναι το να επιτηρεί τον εαυτό του, να έχει δηλαδή επίγνωση του τι σκέφτεται, τι πράττει, γιατί το πράττει, πού αποσκοπεί η ζωή του. Αυτό σημαίνει να μπορεί να έχει προσοχή στους λογισμούς του, ώστε να μη λυγίζει σε ό,τι τον οδηγεί στο κακό και την αμαρτία, δηλαδή στην ιδιοτέλεια, στη συνειδητή ή ασυνείδητη χρήση  του άλλου ως αντικειμένου, στον μονόλογο της αυτοδικαίωσης, αλλά να επιλέγει το καλό, την αγάπη, τον διάλογο, την από κοινού πορεία. Τέλος, η διάκριση, το να μπορεί δηλαδή να νιώθει μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις του και να ζητά βοήθεια, το να μην αφήνει τους άλλους να τον εκμεταλλεύονται, αλλά και το να βλέπουν μέχρι πού φτάνουν τα όρια των άλλων, είναι στοιχεία πολύτιμα για τη ζωή μας.

Αυτός είναι ο δρόμος, τον οποίο καλούμαστε να δείξουμε και στα παιδιά μας. Να παλεύουν να γνωρίζουν τον εαυτό τους. Να μπορούν να προσέχουν τις σκέψεις τους και να μην τις αφήνουν να γίνονται ιδιοτελείς, ώστε να γκρεμίζουν τη δυνατότητα της αγαπητικής σχέσης. Το να έχουν διάκριση, δηλαδή να μη θέλουν τα πάντα για τον εαυτό τους, αλλά να μοιράζονται. Αυτός ο δρόμος ξεκινά από τη σχέση του ζευγαριού και περνά στα παιδιά και στην ανατροφή τους. Είναι δρόμος που εξελίσσεται και θέλει υπομονή. Γεννά όμως προσωπικότητες, που έχουν τη βάση να αποφασίσουν για το νόημα της ζωής τους.

Αυτός ο δρόμος περνά μέσα  από ένα πνεύμα και ένα ήθος κοινότητας, σώματος που μοιράζεται και νοιάζεται. Είναι δηλαδή ο τρόπος της  Εκκλησίας, είτε της κατ’ οίκον είτε της σύνολης. Χρειάζεται τη βοήθεια ενός πνευματικού πατέρα. Κυρίως όμως την απόφαση του ζευγαριού να λειτουργήσει το ίδιο ως η κοινότητα που θα ήθελε για τα παιδιά του. Με μετάνοια και νέο ξεκίνημα, όπου και όποτε χρειάζεται. Για να είναι το παράδειγμα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Αυγούστου 2026

8/1/26

ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΕ, ΕΙΣ ΤΙ ΕΔΙΣΤΑΣΑΣ;

 


«Εὐθέως δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ᾿Ολιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14, 31)᾿Αμέσως ὁ ᾿Ιησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ λέει· «᾿Ολιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;»       

      Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματά Του ο Χριστός περπατά επάνω στα κύματα της θάλασσας, για να γλιτώσει τους μαθητές Του από την τρικυμία και από τον φόβο. Ο Πέτρος του ζητά να βαδίσει και εκείνος στα κύματα, για να Τον συναντήσει και ο Χριστός συγκατανεύει. Και ενώ, αρχικά, ο Πέτρος ζει το θαύμα της υπέρβασης του φυσικού νόμου, μόλις αφήνει τον εαυτό του στον νου και στις αισθήσεις, νιώθει τον φόβο να τον κυριεύει και αρχίζει να καταποντίζεται. Και ο Χριστός του απλώνει το χέρι, τον κρατά και τον επαναφέρει στην υπέρβαση, λέγοντάς του «ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;».           

          Ολιγόπιστοι είμαστε οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα. Απέναντι στα κύματα της ζωής, που έχουν να κάνουν με τη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού, που ομνύει στην ελευθερία και, την ίδια στιγμή, την υπονομεύει, καθώς βάζει στο τραπέζι πλήθος πειρασμών, για να αισθανθεί ο άνθρωπος ανεξάρτητος του Θεού, χωρίς όμως να κατανοεί ότι η υπόδουλη στο «εγώ και μόνο» καρδιά, αργά ή γρήγορα, παραδίδεται στον φόβο, είτε της έλλειψης ή εξάντλησης των προαπαιτούμενων για ευτυχία είτε για τον χρόνο που καλπάζει αδυσώπητα είτε για τις πιέσεις που υφίσταται από τους άλλους, ο χριστιανός έχει να αντιτάξει την πίστη στον Χριστό.

           Και πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού. Μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, στην οποία ή πιστεύεις και προχωράς πέρα από τα μέτρα της καθημερινότητας ή παρηγοριέσαι με την κοινωνία των άλλων ανθρώπων, όπως των υπόλοιπων μαθητών, που δεν έφτανε μεν στον Πέτρο, αλλά, τουλάχιστον, ήταν μία κάποια στήριξη.  Σημαίνει υπομονή στις θλίψεις. Ό,τι κι αν συμβεί, ο Χριστός θα έρθει.

Είμαστε ολιγόπιστοι σήμερα. Φοβόμαστε τις αντίθεες δυνάμεις, οι οποίες θεωρούμε ότι σαρώνουν την ελευθερία μας. Αντί να αγαπάμε και να εμπιστευόμαστε τον Χριστό, μοιάζουμε με εκείνους που παρακολουθούν τον Καίσαρα κάθε εποχής, ζητώντας από αυτόν να φέρεται χριστιανικά. Καλούμε τον εαυτό μας και τους άλλους σε αντιστασιακό φρόνημα και στην πραγματικότητα απαιτούμε από τον Καίσαρα να μας αφήσει ήσυχους να απολαύσουμε την εκκοσμικευμένη ζωή, χωρίς κανένα τίμημα. Αντί να προχωρήσουμε αποδίδοντας στον Καίσαρα τα του Καίσαρος, διότι αυτά δεν έχουν κανένα βάρος στον αγώνα για τη σωτηρία, για την αγάπη, για την αγιότητα, εμείς καταναλώνουμε χρόνο, λογισμό και ενσπείρουμε φθόνο, αγνοώντας ότι το νόημα είναι ο Χριστός, Αυτός μας ελευθερώνει, Αυτός μας ενισχύει όταν χρειαστεί να δώσουμε λόγο. Και τέτοιος καιρός δεν έχει έρθει σε επίπεδο κοινωνίας. Αδιαφορούν ή αμφιβάλλουν για μας, αλλά εξακολουθούμε να είμαστε ελεύθεροι να πιστεύουμε όπως θέλουμε. Όμως η ολιγοπιστία μας μάς κάνει να φαντασιωνόμαστε τους εαυτούς μας ομολογητές. Η ζωή μας όμως στ’ αλήθεια ποια είναι; Ταιριάζει στα του Χριστού και της Εκκλησίας; Μήπως παριστάνουμε τους Πέτρους και στον πρώτο κλυδωνισμό θα καταποντιστούμε; Διότι το κλειδί είναι η ταπείνωση. Και μέχρι η καρδιά μας να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος, δοχείον καθαρόν, ας μένουμε στο πλοίο της Εκκλησίας που μπορεί να κλυδωνιστεί, αλλά ο Χριστός δεν θα αφήσει να βουλιάξει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Θ’ Ματθαίου


7/28/26

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Η ΖΕΣΤΗ

 

               

 Η ζέστη και ο καύσωνας του καλοκαιριού μας κάνουν γρήγορα να κουραζόμαστε, να ανησυχούμε, να αναζητούμε δροσιά στα συστήματα κλιματισμού, να φοβόμαστε, οι μεγαλύτεροι, και για την ίδια τη ζωή μας. Το καλοκαίρι δεν είναι μόνο η χαρά των διακοπών, της θάλασσας ή του βουνού. Είναι και η περίσκεψη για την κλιματική αλλαγή, για τις πυρκαγιές, για την αναστάτωση του πλανήτη μας εξαιτίας της αλόγιστης εκμετάλλευσης της γης, της μόλυνσης της ατμόσφαιρας, του φαινομένου του θερμοκηπίου, της λειψυδρίας που κάνουν τη φυσιολογική ζέστη ανυπόφορη.

                Στο συναξάρι της Εκκλησίας υπάρχει στις 29 Ιουλίου η διήγηση του βίου του αγίου μάρτυρος Καλλινίκου του εν Γάγγρα. Ο άγιος κήρυττε τον Χριστό στην Άγκυρα της Γαλατίας στην Μικρά Ασία. Οι ειδωλολάτρες τον κατήγγειλαν στον διοικητή Σακερδώτα, ο οποίος, αφού απέτυχε να τον κάνει να εγκαταλείψει την πίστη στον Χριστό, τον βασάνισε με φρικτούς τρόπους. Στο τέλος, διέταξε να του φορέσουν σιδερένια σανδάλια, με καρφιά και κοφτερές λάμες, και να τον σύρουν πίσω από τα άλογά τους μέχρι τη Γάγγρα της Παφλαγονίας, που απείχε περίπου 120 χλμ. Ο συναξαριστής επισημαίνει ότι με τη στήριξη της χάριτος του Θεού ο άγιος διέτρεξε παραπάνω από την μισή απόσταση, κάτω από ανυπόφορη ζέστη, προπορευόμενος της συνοδείας του. Όταν έφθασε σε έναν τόπο ονομαζόμενο Μάτρικα, οι στρατιώτες, εξαντλημένοι από τη δίψα και ανίκανοι να συνεχίσουν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευσαν να κάνει κάτι. Τότε ο άγιος προσευχήθηκε και από έναν βράχο ανάβλυσε πηγή νερού, η οποία έλαβε το όνομα «πηγή του μάρτυρος Καλλινίκου». Έφθασαν στον προορισμό τους, κι εκεί οι στρατιώτες δεν ήθελαν να θανατώσουν τον άγιο. Εκείνος όμως τους ενθάρρυνε να στήσουν πυρά, όπως είχε διατάξει ο Σακερδώτας και έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου.  

                Ο άγιος δεν απόκαμε μέσα στη ζέστη. Έχοντας τον Χριστό ως βοηθό του, αδιαφόρησε τόσο για τον πόνο από τα βασανιστήρια, όσο και για τον κόπο από τις υψηλές θερμοκρασίες. Αντίθετα, οι ειδωλολάτρες στρατιώτες, οι οποίοι δεν ένιωθαν τη δροσιά της πίστης στις καρδιές τους, δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το καύμα. Κι αυτό είναι ένα σημάδι των προτεραιοτήτων της ζωής. Υπομονή κάνει και αντέχει όποιος στην ψυχή του έχει νόημα, έχει πίστη, έχει ευγνωμοσύνη στον Θεό, τον Δημιουργό του κόσμου. Χωρίς να παραθεωρεί τα ανθρώπινα μέτρα, νιώθει πως ο κόσμος υπάρχει για να δοξολογείται ο Θεός, ακόμη και στα δύσκολα των κλιματολογικών συνθηκών. Η καρδιά που είναι δοσμένη στον Χριστό κάνει το σώμα να αντέχει, ακριβώς διότι δεν είναι το έξωθεν που σώζει, αλλά το έσωθεν. 

                Στη ζέστη ο άγιος προσεύχεται και προσφέρει νερό δροσιστικό στους στρατιώτες δημίους του. Πόση αξία έχει ένα ποτήρι νερό, μία δροσερή κουβέντα, μία προσευχή σε δύσκολους καιρούς! Οι άνθρωποι σήμερα έχουμε γίνει σκληρόκαρδοι και εγωκεντρικοί. Δεν είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε τους διψώντας ούτε σωματικά ούτε ψυχικά. Διότι υπάρχει και η δίψα για νόημα ζωής, για αλήθεια, για αγάπη και οι καρδιές μας εύκολα κλείνουν σήμερα. Θα ήταν όμορφο να παλέψουμε, αφού πάρουμε νερό από την πηγή της ζωής που είναι ο Χριστός, να δώσουμε λίγο από αυτό στους συνανθρώπους μας. Και την ίδια στιγμή, βλέποντας την ταλαιπωρία του κόσμου από την αλόγιστη εκμετάλλευση του περιβάλλοντος, να είμαστε νοικοκυρεμένοι και αρκούμενοι στα απαραίτητα, χωρίς σπατάλη ενέργειας και πόρων. 


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
στο φύλλο της Τετάρτης 29 Ιουλίου 2026 

7/25/26

ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ


"Οψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα (Ματθ. 14,15) 
"Αργά  το απόγευμα προσήλθαν οι μαθητές και του είπαν· “ο τόπος είναι έρημος και η ώρα έχει περάσει· διάλυσε τα πλήθη, ώστε να πάνε στα   γύρω χωριά και να αγοράσουν για τον εαυτό τους τροφές ”. 

    Ο Χριστός συγκεντρώνει πλήθος κόσμου σε μία ερημική περιοχή. Για μία ολόκληρη μέρα μιλά στους ανθρώπους κι εκείνοι στέκονται άφωνοι και Τον ακούνε, λαμβάνοντας τροφή πνευματική, η οποία τους κάνει να ξεχνούν κάθε υλική ανάγκη. Όμως έρχεται το απόγευμα και οι μαθητές Του υπενθυμίζουν ότι ήρθε η ώρα να διαλύσει τα πλήθη και να τα στείλει στα γύρω χωριά, για να αγοράσουν για τον εαυτό τους τροφές. Και ο Χριστός θα κάνει το μεγάλο θαύμα του πολλαπλασιασμού διά της ευλογίας των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, θα κάνει όλους τους ανθρώπους να χορτάσουν και θα δώσει την εντολή στους μαθητές Του να συγκεντρώσουν και τα περισσεύματα, τα οποία θα ανέλθουν σε δώδεκα κοφίνια, ένα για κάθε φυλή του Ισραήλ. 
    “Έρημος εστίν ο τόπος”. Για να ακούσουμε τον λόγο του Θεού χρειάζεται έρημος τόπος. Δεν είναι κατ’ ανάγκην τόπο έρημος από ανθρώπους, αλλά τόπος καρδιάς έρημης από αγωνίες, άγχη, μέριμνες, λογισμούς που μας κρατούνε δεμένους σ’ αυτήν την πραγματικότητα, χωρίς να επιτρέπουν στον λόγο του Θεού να αλλάξει τη ζωή μας.
    “Έρημος εστίν οτόπος”. Για να ακούσουμε τον λόγο του Θεού χρειάζεται έρημη καρδιά από ατομοκεντρισμό, κακίες, αδυναμία πρόταξης της κλήσης μας να σχετιζόμαστε με τον Θεό και τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα ο έρημος τόπος είναι ένα σύμβολο της Εκκλησίας, η οποία υπάρχει εν κόσμω, αλλά δεν είναι εκ του κόσμου. Και όποιος μετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, ιδίως στη θεία λειτουργία, νιώθει αυτή την απομάκρυνση από το κοσμικό πνεύμα, που κρατά για λίγο, αλλά είναι τόσο αναζωογονητική πνευματικά, καθώς μας καθιστά δεκτικούς στον λόγο του Θεού. Και δεν ήταν τυχαίο ότι τόσες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν την εργασία τους, τον ρυθμό της καθημερινότητάς τους, ακολουθώντας τον Χριστό σε μία εκδρομή εξόδου από τη ρουτίνα τους, όχι όμως για να ξεσκάσουν, αλλά για να κοινωνήσουν τη ζωή με το πρόσωπο του Κυρίου και να τραφούν από τον λόγο Του, λόγο αγάπης και ζωής.    

 “Έρημος εστίν ο τόπος”. Και δεν ήταν μόνο ο τόπος, αλλά και ο χρόνος. Οι άνθρωποι που ακολούθησαν τον Χριστό, άφησαν τον εαυτό τους εκτός του χρόνου του κοσμικού, δόθηκαν με την καρδιά τους στον χρόνο που ο Χριστός τους προσέφερε να είναι μαζί Του και να τραφούν από Αυτόν. Δεν χόρταιναν να Τον ακούνε και να Τον βλέπουν, δείχνοντάς μας ότι όπου κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος, αν πεινά και διψά για τον Χριστό και την αλήθεια, τότε η ζωή του δεν λογαριάζει τον χρόνο της, καθώς την έχει εναποθέσει εις χείρας του Θεού που τον αγαπά. 
    Μοιάζουν μη ρεαλιστικές αυτές οι προϋποθέσεις στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι κι εμείς οι χριστιανοί κινούμαστε στη λογική τού “όλα ή τίποτα”. Κι επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε με όλη μας τη δύναμη και τον πόθο τον Χριστό, παραδιδόμαστε στο τίποτα τού ότι δεν προλαβαίνουμε, δεν μπορούμε, δεν έχουμε διάθεση, υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και άλλες μέριμνες. Κι έτσι, δεν νιώθουμε την έρημο της Εκκλησίας, την έρημο της θείας λειτουργίας, την έρημο του λόγου του Θεού ως αρχή μιας νέας πορείας στη ζωή μας, χωρίς να υπολογίζουμε ότι αν ξεκινήσουμε να ακολουθούμε τον Χριστό, όσο μπορούμε, τότε Αυτος θα μας θρέψει πνευματικά και, όπου χρειαστεί, διά της προνοίας Του, θα συμπληρώσει τις ανάγκες μας. Αρκεί να Τον ακούμε, να Τον εμπιστευόμαστε και να μένουμε εν Αυτώ. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κυριακή 26 Ιουλίου 2026
Η’ Ματθαίου

7/22/26

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ: ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΑ ΠΑΡΕΑ;

 


    Ολοένα και περισσότεροι, ιδίως νέοι, έχουν βρει στην τεχνητή νοημοσύνη μία ασφαλή παρέα. Κάνουν διαλόγους με το ChatGPT, το ρωτάνε, τους απαντά, άλλοτε επιτυχημένα, άλλοτε όχι, αλλά αισθάνονται ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μία ευκαιρία να μιλήσουν, να βγάλουν από μέσα τους υπαρξιακές και άλλες ανησυχίες, να διαβάσουν τις απαντήσεις που θα ήθελαν να ακούσουν από έναν πραγματικό φίλο, στον οποίο όμως θα έπρεπε  να δώσουν κάτι, κυρίως να σταθούνε ενώπιος ενωπίω απέναντί του, να μοιραστούν και τα δικά του συναισθήματα, την αποδοχή ή την απόρριψη, να βελτιώσουν τον εαυτό τους, να υποστηρίξουν αυτό που ονομάζουμε σχέση. Αντίθετα, με την τεχνητή νοημοσύνη δεν έχουν να χάσουν κάτι, όπως συμβαίνει στις σχέσεις, αλλά μόνο να πάρουν. Κι αυτό τους κάνει να νιώθουν εμπιστοσύνη.
                Όσοι ανησυχούν για την κυριαρχία της τεχνητής νοημοσύνης, θα έπρεπε πρωτίστως να ανησυχούν για την αδυναμία μας να σχετιστούμε μεταξύ μας. Τη φοβικότητά μας απέναντι στον άλλον. Το ότι δεν παλεύουμε με τον χαρακτήρα μας, ώστε να υπερβούμε τις ανασφάλειές μας και να ανοιχτούμε στον συνάνθρωπό μας, με αποτέλεσμα η τεχνητή νοημοσύνη να γίνεται για μας «μια κάποια λύσις» (Κ.Π.Καβάφης). Και η αδυναμία αυτή ξεκινά από το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν οι γονείς έχουν αφήσει τα παιδιά στην οθόνη, γιατί δεν θέλουν να προλάβουν να μοιραστούν τη ζωή μαζί τους, γιατί το μεγάλωμα των παιδιών προϋποθέτει κόπο και χρόνο και υπέρβαση του εαυτού, όταν η τεχνολογία αντικαθιστά την κοινωνία των προσώπων, τότε η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται απαραίτητο συστατικό όχι της μόνο ζωής, αλλά της ύπαρξης.
                Το ότι η τεχνητή νοημοσύνη διευκολύνει την επιβίωσή μας, την ποιότητα ζωής μας, την καθημερινότητα με τα φανάρια στους δρόμους, με τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών, με τα αυτοκίνητα, κάνει ελέγχους, βοηθά στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο να βρούμε πράγματα και πληροφορίες που μας διευκολύνουν, αυτό είναι υπεράνω πάσης αμφιβολίας χρήσιμο. Όμως, το να παραδοθούμε σ’ αυτήν, αποτελεί επιλογή μας, ιδίως στο σχεσιακό επίπεδο, η οποία ξεκινά από το γεγονός ότι δεν θέλουμε να κουραστούμε για να μάθουμε και όχι απλώς να πληροφορούμαστε.
                Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, σήμερα, επειδή διά της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγορίθμων της δεν χρειάζεται να γράψουμε ένα κείμενο, ένα μήνυμα, να αποτυπώσουμε τον πραγματικό μας κόσμο, δεν χρειάζεται καν να διαβάσουμε ένα κείμενο αφού η τεχνητή νοημοσύνη μας δίνει εύκολα την περίληψή του, θα αυτοαποκλειόμαστε συνεχώς από το να κάνουμε τη γνώση κτήμα μας. Και αυτό θα συνεπάγεται ανθρώπους που δεν θα χρειάζεται να σκέφτονται. Γιατί να σκεφτόμαστε λοιπόν και στο επίπεδο των σχέσεών μας, αφού ο άλλος δεν θα είναι ένα ον προς γνωριμία, προς σπουδή, προς μοίρασμα, αλλά θα αρκούμαστε στην όψη του και στην επιφανειακή προσέγγισή του, όπως κάνουμε με τη γνώση διά της τεχνητής νοημοσύνης, κυρίως όμως θα μένουμε στην τέρψη που μας προκαλεί ή όχι, χωρίς να χρειάζεται να κοπιάσουμε, να φλερτάρουμε, να ελέγξουμε, να θυσιάσουμε, να λειτουργήσουμε ως υπάρξεις που σκέφτονται και με τον νου και με την καρδιά;
                Δεν είναι η τεχνητή νοημοσύνη η νέα παρέα μας, αλλά αυτό χρειάζεται να το αποφασίσουμε εμείς. Να το περάσουμε στα παιδιά μας. Να αρνηθούμε να ταυτίσουμε τη σκέψη, τη γνώση, την άποψη, την ταυτότητά μας με τα έτοιμα της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά να βάλουμε μια κόκκινη γραμμή. Το χρήσιμο δεν μπορεί να είναι η πυξίδα της ζωής, αλλά η βοήθεια σ’ αυτήν. Ας βγούμε από το καβούκι μας κι ας χάσουμε. Κάποια στιγμή, θα μάθουμε και θα προχωρήσουμε. Έχουμε ευθύνη.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 22 Ιουλίου 2026



7/18/26

ΕΠΙ ΤΗΝ ΛΥΧΝΙΑΝ Η’ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ;


 «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5, 14-15).

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι». 

            Οι χριστιανοί σήμερα καλούμαστε άραγε να δώσουμε μαρτυρία στη δημόσια ζωή ή καλό είναι να λειτουργούμε σιωπηρά και ταπεινά; Υπάρχουν κάποιοι που έχουν θάρρος, δυναμισμό, θεωρούν ότι ο χριστιανός δεν είναι για να κρύβεται, αλλά για να ομολογεί με παρρησία την πίστη του σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής.

Αρκετοί έχουν μία ροπή προς το απόλυτο, με επιφύλαξη αν είναι προς τον Απόλυτο. Έχοντας βάλει σε προτεραιότητα την ηθική διάσταση της χριστιανικής μαρτυρίας, βλέπουν στον κόσμο την αμαρτία, το κακό, την κυριαρχία του διαβόλου, με αποτέλεσμα να έχουν μία επικριτική διάθεση για τους πάντες και τα πάντα. Θέλουν από την πολιτική να βλέπει τον κόσμο με τη χριστιανική ματιά, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως είναι οι πολιτικοί ηγέτες των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίοι αιματοκυλίζουν τον κόσμο για να επιβάλουν το καλό, που είναι το συμφέρον τους, και χρησιμοποιούν την χριστιανική πίστη ως άλλοθι και βοηθό στις επιδιώξεις τους. Επειδή επικαλούνται τη χριστιανική ιδιότητά τους, θεωρούν πως κάθε έργο τους είναι δικαιολογημένο, διότι ανήκουν στην πλευρά του «καλού».

Αρκετοί πάλι έχουν σχηματίσει στη νοοτροπία τους ένα δίπολο: «πίστη εναντίον κόσμου». Ο πιστός, αυτομάτως, είναι εναντίον του κόσμου, εναντίον της τεχνολογικής προόδου, ασχέτως αν τη χρησιμοποιεί, διαβλέπει κινδύνους απώλειας της προσωπικής ελευθερίας, μολονότι ελεύθερα εκφράζει τη γνώμη του. Ο πιστός θεωρεί τον εαυτό του ως αυθεντία, διότι η πίστη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορεί να δει όμως ότι ο Χριστός δεν μας θέλει να είμαστε απόκοσμοι, δεν ζήτησε από τον Πατέρα του στην αρχιερατική Του προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή να μας πάρει από τον κόσμο, αλλά να μας προφυλάξει από τον πονηρό (Ιωάν. 17,15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει τον κόσμο, την πορεία του, την πρόοδό του, δεν ήρθε καν να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιωάν. 12,47). Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πορεύεται με την πίστη του για να κρίνει και να κατακρίνει τον κόσμο, αλλά για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους ανθρώπους να βρούνε την οδό της σωτηρίας, της πίστης που γίνεται σχέση με τον Χριστό, που γίνεται αγάπη και ζωή, ανάσταση και αιωνιότητα.

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από την επί του Όρους ομιλία που διαβάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα σε όσους Τον ακολουθούν: Είμαστε λυχνάρια που φωτίζουμε τον κόσμο; Είναι η ζωή μας και τα έργα μας τέτοια, που να δοξάζουν τον Θεό; Έχουμε αγάπη έμπρακτη; Έχουμε ταπεινότητα; Έχουμε πίστη σταθερή, διά της οποίας διακρίνουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία, όχι για να περηφανευτούμε και να θεωρήσουμε ότι είμαστε αυθεντίες, αλλά διότι με χαρά πορευόμαστε την οδό του Χριστού, με χαρά αγαπάμε, με χαρά συγχωρούμε, με χαρά νιώθουμε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, νοιάζεται για τα ανθρώπινα, για να τα μεταμορφώσει και όχι να τα τσακίσει, με έπαρση και επίδειξη δύναμης; Κι όπου υπάρχει αίρεση, όπου υπάρχει παραχάραξη της αλήθειας του Ευαγγελίου, χαράζουμε τις «κόκκινες γραμμές», χωρίς όμως να επιδιδόμαστε σε κυνήγι μαγισσών ή επίδειξη ορθοφροσύνης;

Το λυχνάρι που κρύβεται κάτω από το μόδιο, κάτω από το κιούπι που χρησιμοποιούσαν ως μονάδα μέτρησης των σιτηρών ή του λαδιού, στην πραγματικότητα είναι ο χριστιανός ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς δόξαν Θεού. Είτε θεωρεί πως ό,τι είναι και ό,τι έχει είναι προς δική του δόξα είτε λειτουργεί φοβικά απέναντι στον κόσμο, μη καταθέτοντας την αλήθεια. Για να δώσουμε όμως μαρτυρία αληθείας, χρειάζεται να γνωρίζουμε την αλήθεια. Να θέλουμε τον Απόλυτο, που είναι ο Χριστός, όχι όμως για δικαιολόγηση των δικών μας συμφερόντων και ιδεών, αλλά για να δοξάσουν οι άνθρωποι τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς.

Θέλει τόλμη αυτός ο δρόμος. Θέλει υπέρβαση της φοβικότητας έναντι του κόσμου. Θέλει υπομονή, ταπεινότητα και σταθερότητα. Θέλει τον Χριστό να κατοικεί στις καρδιές μας. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αν τη βιώνουμε είναι ένα δύσκολο θέμα. Διότι, τις περισσότερες φορές, τη φτιάχνουμε στα μέτρα μας, είτε της επιθετικότητας είτε του συμβιβασμού. Η αρετή μας εντός της Εκκλησίας είναι το μέτρο. Και το φως που βγάζει η καρδιά και η ζωή μας. Αυτόν τον τρόπο των Πατέρων μας ας ακολουθούμε.           

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουλίου 2026

Κυριακή των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου