9/20/26

«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΞΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΟΝΙΟΣ…»

Ο δρ Τόμας Σομπότκα, επικεφαλής του Ινστιτούτου Δημογραφίας της Βιέννης, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» (15/16 Αυγούστου 2026), ότι «δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός», και τονίζει ότι η πολιτική τού να δίδονται οικονομικά κίνητρα δεν έχει μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα , καθώς το κόστος ανατροφής των παιδιών παραμένει τεράστιο, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ενίσχυση η απόφαση των οικογενειών να κάνουν παιδιά, η στέγαση, οι γονικές άδειες και στους δύο γονείς, τα εισοδήματα που αναπληρώνονται όταν ένας γονέας πρέπει να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει το παιδί του. Όμως το πρόβλημα είναι αξιακής προτεραιότητας.

Έχει ενδιαφέρον η θέαση αυτή, ιδίως για την ελληνική κοινωνία, η οποία πορεύεται στην ίδια ευρωπαϊκή λογική, ότι στην ανταγωνιστική πραγματικότητα που έχουμε κτίσει, στο όραμα της ατομικής επιτυχίας με καλό εισόδημα και επαγγελματική αποκατάσταση, η γονεϊκότητα δεν μπορεί να είναι προτεραιότητα, καθώς υπάρχει και αρνητική εικόνα με τις ευθύνες που ένας γονιός καλείται να αναλάβει απέναντι στο παιδί του. Γι’ αυτό και η όποια   συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα, δεν μπορεί να μπει στο βάθος του, αλλά περιορίζεται στην υλιστική πλευρά του πράγματος, στην οικονομία, η οποία ταυτίζεται με την ευτυχία.

Η Εκκλησία απευθύνει εκκλήσεις στους νέους να ξαναδούνε το θέμα. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπίας. Απόφαση ότι η ευθύνη δεν είναι απευκταία, αλλά δίνει δύναμη και κουράγιο στον άνθρωπο να ξέρει γιατί ζει. Να έχει στόχο που ξεπερνά το παρόν. Ότι το επάγγελμα προφανώς διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, αλλά από αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει να παραιτηθούμε. Από τα παιδιά δεν παραιτείσαι, διότι, όσες δυσκολίες κι αν έχει η σχέση μαζί τους, υπάρχει το δώρο της αγάπης, η έγνοια, η προσευχή, η χαρά και η λύπη, το μοίρασμα, η ελπίδα, η διαδοχή που γεμίζουν τη ζωή, ακόμη κι αν φέρνουν και οδύνες.

Ιδίως το ζήτημα της διαδοχής της γενιάς είναι πολύ σημαντικό. Ο εγωκεντρικός άνθρωπος θεωρεί πως η ζωή του αξίζει καθαυτή και ότι δεν χρειάζεται να παραταθεί στα πρόσωπα κάποιων άλλων, ακόμη κι αν αυτά είναι σπλάχνα του. Αναζητεί στην τεχνολογία μια ψευδοαθανασία, ιδίως αν έχει χρήματα, μια και ο πλούσιος του καιρού μας τείνει να πιστέψει πως αν καταφέρει και συνδέσει τον εγκέφαλό του με μία μηχανή καταγραφής των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αντιδράσεών του, θα μπορέσει όταν το σώμα του δεν θα αντέχει, να μεταφυτευθεί σε ένα καινούργιο τεχνητό σώμα, για να ζήσει εις τον αιώνα, σαν να είναι ο άνθρωπος υπολογιστής.   Οι πολλοί μένουν στο «φάγωμεν , πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» ως αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό και όσοι έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν εργασία σε  νέους ανθρώπους σκέπτονται μόνο το δικό τους κέρδος, τους εκμεταλλεύονται, χωρίς να νιώθουν ότι λιγότερα κέρδη μπορούν να βοηθήσουν την κοινωνία, εκτός από την ανανέωση του δυναμικού της,  να  αναπτυχθεί και οικονομικά σε βάθος χρόνου.

Ας ενθαρρύνουμε τη νεώτερη γενιά να επενδύσει στην αγάπη και στο μοίρασμα. Οι παλαιότεροι έκαναν περισσότερα παιδιά, χωρίς να νοιάζονται για τις ανέσεις. Ήταν διότι τα παιδιά ήταν και κοινωνική καταξίωση, εκτός από προσωπική χαρά. Και ένιωθαν υπεύθυνοι γι’ αυτά. Μπορεί οι σχέσεις του ζευγαριού να μην ήταν ειλικρινείς, όμως υπήρχε περισσότερη κοινωνική λογοδοσία. Κάπου πρέπει να ξαναβρούμε την ισορροπία ανάμεσα στην κάλυψη των προσωπικών θέλω και την ομορφιά της αγάπης που αναπληρώνει ό,τι λείπει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            Στο φύλλο της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 2026

9/18/26

ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ

 


«Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο» (Γαλ. 2,17)

«῍Αν ὅμως, ζητώντας νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πὼς ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία; ῎Οχι βέβαια!» 

            Πολλοί άνθρωποι, θέλοντας να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους ή την άρνησή τους απέναντι στην πίστη, επικαλούνται ως επιχείρημα το ότι  οι χριστιανοί είμαστε αμαρτωλοί. Δεν τηρούμε τις εντολές του Χριστού και του Ευαγγελίου. Δίνουμε συχνά ένα κάκιστο παράδειγμα στον κόσμο. Επομένως, ισχυρίζονται, γιατί να πιστέψουμε σε μια θρησκεία, οι πιστοί της οποίας δείχνουν ότι δεν τους αλλάζει καθόλου εντός τους, ούτε αυτή η αλλαγή φαίνεται στη συμπεριφορά τους;

            Το επιχείρημα έρχεται να συναντήσει την πρώτη Εκκλησία, αυτή της Γαλατίας στην Μικρά Ασία, και το αντιμετωπίζει ο απόστολος Παύλος. Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Χριστό και στους ανθρώπους. Αυτός που θέλει να πιστέψει στον Χριστό, δεν μένει στο ανθρώπινο παράδειγμα, το οποίο μπορεί να σκανδαλίζει. Όμως δεν πιστεύουμε σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό. Οι άνθρωποι φέρουμε την ευθύνη για όσα πράττουμε. Για το ότι είμαστε ανακόλουθοι έναντι της πίστης μας. Για το ότι δεν προσπαθούμε να αγαπήσουμε τον Χριστό, αλλά βολευόμαστε με την ιδέα ότι είμαστε χριστιανοί, άρα δικαιωμένοι. Δεν φτάνει όμως η ιδιότητα ή η διαβεβαίωση ότι πιστεύουμε, διότι η πίστη είναι σχέση με τον Χριστό και η σχέση έρωτας και ο έρωτας μεταμόρφωση της ζωής μας.

            Σκανδαλίζουμε οι χριστιανοί με τη στάση μας, ιδίως στους καιρούς μας, οπότε η συμπεριφορά μας είναι ευδιάκριτη.  Και δίνουμε δικαίωμα στον διάβολο να πειράζει τους αδύναμους ως προς την αναζήτηση και την πίστη ανθρώπους, για να έχουν δικαιολογία στη συνείδησή τους για την άρνησή τους. Φέρουμε λοιπόν μεγάλη ευθύνη. Όμως αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη και των άλλων ανθρώπων να διακρίνουν ότι ο Χριστός δεν οδηγεί στην αμαρτία, αλλά στην όντως ζωή. Να παλέψουν με την ύπαρξή τους και τα ερωτήματα της ζωής. Να εστιάσουν στην πνευματική υγεία των αγίων. Πρωτίστως, στην μετάνοια που είναι ο δρόμος όλων.

            Και κάτι ακόμη. Άλλοι χριστιανοί αγκιστρώνονται σε αγίους, σε γεροντάδες, σε ξεχωριστά πρόσωπα, τα οποία φημίζονται για την πνευματικότητά τους. Δεν είναι όμως άλλοθι αυτό, να είναι του Πέτρου, του Κηφά, του Απολλώ, του Παύλου. Αν δεν κινητοποιηθούν οι ίδιοι, δεν μπορούν να ζήσουν την αλήθεια. Και ουδείς εκ των Πέτρου, Κηφά, Απολλώ, Παύλου είναι αλάνθαστος και μάλιστα σε γνώμες που δεν έχουν να κάνουν με την πίστη, αλλά με  τον κόσμο και τους φόβους μας έναντί του.

Η μόνη αλήθεια είναι ο Σταυρός και στον κόσμο θλίψη θα έχουμε. Όμως Εκείνος που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή Του για εμάς μάς λυτρώνει.  Όχι οι άνθρωποι. Ο Εσταυρωμένος και Αναστάς. Ο Χριστός της Εκκλησίας και όχι ο δικός μου  ή ο δικός σου, στο όνομα του οποίου δοξάζουμε την απολυτότητα και τη δική μας υπερηφάνεια ή το δικό μας βόλεμα, σκανδαλίζοντας τελικά με την ψευτοτελειότητά μας εκείνους που ζητούνε αγάπη και παλεύουν για την μετάνοιά τους. Θέλουν έναν Θεό του ελέους και όχι της δίκης. Και στην δική μας έπαρση ή αυτάρκεια δεν Τον βρίσκουν.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

20 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού 

9/13/26

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΣΤΑΥΡΟΥ


Οι άνθρωποι στη ζωή μας έχουμε προσδοκίες. Θέλουμε να εκπληρώσουμε στόχους, ελπίζουμε ότι οι οικείοι μας θα μας συμπαρασταθούν, ότι θα βρεθούν κάποιοι που θα συμμεριστούν τις σκέψεις και τα οράματά μας, ότι δικαιούμαστε να πετύχουμε και θα έρθουν οι περιστάσεις έτσι, ώστε ό,τι προσδοκούμε να πραγματοποιηθεί. Οι προσδοκίες μας βοηθούν να μη λυγίσουμε στις δυσκολίες, αλλά να ελπίσουμε. Οι προσδοκίες όμως μπορεί να γίνουν αιτία οι όποιες ματαιώσεις να μας καταβάλουν, εάν δεν έχουμε υπ’ όψιν ένα μήνυμα ζωής, το οποίο η πίστη στον Θεό το καθιστά οδηγό στη ζωή.

Οι όποιες προσδοκίες μας περνούν μέσα από σταυρό. Σταυρός είναι ο κόπος. Είναι η απόφασή μας να αντέξουμε και στις ήττες μας. Να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας κάνοντας αυτοκριτική για τις προσπάθειές μας, βλέποντας αν στέκεται ό,τι έχουμε επιλέξει ή όχι, αν όντως πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους βοήθεια ή αν ο δρόμος μας είναι εκ των πραγμάτων μοναχικός, διότι είτε δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε αληθινά μαζί τους, να τους καταστήσουμε μετόχους και κοινωνούς των οραματισμών μας είτε όντως χρειάζεται να παλέψουμε με τις αντιθέσεις των ανθρώπων και της ζωής, διότι αυτό που έχουμε επιλέξει δεν είναι το εύκολο. Και είναι σταυρός η αλήθεια, διότι καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι ξεκινάμε από την μοναξιά μας για να πετύχουμε κάτι. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι άλλοι τον καταλαβαίνουν αυτόματα; Μόνο αν αγαπάς και σε αγαπάνε μπορεί να βρεθεί η βάση για την αλληλοστήριξη και αυτό θέλει χρόνο.

Στην εποχή μας κάνουμε ένα άλμα στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, ιδίως τους οικείους μας. Στο ζευγάρι ο ένας θεωρεί ότι ο άλλος καταλαβαίνει τις προσδοκίες του, διότι προϋποτίθεται η αγάπη, διότι υπάρχει γνωριμία, διότι έχει περάσει χρόνος μαζί, διότι αν δεν σε νιώθει ο δικός σου άνθρωπος, τότε ποιος ο λόγος να υπάρχει σχέση; Και θεριεύουν οι λογισμοί, όταν ο άλλος δεν κατανοεί τις προσδοκίες σου. Κι όμως, πολλά προβλήματα θα μπορούσαν να είχαν λυθεί, αν υπήρχε η τόλμη της ειλικρίνειας, που περνά μέσα από τον σταυρό. Η σχέση δεν είναι αυτονόητα διάφανη. Μπορούμε να την κάνουμε. Είναι σταυρός να παραδεχτείς τα λάθη σου. Είναι σταυρός να ζητήσεις χρόνο από τον άλλο, να σε ακούσει και να του εξηγήσεις τι περιμένεις. Μπορεί να σε απορρίψει ή να μη δώσει σημασία. Όμως αν δεν λυγίσεις στον σταυρό αυτό και επιμείνεις αγαπητικά, όπως και υπομονετικά, θα μοιραστείς τις προσδοκίες σου. Αυτό προϋποθέτει όμως και χρόνο από τη δική σου πλευρά για να μοιραστείς τις προσδοκίες του. Ο σταυρός είναι αμφοτέρων.

Όταν φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, έχουμε την προσδοκία της χαράς, της εξιδανίκευσης ότι γινόμαστε γονείς και ότι αυτό είναι κάτι πανέμορφο. Όμως η γονεϊκότητα είναι σταυρός και ευθύνη ταυτόχρονα. Ο σταυρός έγκειται στο ότι το μεγάλωμα του παιδιού θέλει πολύ κόπο και χρόνο, θέλει θυσία. Η ευθύνη έγκειται στο ότι θα αφήσουμε αυτά που νοηματοδοτούν τη δική μας ζωή, για να δώσουμε προτεραιότητα και σε εκείνα που θα δώσουν νόημα στη ζωή των παιδιών. Και δεν περιορίζονται στις υλικές συνθήκες αυτά ή στα εφόδια που πρέπει να δώσουμε. Ο σταυρός έγκειται στην απόφαση να συγχωρήσουμε την έκφραση του εγώ και του θελήματος του παιδιού μας και να το αγαπήσουμε όπως κι αν είναι. Να παλέψουμε να χτίσουμε δυνατό χαρακτήρα, αλλά να μην απογοητευτούμε για τα λάθη και τις ήττες, ακόμη και την απόρριψη προς εμάς.

Ο λόγος του Σταυρού του Χριστού έμοιαζε μωρία για τους καλλιεργημένους της εποχής του και κάθε εποχής. Όμως ο σταυρός είναι η μόνη προσδοκία που φέρνει ανάσταση. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Χριστό να μας βοηθήσει και στους δικούς μας σταυρούς και να αντέξουμε κρατώντας την προσδοκία της αγάπης και της ανάστασης ως εφόδιο ζωής.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Κυριακής 13 Σεπτεμβρίου 2026

9/12/26

ΟΧΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ


«Οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. ᾿Εμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ»
(Γαλ. 6, 13-14) .

«῎Αλλωστε οὔτε κι αὐτοὶ ποὺ ἐπιμένουν στὴν περιτομὴ τηροῦν τὸν νόμο. ῾Απλῶς θέλουν νὰ περιτέμνεστε ἐσεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν ὅτι σᾶς κατάφεραν νὰ τὸ κάνετε. ῞Οσο γιὰ μένα, δὲν θέλω ἄλλη ἀφορμὴ γιὰ καύχηση ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τὸν σταυρὸ ποὺ πάνω του ὁ κόσμος πέθανε γιὰ μένα κι ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο». 

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που νιώθουμε ότι οι άλλοι μας χρησιμοποιούν. Άλλοτε για οικονομικά οφέλη, άλλοτε για να μπαίνουμε εμείς μπροστά και εκείνοι να μην εκτίθενται, άλλοτε γιατί παίζουν και διασκεδάζουν μαζί μας, συνήθως επειδή αισθάνονται την ανάγκη να εξουσιάζουν. Και εκείνοι και εμείς λησμονούμε ότι το αληθινό νόημα της ζωής περνά από την αγάπη και την προσφορά, όχι από την εξουσία και την επίδειξη. Ο κόσμος μας όμως είναι έτσι δομημένος, που το «κατέχειν» και «εξουσιάζειν»  να θεωρούνται τα μείζονα, ενώ όποιος είναι δυναμικός, είτε εκ θέσεως είτε εκ χαρακτήρος, και μπορεί να επιβάλλει στους άλλους το θέλημά του, δοξάζεται.

Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Γαλάτες, τους επισημαίνει τρία σημεία: το πρώτο, ότι χρειάζεται να επιλέγουν τι είναι σωστό και τι όχι και να μην πέφτουν θύματα σε όσους και στη θρησκευτική πραγματικότητα τους χρησιμοποιούν, για να ικανοποιούνται έχοντας οπαδούς. «Όσοι σας πιέζουν να κάνετε περιτομή, δεν τηρούν απαραίτητα τον νόμο, αλλά θέλουν να δείξουν τη δύναμή τους και να σας χρησιμοποιήσουν ως αφορμή καύχησης και αυτοδοξασμού». Να μην τους ακούτε. Να αντιστέκεστε. Το δεύτερο είναι ότι ο μοναδικός λόγος που ένας χριστιανός επιτρέπεται να καυχιέται είναι ο σταυρός του Χριστού, διότι πάνω σ’ αυτόν τον σταυρό κάθε κοσμική έννοια δόξας, εξουσίας, αμαρτίας, επίδειξης έχει πεθάνει. Το ίδιο και όποιος αποφασίζει να σηκώσει τον σταυρό του. Έχει αφήσει στην άκρη τις προτεραιότητες αυτού του κόσμου. Το τρίτο είναι ότι η σχέση μας με τον Χριστό δημιουργεί έναν καινούργιο κόσμο και όλα κάθε στιγμή ξεκινούν από την αρχή, χωρίς να χρειαζόμαστε τα σύμβολα του παλαιού, όπως ήταν τότε η περιτομή και η ακροβυστία. Αυτός είναι ο κόσμος του Σταυρού, τον οποίο, όταν ο άνθρωπος υιοθετήσει, ο Χριστός και η πίστη θα του δώσουν την ανάσταση.

Δεν είναι εύκολο να αποφύγουμε όσους μας χρησιμοποιούν και όσους μας χειραγωγούν. Φοβόμαστε να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Φοβόμαστε τη θέση μας, τις αμοιβές μας, την μοναξιά, τον διασυρμό, τη σύγκρουση. Έτσι όμως παύουμε να είμαστε ελεύθεροι. Το χειρότερο είναι όταν θεωρούμε ότι αγάπη είναι να κάνεις αυτό που θέλει ο άλλος, ακόμη κι αν δεν είναι σωστό. Έτσι όμως καταργείται η προσωπικότητά μας. Και αν στην κοινωνία δεν είναι πάντοτε εύκολο να λέμε όχι, τουλάχιστον ας επιλέξουμε να αντιστεκόμαστε σε ό,τι είναι σημαντικό για την προσωπικότητά μας. Ας έχουμε την παρρησία του λόγου και την παρηγοριά της προσευχής. Και ας μη φοβόμαστε τον σταυρό. Η ζωή είναι και θέλει υπομονή και προσμονή ότι ο Θεός θα μιλήσει. Για το δίκαιο και το αληθινό. Όχι για τη διατήρηση συμβόλων ή εξουσιών που δεν έχουν αξία διάρκειας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

13 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

9/5/26

IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 185- IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας από τους κορυφαίους ψυχιάτρους-ψυχοθεραπευτές εν ζωή. Παρά το βαθύ γήρας, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει. Το τελευταίο του χρονικά, αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής του, όπως ο ίδιος καταγράφει, βιβλίο, στη συγγραφή του οποίου βοήθησε ο γιος του Μπέντζαμιν, είναι ένας ύμνος στην τρίτη ηλικία. Ο ίδιος ο Γιάλομ, μετά την απώλεια της γυναίκας και μούσας του Μαίριλυν, πήρε μία μεγάλη απόφαση. Επειδή του ήταν αδύνατον να αναλαμβάνει ψυχοθεραπείες που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να κρατήσουν καιρό, δεχόταν σε μία και μοναδική συνεδρία, όσους επιθυμούσαν και όσους επέλεγε ο ίδιος να δει, θέλοντας να βοηθήσει με την πείρα του στις δυσκολίες της προσωπικής, της επαγγελματικής, αλλά και της κοινωνικής και υπαρξιακής τους πορείας, παραπέμποντάς τους σε άλλους ψυχοθεραπευτές για συστηματική ψυχοθεραπεία. Καρπός αυτής του της απόφασης είναι το βιβλίο «Η ώρα της καρδιάς- πώς συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα», το οποίο κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, ψυχοθεραπεύτριας, και σε πρόλογο του Γιάννη Ζέρβα, καθηγητής της Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ, οι οποίοι μας έκαναν γνωστό στην Ελλάδα τον Γιάλομ και το έργο του τα τελευταία 25 χρόνια.  

Θαυμάζει κανείς έναν γέροντα στην ηλικία πόση ζωή κρύβει μέσα του και άρνηση να παραιτηθεί από ό,τι την νοηματοδοτεί. Παρά τη μεγάλη θλίψη της απώλειας της γυναίκας του, ενώ πρόσφατα έφυγε από τη ζωή και ο ένας γιος του Βίκτορ, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει προβλήματα  υγείας που είχε, ο Γιάλομ «ενενήντα πέντε ετών, με έναν βαθμό εγκεφαλικής ατροφίας πια, που δυσκολεύει πολύ τη δημιουργική του εργασία» (σ. 11), όπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο Γ. Ζέρβας, μας διδάσκει ότι «η βούληση είναι πιο ισχυρή από τον εγκέφαλο, ότι η επιθυμία για ζωή και επαφή βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις σωματικές ανεπάρκειες, όταν αυτό έχει σημασία για εμάς. Η ψυχή βρίσκει δρόμο και τρόπο» (σ. 11).

«Η γνώση της βεβαιότητας του θανάτου, η διαχείριση της ελευθερίας, η έλλειψη εγγενούς νοήματος στη ζωή και η απομόνωση από την κοινότητα είναι, όπως μας έμαθε ο Γιάλομ, οι τέσσερις μείζονες υπαρξιακές αγωνίες. Και τα αντίδοτα που πρότεινε, αντίστοιχα, είναι για τον θάνατο η πλήρης βίωση της ζωής, για την ελευθερία η συνειδητή επιλογή του τομέα ευθύνης μας και η υπηρέτησή του, για το νόημα η ανακάλυψη του προσωπικού μας νοήματος μέσα από την πορεία στη ζωή του και, τέλος, για τη μοναξιά η ενεργή συμμετοχή  μας στην κοινότητα, αφού όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα και παρόμοιες αγωνίες» (σ. 12).

Το βιβλίο του Γιάλομ λοιπόν «Η ώρα της καρδιάς» είναι το κύκνειο άσμα του, στο οποίο αποτυπώνει μέσα από την μία και μοναδική συνεδρία που κάνει με διάφορους θεραπευόμενους, τον τρόπο της δικής του πάλης έναντι των τεσσάρων αυτών υπαρξιακών αγωνιών. Ο Γιάλομ «πρώτον, τις αναγνώρισε στον εαυτό του και τις παραδέχτηκε ανοιχτά προς τα έξω: στους φοιτητές το, στους συναδέλφους του, στους ασθενείς του, στους συνεργάτες του, στο κοινό του. Συνειδητοποίηση και ειλικρίνεια, ισότιμα. Η ανακούφιση βρίσκεται στο να έρθουμε αντιμέτωποι μέσα μας μ’ αυτές τις αγωνίες, να τις παραδεχτούμε, να τις μοιραστούμε με τους άλλους και να μη σταματήσουμε εκεί! Να εξερευνήσουμε διαδρομές στη ζωή μας που να μας επιτρέψουν  να ανεχτούμε αυτές τις αγωνίες και να μην εμποδίσουν τη ζωή μας. Αυτό αναγκαστικά οδηγεί σε επιλογές και δέσμευση σε αυτές τις επιλογές. Μια ζωή δική μας, όσο μας επιτρέπουν οι συνθήκες. Περιέργεια, εξερεύνηση, συμμετοχή» (σ. 12)

Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Ζέρβας, ο Γιάλομ μάς δείχνει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή η ζωή συνεχίζει, η δημιουργία συνεχίζει, η επικοινωνία συνεχίζει, η επαφή και η μετάδοση εμπειρίας δεν σταματούν ποτέ όσο έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Και μαζί τους δεν σταματούν οι αφηγήσεις και οι ιστορίες  που μας μεταδίδουν και συντηρούν τη συνέχεια της ζωής, της αγάπης και της δημιουργίας. Εμείς μπορεί να θλιβόμαστε μπροστά στην προοπτική του αποχωρισμού. Εκείνος όχι. Συνεχίζει να ζει και να γράφει» (σσ. 14-15).

Διαβάζοντας το βιβλίο στεκόμαστε ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Τζέρρυ, ο οποίος είχε πολύ έντονο κίνητρο να κάνει αλλαγές στη ζωή του, αλλά η απαιτητικότητα και η απαξιωτική συμπεριφορά  προς τους άλλους τον εμπόδιζαν να προχωρήσει.  Ο Τζέρρυ ήταν και η αφορμή που ο Γιάλομ ξεκίνησε την μία και μοναδική συνεδρία. Ενδιαφέρουσες είναι η περίπτωση της Σούζαν που χρειαζόταν ενθάρρυνση στη ζωή της, της που συνειδητοποιεί ότι για να γίνει καλή ψυχοθεραπεύτρια δεν αρκεί η παιδεία, αλλά χρειάζεται και να τακτοποιήσει τα δικά της θέματα χωρίς να φοβάται να ανοιχτεί, του Πωλ που καταφέρνει να ενεργοποιήσει το λογοτεχνικό του τάλαντο, της Μάγια, η οποία φοβάται να συμπεριλάβει τον Τσάρλυ στη ζωή της και βρίσκει υποκατάστατο τη ζωοφιλία (όπως σε πολλά ζευγάρι τα παιδιά γίνονται το κέντρο και η ανάγκη για μοίρασμα και επικοινωνία τίθεται στο περιθώριο), του Αλμπέρτο, ο οποίος φοβάται την εισβολή και την επιθετικότητα των άλλων και κλείνεται στον εαυτό του, του Άμπερτ που το άγχος του θανάτου κάνει τον Γιάλομ να επανεκτιμήσει τον δικό του τρόπο διαχείρισης του πένθους για τη γυναίκα του, της Άντγε, που δυσκολεύεται να  αντιμετωπίσει παλαιά τραύματα καλύπτοντάς τα με μια φαινομενική αταραξία, της Τζην που καλείται να παλέψει με τη σύγκρουση ανάμεσα στην τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά του εαυτού της και την ανάγκη των άλλων να τη βλέπουν ως σκληρή και δυνατή, της Ρόουζ προς την οποία ο Γιάλομ έστειλε κατά λάθος ένα mail που αποτύπωνε τις παρατηρήσεις του γι’ αυτήν και το οποίο την πλήγωσε βαθιά, γεννώντας ενοχές στον ίδιο , της Ντέμπι που κάνει τον Γιάλομ να συνειδητοποιήσει ότι η μνήμη του τον εγκαταλείπει, όχι όμως και η ικανότητά του να είναι άνθρωπος και να νοιάζεται, του Ρίτσαρντ, ο οποίος θέτει τα μεγάλα ερωτήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης στον Γιάλομ και ο σεβασμός με τον οποίο ο σπουδαίος ψυχοθεραπευτής αντιμετωπίζει το ζήτημα της πίστης, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν πιστεύει και η απόφασή του να σταματήσει να βλέπει ανθρώπους όταν συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του πλέον δεν επαρκούν γι’ αυτό.

Στον επίλογό του ο γιος του Γιάλομ Μπέντζαμιν που τον βοήθησε στη συγγραφή επισημαίνει αυτό που ο Γιάλομ προσπάθησε να κάνει στη ζωή του: να λειτουργήσει μοιραζόμενος προσωπικά βιώματα με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς απόσταση από τους θεραπευόμενους, βγάζοντας αυτό που ονομάζουμε δίψα για εγγύτητα, όντας ανοιχτός, ειλικρινής και ανθρώπινος.   Αυτό το στοιχείο πιστεύουμε ότι μπορεί να βοηθήσει όσους βρισκόμαστε σε θέση ισχύος, τους γονείς απέναντι στα παιδιά, τους πνευματικούς απέναντι στους εξομολογούμενους, τους δασκάλους απέναντι στους μαθητές, όχι για να προβάλουμε όσα εμείς θέλουμε ή πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά για να μπούμε στη θέση τους, να φανερώσουμε και στον εαυτό μας και σε εκείνους ότι είμαστε ανθρώπινοι, να ταπεινωνόμαστε και να αγαπούμε. Αυτό άλλωστε ήταν και είναι το βαθύτερο νόημα της ενανθρώπησης του Θεού, ότι έγινε ένας από μας και μας νιώθει σε όλα, ακόμη και στον θάνατο.

Ένα βιβλίο που εκτός από το κύκνειο άσμα του σπουδαίου ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα, αποπνέει ενθάρρυνση σε όσους προχωρούμε ηλικιακά, αλλά και σε όσους δεν θέλουμε η ζωή μας να κλειστεί στο εγώ μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΕΤΑΙΡΕ, ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕΣ ΩΔΕ;


«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου,
  καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. 22, 11-12) 

Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου, και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.  

            Μία από τις πιο δύσκολες στην πρόσληψη παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λίγο πριν ο Χριστός συλληφθεί και οδηγηθεί στο Πάθος και στον Σταυρό. Ο Κύριος παρομοιάζει την βασιλεία των ουρανών με ένα γαμήλιο τραπέζι για τον γιο ενός βασιλιά. Στο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι οι φίλοι του βασιλιά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να παραστούν, άλλοι διότι δεν ήθελαν, άλλοι διότι είχαν εργασίες, γεωργικές και εμπορικές, ενώ άλλοι επέδειξαν τέτοια κακία, ώστε να σκοτώσουν τους απεσταλμένους του βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε, έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους, δείχνοντας ότι όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη ζωή και τον Θεό με όρους δικής σου εξουσίας, τότε θα συντριβείς. Ο βασιλιάς όμως θέλει να κάνει το τραπέζι  των γάμων και θα στείλει τους υπηρέτες του, για να φέρουν στο τραπέζι όσους βρούνε στις διακλαδώσεις των οδών και να τους καλέσουν. Θα έρθουν διάφοροι, κακοί και καλοί, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση. Ένας μόνο από όσους εισήλθαν, θα δείξει περιφρόνηση στον βασιλιά, ερχόμενος με ένδυμα ακατάλληλο για το τραπέζι, κάνοντας επίδειξη αλαζονείας και πνεύματος εξουσίας. Ο βασιλιάς, αφού τον ελέγξει, αποστομώνοντάς τον, θα διατάξει να τον δέσουν και να τον στείλουν στο σκότος το εξώτερο, επισημαίνοντας ότι πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί.

            Ο βασιλιάς είναι ο Θεός. Ο γιος Του είναι ο Χριστός και είναι ο Ίδιος και ο γάμος και η τροφή του τραπεζιού. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος του καθενός ανθρώπου και το Σώμα Του και το Αίμα Του η τροφή μας, ενώ το τραπέζι είναι η Θεία Λειτουργία. Οι ανάξιοι καλεσμένοι ήταν ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, αλλά και κάθε άνθρωπος, ο οποίος βάζει την επιβίωση, την υλικότητα, το συμφέρον πάνω από τη σχέση με τον Θεό, πάνω από την υιότητα, πάνω από την κοινότητα της Εκκλησίας. Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, γιατί του υπενθυμίζει την πρόκληση της αγάπης του Θεού, και αυτό γίνεται με την απόρριψη, την ειρωνεία, την κακία, κάποτε και το μαρτύριο, τότε ο άνθρωπος γίνεται εξουσιαστής. Αρνείται τον Θεό της αγάπης και ζητά να κυριαρχήσει η δύναμη και η εξουσία. Η συνέπεια όμως του παιχνιδιού της εξουσίας είναι η καταστροφή του ανθρώπου, η οποία έχει να κάνει με τον πνευματικό του θάνατο, ο οποίος γίνεται δυστυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, και την συντριβή, το κάψιμο των υλικών πραγμάτων στα οποία στηρίζεται, της πόλης στην οποία μένει και πιστεύει ότι μπορεί να είναι οχυρωμένη χωρίς Θεό. Η εξουσία φέρνει θάνατο, γιατί ο Θεός δεν δέχεται την ύβρη, την αλαζονεία του ανθρώπου.

            Μεγαλύτερος όμως είναι ο προβληματισμός για εκείνον που πηγαίνει στο τραπέζι του Θεού, χωρίς ένδυμα κατάλληλο. Είναι ο υποκριτής. Είναι εκείνος που προσποιείται ότι θέλει να πάει στον Θεό, χωρίς όμως να αλλάξει τον εαυτό του. Αυτός που μένει ως έχει. Χωρίς να αγαπά. Χωρίς να μετανοεί. Χωρίς να στολίζει την ύπαρξή του με ένδυμα που δείχνει σεβασμό και τιμή στον οικοδεσπότη Θεό. Και δεν είναι το υλικό ένδυμα, αλλά η ρυπαρή καρδιά που κάνει τον άνθρωπο ανάξιο του γαμήλιου τραπεζιού. Μας καλεί ο Χριστός που έγινε ένα με μας, για να μας δείξει ότι μας νιώθει, Αυτός ο οποίος σταυρώθηκε για μας, για να μας δοθεί ως θυσία και αγάπη, Αυτός που δεν μας ξεχνά ποτέ, αλλά είναι «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (από τη θεία λειτουργία, τέσσερις μετοχές ενεστώτα, που δηλώνουν παρόν και διάρκεια), να τον γευτούμε και να δούμε ότι Εκείνος είναι ο χρηστός, ο γλυκύς, ο καλός, που μας σώζει και μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αρχή και εμείς παρουσιάζουμε έναν εαυτό προκλητικό, ρυπαρό, αταίριαστο, χωρίς αιδώ και χωρίς να έχουμε το στολίδι, το ρούχο της αγάπης, όσο ταπεινό κι αν είναι, για να δείξουμε το «ευχαριστώ» για μια πρόκληση που, έτσι κι αλλιώς, δεν δικαιούμασταν.

            Η παραβολή μιλά για μας τους χριστιανούς. Αν είμαστε οι εξ αρχής κλητοί, μήπως αντιτάσσουμε τις βιοτικές μας μέριμνες ή το θέλημά μας στην διαρκή Κυριακή στην οποία μας καλεί ο Θεός; Μήπως αντιτάσσουμε την έπαρση μιας ψεύτικης παντοδυναμίας, ότι είμαστε θεοί, επειδή έχουμε γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, όπλα, επικοινωνία και νομίζουμε ότι όλα τα δικαιούμαστε; Μήπως δεν νιώθουμε ότι κληθήκαμε όντας στις διακλαδώσεις των δρόμων, δηλαδή άνθρωποι που αναζητούμε νόημα και σκοπό ζωής, χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε, και  ο Χριστός δεν μας αφήνει; Μήπως , τελικά, η έπαρση ότι συμμετέχουμε στα γαμήλιο τραπέζι της βασιλείας μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε, αρνούμενοι να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε, να συγχωρέσουμε, να ταπεινωθούμε;

            Ας γίνουμε οι εκλεκτοί, της αγάπης, της αλήθειας, της όντως ζωής εν τη Εκκλησία! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή ΙΔ’ Ματθαίου

9/1/26

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ


 Η κουλτούρα της ευεξίας έχει γίνει ένα είδος θρησκείας στους καιρούς μας. Η φροντίδα του σώματός μας, η δίαιτα, η άσκηση, η αισθητική είναι ένας τρόπος ζωής ο οποίος στηρίζεται στο αξίωμα ότι οφείλουμε στον εαυτό μας να τον προστατεύουμε, να τον περιποιούμαστε, να νικούμε τη ραθυμία, την αρνητική εικόνα που εκπέμπουμε απέναντι στους άλλους, ότι θα πρέπει να γίνουμε αποδεκτοί όχι για εκείνους, αλλά για εμάς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ενασχόληση με τη γιόγκα.  Πρέπει να αποβάλουμε από τον εαυτό μας σκέψεις και διαθέσεις, οι οποίες γίνονται βασανιστικές και γι’ αυτό, χωρίς να ασχολούμαστε με τη θρησκευτική διάσταση της γιόγκα, που είναι η ανακάλυψη του ινδουιστικού άτμαν εντός μας, αξιοποιούμε την αθλητική- γυμναστική της πλευρά, για να νιώσουμε καλύτερα.

Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.

Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.

Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;

Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου 2026