1/20/21

ΠΛΗΤΤΩ...


                «Μητέρες της ακηδίας είναι άλλοτε η ψυχική αναισθησία, άλλοτε η λησμοσύνη του ουρανού και μερικές φορές η κόπωση. Αντίπαλοί της είναι η προσευχή και το εργόχειρο» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Στην πνευματική ζωή υπάρχει μία κατάσταση που ονομάζεται ακηδία. Σημαίνει την πλήξη, την βαρεμάρα, την επιθυμία να μην κάνουμε τίποτα. Αυτός που βρίσκεται στην ακηδία δεν θέλει να προσευχηθεί, δεν θέλει να κάνει εργόχειρο, δεν έχει ενθουσιασμό αλλά βρίσκει νόημα μόνο στην κάλυψη των υλικών αναγκών του. Αυτή η κατάσταση βιώνεται και στην καθημερινή μας ζωή.

                Συχνά οι άνθρωποι, μεγάλοι και μικροί, αναφωνούμε: «βαριέμαι, πλήττω». Την φοβόμαστε την πλήξη, διότι την θεωρούμε χωρίς νόημα και μαζί της φοβόμαστε τι θα κάνουμε τον χρόνο της πλήξης. Άλλοτε επιλέγουμε να κοιμόμαστε, να τεμπελιάζουμε. Ο πολιτισμός μας μάς έχει προσφέρει την αφθονία της εικόνας, του Διαδικτύου, της τηλεόρασης, του υπολογιστή, για να μη νιώθουμε ούτε μόνοι ούτε βαριεστημένοι, για να περνά η ώρα μας, για να ξεκουραζόμαστε από τους ρυθμούς της ζωής. Άλλοτε μας σπρώχνει στην ξένη ηδονή. Η ρουτίνα φέρνει πλήξη κι έτσι ένα ζευγάρι, που μπορεί να είναι και καλά, παρασύρεται σε πρόσκαιρες σχέσεις και επαφές. Τα παιδιά δεν διαλέγουν μία δημιουργική απασχόληση, αλλά σπάνε την βαρεμάρα τους κάνοντας σκέιμπορντ στις πλατείες και στα παγκάκια ή παίζοντας με τις ώρες ηλεκτρονικά παιχνίδια. Και όταν έρχεται η ώρα του εκκλησιασμού, μικροί και μεγάλοι πάνε όσο πιο αργά γίνεται, γιατί βαριούνται, δικαιολογώντας τον εαυτό τους ότι δεν καταλαβαίνουν τα τεκταινόμενα ή επειδή όλα στην Εκκλησία μοιάζουν επαναλαμβανόμενα, χωρίς περιπέτεια, βαρετά.

                «Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας», λέει ο ψαλμωδός. Και ζητά από τον Θεό να μας δώσει στήριγμα, βεβαιότητα της αγάπης Του στους λόγους Του, που σήμερα βαριόμαστε να διαβάσουμε, να ακούσουμε, να ψάλλουμε, που προϋποθέτουν έρωτα. Διότι το φάρμακο κατά της βαρεμάρας, κατά της ακηδίας, είναι ο έρωτας. Κι όχι μόνο στην πνευματική ζωή. Σε όλα. Ο ερωτευμένος γίνεται δημιουργικός. Γίνεται δοτικός. Από το μαγείρεμα του φαγητού και το πλύσιμο των πιάτων και τις υπόλοιπες δουλειές του σπιτιού, την νοικοκυροσύνη δηλαδή, μέχρι την λεπτομέρεια του φέρεσθαι και φαίνεσθαι, ο ερωτευμένος δεν προλαβαίνει να βαρεθεί. Και στην εργασία το ίδιο γίνεται. Αυτός που αγαπά ό,τι κάνει, δίνει τον εαυτό του. Μπορεί κάποτε να ξεπεράσει και το μέτρο, αλλά πότε ο έρωτας έχει μέτρο; Αν όμως όλα γίνονται για τα χρήματα, για την εξασφάλιση, για την ηδονή του πρόσκαιρου, τότε η πλήξη είναι εύκολη.

                Φοβόμαστε σήμερα να αντικρύσουμε την ακηδία μας κατάματα. Δεν θέλουμε τα παιδιά μας να πλήττουν, γιατί θα πρέπει να ασχοληθούμε μ’  αυτά. Παλαιότερα η γειτονιά κάλυπτε την πλήξη. Η εκκλησία το ίδιο. Το σχολείο. Όταν δεν είχαμε δουλειά, μαζευόμασταν παρέα και λέγαμε τα δικά μας ή παίζαμε. Σήμερα όλα έχουν πορευθεί προς την ατομικότητα, στηρίζονται στην αποστασίωση, ανεξάρτητα της πανδημίας. Κι αυτή η δίψα για ιδέες, για πρόσωπα, για αλήθεια καλύπτεται στην προχειρότητα του «γκουγκλαρίσματος». Στο ταξίδι στο YouTube και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στα like, στις καρδούλες, στα σχόλια για να μη νιώθουμε μόνοι. Κι ο έρωτας κρύβεται πίσω από την σάρκα. Σε λίγο καιρό θα παραγγέλνεται εικονικά.

Προσευχή και εργόχειρο μας χρειάζεται. Να λαμβάνουμε από τον Θεό και να δίνουμε στον άλλο, για να ξυπνήσει η καρδιά!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» 

στο φύλλο της Τετάρτης 20 Ιανουαρίου 2021

1/16/21

ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΙΝ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝ ΚΑΤΑΒΕΒΛΗΚΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΕΡΗΜΟΥΣ ΠΟΛΕΙΣ ΑΝΕΔΕΙΞΑΣ

 


«Ὅσιε πάτερ Ἀντώνιε, σύ τόν ζυγόν τοῦ Χριστοῦ ἐπί ὤμων ἀράμενος, τ Σταυρ τήν ἔπαρσιν τοῦ Σατάν καταβέβληκας, καί τάς ἐρήμους, πόλεις ἀνέδειξας, διά τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας σου» (Στιχηρό των Αίνων του Όρθρου της εορτής του Αγίου Αντωνίου, 17ης Ιανουαρίου)

«Όσιε πάτερ Αντώνιε, εσύ σήκωσες τον ζυγό του Χριστού στους ώμους σου φέροντας τον Σταυρό, και κατατρόπωσες την υπερηφάνεια του Σατανά, και ανέδειξες τις ερήμους πόλεις, με τον τρόπο που έζησες».


                «Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμα μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους νηστεύοντας  και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε κοντά στο μικρό χωριό Κόμα (σήμερα Κιμάν Αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Ο άγιος Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκαταστάθηκε και εκείνος σε ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους φτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή εν τη καρδία. Ωσάν μέλισσα, κάθε  φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη, και όταν γύριζε στο κελλί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες τις αρετές. Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέον άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει, υποβάλλοντάς τον σε ποικίλους πειρασμούς... Σε έναν τέτοιο μεγάλο πειρασμό, που προέκυψε όταν έζησε για κάποιο διάστημα σε έναν αρχαίο τάφο, που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες, ο Χριστός ήλθες σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μια ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: ’Πού ήσουν Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτήν την μάχη με τον σατανά;’. Ο Χριστός του αποκρίθηκε: Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη’» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος 5ος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)

                Όταν διαβάζουμε τα συναξάρια μεγάλων Αγίων , όπως ο οικιστής της ερήμου άγιος Αντώνιος ο Μέγας, αισθανόμαστε ακόμη πιο έντονες τις πνευματικές μας ελλείψεις. Νιώθουμε ότι είναι ανύπαρκτος ο ζήλος μας να εγκαταλείψουμε την εξάρτησή μας από τα βιοτικά. Δεν έχουμε δίψα όχι να επισκεφθούμε ανθρώπους που αγωνίζονται πνευματικά, αλλά ούτε καν να διαβάσουμε γι’ αυτούς. Ακόμη όμως κι αν τους επισκεπτόμαστε ή τους διαβάζουμε, δίδουμε έμφαση σε ορατά σημεία της αγιότητάς τους που εντυπωσιάζουν ως προς το φαίνεσθαι. Αναζητούμε απαντήσεις για τον Αντίχριστο και την Δευτέρα Παρουσία, θέλουμε τα προορατικά χαρίσματα, δηλαδή να μας πούνε το μέλλον μας, ζητούμε από αυτούς να μας δώσουν συμβουλές για τα προβλήματά μας, αλλά δεν νιώθουμε την ανάγκη να διδαχτούμε από αυτούς την οδό της μετανοίας. Την οδό της νηστείας και της προσευχής. Της απαλλαγής από κάθε μνήμη ευχαρίστησης για το χτες και προσδοκίας ενός αύριο που το χαρακτηριστικό του θα είναι το να είμαστε και να περνάμε καλά, εμείς και όσοι είναι δικοί μας. Την οδό της ελεημοσύνης. Το να κοιτάξουμε εντός μας και να δούμε την έπαρσή μας, η οποία εκφράζεται με την απαίτηση να έχουμε δίκιο σε ό,τι λέμε και ό,τι κάνουμε και ό,τι σκεφτόμαστε. Την απόφαση να είναι η αρετή στόχος ζωής. Και βέβαια, την πεποίθηση ότι συνεχώς καλούμαστε να πολεμήσουμε την έπαρση του διαβόλου, ο οποίος θέλει να μας καταπιεί, υποβάλλοντάς μας σκέψεις υπερηφάνειας, κάποτε απελπισίας, απιστίας, αμφιβολίας, ώστε να φύγει ο Θεός από την προτεραιότητά μας. Και βλέπουμε ότι σε όσους αγωνίζονται ο Χριστός είναι παρών, δίπλα τους. Στηρίζει, αφού επιτρέψει να σηκώσουν τον σταυρό τους. Και κάνει την συνάντηση μαζί τους Εκκλησία, δηλαδή κοινότητα προσώπων που νιώθουν ότι ο ένας μπορεί και πρέπει και θέλει να είναι δίπλα στον άλλο, ακόμη κι αν οι πόλεις που ζούμε έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους την επιδίωξη της ατομικής ευτυχίας και ικανοποίησης.

                Όμως η γιορτή ενός Αγίου δεν υφίσταται για να απογοητευτούμε. Για να πούμε ότι η ζωή και το παράδειγμά του δεν είναι για μας. Είναι ευκαιρία να αφυπνιστούμε και να προχωρήσουμε στο λίγο που μας αναλογεί, σε ό,τι η πνευματική μας ζωή μας δίδει. Κι αυτό ξεκινά από την παραίτηση από το εγωκεντρικό φρόνημα. Τον σταυρό να αφήσουμε τα πάντα στου Θεού το θέλημα. Όχι με κριτήριο την οκνηρία και την παραίτηση από τον αγώνα της ζωής μας, αλλά με επίγνωση πως ό,τι είναι για καλό μας ο Θεός επιτρέπει να μας δίδεται, ενίοτε και μέσα από δοκιμασίες. Αυτή όμως η πίστη θέλει κόπο πνευματικό και άσκηση. Αν δεν μάθουμε να προσευχόμαστε με την έννοια της εμπιστοσύνης, του ανοίγματος της καρδιάς μας χωρίς χρονικό καταναγκασμό, βιασύνη και προχειρότητα, αν δεν επιλέξουμε την νηστεία από ό,τι μας αρέσει για όσο μπορούμε, αν δεν διαλέξουμε την μελέτη της αληθείας διά της Γραφής και της παράδοσης της πίστης μας, όπως και την καλλιέργεια του νου μας με κάθε πνευματική τροφή, ακόμη και θύραθεν, τότε ο εγωκεντρισμός δεν θα φύγει.

                Σημείο της προόδου είναι η έγνοια για τον άλλον. Ο άγιος ήταν πάντοτε ελεήμων. Και η ελεημοσύνη είχε να κάνει και με την προσφορά σε υλικά αγαθά, κυρίως όμως με την προσευχή και την διδαχή προς τους άλλου. Και έτσι η έρημος έγινε πόλη. Οι μοναχοί συγκάτοικοι στην πορεία προς τον Θεό. Έμαθαν να βλέπουν τους άλλους ως οικείους και συνοδοιπόρους και τότε η έπαρση του Σατανά συντρίβεται.  Διότι ο διάβολος χωρίζει τους ανθρώπους υποτάσσοντάς τους στην αντίληψη της ατομικής προτεραιότητας, δόξας, ηδονής. Και ό,τι είναι ατομικό, συνήθως χωρίζει τον άνθρωπο και από τον Θεό και από τον πλησίον. Οι λογισμοί και η υπερηφάνεια υποβάλλουν στον άνθρωπο την αντίληψη ότι ο κόσμος πρέπει να δει τα πράγματα όπως ο ίδιος τα βλέπει και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο. Είναι όμως σταυρός να αρνηθούμε την πρόταξη του εγώ. Να συναισθανθούμε, αφού αφουγκραστούμε και μελετήσουμε, τι θέλει ο Θεός και τι μπορεί να αντέξει και ο άλλος και εμείς και να επιδιώκουμε την συνάντηση, αίροντας τα εμπόδια.

                Ο Μέγας Αντώνιος μάζεψε γύρω του ανθρώπους, καθιστώντας την έρημο πόλη. Οι άλλοι μοναχοί αποδέχτηκαν τον τρόπο του ως τον κατά Θεό τρόπο. Δεν έγιναν όλοι οι άνθρωποι μοναχοί, ούτε άντεξαν όλοι οι μοναχοί στην οδό του Μεγάλου Αντωνίου. Ο ίδιος έβαλε το κελλί ως βάση της μοναχικής ζωής. Τον τόπο του ο καθένας ας τον έχει ως βάση για την ζωή του την πνευματική. Την θέση, το χρέος, το καθήκον του, τους οικείους του. Ας κάνει πράξη την θυσία και την αγάπη αίροντας τον σταυρό του, μη λησμονώντας ότι ούτε οι άλλοι είναι απαραίτητο όλοι να αντέξουν αυτήν την πορεία και ότι ο καθένας μας είναι επιρρεπής στην πτώση λόγω του πειρασμού της υπερηφάνειας, της κόπωσης και της ανυπομονησίας να τα δούμε όλα όπως τα επιθυμούμε. Νιώθοντας όμως τον Χριστό δίπλα μας, θα παλέψουμε. Αρκεί να επιλέξουμε να έχουμε πρότυπά μας ανθρώπους, όπως ο Μέγας Αντώνιος, κάποτε όμως και απλούς και ταπεινούς, που μας διδάσκουν αθόρυβα. Ανθρώπους που μας οδηγούν στην οδό της μετάνοιας, του σταυρού, της αγάπης. Ας μη μένουμε μόνο όμως στα πρόσωπα. Ας διδασκόμαστε από το έργο και τους λόγους τους. Και ο Χριστός θα μας στηρίζει!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 17 Ιανουαρίου 2021

Αντωνίου του Μεγάλου

1/14/21

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 71- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ, « ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥΣ», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

           


Ένα μυθιστόρημα όπως «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους»  του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ) φαντάζει ιδιαίτερα αναχρονιστικό σήμερα, όχι για το θέμα του, αλλά για την νοοτροπία που φέρνει. Κι όμως, ο αναγνώστης του θα μπορούσε να φιλοσοφήσει σε βάθος τον κόσμο και την ζωή μας, ακριβώς διότι τα θέματα τα οποία αποτυπώνονται διά των προσώπων και της τεχνικής της ανάπτυξης από έναν σπουδαίο αληθινά νεοέλληνα λογοτέχνη, βαθύτατο γνώστη της ανθρώπινης ψυχολογίας, ιδεολόγο και ονειροπόλο, όπως ήταν ο Κερκυραίος Κωνσταντίνος Θεοτόκης, αναδεικνύουν τι λείπει και από τους καιρούς μας:  το να θελήσει ο άνθρωπος να ακολουθήσει τα πραγματικά του όνειρα που περνούν από την απάντηση στο μεγάλο δίλημμα:  «εξουσία ή αγάπη»;

                Οι ήρωες του Θεοτόκη είναι σκλάβοι, ο καθένας για διαφορετικούς φαινομενικά λόγους, στην ουσία όμως για τον έναν και συγκεκριμένο:  επιλέγουν να βάλουν την αγάπη σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την κάθε μορφής εξουσία. Ο κόντες Οφιομάχος δεν θα διστάσει να θυσιάσει την θυγατέρα του Ευλαλία αναγκάζοντάς την να παντρευτεί τον γιατρό Στεριώτη για να γλιτώσει από την χρεωκοπία και να διατηρήσει την νοοτροπία της αριστοκρατίας ότι οι άρχοντες δεν εργάζονται, ούτε πουλούνε την περιουσία τους, ούτε ασχολούνται με ζητήματα της καθημερινότητας. Ο γιος του Γιώργης θα θυσιάσει την αγάπη του  για την Αιμιλία Βαλσάμη, υποκύπτοντας στην εξουσία της κοινής γνώμης η οποία θα έλεγε ότι την παντρεύτηκε για τα χρήματά της. Ο έτερος γιος, Σπύρος, θα καταστρέψει τον εαυτό του, για να μην αναγκαστεί να εργαστεί και χάσει την αριστοκρατική του λάμψη και καταγωγή. Η μικρή κόρη του κόντε Λουΐζα θα πουλήσει τον εαυτό της ακολουθώντας τον γιο ενός τραπεζίτη που της υπόσχεται καλή ζωή, υποκύπτοντας με τη σειρά της στην εξουσία του χρήματος και της αυτάρκειας. Η Ευλαλία θα αρνηθεί τον μεγάλο της έρωτα, τον Άλκη Σωζόμενο, για να υποταχτεί στην πατρική εξουσία και να σώσει από την οικονομική και κοινωνική καταστροφή την οικογένειά της, χωρίς όμως τελικά να καταφέρει τον σκοπό. Η σύζυγος του κόντε τον έχει παντρευτεί  όχι επειδή τον αγαπά, αλλά γιατί αυτή ήταν η μοίρα των γυναικών της αριστοκρατίας, να παντρεύονται περιουσίες, ονόματα, καταγωγές και όχι ανθρώπους που τις αγαπούσαν γι’  αυτό που ήταν. Ο Περικλής Βαλσάμης παντρεύεται την Αιμιλία για να αισθάνεται ότι έχει γυναίκα, στην ουσία όμως έχοντας αγοράσει όχι την αγάπη της, διότι αυτή δεν την είχε ποτέ, αλλά την παρουσία της. Η Βαλσάμη θα υποταγεί στην εξουσία της εκδίκησης για την απόρριψη του έρωτα του Γιώργη και θα καταστρέψει την οικογένεια του κόντε. Ο γιατρός Στεριώτης, άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, θα προοδεύσει με τον κόπο, την γνώση, τους κοινωνικούς και προσωπικούς ελιγμούς, θα πάρει στα χέρια του τα χρέη του κόντε και θα εξαγοράσει τον γάμο με την κόρη του Ευλαλία, όχι γιατί την αγάπησε, αλλά για να έχει νομιμοποίηση ότι ανήκει κι αυτός στην άρχουσα τάξη. Κι ενώ θα πετύχει στην ζωή του, δεν θα μπορέσει ποτέ του να αγαπήσει. Από άνθρωπος του λαού, γίνεται το ίδιο εξουσιομανής, εγωπαθής και αδιάφορος για τα συναισθήματα των άλλων, όπως οι άρχοντες του καιρού του. Και βέβαια, αυτός που θα παραμείνει αυθεντικός θα είναι ο Άλκης Σωζόμενος, άνθρωπος που ονειρευόταν την κοινωνική επανάσταση για έναν πιο δίκαιο, ανθρώπινο, ευγενικό κόσμο, ιδίως για τους φτωχότερους. Μόνο που κι αυτός θα συντριβεί στις μυλόπετρες της εξουσίας του χρήματος, για να νικηθεί οριστικά από την εξουσία του θανάτου.

                Οι σκλάβοι αυτοί έχουν εκλάμψεις ελευθερίας στη σκέψη τους, ιδίως όταν μεσολαβεί στην ψυχή τους ο έρωτας. Νικιούνται όμως από το χρέος της καταγωγής, της κοινωνικής θέσης, κάποιων αξιών που στηρίζονται στο «φαίνεσθαι». Τα πάντα γίνονται για το «φαίνεσθαι». Ο έρωτας διαχωρίζεται στο επίπεδο της σαρκικής απόλαυσης που γίνεται διέξοδος στην πλήξη των αποτυχημένων και ανύπαρκτων σχέσεων, και στο επίπεδο της γνήσιας κοινωνίας, του αληθινού συναισθήματος, το οποίο όμως είναι ανίσχυρο μπροστά στην εξουσία του χρήματος, της καταγωγής, της θέσης.  Γι’  αυτό και ο συγγραφέας γράφει με την μελαγχολία του νικημένου, παρότι ονειροπόλος. Αφήνει να διαφανεί ότι αν υπήρχε περισσότερη δικαιοσύνη, τότε οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζήσουν διαφορετικά. Αφήνει το βαθύ παράπονό του για την αδυναμία ο άνθρωπος να είναι ον που σχετίζεται, με αγάπη, θάρρος και διάθεση να αλλάξει τον κόσμο, και την σκλαβιά που υφίσταται όποιος αφήνει τον εαυτό του ηττημένο στην ψευδαίσθηση ότι να περνάς καλά, χωρίς κόπο, χωρίς όνειρο, αλλά μόνο με κριτήριο να θεραπεύσεις την πλήξη είναι η πραγματική απώλεια της ελευθερίας! Δεν χρειάζεται εξωτερικός εχθρός να σε αιχμαλωτίσει.

                Εξαιρετικό το περιβάλλον στο οποίο το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται. Η Κέρκυρα του τέλους του 19ου αιώνα, με απηχήσεις από την παλιά διαμάχη για την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, με την διαφωνία του αρχοντολογιού που αναθεματίζει τον Μητροπολίτη Αθανάσιο Πολίτη, ο οποίος με την Ένωση το εξίσωσε με τους ποπολάρους, κάτι που οι τέως άρχοντες δεν το δέχτηκαν και γι’  αυτό εξακολουθούσαν να ζούνε όπως στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, μιμούμενοι τους χορούς, τις δεξιώσεις, τα παιχνίδια μπριτζ, τις βόλτες με τις άμαξες, την συντήρηση αλόγων, κρατώντας τα μεγάλα πορτρέτα των προγόνων και αξίες που απογύμνωναν την ουσία της ύπαρξης, εντοπίζοντας τα πάντα στην υποκρισία του «φαίνεσθαι». Οι τοκογλύφοι που εκμεταλλεύονταν την ανάγκη των αριστοκρατών να μην αλλάξει τίποτα στην ζωή τους, αλλά και την ανάγκη των φτωχότερων να επιβιώσουν και οδηγούσαν τους πάντες σε εξάρτηση, σκλαβιά και εξαχρείωση και οικονομική και ηθική. Παράλληλα, το κράτος-λάφυρο, στο οποίο οι πολιτικές παρατάξεις ήθελαν να κυβερνήσουν για να  διορίζουν δημόσιους υπαλλήλους (με αποκορύφωμα τα κόμματα των Δηλιγιάννη και Τρικούπη) και η συνεχής γκρίνια των αριστοκρατών ότι τελικά ο λαός δεν άξιζε την ελευθερία του. Η γυναίκα- λάφυρο, που το μόνο που αξίζει σ’  αυτήν είναι η προίκα, ενώ ο άντρας είναι βέβαιος πως «είναι πλάσμα με μικρό νου, με αλλόκοτη σκέψη και μαζί της η συνεννόηση είναι αδύνατη. Το μόνο που ο άντρας ημπορούσε ν’ απαιτήσει από αυτήν ήταν η συζυγική πίστη... κι αυτήν έπρεπε το κράτος με τους νόμους του να την εξασφαλίζει... αφού αναγνώριζε σα θεμέλιο λίθο του την οικογένεια και αρχηγό της οικογένειας τον άντρα»  (σελ. 237).

 Και βέβαια, το όραμα για μια επανάσταση που θα έκανε τον κόσμο δικαιότερο: «βασιλεύει στον τόπο η Πλάνη και η Πρόληψη. Η επιστήμη δεν έχει σκοπό την αλήθεια, η γραμματική θέλει να εξουσιάζει την τέχνη και η κρατική θρησκεία μαραίνει την Πίστη» (σελ. 100). « Δεν υπάρχει δρόμος άλλος παρά ο πόλεμος και η Επανάσταση!» (σελ. 101). « Τόσες γενεές ανθρώπων που ‘χαν ζήσει σκοτεινά, ποτίζοντας με  τον ίδρο τους μία γη που δεν ήταν δική τους, μέγα πλήθος ψυχές που τες τυραννούσε αδιάκοπα και τις έσκιαζε ο δυνάστης» (σελ. 92). « Η οικονομική ακμή είναι πολιτισμός, αλλά και τα οικονομικά ενός λαού ακμάζουν, όταν πολιτίζεται» (σελ. 97). «Η επανάσταση θα καθαρίσει τον τόπο, θα καταδικάσει τον παλαιό κόσμο, με σωτήριο φοβέρισμα θα κατασιγάσει κάθε αντίδραση!» (σελ. 101). «Η επανάσταση που θα φέρει το φως της δημιουργίας στην ασκήμια ενού πραγματικού κόσμου, άγονου και στείρου, άδικου και σκληρού, που η ίδια του η υπόσταση άλλο δεν ήταν παρά λύπη, πόνος, αρρώστια και θάνατος... μια επανάσταση για την ανθρώπινη σοφία, για την ανθρώπινη τέχνη, για την ανθρώπινη αρετή!»  (σελ. 150-151). Ο Άλκης, μαζί με τον συγγραφέα, συνειδητοποιεί την ματαιότητα του ονείρου, γιατί η αγάπη δεν μπορεί να νικήσει την εξουσία, αλλά μας αφήνουν να διαπιστώσουμε ότι θα άξιζε η προσπάθεια.   

                Ο Θεοτόκης θυμίζει τους «δαιμονισμένους» ήρωες του Ντοστογιέφσκι, τους υποταγμένους στα πάθη, καίτοι ονειροπόλους, τους αυτοκαταστροφικούς γιατί δεν μπόρεσαν να νικήσουν την σκλαβιά κάθε εξουσίας. Για τον Ντοστογιέφσκι η απάντηση βρίσκεται στην μετάνοια και την συγχώρεση, καθώς και την ελπίδα στον Θεό. Για τον Θεοτόκη δεν υπάρχει διέξοδος. Ο κόσμος θα συνεχίσει να πορεύεται με τους σκλάβους να εγκλωβίζονται και να μην θέλουν να φύγουν από τα δεσμά τους, επικαλούμενοι το χρέος προς τους άλλους, ιδίως προς την οικογένειά τους, με μόνη διέξοδο μια κάποια εκδίκηση όπως και όσο μπορούν σ’  αυτούς που θεωρούν υπαίτιους. Αλλά και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες μας φέρνουν στην σκέψη εικόνες από τον Ντίκενς, τη Νάνσυ και τον Σάικς στον «Όλιβερ Τουίστ», την Έμιλυ και τον Στίφορθ στον «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», τον Πιπ και την Εστέλα στις «Μεγάλες Προσδοκίες» και την κ. Χάβισαμ. Μόνο που ο Ντίκενς δεν αφήνει τους ήρωές του να καταργήσουν την αξιοπρέπειά τους, όπως οι περισσότεροι στο έργο του Θεοτόκη, ίσως γιατί για τον Ντίκενς ο άνθρωπος αλλάζει παλεύοντας με τον κόπο του, αρκούμενος και στα λίγα, μη υποκύπτοντας στις δεσμεύσεις της καταγωγής και της κοινωνικής του τάξης, ενώ η σαρκική ηδονή δεν είναι η αναπλήρωση της πλήξης στις ανθρώπινες σχέσεις!

                Σ’  αυτό το τελευταίο ο αναγνώστης του εξαιρετικού αυτού μυθιστορήματος μπορεί να σπουδάσει τους καιρούς μας. Στην πλήξη της πραγματικότητάς μας αναζητούμε αναπληρώσεις είτε στην εικονική πραγματικότητα, είτε σε «γρήγορες» σχέσεις, χωρίς περιεχόμενο. Έχουμε παραιτηθεί από τον αγώνα να αλλάξει ο κόσμος και συνήθως και από το να αλλάξουμε εμείς.  Το ερώτημα όμως κατά πόσον οι άνθρωποι μπορούμε να δικαιολογήσουμε την παρουσία μας στον κόσμο αυτό αν δεν αγαπήσουμε αληθινά, αν δεν νιώσουμε την καρδιά του άλλου να χτυπά δίπλα μας και την ίδια στιγμή αν δεν αποφασίσουμε να θυσιάσουμε, όταν και αν χρειαστεί, όχι τους άλλους, αλλά τον εαυτό μας στην προοπτική μιας αλλιώτικης ζωής, με ποιότητα και αυθεντικότητα, παραμένει. Αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και από εμάς και με εμάς μέσα του ή θα παραμείνουμε παραδομένοι στις δομές και τους ρυθμούς του, συμβιβασμένοι και ανίκανοι ακόμη και να ερωτευθούμε;

Ο σκλάβος στα δεσμά της εξουσίας, του χρήματος, του καλού ονόματος, του φαίνεσθαι, κυρίως όμως των παθών άνθρωπος χρειάζεται λύτρωση!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 14 Ιανουαρίου 2021

1/12/21

ΤΟ ΨΕΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

“Το ψεύδος είναι εξαφάνισις της αγάπης ” (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Μικρότεροι και μεγαλύτεροι έχουμε συνηθίσει το ψέμα να είναι μία από τις συνιστώσες της ζωής μας. Όταν θέλουμε να δικαιολογηθούμε για κάτι, για να αποφύγουμε να μας μαλώσουν, να περάσουμε την δυσκολία της στιγμής, αρνούμαστε την πραγματικότητα, αρνούμαστε τις ευθύνες μας, κάνουμε ότι δεν γνωρίζουμε, κατηγορούμε, κάποτε και συκοφαντούμε τους άλλου, για να βγούμε αλώβητοι. Και δεν αισθανόμαστε ενοχές. Στόχος μας να επιπλεύσει το εγώ μας στην επιφάνεια της θάλασσας που είναι η ζωή. Και ταυτιζόμαστε τόσο πολύ με το ψέμα μας, που καθιστούμε και τον εαυτό μας διπρόσωπο. Υπερασπιζόμαστε ένα φαντασιακό «εγώ», το οποίο το καθιστούμε ταυτότητά μας, μόνο και μόνο για να μην κοπιάσουμε να αλλάξουμε την ζωή μας, να μην αποδεχθούμε αυτό που έχουμε κάνει, να μην ελέγξουμε τον εαυτό μας, να μην ταπεινωθούμε ζητώντας συγγνώμη.

Το ψέμα όμως είναι εξαφάνιση της αγάπης. Αν αγαπούμε τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τον ίδιο μας τον εαυτό, αγαπούμε την αλήθεια και εκφράζουμε την αλήθεια. Η ύπαρξη θέλει γενναιότητα. Θέλει αυθεντικότητα. Θέλει να έχουμε πάρει απόφαση ότι στα λάθη μας δεν νικιόμαστε, αλλά ζητούμε συγχώρεση γι’  αυτά και την ίδια στιγμή ξεκινάμε από την αρχή. Είναι προτιμότερο να στενοχωρήσουμε τους άλλους, όταν διαπιστώνουν ότι δεν είμαστε οι τέλειοι που φαντάζονται ή που απαιτούν από εμάς, αλλά να κάνουμε καινούργιες προσπάθειες, παρά να υποκρινόμαστε. Είναι τίμιο να αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας και, συνήθως, αυτό το εκτιμούν όσοι έχουν επίγνωση, παρά να κρυβόμαστε. Και η τιμιότητα έχει λείψει από την εποχή μας.

Ας δούμε τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ανεβάζουμε φωτογραφίες του εαυτού μας δείχνοντας πως πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Κι αυτό συμβαίνει από τις απαρχές της εφηβικής ηλικίας και συνεχίζεται και στις μεγαλύτερες. Πειστήκαμε από την διαδικτυακή εποχή μας, πειστήκαμε από τον ναρκισσισμό που ελλοχεύει στην καρδιά και τον νου, ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από μας. Και βέβαια αυτό δεν είναι αλήθεια. Η ψευδαίσθηση όμως έχει γίνει πίστη. Και πορευόμαστε νιώθοντας ικανοποίηση που κάποιοι μπορούν να συζητούν όχι για τα έργα μας, για τις ιδέες μας, για το ποιοι είμαστε, αλλά για την εμφάνιση, την όψη, το φαίνεσθαί μας. Τίμια όμως είναι η μαρτυρία όταν μιλούμε γι’  αυτό που είμαστε και πιστεύουμε και όχι για να κολακέψουμε την ματαιοδοξία ή την κενοδοξία μας.

Πόσα ψέματα ντύνονται οι λέξεις στην οικογένεια! Το ψέμα συνοδεύει την απιστία, την αδιαφορία, τον φόβο για τον άλλον. Το ψέμα συνοδεύει την άρνηση να αναλάβουμε τις ευθύνες έναντι του/της συζύγου, των παιδιών, όπως και κάνει τα παιδιά να αρνούνται τον κόπο των γονέων τους. Το ψέμα κάνει την αγάπη να υποφέρει  ή την εξαφανίζει, διότι όταν πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο ή δικαιούμαστε κατά πάντα, τότε η ομορφιά της αγάπης που είναι μοίρασμα, προσφορά, ευθύνη και αλήθεια μπαίνει στην άκρη.

Και η σχέση μας με τον Θεό ταλαιπωρείται από το ψέμα. Όταν η αγάπη για τον Θεό δεν είναι προτεραιότητα στην ζωή μας, τότε θριαμβεύουν οι προφάσεις εν αμαρτίαις. Δεν εκκλησιαζόμαστε, δεν προσευχόμαστε, δεν κοινωνούμε, δεν μελετούμε, δεν εμπιστευόμαστε, ακριβώς διότι έχουμε αφήσει στην άκρη την αγάπη.

Καιρός για μετάνοια λοιπόν και νέες αρχές αλήθειας!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Ιανουαρίου 2021

1/9/21

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 70- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ, “ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ” - “ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΕΛΑ”, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”


 Φεύγοντας από την σκιά του μεγάλου Κωστή Παλαμά, στα τέλη του 19ου αιώνα, μία ομάδα Ελλήνων λογοτεχνών που έχει επιλέξει την δημοτική γλώσσα ως βάση γραφής κάνει μία σημαντική προσπάθεια  να δώσει στην τέχνη ένα κοινωνικό όραμα. Ξεχωριστή θέση σ’  αυτή την γενιά που δίνει τα στίγματά της από το 1890 και μετά κατέχει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923. Κερκυραίος στην καταγωγή, “σπούδασε στο Παρίσι και σε Γερμανικά πανεπιστήμια και ενστερνίστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες  που γνώριζαν άνθηση. Με το πεζογραφικό του έργο άσκησε κριτική σε μια κοινωνία που βρίσκονταν στην εποχή του περάσματός της από την φεουδαρχία στον αστισμό. Θεωρείται ως ο εισηγητής του κοινωνιστικού μυθιστορήματος. Οραματίζονταν έναν κόσμο καλύτερο, δικαιότερο, ηθικά ομορφότερο. Ακολούθησε το δημοτικιστικό κίνημα, στο οποίο η συμβολή του υπήρξε σημαντική” (σημείωμα του επιμελητή Σπύρου Κοκκίνη). 

Τα έργα του εκτυλίσσονται ουσιαστικά στην Κέρκυρα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Αυτό το βλέπουμε στα δύο εξαιρετικά μυθιστορήματα “Κατάδικος” και “Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα”, που εκδόθηκαν το ένα μετά το άλλο (1919 και 1920) και που αποτυπώνουν τον προβληματισμό του συγγραφέα για την κοινωνία της εποχής του, κυρίως όμως για την φύση του ανθρώπου. Χωρίς να λείπουν οι ηθογραφικές και νατουραλιστικές αναφορές είναι εξαιρετικός ο τρόπος που ο Θεοτόκης χειρίζεται τον εσωτερικό μονόλογο, στην προσπάθειά του να περιγράψει το πώς αισθάνονταν οι ήρωές τους, ποια ήταν τα κίνητρά τους, τα ηθικά διλήμματά τους, οι πτώσεις και οι αναστάσεις τους. 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα λέγαμε ότι ο Θεοτόκης είναι επηρεασμένος από τους συγγραφείς που προηγήθηκαν, όπως και ο Παπαδιαμάντης. Ντοστογιέφσκι και Ντίκενς δίνουν στον Κερκυραίο συγγραφέα ευκαιρίες να αντλήσει τεχνικές και μορφές, κυρίως όμως την τάση για να επικρατήσει, αν όχι η δικαιοσύνη, τουλάχιστον η θέληση του ανθρώπου να μην νικηθεί από το κακό. Γι’ αυτό και οι ήρωες του Θεοτόκη στα δύο μυθιστορήματα, ακόμη κι αν ζούνε παραδομένοι στα πάθη τους, όπως ο Πέτρος Πέπονας στον “Κατάδικο” και ο Καραβέλας στο έργο που αναφέρεται στην ζωή και τον θάνατό του, εντούτοις δεν είναι αντιπαθείς. Ο Θεοτόκης κεντά τις προσωπικότητές τους με τέτοιον τρόπο ώστε να αισθανόμαστε ότι θα μπορούσαμε να ήμασταν στην θέση τους. Ο Πέπονας ερωτεύεται την Μαργαρίτα, την γυναίκα του Γιώργη Αράθυμου, και  σπρωγμένος από το πάθος του, θα σκοτώσει τον άντρα της που δεν έχει αντιληφθεί τίποτα, για να την έχει δική του. Ο Καραβέλας ερωτεύεται την Μαρία, την σπιτονοικοκυρά του, αλλά καθώς δεν μπορεί να της κάνει της ίδιας κακό, θα καταστρέψει την οικογένειά της και θα εκδικηθεί όλη την κοινότητα η οποία τον ειρωνεύεται και τον χρησιμοποιεί, χωρίς να του αναγνωρίζει το δικαίωμα στον έρωτα, την χαρά, την ζωή. 

Και στα δύο μυθιστορήματα υπάρχουν τα πρόσωπα τα οποία λειτουργούν αντίρροπα στα πάθη των κεντρικών ηρώων. Στον “Κατάδικο” είναι ο περίφημος Τουρκόγιαννος, ένας αληθινός άγιος, ο οποίος οραματίζεται έναν κόσμο δικαιότερο, αλλά με γνώμονα την πίστη στον Χριστό, την ταπεινότητα, την μετάνοια για τα λάθη, κυρίως όμως την αγάπη που ξέρει να συγχωρεί. Ένας ερωτευμένος περιθωριακός, νόθος γιος μιας μάνας που χωρίς να φταίει υφίσταται τον βιασμό από τους Τούρκους στην Βόρειο Ήπειρο και καταφεύγει στην Κέρκυρα για να ζήσει και εκεί διαπιστώνει την εγκυμοσύνη. Ο Τουρκόγιαννος θα γνωρίσει την περιφρόνηση, τον διωγμό, την απόρριψη για το ότι ερωτεύτηκε κι αυτός την Μαργαρίτα. Θα του δώσει βοήθεια στην ζωή του ένας δάσκαλος ο οποίος θα του πει μια μεγάλη αλήθεια: “την λύτρωση λαβαίνουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι που είναι λίγοι ή εκείνοι που αλαφρώνουν του αλλουνού τον πόνο ή οι κακοί που μετανιώνουν” (σελ. 47). Σκοπός της ζωής του θα είναι η καλοσύνη. Η θυσία. Η αγάπη. Ακόμη και όταν διαπιστώνει ότι η Μαργαρίτα μοιχεύει με τον Πέπονα θα την καλύψει. Η αγάπη σκεπάζει τις αμαρτίες του άλλου. Μα το κακό κάνει τον άνθρωπο καχύποπτο, αδύναμο να διαγνώσει την πρόθεση του άλλου, κι έτσι ο Τουρκόγιαννος και τα δύο βόδια τα οποία χρησιμοποιεί για να καλλιεργήσει τα χωράφια του Αράθυμου θα πρέπει να σφαχτούν, για να κυβερνήσουν τα πάθη και το εγώ που επιθυμεί. Κι έτσι ο Τουρκόγιαννος θα καταδικαστεί για τον φόνο του Αράθυμου και θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στην φυλακή, εκεί που θα καταλάβει ότι η πρόνοια του Θεού τον έστειλε για να βοηθήσει κι άλλους ανθρώπους να βρούνε την συγχώρεση και την λύτρωση, όπως ο Κάης, που χάρις στον Τουρκόγιαννο θα μετανοήσει για το έγκλημά του να σκοτώσει τον αδερφό του. Και όταν στην φυλακή θα έρθει ο Πέπονας για λόγους αντίστασης κατά της αρχής που κυνηγά για χρέη έναν φτωχό άνθρωπο, ο Τουρκόγιαννος θα αναλάβει την ευθύνη για το έγκλημα που δεν έκανε, για να μην χωρίσει την Μαργαρίτα από τον Πέπονα, να μην αφήσει για δεύτερη φορά ορφανά τα παιδιά του Αράθυμου, για να μην αποκαλυφθεί μία αλήθεια που οι συνέπειές της θα είναι δυσβάσταχτες. 

Στον “Καραβέλα” είναι ο Γιάννης, ο άντρας της Μαρίας. Άνθρωπος απλοϊκός, δουλευτής, ταπεινός, είναι ο μόνος που δεν ειρωνεύεται τον Καραβέλα, αλλά του φέρεται με αγάπη, τον δικαιολογεί, τον συγχωρεί ακόμη και γι’ αυτά που έχει κάνει. Δεν μπορεί να κυβερνήσει την ζωή και την οικογένειά του, αλλά έχει αφήσει τις υποθέσεις του στον αδερφό του Αργύρη και στην γυναίκα του Μαρία. Ο ίδιος αγαπά, εργάζεται, συγχωρεί. Και μέσα στην ταπεινότητά του παραμένει το σύμβολο ενός κόσμου ο οποίος έχει χώρο ακόμη και για τους αμαρτωλούς, τους περιθωριακούς, τους απόκοσμους, ένας κόσμος στον οποίο δεν κυβερνά το συμφέρον αλλά η αγάπη. Ρομαντικός ήρωας, αλλά κι αυθεντικός ταυτόχρονα. Διαχρονικό πρότυπο που δεν φαίνεται να είναι για μας, όπως και ο Τουρκόγιαννος, αλλά που δείχνει την βαθιά πεποίθηση του συγγραφέα ότι στην ανθρώπινη ποιότητα βρίσκεται η απάντηση και όχι στην εξουσία, το συμφέρον και τα πάθη!

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τα γυναικεία πρόσωπα στα δύο μυθιστορήματα. Από την μία η Μαργαρίτα, η οποία είναι μία γυναίκα που αναζητεί τον έρωτα πέρα από την συμβατική σχέση στα πλαίσια του γάμου και των συζυγικών καθηκόντων, ικανή να διαχειριστεί το σπίτι και τον άντρα της, όχι όμως κατά βάθος ευτυχισμένη. Ο έρωτας της λείπει και τον βρίσκει στο πρόσωπο του Πέπονα. Ο έρωτας ως επιθυμία να αισθανθεί ο άνθρωπος ότι είναι μοναδικός και όχι ότι απλώς επιτελεί το καθήκον του σ’ αυτή τη ζωή, είναι κοινωνικά αποδεκτός και πορεύεται προς τον θάνατο.  Και είναι η δίψα για έρωτα που νικά τον θάνατο η αιτία που γεννιέται ο θάνατος. Η Μαρία δεν θέλει τον έρωτα, αλλά τον χρησιμοποιεί για να νικήσει το παιχνίδι της εξουσίας με τον αδελφό του άντρα της τον Αργύρη και την γυναίκα του Χρυσάνθη. Κάνει τον Καραβέλα να την ποθεί, για να τον εκμεταλλευτεί, χωρίς να του δοθεί, για να αποτρέψει τον Αργύρη να κερδίσει ένα καλύτερο σπίτι. Ο έρωτας εδώ γίνεται μέσο όχι για να νικηθεί ο θάνατος, αλλά για να παραδοθούν τα πάντα στην ύλη. Μόνο που κι εδώ το μήνυμα του συγγραφέα είναι ξεκάθαρο: όταν θα μας καταπιεί ο θάνατος, πώς μπορεί ο άνθρωπος να αναλώνεται στην απόκτηση αγαθών και να χάνει την ανθρωπιά, την αγάπη, τον σεβασμό; 

Κλειδί για την δράση των μυθιστορημάτων οι κοινότητες στις οποίες ζούνε οι ήρωες. Η Κέρκυρα είναι ο τόπος της δράσης. Η κερκυραϊκή διάλεκτος δένει γλυκά στις συνομιλίες των ηρώων μεταξύ τους, χωρίς όμως να δεσπόζει. Η αγροτική ζωή που εξασφαλίζει τα προς το ζην, αλλά όχι τον πλούτο. Μια ταξικότητα, την οποία ο Θεοτόκης επικρίνει, αλλά που δεν φαίνεται να θεωρεί ότι η απαλλαγή από αυτήν είναι η τελική λύση για την ευτυχία, όπως επίσης και η αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν δίκαια, επηρεασμένοι από την νοοτροπία της επαρχίας, τις καθεστηκυίες αξίες, τον καθωσπρεπισμό, η αδυναμία ακόμη να δούνε την καρδιά και την έγνοια του άλλου, επειδή πρέπει να δεσπόζει μια φτιαχτή κανονικότητα, αποτυπώνουν μία κοινωνία στην οποία η αγάπη δεν μπορεί να νικήσει, ο ένας να στηρίξει αυθεντικά τον άλλον, δεσπόζουν στα μυθιστορήματα. Η αυτοκτονία του Καραβέλα φέρνει στο προσκήνιο την σκληρότητα της κοινωνίας, η οποία πρώτα εξουθενώνει αυτόν που δεν είναι αρεστός, στην συνέχεια τον αναγκάζει να παραβιάσει τους κανόνες της ή να γίνει ο ίδιος “πειρασμός” (σελ. 163), για να τιμωρήσει και να εκδικηθεί και στο τέλος τον οδηγεί στον θάνατο, για να αρνηθεί ουσιαστικά να τον θάψει με τους άλλους ανθρώπους, να αρνηθεί να τον θεωρήσει μέλος της στην κοινή μοίρα όλων. Ίσως γι’ αυτό ο Παπαδιαμάντης στην “Φόνισσά” του θα την αφήσει στο μεταίχμιο της θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης, για να δείξει στην κοινωνία της εποχής του και κάθε εποχής ότι το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος δεν πρέπει να λησμονείται από κανέναν, η ιδιότητα της “εικόνας του Θεού” αφήνει στον Θεό τον τελευταίο λόγο. Ο Θεοτόκης βλέπει  κι αυτός την μετατροπή του χριστιανισμού σε ηθικολογία και παλεύει με τον τρόπο του να ξαναδώσει το ουσιαστικό νόημα της χριστιανικής παράδοσης, που έγκειται στην αγάπη!  

Σπουδαία και τα δύο μυθιστορήματα, ευκαιρία για αναστοχασμό στους καιρούς μας. Έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο: αντί για έρωτα να νοιαζόμαστε μόνο για ηδονή. Επειδή στην οικογένεια υπάρχει η συμβατικότητα, έχουμε διαλύσει την οικογένεια. Ομνύουμε στην διαφορετικότητα, αλλά στην πράξη ανεχόμαστε την αδικία, την φτώχεια, την εκμετάλλευση. Απαλλαγήκαμε από καθεστηκυίες συλλογικές νοοτροπίες και τις ανταλλάξαμε με τον θρίαμβο του “εγώ” που τα δικαιούται όλα. Ομνύουμε στην αλήθεια, αλλά όταν έρχεται η στιγμή να την δούμε στον εαυτό μας, κρυβόμαστε! Και έχουμε αφήσει στην άκρη την πίστη όχι ως συμπεριφορά και ανταμοιβή, αλλά ως αγάπη, συγχώρεση και λύτρωση, για να είμαστε ήσυχοι ότι αφού όλα οδηγούν στο μηδέν, μπορούμε χωρίς εσωτερικό έλεγχο να κοιτάμε μόνο για την επιβίωση και τον εαυτό μας. Οι αντιφάσεις της πανδημίας εξηγούνται. Η αδυναμία να χαράξουμε μία πορεία στην οποία το ατομικό και το συλλογικό θα συνυπάρχουν όχι στην εξουσία, αλλά στην αγάπη και τον σεβασμό στον άλλο και την αλήθεια, είναι εμφανής. Η πρόταση του Θεοτόκη να ξαναγυρίσουμε στην ανθρώπινη ποιότητα είναι μια λύση που αξίζει προσοχής.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 9 Ιανουαρίου 2021

ΤΟ ΦΤΥΑΡΙ ΚΑΙ Η ΣΤΑΘΜΗ

“Ὅσιε πάτερ, πανσεβάσμιε Γρηγόριε… πτύον ὄντως γεωργικόν, ᾧ τό βαρύν τε καί κοῦφον τῶν δογμάτων εὖ διακρίνεται καί στάθμη ἀκριβείας πάντας ἰθύνουσα πρός τρίβους σωτηρίας. Χριστόν ἱκέτευε, Χριστόν δυσώπει πάντοτε, τόν ἐν ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου ἀναπλάσαντα κόσμον σῶσαι τό γένος ἡμῶν” (Στιχηρό του Εσπερινού της εορτής του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης στις 10 Ιανουαρίου κάθε χρόνο).

“Όσιε πάτερ, πανσεβάσμιε Γρηγόριε, ανεδείχθης όντως φτυάρι γεωργικό που έσκαψες την αλήθεια ως γη και έκανες να διακρίνεται καλά η βαρύτητα και η ανακούφιση που πηγάζουν από τα δόγματα της πίστης και είσαι η στάθμη εκείνη που οδηγεί με ακρίβεια στους δρόμους της σωτηρίας. Ικέτευε πάντοτε για χάρη μας τον Χριστό, παρακάλεσε τον Χριστό, αυτόν που μέσα στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού ανέπλασε τον κόσμο να σώσει το ανθρώπινο γένος”.

 

“Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, ως απαύγασμα των ιδιοτήτων Του και όλως ιδιαίτερα της κραταιάς ελευθερίας Του. Υπέπεσε ο άνθρωπος στην φθορά και περιβλήθηκε τους δερμάτινους χιτώνες της θνητότητας και των παθών, εξαιτίας της κακής χρήσης  που έκανε αυτής της ελευθερίας, και δεν μπόρεσε να αποκατασταθεί στην προτεραία κατάσταση, να εισέλθει εκ νέου σε κοινωνία με τον Θεό και να ξαναβρεί την διακεκριμένη θέση του ιερέως και βασιλέως της κτίσεως, παρά διά της Ενανθρωπήσεως του Χριστού. Εμβολιαζόμενος διά του βαπτίσματος στο Σώμα του Χριστού, και εμβαθύνοντας αδιάκοπα την παρουσία  του Κυρίου εντός του, στην ψυχή διά των αρετών και στο σώμα διά των Μυστηρίων, ο άνθρωπος μπορεί στο εξής να προοδεύσει άπειρα ενούμενος ασυγχύτως με τον άπειρο Θεό, φέροντας μαζί του το ανθρώπινο γένος και τον κόσμο ολόκληρο, που τον μεταμορφώνει σε Εκκλησία” (“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, μήνας Ιανουάριος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)

Θλίψη πιάνει όποιον προβληματίζεται για το ανθρωπολογικό ερώτημα, για το τι είναι ο άνθρωπος, βλέποντας την πορεία του κόσμου και του πολιτισμού μας. Ο άνθρωπος ως φιλήδονη ύπαρξη δεσπόζει στους καιρούς μας. Δικαίωμα στην ηδονή, με κάθε τρόπο και μέσο, είναι η φωνή που ακούγεται και διατρανώνεται παντού. Άνθρωποι λαγνεύοντες στην γυμνότητά τους, άνθρωποι που οι συζητήσεις τους είναι στραμμένες στην πονηρία της σαρκός, άνθρωποι που περιεργαζόμαστε, συνήθως χωρίς αιδώ, ό,τι θεοποιεί το πρόσκαιρο, την φθαρτότητα, τον δερμάτινο χιτώνα της σαρκός μας. 

Από την άλλη, δικαίωμα στην επιβίωση, δικαίωμα στην γνώση, δικαίωμα στην ελευθερία να μην υπάρχει αυτό που οι πολλοί πιστεύουμε για τον Θεό: ότι είναι δηλαδή ένας μικρός ηθικός δυνάστης, που μας λέει τι πρέπει να κάνουμε, να σκεφτούμε, να προσπαθήσουμε για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή, αδιαφορώντας για την παρούσα. Κλειδί του στοχασμού αυτού ο μηδενισμός. “Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν”, το μότο που θριαμβεύει συνειδητά ή ασυνείδητα. Δεν πορευόμαστε προς έναν Θεό που μας αγαπά, που μας φωτίζει, που μας αναπλάθει, που είναι ο τελικός προορισμός μας, αλλά είμαστε τόσο δεμένοι με τα του παρόντος κόσμου, ώστε έχουμε αποφασίσει ότι μόνο αυτός έχει νόημα και ότι ο θάνατος συνεπάγεται το τέλος κάθε ύπαρξης. Αφού πεθαίνω εγώ, τι να έχει σημασία; Ας προλάβω να χαρώ και να απολαύσω, όπως και όσο μπορώ σ’ αυτήν την ζωή. Και ό,τι με κάνει να αποδεσμεύομαι από την δυναστεία του Θεού και των όποιων κανόνων, είναι καλό. Ακόμη κι αν ο Θεός δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του, εγώ το ακολουθώ και το κάνω να απορρίπτει. Έτσι πιστεύω. Έτσι μου αρέσει.

Όταν βλέπουμε όμως παραδείγματα, όσοι τουλάχιστον το επιζητούμε, από την παράδοση της Εκκλησίας μας, όταν βλέπουμε Αγίους που υπήρξαν αναζητητές της αλήθειας και της αιωνιότητας που πηγάζει από την σχέση με τον Θεό, αναθαρρούμε. Νιώθουμε ότι όλο αυτό το οποίο ζούμε είναι φαινόμενο και δεν μπορεί να περιορίσει την δύναμη του νοούμενου. Γιατί στο ανθρωπολογικό ερώτημα η Εκκλησία δίνει μίαν άλλη απάντηση. Ότι δεν υπάρχουμε για να πεθάνουμε, αλλά για να ζήσουμε. Ότι χωρίς να αρνούμαστε τις χαρές της ζωής, αν τις βάλουμε στην προοπτική της αγάπης για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τότε αυτές παίρνουν αξία που ξεπερνά την στιγμή. Την ηδονή του τώρα. Ότι χωρίς να αρνούμαστε την δύναμη που δίνει η γνώση, την ανακούφιση από τον πόνο, την καλλιέργεια του νου που μας προσφέρει, τις απαντήσεις για το “πώς και πότε” ξεκίνησε ο κόσμος, αλλά και το “γιατί δεν καταστρέφεται, αλλά συνεχίζει να υπάρχει”, υπάρχει ένας παράγοντας που πάντοτε θα απαντά στο “Ποιος”. Αν δεν μας ικανοποιεί το τυχαίο, το αυθύπαρκτο, της φύσης, το υποταγμένο στον χρόνο, μπορούμε να στραφούμε προς τον Δημιουργό των πάντων και τον Αναμορφωτή, τον Αναπλάσαντα τους ανθρώπους. Να νιώσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι, αλλά υπάρχει ελπίδα, υπάρχει Αυτός που μας αγαπά και στέκεται, φανερώς ή αφανώς, δίπλα μας, για να μας ανοίξει τα μάτια προς το Φως. Τον Ίδιο δηλαδή. 

Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, μικρότερου αδελφού του Μεγάλου Βασιλείου, αυτόν τον δρόμο μας δείχνει. Ότι ένας πανεπιστήμων άνθρωπος αναζήτησε στην χαρά της μυστικής, εν τη καρδία, συνάντησης με τον Θεό, την απάντηση σε όλα τα ερωτήματα του κόσμου και του ανθρώπου, ακόμη και σ’ αυτά που δεν μπορούν άμεσα να απαντηθούν. Έσκαψε, με το φτυάρι της αναζήτησης της αλήθειας και την υπομονή του γεωργού που ξέρει ότι αν δεν εργαστεί συστηματικά, αν δεν ξεχερσώσει την γη από τους σβώλους, τις πέτρες και ό,τι άχρηστο, δεν μπορεί τίποτα να καρπίσει, αλλά και κρατούσε την στάθμη, ώστε να ισορροπεί, να μην τεντώνεται περισσότερο από ό,τι χρειαζόταν, να μη βγαίνει έξω από τα όρια των δυνατοτήτων του, αλλά και να μην κάνει τους συνανθρώπους του να παρεκκλίνουν, καθώς είχε πάντοτε την αίσθηση εντός του ότι η ευθύνη της αναζήτησης της αλήθειας δεν έχει να κάνει μόνο με τον αναζητητή, αλλά επηρεάζει και τους άλλους, ενώ αν υποτάξουμε την αλήθεια στα προσωπικά συμφέροντα, που δεν είναι κατ’ ανάγκην υλικά, αλλά μπορεί να απλώνονται στην φιλοδοξία για κυριαρχία, τότε και θα σφάλουμε και θα βλάψουμε.

Ας σκάβουμε εντός μας, ώστε να βρίσκουμε τα πάθη μας και να παλεύουμε με υπομονή να τα ξεριζώσουμε. Δεν είμαστε μόνοι μας σ’ αυτόν τον δρόμο, διότι μόνοι μας δεν μπορούμε να πετύχουμε το αίσιο. Είναι ο Χριστός δίπλα μας, αρκεί να θέλουμε να εμβολιαστούμε με την χάρη των μυστηρίων, ιδίως της Θείας Κοινωνίας, αρκεί να θέλουμε να παλέψουμε, χωρίς θόρυβο, για να ζήσουμε την μυστική χαρά της αρετής, της προσευχής, της ευλογίας να είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού και να αναζητούμε τον Θεό ως νικητή του θανάτου και δοτήρα του Φωτός και της αιώνιας ζωής. Στον θόρυβο του κόσμου, η απάντηση είναι η πίστη στον Χριστό. Δεν παίζουμε στο παιχνίδι του να αποδείξουμε ό,τι για μας είναι η εμπειρία και η αλήθεια. Οι άγιοι είναι οι στάθμες της ακρίβειας. Οι άγιοι είναι οι οδηγοί μας. Μπορεί να φαινόμαστε λίγοι. Προσευχόμαστε για όλους. Αγαπούμε και συγχωρούμε όλους. Και δίδουμε την μαρτυρία μας σκάβοντας εντός μας και συναντώντας όπως και όσο μπορούμε τον πλησίον μας στην Εκκλησία και την ζωή της, αλλά και την καθημερινότητά μας. Τα πάντα αγιάζονται και αναπλάθονται. Αρκεί να υπάρχει ο Χριστός. Η απάντηση στο ερώτημα τι είναι ο άνθρωπος. Εικόνα Χριστού. Παιδί του Θεού που Τον αναζητεί παντού και πάντοτε. Κατά πάντα και διά πάντα.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 10 Ιανουαρίου 2021

Μετά τα Φώτα- Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

1/6/21

ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΟΥΡΑΝΟΣ

 


Η εκκοσμικευμένη εποχή μας έχει ως στόχο την μετοχή του ανθρώπου στην ευχαρίστηση της κατανάλωσης. Έχει μετατρέψει ακόμη και την θρησκεία σε καταναλωτικό προϊόν. Γι’ αυτό και περιορίζει την λειτουργία της στο επίπεδο των εθίμων, των συμβόλων, της μεταφυσικής. Δεν κατανοεί και δεν θέλει να κατανοήσει ότι η πίστη στον Θεό νοηματοδοτεί τις καρδιές των ανθρώπων που αγωνίζονται να την ζήσουν. Χωρίς την πίστη υπάρχει ένα αίσθημα σκοταδιού. Περιορίζοντας την μετοχή του ανθρώπου στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς αυτή χρειάζεται χρόνο, προτείνοντας πειρασμούς που θυμίζουν την δοκιμασία του Χριστού μετά την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό η εποχή μας δείχνει ότι το ψυχικό σκοτάδι είναι γι’ αυτήν αδιάφορο. Άλλωστε δεν βλέπει την ψυχή ως την ζώσα πνοή που εμφύτευσε ο Θεός στον άνθρωπο, αλλά ως μία καθαρά εγκεφαλική λειτουργία, η οποία σταματά με την έξοδό μας από την ζωή.

Σκοτάδι δεν είναι μόνο η απουσία νοήματος. Είναι και η αμαρτία, όχι μόνο ως αποτυχία του ανθρώπου να αγαπήσει τον Θεό και να τηρήσει το θέλημά Του, αλλά και ως απόλαυση της θεϊκής απουσίας. Ο πιστός άνθρωπος όμως δεν αποδέχεται την αμαρτία ως φυσική του κατάσταση. Θέλει “λίγο φως για να γίνει το σκοτάδι ουρανός” (Φίλιππος Πλιάτσικας/Λαυρέντης Μαχαιρίτσας/Διονύσης Τσακνής). Και το φως έρχεται όταν ατενίσουμε τον κόσμο, την φύση, την κτιστότητα, ως πεδίο αγιασμού από τον Θεό που έγινε άνθρωπος και βαφτίστηκε στο νερό, για να δείξει ότι τα πάντα στην προοπτική της κοινωνίας μαζί Του μεταμορφώνονται σε αγάπη, σε δόξα, σε ευχαριστία, σε καινούργιες αρχές, ακόμη και το σκοτάδι της ψυχής μας.

Πειραζόμαστε από την εποχή μας. Η επιβίωση διά της πέτρας που πρέπει να γίνει με κάθε τρόπο άρτος, η δύναμη που έχουμε ανάγκη να αισθανθούμε, κάποτε εκβιάζοντας και τον ίδιο τον Θεό, αλλά και ο θρίαμβος του “έχειν”, να έχουμε ξεπουλήσει κάθε ίχνος μοιράσματος, χρόνου, αισθημάτων, ελπίδας, αγαθών, μόνο και μόνο για να περνάμε καλά, να πλήττουμε λιγότερο, να μην αισθανόμαστε την ψυχή βάρος, είναι δρόμοι που δείχνουν πως ο κόσμος ζητά από μας την ελευθερία μας. Να του την παραδώσουμε, για να είμαστε ένα μ’ αυτόν. Να αισθανόμαστε ότι ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε το σκοτάδι, τουλάχιστον δεν είμαστε μόνοι μας. Ότι δεν χρειάζεται να βγούμε από το σπήλαιο στην επιφάνεια, διότι “ίσως το φως θα ‘ναι μία νέα τυραννία” (Κ.Π. Καβάφης).

Ο Χριστός ξεπέρασε τους πειρασμούς αντιτάσσοντας τον λόγο του Θεού, την ταπείνωση και την αναγνώριση της αλήθειας. Είναι ο Ίδιος το φως και μας δείχνει τον τρόπο και τον δρόμο. Και όλα αλλάζουν μέσα από την σχέση μαζί Του. Αρκεί να αφήσουμε μια χαραμάδα στην ψυχή μας κι Εκείνος θα μας κάνει να δούμε τα πάντα αλλιώτικα. 

Αυτόν τον Χριστό της Εκκλησίας έχουμε ανάγκη να συναντήσουμε στην χαρά των εορτών. Αυτόν να μεταδώσουμε στα παιδιά μας, στις συναναστροφές μας, στον εαυτό μας. Να ξαναβρούμε την ψυχή μας κι ας είμαστε λίγοι και, κάποτε, μόνοι. Ο τρόπος περνά, άλλωστε, μέσα από την έρημο του κόσμου. Η πίστη δεν μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή από τους καιρούς μας. Αυτό δεν είναι προς αποκαρδίωση, αλλά προς επίγνωση ότι τα πάντα μπορούν να αγιαστούν από τον Χριστό. Χρειάζεται όμως το “ναι” τους. Το “ναι” μας! 

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τρίτης 5 Ιανουαρίου 2021