ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 178- ROWAN WILLIAMS, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΤΕΚΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ- ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, μτφρ. Χρήστος Μακρόπουλος, εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ
Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας Rowan Williams είναι ένας χριστιανός που μας εκπλήσσει. Προσωπικός φίλους του αείμνηστου Μητροπολίτη Διοκλείας και μεγάλης μορφής της Ορθόδοξης Θεολογίας Κάλλιστου Γουέαρ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, μετέφρασε στα αγγλικά τη Φιλοκαλία των Νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας, έχει επηρεαστεί έντονα από αυτόν, με αποτέλεσμα η γραφή του να είναι ορθόδοξη και όχι δυτική. Ο Williams παραιτήθηκε από Αρχιεπίσκοπος το 2012, -Κύριος οίδε- διαβλέποντας τί επρόκειτο να συμβεί στην Αγγλικανική Εκκλησία, και αποσύρθηκε στα ακαδημαϊκά καθήκοντα, φτάνοντας στο αξίωμα του Πρύτανη στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Το 2017 εξελέγη Εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών. Άνθρωπος πολυγραφότατος, αναζητητής, σπουδαστής και της Ορθόδοξης Θεολογίας και παράδοσης, συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τις γραφές του που είναι πιο ορθόδοξες από ορθοδόξους!
Από τις εκδόσεις Εν Πλω μεταφράστηκε στα ελληνικά (εξαίρετη η δουλειά του Χρήστου Μακρόπουλου) το βιβλίο του “Εκεί που στέκει ο Χριστός- τα πάθη του ανθρώπου και οι Μακαρισμοί του Θεού”. Διαβάζοντάς το (το λογοπαίγνιο “ εκεί που στέκει ο Χριστός” λειτουργεί συνειρμικά ως μία απάντηση στο “Εδώ στέκομαι” του πρωτεργάτη της Μεταρρύθμισης Μαρτίνου Λούθηρου), ο αναγνώστης μένει έκθαμβος από τον τρόπο που ο Williams προσεγγίζει ένα θέμα-κλειδί για τον ατομοκεντρικό άνθρωπο, δημιούργημα και της προτεσταντικής παράδοσης. Σε μια εποχή στην οποία η αμαρτία έχει υποκατασταθεί από το δικαίωμα να ζήσω όπως θέλω, αλλά και η επιθυμία έχει ταυτιστεί με τον εγωκεντρισμό να κάνω ό,τι θέλω, ο Williams βλέπει τα οκτώ κύρια πάθη του ανθρώπου, όπως τα καταγράφει ο Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος, μεγάλη μορφή της φιλοκαλικής και ασκητικής παράδοσης, ως μία αντεστραμμένη πυραμίδα, στην οποία οι οκτώ μακαρισμοί του Χριστού στην επί του Όρους ομιλία λειτουργούν ως αντίβαρα και απαντήσεις!
“Είμαστε επειδή είναι ο Θεός. Και είμαστε αυτό που είμαστε, επειδή ο Θεός είναι αυτό που είναι” (σ. 57), επισημαίνει ο Williams. Η παγίδα της εποχής μας είναι ο θρίαμβος της αυτοθέωσης και της αυτοδικαίωσης. Δεν χρειάζομαι τον Θεό για να είμαι, για να υπάρχω. Είμαι, επειδή είμαι. Δεν χρειάζομαι κατ’ ανάγκην να βλέπω τους άλλους ως εικόνες Θεού, να υπάρχω και γι’ αυτούς, αλλά μόνο να τους χρησιμοποιώ ως αντικείμενα. Αυτό διακηρύσσει η εποχή μας, αποθεώνοντας το κάθε εγώ, ζητώντας να είμαστε ο εαυτός μας, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξουμε. Όλοι γνωρίζουμε την πλάνη αυτή, την οποία ο θάνατος, ο έσχατος εχθρός μας, έρχεται να δείξει την ματαιότητά της. Και περνάμε τη ζωή μας παραδομένοι στα πάθη μας, δικαιολογώντας τα, αρνούμενοι να αγαπήσουμε και να αφήσουμε τον Θεό να έχει τον τελευταίο λόγο στη ζωή μας, χωρίς ταπείνωση δηλαδή και, τελικά, χωρίς ελευθερία.
Ο Williams χαρτογραφεί την ψυχή και προτείνει τη λύση. Αντί της υπερηφανείας την πτωχεία τω πνεύματι, δηλαδή την επίγνωση ότι έχουμε ανάγκη τον Θεό. Αντί της ακηδίας, που μοιάζει με το μεσημβρινό δαιμόνιο του Ψαλμωδού, το πένθος των Μακαρισμών, δηλαδή την αποδοχή ότι πονάμε κι εμείς και ο κόσμος και αυτό είναι πραγματικότητα, χωρίς να παρασυρόμαστε από έναν πολιτισμό που μας λέει ότι πρέπει συνεχώς κάτι να κάνουμε, να τα βλέπουμε όλα ωραία, καταπνίγοντας την οδύνη μας. “Αναγνωρίζω το πόνο μου , το αίσθημα της απώλειας που βιώνω, και δεν πάω να κρυφτώ από αυτό. Αναγνωρίζω ότι ο κόσμος είναι σημαδεμένος από την αδικία και τον πόνο, κι εγώ είμαι εδώ για να Σου το πω φωναχτά, εναποθέτοντας αυτόν τον πόνο ενώπιόν Σου” (σ. 106). Αντί της οργής, που δεν είναι το περιεχόμενό της αν είναι δίκαιο ή άδικο, αλλά κατά πόσον τυφλώνει τα μάτια της ψυχής μας, να αντιτάξουμε την πραότητα, δηλαδή την απόφασή μας να παλέψουμε να αναπαύουμε τους άλλους, με γαλήνη και εσωτερική εγρήγορση, με αποδοχή των τραυμάτων τους, όπως και των δικών μας. Αντί της γαστριμαργίας , που έχει να κάνει με την περιττή πολυτέλεια, την κατανάλωση περισσοτέρων αγαθών και όχι μόνο τροφής, την επιθυμία δηλαδή να παραφουσκώσουμε τον εαυτό μας με πράγματα που δεν μας χρειάζονται, με την μη αποδοχή της κτιστότητάς μας, με την πείνα και δίψα για δικαιοσύνη, για αγάπη δηλαδή που μοιράζεται ό,τι έχουμε και ό,τι είμαστε, όπως έκανε ο Χριστός. Αντί για τη φιλαργυρία, δηλαδή την επιθυμία μας να ελέγξουμε το μέλλον, τον εαυτό μας, τον άλλον, διά των υλικών αγαθών και της πλεονεξίας, του φόβου μας μην τυχόν και βρεθούμε στο έλεος των άλλων και του μέλλοντος, που μας οδηγεί στην εξασφάλιση πόρων με κάθε μέσο, να αντιτάξουμε την εμπιστοσύνη μας στο έλος και την πρόνοια του Θεού. Αντί της λαγνείας, δηλαδή της επιθυμίας χρήσης του άλλου ως αντικειμένου για την ικανοποίηση κάθε δικής μας επιθυμίας, με την καθαρότητα της καρδιάς, δηλαδή την επιθυμία να είμαστε ανοιχτοί στην αλήθεια και στην αγάπη, να βρούμε την αλήθεια και την ομορφιά του άλλου, αφήνοντας κατά μέρος το κακό. Αντί του φθόνου ή της κενοδοξίας, δηλαδή του φόβου μήπως στερηθούμε αυτό που θεωρούμε ότι δικαιωματικά μας ανήκει και η απόφασή μας να χρησιμοποιούμε το φαίνεσθαι ή το ψεύδος για να δοξαστούμε και προληπτικώς και πραγματικώς, να αντιτάξουμε την ειρήνη που έρχεται με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός μας αγαπά, χωρίς να μας συγκρίνει με κάποιον άλλον και χωρίς να παίζει το παιχνίδι του μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή πως ό,τι λείπει από εμάς το έχει κάποιος άλλος ή ό,τι έχουμε εμείς το χάνει κάποιος άλλος, καθώς η αγάπη του Θεού είναι για όλους και περίσσεια. Αντί για τη λύπη ή την απελπισία που εγκλωβίζεται στη στόχευση της ζωής με κέντρο τον εαυτό μας, την αποτυχία και την επιτυχία, με τον ονειδισμό μας για χάρη της αγάπης, για χάρη του Θεού, με την πίστη ότι οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας δίδονται για την ωρίμασή μας και όχι για την καταξίωσή μας, με την απόφασή μας να μην αντιτάξουμε βία στη βία, με την υπομονή στον διωγμό, με το κράτημα της πίστης ως εμπιστοσύνης. Όλη αυτή η θέαση και η εμπειρία μας οδηγεί τελικά στην ευγνωμοσύνη και την ευχαριστία για τη σχέση μας με τον Χριστό.
Αν το βιβλίο είναι μια έκπληξη, το δεύτερο μέρος του κάνει την έκπληξη ακόμη μεγαλύτερη. Ο Williams λειτουργεί με έναν τρόπο εκκλησιοκεντρικό. Αναλύει την έννοια της πνευματικότητας όχι στην προοπτική της αρμονίας και της ισορροπημένης ζωής εν τω κόσμω, όχι στην προοπτική μιας σοφίας δοσμένης με φιλοσοφικό τρόπο ή με τον τρόπο του life coaching, για να μπορούμε να είμαστε καλά, αλλά με την απόφασή μας να σταθούμε στον τόπο του Χριστού και να πορευθούμε με τον τρόπο του Χριστού, στον τρόπο της προσευχής και της αγάπης και της θέασης του άλλου “όχι με όρους ανταγωνισμού αλλά στην προοπτική της ενσάρκωσης, στο πρόσωπο του άλλου, μιας θείας δωρεάς. Η ζωή εν Πνεύματι είναι ζωή πέρα από τα όρια που εγείρονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους και ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό [μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω: και ανάμεσα σε εμάς και τον εαυτό μας, αφού το θείο Πνεύμα ανασύρει από μέσα μας αυτό που δεν γνωρίζαμε ότι ποθούσαμε (Ρωμ. 8,26)]. Η πνευματική ζωή- η ζωή εν Πνεύματι- είναι ζωή οριστικά απαλλαγμένη από τις εμμονές της αυτοδικαίωσης, αφού ο τόπος του Ιησού είναι ο τόπος Εκείνου στον οποίο ο Πατέρας αιωνίως λέει “ΝΑΙ”. Δεν υπάρχει ανάγκη να διαπραγματευτούμε τον χώρο ή να διεκδικήσουμε εύνοια και προνόμια, καθώς αυτά έχουν ήδη δοθεί, και πάντοτε δίνονται, στον Ιησού και διά του Ιησού” (σσ. 185-186).
Αυτός είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία και τη ζωή της βρίσκουμε την ερωτική κλήση του Θεού προς τον άνθρωπο και αυτό βιώνεται σε όλη τη μυστική παράδοση, τόσο της Ανατολής- Ορθοδοξίας, όσο και της χριστιανικής Δύσης. Ο Χριστός είναι ο Άλλος, ο κάθε άλλος, στον τόπο του οποίου καλούμαστε να γεννιόμαστε ως λογικά υποκείμενα, ως πρόσωπα που ζούμε την πορεία προς το καθ΄ομοίωσιν. Η χριστιανική ταυτότητα βλέπει τον Χριστό ως τον Κύριό μας και μας καλεί στον κόσμο, όπου ζούμε, χωρίς να παραθεωρούμε την ιστορία και την εκάστοτε εξουσία, να χαράσσουμε τη γραμμή οριοθέτησης: απέναντι στο κράτος σεβασμός, αλλά όχι συμμόρφωση όταν το κράτος δεν θέλει να επιτρέψει στον χριστιανό να ζει την πίστη στον Χριστό ως προτεραιότητα. Η πρώιμη χριστιανική σκέψη δείχνει ξεκάθαρα ότι η ζωή της Εκκλησίας είναι “μία εντόνως κοινοτική ζωή, που τη χαρακτηρίζει η αλληλεγγύη και η πειθαρχία, ταυτόχρονα όμως γίνεται επίμονα λόγος για μια καθολική συμπόνοια και ευσπλαχνία” (σ. 223). Ο δρόμος αυτός πηγάζει από το Τριαδολογικό δόγμα: “ο Ιησούς είναι η επί γης όψη της αιώνιας αγάπης μεταξύ του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος” (σ. 224). Ο Ιησούς είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος μας οδηγεί εν Αγίω Πνεύματι στον Πατέρα. “Το δόγμα, η προσευχή και η ηθική δεν βρίσκονται σε τακτοποιημένα χωριστά κουτάκια: το καθένα διαμορφώνει τα άλλα. Και δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι κατά τις περιόδους που μειώνεται η καθαρότητα των προτεραιοτήτων της Εκκλησίας ως κοινότητας, παρατηρείται και μια θολότητα ως προς το δόγμα. Ούτε θα πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι, ενδεχομένως, μειώνεται η θέρμη μας ως προς τη διακονία, τη συγχώρεση ή την ειρήνη, όταν έχουμε πάψει να σκεφτόμαστε με διαύγεια για τον αληθινό και αιώνιο χαρακτήρα του Θεού” (σ. 231).
Ο Williams κλείνει το βιβλίο του με μία δυνατή προτροπή: “η πίστη μας εξακολουθεί να είναι μια ,,φιλοσοφία του κελιού μελλοθανάτου’’, ιδίως μέσα σ’ έναν κόσμο που συγχέει τη ,,ζωή’’ με τη νίκη, την ευμάρεια, την κατασφάλιση εις βάρος των άλλων. Γνωρίζουμε καλύτερα τι σημαίνει πραγματικά η ζωή, τι πρέπει να εγκαταλειφθεί ώστε αυτή να ανθίσει, ποιες εκπληκτικές προοπτικές δωρεών διανοίγονται για εκείνους που βρίσκουν το θάρρος να κάνουν το βήμα πέρα απ’ τα συμβατικά και θρησκευτικά αυτονόητα. Κι αν ένας τέτοιος αγώνας είναι δύσκολος- και είναι δύσκολος, ακόμη κι αν , εδώ και τώρα, δεν απειλούμαστε με μαρτύριο- τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για κοινότητες πιστών που προσπαθούν να κάνουν βίωμα τις ριζοσπαστικές επιταγές: μοναστικές κοινότητες κατά τα παλαιά πρότυπα, νέες κοινότητες που εστιάζουν στην ειρήνη και τη μη-βία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από αυτά ως απομονωμένα άτομα, υιοθετώντας κάποια εσωτερική θρησκευτικότητα. Χρειαζόμαστε τη συγκεκριμένη πραγματικότητα του Σώματος του Χριστού, η οποία τρέφεται από το Σώμα και το Αίμα Του” (σ. 233).
Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που θα καλέσει σε τέτοιες κοινότητες, υπερβαίνοντας τη θρησκευτική συνήθεια. Χρειαζόμαστε να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αγωνιζόμενοι να υπερβούμε τα πάθη μας, όχι όμως για τον εαυτό μας μόνο, αλλά στα πλαίσια του “εμείς” της κοινότητας. Μακάρι να αφυπνιστούμε, ιδίως οι κληρικοί.
Ένα βιβλίο που αξίζει!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Απριλίου 2026

