8/28/26

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 184- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ


    Ένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο του καιρού μας, ιδίως εκείνον που η εργασία ή το λειτούργημά του τον φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους, λειτουργώντας σε μία σχεσιακή προοπτική, η οποία άλλοτε ενισχύει τους στόχους του και άλλοτε (το σύνηθες) τον απογοητεύει, είναι η ψυχική ανθεκτικότητα. Εχθροί της είναι η ρουτίνα της αστικής κοινωνίας, η εντατικοποιημένη εργασία, η απουσία οράματος πέραν της επιθυμίας για πλουτισμό, το έλλειμμα αγάπης για τον άνθρωπο σε μια ατομοκεντρική πραγματικότητα. Όλα αυτά κουράζουν ψυχικά τον άνθρωπο. Τον κάνουν να αισθάνεται ότι τίποτα από όσα κάνει δεν του δίνει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει ούτε στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, ούτε στη ζωή του με περιεχόμενο. Ιδίως όταν έρχονται απροσδόκητα δύσκολες και ανατρεπτικές της κανονικότητάς του στιγμές και καταστάσεις, ο άνθρωπος μπορεί και να συντριβεί ψυχικά. Να νιώσει ότι τίποτε δεν αξίζει και ότι όλα όσα έχει κάνει είναι μάταια, εκτός από άχρηστα. Και δεν είναι η θρησκεία η μόνη απάντηση, δηλαδή μία μεταφυσική θεώρηση της ζωής, η οποία περνά από την υπομονή, κάποτε ιώβειο, αλλά η ίδια η ζωή στην οποία χρειάζεται να βρούμε ή να χτίσουμε ελπίδα.
    Χρειαζόμαστε λοιπόν εμψύχωση. Αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου βιβλίου του κ. Βασίλη Καραποστόλη, ενός σπουδαίου διανοούμενου των καιρών μας, ομότιμου καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος συχνά με την επιφυλλιδογραφία του και τα κείμενά του μας δίνει τη δυνατότητα ενός πολύ γόνιμου, υπαρξιακού, κοινωνικού, σχεσιακού προβληματισμού, κάνοντάς μας να ξαναβλέπουμε την πορεία της ζωής μας. “Το πιο βαθύ, το πιο συναρπαστικό όνειρο του ανθρώπου είναι να κρατά το τιμόνι μπροστά στα απρόοπτα” (σ.9). Μόνο που ο άνθρωπος, συνήθως, οργανώνει τις άμυνές του μπροστά στα απρόοπτα (κυρίως στηριζόμενος στην αποταμίευση ή τον πλουτισμό), “αντί να ετοιμάζει ένα άνοιγμα στον κόσμο” (σ.10). Γι’ αυτό και “ύστατο μέλημα του ανθρώπου είναι να μην εξορίσει από μέσα του την ιδέα ότι είναι ικανός και για άλματα” (σ.13).
     “Η ανάγκη της εμψύχωσης” (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι βιβλίο που χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο επιγράφεται “Η γέννηση των προσδοκιών”. Ο συγγραφέας μας καλεί να σπουδάσουμε τον μύθο της Ηούς και του Τιθωνού, να δούμε δηλαδή τη ζωή με βάση “τον έρωτα για τη δυνατότητα να ξεπεταχθεί το ωραίο μέσα από το τετριμμένο” (σ.21), χωρίς να παραδιδόμαστε στα χρειώδη. “Ο μέγιστος κίνδυνος έρχεται όταν ο ανθρώπινος βίος γίνεται ανεξέταστος” (σ. 30). Γι’ αυτό χρειάζεται να εξετάζουμε τις επιθυμίες μας. Να βλέπουμε αν από την ικανοποίησή τους ή μη θα προκύψει σημαντική χαρά ή σημαντική λύπη, για να μπορούμε να  τις κατατάσσουμε στις αναγκαίες ή μη. Το ίδιο και με τις ηδονές.  Γι’ αυτό χρειάζεται και ονειροπόληση και δράση, όχι παράδοση στον μηδενισμό. Έτσι, υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιήσουμε τη φαντασία μας, όχι για να δραπετεύσουμε στον χώρο της ψευδαίσθησης, αλλά για να δημιουργήσουμε συνθήκες και να ενεργοποιήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δεν είναι το ανέφικτο αυτό στο οποίο πρέπει να στοχεύουμε, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας και τους στόχους μας αν κάτι μοιάζει ανέφικτο. Πρώτα χρειάζεται να παλέψουμε, να βάλουμε δύναμη και φαντασία μέσα μας, ώστε να μη γίνουμε μειοδότες της ζωής, αλλά εκείνοι οι οποίοι θα παλεύουμε, ακόμη κι αν συναντούμε διαψεύσεις και ματαιώσεις, για ό,τι αληθινά αξίζει για μας.
    Ο συγγραφέας θα επιμείνει σε κάτι που έρχεται να συναντήσει την πνευματική μας παράδοση: “να θέλεις να επιθυμείς εκείνο που δεν εξαντλείται” (σ.56). Αυτό για μας είναι ο Χριστός και η αγάπη. Είναι το Απόλυτο που μοιάζει ανέφικτο, όμως γίνεται ένα κίνητρο όντως ζωής, ένα κίνητρο που σε κάνει να μην πτοηθείς εντελώς, ακόμη και στις ήττες σου. Εδώ λοιπόν η φαντασία που δημιουργεί, ονειρεύεται, αναζητεί τρόπους, διψά, σε κάνει να αναζητείς δάσκαλο, διότι “δέχθηκες να γίνεις μαθητής” (σ.63), ώστε να αναζητείς κάτι που υπερβαίνει την ημέρα, την καθημερινότητα, το παρόν. Γι’ αυτό αξίζει να παλέψεις, να προσθέσεις, ακόμη και να θυσιαστείς. 
    Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Φαντασία και Ελπίδα”. Ο συγγραφέας επισημαίνει μία μεγάλη αλήθεια που μας διαποτίζει: “η πρωτογενής ανάγκη του ανθρώπου για ενωση με τους ομοίους του επισκιάσθηκε από τη δευτερογενή ανάγκη του να ξεχωρίσει μέσα στους πολλούς. Στη συνέχεια, από την ανάγκη για ξεχώρισμα πέρασε στην επιδίωξη της επικράτησης, και με την επιδίωξη αυτή επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε όταν αποκόπηκε από το φυσικό βασίλειο: στον απέραντο φόβο ότι είναι κατάμονος, φόβο που, για να τον σκεπάσει, ήταν έτοιμος ακόμη και να φθάσει στον φόνο. Έτσι, απλώθηκε και δεν έπαψε να απλώνεται η ανασφάλεια” (σσ.69-70). Η περιγραφή αυτή μάς δείχνει το γιατί του θριάμβου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στους καιρούς μας. Συμμετέχουμε σ’ αυτά για να είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας, τους οικείους μας. Θέλουμε να ξεχωρίσουμε όμως ανάμεσά τους και γι’ αυτό αναρτούμε, κυρίως φωτογραφίες που προκαλούν με κάποιον τρόπο το ενδιαφέρον ή σχόλια που κάνουν θόρυβο. Κάποιοι θέλουν να επικρατήσουν, όπως στην πολιτική, στον φονταμενταλισμό, στο star system, με αποτέλεσμα να “δολοφονούν” χαρακτήρες, να οργανώνουν στρατούς από τρολς, να κατασκευάζουν”αλήθειες”, χωρίς να διαλέγονται. Κι όλοι παραμένουν μόνοι κατά βάθος, διότι όλος αυτός ο δρόμος δεν γεννιέται μέσα από την εμπιστοσύνη, αλλά από τον νόμο και τον τρόπο της ζούγκλας. Γι’ αυτό και η όποια “εφαρμογή του καλού- έστω και του τυπικά καλού, διεγείρει το κακό, προκαλώντας το να αποδείξει πόσο εφευρετικό είναι στο να ακυρώνει το καλό” (σ. 71). 
   
Έτσι, αντί να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε έρμαια στην κακή βούληση του οποιουδήποτε, χάρις και στην νομοθέτηση μέτρων, ορίων, κανόνων, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά το κακό, κάτι που βλέπουμε και στην έξαρση της βίας, στην υποκρισία, στην ωμή εκμετάλλευση, στην εξαπάτηση (σ.71). “Η βαθύτερη αιτία αυτής της ανωμαλίας ήταν ότι οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ του καλού φαινόταν να μην πηγάζουν από μια ελπίδα για το καλύτερο, αλλά από τον φόβο για το χειρότερο” (σ.71) “Η βούληση της πολιτείας είναι ισχνή: οι τυπικές ενέργειες του πολιτικού, του δημόσιου λειτουργού ή και του νομοθέτη προδίδουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα τους: την πειθώ, τον λόγο, την παράθεση επιχειρημάτων, την αναφορά σε αξίες και κυρίως την κατάδειξη της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις τους. Άμεση συνέπεια είναι η διάχυση της ανασφάλειας σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα” (σσ.71-72). Έπαψε να ισχύει το “λόγω τιμής” και μετετράπησαν τα πάντα σε έγγραφα και συμφωνίες, σε μια συναλλαγή. Γι’ αυτό και υπάρχει σήμερα η καχυποψία και ο φόβος ότι ακόμη κι όταν υφιστάμεθα το καλό, κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτό. Οι άνθρωποι δεν μπορούμε να χαρούμε τις σχέσεις μας, φοβόμαστε όχι το απώτερο, αλλά το άμεσο μέλλον και οχυρωνόμαστε πίσω από το εγώ, το άτομό μας, το συμφέρον μας, χωρίς να μπορούμε να υιοθετήσουμε την αγάπη ως στάση ζωής. Αυτό το βλέπουμε και στην παιδεία. 
    Ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη να ξαναχτίσουμε χαρακτήρες με αγνότητα προσδοκιών και προθέσεων. Να μάθουμε να συνάπτουμε γερούς δεσμούς με τους ομοίους μας. Να αντισταθούμε στην αντίληψη ότι η ζωή χαρίζεται, στην ψευδαίσθηση που γεννιέται μέσα από τον τρόπο ζωής του πολιτισμού μας ότι το να μην κουράζεσαι είναι το μείζον. “Οι μη κοπιώντες διάγουν ,,παράνομο’’ βίο, δηλαδή παρά φύσιν” (σ.89). Γι’ αυτό χρειάζεται θυσία και, επιπλέον, όχι μετακύλιση των ευθυνών στους άλλους. Χρειάζεται η πλατωνική “εμπιστοσύνη στην καινοτόμο ανθρώπινη θέληση” (σ.100). Σε κοινωνικό επίπεδο λοιπόν πρέπει να προταχθεί η έννοια της δικαιοσύνης, χωρίς να είναι αρκετή από μόνη της, αν ο άνθρωπος δεν αναλάβει την ευθύνη να είναι υποκείμενο, πρόσωπο ξεχωριστό, με όρεξη για αλλαγή των πραγμάτων: “ζώντας με τους κανόνες του δικαίου οι άνθρωποι θα είναι ευτυχέστεροι. Η δικαιοσύνη κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται καλύτερα, να παίρνει μεγαλύτερη ικανοποίηση από ό,τι αν φερόταν αδίκως. Επομένως, θα θέλει να είναι δίκαιος, όχι από καθήκον, αλλά για χάρη της μακαριότητας με την οποία θα ανταμειφθεί. Είναι άλλο θέμα το κατά πόσον η θέληση των ανθρώπων είναι σταθερή. Και επίσης είναι άλλο θέμα το κατά πόσον οι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι αυτό που θα τους δώσει ευτυχία. Σε κάθε περίπτωση, το να θελήσουν να σκεφθούν και να δοκιμάσουν να δράσουν με βάση τις σκέψεις τους είναι προϋπόθεση για κάθε αλλαγή. Προτού λάβουν υπ’ όψιν τους την αντικειμενικότητα, πρέπει να είναι υποκείμενα που σε κάτι αποβλέπουν και που δεν αρκούνται να το χαίρονται μες στον ύπνο τους” (σ.100).
    Συνείδηση, ευθύνη, υποκείμενο που έχει άποψη, όρεξη, φαντασία, δημιουργικότητα, είναι στοιχεία που μπορούν να δώσουν εμψύχωση και τελικά ανθεκτικότητα σε όποιον δεν άγεται και φέρεται από τα ρεύματα της ζωής. Και, όπως προσθέτει ο συγγραφέας, χρειάζεται ο έρωτας “ως πόθος που φωλιάζει πίσω από το πάθος: είναι η απαίτηση να μπορεί το ανθρώπινο πλάσμα να ζήσει στο έπακρο αυτά που εμπεριέχει η ζωή” (σ.102). Ο έρωτας είναι πλεόνασμα και δίνει πλεόνασμα στην καθημερινότητα της ύπαρξης. Μπορεί στην εποχή μας να ισχύει πως “ό,τι πλεονάζει αργά ή γρήγορα περιθωριοποιείται” (σ.103). Ακόμη όμως κι αυτό να συμβαίνει ο έρωτας, όχι αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, αλλά και για κάθε τι με το οποίο νιώθουμε ότι η ζωή μας αξίζει, δίνει τη δυνατότητα να αντέξουμε. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχής των παιδιών και των νέων, όχι η απομύζησή τους από την τεχνολογία, τα κινητά, την μαγκιά, το φαίνεσθαι: “ τα παιδιά, οι νέοι είναι οι πιο αυθεντικοί ειδωλολάτρες, όχι όμως λόγω ευπιστίας, όσο εξαιτίας της ανάγκης που πρωτοξυπνά στον άνθρωπο να διευρύνει τα όσα κοιτάζει, να αναπλάσει τα στερεά, να αναδιατάξει τα γεωμετρικά σχήματα, να βρεθεί στην πίσω μεριά της ευθύνης των φαινομένων και να δει, επιτέλους, τι βρίσκεται εκεί και γιατί. Μπορεί ο ενήλικος να απογοητεύεται, διότι όταν αγγίξει το είδωλό του θα δει, κατά τον λόγο του Φλωμπέρ, “την επιχρύσωση πάνω στα δάχτυλά του” (σ.109), ωστόσο ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη που θα τον κρατήσει ζωντανό. Θα τον βοηθήσει να ξαναδοκιμάσει, να ξαναδεί τον δρόμο της ευτυχίας.
    Σε ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για τις προσευχές και τις επικλήσεις, ο συγγραφέας επισημαίνει τα εξής: “Αναφερόμενος στην ανώτερη δύναμη ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει διαφορετικά αυτό που του λείπει, ως εάν να είχε ξαφνικά αποκτήσει ένα νέο εσωτερικό όργανο με το οποίο ,,παρακολουθεί’’ τις ταραχές και τις αγωνίες του. Το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα πάθη του είναι καινούργιο. Του το έχει χορηγήσει η ανώτερη δύναμη προς την οποία στράφηκε για βοήθεια. Προτού φανεί αν θα λάβει ή όχι βοήθεια, έχει αποκτήσει την ικανότητα επανεξέτασης των επιθυμιών του” (σ.112). “Αυτά που στερείται ο άνθρωπος ο Θεός τα γνωρίζει, χωρίς να είναι γνωστό στον άνθρωπο ποιες είναι οι βουλές του Θεού, ούτε επίσης το γιατί ο Θεός ανέχεται ή επιτρέπει το κακό της στέρησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή και γενικά. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα δεν είναι η ενημέρωση του Θεού για τα παθήματα των ανθρώπων. Είναι να καταδειχθεί η δυνατότητα του ανθρώπου να συνομιλήσει για τα παθήματά του με μιαν οντότητα, η οποία, μολονότι δεν τα υφίσταται, τα κατανοεί. Το πρώτο στάδιο στην πράξη της προσευχής είναι η αίσθηση του ανθρώπου ότι δεν είναι μόνος και ότι ο μονόλογός του θα σπάσει μ’ έναν τρόπο τη σιωπή του σύμπαντος. Πώς; Θα του απαντήσει κανείς; Μήπως ακούσει αλλόκοσμες φωνές- άγγελοι είναι; άγιοι;- μέσα από τα βάθη της νύχτας; Ποτέ δεν θα μάθει κανείς ποια είναι τα λόγια του προσευχόμενου που αποστέλλονται στην απώτατη πλευρά του σύμπαντος θα παραληφθούν και από ποιον. Στη θρησκευτική εμπειρία καταλύτης για τις εξελίξεις είναι η Χάρη. Μπορεί να έλθει η Χάρη ή να μην έλθει. Δεν θα δοθεί όμως από πουθενά καμιά διευκρίνηση ή εξήγηση επ’ αυτού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κατά τη διαδικασία της προσευχής δημιουργήθηκε η ιδέα ενός όντος που δεν είναι ξένο ούτε και κωφεύει στα λόγια που του απευθύνει ο άνθρωπος. Αντίκρυ στον άνθρωπο πρόβαλε ένα Εσύ, απόμακρο και ταυτόχρονα κοντινό. Είναι ένα πρόσωπο και ως τέτοιο έχει βούληση, με τη διαφορά πως για τον άνθρωπο είναι ανεξιχνίαστη. Το σημαντικό όμως είναι ότι τα λόγια του τελευταίου δεν πέφτουν στο κενό. Το αν το Ον που τα ακούει έχει τις άλφα ή βήτα ιδιότητες, αν είναι ένας Πατέρας πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, άπειρος, δεν είναι καθοριστικό. Εκείνο που βαραίνει είναι η δεκτικότητά του απέναντι στον άνθρωπο που του απευθύνεται. Το μείζον Εσύ ακροάται το έλασσον εγώ, έτσι πιστεύει το εγώ, κι αυτό του δίνει μαζί με την αγαλλίαση μια ώθηση προς τα πάνω” (σσ.113-114).
    Τα παραπάνω έρχονται να συναντήσουν την πνευματική μας παράδοση, στην οποία ο Θεός δεν είναι μόνο δεκτικός στον άνθρωπο, αλλά έγινε άνθρωπος και γι’ αυτό νιώθει τον άνθρωπο, τον σπλαχνίζεται. Φέρει τη φύση μας επί γης και εν τω ουρανώ. Αναστήθηκε και θα μας αναστήσει. Και δεκτικός σημαίνει ακόμη αυτός που ακούει όχι από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά από αγάπη. Όλο αυτή η θέαση έρχεται να συναντήσει την ανάγκη του ανθρώπου να ελπίσει, να ενεργοποιήσει έμπρακτα τα ιδεώδη του, να μην παραιτηθεί όσες κι αν είναι οι απορρίψεις και οι ψυχικές πιέσεις που υφίσταται. Η θρησκευτική πίστη, για τον τίμιο στοχαστή, δεν είναι απλώς χρήσιμη ή ανακουφιστική. Γίνεται κίνητρο ψυχικής ανθεκτικότητας. 
    Σε ένα εξίσου ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο “Πειράματα με την ελπίδα”, ο καθηγητής Καραποστόλης επισημαίνει ένα φαινόμενο των καιρών μας, συνδέοντάς τον με τον σπουδαίο Λατίνο στοχαστή, φιλόσοφο και θεολόγο, Θωμά Ακινάτη. Είναι το ζήτημα της “ευελπιστίας”. “Η λέξη δηλώνει τη στάση του ανθρώπου ο οποίος, χωρίς να έχει πράξη τα ανάλογα, αξιώνει να έλθουν τα πράγματα όπως το επιθυμεί. Παρόλο που δεν έχει μετανιώσει για κάτι επιλήψιμο που έπραξε, ζητά συγγνώμη. Ελπίζει στη συγχώρεση, αφήνοντας στην άκρη την αυτοεξέταση που θα ‘πρεπε να έχει προηγηθεί. Και αυτό γιατί αδημονεί να βγει από τη δυσάρεστη κατάσταση” (σ.133). Ο συγγραφέας αποτυπώνει μία νοοτροπία, η οποία βιώνεται από πολλούς νέους: δικαιούμαι να πετύχω, ακόμη κι αν δεν έχω εργαστεί όσο πρέπει. Είναι άδικη η ζωή, όταν δεν μου δίνει αυτό που εγώ πιστεύω ότι μου ανήκει. Και ισχύει ξεκάθαρα η παρατήρηση του συγγραφέα: “η ευελπιστία προετοιμάζει συχνά τη γρήγορη μετάβαση στο άλλο άκρο, στην απόγνωση” (σ.134). Κι αυτό το βιώνουμε έντονα στους καιρούς μας. Νέοι καταθλιπτικοί, μελαγχολικοί, ανικανοποίητοι, με αδυναμία να παλέψουν, με την αίσθηση ότι το παν είναι το εγώ τους και ότι ο κόσμος τους χρωστά, χωρίς να είναι σε θέση να ελπίσουν αληθινά, να παλέψουν, να δημιουργήσουν καινούργιες προοπτικές, ώστε να μη νικηθούν ψυχικά. Νέοι χωρίς να αγαπούν. Και, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, εμβαθύνοντας στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, “αν η αγάπη υπερτερεί, είναι γιατί είναι ζυμωμένη με την πραγματικότητα και ξέρει από πρώτο χέρι τι της εναντιώνεται. Δίχως αγάπη η ελπίδα θα ήταν ένα μελαγχολικό αιώρημα της ψυχής, και η πίστη μια άγκυρα που ψάχνει για βυθό. Έρχεται όμως η αγάπη και βάζει στην πράξη αυτά που η ελπίδα έχει φανταστεί. Είναι το όργανό της. Πράττουμε σύμφωνα με ό,τι αγαπάμε, και αγαπάμε σύμφωνα με ό,τι ελπίζουμε” (σ.141).
    Το τρίτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Το έργο της εμψύχωσης”. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα δεσπόζει το δίπολο “νωχέλεια- ανίχνευση”. “Το πιο μεγάλο ψυχικό έλλειμμα στον καιρό μας συνίσταται στην αποφυγή της προσπάθειας. Είναι σαν να έχει υποβληθεί στους ανθρώπους η ιδέα ,,να μην ξοδεύονται’’, προκειμένου να μπορούν να ,,ξοδεύουν’’… ,,το μόνο σίγουρο είναι τα αντικείμενα που μπορείτε να αποκτήσετε. Ένα υλικό απόκτημα είναι μια πραγματικότητα. Ένα νέο βίωμα όμως; Ένα συναίσθημα; Είναι και δεν είναι πραγματικότητα. Το υλικό αντικείμενο δεν αλλάζει. Δεν ισχύει το ίδιο για τα συναισθήματα. Οπότε, αν μπείτε στην τροχιά ενός συναισθήματος, πολύ πιθανόν να χάσετε τον έλεγχο. Συνεπώς, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της αγοράς, καλύτερα να αγοράζετε τα παρόντα παρά να επενδύετε στα μέλλοντα”. Κάτι τέτοιο όμως μειώνει τις προσδοκίες για το μέλλον. Αυτό που δημιούργησε η ανθρωπότητα ως πολιτισμό του καιρού, συνειδητοποιεί ότι την εμποδίζει “πλέον να συνεχίσει να δημιουργεί” (σ.148). Η καταστροφή της φύσης, ο θρίαμβος των μηχανών, η οίηση της παντοδυναμίας δημιουργούν αδιέξοδα. Γι’ αυτό και το ψυχικό βάρος είναι σήμερα έντονο, διότι δεν είναι μόνο οι προσωπικές δυσκολίες και αποτυχίες το πρόβλημα, αλλά και το ευρύτερο κλίμα, που γεννά απογοήτευση. Έτσι, ακόμη και εκείνοι που ανιχνεύουν την υπέρβαση των μέτρων και των δυνατοτήτων τους αισθάνονται εύκολα την πίεση μιας επερχόμενης ματαίωσης.  
    Η πρόταση του συγγραφέα είναι η όρεξη για τη γνώση (σ.152). Είναι το ρίσκο, ώστε να μη νικηθούμε οριστικά από τη στασιμότητα και την ευκολία του να αισθανόμαστε ότι τα έχουμε όλα. Είναι η ψυχική ενίσχυση. “Ψυχή είναι ακριβώς η δύναμη τού να θέλει (κάποιος) να καταστήσει πραγματικό αυτό που λανθάνει μέσα του, που τη μια κεντρίζεται και την άλλη οπισθοχωρεί” (σ.157). Σε μια εποχή στην οποία “ο άνθρωπος αποθαρρύνεται να εξασκήσει τον νου του” (σ.159), ο συγγραφέας ενθαρρύνει να αξιοποιούμε τον υποθετικό και τον επαγωγικό συλλογισμό, να αρνούμαστε να ισχύει για μας “το δικαίωμα της άγνοιας, της αμάθειας ή της ημιμάθειας, ή ακόμη και του παραλογισμού” (σ.163), για να μπορούμε να συνεννοούμαστε, να αισθανόμαστε ότι λογοδοτούμε, να κρατάμε την αιδώ και την αισχύνη, όταν υστερούμε απέναντι στους ισοτίμους μας (σ.163). Δεν μπορούμε να αντέξουμε όταν φωνάζουμε, αποθεώνοντας την υποκειμενικότητα, ότι “είμαι αυτός που είμαι και τα πράγματα είναι έτσι όπως νομίζω πως είναι”, παραδίδοντας τον εαυτό μας στην οίηση (σ.164). Να αξιοποιήσουμε τη φαντασία μας, χωρίς να παραδοθούμε στις εντυπώσεις, που μας κάνουν να ζούμε συχνά σε έναν κόσμο απατηλό, ούτε γιατί όλα εξηγούνται και όλα τα έχουμε δει, αλλά για να  ανοιχτούμε στη δημιουργικότητα. Να μην παραδοθούμε στην υπόδυση ρόλων, αλλά να αφεθούμε στη συγκίνηση, ακόμη κι αν κάποτε πέφτουμε έξω. Ο κόσμος της διασκέδασης, ο οποίος μοιάζει πληθωρικός και προβάλει την επανάληψη ως αντίδοτο στην πλήξη, δεν μας επιτρέπει να είμαστε ευγνώμονες απέναντι στη ζωή. Ναι, η ζωή δεν έχει υπογράψει με τον καθέναν μας σύμφωνο σταθερότητας. Όμως η παγίδα της διασκέδασης είναι η εξής: “απέναντι στο πλήθος αυτό των αποφασισμένων  να μη χαίρονται μήπως και στενοχωρηθούν στη συνέχεια, να μην παρασύρονται μήπως και επανέλθουν απότομα στην πραγματικότητα, η διασκέδαση θα αναγκάζεται όλο και περισσότερο να επινοεί δολώματα, να προτείνει περισπασμούς, να επιβάλλεται με κρότους και πυροτεχνήματα” (σ.183). Έτσι, καταργείται η προσδοκία της έκπληξης και η εργασία διά της φαντασίας αυτή να δημιουργηθεί. “Χωρίς τις εκπλήξεις η ψυχή είναι αδύνατο να βγει από τα όριά της” (σ.185). 
    Αυτός ο δρόμος γεννά την απαίτηση η ζωή να έχει ποιότητα. “Μυστήρια έννοια η ποιότητα. Δεν προσδιορίζεται τόσο από κάποιους δείκτες, όσο από ορισμένες απαιτήσεις που εγείρονται βαθμιαία μέσα στην ψυχή, υπό την επήρεια της μάθησης, της μόρφωσης και τελικά της ευαισθησίας. Απαιτεί κάποιος καλύτερη ποιότητα στη ζωή, όταν έχει έτσι διαμορφωθεί εσωτερικά ώστε από την μια να μην αντέχει τον εκχυδαϊσμό και από την άλλη η ψυχή του να πανηγυρίζει. Όταν η ευγένεια ή η αυθεντικότητα αφήνουν τη σφραγίδα τους πάνω στα πράγματα” (σ.194). Και αυτός ο δρόμος γίνεται διέξοδος όταν “η συνείδηση φύγει προς το υπερπροσωπικό. Είναι μια κίνηση που ανταποκρίνεται απολύτως στο αίτημα για εξύψωση των συναισθημάτων. Ένα ανώτερο συναίσθημα δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνον αν αναφέρεται στον κόσμο και όχι στο άτομο. Ανωτερότητα προσδίδει σε ένα συναίσθημα η απόσπασή του από την αποκλειστική επιδίωξη της ιδιωφέλειας. Το να πασχίζεις να ωφελήσεις τον εαυτό σου σε φέρνει υποχρεωτικά κάποια στιγμή αντιμέτωπο με την εμπειρία της ματαιότητας: για ποιον λόγο να προσθέτει κανείς μονάδες ευχαρίστησης σε μιαν ύπαρξη για την οποία το τελικό άθροισμα προβλέπεται μηδενικό; Να χαιρόμαστε πριν πεθάνουμε, ναι. Αλλά να χαιρόμαστε με ό,τι μας δίδεται, και το οποίο μπορεί να μας αφαιρεθεί, και όχι με την ιδέα ότι τα συν θα είναι τελικά περισσότερα από τα πλην” (σ.197).
    Σ’ αυτό το πλαίσιο η ορμή προς τα άνω, η υπέρβαση του μηδενισμού, αποτελεί το κλειδί για να αντέξουμε. Η πίστη δίνει τη δυνατότητα να μη γινόμαστε νωθροί, ούτε να αφήνουμε τον ζήλο μας να μαραίνεται από τις απογοητεύσεις. Χρειαζόμαστε ένα εκ νέου γήτεμα σε όλους τους στόχους που νιώθουμε ότι μας νοηματοδοτούν, χρειαζόμαστε να κοιτάμε προς τα πάνω, αλλά να θέλουμε ο κόσμος στον οποίο ζούμε και κινούμαστε να αναπνέει, να μοιράζεται ζωή. Έτσι, και στα δύσκολα υπάρχει η ελπίδα: “δεν είναι απίθανο ο άνθρωπος να επανέλθει στην πραγματικότητα με τη φιλοδοξία να την οικοδομήσει ξανά, μπολιάζοντας την αλήθεια και την ομορφιά μέσα σε όσα έχει συνηθίσει να φτιάχνει το βαριεστημένο χέρι και να υπογράφει το κουρασμένο μυαλό” (σ.209). Ας παλέψουμε λοιπόν να μεταγγίσουμε από το Εκείθεν, “όποιο κι αν είναι, δυνάμεις που να υπηρετούν το Εντεύθεν. Έχει λεχθεί ότι η έννοια του θείου δεν μορεί να έχει άλλο νόημα από το να κάνει την παρούσα ζωή υποφερτή για όσους πιστεύουν. Γιατί να μην την κάνει και ευτυχέστερη; Το ίδιο ισχύει και για τις ιδέες και τις κοσμικές αξίες, διαμορφωμένες με τόσο πάθος, έξαρση και προσμονή από τις ανθρώπινες γενιές στην ιστορική πορεία τους. Τοποθέτησαν την ακεραιότητα, τη γενναιοδωρία, τη μεγαλοθυμία, τη δικαιοσύνη σ’ ένα ύψος στο οποίο τους έκανε καλό να στρέφουν τον νου τους, γιατί το είχαν διαπιστώσει πως το ιδεατό δεν είναι ασύνδετο με το πραγματικό” (σ.215). Κι αν δεν μπορούμε όμως να φτάσουμε εκεί, καθώς υπάρχει το μεταβατικό στάδιο του καιρού μας, ας ακολουθήσουμε την συμβουλή του Ντοστογιέφσκι: “Κάνε το καλό κλείνοντας τα μάτια σου και φράζοντας τη μύτη σου” (σ.216). Έτσι, θα αντέξουμε!
    Ένα βιβλίο τροφή για σκέψη και αφύπνιση! Ένα βιβλίο που θα βοηθήσει όσες και όσους έχουν την αποστολή να εκπαιδεύουν, να καθοδηγούν, να ενισχύουν, να γίνονται οδηγοί ελευθερίας και αγάπης, ένα βιβλίο και για γονείς που χρειάζεται να βάλουν όραμα στην ανατροφή των παιδιών τους! Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την δυνατότητα που μας δίνει να ερευνούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνεχίζουμε τον μικρό αγώνα μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Αυγούστου 2026

8/25/26

ΝΑ ΖΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ;

           

Σε μία εποχή στην οποία τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης γεννούν ένα κλίμα απαιτήσεων για να εξηγούν οι άνθρωποι τι κάνουν και γιατί το κάνουν, ιδίως όταν είναι δημόσια πρόσωπα, έχει πέσει το σύνθημα: «Ζήσε χωρίς εξηγήσεις». Οι παλιοί έλεγαν «να ζεις χωρίς να σ’ ενδιαφέρει ο κόσμος τι θα πει». Αυτό θεωρούνταν σημάδι ελεύθερης ψυχής, αίσθησης ανεξαρτησίας, κάποτε και γενναιότητας. Στους έρωτες που μοιάζανε αταίριαστοι κοινωνικά, ηθικά, οικονομικά το ζευγάρι που προχωρούσε, παρά τις αντιδράσεις, ήταν αυτό που πολλοί θαύμαζαν κρυφά, αλλά και άλλοι ζήλευαν και απέρριπταν. Σήμερα, ο δικαιωματισμός ως στάση ζωής έχει δικαιώσει την αντίληψη της αδιαφορίας για εξηγήσεις. Έχει όμως θέσει και στο περιθώριο την ντροπή, την αιδώ, με αποτέλεσμα να έχουμε σύγχυση στο τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και η ηθική διάσταση του ανθρώπου να μην έχει πραξιακή πλευρά.
          Προφανώς και δεν είναι απαραίτητο να δίνουμε εξηγήσεις για τις αποφάσεις μας, εφόσον αυτές δεν βλάπτουν το σύνολο. Έχουμε όμως σκεφτεί ότι ο καθένας μας έχει εντός του τη φωνή που ονομάζεται συνείδηση; Η συνείδηση, ανεξαρτήτως αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, ανήκει στην ψυχή και την διαμορφώνει, κάνοντάς της να λογοδοτεί, ακόμη κι αν αυτή η λογοδοσία περιορίζεται μόνο στον εαυτό. Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η έλλειψη λογοδοσίας στη συλλογική μας ζωή, η περιφρόνηση προς τους θεσμούς ή η χρήση τους προς ίδιον όφελος είναι σημάδια ατροφικής συνείδησης, που δεν θέλει να δώσει εξηγήσεις  για τις επιλογές της; Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η δυσκολία μας να κοιμηθούμε το βράδυ συχνά οφείλεται στο ότι η συνείδησή μας δεν είναι αναπαυμένη από τις αποφάσεις μας, ιδίως όταν αυτές μπορεί να είναι νόμιμες, αλλά πληγώνουν τους άλλους και δεν δίνουν σταθερότητα σε μας;
           Στην πνευματική μας παράδοση διαβάζουμε τη φράση: «να μπορείς να δίνεις λόγο σε καθέναν που σου το ζητά για την ελπίδα που ζούμε», δηλαδή τον Χριστό (Α’ Πέτρ. 3, 15). Αυτή η φράση, αν ερμηνευθεί διασταλτικά, είναι μία προτροπή όχι για να δικαιολογούμε τις πράξεις μας ελαφρά τη καρδία, αλλά για να μπορούμε να σκεπτόμαστε τις συνέπειές τους από πριν, ώστε να επιλέγουμε τι αληθινά μπορούμε να πράξουμε και τι όχι. Το να πορευόμαστε με ένα άγχος, ότι θα πρέπει να ευαρεστούμε τους ανθρώπους, σε μία εποχή μάλιστα σχετικοποίησης των πάντων, είναι παγίδα, η οποία κρύβει μία κρυφή υπερηφάνεια. Να αγαπάμε δηλαδή τη δόξα των ανθρώπων, την ανθρωπαρέσκεια, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει και στην άρνηση του Θεού. Από την άλλη, η συνείδησή μας δεν υπάρχει μόνο για το εγώ. Αποτελεί κριτήριο για να ζήσουμε στο σύνολο, να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και τον εαυτό μας και το κοινωνικό «εμείς», αλλά και να πατάμε σε σταθερές οι οποίες δεν γκρεμίζουν την αγάπη και την αλήθεια.
             Η ανάγκη για χαρά που να υπερβαίνει την ενοχή δεν χρειάζεται να καταργήσει το σωστό. Γι’ αυτό και στην ανατροφή των παιδιών θέλουμε όρια. Θέλουμε ανάληψη ευθύνης. Η συνείδηση και η καλλιέργειά της είναι ο πρώτος κριτής. Αλλά και η συλλογικότητα, είτε είναι οικογένεια είτε σχολείο είτε εργασιακός χώρος είτε πολιτική είτε ενορία, αποτελούν όρια που μας δείχνουν ότι δεν μας επιτρέπονται όλα. Η αγάπη είναι και θυσία. Αυτό βεβαίως δεν δικαιολογεί ασφυκτικές συμπεριφορές, που να κάνουν τον άνθρωπο να μην μπορεί να χαρεί τίποτα, αλλά να καταπιέζεται ψυχικά. Η ταμπέλα του καλού παιδιού δεν σώζει, αλλά δεν είναι και για πέταμα. Το μέτρο είναι το άριστο.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 26 Αυγούστου 2026

8/22/26

ΕΝΟΣ ΔΕ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ

 

“Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·  ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς” (Λουκ. 10, 42)

Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνιάς  για πολλά,  ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαρία, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί»

    “Ενός δε έστι χρεία”, λέει ο Χριστός στην Μάρθα, την αδερφή του Λαζάρου, όταν εκείνη διαμαρτύρεται, διότι η αδερφή της Μαρία δεν βοηθά στην προετοιμασία της δοχής, της φιλοξενίας, της τράπεζας που η Μάρθα από την καρδιά της ήθελε να παραθέσει στον Ιησού και τους μαθητές Του. Και ο Κύριος, χωρίς να αρνείται την αγάπη της Μάρθας, της υποδεικνύει ότι δεν είναι η τροφή με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή του, αλλά το να χορτάσει η καρδιά του με τον λόγο του Θεού, επιζητώντας, αφήνοντας παραπίσω κάθε τι άλλο, ακούγοντας και ζώντας τη χαρά και τη χάρη.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Και η χρεία είναι η κοινωνία με τον Χριστό, η σχέση μαζί Του, που κάνει τον άνθρωπο να αγαπά, να φωτίζεται, να γνωρίζει γιατί ζει, να μη φοβάται το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, αλλά να χαίρεται γιατί είναι παιδί του Θεού.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Αυτό έζησε η Κυρία Θεοτόκος. Από την πρώτη στιγμή της ζωής της αφιερώθηκε στον Θεό. Μεγάλωσε στον ναό. Εμπιστεύθηκε την ύπαρξή της διά της προσευχής και της αφιερώσεως στον Κύριο και όταν κλήθηκε να ζήσει εν τω κόσμω, στο σπίτι του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, εκεί είπε το μεγάλο ΝΑΙ στον ευαγγελισμό του ουρανού. Και έφερε στον κόσμο τον Χριστό και συνοδοιπόρησε με τον Χριστό μέχρις Σταυρού, Ταφής, Αναστάσεως. Και έμεινε εν τη Εκκλησία μέχρι την Κοίμησή της και την εις ουρανούς μετάστασή της. Και παραμένει εν τη Εκκλησία, αγκαλιάζοντας και προσευχόμενη τον καθέναν μας μέχρι τέλους. Και μας δείχνει ότι αν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή μας, όλα μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Αν είμαστε εν τω φωτί της αγάπης Του και μοιραζόμαστε την αγάπη, τότε θάνατος ου κυριεύει. 
    “Ενός δε έστι χρεία”. Στον καιρό της εγωκεντρικής ευτυχίας, της ψευδαίσθησης ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς Θεό, ότι δεν χρειαζόμαστε συνεκτικούς ιστούς, ότι το παν είναι ο παρών χρόνος, ότι τα προβλήματά μας μάς τα λύνουν οι ιδεολογίες, η δύναμη, το χρήμα, η Υπεραγία Θεοτόκος μάς καλεί να αναζητήσουμε όχι το εν, αλλά τον Ένα. Τον Υιό και Θεό της. Και να ελπίσουμε, να μοιραστούμε, να ζήσουμε, να αφεθούμε στη χάρη Του εν τη Εκκλησία. Κι εκείνη δεν θα μας εγκαταλείψει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
23 Αυγούστου 2026
Απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

8/18/26

Η ΑΝΘΡΩΠΑΡΕΣΚΕΙΑ

             


  Είπε η Αμμάς Σάρρα: «καλό είναι για τα μάτια των ανθρώπων να κάνει κάποιος ελεημοσύνη. Γιατί και από την ανθρωπαρέσκεια καταλήγει στην αρέσκεια του Θεού» (από το  «Γεροντικό») 

                Οι άνθρωποι έχουμε στην ψυχή μας μία επιθυμία που γίνεται κριτήριο των πράξεων της ζωής μας: «να αρέσουμε». Έτσι, κάνουμε πράγματα για να μας επιδοκιμάσουν. Ευχαριστιόμαστε να είμαστε το επίκεντρο της προσοχής. Συχνά, ακούμε από τους γονείς να λένε για κάτι ότι «δεν κάνει να το πράξεις», δεν επιτρέπεται, διότι «τι θα πει ο κόσμος;». Κι έτσι, αν δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τον έπαινο, τουλάχιστον καλούμαστε να προσέχουμε να μην αποδοκιμαστούμε.

                Είναι σαν να υπάρχει ένα μάτι ηθικής στον κόσμο αυτό, τη διαχείριση του οποίου σήμερα έχουν αναλάβει τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου, όχι χωρίς υστεροβουλία από αυτούς που κάνουν θόρυβο, κάποιοι αποδοκιμάζονται, για κάποιους υπάρχει αδιαφορία και κάποιοι, ολοένα και λιγότερο, επιβραβεύονται με τον έπαινο . Συνήθως, η αποδοκιμασία είναι το κίνητρο το οποίο προκαλεί θόρυβο. Έτσι, το δόγμα «να φαίνομαι κι ας μην είμαι» κυριαρχεί στους καιρούς μας.

              Αλλά και στην οικογενειακή ζωή και πραγματικότητα, πολλά παιδιά μεγαλώνουν επιδιώκοντας τον έπαινο των γονέων τους για ό,τι κάνουν. Επιλέγουν όχι γιατί τα ίδια αισθάνονται καλά με τις επιλογές τους, αλλά για να μη δυσαρεστήσουν τους γονείς τους. Και υπάρχουν γονείς, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να επαινέσουν ποτέ το παιδί τους, διότι μοιάζουν ανικανοποίητοι ή έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να μην μπορούν να φανταστούν ότι τα παιδιά τους θα τους ξεπεράσουν. Κι έτσι, δημιουργούνται τραύματα ψυχικά. Ο νεώτερος βάζει ως σκοπό της ζωής του να δείξει στον μεγαλύτερο ότι αξίζει. Κι όταν εκείνος ή δεν τον προσέχει ή δεν θεωρεί τις επιτυχίες τόσο σημαντικές, η απογοήτευση συσσωρεύεται. Κάποτε μπορεί να γίνει και καταστροφική συμπεριφορά. Ίσως η βία των νεώτερων να είναι μία ένδειξη ότι δεν τους προσέχουν οι γονείς τους όσο θα χρειαζόταν. Δεν τους αναγνωρίζουν την αξία τους, κάποτε ούτε καν ότι υπάρχουν.

                Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας επισημαίνεται ότι δεν είναι πάντοτε κακή η ανθρωπαρέσκεια, αλλά είναι ελλιπής. Όταν η γερόντισσα της ερήμου προτείνει την ελεημοσύνη, έστω και για τα μάτια των ανθρώπων, καταλαβαίνει ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη από την επιδοκιμασία, καθώς δεν είναι τέλεια. Αρκεί να έχει μέσα του ο άνθρωπος την επίγνωση ότι η κλήση μας είναι να αρέσουμε στον Θεό. Και ο Θεός ευαρεστείται με την αγάπη.  Την ανταποδίδει. Μας ενισχύει, ώστε να πάψουμε να πράττουμε το καλό για να επαινεθούμε και να κάνουμε το καλό θέλημά μας και τρόπο ζωής. Διότι αν μένουμε στην ανθρωπαρέσκεια, τότε αυτοδοξαζόμαστε, μένουμε σε μία συνεχή εκζήτηση του συμφέροντός μας και βλέπουμε τη ζωή στην προοπτική του τι θα κερδίσουμε, ακριβώς όπως λειτουργεί ο πολιτισμός μας. Έτσι, εύκολα μένουμε στην κατάκριση των άλλων, χωρίς να λειτουργούμε αγαπητικά.

                Οι γονείς ας δίνουμε στα παιδιά μας τον έπαινο με μέτρο, να τα ενθαρρύνουμε χωρίς να τα αποθεώνουμε. Να τα βοηθάμε να οδηγούνται προς ένα ήθος, στο οποίο ο κόσμος, όταν βλέπει με υγιή τρόπο τις σκέψεις και τις πράξεις, να λαμβάνεται υπόψιν, χωρίς όμως το κοσμικό κριτήριο να εμποδίζει το αληθινό να βιωθεί. Ανήκουμε στον κόσμο, αλλά δεν ταυτιζόμαστε. Ό,τι είναι καλό, το αποδεχόμαστε. Δεν συμβιβαζόμαστε όμως με το κακό, επειδή έτσι κάνουν οι πολλοί για να επαινεθούμε. Και κάτι τελευταίο. Ας μη μεγαλώνουν τα παιδιά μας με το παράπονο ότι δεν τα προσέξαμε ή ότι τα οδηγήσαμε προς μια κατεύθυνση, διότι εμείς οι μεγάλοι ξέρουμε. Δύσκολη η ισορροπία, διότι καλούμαστε να παλέψουμε με το τι αρέσει σε μας. Ας μη λησμονούμε όμως την ελευθερία του νεώτερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 19 Αυγούστου 2026

8/16/26

Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 183- "Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων", έκδοση του Συλλόγου Κορακιανιτών Κέρκυρας

               Ο Σύλλογος Κορακιανιτών Κέρκυρας, με πρόεδρο τον συνεργάτη και φίλο Κωνσταντίνο Π. Θύμη, προχώρησε σε μία εξαιρετική έκδοση με τίτλο “Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων”. Σ’ αυτήν εκλεκτοί επιστήμονες, αλλά και άνθρωποι που κατάγονται από την Άνω Κορακιάνα, ζούνε σ’ αυτήν, την διακονούνε, αλλά και έχουν γράψει στο παρελθόν, προχωρούν σε μία πολύ επιτυχημένη προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας, της παράδοσης, των δράσεων, των προσώπων που σημάδεψαν την πορεία αυτού του σπουδαίου χωριού της Κέρκυρας, και καταφέρνουν να δώσουν μία πολύτιμη έκδοση για όποιον ενδιαφέρεται να δει κάτι αξιομνημόνευτο. 
              Ότι δηλαδή ένας τόπος, ένας νομός, δεν είναι το κέντρο του, αλλά κάθε περιοχή του, αν είναι φιλοπρόοδη, αν έχει δίψα για δημιουργικότητα, αν οι άνθρωποι δεν μένουν μόνο στην επιβίωση και στην αυτάρκεια, μπορεί να δώσει δείγματα ζωής και πολιτισμού που γράφουν ιστορία. Μνημεία, ναοί, σπίτια, ζωγραφική, μουσική, παιδεία, αθλητισμός, επιστήμη έχουν ως φορείς τους πρόσωπα που νιώθουν περηφάνεια για τον τόπο τους, όχι για να τον κληροδοτήσουν όπως τον παρέλαβαν, αλλά για να προσφέρουν και σ’ αυτόν και ευρύτερα τα τάλαντά τους. Αυτο έχει γίνει στην Άνω Κορακιάνα επί αιώνες και εξακολουθεί να γίνεται. Η κατά κεφαλήν καλλιέργεια, όπως έλεγε ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος φιλοξενήθηκε αρκετές φορές στο ΚΕΛΛΙ του Αγίου Αθανασίου της Άνω Κορακιάνας, με πρωτοβουλία του αείμνηστου γιατρού και δικού μας φίλου Σπύρου Σαββανή, είναι το κριτήριο της αληθινής προόδου. Κι αυτό διαφαίνεται μέσα από την έκδοση, την οποία διαβάζοντάς την κάποιος αισθάνεται θαυμασμό και χαρά, διότι “των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία”.
           Μοιάζει ουτοπικό να σκεφτούμε ότι η κατάργηση των κοινοτήτων με τα σχέδια ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (θλίψη για την ονομασία) και ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, ο γιγαντισμός της κεντρικής πόλης κάθε νομού για λόγους οικονομικούς και διοικητικούς, η υποβάθμιση της επαρχίας για να “εξευρωπαϊστούμε” ή για να “αναπτυχθούμε”, είναι κατάσταση που μπορεί να αναστραφεί. Δεν συμβαίνει άλλωστε μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτό που πάλι έλεγε ο Χρήστος Γιανναράς “πού είναι το κράτος;” σε κάθε δυσκολία και πρόβλημα έχει επιταθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κατάργησης των κοινοτήτων. Σ’ αυτές διασώζεται αυτό που ονομάζουμε “κοινωνία”, όχι ως άθροισμα ατόμων, αλλά ως άθροιση σχέσεων, στις οποίες λειτουργούν ο εθελοντισμός, το φιλότιμο, η κριτική, “ο έπαινος των σοφιστών και του δήμου”. Σήμερα έχουμε υποκαταστήσει την κοινότητα με το Facebook και την κακία που αυτό αναπαράγει, χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης και με το ερώτημα “πού είναι το κράτος;” να αποτελεί το άλλοθι για το κλείσιμο στον εαυτό μας.
            Απολαύσαμε την έκδοση, η οποία είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Σπύρου Σαββανή και του Σπύρου Ζερβόπουλου, και συγχαίρουμε τον Σύλλογο Κορακιανιτών Κέρκυρας και τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Π. Θύμη για την έκδοση, η οποία είναι επιστημονικά άρτια, αλλά και περιλαμβάνει ό,τι θα ήθελε κάποιος, όχι μόνο να πληροφορηθεί, αλλά και να μάθει για ένα ιστορικό χωριό της Κέρκυρας, το οποίο δεν κοιτάζει προς το χθες, αλλά έχει και παρόν και μέλλον, με τις εκκλησίες, τη Φιλαρμονική ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, τους ανθρώπους του, τις φυσικές ομορφιές, αλλά και τον αγώνα του να αναπτυχθεί πολυποίκιλα και όχι μόνο να φανεί ως εναλλακτικό τουριστικό προϊόν προς κατανάλωση. Άλλωστε, η Άνω Κορακιάνα δεν έχει θάλασσα. Ίσως κι αυτό τη σώζει από το βόλεμα του εφήμερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Αυγούστου 2026





8/15/26

ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ

 

«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)

῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. 

            Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.

            Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού  και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.

            Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός  μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.

            Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».  

            Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο; 

           Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε  αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.

            Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι  ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

16 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου

8/14/26

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ


«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον»
(από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Αυγούστου 2026

Κοίμηση της Θεοτόκου