5/27/20

ΟΤΑΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΠΟ ΨΗΛΑ


                Υπάρχουν γιορτές στην παράδοση της πίστης μας που περνούν γρήγορα. Για παράδειγμα, η Ανάληψη του Χριστού για τους πολλούς είναι η επιστροφή του Χριστού στον ουρανό, το ότι μας αφήνει πλέον μόνους μας να διαχειριστούμε τα όσα μας έδωσε, το Ευαγγέλιο, την ζωή της Εκκλησίας, την πίστη. Και κοιτώντας ψηλά αναρωτιόμαστε συχνά γιατί δεν ξανακατεβαίνει για να ρυθμίσει τις ζωές μας, γιατί μας δίνει την εντύπωση και ότι μας έχει ξεχάσει, αλλά και ότι και ο Ίδιος αναμένει την Δευτέρα Παρουσία Του για να δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα του θανάτου, στο πρόβλημα του κακού, στην ανθρώπινη αλλά και του κόσμου δυστυχία. Η Ανάληψη συνδέεται με την επιστροφή στο «Πάτερ ημών»  και το «Δι’ ευχών»  ως προσευχή, με το τέλος του «Χριστός Ανέστη», αλλά και σε μια, κατά βάθος, μελαγχολία, ότι η χαρά της Ανάστασης περατώθηκε και επιστρέφουμε στην πραγματικότητα στην οποία δεσπόζει η μοναξιά.
                Ας δοκιμάσουμε όμως να μην κοιτούμε προς τα ψηλά, αλλά, όπως λέει το τραγούδι, «όταν κοιτάς από ψηλά». Ας μη λησμονούμε ότι ο Χριστός ανέλαβε την φύση μας και την ανέβασε ψηλά, φέροντάς την ενωμένη με την θεϊκή του και βάζοντας τον άνθρωπο δίπλα στον Θεό. Όταν λοιπόν κατανοήσουμε ότι η προοπτική μας δεν πρέπει να είναι το να κοιτάμε ψηλά, αλλά από ψηλά, τότε και η γιορτή θα λάβει το αληθινό της περιεχόμενο, αλλά και η πορεία μας στον κόσμο θα γίνει αλλιώτικη!
Κοιτώ από ψηλά δεν σημαίνει κοιτώ με υπερηφάνεια και  αλαζονεία. Σημαίνει ότι δεν εξαντλώ τον εαυτό μου στα όσα μπορώ να δω στρέφοντας το βλέμμα γύρω από τον εαυτό μου, αλλά βλέπω με μάτια και νου απλωμένα. Βλέπω παραπέρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάνω τον άλλο αδελφό μου. Νοιάζομαι με την προσευχή και την αγάπη να δω τι τον αναπαύει. Δεν περιορίζομαι σε όσους με αγαπούν, αλλά ανοίγομαι σε όλους. Δεν κλείνομαι σε μια ταυτότητα που μου λέει ότι το παν δεν είναι ο εαυτός μου, αλλά ο εαυτός μου που προσφέρεται.  Κοιτάζω από ψηλά σημαίνει είμαι έτοιμος να τρέξω για να μοιραστώ αυτό ή Αυτόν που μου δίνει νόημα. Σημαίνει ότι δεν νικιέμαι από την μικρότητα ενός ήθους που χωρίζει, αλλά προχωρώ στον τρόπο που ενώνει. Με γενναιοδωρία και αρχοντιά. Με ετοιμότητα για συγχώρεση. Διότι Αυτός είναι ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε. Ο ίλεως. Ο συγχωρητικός. Ο πρόθυμος. Ο υπομονετικός. Και μαζί Του κι εγώ.
Κοιτώ από ψηλά σημαίνει ότι βλέπω τα σημαντικά και όχι τα ασήμαντα. Ακόμη κι ό,τι μας πληγώνει, καταλαβαίνουμε ότι πορεύεται στο πρόσκαιρο και αυτό θα το καταπιεί. Η μοναδικότητα όμως του προσώπου μας μένει. Η αξία της αγάπης μένει. Η απόφαση να παλέψουμε εναντίον του κακού μας κάνει να αλλάζουμε και μαζί μας να αλλάζουν κι άλλοι. Και το σημαντικότερο όλων είναι η συντροφιά του Χριστού στην ζωή μας. Ψηλά είναι Εκείνος. Και κοιτώντας από ψηλά, κοιτάμε μαζί Του. Κι Εκείνος, κι όταν ζαλιζόμαστε από τις λύπες, τους πειρασμούς, κάποτε και τον κακό και φοβικό εαυτό μας,  γίνεται το στήριγμα και μας συγκρατεί από την πτώση.
Ας δοκιμάσουμε στην καθημερινότητα, στις σχέσεις μας με τους άλλους, στις όποιες έγνοιές μας να κοιτάξουμε ταπεινά από ψηλά. Για να ανεβούμε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 27 Μαΐου 2020

5/22/20

ΠΟΛΛΑΣ ΕΠΙΘΕΝΤΕΣ ΑΥΤΟΙΣ ΠΛΗΓΑΣ ΕΒΑΛΟΝ ΕΙΣ ΦΥΛΑΚΗΝ




«Πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγάς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς» (Πράξ. 16, 23)

«Τους έδωσαν πολλά χτυπήματα και μετά τους έβαλαν στη φυλακή κι έδωσαν εντολή στον δεσμοφύλακα να τους φυλάει ασφαλισμένους καλά».

            Η ζωή του χριστιανού εξ αρχής είναι συνδεδεμένη με την αμφισβήτηση. Δεν είναι μόνο ότι η πίστη στον Χριστό γεννά έναν τρόπο ζωής που δεν ευχαριστεί τον κόσμο, καθώς κύριες πτυχές αυτού του τρόπου είναι η άρνηση της εξουσίας του εγώ, η ασκητικότητα, κυρίως η αγάπη που κάνει τον άνθρωπο να μην αντιδρά με τον συνηθισμένο τρόπο της συμφεροντολογίας, της εκδίκησης, της έγνοιας για πλουτισμό, αλλά να προσφέρει και να προσφέρεται, ενώ η πίστη στην αιωνιότητα και την ανάσταση , δηλαδή η αφοβία για τον θάνατο γεννά απορίες. Πώς σε μία πραγματικότητα στην οποία ο θάνατος είναι ο μέγιστος εχθρός, διότι είναι ο μεγάλος άγνωστος, έρχονται άνθρωποι οι οποίοι αδιαφορούν γι’ αυτόν, επικαλούμενοι την εμπιστοσύνη σε έναν Θεό νικητή του θανάτου, ο Οποίος περιμένει όλους σε μια κοινωνία αγάπης και φωτός, σε μια κοινωνία στη οποία οι κοινωνικές, ταξικές και άλλες ιδιότητες δεν έχουν καμία σημασία, αλλά το μόνο που μετρά είναι η αγάπη; Δεν είναι ενοχλητική μια τέτοια ελευθερία από το ήθος του κόσμου; Γι’ αυτό και ουδέποτε, ακόμη και στις πιο ευνοϊκές για την θέση των χριστιανών ιστορικές περιόδους, η αμφισβήτηση δεν θα σταματήσει.
            Στην ολοκλήρωση της αναστάσιμης περιόδου η Εκκλησία μας υπενθυμίζει το πέρασμα του αποστόλου Παύλου, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του απόστολο Σίλα, βρίσκονται στους Φιλίππους, την σημερινή Καβάλα της Μακεδονίας. Έχουν ήδη διδάξει και, κυρίως, έχουν στερήσει από τα αφεντικά της μία κοπέλα που είχε καταληφθεί από το δαιμόνιο της μαντείας και τους εξασφάλιζε πολλά χρήματα ως μάντισσα, μέντιουμ εκείνης της εποχής. Έθιξαν συμφέροντα με την αλήθεια και την δύναμη του Θεού, η οποία όμως δεν αποσκοπούσε στο να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να πιστέψουν, αλλά να διακρίνουν την αλήθεια, πέρα από τα συμφέροντα, την εκμετάλλευση και τον θάνατο. Και η απάντηση των ανθρώπων ήταν η απόρριψη του εμφανούς θαύματος, η παράδοση των αποστόλων στις αρχές με την κατηγορία ότι είναι Ιουδαίοι και έρχονται να φέρουν καινούργια έθιμα στην ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα οι απόστολοι να υποστούν πολλά χτυπήματα, να φάνε πολύ ξύλο και να φυλακιστούν, για να δικαστούν και να οδηγηθούν πιθανότητα στο μαρτύριο, εάν άγγελος Κυρίου δεν τους έβγαζε από την φυλακή, δείχνοντας την δύναμη του Θεού.
            «Πληγάς επιθέντες». Ο λόγος του Χριστού ότι αν Εκείνον τον εδίωξαν και όσους Τον ακολουθήσουν θα τους διώξουν έχει ισχύ στους αποστόλους, αλλά και σε κάθε χριστιανό, όπως και στους καιρούς μας. Μπορεί αρκετοί εξ ημών και επίσημα χείλη να λένε ότι η Εκκλησία δεν υφίσταται διωγμό. Δεν θέλουν, για λόγους αβρότητας ή για να μην προκαλούν ή για να μην διασπάσουν μια επιφανειακή ενότητα, παραθεωρώντας ότι ο Χριστός δεν ήρθε για να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα στην κοσμική νοοτροπία, να παραδεχτούν ότι οι πιστοί υφίστανται πληγές στους καιρούς μας. Η κυριότερη πληγή είναι η άρνηση της Ανάστασης του Χριστού. Η άρνηση δηλαδή της πραγματικής Του φύσης, που είναι η Θεανθρώπινη. Από κει ξεκινούν όλα. Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, όσο σπουδαίος κι αν είναι αυτός, όλα όσα μας έχει αφήσει είναι γήινα, χωμάτινα, συμβολικά. Γιατί να μην αμφισβητηθεί τότε η θεία κοινωνία; Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, τότε μπορούμε να μετατρέψουμε την πίστη σε θρησκεία, χρήσιμη ως ένα μεταφυσικό όραμα ή ως μια κοινωνική ανακούφιση στους πάσχοντες και μη έχοντες, όχι όμως ως σωτηρία και αιώνια ζωή. Με μια ιδέα ξεμπερδεύεις εύκολα, αντιτάσσοντας μιαν άλλη, που μπορεί να είναι πιο ελκυστική, αφού τα πάντα είναι θέμα αριθμών, θέμα οπαδών. Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, τότε δεν χρειάζεται η ασκητικότητα, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, το μέτρο όχι ως φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά ως υπακοή σε εντολές και την ίδια στιγμή ως κάθαρση καρδιάς για να δεχτούμε εντός μας Αυτόν που αγαπούμε, ο Οποίος υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει!
            «Πληγάς επιθέντες». Κάθε εποχή οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, που δεν Τον αποδέχονται ως Θεάνθρωπο, αρνούνται το θαύμα. Βλέπουν μπροστά στα μάτια τους την δύναμη που ο Θεάνθρωπος δίνει στους αγίους Του. Την σοφία. Την αγάπη. Την αντοχή. Την θυσία είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως για χάρη Του. Και ενώ βλέπουν, δεν βλέπουν. Και ενώ ακούνε, δεν ακούνε. τυφλωμένοι από το «εγώ» τους, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, δεν έχουν ούτε την καλοπροαίρετη στάση να μείνουν με σεβασμό μπροστά σε ό,τι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν λογικά, αλλά απορρίπτουν με την ειρωνεία, την επιθετικότητα, την κακία κάποτε, τον πόνο γι ’αυτούς  όσων αγαπούν, όσων προσεύχονται, όσων θα ήθελαν να έλθουν σε επίγνωση αληθείας και να σωθούν. Είναι χαρακτηριστικές οι εικόνες από τα συναξάρια των αγίων κάθε εποχής. Μπροστά στο μαρτύριο οι άγιοι να προσεύχονται και για τους διώκτες τους κι εκείνοι ασυγκίνητοι να παρακολουθούν τα μαρτύρια και να επιμένουν αμετανόητοι. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πληγή για τους χριστιανούς. Οι άνθρωποι να αρνούνται την αγάπη, είτε διαστρέφοντας το περιεχόμενό της, είτε προσπερνώντας την επιδεικτικά είτε θεωρώντας την επικίνδυνη.
            «Πληγάς επιθέντες». Η άρνηση της πορείας της Εκκλησίας, η ταύτισή της με συμφέροντα και με την ηγεσία της, ο φόβος για την κρίση  της αμαρτίας από τον λόγο του Θεού, ο φόβος για τον έλεγχο της συνειδήσεως κάνει τους ανθρώπους να αρνούνται την Εκκλησία ως σώμα Χριστού, ως κοινότητα ανθρώπων που θέλουν να κοινωνούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, να έχουν κοινή πορεία, να ακούνε το Ευαγγέλιο, να κάνουν υπομονή και να θέλουν να αντέχουν, να μετανοούν για τα λάθη τους. Ο κόσμος έχει προτεραιότητα τον εαυτό και τους λίγους οικείους. Η Εκκλησία είναι κοινότητα ανθρώπων που καταθέτουν στο όνομα της αγάπης το εγώ τους σε ένα «Εμείς» αγιότητας και ανάστασης, εμπιστοσύνης στον Θεό και όχι στους ανθρώπους, ενώ, την ίδια στιγμή, διασώζουν ένα πολιτισμό μακραίωνο ο οποίος δεν θα υπήρχε χωρίς τον Χριστό. Η Εκκλησία δίνει ταυτότητα στους ανθρώπους. Εισάγοντας και ευνοώντας άλλες ταυτότητες, δεν χρειάζεται η επίσημη κήρυξη διωγμού. Χτίζεις καινούργιο οικοδόμημα, εξομοιώνεις το καινούργιο με το παλιό, καθιστάς το καινούργιο ελκυστικό διότι απευθύνεται στις επιθυμίες, στην ευχαρίστηση, στο χτίσιμο πλειοψηφίας, στην ολιγοπιστία δηλαδή, αφαιρείς από τους ανθρώπους την παρηγοριά της ανάστασης και αφήνεις τον οίκο του Θεού έρημο.  
            Η αμφισβήτηση της πίστης είναι στοιχείο απαρχής! Η πίστη στην Ανάσταση, αλλά και η αίσθηση ότι η Εκκλησία ουδέποτε θα πάψει να είναι καινή κτίσις, το καινούργιο της αγάπης, της ελπίδας, της υπέρβασης κάθε μικρότητας είναι ο λόγος που θα συνεχίσει να μας εμπνέει και να μας οδηγεί στον Χριστό. Σημάδι του καινούργιου είναι η μετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία. Στο μυστήριο των μυστηρίων, στο θαύμα των θαυμάτων, το οποίο γίνεται Χριστός, τα πάντα τοις πάσι. Στην συνάντηση των προσώπων. Στην προσευχή και την ψαλμωδία, όπως στην φυλακή των Φιλίππων. Και τα δεσμά θα πέφτουν, οι πληγές θα θεραπεύονται και η ελευθερία της ανάστασης και της αγάπης θα δίδεται!
Χριστός Ανέστη!

Κέρκυρα, 24 Μαΐου 2020
Του Τυφλού

5/20/20

ΑΓΑΠΑΣ ΜΕ ΖΗΛΟ;



            Ένα από τα ερωτήματα που συχνά οι άνθρωποι θέτουμε στις σχέσεις μας με τους άλλους είναι αν η αγάπη είναι με ζήλο, με θέρμη, με αφοσίωση. Αφοσίωση σημαίνει νους και ζωή να είναι προσανατολισμένα στον άλλο. Ο άλλος να είναι η προτεραιότητά μας, ο παράδεισός μας. Από αυτόν να ξεκινά η ζωή μας και σ’ αυτόν να καταλήγει. Ακόμη κι αν ο χαρακτήρας του έχει ψεγάδια, ακόμη κι αν μας δυσκολεύει, επιλογή μας είναι η αγάπη μέχρι τέλους ή όσο αντέξουμε. Όμως δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη σ’  αυτόν τον δρόμο. Ο ζήλος για τον άλλο γίνεται απόφαση που υλοποιείται και φτάνουμε την σχέση στο σημείο της λατρείας.
                Γιατί αυτός ο δρόμος είναι πιο εύκολος σε σχέση με τα παιδιά μας και λιγότερο διαρκής σε σχέση με τον/την αγαπημένο/η; Μία πρόχειρη απάντηση είναι ότι από τα παιδιά μας δεν περιμένουμε τίποτα. Η σχέση μας στηρίζεται στην κυριαρχικότητα που γίνεται  προσφορά. Ο αδύναμος έχει ανάγκη τον ισχυρό και ο ισχυρός αισθάνεται καλά να νιώθει την εξάρτηση από το πρόσωπό του. Αυτή η εξάρτηση συχνά γίνεται άρνηση να δει ο ισχυρός ότι ο αδύναμος μεγαλώνει, αρχίζει να ζητά την ελευθερία του, βρίσκει ταυτότητα εξόδου από την κυριαρχικότητα. Αυτό συμβαίνει στην εφηβεία κατά πρώτον, αλλά και όταν το παιδί μας αποφασίζει να χτίσει σχέσεις που καθιστούν τον γονιό όχι προτεραιότητα, αν και κατά βάθος η σκιά του παραμένει ζωντανή μέσα στην καρδιά και τη ψυχή του παιδιού. Όσο κι αν το παιδί απωθεί το ερώτημα, το «τι θα έλεγε ο γονιός μου;», φανερώς ή αφανώς ζητά απάντηση. Κι αν τόσο το παιδί, όσο κι ο γονιός δεν έχουν οριοθετήσει ξανά τα στοιχεία της σχέσης τους που σίγουρα δεν μπορεί να κινούνται στη λογική της συνεξάρτησης, αλλά στη λογική της ελεύθερης επιλογής να συνυπάρχουν εκεί που χρειάζεται και να κινούνται αυτόνομα αντίστοιχα, η αγάπη, ενώ θεωρείται δεδομένη, δεν λειτουργεί στην προοπτική του ζήλου και τα παράπονα εμφανίζονται αμφίπλευρα.
                Ο ομφάλιος λώρος κόβεται κατά τη γέννηση του παιδιού. Όμως το συνοδεύει ουσιαστικά καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Το παιδί δεν έλαβε μόνο την τροφή και την αυξητικότητα στην κοιλιά της μάνας του. Και από τους δύο γονείς έχει λάβει στοιχεία που θα αποκαλύψουν τον χαρακτήρα του, έχει λάβει τις ιδέες, τις παραδόσεις, τις αξίες που πηγάζουν από τις γενεαλογίες των γονιών του, ενώ ένα είδος κοινωνικού και πνευματικού λώρου θα το συνδέει για πάντα με το σπίτι, με αιχμή του δόρατος τα συναισθήματα. Πάνω σ’  αυτά χτίζει. Η προσωπικότητά του παίζει ρόλο για το αν η αγάπη συνοδεύεται από την ελευθερία και η αφοσίωση δε γίνει υποχρέωση.
                Αντίστοιχα, συμβαίνει  και στην σχέση μας με τον Θεό. Ο Θεός, λέει η Γραφή, είναι ζηλωτής. Αυτό δεν σημαίνει κατ’  ανάγκην ότι θέλει αποκλειστικότητα από τον άνθρωπο. Του αρκεί και μια χαραμάδα στην καρδιά μας για να δώσει το φως της αγάπης. Ο Ίδιος όμως αγαπά με αφοσίωση, μέχρι σταυρού, τον καθένα μας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον εμείς χτίζουμε προσωπικότητα που πιστεύει και ανταποκρίνεται στην αγάπη αυτή. Που λατρεύει με εμπιστοσύνη.  Ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος λειτουργεί στο επίπεδο του συμβολικού. Ο Θεός είναι μία ιδέα ή μια μεταφυσική προοπτική και όχι Πρόσωπο που καλεί σε σχέση. Ας αναρωτηθούμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαΐου 2020

5/16/20

Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ





«Ἑξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας. Ὅς παραγενόμενος καί ἰδών τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καί παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ» (Πράξ. 11, 22-23)
«Η εκκλησία των Ιεροσολύμων έστειλε τον Βαρνάβα να πάει στην Αντιόχεια. Αυτός, όταν έφτασε εκεί και είδε το έργο της χάριτος του Θεού, χάρηκε και τους συμβούλευε όλους να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο με όλη τους την καρδιά»


            Μία φράση με λεπτές αποχρώσεις καταγράφει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Ο απόστολος Βαρνάβας αποστέλλεται στην εκκλησία της Αντιόχειας, εκεί όπου οι χριστιανοί αρχίζουν να αυξάνουν και ως προς τον αριθμό και ως προς τον ζήλο, σε μια πόλη που θα μπορούσε κάποιος να την χαρακτηρίσει με σημερινούς όρους ως το Παρίσι της Ανατολής. Δεν ήταν μόνο ο πλούτος. Ήταν το πολιτιστικό επίπεδο, η αρχοντιά και η παιδεία, ένα αίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, που την ξεχωρίζει, μια πόλη αριστοκρατική η οποία αρχίζει να νιώθει στα σπλάχνα της τον σπόρο του χριστιανισμού να καρποφορεί. Ο Βαρνάβας συμβουλεύει όλους «τῇ προθέσει τῆς καρδίας» να παραμένουν αφοσιωμένοι στον Χριστό.
«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Δεν είναι μόνο ο ζήλος, η αφοσίωση της καρδιάς που γίνεται ζητούμενο σε μία πίστη, σ’ ένα έργο, σε έναν αγώνα, σε μία σχέση. Είναι και η πρόθεση της  καρδιάς. Ο σκοπός της. Το μικρό ίχνος από το οποίο ξεκινά η γέννα του συναισθήματος, της ιδέας, της επιθυμίας, της απόφασης. Είναι το αφανές, που κάποτε δεν το συνειδητοποιούμε ούτε οι ίδιοι ότι μας ωθεί να σκεφτούμε, να επιθυμήσουμε, να πράξουμε. Είναι το κατά βάθος μας. Και είναι τόσο σημαντικό. Η πρόθεση της καρδιάς είναι η αλήθεια μας. Είναι ό,τι μας παροτρύνει. Συνήθως σκεπάζουμε αυτή την αφετηρία. Την ωραιοποιούμε, τη βαφτίζουμε, την ταυτίζουμε με άλλες προθέσεις. Θέλουμε το καλό του άλλου, θέλουμε το καλό το δικό μας. Συχνά κρύβεται η ιδιοτέλεια, η οποία είναι η πρώτη σκέψη μας. Ο εγκλωβισμός στο ατομικό καλό, το οποίο προηγείται. Κάποτε κρύβεται η επιβίωσή μας. Κάποτε η δόξα μας. Και μεταμορφώνεται η ιδιοτέλεια σε έγνοια για το σύνολο, σε μία «δήθεν» νοοτροπία. Και γίνεται στάση ζωής, με την οποία προσπαθούμε να ξεγελάσουμε τόσο τον εαυτό μας όσο, κυρίως, τους άλλους ότι έχουμε καλές προθέσεις. Τι και ποιον αγαπούμε; Εκεί είναι η απάντηση της καρδιάς.
 «Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Η πρώτη-πρώτη σκέψη μας αποτυπώνει τον χαρακτήρα μας. Το ποιοι είμαστε. Την παιδεία μας. Κάποτε τις φιλοδοξίες μας. Το αν η αγάπη είναι το κίνητρό μας. Είναι αποτύπωση της ελευθερίας μας έναντι του Θεού και έναντι του κόσμου και του πλησίον. Είναι η επιλογή του καλού ή του κακού. Είναι η πρόταξη του εγώ, μιας απαίτησης αυτόφωτου και άρνησης της αγάπης του Θεού που γίνεται για μας ετεροκαθορισμός. Είναι η ποιότητα της συνείδησής μας. Είναι το νόημα ζωής που έχουμε. Κι αυτό υφίσταται εξ άκρας συλλήψεως. Από τα γονίδια μας, αλλά και από τον τρόπο  που ο ομφάλιος λώρος μας μάς ταΐζει τροφή και νοήματα, συναισθήματα και ήχους, αξίες και όνειρα. Είναι η μάνα και ο πατέρας μας που μας αφήνουν το στίγμα τους. Αλλά είναι και το τι θα προσθέσουμε. Πώς θα διαμορφώσουμε σταδιακά αυτό το ίχνος της καρδιάς μας. Αν αρχίσουμε να ακούμε το τραγούδι του Θεού εντός μας και κάνουμε τη βούλησή μας, το θέλημά μας όχι «γνωμικό», αλλά «φυσικό». Γνωμικό είναι το θέλημα στο οποίο το εγώ προΐσταται. Φυσικό είναι το θέλημα στο οποίο η αγάπη που μας εμφύτευσε ο Θεός κάνει το εγώ να σέβεται, να παραμερίζει ως προτεραιότητα, να οικειοποιείται, να χαίρεται.
«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Την διαμορφώνουν τα πάθη μας. Ό,τι ριζώνει στην καρδιά μας και γίνεται ιδιοτέλεια. Γίνεται συμφέρον. Γίνεται φιλοδοξία. Φιλαυτία. Φιληδονία. Γίνεται επιβίωση και φόβος για τον πλησίον. Γίνεται αίσθημα μηδενισμού της ύπαρξης μετά θάνατον και απόφαση ότι επειδή «μια ζωή την έχουμε», πρέπει εδώ και τώρα» όλα να γίνουν δικά μας. Και τότε η γνώμη γίνεται η μόνη αλήθεια. Και η φυσική μας στροφή προς τον Θεό, το θέλημά Του που είναι εγγεγραμμένο στις καρδιές μας, παύει να έχει αξία, διότι το ταυτίζουμε με την απουσία της ευχαρίστησης. Ενώ η σχέση με τον Θεό, κάποτε σταυρωμένη, κάποτε αναστημένη, είναι πεπληρωμένη χαράς, εμείς απαιτούμε το άμεσο, το στιγμιαίο, το δεδομένο της σκέψης και της επιθυμίας μας. Δεν αφήνουμε τον χρόνο στην εμπιστοσύνη της πίστης, αλλά τα θέλουμε δικά μας όλα, να τα ελέγχουμε και να τα διαμορφώνουμε. Δεν είναι το πρόβλημα το να αγωνιζόμαστε για ό,τι ονειρευόμαστε. Είναι η απαίτηση ότι όλοι μας χρωστούνε, ακόμη κι ο Θεός ο ίδιος,  και ότι ο κόσμος πλάστηκε μόνο για μας. Το ίδιο και οι άλλοι.
«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Είναι μυστήριο η καρδιά. Ό,τι ο κόσμος δεν θέλει να αποδεχτεί ως τρόπο ύπαρξης. Το μυστήριο υπερβαίνει την εκλογίκευσή του. Την αισθησιοκρατία. Τις αποδείξεις. Θα αρκούσε ο σεβασμός στην εμπειρία της συγχώρησης, στην άρνηση της δικαίωσης που πολλοί άνθρωποι έχουν επιδείξει στους αιώνες. Ο σεβασμός στην απόφαση για νηστεία. Για αφιέρωση στον Θεό και υπέρβαση της σάρκας. Ο σεβασμός στην ελευθερία. Στην αγάπη που δεν λογαριάζει συμφέρον. Όλα αυτά τα βιώματα της χριστιανικής πίστης, τα βιώματα των Αγίων αποκαλύπτουν προθέσεις καρδιάς που παλεύει να μη νικηθεί από τη εγωτική ιδιοτέλεια. Από τον πειρασμό είτε του πονηρού είτε των άλλων που σπρώχνουν στα πάθη ως ευχαρίστηση. Αποκαλύπτουν καρδιές που προτίμησαν να παραιτηθούν και από την ίδια την ζωή, αποδεχόμενες το μαρτύριο, τόσο του αίματος όσο και της συνειδήσεως, για να μας αφήσουν παρακαταθήκη το Ευαγγέλιο της αγάπης και της αλήθειας. Και μία ελευθερία που γίνεται μακαρισμός. Από τις καθημερινές σχέσεις, από το λίγο έως το παν.
«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Σε έναν κόσμο που βλέπει μόνο το προφανές, ας παλέψουμε να δούμε το ίχνος του αληθινού εαυτού μας στην καρδιά μας. Τον θησαυρό μας. Και αν θέλουμε να πιστεύουμε, ας διαλέξουμε την προσμονή του Χριστού με όλες μας τις δυνάμεις. Μπορεί να είναι κάποτε φτωχές και ανεπαρκείς. Εκείνος όμως στηρίζει τους ταπεινούς. Τους έχοντας την ελπίδα στο πρόσωπό Του. Αυτούς που μέσα στην Εκκλησία γνωρίζουν να αντέχουν και παρακαλούν γι’ αυτά που δεν μπορούν. Κάποτε για όλα, διότι νιώθουμε την ανεπάρκειά μας.
Κύριε, δος μας το ίχνος της καρδιάς μας να ξεκινά από αγάπη για Σένα, για τον άλλον. Να ξεκινά από την πίστη στην Ανάσταση.  Και κάθε σκέψη, έργο, συναίσθημα, επιθυμία να αγιάζονται με την προσμονή Σου!

Χριστός Ανέστη!

Κέρκυρα, 17 Μαΐου 2020
Της Σαμαρείτιδος

5/13/20

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΣΤΑΣΙΩΣΗ: ΑΝΑΓΚΗ Η’ ΕΠΙΛΟΓΗ;


       Είναι βιαστική κρίση το να ισχυριστεί κάποιος ότι θα ζούμε για πολύ χρόνο τον πολιτισμό της κοινωνικής «αποστασίωσης» (social distancing) εξαιτίας του κορωνοϊού; Ότι ένα βασικό στοιχείο ων ανθρώπινων επαφών που είναι το άγγιγμα, το φιλί, η αγκαλιά, η διαχυτικότητα, η εκφραστικότητα διά του σώματος έχει τεθεί στην απαγόρευση εξαιτίας του φόβου της μετάδοσης της ασθένειας; Ακόμη και η ερωτική επαφή ή και το φλερτ μεταξύ δύο ανθρώπων θα πρέπει να τεθεί στον βωμό της απόστασης. Είναι ένας έμμεσος τρόπος με τον οποίο θα ξαναβρούμε ψήγματα της παλαιάς ηθικής; Μονογαμικότητα ή πιστότητα στον ερωτικό σύντροφο, ανάγκη να ξαναχτίσουμε σχέσεις με βάση τον λόγο  και όχι την σωματική λαγνεία, φόβος για παρέα, για έξοδο, για πλησίασμα, φόβος για την πληρότητα της αγάπης που είναι σωματοψυχική θα μπορούσαν να είναι πρώτες αναγνώσεις. Ένας βιαστικός ιεροκήρυκας θα έλεγε ότι ο Θεός μας τιμώρησε για την απόλυτη ελευθεριότητα. Ένας άλλος πάλι θα έλεγε ότι η μετάνοια ξεκινά από την σεμνότητα και από την σταθερότητα. Δεν κινδυνεύουν από τον ιό όσοι υπάρχουν στα πλαίσια του γάμου.
         Είναι αρκετή αυτή η θεώρηση; Θα έπρεπε να μας κάνει να επιχαίρουμε οι ηθικολογούντες ή να γυρίσουμε σε έναν παλιό ρομαντισμό;
       Υπάρχει μια μεγάλη αρχή στην πνευματική μας ζωή:  ότι τα πάθη που είναι ριζωμένα στην καρδιά του ανθρώπου, που καταλαμβάνουν την ψυχή του, δεν καλύπτονται από συγκυριακές κρίσεις. Βρίσκουν άλλον τρόπο να εκφραστούν. Και ο πολιτισμός μας αποθεώνει τα πάθη του ανθρώπου, με αφετηρία τον εγωκεντρισμό και στόχο την απόλαυση ως δικαίωμα που πρέπει να εκπληρωθεί με κάθε τρόπο. Η φιληδονία δεν νικιέται από την απραξία του σώματος ή από την απόσταση. Η φιληδονία ξεκινά από την καρδιά και φυτρώνει ως όραση, ως η λαγνεία του βλέμματος. Η όραση συνδυάζεται με τον νου και ο νους θα βρει ευκαιρίες να καταστήσει τη επιθυμία πράξη. Η εικονική πραγματικότητα είναι στηριγμένη στην πορνογραφία. Και η επιθυμία γεννά τόλμη, υπερήφανη καρδιά, η οποία θα αξιοποιήσει κάθε τι ώστε να απολαύσει.
        Μήπως η καραντίνα κατάφερε να νικήσει την ταύτισή μας με προτάσεις απόλαυσης που δεν μπορούν να είναι η βάση για γνήσια επικοινωνία; Ταραχές προκλήθηκαν αμέσως μετά την λήξη της όταν πλήθος νέων ανθρώπων συνωστίστηκε για να πάρει ένα ποτό, για να συμμετάσχει σε αυτοσχέδια πάρτι. Φάνηκε έτσι ότι η κανονικότητα στην οποία επανερχόμαστε δεν θα αλλάξει τις συνήθειές μας. Ότι το μείζον του ανθρώπου που είναι η αναζήτηση της αγάπης δεν μπορεί να μπει στον νου και την καρδιά εντός ενός πολιτισμού που κερδίζει από τις συνήθειες.  
     Η κοινωνική αποστασίωση της κρίσης έρχεται ως ένα ακούσιο επιστέγασμα μιας καθημερινότητας κλεισμένης στον ατομικισμό μας. Άνθρωποι συγκεντρωμένοι στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο κινητό. Άνθρωποι που βλέπουν τον πλησίον ως αντικείμενο χρήσης για την δική τους απόλαυση. Άνθρωποι που διασκεδάζουν μαζικά, που βαριούνται να διαβάσουν, να μιλήσουν, να δούνε την μοναξιά του διπλανού τους φοβούνται και το ελάχιστο. Το χαμόγελο. Το άγγιγμα. Την χαρά της κοινότητας.
        Όλα ατομικά. Ακόμη και η προσευχή. Πειστήκαμε ότι είναι ανάγκη να γίνει έτσι για να ζήσουμε. Είναι στο χέρι μας η ανάγκη να μη γίνει επιλογή. Η αγάπη να νικήσει τον φόβο. Να χτίσουμε σχέσεις ασφάλειας, χωρίς αμαρτία. Αλλά και να κρατήσουμε καρδιές ανοιχτές!
               
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2020

5/9/20

ΘΑΥΜΑ, ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ (ΑΝΑΣΤΗΘΙ ΚΑΙ ΣΤΡΩΣΟΝ ΣΕΑΥΤΩ)



«Καί εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος: Αἰνέα, ἰᾶται σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός. Ἀνάστηθι καί στρῶσον σεαυτῷ. Καί εὐθέως ἀνέστη. Καί εἶδον αὐτόν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καί Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπί τόν Κύριον» (Πράξ. 9, 34-35)
«Ο Πέτρος του είπε: Αινέα, σε γιατρεύει ο Ιησούς Χριστός. Σήκω και στρώσε το κρεβάτι σου. Κι αυτός αμέσως σηκώθηκε. Όλοι όσοι κατοικούσαν στη Λύδδα καί στο Σάρωνα τον είδαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους».

           
            Γιατί οι άνθρωποι ζητάμε θαύματα στη ζωή μας για να πιστέψουμε; Είναι μόνο η επίδραση της λογικής που μας κάνει να αμφισβητούμε αυτό που κατά βάθος γνωρίζουμε ότι είναι αληθινό, δηλαδή η παρουσία του Θεού, η πίεση που το περιβάλλον μάς προκαλεί, ιδίως αυτοί που εμπιστευόμαστε και μας επηρεάζουν ή ένα αίσθημα ότι πρέπει να ζήσουμε κι εμείς την εμπειρία της απόδειξης και δεν μας αρκεί η εμπειρία όσων ανά τους αιώνες έζησαν το θαύμα της πίστης είτε εξ αρχής όντας κοντά στον Χριστό είτε ως συνεχιστές τους;
            Στην αναστάσιμη περίοδο διαβάζουμε αποσπάσματα από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Σε ένα από αυτά, ο απόστολος Πέτρος ανασταίνει δύο ανθρώπους: τον ένα από την υποχρεωτική επί οκτώ χρόνια παράλυση που έκανε το κρεβάτι του ένα είδος τάφου,  και τον άλλον, μια γυναίκα που έκανε πολλές αγαθοεργίες στους χριστιανούς της Ιόππης, και που πέθανε από κάποια ξαφνική ασθένεια. Η μία ανάσταση ήταν από την ασθένεια. Η άλλη από τον θάνατο. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι που έζησαν το θαύμα ανταποκρίθηκαν σ’ αυτό και δέχτηκαν τον Χριστό ως Κύριό τους. Πίστεψαν δηλαδή. Δεν ήταν μόνο το μέγεθος του θαύματος. Ήταν το γεγονός ότι αυτός που έκανε το θαύμα δεν το έκανε με την δική του δύναμη, αλλά διά της δικής του πίστης στον Χριστό. Δεν πίστεψαν στον Πέτρο, αλλά στον Χριστό διά του Πέτρου. Ἐζησαν την εμπειρία  το θαύμα που έγινε στους συνανθρώπους τους να τους αγγίξει και τους ίδιους. Κατενόησαν όμως πως η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνο στην εμπειρία, αλλά στο πρόσωπο που αποκαλύπτεται δι’ αυτής: τον Ιησού Χριστό ως Θεό. Και τα δύο θαύματα αυξάνουν τον αριθμό των ανθρώπων που μετέχουν πλέον στην εκκλησιαστική κοινότητα. Δεν είναι ενέργειες ενός θαυματοποιού που καλεί σε δόξα του εαυτού του. Είναι ενέργειες εκείνου που έχει ζήσει τον Θεό και μεταδίδει και διά του λόγου και διά του θαύματος την εμπειρία της κοινωνίας μαζί του.
            Τρία λοιπόν είναι ουσιαστικά τα θαύματα που αποτυπώνονται. Το ένα της υγείας. Το άλλο της ζωής. Το τρίτο της κοινωνίας. Η υγεία είναι πολύτιμη για τον άνθρωπο. Ο κλονισμός ή η απουσία της είναι μεγάλη δοκιμασία. Ωστόσο η ύπαρξη υγείας αλλά και η ασθένεια κρύβουν μέσα τους μία ελπίδα. Αυτή της διατήρησης ή της αλλαγής. Ότι η υγεία θα διατηρηθεί ή ότι θα επανέλθει, είτε διά της ιατρικής, είτε διά της κράσης του ανθρώπου είτε δια του θαύματος. Ο άρρωστος διατηρεί μέσα του την ελπίδα ότι θα ξαναγίνει υγιής. Ο θάνατος όμως συνεπάγεται την απώλεια κάθε ελπίδας. Όχι μόνο ο κεκοιμημένος αλλά και οι δικοί του άνθρωποι μπροστά στον θάνατο αισθάνονται εντελώς ανίσχυροι και παύουν πλέον να ελπίζουν, εφόσον ο θάνατος είναι ένα γεγονός που δεν έχει επιστροφή.
Ο Πέτρος, με τα δύο θαύματα που κάνει στο όνομα του Χριστού, αποκαθιστά την ελπίδα ως δώρο του Θεού. Δίνει στον Αινέα την αποκατάσταση της υγείας του, εκπληρώνοντας αυτό που ήλπιζε, ακόμη κι αν δεν φαινόταν εφικτό. Τον κάνει να σηκώνεται και να στρώνει το κρεβάτι του. Να βάζει ουσιαστικά σε σειρά τον ίδιο του τον εαυτό, αφού ξαναβρίσκει την ελπίδα ότι ο Θεός υπάρχει και δεν τον ξέχασε. Και όχι μόνο την στιγμή εκείνη. Σε όποια δοκιμασία της ζωής του εφεξής θα νιώθει τον Θεό παρόντα. Δίνει στην Ταβιθά την ζωή και σε όσους την αγαπούσαν την χαρά η ελπίδα  να ξαναβρίσκει θέση στη ζωή τους. Διότι η ανάσταση της Ταβιθάς είναι σημείο ότι ο θάνατος τελικά δε κυριεύει την ζωή μας, αλλά η πίστη τον νικά, είτε με την ανάσταση του θαύματος είτε με την ανάσταση των νεκρών.
            Το τρίτο θαύμα είναι αυτό της κοινωνίας των προσώπων, που βιώνεται στην Εκκλησία. Κι ο Αινέας και η Ταβιθά είναι μέλη της τοπικής Εκκλησίας και τα θαύματα βιώνονται από όλους τους υπόλοιπους πιστούς. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, είναι η κοινωνία αυτών που ελπίζουν, αλλά και αυτών που πιστεύουν. Ελπίζουν στον Χριστό ως Νικητή του θανάτου ότι θα μας δώσει αυτό που μας λείπει στην παρουσία ζωή, στην καθημερινότητά μας, άλλοτε την υγεία, άλλοτε την πρόοδο, άλλοτε την δύναμη να αντέξουμε τις δοκιμασίες. Πιστεύουν στον Χριστό ότι τον τελικό λόγο τον έχει Εκείνος και όσοι Τον ακολουθούν, ακόμη και για τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.
            Η Εκκλησία δεν είναι σώμα θεωρητικολογούντων. Είναι σώμα που ελπίζει, πιστεύει και κοινωνεί. Και τα τρία θαύματα έχουν να κάνουν με τον Χριστό. Όσοι δεν ζούνε αυτά τα σημεία δεν μπορούν να κατανοήσουν την χάρη που λαμβάνουμε όσοι είμαστε εντός του σώματος του Χριστού με την καρδιά μας.  Και αυτό το σώμα χτίζει άλλον τρόπο θέασης των ανθρώπινων σχέσεων. δεν είναι η ζωή, η καθημερινότητα, οι στόχοι και τα όνειρα του κόσμου τούτου που μας φέρνουν τον έναν δίπλα στον άλλον. Είναι η παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας. Όσοι συζητούν για τα μυστήρια της Εκκλησίας, για τον τρόπο που η Εκκλησία δρα, αν δεν έχουν την πίστη που γίνεται σχέση με τον Χριστό, δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί θέλουμε να είμαστε υγιείς πνευματικά πρώτα, γιατί ελπίζουμε στον Χριστό, γιατί κοινωνούμε ο ένας με τον άλλον και με τον Χριστό. «Έρχου και ίδε» μας καλεί η πίστη μας, ιδίως αυτό το διάστημα. Και η εμπειρία μάς αναπαύει όταν το εγώ μας δεν απαιτεί, αλλά συγκαταβαίνει και αφήνεται στο θαύμα του Χριστού. Όταν ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Όταν είμαστε αποφασισμένοι να συμμαζέψουμε τον εαυτό μας! Όταν νιώσουμε ότι ο Χριστός μας λείπει και Τον αναζητήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις!
            Χριστός Ανέστη!

Κέρκυρα, 10 Μαΐου 2020
Του Παραλύτου

5/6/20

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ


                Μέσα στους προβληματισμούς που γεννήθηκαν το διάστημα του «Μένουμε σπίτι» είναι και αυτός των ορίων της υπακοής. Ο Σωκράτης μάς διδάσκει ότι οι νόμοι πρέπει να τηρούνται, ακόμη κι αν είναι άδικοι. Υπάρχει όμως και ο προβληματισμός για το αν πρέπει να υπακούμε σε νόμους που θέτουν εν αμφιβόλω την σχέση μας με τον Χριστό, την Εκκλησία, την πίστη. Κι εδώ φτάσαμε σε οριακές καταστάσεις. Ακούσαμε την ρήση του Οικουμενικού Πατριάρχη ότι δεν κινδυνεύει η πίστη, αλλά η υγεία και η ζωή των πιστών. Νιώσαμε όλοι μας το βαθύ κενό στις καρδιές μας να μην μπορούμε να προσκυνήσουμε τον Εσταυρωμένο, τον Επιτάφιο, να λάβουμε το άγιο φως. Κυρίως όμως στερηθήκαμε την θεία κοινωνία, την ζωή μας, η μετοχή στην οποία γίνεται καθ’ υπακοήν στον λόγο του Χριστού και στην εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής.
Μέχρι πού λοιπόν έπρεπε να φτάνει η υπακοή μας; Είναι εγωισμός να θέλουμε να κοινωνήσουμε; Το γεγονός ότι η θεία κοινωνία είναι σημείο μετοχής στο σώμα του Χριστού, άρα γεγονός εκκλησιαστικό, καταργεί την ατομικότητα, την δίψα του ανθρώπου να ζήσει τον Χριστό όχι μόνο ως μέλος του σώματος της Εκκλησίας, αλλά και ως πρόσωπο; 
Γνωρίζουμε ότι η Ανάσταση θα είναι καθολική, αλλά και προσωπική. Δεν θα είμαστε ίδιοι οι άνθρωποι μεταξύ μας, αλλά ο καθένας θα είναι αναγνωρίσιμος. Θα έχουμε κοινά στοιχεία, όπως οι άγιοι που απεικονίζονται με το φωτοστέφανο, αλλά  ο καθένας μας θα κρατά στοιχεία της ταυτότητάς του, διότι η βασιλεία του Θεού είναι η κατεξοχήν κοινωνία της αγάπης των ανθρώπων με τον Τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Αναστάντος Χριστού και μεταξύ τους ως προσώπων.
     Επομένως το να ζητά κάποιος να κοινωνήσει δεν είναι εγωισμός, αλλά σημείο προσωπικής πείνας και δίψας για τον Θεό. Το να υπακούει όμως στην Εκκλησία και να υπομένει την στέρηση κι αυτό είναι σπουδαίο, διότι δείχνει ότι εντάσσει τον εαυτό του στο σώμα του Χριστού και προτιμά να περιμένει γιατί αγαπά. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει είναι κατά πόσον αυτή η αναμονή έπρεπε να επιβληθεί κι εκεί αναφύεται το ζήτημα των ορίων της υπακοής.
      Στην Εκκλησία υπάρχει το πρόσωπο του επισκόπου. Σε ζητήματα δογματικά, όπως και κανονικού περιεχομένου, η Εκκλησία έχει πάρει με τις Οικουμενικές Συνόδους τις αποφάσεις που  ισχύουν για όλους. Σε ζητήματα όμως διαχείρισης της ζωής μας, όταν άπτονται της μετοχής μας στο σώμα του Χριστού, αρμόδιος για κάθε Επισκοπή είναι ο επίσκοπός της. Οι άγευστοι της πίστεως θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν από μόνοι τους σε τι κάνουν υπακοή και σε τι όχι. Αυτοί, συνήθως, θεωρούν τον επίσκοπο ως έναν εκφραστή κατεστημένου θεσμού, προερχόμενου από άλλες εποχές, τον κατακρίνουν και δεν τον εμπιστεύονται. Όσοι όμως πιστεύουν στον Θεό και στον τρόπο που υπάρχει η Εκκλησία, έχουν τον επίσκοπο ως σημείο αναφοράς. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνούμε με όλες τις θέσεις του για την καθημερινότητα της Εκκλησίας. Καλούμαστε όμως να τον εμπιστευόμαστε και να υπακούμε γιατί νιώθουμε ότι έχει φώτιση εξ Αγίου Πνεύματος, το οποίο ενεργεί και στον έσχατο επίσκοπο.
                Η κρίση έδειξε έναν φόβο της ποιμαίνουσας Εκκλησίας να εμπιστευθεί στο ζήτημα της μετάδοσης της θείας κοινωνίας τους επισκόπους της. Η απολυτότητα όμως δεν λύνει, αλλά γεννά προβλήματα. Καιρός για έναν άλλο διάλογο!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 6 Μαΐου 2020