5/21/26

ΑΔΥΝΑΜΕΣ ΨΥΧΕΣ

                Ο κόσμος μας δείχνει ότι, αφήνοντας στην άκρη τον Θεό και την πίστη, έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στα επιτεύγματά του, στην ανάλυση και στις προτάσεις των επιστημών ψυχικής υγείας, στην αποδοχή ότι είναι εφικτές η θετική ενέργεια και η ισορροπία στη ζωή χωρίς να χρειάζεται να επενδύσουμε στο μεταφυσικό. Κι όμως! Διαπιστώνουμε πολλούς, και νέους και μεγάλους, που οι ψυχές τους είναι αδύναμες. Μπορεί να λειτουργούν όλα στη ζωή σχετικά ή και πολύ καλά. Να είναι όλα ρυθμισμένα και τακτοποιημένα. Όταν έρχεται όμως μια ματαίωση, κάποτε και ο φόβος ότι αυτή είναι πιθανόν να συμβεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, τότε ο άνθρωπος νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του, αγχώνεται, αδυνατεί να διαχειριστεί τον λογισμό του και, συχνά, καταρρέει. Παραιτείται έτσι κι από την ίδια τη ζωή, ρίχνοντας την ψυχή του σε κατάθλιψη και αβεβαιότητα, ενώ μια μόνιμη γκρίνια τον διακατέχει.

Οι ειδικοί σήμερα κάνουν έντονα λόγο για την ανάγκη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Να αντέξει ο άνθρωπος τις δυσκολίες, πραγματικές ή πιθανές, να προσαρμοστεί, να επανακάμψει στις ήττες του είναι το μότο των καιρών μας. Θέλει κόπο αυτός ο δρόμος. Θέλει αυτογνωσία και πίστη. Θέλει στήριξη από το περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν κατανοεί τι συμβαίνει, αφού ούτε και ο άνθρωπος που κλονίζεται δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ρίζες των προβλημάτων του, γιατί επενδύει σε στόχους που δεν είναι βέβαιο ότι τον εκφράζουν αληθινά, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες ή τους γύρω του. Κυρίως όμως θέλει ταυτότητα κατακτημένη και όχι διαμορφωμένη από τον έξω κόσμο, από τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις επιδράσεις του μεταμοντέρνου τρόπου ζωής, που μας κάνει να θεωρούμε ευτυχισμένο μόνο τον  κατά τον κόσμο επιτυχημένο, κυρίως αυτόν που έχει χρήματα και αναγνώριση, ακόμη κι αν η συνείδησή του δεν είναι αναπαυμένη.

Μία από τις κρίσεις που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει η επαγγελματική εξουθένωση, το burn out, που είναι, κυρίως, ψυχική εξουθένωση. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κρατήσει την εργασία, την αμοιβή, την καταξίωση, κάνοντας όλο και περισσότερα, χωρίς να σκέπτεται ότι έχει ανάγκη να έχει μέτρο και όρια, αλλά και αισθανόμενος   μια βαθιά ψυχολογική πίεση από τον ανταγωνισμό των καιρών μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Νιώθουν το άγχος μπροστά στον φόβο της αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαχειριστούν ούτε τον κόπο ούτε την πιθανότητα της ήττας, που όμως δεν είναι το τέλος.

Αδύναμες ψυχές βρίσκουμε στους καιρούς μας. Νικημένες από τη δύναμη του χρόνου, που μοιάζει να μας κάνει να  θέλουμε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας χωρίς ρίσκο, κάποτε και με λιγότερο κόπο. Νικημένες από την απουσία στηριγμάτων όπως η πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του, η υπομονή και η επιμονή, η απόφαση να μην είναι ό,τι μας προβάλλεται ως ανάγκη ή δρόμος η επιλογή μας, αλλά αυτό που αληθινά μας ταιριάζει. Νικημένες κάποτε και από την αδυναμία της οικογένειας να συζητήσει και να στηρίξει, αλλά και από έναν κόσμο που παραπλανά για το νόημα της ζωής, γεμίζοντας απογοήτευση αυτόν που μοιάζει ηττημένος.

Ψυχική ανθεκτικότητα έχει αυτός που πιστεύει. Αυτός που ζει τον Θεό, παλεύει να μοιραστεί την αγάπη, να νικήσει το πάθος της δόξας για τη δόξα,  να κρατήσει τη φλόγα της Ανάστασης ζωντανή.  Αυτός νιώθει ότι κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή. Γιατί δεν είναι μόνος του.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαΐου 2026

5/19/26

ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”


 

 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 180- ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”, μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδόσεις ΔΩΜΑ

    Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που ντρέπονται να πούνε “ΟΧΙ” είτε σε σχέσεις είτε σε καταστάσεις ζωής; Υπάρχουν άνθρωποι που συμβιβάζονται, γιατί νιώθουν ανήμποροι να παλέψουν για κάτι παραπάνω; Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι νιώθουν ότι το μεταφυσικό είναι μια απάτη, κι όμως μέσα τους κάτι τους κάνει να αμφιβάλλουν για τη βεβαιότητά τους; Τι σημαίνει ένα θαύμα για τους καιρούς μας; Το θαύμα έγκειται στην υπέρβαση του κακού με μεταφυσικό τρόπο ή στην αγάπη, η οποία ξεχύνεται στους άλλους, γνωστούς και αγνώστους και γίνεται φως που δίνει δύναμη και νόημα;
    Κάποια τέτοια ερωτήματα, που απασχολούν πολλούς, ιδίως νέους που αισθάνονται παγιδευμένοι σε έναν κόσμο στον οποίο πολλές επιλογές μοιάζουν αναγκαστικές, παρά τα αδιέξοδά τους, απαντώνται στο όμορφο μυθιστόρημα του Νάιαλ Ουΐλιαμς, Ιρλανδού λογοτέχνη, με τίτλο “Τέσσερα ερωτικά γράμματα”, το οποίο κυκλοφορείται στα ελληνικά σε μετάφραση της Δέσποινα Κανελλοπούλου, από τις προσεγμένες εκδόσεις ΔΩΜΑ. Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές: ο Νίκολας και η Ίζαμπελ, δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που συνδέονται χάρις σε έναν πίνακα ζωγραφικής και ένα θαύμα, το οποίο γίνεται στον αδερφό της κοπέλας Σων, χάρις στην παρουσία του Νίκολας. Η ιστορία είναι μία αναζήτηση του θελήματος του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στον πατέρα του Νίκολας, στον πατέρα της Ίζαμπελ και του Σων, στη δεισιδαίμονα κοινότητα ενός μικρού ιρλανδέζικου νησιού, στη άρνηση των δύο μητέρων, του Νίκολας και της Ίζαμπελ να το αποδεχτούν, στην αδυναμία του ιερέα της κοινότητας, όπως και των καλογριών στις οποίες σπουδάζει η Ίζαμπελ, να δούνε πέρα από τα τυπικά της θρησκείας, σε έναν κόσμο όπου η ζωγραφική και η μουσική δεν εκτιμώνται, αλλά ούτε και η επιβίωση των μικροαστών δίνει νόημα. 
    Μόνο ο έρωτας και το φως φανερώνουν ότι ο Θεός τελικά μιλά στις ψυχές εκείνων οι οποίοι δεν χάνουν την ελπίδα, αλλά ούτε και έχουν μεγάλες απαιτήσεις από τη ζωή τους: να μην παραιτηθούν από εκείνη τη μικρή φλόγα ευαισθησίας, η οποία κάνει την ύπαρξη να έχει νόημα, να αφουγκράζεται τον ουρανό, να αγαπά δωρεάν, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Το τίμημα κάποτε είναι η αυτοκαταστροφή και ο θάνατος, ιδίως όταν οι αναζητητές δεν αντέχουν να περιμένουν άλλο, δεν θέλουν να περπατήσουν την περιπέτεια της ζωής, νικώνται από τον πειρασμό της μοναξιάς. Μα όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι το σχέδιο του Θεού, ακόμη κι αν Εκείνος μοιάζει κρυμμένος.
    Το θαύμα δεν εξηγείται ορθολογικά, ούτε έρχεται κατά παραγγελίαν. Είναι ένα αναπάντεχο δώρο που επαναφέρει την τάξη των πραγμάτων στη χαρά και στην αγάπη. Όσο κι αν ο ορθολογισμός ή η επιθυμία να είναι τα πράγματα συμβιβασμένα με την κοινωνική τάξη, τα “πρέπει” του καθενός ή της κοινότητας, αν περιμένουμε, κάποτε με πολλή υπομονή, να ακούσουμε τη φωνή του Θεού, αυτή θα έρθει. Δώρο η πίστη, επιλογή η ελπίδα, αξία μοναδική η αγάπη. 
    Ένα μυθιστόρημα που αφήνει με την γραφή του συγγραφέα γλυκόπικρα συναισθήματα, αλλά και την αίσθηση ότι όποιος πιστεύει, θα νικήσει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
19 Μαΐου 2026 

5/18/26

Ένα βήμα πριν τη βία

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 179- εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ: Ένα βήμα πριν τη βία (συλλογική έκδοση, επιμέλεια π. Αντώνιος Καλλιγέρης)

        Διαβάσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ, με τίτλο “Ένα βήμα πριν τη βία”. Είναι μία συλλογική έκδοση, την οποία επιμελήθηκε ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης, συντονιστής του προγράμματος “Πρωτοβουλία για την πρόληψη της ενδο-οικογενειακής βίας” του Ιδρύματος Νεότητος και Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Στην έκδοση συμμετέχουν με κείμενα ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΕΚΠΑ Κ. Κορναράκης και Δ. Μόσχος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΑΠΘ Χ. Τσιρώνης και Νίκη  Παπαγεωργίου και ο Αν. Καθηγητής της ΑΕΑΑ κ. Θ. Παπαθανασίου.  Τον πρόλογο έγραψε ο Μητροπολίτης Ιλίου κ. Αθηναγόρας, πρόεδρος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής επί Ειδικών Ποιμαντικών Θεμάτων και Καταστάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης έγραψε την εισαγωγή και το επίμετρο.
          Το βιβλίο είναι καρπός  ημερίδας που έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 2023 με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και αποτελεί μία αναφορά στην ποιμαντική προσπάθεια την οποία καλείται να αναλάβει ή ήδη έχει αναλάβει η Εκκλησία, προκειμένου να λειτουργήσει ως φορέας και τρόπος πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Η δικαιολόγηση της βίας είναι γεγονός ότι στηριζόταν και εξακολουθεί να στηρίζεται από αρκετούς εκκλησιαστικούς παράγοντες, η θεώρηση των οποίων βασίζεται στο ότι τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας που συντάχθηκαν σε εποχές πατριαρχίας και απόλυτης καταπίεσης της γυναίκας, χωρίς όμως το πνεύμα τους να δικαιολογεί τέτοιες καταστάσεις, κάποτε και το γράμμα τους. Οι εκκλησιαστικοί αυτοί παράγοντες, κυρίως πνευματικοί, παραθεωρούν ότι η βία είναι έκφραση ενός ήθους εξουσίας, το οποίο ο Χριστός απέρριψε κατηγορηματικά και συνολικά. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η βία ως έκφραση εξουσίας να αντιμετωπίζεται ως εφαλτήριο αγιότητας για όσες και όσους την υφίστανται, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τρόπο για να αγιάσουν οι άνθρωποι, τρόποι που έχουν να κάνουν με τον πνευματικό αγώνα, την άσκηση, κυρίως την αγάπη. Είναι θλιβερό στην εποχή μας πνευματικοί να συνιστούν υπομονή και υπακοή στις γυναίκες, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν άνδρες που δεν τις σέβονται, κάποτε και αντίστροφα, διότι και τα γεγονότα βίας εις βάρος των ανδρών, ιδίως όταν υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν λείπουν. 
          Η Εκκλησία είναι παράγοντας και θεσμός πρόληψης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, χρειαζόμαστε όλοι μια παιδεία συνύπαρξης: “να είμαστε δίπλα στον κάθε άνθρωπο, να του δίνουμε διάθεση για ζωή, για άνοιγμα σε οικογένεια και σε κάθε κοινωνία” (σ.34). Χρειάζεται όμως να αναδιοργανωθεί η ζωή της Εκκλησίας σε ενορίες που θα λειτουργούν ως κοινότητες, οι οποίες θα ενισχύσουν τον θεσμό της οικογένειας, εντάσσοντας τα μέλη του σε πυρήνες συλλογικότητας, που θα είναι παρέες, εθελοντικές ομάδες, συνάξεις ενίσχυσης, πρόσωπα  αναφοράς που θα λειτουργούν συμβουλευτικά, ενώ η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας στη ζωή της Εκκλησίας είναι μείζον ζήτημα.
          Σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Θ. Παπαθανασίου επισημαίνεται ότι η βία σήμερα αυξάνει (σ.160) διότι το σύστημα καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, την εργαλειοποίηση των πάντων, τη χρήση ουσιαστικά όλων προς ίδιον όφελος και μάλιστα προς πλουτισμό και εξουσία. Εδώ χρειάζεται αλλαγή προς τη δοτικότητα, το να μάθουμε όλοι να πορευόμαστε με κριτήριο την προκοπή μας σε συνάρτηση με την προσφορά στο κοινό καλό. Έτσι, η βία θα προληφθεί ουσιαστικά, όταν υπάρχει σεβασμός στον άλλον ως εικόνα Θεού, κοινωνική δικαιοσύνη, άρνηση της πλεονεξίας και ελεημοσύνη όχι από οίκτο, αλλά ως συνειδητή έκφραση αγάπης προς τους μη έχοντες, ενώ, την ίδια στιγμή, η κοινωνία χρειάζεται να δει τη ζωή στην προοπτική της χαράς και της δημιουργίας και όχι στην προοπτική της επίδοσης, που γίνεται αυτοεκμετάλλευση, καθώς το υποκείμενο της επίδοσης καταναλίσκεται μέχρις εξαντλήσεως (burnout), αναπτύσσοντας μία επιθετικότητα εις βάρος του εαυτού, που δεν είναι δύσκολο να οδηγηθεί και σε επιθετικότητα εις βάρος των άλλων, στο άγχος της επίτευξης των στόχων. 
    Η Εκκλησία οφείλει να συνεργάζεται με τις επιστήμες ψυχικής υγείας, ενώ η υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης όπως οι Σχολές Γονέων, το στέκι οικογενειών, η κατασκήνωση οικογενειών, δράσεις πολιτισμού και προγράμματα στην εκπαίδευση μπορούν να λειτουργήσουν θετικά στον τομέα της πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Ας μην ξεχνούμε ότι η βία ασκείται από εκείνους και εκείνες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει το μυστήριο του γάμου, ενώ υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι να κάνουν οικογένεια, διότι δεν έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους, ούτε έχουν διαμορφώσει στάσεις ζωής που προϋποθέτουν την αγάπη. 
    Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό και αξίζει μελέτης όχι μόνο από κληρικούς, αλλά και από κάθε χριστιανό που  θέλει να δει το ζήτημα της βίας πολύπλευρα. Αξίζει ο έπαινος τόσο στον π. Αντώνιο Καλλιγέρη, όσο και στις εκδόσεις  ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ για την έκδοση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 
18 Μαΐου 2026

5/16/26

ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).

῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. 

            «Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή  φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.

            Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.

            Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

17 Μαΐου 2026

Του Τυφλού

5/12/26

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2026

5/9/26

ΕΓΩ ΒΡΩΣΙΝ ΕΧΩ ΦΑΓΕΙΝ, ΗΝ ΥΜΕΙΣ ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ

 

«Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιωάν. 4, 31-34)‘’Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε».  Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε»    Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;»    Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του’’. 

            Σε μία από τις πιο ξεχωριστές διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Χριστός συζητά με μία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Τολμά να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι δεν το είχαν σε υπόληψη, διότι δεν ακολουθούσε τους ηθικούς κανόνες της εποχής που θεωρούσαν ότι η γυναίκα πρέπει να ανήκει στον άντρα και όχι οι άντρες να ανήκουν σ’ αυτήν. Η θέση της γυναίκας, εξάλλου, δεν ήταν να συζητά με άντρες μόνη της, ούτε να θέτει ερωτήματα θεολογικά, αλλά να ασχολείται με το σπίτι και την οικογένεια. Η γυναίκα αυτή ανήκε μάλιστα στους εχθρούς των Ιουδαίων, τους Σαμαρείτες. Δεν επιτρεπόταν Ιουδαίοι να συζητούν, να έχουν σχέση με Σαμαρείτες. Ο Χριστός όμως συζητά με μια γυναίκα που είναι δυναμική προσωπικότητα, αναζητεί την αλήθεια σχετικά με τον Θεό και περιμένει τον Μεσσία. Μια γυναίκα η οποία έχει αφομοιώσει όλα τα σημαντικά θρησκευτικά και θεολογικά ερωτήματα του λαού της και βρίσκει την ευκαιρία να τα εκφράσει, δείχνοντας ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος της ζωής δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η καρδιά.

            Όταν οι μαθητές του Χριστού έρχονται από την πόλη των Σαμαρειτών, όπου έχουν πάει για να προμηθευθούν τρόφιμα (στις συναλλαγές δεν ισχύουν οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές…), Τον παρακαλούν να φάει. Ο Χριστός αρνείται, λέγοντάς τους ότι «εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε». Έχει ήδη χορτάσει ο Χριστός μέσα από τη συζήτηση με την Σαμαρείτιδα. Διότι η τροφή που τρέφει αληθινά είναι αυτή του έργου του Θεού, της υπόδειξης του θελήματος του Θεού, της βίωσης αυτού του θελήματος στη ζωή την προσωπική, αλλά και του κόσμου τούτου. Η τροφή αυτή είναι η γνώση και η βίωση του Ευαγγελίου, είναι η ιεραποστολή, είναι η συνάντηση της αγάπης και της αλήθειας με τον πλησίον, η ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός χαίρεται και ξεπερνά την ανάγκη για τροφή επιβίωσης όταν συναντά, διαλέγεται, επικοινωνεί, μοιράζεται το Ευαγγέλιο με τους ανθρώπους. Το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

            Ο άνθρωπος νιώθει πως το φαγητό είναι η αφετηρία για να ζήσει. Το θεοποιεί συχνά, ιδίως στην εποχή μας. Το απολαμβάνει. Λησμονεί όμως το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται».   Και δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη χαρά της αγάπης που η συνάντηση με τον πλησίον φέρνει, ιδίως όταν αυτή γίνεται στην Εκκλησία. Εκεί, όπου κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού. Εκεί, όπου αυτή η μοναδική τροφή χορταίνει την πείνα της ψυχής για αλήθεια και νόημα. Εκεί, όπου αυτή η τροφή γίνεται παρηγοριά στις δοκιμασίες, τους σταυρούς, ακόμη και στον θάνατο. Εκεί, όπου συναντούμε τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των συνανθρώπων μας, των ζώντων και των κεκοιμημένων, αλλά και μία παράδοση αιώνων που μας τρέφει αληθινά και μας υπενθυμίζει το δικό μας έργο, που είναι να μοιραστούμε την αλήθεια με κάθε άνθρωπο, χωρίς να φοβηθούμε να συναντήσουμε και εκείνον που δεν είναι όπως εμείς, που δεν συμμερίζεται ούτε τον τρόπο ούτε την αλήθεια μας, αλλά είναι καλοπροαίρετος και ζητά λίγη από τη χαρά μας.  

            Ο Χριστός χορταίνει με την αποστολή της αγάπης και της αλήθειας. Με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του. Με το να μοιραστεί έστω και με έναν άνθρωπο τη χαρά ότι ο Ίδιος έγινε άνθρωπος για μας. Με το να απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς. Με το να μη φοβηθεί το ήθος του απέναντι, αλλά με το να δείξει ότι η κάθε εικόνα Θεού, όπως κι αν είναι, όπως κι αν φέρεται, χρειάζεται την αγάπη και την αλήθεια. Κι ας απαντήσει εκείνη, όπως έκαναν η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και οι συμπολίτες της που έσπευσαν να δούνε και να ακούσουν τον Χριστό, αν τελικά Αυτός είναι το νόημά μας.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Μαΐου 2026

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

5/8/26

ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ

                 Ένα από τα βασικά θέματα, τα οποία γράφαμε ως Έκθεση, οι μεγαλύτεροι από εμάς, ήταν το χάσμα των γενεών. Ακολουθώντας τη γραμμή των φιλοσόφων της αρχαιότητας, προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους νέους και τους πρεσβύτερους. Αποδίδαμε στη νέα γενιά την όρεξη, τον ενθουσιασμό, την απερισκεψία, την αμφιθυμία, τον έρωτα, την τρέλα, τη δίψα για περιπέτεια. Βλέπαμε τους μεγαλύτερους ως συντηρητικούς, μαζεμένους, μετρημένους, χωρίς διάθεση για μεγάλα ρίσκα, για μεγάλα βήματα. Ονειρευόμασταν έναν κόσμο στον οποίο οι νέοι θα είχαν τον τελευταίο λόγο, θα οδηγούσαν τους πάντες προς τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, τη δημιουργικότητα και οι μεγαλύτεροι θα ακολουθούσαν, συμβουλεύοντας και με χαρά βάζοντας κάποια όρια, χωρίς όμως να αποκόβουν τον νεανικό ενθουσιασμό. Το χάσμα των γενεών έφερνε συγκρούσεις, ιδεολογικές και οραματικές.

       Σήμερα, υπάρχει άραγε χάσμα γενεών;  Με δυσκολία μπορούμε να δώσουμε καταφατική απάντηση. Το Διαδίκτυο και το κινητό δείχνουν να θριαμβεύουν στη διαμόρφωση της πορείας της ζωής. Μπορεί οι νέοι να εξακολουθούν να  είναι πιο κριτικοί απέναντι στην κοινωνία των μεγαλυτέρων, ωστόσο δείχνουν ότι έχουν υιοθετήσει πλήρως τις προτεραιότητές της. Χρήμα, ηδονή χωρίς ευθύνη., μία μόνιμη γκρίνια για τη ζωή χωρίς διάθεση να γίνει κάτι, ώστε να αλλάξει. Είναι συντηρητική στην πραγματικότητα η νέα γενιά. Η μόνη της επανάσταση έχει να κάνει με την αποδοχή της διαφορετικότητας, κάτι που οι μεγαλύτεροι μπορεί να ανέχονται, αλλά, κατά βάθος, δεν δέχονται.

Οι influencers επηρεάζουν τον οραματισμό των νέων, όχι όμως προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Να ταξιδέψει θέλει ο νέος. Να ταξιδέψει όμως θέλει και ο μεγαλύτερος.  Να έχει χρήματα θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να έχει ελευθερία στην απόλαυση θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να μην κοπιάζει πολύ θέλει ο νέος. Το ίδιος και ο μεγαλύτερος. Να γυμνάζεται θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να ζει τη ζωή του θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος.

Γι’ αυτό και στην εποχή μας ουσιαστικά η διαχείριση της ζωής μετρά και όχι οι μεγάλες αλλαγές. Οι πολιτικοί δεν εμπνέουν, ίσως επειδή δεν έχουν καρδιά και δεν μπορούν να μιλήσουν στην καρδιά των ανθρώπων. Το σχολείο είναι δομημένο στην προοπτική  της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας, της διαχείρισης της πλήξης, της ήσσονος προσπάθειας. Οι μεγαλύτεροι τα δίνουν όλα στους μικρότερους. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η ώρα των κάθε μορφής εξετάσεων το άγχος θριαμβεύει, ακριβώς διότι είναι η πραγματικά πρώτη μεγάλη δοκιμασία, στην οποία η επιτυχία θεωρείται ως αναγνώριση της αξίας του νεώτερου. Ίσως γι’ αυτό και η πλειονοψηφία δεν το παλεύει μέχρι τέλους. Δεν το αντέχει.

Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα συμφωνούν και σε κάτι ακόμη. Πως για όλα φταίνε οι άλλοι. Πηγαίνουν στους θεραπευτές κάθε λογής, για να πάρουν οδηγίες σχετικά με τη ψυχική τους κατάσταση και να νιώσουν καλύτερα. Δεν είναι όμως έτοιμοι να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες για τις επιλογές της ζωής τους ή για ό,τι θα μπορούσαν να παλέψουν να κάνουν καλύτερα. Πάντα θα φταίει  ζωή, η αδικία, ο κόσμος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ίδιοι αισθάνονται αναπαυμένοι στη συνείδησή τους ότι κάνουν αυτό που περνάει από το χέρι τους.

Η πίστη στους καιρούς μας βρίσκει νέους και μεγαλύτερους όχι έτοιμους να αναζητήσουν το Πρόσωπο Εκείνο που είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή. Βρίσκει όμως και μεμονωμένα πρόσωπα, που έχουν ανάγκη από αλήθεια και παρηγοριά, από νόημα. Εδώ βρίσκεται και η αληθινή υπέρβαση του όποιου χάσματος.  Στο Νόημα που κάνει τη ζωή να αξίζει. Στην Αγάπη που ουδέποτε εκπίπτει και φέρνει τη διάθεση της αυθεντικής συνύπαρξης, πέρα από διαφορές. Στη σχέση, τελικά, με τον Χριστό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 6 Μαΐου 2026