7/18/26

ΕΠΙ ΤΗΝ ΛΥΧΝΙΑΝ Η’ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ;


 «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5, 14-15).

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ πόλη, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω σὲ ἕνα βουνό. Οὔτε ἀνάβουν λυχνάρι καὶ τὸ τοποθετοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μόδι, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν λυχνοστάτη καὶ ἔτσι λάμπει σέ ὅλους, ποὺ βρίσκονται στὸ σπίτι». 

            Οι χριστιανοί σήμερα καλούμαστε άραγε να δώσουμε μαρτυρία στη δημόσια ζωή ή καλό είναι να λειτουργούμε σιωπηρά και ταπεινά; Υπάρχουν κάποιοι που έχουν θάρρος, δυναμισμό, θεωρούν ότι ο χριστιανός δεν είναι για να κρύβεται, αλλά για να ομολογεί με παρρησία την πίστη του σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής.

Αρκετοί έχουν μία ροπή προς το απόλυτο, με επιφύλαξη αν είναι προς τον Απόλυτο. Έχοντας βάλει σε προτεραιότητα την ηθική διάσταση της χριστιανικής μαρτυρίας, βλέπουν στον κόσμο την αμαρτία, το κακό, την κυριαρχία του διαβόλου, με αποτέλεσμα να έχουν μία επικριτική διάθεση για τους πάντες και τα πάντα. Θέλουν από την πολιτική να βλέπει τον κόσμο με τη χριστιανική ματιά, με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως είναι οι πολιτικοί ηγέτες των δύο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίοι αιματοκυλίζουν τον κόσμο για να επιβάλουν το καλό, που είναι το συμφέρον τους, και χρησιμοποιούν την χριστιανική πίστη ως άλλοθι και βοηθό στις επιδιώξεις τους. Επειδή επικαλούνται τη χριστιανική ιδιότητά τους, θεωρούν πως κάθε έργο τους είναι δικαιολογημένο, διότι ανήκουν στην πλευρά του «καλού».

Αρκετοί πάλι έχουν σχηματίσει στη νοοτροπία τους ένα δίπολο: «πίστη εναντίον κόσμου». Ο πιστός, αυτομάτως, είναι εναντίον του κόσμου, εναντίον της τεχνολογικής προόδου, ασχέτως αν τη χρησιμοποιεί, διαβλέπει κινδύνους απώλειας της προσωπικής ελευθερίας, μολονότι ελεύθερα εκφράζει τη γνώμη του. Ο πιστός θεωρεί τον εαυτό του ως αυθεντία, διότι η πίστη του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Δεν μπορεί να δει όμως ότι ο Χριστός δεν μας θέλει να είμαστε απόκοσμοι, δεν ζήτησε από τον Πατέρα του στην αρχιερατική Του προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή να μας πάρει από τον κόσμο, αλλά να μας προφυλάξει από τον πονηρό (Ιωάν. 17,15). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να καταργήσει τον κόσμο, την πορεία του, την πρόοδό του, δεν ήρθε καν να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιωάν. 12,47). Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πορεύεται με την πίστη του για να κρίνει και να κατακρίνει τον κόσμο, αλλά για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους ανθρώπους να βρούνε την οδό της σωτηρίας, της πίστης που γίνεται σχέση με τον Χριστό, που γίνεται αγάπη και ζωή, ανάσταση και αιωνιότητα.

Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από την επί του Όρους ομιλία που διαβάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα σε όσους Τον ακολουθούν: Είμαστε λυχνάρια που φωτίζουμε τον κόσμο; Είναι η ζωή μας και τα έργα μας τέτοια, που να δοξάζουν τον Θεό; Έχουμε αγάπη έμπρακτη; Έχουμε ταπεινότητα; Έχουμε πίστη σταθερή, διά της οποίας διακρίνουμε τον εαυτό μας από την αμαρτία, όχι για να περηφανευτούμε και να θεωρήσουμε ότι είμαστε αυθεντίες, αλλά διότι με χαρά πορευόμαστε την οδό του Χριστού, με χαρά αγαπάμε, με χαρά συγχωρούμε, με χαρά νιώθουμε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, νοιάζεται για τα ανθρώπινα, για να τα μεταμορφώσει και όχι να τα τσακίσει, με έπαρση και επίδειξη δύναμης; Κι όπου υπάρχει αίρεση, όπου υπάρχει παραχάραξη της αλήθειας του Ευαγγελίου, χαράζουμε τις «κόκκινες γραμμές», χωρίς όμως να επιδιδόμαστε σε κυνήγι μαγισσών ή επίδειξη ορθοφροσύνης;

Το λυχνάρι που κρύβεται κάτω από το μόδιο, κάτω από το κιούπι που χρησιμοποιούσαν ως μονάδα μέτρησης των σιτηρών ή του λαδιού, στην πραγματικότητα είναι ο χριστιανός ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς δόξαν Θεού. Είτε θεωρεί πως ό,τι είναι και ό,τι έχει είναι προς δική του δόξα είτε λειτουργεί φοβικά απέναντι στον κόσμο, μη καταθέτοντας την αλήθεια. Για να δώσουμε όμως μαρτυρία αληθείας, χρειάζεται να γνωρίζουμε την αλήθεια. Να θέλουμε τον Απόλυτο, που είναι ο Χριστός, όχι όμως για δικαιολόγηση των δικών μας συμφερόντων και ιδεών, αλλά για να δοξάσουν οι άνθρωποι τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς.

Θέλει τόλμη αυτός ο δρόμος. Θέλει υπέρβαση της φοβικότητας έναντι του κόσμου. Θέλει υπομονή, ταπεινότητα και σταθερότητα. Θέλει τον Χριστό να κατοικεί στις καρδιές μας. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Αν τη βιώνουμε είναι ένα δύσκολο θέμα. Διότι, τις περισσότερες φορές, τη φτιάχνουμε στα μέτρα μας, είτε της επιθετικότητας είτε του συμβιβασμού. Η αρετή μας εντός της Εκκλησίας είναι το μέτρο. Και το φως που βγάζει η καρδιά και η ζωή μας. Αυτόν τον τρόπο των Πατέρων μας ας ακολουθούμε.           

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουλίου 2026

Κυριακή των Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου

7/14/26

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ

 

                Στο συναξάρι του Αγίου Αθηνογένους, επισκόπου Πηδαχθόης, και των μαθητών του, την μνήμη των οποίων η Εκκλησία μας εορτάζει κάθε χρόνο στις 16 Ιουλίου, διαβάζουμε ένα παράδοξο γεγονός. Ο άγιος είχε μεγαλώσει στο μοναστήρι στο οποίο ζούσε ένα ελάφι. Όταν οι μαθητές του συνελήφθησαν από τους ειδωλολάτρες στα χρόνια του αυτοκράτορα Γαλερίου, το ελάφι ενημέρωσε τον άγιο με ανθρώπινη λαλιά για το γεγονός και του φίλησε τα πόδια. Ο άγιος παραδόθηκε στους άδικους κριτές και εκείνοι, αφού οδήγησαν τους μαθητές του στο μαρτύριο, είπαν με θρασύτητα προς τον Αθηνογένη: «πού είναι Χριστός σου; Γιατί δεν ήρθε να σώσει τους συντρόφους σου;». Ο άγιος προσευχήθηκε και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό. Ο Κύριος του ζήτησε να έχει θάρρος και Εκείνος θα ήταν ο φύλακάς του. Οι ειδωλολάτρες φοβήθηκαν πολύ και ζήτησαν να καταδικαστεί ο άγιος σε θάνατο. Εκείνος τους παρακάλεσε να τον θανατώσουν στο μοναστήρι. Τότε το ελάφι  ήρθε και τον υποδέχτηκε και ο άγιος το ευλόγησε ζητώντας από αυτό κάθε χρόνο να προσφέρει ένα ελαφόπουλο στη μνήμη του αγίου και των μαθητών του. Και πράγματι, έτσι γινόταν για πολλά χρόνια, όταν τελούνταν η θεία λειτουργία ανήμερα της εορτής. Ένα ελάφι έμπαινε στον ναό, μαζί με ένα ελαφάκι, το άφηνε και  έφευγε!

                Το θαυμαστό αυτό περιστατικό δείχνει την αγάπη του ανθρώπου του Θεού για τη φύση και τα ζώα. Δείχνει ότι η χριστιανική παράδοση μάς ζητά να αγαπούμε τα κτίσματα του Θεού, όχι όμως υπέρ τον Κτίσαντα, και εκείνα ανταποδίδουν αυτή την αγάπη στους αγίους. Στέκονται δίπλα τους. Στολίζουν τη ζωή τους. Μένουν πιστά σ’ αυτούς. Και κάνουν υπακοή στις προσταγές τους.

                Το περιστατικό του επισκόπου και του ελαφιού έρχεται να συναντήσει μία εποχή άκρατης ζωοφιλίας. Τα ζώα, ιδίως αυτά που οι άνθρωποι έχουν στο σπίτι τους, τους συντροφεύουν, κάνοντας τους κυρίους τους να αισθάνονται λιγότερη μοναξιά, ενώ, ιδίως τα μικρότερα παιδιά, μαθαίνουν την ευθύνη φροντίζοντας ένα ζώο. Εύκολα όμως η εποχή μας γίνεται υπερβολική. Επειδή τα ζώα δεν προδίδουν τον άνθρωπο, καθώς το μόνο που έχουν ανάγκη είναι η τροφή και η στοργή, ένας καλός λόγος, λίγο παιχνίδι, έχουμε φτάσει να τα ανεβάζουμε σε ανώτερη θέση σε σχέση με την αξία του ανθρώπου. Όμως κάτι τέτοιο δείχνει την αδυναμία μας να συνάψουμε σχέσεις άνθρωποι προς ανθρώπους, διότι οι δικές μας σχέσεις προϋποθέτουν ειλικρίνεια, υπέρβαση των αδυναμιών του χαρακτήρα, ανταπόκριση στις ανάγκες του άλλου, άνοιγμα της καρδιάς. Το ζώο δεν μπορείς να το παρεξηγήσεις ότι είναι αχάριστο, ούτε χρειάζεται να το συγχωρέσεις για κάτι. Τον άνθρωπό όμως καλείσαι να τον δεις  όπως είναι, να υπερβείς τον εαυτό σου κοντά του, να του δώσεις την αποκλειστικότητα που αισθάνεται ότι έχει ανάγκη, να νικήσεις τελικά τον ίδιο σου τον εαυτό, για να αντέξεις τα παράπονα, τις δυσκολίες, τις αδυναμίες του και να μην τον διώξεις ή τον απορρίψεις.   

                Το ελάφι στάθηκε δίπλα στον επίσκοπο, διότι το μεγάλωσε στο μοναστήρι. Συχνά, τα λίγα που χρειάζονται τα ζώα, τα οδηγούν ενστικτωδώς να έχουν ευγνωμοσύνη απέναντι στον άνθρωπο και πιστότητα. Οι άνθρωποι όμως, επειδή θεωρούμε τον εαυτό μας κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε σε θέση να μοιραστούμε, να πούμε ευχαριστώ, να υπομείνουμε. Ας διδαχθούμε λοιπόν από το συναξάρι του Αγίου Αθηνογένους και ας μαλακώσει η καρδιά μας, μη λησμονώντας ότι κάθε ζωντανή ύπαρξη είναι έργο Θεού, είτε διά λόγου, είτε διά ενεργείας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 15 Ιουλίου 2026

7/10/26

ΕΙΠΟΝ ΕΝ ΕΑΥΤΟΙΣ


“Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ” (Ματθ. 9, 3).
Τότε μερικοί ἀπό τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: «Μά αὐτός προσβάλλει τό Θεό». 

    Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια. Οι άνθρωποι δεν κρατμάμε για τον εαυτό μας τις σκέψεις μας, αλλά, αυτόματα, εκφράζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας είτε στις συνομιλίες μας με τους άλλους είτε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αυτό θεωρείται νίκη κατά της υποκρισίας, απόδειξη του αληθινού μας εαυτού, και, ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε μάς υπονομεύει, ότι η δημοκρατία η οποία μας περιβάλλει δεν είναι αυθεντική, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ εύκολο να πούμε αυτό που νιώθουμε, χωρίς να έχει συνέπειες, ακόμη κι αν ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας, της ευγένειας, του σεβασμού στον άλλο. Τα σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στις διάφορες διαδικτυακές ομάδες, αλλά και στις ειδήσεις που αναρτώνται στο Διαδίκτυο, μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Όσο ενοχλητικές, όσο αυθαίρετες, όσο καταστροφολογικές, όσο υβριστικές και συκοφαντικές κι αν είναι οι απόψεις, αν κάποιος τις καλύψει υπό το προσωπείο του ανώνυμου ή αν έχουν κάποια μικρή και μερική αλήθεια μέσα τους, περνάνε χωρίς συνέπειες, κάποτε αποθρασύνοντας τον εκφραστή τους, κάποτε οδηγώντας στον θρίαμβο ενός ανορθολογισμού που δεν έχει σχέση με το μυστήριο της πίστης.
    Όταν ο Χριστός στην Καπερναούμ βρίσκεται σε ένα σπίτι και διδάσκει, Του φέρνουν έναν παράλυτο άνθρωπο. Ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν να του δώσει την άφεση των αμαρτιών του. Οι γραμματείς, οι εγγυητές της πίστης των Ιουδαίων, καθώς γνώριζαν γράμματα και τον Μωσαϊκό νόμο και κατέγραφαν τις ερμηνείες τους, σκέφτονται μέσα τους ότι ο Χριστός προσβάλλει τον Θεό με το να λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες ενός ανθρώπου, ο οποίος εκ της ασθενείας του θεωρούνταν τιμωρημένος από τον Θεό ακριβώς διότι είχε αμαρτήσει. Μόνο ο Θεός, κατά τη γνώμη των γραμματέων, είχε το δικαίωμα να συγχωρέσει αμαρτίες, αλλά γι’ αυτούς ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Ο Κύριος όμως γνωρίζει τι σκέφτονται και, αφού τους το φανερώσει, θα αποδείξει ότι δεν γιατρεύει μόνο την πνευματική ασθένεια της αμαρτίας που ταλαιπωρεί τον κάθε άνθρωπο και τον παράλυτο, αλλά και γιατρεύει και το σώμα του ανθρώπου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να σηκωθεί, να πάρει στους ώμους το κρεβάτι της ασθενείας και να βαδίσει υγιής προς το σπίτι του. 
    Οι γραμματείς δεν αποκαλύπτουν τι σκέφτονται. Είναι υποκριτές. Δείχνουν όμως με τον τρόπο τους αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα σε κάθε άνθρωπο, είτε φανερώνει είτε όχι τις σκέψεις του. Ο νους και η καρδιά μας αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε. Αυτός που μιλά με αγάπη, δεν είναι από τυπικότητα, αλλά επειδή ζει για την αγάπη και με την αγάπη. Αυτός που καθυβρίζει, που διασύρει, που απορρίπτει, που θεωρεί ότι κατέχει την αλήθεια, στην πραγματικότητα είναι ασθενής ο ίδιος και επιχειρεί να επιβάλει την ασθένεια της αυτο-αυθεντίας στους άλλους. Και επειδή με τον θόρυβο και την πρόκληση νομίζει ότι θα πετύχει να δείξει ότι είναι σημαντικός και ότι έχει δίκιο, δεν διστάζει να εκφράσει το έλλειμμα της αγάπης, που συνδέεται με τον ανορθολογισμό. Η πειθώ θέλει επιχειρήματα, θέλει ευγένεια, θέλει να ακούς τον άλλον, θέλει να βλέπεις λίγο παραπέρα. Διότι τελικά οι γραμματείς, έχοντας τη βεβαιότητα της δικής τους αυθεντίας, δεν μπόρεσαν ούτε μετά το θαύμα της ίασης του παραλυτικού να κάνουν το βήμα να αποδεχτούν ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και όχι ένας άνθρωπος που καπηλεύεται και βλασφημεί το όνομα του Θεού.
    Στην εποχή μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, οικείους, ξένους, επώνυμους και άσημους, ας παλεύουμε να βγάζουμε λόγο αγάπης, λόγο πειθούς, λόγο ευγένειας, αρχοντιάς, ακόμη και στην κριτική μας.  Υποκρισία είναι να κατηγορείς τους άλλους ότι δεν κάνουν κάτι, που κι εσυ ο ίδιος δεν κάνεις. Να επικαλείσαι την τελειότητα, ενώ είσαι ατελής. Να ομνύεις ότι εσύ κατέχεις την αλήθεια του Θεού και να κατακρίνεις τους άλλους. Να μη νιώθεις ότι στη ζωή υπάρχει το “γίγνεσθαι” και ότι ο Θεός μιλά μέσω ανθρώπων και περιστάσεων που εσύ δεν βλέπεις, ακριβώς διότι έχεις αναγορεύσει τον εαυτό σου σε αυθεντία και θεωρείς, επειδή η εποχή μας σου έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση, ότι έχεις δύναμη ή εκτονώνεσαι μη ξεκινώντας από τη δική σου παραλυσία και ζητώντας από τον Θεό να σου τη γιατρέψει, αλλά βλέποντας μόνο την παραλυσία των άλλων. 
    Αν οι γραμματείς είχαν πόνο και αγάπη για τον παραλυτικό, δεν θα σκέφτονταν έτσι για τον Χριστό. Αν έχουμε πόνο και αγάπη για τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, θα βρούμε τον τρόπο να μιλήσουμε τη γλώσσα της αγάπης και της αλήθειας. Για να συμπορευτούμε στην οδό της Εκκλησίας, στην οδό της αφέσεως των αμαρτιών, στην οδό της πνευματικής ιάσεως, που, αν θέλει ο Χριστός, θα γίνει και σωματική.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
12 Ιουλίου 2026
Κυριακή ΣΤ’ Ματθαίου 


7/8/26

“ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΠΑΤΕΡ ΦΙΛΟΘΕΕ;- ο ψυχοθεραπευτής πατήρ Φιλόθεος Φάρος απαντά στη Βίκυ Φλέσσα”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 182, “ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΠΑΤΕΡ ΦΙΛΟΘΕΕ;- ο ψυχοθεραπευτής πατήρ Φιλόθεος Φάρος απαντά στη Βίκυ Φλέσσα”, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

    Ο π. Φιλόθεος Φάρος ήταν και παραμένει μία σπουδαία σύγχρονη ιερατική μορφή, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και την εν γένει Ορθοδοξία. Άνθρωπος με πάθος για την πίστη και την ιερατική αποστολή, δεν δίστασε να συγκρουστεί με την ποιμαίνουσα Εκκλησία, καταθέτοντας με ειλικρίνεια και λόγο συνδεδεμένο με την πατερική παράδοση και, ταυτόχρονα, που να αγγίζει τη σύγχρονη πραγματικότητα, τις επιστήμες ψυχικής υγείας, την ποιμαντική, την αναζήτηση νοήματος, προτάσεις που να μπορούν να αποτελέσουν βάση τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη η Εκκλησία να εργαστεί πάνω στο περιεχόμενο της αποστολής της, αλλά και πάνω στην ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να βρει περιεχόμενο αγάπης και σωτηρίας στη Θεολογία. 
    Ως συνήθως γίνεται, η ποιμαίνουσα Εκκλησία προσπέρασε τις προτάσεις και την κριτική του π. Φιλοθέου, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη είτε να απορρίψει το σκεπτικό του είτε να διορθώσει κακώς κείμενα. Η αντίληψη είναι πως ο χρόνος θα διαγράψει από τη μνήμη τον τολμητία. Αφού δεν χρειάζεται να αλλάξουμε το σύστημα, διότι είμαστε παιδιά του, ας προσπεράσουμε αυτόν που προτείνει, κάποτε προφητικά, έναν τρόπο για να βρούμε την ουσία της αποστολής μας. Οι συντηρητικοί τον θεώρησαν εκκοσμικευμένο. Οι πιο ανοιχτοί δύσκολο. Και επειδή ο π. Φιλόθεος πάλεψε στη ζωή του με έρωτα για την αλήθεια και αγάπη για τον άνθρωπο, δείχνοντας αυτό που εξακολουθεί να είναι σκάνδαλο για τους φοβικούς, ότι δεν είναι μόνο ο έρωτας για τον Θεό που σώζει, αλλά και ο έρωτας ως υπέρβαση της αποκλειστικότητας του “εγώ”, η συνάντηση με τον συνάνθρωπο στα πλαίσια της κοινότητας που είναι η Εκκλησία και η κοινωνία μεταξύ μας, ο άνθρωπος δηλαδή ως σχεσιακό ον, η βολεμένη και βολική προσέγγιση της πίστης θεώρησε πως αγνοώντας τον, κλείνει μαζί του τους λογαριασμούς. Όμως πάντοτε θα υπάρχουν οι άνθρωποι εκείνοι που θέλουν από την Εκκλησία να μην τους μεταθέτει σε έναν άλλο κόσμο, σε μιαν άλλη πραγματικότητα, αλλά να τους βοηθά να ζήσουν τον Χριστό ως αγάπη και αλήθεια και να αλλάξουν τη ζωή τους δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αισθάνονται ότι ο κόσμος, η πρόοδος, ο δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής έχει μεγάλες αδυναμίες και δεν είναι πανάκεια. Γι’ αυτό και ο λόγος του π. Φιλοθέου είναι διττός: τόσο προς το εσωτερικό της Εκκλησίας, πολεμώντας την αυτάρκεια, όσο και προς εκείνους που νιώθουν ότι η Εκκλησία δίνει ελπίδα και νόημα ζωής, πολεμώντας τον μηδενισμό.
    Σε ένα απολαυστικό βιβλίο ο π. Φιλόθεος Φάρος δίνει μία πολύ μεγάλη συνέντευξη αυτοβιογραφικού χαρακτήρα στη γνωστή δημοσιογράφο κ. Βίκυ Φλέσσα (εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), όπου απαντά στο μεγάλο ερώτημα τι είναι η ζωή. Η δημοσιογράφος, όπως έκανε στη σπουδαία εκπομπή της στην κρατική τηλεόραση ΣΤΑ ΑΚΡΑ, δεν διστάζει να οδηγήσει τον π. Φιλόθεο σε μία προσωπική, εκ βαθέων εξομολόγηση, σε όσα εκείνος νιώθει ότι θα μπορούσε να πει και με υποστηρικτικό βιβλικό υλικό δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη που αναζητεί απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του καιρού μας και όχι μόνο, να προβληματιστεί γόνιμα. 
    Ξεχωρίζουν τα κεφάλαια της συνέντευξης για τη χειρότερη αμαρτία που είναι η απόρριψη του άλλου, η αυτοβιογραφική αναφορά του π. Φιλοθέου στα παιδικά του χρόνια στην Τρούμπα του Πειραιά και στην Κατοχή, η ανάλυση του π. Φιλοθέου για τον καπιταλισμό και η σύνδεσή του διά του Μαξ Βέμπερ με τον προτεσταντισμό, η αναφορά στην μνησικακία της έφηβης Δύσης για την σοφή της μητέρα, την Ανατολή, για το burnout ως συνέπεια του υπαρξιακού κενού, η κριτική στους “Ψ”, όταν δεν είναι αληθινά σχεσιακοί, η αναφορά στον έρωτα των προσώπων και ο συσχετισμός του με τον Πλατωνικό λόγο, η σύγκριση του Παπαδιαμάντη με την Μέριλιν Μονρόε, η κριτική στον ταλιμπανισμό της αθεΐας,  ο προβληματισμός για την σχέση του επιστημονικού και βιβλικού λόγου, η προσδοκία της ανάστασης. 
    Όποιος έχει διαβάσει βιβλία του π. Φιλοθέου, αληθινά πρωτοποριακά, όπως για την μορφή και την παραμόρφωση της ιερωσύνης, την τριλογία που έγραψε μαζί με τον π Σταύρο Κοφινά (“Γάμος”, “Συζυγία”, “Γονείς και Παιδιά”), για τη φύση του έρωτα, για την αγάπη, τον καταπληκτικό “Διάλογο”, το “Πένθος”, θα βρει στη συνέντευξη με τη Βίκυ Φλέσσα μία επιτομή των λόγων και των σκέψεων του πρωτοπόρου ιερέα και ψυχοθεραπευτή. Όποιος δεν έχει διαβάσει βιβλία του θα προβληματιστεί γόνιμα για το είναι η Εκκλησία και τι κομίζει στον άνθρωπο του καιρού μας. Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον π. Φιλόθεο, διότι άνοιξε δρόμους, με μαχητικότητα και γνώση, με αγάπη και αυθεντικότητα, με πόνο για τον άνθρωπο και τον κόσμο και ειλικρίνεια, κυρίως όμως με μια πίστη όχι μιμητική, αλλά καρδιακή. Ευχαριστίες και στην κ. Φλέσσα, που μας έδωσε την ευκαιρία να διαβάσουμε και να προβληματιστούμε πάνω στον στοχασμό και την εμπειρία ενός εκ των κορυφαίων του καιρού μας. 
    Σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
8 Ιουλίου 2026

7/7/26

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ

               

 Μία από τις συνήθεις φράσεις που ακούνε τα παιδιά από τους γονείς τους είναι το «δεν έχω χρόνο». Από την μία η εργασία, η οποία ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, όχι μόνο τα χρονικά, αλλά και της έγνοιας γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται «ξεζουμισμένος», και από την άλλη ο φόβος για ποιότητα σχέσης που να ξεπερνά την αναγκαία συνοδοιπορία, η οποία εγκλωβίζεται στο να πάει ο γονιός το παιδί στο σχολείο, στο φροντιστήριο, σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, να γεμίσει τον χρόνο του, να αποκτήσει εφόδια, να μπορεί να έχει πιθανότητες να είναι πιο καλλιεργημένο στη ζωή του. Η σχέση όμως προϋποθέτει διάλογο, παιχνίδι, κοινές δράσεις, βούτηγμα του μεγάλου στα εκκολαπτόμενα σκοτάδια του μικρού, ώστε να προλάβει να τον βοηθήσει να τα αντιμετωπίσει. Προϋποθέτει προσανατολισμό αγάπης, η οποία κάνει τον μεγάλο να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, τις ανασφάλειες για το αν είναι καλός γονιός ή όχι και τι πρέπει να κάνει για να είναι το παιδί του ευχαριστημένο.

                Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.

                Δεν έχω χρόνο να σου μαγειρέψω, διότι θα πρέπει να μάθω να το κάνω. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω μαζί σου κάτι, διότι θα πρέπει να μάθω εγώ να διαβάζω. Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί σου, διότι μεγάλωσα χωρίς να παίζω ή το παιχνίδι με τρομάζει γιατί πρέπει να γίνω λίγο παιδί. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω, διότι το κήρυγμα είναι εύκολο, αλλά το να θυμηθώ πώς ήμουν όταν ήμουν παιδί ή έφηβος, πώς αισθανόμουν, τι με φόβιζε, αν δεν το έχω διαχειριστεί, αν δεν τα έχω βρει με τους δικούς μου γονείς, είναι ανηφόρα αβάσταχτη. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω για τον Θεό, διότι θα πρέπει να αποφασίσω αν πιστεύω ή όχι. Δεν έχω χρόνο να πάω εκκλησία, να γιορτάσω, να σου δείξω τη χαρά της παράδοσης, διότι θα πρέπει να υπερβώ τις δικές μου προκαταλήψεις, να δω ποια είναι η αλήθεια μου και ποια είναι η όντως Αλήθεια κι αυτό θέλει κόπο. Δεν έχω χρόνο να κρίνω τον κόσμο, την πολιτική, τις ιδέες, τα πρόσωπα, διότι θα πρέπει να ξαναδώ ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος είναι ο πολιτισμός στον οποίο ζω, αν υπάρχει νόημα υπέρβασης, εξόδου από το κακό, όραμα ζωής και όχι μόνο διαχείρισης, συνέπεια δικών μου λόγων και έργων. Έτσι, προτιμώ την εύκολη κριτική των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης,  την ισοπέδωση ή το βόλεμα.

                Αν βάζαμε όλοι μας λίγο τον χρόνο στη θέση του, δηλαδή στην ισορροπία, στην έγνοια της αγάπης, στην βεβαιότητα ότι ό,τι περνά δεν ξαναγυρίζει, ίσως θα βλέπαμε τα παιδιά μας ως τα πρόσωπα εκείνα που περιμένουν από εμάς να μοιραστούμε μαζί τους τα σωστά και τα λάθη μας, τις νίκες και τις αποτυχίες μας, την πίστη και την έγνοια. Και τότε, ακόμη κι αν δεν είχαμε χρόνο, θα δημιουργούσαμε. Τα πάντα, άλλωστε,  περνούν από τη διάθεση της καρδιάς. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026

7/4/26

ΠΡΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΑΙ ΗΜΑΣ

 
«Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ.  8, 29)

Καὶ μὲ κραυγὲς τοῦ ἔλεγαν· «Τί δουλειὰ ἔχεις ἐσὺ μ᾿ ἐμᾶς, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ῏Ηρθες ἐδῶ νὰ μᾶς βασανίσεις πρὶν τὴν ὥρα μας;» 

            Ένα από τα πιο συγκλονιστικά θαύματα του Ιησού είναι αυτό της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών. Οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν και βασάνιζαν. Ήταν ζωντανοί- νεκροί, καθώς κατοικούσαν στα μνήματα, ενώ οι δαίμονες είχαν αλλοιώσει την όψη του προσώπου τους κάνοντάς τους τόσο φρικτά άσχημους, ώστε κανείς να μην τολμά να περάσει μπροστά τους, κανείς να μη θέλει να τους ατενίσει. Κι όταν ο Χριστός τους θεραπεύει, διώχνοντας τα δαιμόνια από μέσα τους, εκείνα θα εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων και θα τη γκρεμίσουν στη  θάλασσα, δείχνοντας το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, ο οποίος δεν ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους, αλλά και όλη τη δημιουργία του Θεού.  Και θα συνεχίσει ο διάβολος να ταλαιπωρεί και τους υπόλοιπους κατοίκους των Γεργεσηνών, οι οποίοι θα αρνηθούν στον Χριστό να παραμείνει ανάμεσά τους, διότι ελέγχονται από τον Κύριο, αισθάνονται ότι ξεσκέπασε τη γύμνια της καρδιάς τους, την υποκριτική τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού νόμου, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά οι ίδιοι το πουλούσαν στους ειδωλολάτρες προς ίδιον όφελος, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν την καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, ζώντας οι ίδιοι την κόλαση των δαιμονισμένων.  

            Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση των δύο δαιμονισμένων προς τον Χριστό, όταν ο Κύριος τους πλησιάζει. «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς», του λένε. « Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας». Ποια είναι η κανονική ώρα της βασάνου; Είναι η κόλαση, είναι ο αιώνιος θάνατος τον οποίο βιώνει ο άνθρωπος που δεν αγαπά Θεό και ανθρώπους, ο άνθρωπος που αρνείται τον προορισμό του, να είναι δηλαδή εικόνα Θεού και να έχει πλαστεί για να μοιάσει στον Θεό. Ο άνθρωπος τότε θα βιώνει την κατάσταση των δαιμονισμένων, αλλά και των Γεργεσηνών. Θα είναι ακοινώνητος. Φριχτός για τους άλλους, που δεν θα θέλει να τους βλέπει και ούτε εκείνοι να τον βλέπουν. Δεν θα θέλει ίχνος Θεού, ίχνος καλού στη ζωή του, αλλά θα έχει για θεό τον εαυτό του, το συμφέρον του, τον τρόπο του, θα νιώθει την παρουσία του Θεού και θα αρνείται να ανοίξει τα μάτια του σ’ Αυτόν. Και ό,τι ξεκινήσει ψυχικά , μετά τον θάνατο, θα επεκταθεί και σωματικά, μετά την Ανάσταση των νεκρών, τη Δευτέρα Παρουσία.

            Ζούμε σε έναν καιρό στον οποίο αισθανόμαστε ότι η παρουσία του Χριστού βασανίζει τον κόσμο. Του υπενθυμίζει την ειρήνη και τη συμφιλίωση, ενώ ο κόσμος θέλει την εξουσία και τη βία για να πετύχει το σκοπό του. Του υπενθυμίζει την κοινωνία της σχέσης και της αγάπης, ενώ ο κόσμος θέλει τη χρήση του άλλου και της κτίσης για να είναι ευχαριστημένος. Του υπενθυμίζει το μέτρο και την ασκητικότητα, ενώ ο κόσμος θέλει την άνεση και την πολυτέλεια. Του υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει συνέχεια μετά τον θάνατο εν αγάπη, ενώ ο κόσμος επιλέγει το μηδέν, για να ζήσει καλά εδώ, με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Του υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο τρόπος της Εκκλησίας που είναι ο τρόπος της αγάπης, της εξόδου από την αποκλειστικότητα του εγώ, της υπέρβασης του ιδίου θελήματος και του μοιράσματος, ενώ ο κόσμος ζητά τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το εγώ, το δίκιο, το δικαίωμα. Γι’ αυτό ο κόσμος βασανίζεται πρόωρα. Όποιος πιστεύει στον Χριστό περνά σταυρούς, αλλά δεν είναι μόνος. Και μέσα από τη σχέση με τον Χριστό παίρνει ζωή και αλλάζει ζωή. Αυτή είναι η καινούργια αρχή που μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή και να αφήσουμε το πνεύμα και τον τρόπο του κακού στη άκρη, καθιστάμενοι εν Χριστώ νέοι, καινούργιοι άνθρωποι, με ελπίδα και στο τώρα και στην αιωνιότητα.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε’ Ματθαίου

 

 

6/30/26

Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ

                Η σπουδαία ιατρός και επιδημιολόγος της διατροφής κ. Αντωνία Τριχοπούλου λέει για τις ημέρες μας: «Οι νέοι εγκαταλείπουν τη μεσογειακή διατροφή. Εγκαταλείπουν το κρασί και πηγαίνουν στα σκληρά ποτά, εγκαταλείπουν τα αφεψήματα και πηγαίνουν στα τσάγια και παίρνουν πολλά συμπληρώματα που δεν τα έχουν ανάγκη» (περιοδικό «Γαστρονόμος»). Τα λόγια της δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μία διατροφική πραγματικότητα εντυπωσιασμού, τυποποίησης, μιμητικότητας, έχοντας εγκαταλείψει τη διατροφική μας παράδοση, η οποία δεν έγκειται μόνο στο είδος της τροφής που τρώμε, αλλά έχει να κάνει με τη συντροφικότητα, το τραπέζι, την κοινωνικότητα, το «να μοιράζεσαι ψωμί» με τον άλλον, να συζητάς, να ασχοληθείς και με την τροφή, αλλά και τους ανθρώπους που είσαι μαζί τους.

                Ζούμε στην εποχή του ντελίβερι. Ακόμα και τον καφέ μας βαριόμαστε να τον φτιάξουμε μόνοι μας και προτιμούμε να τον αγοράσουμε ή να τον παραγγείλουμε. Δεν είναι ότι μας λείπει ο χρόνος. Είναι ότι επιζητούμε το έτοιμο και όχι τον κόπο. Είναι ότι δεν δίνουμε σημασία στο να προετοιμάσουμε με αγάπη αυτό που θα το απολαύσουμε όσο είναι δυνατόν, αλλά προτιμούμε να ξοδέψουμε χωρίς να νιώθουμε την αξία της χαράς τού να δημιουργείς.

                Δεν είναι θέμα νοστιμιάς. Είναι θέμα αγάπης. Φτιάχνοντας φαγητά, γίνεσαι καλύτερος μάγειρας. Αλλά για να φτιάξεις, πρέπει να νιώσεις την ανάγκη να μοιραστείς. Να προσφέρεις. Να κατανοήσεις ότι δεν είναι χάσιμο χρόνου το να ασχοληθείς με το φαγητό, αλλά ξόδι καρδιάς κι αγάπης από μέσα σου, για να δείξεις σε όσους νιώθεις οικείους ότι τους δίνεις κάτι από σένα. Κι έτσι, έχουμε ξεχάσει και το «ευχαριστώ». Συχνά λέω στους μαθητές μου: «μη σκεφτείτε αν και πόσο νόστιμο ήταν το φαγητό που φάγατε από τη μητέρα ή τη γιαγιά ή τον πατέρα σας. Σκεφτείτε ότι σας αγαπούν και σας μαγείρεψαν. Πείτε τους ευχαριστώ και φάτε, έστω και λίγο, για να τους τιμήσετε». Ας μην αναρωτιόμαστε για τους  ανικανοποίητους νέους των καιρών μας. Όταν το ντελίβερι είναι κανόνας, όταν το έτοιμο τυποποιημένο φαγητό βγαίνει από την κατάψυξη, ίσα για να ξεγελαστεί η πείνα, όταν το τραπέζι δεν στρώνεται και δεν είναι γιορτή, όταν τα κινητά παραμένουν ανοιχτά, τότε πώς να εκτιμήσουν τη φύση, τον άνθρωπο, τον κόπο, το ίχνος της ψυχής που κατατίθεται στο φαγητό; Πώς να εκτιμήσουν μετά κάτι δημιουργημένο με αγάπη, όταν τα έχουν όλα έτοιμα, όμως απρόσωπα;

                Η ελληνική γη παραμένει πλούσια. Τα λαχανικά, τα φρούτα, τα κτηνοτροφικά προϊόντα της μπορούν να γεμίσουν το τραπέζι μας. Η μοντερνιά των καιρών μας θέλει να τρώμε «γκουρμέ», να πίνουμε ξένα ποτά, να προσέχουμε τη σιλουέτα μας σε βαθμό ανορεξίας, να επιζητούμε το εξεζητημένο. Όπου βάζουμε τον χαρακτήρα της γης και της παράδοσής μας στη διατροφή, μαμάδες και μπαμπάδες, γιαγιάδες και παππούδες, τότε διαπιστώνουμε ότι τα φαγητά μένουν στη μνήμη των παιδιών. Δεν είναι η γεύση μόνο, είναι το πρόσωπο που τα ετοιμάζει, με την αγάπη του. Αν το ψάξουμε λίγο, θα βρούμε υπέροχα ελληνικά προϊόντα, νόστιμα, υγιεινά, που χωρίς υπερβολές ομορφαίνουν τη διατροφή μας, αλλά και γίνονται αφορμή να την κάνουμε γιορτή.

                Ας το συνδυάσουμε με την ευχαριστία στον Θεό για τα όσα μας χαρίζει, αλλά και με την ομορφιά της παρέας. Η οικογένεια πρέπει να κάθεται γύρω από το κοινό τραπέζι. Για να ξαναβρεί τη χαρά της συνύπαρξης, της προσφοράς, της αγάπης που…τρώγεται! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Ιουλίου 2026

 

Η φωτογραφία είναι του φίλου Βασίλη Μαλισιόβα