8/16/26

Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 183- "Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων", έκδοση του Συλλόγου Κορακιανιτών Κέρκυρας

               Ο Σύλλογος Κορακιανιτών Κέρκυρας, με πρόεδρο τον συνεργάτη και φίλο Κωνσταντίνο Π. Θύμη, προχώρησε σε μία εξαιρετική έκδοση με τίτλο “Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων”. Σ’ αυτήν εκλεκτοί επιστήμονες, αλλά και άνθρωποι που κατάγονται από την Άνω Κορακιάνα, ζούνε σ’ αυτήν, την διακονούνε, αλλά και έχουν γράψει στο παρελθόν, προχωρούν σε μία πολύ επιτυχημένη προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας, της παράδοσης, των δράσεων, των προσώπων που σημάδεψαν την πορεία αυτού του σπουδαίου χωριού της Κέρκυρας, και καταφέρνουν να δώσουν μία πολύτιμη έκδοση για όποιον ενδιαφέρεται να δει κάτι αξιομνημόνευτο. 
              Ότι δηλαδή ένας τόπος, ένας νομός, δεν είναι το κέντρο του, αλλά κάθε περιοχή του, αν είναι φιλοπρόοδη, αν έχει δίψα για δημιουργικότητα, αν οι άνθρωποι δεν μένουν μόνο στην επιβίωση και στην αυτάρκεια, μπορεί να δώσει δείγματα ζωής και πολιτισμού που γράφουν ιστορία. Μνημεία, ναοί, σπίτια, ζωγραφική, μουσική, παιδεία, αθλητισμός, επιστήμη έχουν ως φορείς τους πρόσωπα που νιώθουν περηφάνεια για τον τόπο τους, όχι για να τον κληροδοτήσουν όπως τον παρέλαβαν, αλλά για να προσφέρουν και σ’ αυτόν και ευρύτερα τα τάλαντά τους. Αυτο έχει γίνει στην Άνω Κορακιάνα επί αιώνες και εξακολουθεί να γίνεται. Η κατά κεφαλήν καλλιέργεια, όπως έλεγε ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος φιλοξενήθηκε αρκετές φορές στο ΚΕΛΛΙ του Αγίου Αθανασίου της Άνω Κορακιάνας, με πρωτοβουλία του αείμνηστου γιατρού και δικού μας φίλου Σπύρου Σαββανή, είναι το κριτήριο της αληθινής προόδου. Κι αυτό διαφαίνεται μέσα από την έκδοση, την οποία διαβάζοντάς την κάποιος αισθάνεται θαυμασμό και χαρά, διότι “των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία”.
           Μοιάζει ουτοπικό να σκεφτούμε ότι η κατάργηση των κοινοτήτων με τα σχέδια ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (θλίψη για την ονομασία) και ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, ο γιγαντισμός της κεντρικής πόλης κάθε νομού για λόγους οικονομικούς και διοικητικούς, η υποβάθμιση της επαρχίας για να “εξευρωπαϊστούμε” ή για να “αναπτυχθούμε”, είναι κατάσταση που μπορεί να αναστραφεί. Δεν συμβαίνει άλλωστε μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτό που πάλι έλεγε ο Χρήστος Γιανναράς “πού είναι το κράτος;” σε κάθε δυσκολία και πρόβλημα έχει επιταθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κατάργησης των κοινοτήτων. Σ’ αυτές διασώζεται αυτό που ονομάζουμε “κοινωνία”, όχι ως άθροισμα ατόμων, αλλά ως άθροιση σχέσεων, στις οποίες λειτουργούν ο εθελοντισμός, το φιλότιμο, η κριτική, “ο έπαινος των σοφιστών και του δήμου”. Σήμερα έχουμε υποκαταστήσει την κοινότητα με το Facebook και την κακία που αυτό αναπαράγει, χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης και με το ερώτημα “πού είναι το κράτος;” να αποτελεί το άλλοθι για το κλείσιμο στον εαυτό μας.
            Απολαύσαμε την έκδοση, η οποία είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Σπύρου Σαββανή και του Σπύρου Ζερβόπουλου, και συγχαίρουμε τον Σύλλογο Κορακιανιτών Κέρκυρας και τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Π. Θύμη για την έκδοση, η οποία είναι επιστημονικά άρτια, αλλά και περιλαμβάνει ό,τι θα ήθελε κάποιος, όχι μόνο να πληροφορηθεί, αλλά και να μάθει για ένα ιστορικό χωριό της Κέρκυρας, το οποίο δεν κοιτάζει προς το χθες, αλλά έχει και παρόν και μέλλον, με τις εκκλησίες, τη Φιλαρμονική ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, τους ανθρώπους του, τις φυσικές ομορφιές, αλλά και τον αγώνα του να αναπτυχθεί πολυποίκιλα και όχι μόνο να φανεί ως εναλλακτικό τουριστικό προϊόν προς κατανάλωση. Άλλωστε, η Άνω Κορακιάνα δεν έχει θάλασσα. Ίσως κι αυτό τη σώζει από το βόλεμα του εφήμερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Αυγούστου 2026





8/15/26

ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ

 

«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)

῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. 

            Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.

            Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού  και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.

            Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός  μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.

            Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».  

            Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο; 

           Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε  αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.

            Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι  ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

16 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου

8/14/26

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ


«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον»
(από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Αυγούστου 2026

Κοίμηση της Θεοτόκου

8/12/26

Η ΟΡΓΗ 

             

  Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι οργή και απάντησε: «Φιλονικία και ψεύδος και έλλειψη Θεογνωσίας» (από το «Γεροντικό»).

                Στις ανθρώπινες σχέσεις εύκολα εμφανίζεται η οργή. Δεν είναι απλώς ένας θυμός διότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Είναι μία ένταση ψυχική, στην οποία ο άλλος θεωρείται όχι μόνο απορριπτέος, αλλά εχθρός μας.  Του φορτώνουμε την ευθύνη για ό,τι στραβό. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε. Τον κατακρίνουμε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην του δίνουμε περιθώριο να εκφραστεί. Η οργή έχει ως αποτελέσματα την επιθετικότητα, την κακία, τη βία, την εσωτερική ταραχή που κρατά. Άλλοτε η οργή μπορεί να γίνει αφόρμηση να χτίσουμε καινούργιες σχέσεις, καινούργιο εαυτό για να αποδείξουμε ότι το πρόσωπο ή η κατάσταση που μας κάνουν να οργιζόμαστε, δεν θα μας καθηλώσουν  στη στασιμότητα, στην εκδικητικότητα, στην ενασχόληση αποκλειστικά μαζί τους, αλλά θα αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερα και καλύτερα. Συνήθως όμως η οργή γίνεται αιτία καθήλωσης και σπατάλης χρόνου και κεφαλαίου ζωής, που δεν μας αφήνει να κάνουμε βήματα.

                Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας επισημαίνει ότι η οργή είναι πνευματικό πρόβλημα. Οργίζεται ο φιλόνικος άνθρωπος, αυτός ο οποίος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και λειτουργεί συγκρουσιακά έναντι των άλλων που δεν αναγνωρίζουν την αξία του, δεν κάνουν υπακοή στο δικό του θέλημα, δεν εκπληρώνουν τις επιθυμίες του. Κι ενώ η σύγκρουση κάποτε είναι αναγκαία, για να εκτονωθεί η οργή, στον φιλόνικο  άνθρωπο είναι μόνιμη κατάσταση, διότι τρέφεται από αυτήν, γίνεται επίδειξη και τον οδηγεί στην άρνηση της υγιούς συνύπαρξης. Ο φιλόνικος γίνεται εξουσιαστής με κάθε τρόπο, αγιάζοντας κάθε μέσο, αλλά και παλεύοντας με όλη του τη δύναμη να είναι ο πρώτος, χωρίς να ακούσει, να αγαπάει, να μοιράζεται.

                Οργίζεται αυτός που επιλέγει το ψεύδος ως στοιχείο της ζωής του. Ο αληθινός άνθρωπος είναι ταπεινός. Βλέπει ποιο είναι το τάλαντό του και σε τι υστερεί. Ο ψεύτικος άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι αξίζει ως προς όλα, πείθει τον εαυτό του ότι έχει δίκιο και ότι δικαιούται τα πάντα, με αποτέλεσμα να οργίζεται όταν διαπιστώνει ότι δεν έχει την ανταπόκριση που θέλει.

                Οργίζεται αυτός που δεν έχει Θεογνωσία. Ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε είναι αγάπη, ταπείνωση, συγχώρηση, φως. Για να έχεις Θεογνωσία, δεν είναι αρκετό να γνωρίζεις με το μυαλό, τον νου, αλλά να εμπιστεύεσαι τον Θεό, το πώς είναι, το τι σου ζητά με την καρδιά σου. Όταν όμως θεοποιούμε τον εαυτό μας, τότε ούτε ο Θεός έχει για μας νόημα, αλλά, συχνά, τον φέρνουμε στα μέτρα μας, για να δικαιολογούμε την οργή μας εναντίον του κόσμου, του συστήματος, των άλλων. Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές Του, δείχνοντάς μας τον δρόμο της αυθεντικής πορείας προς τη βασιλεία Του. Αντί να οργιζόμαστε, ας αλλάξουμε, ας εμπιστευθούμε τον Θεό, το θέλημά Του, την πρόνοιά Του και ας παλέψουμε, όπου και όπως μπορούμε να συμβάλουμε στην αλλαγή και των άλλων. Και όπου δεν γίνεται κάτι, με ταπείνωση ας προσευχόμαστε, διότι έχουμε όρια.

                Οι μεγαλύτεροι, όταν διαπιστώνουμε ότι οι μικρότεροι οργίζονται, με κατανόηση, διάλογο, υπομονή και επιμονή  ας οδηγούμε στον προβληματισμό που δεν γκρεμίζει μόνο, αλλά και χτίζει. Το ίδιο ας κάνουμε και με τον εαυτό μας. Να μην τον θεοποιούμε, ούτε να απορρίπτουμε συλλήβδην τους πάντες και τα πάντα, αλλά να διαλεγόμαστε, να κρίνουμε, να προτείνουμε. Κι ας ακούμε και τους άλλους. Κάποτε, μας ελέγχουν γόνιμα, ακόμη και στην απόρριψή μας από την πλευρά τους.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 12 Αυγούστου 2026

8/8/26

ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΙΠΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΥΔΩΡ

 

«Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι» (Ματθ. 17, 25-26)

«Κύριε, σπλαχνίσου τὸν γιό μου, γιατὶ εἶναι ἐπιληπτικὸς καὶ ὑποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στὴ φωτιά καὶ στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητές σου, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν». 

            Αμέσως μετά την Μεταμόρφωση, ο Κύριος και οι τρεις μαθητές, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, επιστρέφουν στον κόσμο, για να συμπορευτούν προς τις τελευταίες ημέρες του Χριστού, προς τον Γολγοθά, τον Σταυρό, την Ταφή και την Ανάσταση. Ένα περιστατικό όμως τους περιμένει. Ένας πατέρας φέρνει στον Χριστό τον επιληπτικό γιο του, για να τον θεραπεύσει. Τον έχει πάει στους υπόλοιπους μαθητές, οι οποίοι, καίτοι επικαλούνται το όνομα του Χριστού, εντούτοις δεν μπορούν να τον γιατρέψουν. Είναι ένα μήνυμα αυτό και προς τους ανθρώπους που ελπίζουν στον Θεό, μολονότι δεν είναι η πίστη τους δυνατή, συχνά και προς εμάς του χριστιανούς, οι οποίοι θεωρούμε ότι επειδή πιστεύουμε, μπορούμε να κάνουμε θαύματα, να υπερβούμε τους φυσικούς νόμους επικαλούμενοι το όνομα του Χριστού. Το θέλημα του Θεού επιτρέπει τα θαύματα, όπως και η πίστη σ’ Εκείνον και όχι οι δικές μας επιθυμίες, που κάποτε καθιστούν την πίστη μαγεία. «Πίστεψε και όλα σου τα προβλήματα θα λυθούν», αναφωνούμε και διαψευδόμαστε, προσπαθώντας στη συνέχεια να δικαιολογήσουμε τον Θεό ή τους εαυτούς μας. «Πίστεψε και θα έχεις δύναμη να διαχειριστείς τις δυσκολίες και τους σταυρούς της ζωής», θα ήταν το ορθότερο και το αυθεντικότερο. Και φαίνεται πως οι μαθητές δεν είχαν πίστη στον Θεό, αλλά ήθελαν να αξιοποιήσουν τη σχέση μαζί Του, για να δείξουν ότι είναι δυνατοί.

            Είναι χαρακτηριστικό της ασθένειας της επιληψίας η απώλεια του ελέγχου του νου. Ο νέος έπεφτε άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στον νερό. Η ασθένεια γενικότερα έχει μία καταστροφική διάσταση, βιολογικά, αλλά και ψυχικά. Στην περίπτωση του σεληνιαζόμενου νέου, ο οποίος ζούσε σε μια εποχή όπου δεν υπήρχαν τα φάρμακα του σήμερα, η αυτοκαταστροφικότητα έπαιρνε δαιμονική διάσταση και φαίνεται πως δεν ήταν μόνο θέμα ασθένειας, αλλά και κατοχής του ανθρώπου από το πνεύμα του πονηρού. Διότι η επιληψία φέρνει απώλεια της συνείδησης, αλλά η ορμή με την οποία ο νέος αθέλητά του έκανε κακό στον εαυτό του δεν εξηγείται εύκολα από ιατρικής πλευράς.

            Η φωτιά και το νερό είναι δύο αντίθετα στοιχεία. Η αρχαία φιλοσοφία, των προσωκρατικών, θεωρούσε ότι ανήκαν στα τέσσερα στοιχεία από τα οποία αποτελείται ο κόσμος (τα άλλα δύο ο αέρας και η γη). Το να πέφτει ο νέος είτε στο ένα είτε στο άλλο έδειχνε ότι η ύλη τον τραβούσε, η λογική δεν μπορούσε να τον κάνει να δημιουργήσει από τη ύλη, αλλά ο νέος υποτασσόταν και απορροφιόταν από αυτήν. Δεν πλαστήκαμε όμως να υποτασσόμαστε στην ύλη, αλλά να την νικούμε, να την αξιοποιούμε, να δημιουργούμε συνθήκες όχι απλώς επιβίωσης, αλλά και ευχαριστίας στον Θεό, δημιουργίας που να δείχνει πολιτισμό, να λειτουργεί η ύλη ως αφόρμηση συνάντησης μεταξύ μας και όχι θεοποίησης. Η μεταπτωτική μας πορεία όμως μάς κάνει να παραδιδόμαστε στο υλικό στοιχείο, να περιορίζουμε το νόημα της ζωής σ’ αυτό, κάποτε και να υποτασσόμαστε αυτοκαταστρεφόμενοι, όπως με τους πολέμους.

            Ο Χριστός θα γιατρέψει τον νέο. Θα διακρίνει στην καρδιά του πατέρα την πίστη σ’ Αυτόν. Δεν θα θεραπεύσει μόνο την ασθένεια, αλλά θα διώξει και το δαιμονικό πνεύμα που φωλιάζει στην απιστία. Διότι ο διάβολος αξιοποιεί όχι μόνο τους λογισμούς της αμφιβολίας, αλλά την επιθυμία μας να διακρινόμαστε χάρις στην ύλη, ανταγωνιζόμενοι τους άλλους και αρνούμενοι να αποδεχθούμε ότι ο Δημιουργός, ο Κτίστης των απάντων, επομένως και της ύλης, μας καλεί όχι να επενδύσουμε σ’ αυτήν, αλλά να λειτουργούμε ευχαριστιακά, να Τον δοξάζουμε για όσα μας έχει δώσει, να μοιραζόμαστε τα αγαθά με τους συνανθρώπους μας, οικείους και ξένους, και να πορευόμαστε με πίστη που να μην αφήνει στον πονηρό περιθώριο να μας απομακρύνει από την αλήθεια που είναι ο Χριστός. Η προσευχή και η νηστεία, όπως επισημαίνει ο Χριστός, είναι οι δύο παράγοντες που δείχνουν την αυθεντική πίστη και μας βοηθούν να νικούμε τον διάβολο. Η προσευχή μάς κάνει να αισθανόμαστε τα μέτρα μας και να έχουμε εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, ενώ η νηστεία μάς ταπεινώνει και δείχνει ότι δεν είναι η εξάρτηση από την ύλη το ουσιώδες, αλλά η υπακοή στον Θεό και στην Εκκλησία. Μ’ αυτό τον τρόπο ας αντιμετωπίσουμε τον θρίαμβο της ύλης στους καιρούς μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

9 Αυγούστου 2026

Κυριακή Ι’ Ματθαίου

8/4/26

ΛΑΜΨΟΝ ΚΑΙ ΗΜΙΝ ΤΟΙΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΤΟ ΑΪΔΙΟΝ


          

  Μία αντίθεση αποτυπώνεται στο απολυτίκιο της μεγάλης Δεσποτικής εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου. Από την μία οι μαθητές του Χριστού Τον είδαν να μεταμορφώνεται και να αφήνει να φανερωθεί η δόξα Του και αυτοί βίωσαν το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, το προφητικό της εσχάτης ημέρας του κόσμου και της ύπαρξής μας,, «καθώς ηδύναντο», όπως μπορούσαν. Από την άλλη, ο υμνογράφος παρακαλεί τον Χριστό να λάμψει και για μας τους αμαρτωλούς το φως Του το «αΐδιον», το αιώνιο, το διαρκές, το αδιάλειπτο, τόσο στην παρούσα ζωή, όσο και στην ατελεύτητη.

Η αντίθεση  είναι ανάμεσα στους μαθητές και τη δυνατότητά τους να κατανοήσουν την εμπειρία της Μεταμορφώσεως και σε μας που είμαστε αμαρτωλοί. Προφανώς, αμαρτίες είχαν και οι μαθητές. Όμως εκείνοι είχαν μία μοναδική ευλογία: να βλέπουν τον Χριστό, να τον συναναστρέφονται διαρκώς, να είναι η ζωή τους κοινωνία με Εκείνον. Ο τρόπος αυτός, εκ των πραγμάτων, κάνει την ύπαρξη να αφυπνίζεται. Να λειτουργεί πνευματικά. Να ελέγχει λογισμούς και να αφοσιώνεται στη οδό του Ευαγγελίου, στην οποία το πρόσωπο του Χριστού οδηγεί.

Αυτή η κατάσταση βεβαίως δεν σήμαινε ότι δεν απαιτούνταν προσωπικός κόπος και αγώνας εναντίον του κακού και των παθών. Το παράδειγμα του Ιούδα, του μαθητή και προδότη εξαιτίας του νοσήματος της φιλαργυρίας, μαρτυρεί ότι δεν είναι εξασφαλισμένη η συνεχής κοινωνία με τον Χριστό, αν ο άνθρωπος δεν θελήσει να παλέψει με τον εαυτό του, να αφήσει τον Χριστό να τον αγιάσει, ώστε να ζήσει την εμπειρία της δικής του πλέον μεταμορφώσεως σε ύπαρξη που από εικόνα Θεού ομοιώνεται με Αυτόν, όπως είναι ο αληθινός προορισμός μας.

Όμως εμείς χαρακτηριζόμαστε και είμαστε αμαρτωλοί, διότι ο νους μας παραμένει προσανατολισμένος στα του κόσμου τούτου, με αποτέλεσμα να μην αφήνουμε περιθώριο να δούμε την καρδιά μας πώς είναι, ποια πάθη την πολιορκούν, πόσο μας καθοδηγεί η υπερηφάνειά μας και η αίσθησή μας ότι η ζωή μάς ανήκει, ότι νόημα έχει όταν την ελέγχουμε, πόσο δεν μπορούμε να αντέξουμε τον άλλον διότι δεν είναι όπως τον θέλουμε, πόσο ο κοσμικός προσανατολισμός της ζωής μας γίνεται ο κύριος στόχος και ο Θεός μία γωνία, ένα περιθώριο. Το κυριότερο πάθος μας όμως παραμένει το ότι δεν θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε τον Θεό για να ευτυχήσουμε, ότι δεν μας νοιάζει η αγάπη, αλλά τα τρία «φ» αυτής της πραγματικότητας , η φιλαυτία, η φιληδονία, η φιλοδοξία, και ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε αυτά υποθάλπει ως κριτήρια νοηματοδότησης και σκοπού, ιδίως στους νεώτερους.

Η εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου λειτουργεί ως βάση αφύπνισης για όσους επιθυμούν να θυμηθούν τον τελικό σκοπό της ζωής. Είναι να λάμψει και σε μας το «φως το αΐδιον» του προσώπου του Κυρίου. Να γίνουμε φως. Να αλλάξουμε εντός μας και να καρδιοχτυπήσουμε με λαχτάρα για τον Θεό που έγινε άνθρωπος, διότι μας αγαπά. Για να μας συντροφέψει στον αγώνα προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Εκεί όπου κανένα σκοτάδι, ούτε παθών ούτε κακίας ούτε απόγνωσης δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Εκεί όπου όλοι συναντιόμαστε, αρχικά εν ψυχή και στο τέλος της Ιστορίας και με το σώμα μας, για να υπάρχουμε ως πρόσωπα φωτισμένα, αγιασμένα, ελεημένα, μεταμορφωμένα σε υπάρξεις που αγαπούν και χαίρονται.  

Η Εκκλησία είναι ο τρόπος, ο χώρος, ο χρόνος όπου ζούμε το Θαβώρειο φως. Βλέπουμε στις εικόνες των αγίων τα φωτοστέφανα. Βλέπουμε την ιλαρότητα του προσώπου τους, μέσα από μία γλυκύτητα, δοσμένη στη σοβαρότητα που απαιτείται ώστε ο άνθρωπος να νιώσει ότι η Μεταμόρφωση μας περιμένει, όταν έχουμε ξεκινήσει να παλεύουμε εναντίον της αμαρτίας του «εγώ και μόνο». Όταν αγαπούμε. Όταν χαιρόμαστε εκ της καρδίας μας. Όταν, τελικά, ζητούμε τον Χριστό, όχι για να Τον κρατήσουμε για μας, αλλά για να Τον μοιραστούμε με όλους, όπως έκαναν και οι μαθητές δίνοντας τη ζωή τους εν αγάπη. Ας γιορτάσουμε αγαπώντας, μετανοώντας, κατανοώντας ότι το φως της Μεταμόρφωσης είναι η αρχή και το τέλος του θεούμενου ανθρώπου. Δηλαδή, όλων μας, διότι γι’ αυτό πλαστήκαμε!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Αυγούστου 2026

           Της Μεταμορφώσεως

ΤΡΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

               

 Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «το να επιτηρεί κάποιος τον εαυτό του και να τον προσέχει και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής» (από το «Γεροντικό»)

                Η σχέση γονέων και παιδιών έχει να κάνει όχι μόνο με την αγάπη και την έγνοια που οι γονείς καλούνται να δείξουν προς τα παιδιά, αλλά και με βάση αυτό που ονομάζουμε σχέδιο ανατροφής. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς , αν έχουν κατασταλάξει σε τι στοχεύουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να καλλιεργηθούν, σε ποιο νόημα ζωής και σε ποιες βάσεις για προσωπική ταυτότητα  θα ήθελαν να τα βοηθήσουν να κατευθυνθούν, ώστε, με γνώμονα και την ελευθερία και τη δοκιμή στην ισχύ των αξιών με τις οποίες οι γονείς τα εμποτίζουν, τα παιδιά να παλέψουν να προχωρήσουν γόνιμα και δημιουργικά.

Κι ας μην ισχυριστεί κάποιος ότι τα παιδιά εκ φύσεως γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν. Στην πίστη μας θεωρούμε ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα» Θεού. Έχει εντός του στοιχεία που είναι χαρακτηριστικά τα Θεού, χωρίς να εξαντλούν την Αλήθεια των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και της σχέσης μεταξύ τους, όπως είναι η αγάπη, η ελευθερία, το λογικό, η συνείδηση, η δημιουργικότητα, το «άρχειν». Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με την κληρονομικότητα την οποία οι δύο γονείς παρέχουν, αλλά και με την αγωγή που βοηθά ή αφήνει χωρίς στηρίγματα το παιδί σε ένα περιβάλλον πολιτιστικό και κοινωνικό που διαδραματίζει μεγάλο ρόλο, οδηγούν το παιδί στο να διαμορφώσει την ταυτότητά του, αξιοποιώντας ή και διαστρέφοντας τα χαρακτηριστικά του «κατ’ εικόνα».

Η ασκητική παράδοση ζητά από τον άνθρωπο να έχει τρεις αρετές, που να γίνονται οδηγοί της ψυχής του. Είναι το να επιτηρεί τον εαυτό του, να έχει δηλαδή επίγνωση του τι σκέφτεται, τι πράττει, γιατί το πράττει, πού αποσκοπεί η ζωή του. Αυτό σημαίνει να μπορεί να έχει προσοχή στους λογισμούς του, ώστε να μη λυγίζει σε ό,τι τον οδηγεί στο κακό και την αμαρτία, δηλαδή στην ιδιοτέλεια, στη συνειδητή ή ασυνείδητη χρήση  του άλλου ως αντικειμένου, στον μονόλογο της αυτοδικαίωσης, αλλά να επιλέγει το καλό, την αγάπη, τον διάλογο, την από κοινού πορεία. Τέλος, η διάκριση, το να μπορεί δηλαδή να νιώθει μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις του και να ζητά βοήθεια, το να μην αφήνει τους άλλους να τον εκμεταλλεύονται, αλλά και το να βλέπουν μέχρι πού φτάνουν τα όρια των άλλων, είναι στοιχεία πολύτιμα για τη ζωή μας.

Αυτός είναι ο δρόμος, τον οποίο καλούμαστε να δείξουμε και στα παιδιά μας. Να παλεύουν να γνωρίζουν τον εαυτό τους. Να μπορούν να προσέχουν τις σκέψεις τους και να μην τις αφήνουν να γίνονται ιδιοτελείς, ώστε να γκρεμίζουν τη δυνατότητα της αγαπητικής σχέσης. Το να έχουν διάκριση, δηλαδή να μη θέλουν τα πάντα για τον εαυτό τους, αλλά να μοιράζονται. Αυτός ο δρόμος ξεκινά από τη σχέση του ζευγαριού και περνά στα παιδιά και στην ανατροφή τους. Είναι δρόμος που εξελίσσεται και θέλει υπομονή. Γεννά όμως προσωπικότητες, που έχουν τη βάση να αποφασίσουν για το νόημα της ζωής τους.

Αυτός ο δρόμος περνά μέσα  από ένα πνεύμα και ένα ήθος κοινότητας, σώματος που μοιράζεται και νοιάζεται. Είναι δηλαδή ο τρόπος της  Εκκλησίας, είτε της κατ’ οίκον είτε της σύνολης. Χρειάζεται τη βοήθεια ενός πνευματικού πατέρα. Κυρίως όμως την απόφαση του ζευγαριού να λειτουργήσει το ίδιο ως η κοινότητα που θα ήθελε για τα παιδιά του. Με μετάνοια και νέο ξεκίνημα, όπου και όποτε χρειάζεται. Για να είναι το παράδειγμα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Αυγούστου 2026