9/24/21

ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΙΣΤΗΣ, ΣΧΕΣΗΣ, ΓΝΩΜΗΣ

 


«Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ» (Ιωάν. 21, 24)

«Αυτός είναι ο μαθητής που επιβεβαιώνει αυτά τα γεγονότα και που τα έγραψε. Κι εμείς ξέρουμε πως λέει την αλήθεια»

    «Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης, μετά την κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία διακόνησε κατά την εντολή του Κυρίου επάνω στον σταυρό, μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής της, ξεκίνησε για να κηρύξει το ευαγγέλιο στην Μικρά Ασία, με ορμητήριο την Έφεσο. Μαζί με τον μαθητή του Πρόχορο προσελήφθησαν στην υπηρεσία του λουτρού του άρχοντα Διοσκορίδη, υπό την επιστασία της κακότροπης Ρωμάνας, η οποία τους μεταχειριζόταν ως δούλους. Ύστερα από τρεις μήνες σκληρής εργασίας, ο Ιωάννης ανέστησε τον γιο του άρχοντα που πνίγηκε στο λουτρό από δαιμονική επήρεια και τον ίδιο τον άρχοντα, που πέθανε από θλίψη για το παιδί του. Τόσο ο άρχοντας όσο και η Ρωμάνα έγιναν χριστιανοί. Στη πανήγυρη της Αρτέμιδος στην Έφεσο, ο Ιωάννης έλεγξε τους κατοίκους για την ειδωλομανία τους. Αυτοί επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν, όμως οι πέτρες γκρέμισαν το άγαλμα της Αρτέμιδος. Έγινε σεισμός και σκοτώθηκαν διακόσιοι άνθρωποι. Ο Ιωάννης προσευχήθηκε και οι νεκροί αναστήθηκαν. Το θαύμα οδήγησε στην πλήρη μεταστροφή της πόλης στον Χριστό. Ο Ιωάννης στην συνέχεια, εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό, στην Πάτμο, όπου έμεινε επί δεκαπέντε χρόνια, οδηγώντας πολλούς στην πίστη. Εκεί έγραψε και το Ευαγγέλιό του (κατά άλλους στην Έφεσο) και την Αποκάλυψη. Επέστρεψε στην Έφεσο, όπου επί 26 χρόνια κήρυξε την αλήθεια της πίστης. Όταν έλαβε από τον Θεό πληροφορία για την κοίμησή του, βγήκε από την πόλη με επτά μαθητές του. Στην άμμο τους ζήτησε να σκάψουν τάφο σε σχήμα σταυρού. Μπήκε μέσα και τους είπε να τον καλύψουν με χώμα μέχρι τα γόνατα. Αφού τους ασπάστηκε και τον κάλυψαν μέχρι τον λαιμό, έφυγε από τον κόσμο αυτό την στιγμή που ο ήλιος ανέτειλε. Οι μαθητές του τον σκέπασαν ολόκληρο και ανήγγειλαν στους Εφεσίους ότι ο άγιος έφυγε για τον ουρανό. Οι χριστιανοί έσπευσαν στον τάφο, αλλά ενώ έσκαψαν, το σώμα του δεν βρέθηκε. Στην Έφεσο χτίστηκε αργότερα η περίφημη κόκκινη βασιλική, προς τιμήν του Αγίου. Η μετάστασή του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος πρώτος)

Έχουμε ανάγκη από αποδείξεις οι άνθρωποι στην ορθολογιστική εποχή μας για να πιστέψουμε; Σε ό,τι αφορά στην πίστη στον Θεό, ναι. Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με το θάνατο και τα συμπαρομαρτούντα του. Με το κακό κάθε μορφής και αυτό που ζητάμε είναι ο Θεός να μας αποδείξει ότι υπάρχει λυτρώνοντάς μας από το επαπειλούμενο τέλος, από κάθε δοκιμασία. Και όταν δεν βλέπουμε οι προσευχές μας να εισακούονται, τότε  γινόμαστε αρνητές. Δεν έχουμε όμως αντίστοιχη συμπεριφορά πάντα απέναντι στα πράγματα του κόσμου. Πολλοί πιστεύουν στην τύχη. Παίζουν τυχερά παιχνίδια. Ασχολούνται με ζώδια και άστρα. Άλλοι αρκούνται σε αναφορές για περιστατικά στο Διαδίκτυο ή σε λόγους ανθρώπων που φαίνεται ότι έχουν κάποιο κύρος, απομονώνοντας τους λόγους από τα περιστατικά κάτω από τα οποία εκφωνήθηκαν, από τις χρονικές στιγμές που προηγήθηκαν και επακολούθησαν. Το Διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα να παγώνει τον χρόνο στην στιγμή που γίνεται το γεγονός ή εκφωνείται ένας λόγος ή καταγράφεται κάποια σκέψη και κάποια ιδέα, χωρίς ο χρήστης να μπορεί, αν δεν το ψάξει, να δει τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε. Έτσι, απόδειξη θεωρείται το στιγμιαίο, αυτό που έχει καταγραφεί και φαίνεται αενάως ισχύον. Συνειδητοποιούμε στους καιρούς μας σε ποιες περιπέτειες μας έχει οδηγήσει το πάγωμα του χρόνου, η εμπιστοσύνη στην εικόνα, η άρνηση να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη ή η καταφυγή μας στην τυχαιότητα.

Για την πίστη μας όμως η αλήθεια βρίσκεται στην σχέση με το πρόσωπο που την βιώνει. Η παράδοσή μας είναι αποστολική. Αυτό σημαίνει ότι μάρτυρες για τον Χριστό και την βασιλεία Του είναι οι μαθητές Του. Εκείνοι που Τον είδαν, Τον άκουσαν, Τον ψηλάφησαν, Τον συνόδευσαν μέχρι το τέλος και γεύθηκαν την χαρά της Ανάστασής Του και αυτοί που έλαβαν την κλήση να διακονήσουν τον κόσμο και να δώσουν μαρτυρία περί του Θεού μέχρι το τέλος της ζωής τους, αφήνοντας ως παρακαταθήκη την εμπειρία τους στους επόμενους. Η αλήθεια δίδεται στην αγαπητική σχέση. Και σχέση σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει υπέρβαση του εγώ. Σημαίνει αγώνας από την πλευρά αυτού που εμπιστευόμαστε να ζει κατά Θεόν, όσο μπορεί και όσο τα χαρίσματά του επιτρέπουν, αλλά και όσο αφήνεται από τον Χριστό να φωτίζεται. Διότι το εγώ και το θέλημά μας, η γνώμη μας, αντιστέκονται.

Στην πίστη δεν παγώνει ο χρόνος. Ο ερχομός του Χριστού έγινε σε περίοδο που η εμπειρία της Παλαιάς Διαθήκης ήταν συνεχής και συσσωρευμένη. Αλλά και η Εκκλησία διά των αποστόλων της συνέχισε την εμπειρία της παρουσίας του Χριστού, στην αγάπη και στην ευχαριστία, στην βεβαιότητα της ανάστασης. Οι άνθρωποι δεν θέλουμε να έχουμε ζώσα σχέση με την Εκκλησία και τον Χριστό και γι’ αυτό απορρίπτουμε την εμπειρία, την φώτιση, την μεταμορφωτική πορεία, την ήττα του σταυρού και τον θάνατο ως πέρασμα στην ανάσταση. Η γνώμη μας μάς αφήνει προσκολλημένους στην ανάγκη για δικές μας ερμηνείες.

Καμία γνώση, καμία εμπειρία δεν έχει νόημα αν δεν θέλουμε να αγαπήσουμε τόσο την γνώση όσο και την εμπειρία. Αυτό το βλέπουμε με την σημερινή επιστημονική πρόοδο. Όσοι δεν αγαπούνε την επιστήμη, αλλά απλώς την χρησιμοποιούν, δεν ακούνε. Όσοι πάλι θεοποιούν την επιστήμη, δε μπορούν να βρούνε απάντηση στην σχέση με τον Θεό που δίνει περίσσεια ζωής και γεννά μέσα από την εμπιστοσύνη της αγάπης την απάντηση στο κάθε λογής κακό. Μείζων η αγάπη. Αυτή που μας διδάσκει ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Η αγάπη που κάνει και τον θάνατο τελικά γιορτή αιωνιότητας, δίδοντας την τελική απάντηση σε ό,τι μας λείπει.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

26 Σεπτεμβρίου 2021

Μετάσταση Ιωάννου του Θεολόγου

 


ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ;


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 79-  JOSEPH ROTH, «ΙΩΒ- η ιστορία ενός απλού ανθρώπου». Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις ΑΓΡΑ


            Ο δυτικός άνθρωπος έχει μεγαλώσει με μία παλαιοδιαθηκική αντίληψη περί του Θεού. Δεν είναι πατέρας που αγκαλιάζει και συγχωρεί ο Θεός, αλλά κριτής. Είναι αυτός που τιμωρεί, που στέλνει δοκιμασίες στον άνθρωπο, που κρατά φυλαγμένη και την πιο μικρή αμαρτία για να τον εκδικηθεί. Πόσο εύκολο είναι το πέρασμα από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη; Από μία περίοδο προετοιμασίας της ανθρωπότητας που κύριο χαρακτηριστικό της είχε την θέση ορίων, στην περίοδο της αγάπης, η οποία υπερβαίνει τα όρια, υπερβαίνει το δίπολο σωστό-λάθος και κάνει ένα βήμα παραπέρα:  οδηγεί στην συγχώρηση και στην χαρά; Οι άνθρωποι νιώθουμε το ανεξήγητο των δοκιμασιών μας. Δεν μπορούμε να εκλογικεύσουμε γιατί το κακό, γιατί ο πόνος, γιατί η ασθένεια, γιατί ο θάνατος. Μοιάζουμε ανίσχυροι μπροστά τους, παρότι έχουμε κάνει βήματα με τις ανακαλύψεις της ιατρικής, της φαρμακευτικής και της τεχνολογίας. Αναστέλλουμε, αλλά δεν καταργούμε. Δεν είμαστε θεοί.

            Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, με τίτλο «Ιώβ- η ιστορία ενός απλού ανθρώπου» (εξαιρετική μετάφραση από την Μαρία Αγγελίδου και λιτή έκδοση, όπως ταιριάζει, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ)  που αρύεται από την περίφημη ιστορία του Ιώβ, από την Παλαιά Διαθήκη, αποσπάσματα της οποίας διαβάζουμε την Μεγάλη Εβδομάδα στις πρωινές ακολουθίες, γράφει ένας πολύ δυνατός, εβραϊκής καταγωγής, συγγραφέας, ο Γιόζεφ Ροτ (1894-1939). Έζησε την φρίκη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και την εγκαθίδρυση του ναζισμού, με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στην Γαλλία. «Είναι η εγκαθίδρυση της βαρβαρότητας και η βασιλεία της κόλασης. Μόνο το αληθινό Ρήμα θα μπορέσει να σώσει την εποχή, προσφέροντας πατρίδα σ’ αυτούς που δεν έχουν πλέον», θα γράψει φεύγοντας  από το Βερολίνο, την ώρα που ο Χίτλερ θριάμβευε. Και θα προσπαθήσει μέσα από την πέννα του, δημοσιογραφική, λογοτεχνική και ταξιδιωτική, να δώσει ψήγματα αντίστασης, να νικήσει τα δικά του πάθη, αλλά και να περιγράψει τον θάνατο ενός κόσμου στον οποίο το κακό υπήρχε, αλλά δεν ήταν παντοδύναμο.

            Ο ήρωας είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένας Εβραίος δάσκαλος στο Τσούχνοβο, που ανήκει στην ρωσική επικράτεια, θα δει την ζωή του να διαλύεται. Τέσσερα παιδιά έκανε με την Δεβώρα, την δυναμική μέσα στην απλοϊκότητά της γυναίκα του. Θα προσπαθήσει να διατηρήσει τις παραδοσιακές αξίες του λαού του. Πίστη στον Θεό, προσευχή, ήσυχη ζωή, διατήρηση της τιμής της γυναίκας, υπομονή στις μικρές και μεγάλες φουρτούνες, όχι φιλοδοξίες, έπαρση, φιλήδονη ζωή, ένας ασκητής στον γάμο του ο Μέντελ Σίνγκερ θα δει το οικοδόμημά του να καταρρέει: ο ένας γιος του οδηγείται αναγκαστικά στον ρωσικό στρατό. Ο δεύτερος δραπετεύει, με την βοήθεια της μητέρας του και την συνδρομή ενός διεφθαρμένου συμπατριώτη του, στην Αμερική, η κόρη του θέλει να ζήσει την νιότη και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοζάκου, προσβάλλοντας την καταγωγή, τη θρησκεία και τον πατέρα της, ο οποίος όμως με διακριτικότητα προτιμά να την πάρει να φύγουν, παρά να την ντροπιάσει δημόσια, και, τέλος, ο μικρότερος γιός, ο Μενουχίμ, φαινομενικά διανοητικά καθυστερημένος, με δυσκολίες και σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης, ένας σακάτης, μία κατάρα. Ο Σίνγκερ θα φύγει για την Αμερική, εγκαταλείποντας τον Μενουχίμ. Εκεί όμως θα δει την ζωή του να νικιέται από τον θάνατο. Ξεσπά ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Χάνει τον ένα γιο του που κατετάγη στον αμερικανικό στρατό. Η γυναίκα του δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο και πεθαίνει. Η κόρη του τρελαίνεται. Ο γιος του στον ρωσικό στρατό αγνοείται. Και δεν έχει καμία είδηση για τον Μενουχίν, τον οποίο θεωρεί κι αυτόν νεκρό.

Ο πόνος τον λυγίζει. Θυμώνει εναντίον του Θεού. Χάνει την πίστη του. Χρειάζεται ένα θαύμα που δεν έρχεται. «Δεν θέλω να κάψω ένα μόνο σπίτι, δεν θέλω να κάψω έναν μόνον άνθρωπο. Θα τα χάσατε, αν σας πω τι είχα κατά νου να κάψω. Θα τα χάσετε και θα πείτε: τρελάθηκε κι ο Μέντελ, σαν την κόρη του. Αλλά σας βεβαιώνω: δεν είμαι τρελός. Τρελός ήμουν. Πάνω από εξήντα χρόνια ήμουν τρελός, σήμερα δεν είμαι. -Πες μας λοιπόν, τι θέλεις να κάψεις!- Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!», θα πει στους τέσσερις φίλους του, οι οποίοι, όπως οι αντίστοιχοι φίλοι του Ιώβ, θα θελήσουν να τον παρηγορήσουν. Θα θεωρήσει τον Θεό υπαίτιο του κακού και θα θελήσει με την απόρριψη, το κρέμασμα του βιβλίου των προσευχών, να τον εκδικηθεί. Θα προσπαθήσει να βρει στον άνθρωπο την παρηγοριά, στην εργασία, στην εντιμότητα, στην φροντίδα των παιδιών της γειτονιάς, στα ανθρώπινα μέτρα, ένα νόημα ζωής. Και μέσα στην λύπη του και την κατάθλιψή του, θα διαπιστώσει ότι ο Θεός τον δοκιμάζει, αλλά δεν τον εξοντώνει. Θα φανερωθεί, την ημέρα της γιορτής του Πάσχα των Εβραίων, στη Νέα Υόρκη, ο χαμένος γιος του ο Μενουχίμ, ο οποίο θα έχει γίνει καλά, σε επαλήθευση μιας προφητείας ενός ραβίνου, που είχε πάρει η γυναίκα του στο Τσούχνοβο, και θα γίνει ένας κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, την μελωδία του οποίου είχε γνωρίσει ο Μέντελ μέσα από έναν δίσκο γραμμοφώνου, χωρίς να ξέρει ότι είναι του γιου του.

Δεν είναι τιμωρός ο Θεός, ούτε σκληρόκαρδος. Είναι όμως συχνά ανεξήγητες οι βουλές Του. Ο Ροτ γράφει το βιβλίο για να παρηγορήσει τον εαυτό του. Επισημαίνει ότι ο ανθρωπισμός και οι αξίες αυτού του κόσμου παρηγορούν αλλά δεν λυτρώνουν. Το ίδιο και μία θρησκευτικότητα ανταπόδοσης. Πιστεύω για να είμαι καλά και να έχω ό,τι θέλω. Ο Θεός μας αφήνει να προσγειωθούμε. Μας στέλνει σημεία αγάπης, που είναι οι άλλο άνθρωποι, όχι για να υποκαταστήσουμε την σχέση μας μαζί Του, αλλά για να δούμε ότι αυτή περνά μέσα από τον πλησίον. Ο Μέντελ είχε φτιάξει την εικόνα ενός Θεού που ήταν το παν γι’  αυτόν αδιαφορώντας ουσιαστικά για την ανάγκη των γύρω του, της γυναίκας και των παιδιών του, για αγάπη, στοργή, πατρότητα, πάλη για την ζωή. Ήταν γιος του Θεού, όχι όμως πατέρας και σύζυγος στους ανθρώπους. Μέσα από την δοκιμασία και την στέρηση αυτών που δεν είχε τον νου του να αγαπήσει, να μοιραστεί, να δοθεί, κατάλαβε ότι ο Θεός δεν είναι τόσο ψηλά, ούτε είναι για τον εαυτό μας μόνο. Περνά μέσα από τον συνάνθρωπο και μας δίνει ό,τι τελικά χρειαζόμαστε: λίγα δράμια αγάπης, που είναι το νόημα της ζωής.

Αξίζει να το διαβάσετε!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

24 Σεπτεμβρίου 2021

 


9/21/21

ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ

Γιατί οι μεγαλύτεροι δε νοιαζόμαστε τα παιδιά μας να έχουν ευαισθησία που μεταφράζεται σε ανοιχτότητα απέναντι στους άλλους;  Η γειτονιά, όπως την γνωρίζαμε, έχει σβήσει από τον χάρτη. Τα παιδιά δεν μαζεύονται τα απογεύματα για να παίξουν, να μοιραστούν χρόνο, να μαλώσουν, να κάνουν παρέα, να τα χαλάσουν και να τα βρούνε. Ακολουθούν τους μεγάλους που εργαζόμαστε σκληρά, με απάνθρωπα πολλές φορές ωράρια, και το ίδιο κάνουν κι εκείνα. Τα απογεύματά τους γεμάτα. Ξένες γλώσσες, μουσική χορός, αθλητισμός, πολεμικές τέχνες, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης, φροντιστήριο όταν μεγαλώνουν. Ζωή για παρέα και παιχνίδι δεν προβλέπεται. Μόνη συντροφιά η οθόνη, κάποτε και με διαδικτυακά παιχνίδια στα οποία φτιάχνουν μικρές ομάδες. Αν υπάρχουν αδέρφια, κοντά στην ηλικία, τουλάχιστον ανταλλάσσουν μία κουβέντα και παίζουν.

             Ο τρόπος αυτός μοιραία οδηγεί τα παιδιά να μη νοιάζονται για τους άλλους. Κι έτσι συναντάμε στο σχολείο και όπου αλλού υπάρχει ομάδα, παιδιά που είτε δεν τους ενδιαφέρει να κάνουν παρέα είτε δεν βρίσκουν παρέα. Κι ενώ είναι εμφανής η μοναχικότητά τους, δύσκολα και τα άλλα παιδιά αισθάνονται ότι μπορούν να παρέμβουν, μπορούν να βοηθήσουν, τουλάχιστον να μη βλέπεις στην αυλή του σχολείου, στην τάξη μέσα, στην παρέα του κατηχητικού, στην ομάδα της κατασκήνωσης παιδιά που περιμένουν να περάσει η ώρα του διαλείμματος ή του ελεύθερου χρόνου, για να μπούνε σε πρόγραμμα.

            Είμαστε υπέρ του να γεμίζει η ώρα των παιδιών με δραστηριότητες. Δεν ξέρουμε άλλωστε τι να τα κάνουμε. Φοβόμαστε την ανία τους, διότι φοβόμαστε ότι θα πρέπει να μοιραστούμε τον χρόνο μας μαζί τους και δεν ξέρουμε τι να πούμε, τι να δείξουμε, ποιοι είμαστε απέναντί τους.  Και επειδή κι εμείς φοβόμαστε να ανοιχτούμε, να μιλήσουμε πέρα από έναν δύο που αισθανόμαστε κοντά μας, θεωρούμε φυσικό τα παιδιά μας να είναι κι αυτά έτσι. «Βρήκες κάποιον ή κάποια να κάνεις παρέα;», τα ρωτάμε. Οργανώνουμε και πάρτι ή συνάξεις μαμάδων των συμμαθητών ή συμμαθητριών για να φέρουν και τα παιδιά τους ώστε να σπάσει ο πάγος. Αλλά μέσα μας δεν έχει φύγει η επιφύλαξη απέναντι στο μοίρασμα της καρδιάς, ούτε ένας φόβος ποιους φίλους θα διαλέξουν τα παιδιά μας κι αν αυτοί είναι καλοί, πάντα κατά την γνώμη μας. Κι έτσι η μοναχικότητα συχνά διαιωνίζεται. 

             Η γενιά μας και η προηγούμενη ειρωνευόταν τον σαμαρειτισμό. Δεν θέλαμε ανθρώπους που να έχουν ως στόχο της ζωής τους να αγαπούνε ή να κάνουν το καλό. Υπερασπιζόμαστε τον δικαιωματισμό. Μόνο που αυτός αφ’  εαυτού του δεν δίνει την ευκαιρία στο να κατανοήσουμε ότι για να ανοιχτούν σε σένα οι άλλοι, χρειάζεται να έχεις μάθει ότι είναι ωραίο να ανοίγεσαι, να λες «ευχαριστώ», να κάνεις κι εσύ τα δικά σου βήματα. Έτσι, θα συγκινείσαι όταν θα βλέπεις έναν άνθρωπο μόνο του και θα κάνεις κίνηση προς αυτόν. Κι αυτή την ευαισθησία θα την περάσεις στα παιδιά σου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τα ωθείς να επιμένουν σε σχέσεις με παιδιά που δεν θέλουν να ανοιχτούν ή βγάζουν μόνο έναν εαυτό που ζητά χωρίς να δίνει. Αλλά το να έχουμε γεμίσει από ανθρώπους που νοιάζονται μόνο για «αγάπη κλειστή», αποκλειστική, και φοβούνται να δούνε ότι αυτός που αγαπά, αυτός που χαίρεται δεν κλείνει την καρδιά του, προσθέτει σε έναν κόσμο ήδη ατομοκεντρικό, μοναξιά χωρίς διέξοδο.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 22 Σεπτεμβρίου 2021

9/17/21

ΤΙ ΔΩΣΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΥΤΟΥ;


 «Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδήσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ; ἤ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. 8, 36-37)

«Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του (την ζωή του); Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του;»  

 

           Οι παλιοί είχαν στην γλώσσα και την σκέψη τους τον ξεχωριστό ευαγγελικό λόγο: «τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος αν κερδίσει όλο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του;». Όπου ψυχή, εννοούσαν το πνεύμα που συναπαρτίζει τον άνθρωπο. Το στοιχείο της ύπαρξης που διασώζει το πρόσωπό μας και το οποίο συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατό μας, προγευόμενο την βασιλεία του Θεού ή την κόλαση, δηλαδή τον αιώνιο θάνατο από Αυτόν.  Οι σύγχρονοι άνθρωποι ταυτίζουμε την ψυχή με την ζωή ως εγκεφαλική λειτουργία, δηλαδή με την κινητήριο δύναμη που έχει ο άνθρωπος εντός του, βιολογικής υφής, η οποία τον κάνει να ζει, να αισθάνεται, να χαίρεται, να λυπάται, να απολαμβάνει, να φοβάται, να κατανοεί τον πόνο, να σκέφτεται, να επικοινωνεί με τους άλλους, να προχωρά στον χρόνο. Για πολλούς η ψυχή σταματά να υπάρχει μαζί με το σώμα. Για πολλούς το σώμα δεν θα επανέλθει στην ζωή, καθότι δεν υπάρχει ανάστασή του. Όλη αυτή η διαφοροποιημένη αντίληψη, η οποία συνδέεται άμεσα και με την επιστημονική πρόοδο, με την ανάπτυξη των επιστημών της ψυχικής υγείας, οι οποίες δεν μπορούν, εκ του αντικειμένου με το οποίο ασχολούνται, να εισέλθουν σε μεταθανάτιες προοπτικές, μας έχει κάνει ως πολιτισμό να μην ασχολούμαστε με την ψυχή στην πνευματική της διάσταση, στην διάσταση της αιωνιότητας, στην διάσταση της σχέσης της με τον Θεό.

            Μολονότι για την παράδοση της πίστης μας ο άνθρωπος υπάρχει ως ενότητα σώματος και ψυχής, εντούτοις και για πολλούς χριστιανούς το σώμα είναι υποδεέστερο της ψυχής. Επηρεασμένοι από μία ασκητική θεώρηση της ζωής (η οποία όμως δεν λειτουργεί στην προοπτική της σωματοκτονίας, αλλά της παθοκτονίας, για την οποία η εγκράτεια και το μέτρο είναι κλειδί), δεν βλέπουν το νόημα της φράσης του Χριστού ότι η δυσκολία βρίσκεται στην απόφαση να κερδίσει ο άνθρωπος τον κόσμο όλο.

Κερδίζω τον κόσμο σημαίνει ότι βλέπω την ζωή και τους ανθρώπους στην προοπτική της οικονομίας, σημασία έχει η κοινωνική και ταξική μου θέση και δυνατότητα, ώστε να μπορώ να αισθάνομαι και ένδοξος, σπουδαίος και ξεχωριστός επειδή έχω χρήματα, αλλά και να απολαμβάνω τα αγαθά του κόσμου και του πολιτισμού, ως καταναλωτής που έχει την άνεση να τα έχει και να τα χρησιμοποιεί. Αυτή η αντίληψη αλλοτριώνει τον προσανατολισμό μου. Παραθεωρεί την ανάγκη για συμπόρευση σώματος και ψυχής, μερίζει, διαιρεί τον άνθρωπο, δηλαδή εμένα. Πρώτα το να περνάω καλά επειδή έχω δόξα και αγαθά και αν περισσέψει χρόνος και διάθεση, ασχολούμαι με το πνεύμα μου, την ψυχή μου, κυρίως  στην προοπτική ότι θα ήθελα να συνεχίσω να υπάρχω μετά τον αναπόφευκτο θάνατό μου. Οπότε παρηγοριέμαι στην προοπτική ότι έχω χρόνο και ότι κάποια στιγμή, στα δύσκολα, θα ασχοληθώ και με την ψυχή μου. Ή παύω να πιστεύω στην ψυχή ως προοπτική μετοχής δι’ αυτής στην αιωνιότητα και κάνω τα πάντα ώστε να κερδίσω με τον τρόπο μου τον κόσμο όλο.

            Πότε πάλι μου ανήκει ο κόσμος; Όταν το θέλημά μου εκπληρώνεται. Όταν απαιτώ και πετυχαίνω να γίνεται αυτό που έχω στον νου μου. Όταν οι άλλοι είναι οι διάκονοί μου. Όταν δεν με ενδιαφέρει πώς σκέφτονται και πώς αισθάνονται, αλλά πιστεύω ότι μου χρωστάνε. Όταν το «εγώ» μου είναι το κέντρο των πάντων. Όταν γίνομαι δηλαδή ένας μικρός θεός. Όταν ο αγώνας μου είναι να δείξω σε όλους όχι ότι πρέπει να με υπολογίζουν διότι αξίζω, αλλά ότι πρέπει να με τιμούνε γιατί αξίζω περισσότερο από αυτούς.

            Κι αν κερδίσουμε τον κόσμο όλο, με τα χαρίσματα, τα αγαθά που κληρονομήσαμε, την εργασία μας, την εκμετάλλευση των συγκυριών, τους ισχυρούς που μας στήριξαν, την σκληροκαρδία και την απουσία ενσυναίσθησης, με τα μέσα που υπάρχουν ώστε η εικόνα μας να προβάλλεται, τι θα συμβεί αν χάσουμε την ψυχή μας; Αν δηλαδή αφήσουμε κατά μέρος την αγάπη που γίνεται έγνοια και θυσία, την ταπείνωση και την εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, την πίστη πως υπάρχει και συνέχεια αιωνιότητας, συνέχεια κοινωνίας και αγάπης ή συνέχεια μοναξιάς; Ας χαμηλώσουμε τους τόνους της έπαρσης. Ας έχουμε στον νου και την καρδιά μας ότι όλα θέλουν μέτρο. Ότι ο κόπος μας χρειάζεται να είναι ενωτικός της ύπαρξης και όχι διαιρετικός, σταυρικός δηλαδή.

            Οι φτωχότεροι και οι ταπεινότεροι χρησιμοποιούσαν την φράση του Χριστού για να παρηγοριούνται στις δοκιμασίες της ζωής. Όσοι πίστευαν τον λόγο αυτό, όταν έβλεπαν πλούσιους και ένδοξους φιλοσοφούσαν: άραγε, θα σώσουν την ψυχή τους; Σήμερα το όνειρο και το όραμα είναι να γίνουμε ή να είμαστε πλούσιοι και ένδοξοι, χωρίς να νοιαζόμαστε για ψυχή. Καιρός να ξαναδούμε την αυθεντικότητα της παράδοσής μας ως κριτήριο ζωής. Διότι, θέλουμε- δεν θέλουμε, το ερώτημα της σωτηρίας της ψυχής μας τίθεται και θα τίθεται. Η αιωνιότητα, άλλωστε, είναι παρούσα στην ζωή μας, στα πρόσωπα των αγίων μας, στις φανερές και αφανείς ευεργεσίες του Θεού τις υπέρ ημών γεγενημένες.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Σεπτεμβρίου 2021

Κυριακή μετά την Ύψωση του τιμίου Σταυρού

9/14/21

ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

 

      Διάβασα σε ένα ενδιαφέρον άρθρο: «τη χρονιά της λέξης resilience- ανθεκτικότητα δεν προτίθεμαι να μεταβώ πουθενά και να προσπαθήσω τίποτα. Θα προσπαθήσω να βρω δικαιολογίες γι’  αυτή την ηθελημένη αδράνεια, μήπως πειστώ κι εγώ η ίδια ότι είναι εντάξει να μην πιεστώ να πάω παρακάτω, να μην κάνω καμία καινούργια αρχή, τουλάχιστον πριν καταλάβω σε βάθος τι μας συνέβη, τι μου συνέβη. Πώς να μεταβώ αν δεν ξέρω πού βρίσκομαι τώρα;» (Αλεξάνδρα Κ., περιοδικό «Vogue»).

        Ενδιαφέρουσα η προσέγγιση. Ειλικρινής. Αποτυπώνει την αντίληψη των περισσοτέρων. Σταθερότητα ζητάμε οι άνθρωποι. Μπορεί η ιδέα μιας αλλαγής, μιας περιπέτειας, μιας καινούργιας αρχής να μοιάζει γοητευτική και, την ίδια στιγμή, αναζωογονητική, ωστόσο αυτό που γνωρίζουμε και ζούμε μοιάζει σίγουρο. Ακόμη κι αν μας ταλαιπωρεί, εντούτοις μας κάνει να αισθανόμαστε ότι γνωρίζουμε τους κανόνες του παιχνιδιού. Μεταθέτουμε στο μέλλον την όποια απόπειρα για αλλαγή. Ακολουθούμε αυτή την ηθελημένη αδράνεια. Μοιάζουμε με τον ήρωα της ταινίας που αναφωνεί «Ill be back», «θα επιστρέψω». Κι έτσι ονειροπολούμε, αλλά δεν τολμούμε.

             Είναι όμως μόνο θέμα δειλίας, αναποφασιστικότητας μπροστά στην αλλαγή; Μήπως περιμένουμε κάποιον ή κάποια που να μας βγάλει από το τέλμα, για να ξεκινήσουμε και πάλι; Μήπως ο χρόνος μοιάζει τόσο απλωμένος που μια φωνή μέσα μας μάς λέει ότι «αύριο η αλλαγή, όχι σήμερα»; Κι όμως, η παραπλάνηση την οποία υφιστάμεθα από τον λογισμό μας έχει να κάνει με το γεγονός ότι ζητάμε μεγάλες αλλαγές από την ζωή μας και δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από μικρές, που ίσως φαίνονται ανεπαίσθητες, αλλά έχουν την δυνατότητα να αλλάξουν τον ρυθμό της ζωής μας. Ο εργαζόμενος να δει την δουλειά του και ως προσφορά στον άλλον και όχι μόνο ως βιοπορισμό και δόξα. Ο μαθητής να ξεκινήσει το σχολείο όχι ως καταναγκαστικό έργο, αλλά ως ευκαιρία να δει τι σημαίνει να ανοίγει ο ορίζοντας του νου, να συναντά άλλους με τους οποίους χρειάζεται να ανοιχτεί, να προστατευθεί, να οριοθετήσει, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ο άντρας να χαμογελάσει στην γυναίκα που κάνει προσπάθεια να κερδίσει την ματιά του. Η γυναίκα να αφήσει στην άκρη το παράπονο τι δεν έχει λάβει από τον άντρα και να εστιάσει στο τι μπορεί να μετάσχουν από κοινού. Και οι δύο μαζί να βρούνε λίγο χρόνο και για τους δύο δηλαδή. Ο ατέλειωτα γκρινιάρης του Διαδικτύου, που δεν βλέπει τίποτα καλό στον κόσμο, να εστιάσει στο πώς ο ίδιος μπορεί να δώσει φρέσκια ματιά, αντί να τα ζητά όλα από τους άλλους. Έτσι, η ηθελημένη αδράνεια κατά βάθος γίνεται μεταμόρφωση πορείας.

                Στην Εκκλησία μας υπάρχει μία ωραία ασκητική φράση: «βάζω αρχή μετανοίας». Ξαναβλέπω τον εαυτό μου. Τι με ενοχλεί σε μένα. Τι είναι αντίθετο με την αγάπη που ο Θεός μας δείχνει και μας ζητά. Πού απομονώθηκα. Πώς μπορώ να ξεκινήσω να συναντηθώ με τον συνάνθρωπό μου, αυτόν που η ζωή και οι επιλογές μου με έφεραν κοντά. Πώς να παλέψω οι αμαρτίες μου να μην θεωρούνται αναγκαίο κακό, αλλά να αρχίσω με μικρά βήματα να θωρώ την αλήθεια της ζωής. Και αυτό δεν περιμένει το αύριο, αλλά μπορεί να γίνει σήμερα. Κι ο Θεός δίνει δύναμη!

Τις μεγάλες αλλαγές κάνει αυτός που έχει αποφασίσει τις μικρές. Όλα είναι θέμα ετοιμότητας.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 15 Σεπτεμβρίου 2021

9/10/21

ΕΝΑ ΦΙΔΙ ΣΩΖΕΙ

 


«Καί καθώς ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ιωάν. 3, 14-15)

«Όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια»

 

Η προετοιμασία μας για την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού ξεκινά με την αναφορά της Εκκλησίας σε ένα περιστατικό της Παλαιάς Διαθήκης. Οι Ισραηλίτες έχουν κατασκηνώσει στην έρημο, μετά το πέρασμα της Ερυθράς θαλάσσης. Λαός σκληροτράχηλος, αλλά και σκληρόκαρδος, εύκολα χάνει την υπομονή του. Έτσι τα βάζουν και με τον Θεό και με τον Μωυσής, διότι ενώ βγήκαν από την Αίγυπτο, η ζωή στην έρημο είναι δύσκολη. Τότε ο Θεός έστειλε στον λαό φίδια φαρμακερά που τους δάγκωναν και πολλοί απ' αυτούς πέθαιναν.  Πήγαν λοιπόν στο Μωυσή και του έλεγαν: «Αμαρτήσαμε που μιλήσαμε εναντίον του Κυρίου και εναντίον σου. Παρακάλεσε τον Κύριο να διώξει τα φίδια». Ο Μωυσής προσευχήθηκε στον Κύριο για τον λαό, κι ο Κύριος του είπε: «Φτιάξε ένα χάλκινο φίδι και βάλε το πάνω σ' ένα κοντάρι. Όποιος δαγκώνεται από κάποιο φίδι, θα το κοιτάζει και δεν θα πεθαίνει». Έτσι ο Μωυσής κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι και το έβαλε πάνω σ' ένα κοντάρι. Κι όταν ένα φίδι δάγκωνε κάποιον, αυτός κοιτούσε το χάλκινο φίδι και δεν πέθαινε (Αριθμοί 21,4-9).

                Ο Χριστός, συζητώντας με τον Νικόδημο, άρχοντα των Ιουδαίων, Φαρισαίο ως προς την θρησκευτική ομάδα στην οποία ανήκε, του λύνει απορίες σχετικά με τον Θεανδρικό Του πρόσωπο. Η συζήτηση φτάνει στην σωτηρία και τότε ο Χριστός του περιγράφει το πέρασμα από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη, διά του προσώπου Του.

                Σκληρόκαρδος ο λαός του Ισραήλ. Σκληρόκαρδος ο άνθρωπος κάθε εποχής, ο οποίος βάζει την επίγεια άνεση πιο πάνω από την αναζήτηση της αλήθειας, την περιπέτεια της υπακοής, την σωτηρία της αγάπης. Απαιτητικός ο λαός του Ισραήλ, θέλει έναν Θεό που θα του τα δώσει όλα στον χρόνο που επιθυμεί, «εδώ και τώρα». Απαιτητικός ο άνθρωπος κάθε εποχής, ζητά με φορτικό τρόπο από τον Θεό αποδείξεις της παρουσίας Του, τις οποίες συνδέει με την προσωπική του ευημερία και, μάλιστα, «εδώ και τώρα», κι αν δεν τις βλέπει, αρνείται τον Θεό και την αλήθεια. Κριτήριο μόνο η σκέψη του, η επιθυμία του, το θέλω του. Όμως ο Θεός διαλέγεται με τον λαό του Ισραήλ, μόνο που ο λόγος Του είναι κάποτε θάνατος. Τα ιοβόλα φίδια δαγκώνουν και σκοτώνουν. Η ύβρις, το να ζητά ο άνθρωπος πάνω από τα μέτρα του, να αρνείται να λειτουργήσει ευχαριστιακά, δοξολογικά προς τον Θεό, φέρνει θάνατο, σωματικό και πνευματικό. Το ίδιο συμβαίνει και σε κάθε άνθρωπο, ο οποίος αρνείται την κοινωνία με τον Θεό, αρνείται να δοξάσει τον Θεό για τα πολλά και τα λίγα, για τα καλά και τα δυσάρεστα. Δεν είναι εύκολος ο Θεός. Είναι παιδαγωγός. Και ο παιδαγωγός θέλει να «ευθύνει», να ισιώσει την καρδιά και την ψυχή του παιδαγωγούμενου. Να δείξει, και μέσα από τους άλλους και μέσα από τον πόνο, ότι η εμπιστοσύνη θέλει αίμα για να δώσει πνεύμα. Όμως δεν λησμονεί. Δεν δοκιμάζει πέρα από όσο ο άνθρωπος αντέχει. Διότι ούτε και ο θάνατος είναι η τελική δοκιμασία. Η νίκη κατά της αμαρτίας δίνει την ανάσταση. Κι αν στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, η ανάσταση ήταν αναμενόμενη, στον δικό μας κόσμο η ανάσταση μάς έχει δοθεί.  Εμείς δεν έχουμε αλλάξει.

                Χάλκινο το φίδι, το οποίο ο Μωυσής βάζει σε ένα κοντάρι.  Ο χαλκός είναι ιαματικό μέταλλο. Αλλά για να γιατρέψει, χρειαζόταν ο σταυρός. Να υψωθεί. Φίδι θανάτωνε όποιον βρισκόταν μακριά από την αλήθεια, παραδομένος στους λογισμούς του, στην άρνηση του Θεού. Φίδι σώζει τώρα. Του παρόντος κόσμου φύση, σέρνεται στην γη και θανατώνει. Ο Θεός όμως προσλαμβάνει την φύση αυτή, την δική μας, για να μην την αφήσει να σέρνεται, αλλά για να την υψώσει στον σταυρό, που γίνεται θρόνος της αγάπης Του. Και είναι χάλκινο το φίδι, όχι χρυσό ή ασημένιο. Φαινομενικά ευτελές και όχι περήφανο και μεγάλης υλικής αξίας. Έτσι είναι και ο Χριστός για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Φαινομενικά ασήμαντος, χωρίς θόρυβο, χωρίς δόξα. Κι ανεβαίνει στον Σταυρό. Αρκεί όμως να Τον κοιτάξει αυτός που καταλαβαίνει ότι δαγκώθηκε από την αμαρτία. Ότι η ζωή του είναι παγιδευμένη στην ανικανοποίητη απαίτηση του «τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα». Ζωή αιώνια λαμβάνει αυτός που ατενίζει τον Χριστό και επανέρχεται στην οδό της εμπιστοσύνης, της κοινωνίας μαζί Του. Δεν χάνεται. Και είναι προσωπική η επιλογή να ατενίσουμε τον Εσταυρωμένο. Να θυμηθούμε ή να βρούμε τα μέτρα μας. Και με την θαλπωρή του βλέμματος, να φωτιστεί η ψυχή μας. Να ευθύνουμε. Να μπούμε στην βίωση της αλήθειας κάθε στιγμή, στην περιπέτεια της υπακοής, στην σωτηρία της αγάπης.

                Την Κυριακή προ της Υψώσεως βλέπουμε τον εαυτό μας. Ότι ξεχνάμε ποιος είναι ο σκοπός που πιστεύουμε. Διά του σταυρού, του βλέμματος, της εμπιστοσύνης, να νικήσουμε το τώρα και να έχουμε ζωή αιώνιο που περιλαμβάνει και το τώρα. Καλή αρχή!

 

π.  Θεμιστοκλής Μουρτζανός

12 Σεπτεμβρίου 2021

Κυριακή προ της Υψώσεως

9/8/21

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;

  
      Αν διαβάσει κάποιος τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, θα διαπιστώσει ότι η μόνη έγνοια για την ερχόμενη σχολική χρονιά είναι ο κορωνοϊός και πώς τα σχολεία δεν θα κλείνουν με το πρώτο κρούσμα ή το ζήτημα του εμβολιασμού. Στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τον μεγαλύτερο θόρυβο τον κάνουν οι αντιεμβολιαστές, οι οποίοι είναι, από ό,τι φαίνεται, οι μόνοι γονείς που νοιάζονται τα παιδιά τους. Όσοι συμφώνησαν τα δικά τους παιδιά να εμβολιαστούν είναι ούτε λίγο ούτε πολύ «ασυνείδητοι». Ο διχασμός σε παγκόσμιο επίπεδο καλά κρατεί. Όμως η έναρξη του σχολικού έτους γεννά προβληματισμούς, τους οποίους θα ήταν καλό γονείς και παιδιά, ιδίως στις ηλικίες του Γυμνασίου και του Λυκείου, να συζητήσουν, διότι θέτουν την βάση για να έχει νόημα το σχολείο, πέρα από την υποχρεωτκότητά του ή πέρα από το «παρκάρισμα» των παιδιών, για να μπορούν οι γονείς να κάνουν την δουλειά τους.

                Ας ρωτήσουμε οι μεγαλύτεροι τους νεώτερους «γιατί το σχολείο;». Είναι μόνο ένας σημαντικός, έστω, θεσμός κοινωνικοποίησης ή οδηγεί το παιδί σε ένα μεγάλο ταξίδι γνώσης, σκέψης, ελευθερίας; Το σχολείο υπάρχει για να δει ο άνθρωπος τον εαυτό του ως άτομο ή για να σπουδάσει τις προϋποθέσεις της κοινωνίας ως συνάντησης προσώπων, ως σχέσεων, ως «εμείς», όπου το εγώ φυσικά μπορεί να διακριθεί, να νικήσει, να χάσει και να πονέσει, αλλά, πρωτίστως, να συνυπάρξει; Το σχολείο υπάρχει ως ευκολία ή ως κόπος; Είναι για να παρακολουθεί την πραγματικότητα, το παρόν και το μέλλον, ή για να λειτουργεί και ως σπουδή του παρελθόντος, διά του οποίου φτάσαμε ως εδώ και μπορούμε να προχωρήσουμε; Βοηθά η πόλωση ανάμεσα σε θετικές και ανθρωπιστικές σπουδές; Είναι τα αρχαία ελληνικά άχρηστα; Είναι τα θρησκευτικά άχρηστα; Το μόνο που έχει αξία είναι η πληροφορική και η τεχνολογία, διότι έτσι ο νέος άνθρωπος θα βρει δουλειά και θα μπορεί να συμμετέχει στον πολιτισμό;

                Το κυριότερο όμως ερώτημα είναι το αν έχει σημασία το πρόσωπο του δασκάλου και του καθηγητή για τον παιδί και τον έφηβο. Ο όποιος διδάσκων στις γενιές, κυρίως πριν την μεταπολίτευση, αντιμετωπιζόταν με έναν χαρακτήρα ιερότητας. Μπορεί η στάση του να ήταν αυταρχική, καταπιεστική, βάναυση. Ουδείς όμως διανοούνταν να αμφισβητήσει ότι το να μάθει γράμματα στα παιδιά ήταν μία ιερή αποστολή. Ο γονιός δεν έβλεπε το σχολείο με βάση το ποιος ήταν ο ίδιος, πόση μόρφωση είχε, ποια ήταν η κοινωνική του θέση, διότι το κλειδί δεν ήταν αυτός, αλλά η σχέση δασκάλου και μαθητή, η μαθησιακή διαδικασία με τα συμπαρομαρτούντα της και όχι η δική του άποψη. Κι ο κακός δάσκαλος ήταν μέσα στην ζωή. Το παιδί, καθώς μεγάλωνε, δεν θα έβρισκε πάντοτε πρόσωπα υποστηρικτικά ή με απόψεις ομόγνωμες. Έπρεπε να μάθει να επιβιώνει, να αντλεί και από τα δύσκολα, να ωριμάζει και μέσα από τον κόπο και την ταπείνωση. Σήμερα από πολλούς γονείς απουσιάζει η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του δασκάλου. Μόνο αυτοί γνωρίζουν, με αποτέλεσμα τα παιδιά να χάνουν ευκαιρίες ζωής, γενόμενα κακομαθημένα και εγωκεντρικά.

                Ας μην λησμονούμε, τέλος, ότι τα τεχνολογικά μέσα βοηθούν την μάθηση, δεν υποκαθιστούν την σχέση. Κανένα webex δεν μπορεί να συγκριθεί με την διά ζώσης διδασκαλία. Τα ανοιχτά σχολεία χρειάζονται υπέρβαση του φόβου και της προκατάληψης. Είναι στο χέρι μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεα»

Στο φύλλο της Τετάρτης 8 Σεπτεμβρίου 2021