7/20/24

50 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ...


 Συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που ήρθε ως αποτέλεσμα τραγικών λαθών, που έγιναν, έστω και ακούσια, προδοτική συμπεριφορά, της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, ανοχής της τότε πανίσχυρης αμερικανικής πολιτικής, αλλά και αναζήτησης από την τουρκική πλευρά δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων, ώστε το στρατηγικής σημασίας νησί να μην ενωθεί ποτέ με την Ελλάδα, όπως ήταν πάντοτε ο στόχος των Κυπρίων αδελφών και συμπατριωτών μας.

Η διεθνής κοινότητα ανέχεται και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να ανέχεται το διχοτομημένο νησί. Κανείς δεν σου χαρίζει την ελευθερία, αν δεν έχεις τη δυνατότητα να την κατακτήσεις μόνος σου. Όσα ευχολόγια κι αν ακουστούν, θα μείνουν λόγια.

Αυτή την ημέρα εθνικού πένθους και περισυλλογής ας θυμηθούμε τον ηγέτη του Κυπριακού Ελληνισμού , τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής του αγώνα για ελευθερία από τους Άγγλους και ένωση με την Ελλάδα, δείχνοντας αυτό που η Εκκλησία ήταν πάντοτε: η μάνα που νοιάζεται όχι μόνο για την αιωνιότητα, αλλά και για την ιστορία. Πληρώνοντας με εξορίες, διωγμούς, πραξικοπήματα, ταλαιπωρίες, αμφισβητήσεις, ύβρεις το τίμημα, ο Μακάριος θα μείνει πάντοτε στην ιστορία του Ελληνισμού ως αυτός που προσπάθησε να πετύχει το καλύτερο δυνατό. Και όταν οι πολιτικοί τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδος, μαζί με τους στρατιωτικούς, αρνήθηκαν να τον  σεβαστούν, η ενότητα του Ελληνισμού χάθηκε και τα επίχειρα τα πληρώνουμε ακόμη.

Δεν μας νοιάζει στην πραγματικότητα η Κύπρος. Πάντοτε είχαμε και έχουμε τον εαυτό μας και τα δικά μας θέματα για να ασχολούμαστε. Συλλογικά οράματα, έγνοια για τον Ελληνισμό απανταχού της γης, δεν μπορεί σήμερα να συγκινήσουν τις καρδιές μας. Άλλωστε, ξεχνά ο άνθρωπος. Τι να μας πει σήμερα η λέξη «πατρίδα», τι να μας θυμίσουν τα συλλαλητήρια για την ένωση, τι η προσωπικότητα του Μακαρίου, τι οι νεκροί του Κυπριακού αγώνα, τι οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ, όταν έχουμε να  ασχοληθούμε με το δικό μας star system, τη διασκέδαση και τις διακοπές μας, το καταναλωτικό μας πρότυπο, το πόσο καλύτερα θα ενσωματωθούμε στην παγκοσμιοποίηση του ατομοκεντρισμού, σε μια Ευρώπη χωρίς ψυχή; Κι όμως, οι κίνδυνοι βρίσκονται δίπλα μας. Στο επελαύνον στην Ευρώπη Ισλάμ. Στο δημογραφικό, που μας συρρικνώνει. Στον «παρτακισμό» που μας κάνει να βλέπουμε τα πάντα μόνο στην προοπτική του πρόσκαιρου. Στην παιδεία του δικαιωματισμού και στη woke και cancel culture, που διόλου απίθανο να θεωρήσει τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ «τρομοκράτες», τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο έναν «εξουσιολάγνο». Στους νοσταλγούς του σχεδίου Ανάν του 2004 να επανέρχονται θεωρώντας το μια μεγάλη ευκαιρία να λυθεί το πρόβλημα, παραγνωρίζοντας, όπως και με τις Πρέσπες, ότι δεν λύνονται οι μεγάλες εθνικές και ταυτοτικές διαφορές χωρίς να ληφθεί υπόψιν η ιστορική αλήθεια και ταυτότητα.

Οι μεγαλύτεροι ας μην ξεχνούμε τον λόγο του αειμνήστου προέδρου της Κύπρου Τάσσου Παπαδόπουλου: «Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω ‘κοινότητα’ χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν, προσδοκιών. Έναντι της ανεδαφικής ψευδαίσθησης ότι η Τουρκία θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της... Είμαι βέβαιος ότι εξακολουθούν να έχουν για σας νόημα οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλετε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη».

Μακάρι και οι νεώτεροι να ευαισθητοποιηθούν. Και μέσα από την διατήρηση των αξιών της ταυτότητάς μας, ιδίως της δίψας για ελευθερία, ας βοηθήσει και η Εκκλησία. Οι πολιτικοί μας και όλοι ας θυμόμαστε ότι είναι άλλο να συνάπτεις συμμαχίες και άλλο να ενδίδεις στις όποιες πιέσεις.

Οι 50 πένθιμες κωδονοκρουσίες στους ναούς μας σήμερα, μία για κάθε χρόνο τουρκικής κατοχής της Κύπρου, ας είναι υπόμνηση του «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ...». 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

20 Ιουλίου 2024

ΑΝΑΚΛΙΘΗΣΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑ ΑΒΡΑΑΜ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΚΑΙ ΙΑΚΩΒ

 

«Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. 8, 11-12)

«Καὶ σᾶς λέω πὼς θά ᾿ρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αβραάμ, τὸν ᾿Ισαὰκ καὶ τὸν ᾿Ιακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους». 

            Οι χριστιανοί έχουμε στις καρδιές μας μια υπόσχεση, η οποία είναι αναντικατάστατη. Ότι η ζωή δεν θα τελειώσει με τον θάνατο, αλλά ότι μας περιμένει η βασιλεία των ουρανών, στην οποία η ύπαρξή μας θα βρει μία κατάσταση όπου «ουκ έστι, πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Η κατάσταση αυτή όμως δεν θα είναι απρόσωπη. Δεν θα είναι ένα ατομικό γεγονός, όπως στο Ισλάμ, όπου ο κάθε «πιστός» απολαμβάνει, ανάλογα με τη ζωή του, ηδονές υλικού τύπου. Θα είναι κοινωνία προσώπων, και μάλιστα, σε συνέχεια της ιουδαϊκής παράδοσης, «ανάκλισις μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ», μετά των προπατόρων με τους οποίους η πίστη στον Θεό είναι κοινή. Ο Χριστός παρομοιάζει τη βασιλεία των ουρανών συχνά με ένα μεγάλο τραπέζι, στο οποίο όμως δεν είναι οι υλικού τύπου ηδονές και τροφές που δεσπόζουν, αλλά τα πρόσωπα. Οι πιστοί θα αναγνωρίζουν και θα χαίρονται με όσους βρήκαν τον Θεό και έδειξαν τον δρόμο και στους άλλους.

            Αυτή η υπόσχεση έρχεται σε αντίθεση με τη νοοτροπία του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, ο οποίος βλέπει τα πάντα στην προοπτική του παρόντος, του «εδώ και τώρα», «σαν να μην υπάρχει αύριο». Βεβαίως, και εμείς πιστεύουμε ότι η βασιλεία του Θεού ξεκινά από το «εδώ και τώρα», καθώς η πίστη δεν είναι κάτι που θα έρθει, αλλά έχει ήδη έρθει, ενώ το μεγάλο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών είναι η θεία ευχαριστία, στην οποία όσοι συμμετέχουμε, συναντούμε τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και όσους προηγήθηκαν ημών εν τη πίστει, ζώντας την κοινή χαρά της παρουσίας του Χριστού ως Θεού όλων μας. Ο κόσμος όμως πορεύεται στην προοπτική του μηδέν, του τίποτα μετά τον θάνατο. Γι’ αυτό και η καλοσύνη και η αγάπη μετρούν μόνο ως υστεροφημία ή ως τήρηση κάποιων κανόνων κοινωνικής συμβίωσης και όχι ως ένδειξη ζώσας πίστης, που γίνεται εμπιστοσύνη στον Θεό και άνοιγμα στον πλησίον.

            Ο Χριστός, εισερχόμενος στην Καπερναούμ, συναντά έναν Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο οποίος Τον παρακαλεί να γιατρέψει τον υπηρέτη του, χωρίς να πάει στο σπίτι του. Εμπιστεύεται τον Χριστό και θεωρεί ταπεινά ότι δεν αξίζει να εισέλθει ο Κύριος στον οίκο του. Είναι αρκετός ο λόγος Του για να γιατρευτεί ο οικείος του υπηρέτης. Ο εκατόνταρχος ζει την δύναμη της πίστης ως αγάπης για τον πλησίον, και μάλιστα για κάποιον που εκείνη την εποχή δεν είχε ούτε το δικαίωμα να θεωρείται άνθρωπος. Ζει την δύναμη της πίστης ως εμπιστοσύνης στον Θεάνθρωπο Κύριο, σε μια εποχή στην οποία τα πρόσωπα που εξουσίαζαν την περιοχή της Ιουδαίας πίστευαν στα είδωλα και περιφρονούσαν τον λαό του Ισραήλ και τη θρησκευτικότητά του. Ζει την ταπεινότητα της αυτεπίγνωσης, σε μια εποχή στην οποία αξία είχε μόνο ο ατομικός εαυτός. Και ο Κύριος θαυμάζει τον εκατόνταρχο, εκπληρώνει την επιθυμία του και ομολογεί ότι ο Ρωμαίος αξιωματούχος ήδη βιώνει την πίστη ως κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ενώ πολλοί εκ των ακολουθούντων στη θεωρία αυτή την πίστη είναι μακριά από τη βασιλεία των ουρανών και θα ζήσουν την κατάσταση της κόλασης, δηλαδή της μοναξιάς, του σκοταδιού, του φόβου, της ακοινωνησίας, του θυμού για το ότι ο εγωκεντρισμός τους δεν θα αναγνωρίζεται από κανέναν και της απελπισίας.

            Σε έναν κόσμο, όπου η αδιαφορία για την υπόσχεση της βασιλείας των ουρανών δεσπόζει, ας ξαναδούμε το παράδειγμα του εκατοντάρχου. Ας ξαναβρούμε τη προοπτική της Εκκλησίας ως συνάντησης προσώπων. Και ας κάνουμε δική μας την υπόσχεση της διαρκούς συνάντησής μας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, της αγάπης, της ταπείνωσης και της αυτεπίγνωσης, της εμπιστοσύνης και της ελπίδας ότι πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουλίου 2024

Κυριακή Δ’ Ματθαίου

7/17/24

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ Ο ΘΕΟΣ;

 


«Κάθε στιγμή ο Κύριος βρίσκεται κοντά στους αγίους Του, ώστε να τους στηρίζει στην ανάγκη. Αλλά, όταν δεν υπάρχει ανάγκη, δεν φανερώνει καθαρά τη δύναμή Του με κάποιο έργο ή σημείο αισθητό, για να μην εκφυλιστεί η βοήθεια αυτή και οδηγήσει σε βλαπτικά αποτελέσματα» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

Ένας από τους καημούς της ζωής μας είναι η σιωπή του Θεού στις δύσκολες καταστάσεις μας.  Οι εξετάσεις των νέων, τα εργασιακά αδιέξοδα και η εκμετάλλευση, οι σχέσεις που δεν προχωρούνε, η κακία των ανθρώπων, συχνά και των οικείων, τα τραύματα που γεννιούνται μέσα από τέτοιες δοκιμασίες, κυρίως όμως όταν έρχονται η εμπειρία και ο φόβος της ασθένεια και του θανάτου, ο πόλεμος και η καταστροφή, γεννούν εύλογο το ερώτημα μέσα μας: γιατί ο Θεός μας εγκαταλείπει;

Πολλοί, στη διάρκεια της ιστορίας της πίστης, έδωσαν και δίνουν την απάντηση: «εξαιτίας των αμαρτιών μας σιωπά ο Θεός». Όταν είμαστε καλά, δεν νοιαζόμαστε για τη φωνή Του. Άλλοτε, έχουμε επιλέξει να ζούμε αντίθετα με το θέλημά Του και όταν έρχεται η ώρα της κρίσης, συχνά εκεί που δεν το περιμένουμε, τότε ξυπνά μέσα μας η λογική του συμφέροντος και της απαίτησης. Εφόσον πιστεύω στον Θεό, Εκείνος οφείλει να μου δείξει ότι ανταποκρίνεται στην πίστη αυτή και να μου δώσει, όπως επιθυμώ. Άλλοτε πάλι, εκλαμβάνουμε τη σιωπή του Θεού ως μία τιμωρία για τις πράξεις και σκέψεις και επιλογές μας, ώστε να γλιτώσουμε από τις αμαρτίες μας ή να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη, η οποία έχει τρωθεί εξαιτίας της αποστασίας μας. Οι νεο-προφήτες κάθε εποχής, διάδοχοι των αρχαίων χρησμολόγων και όχι των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, η αποστολή των οποίων έληξε με τον ερχομό του Χριστού, αυτήν ακριβώς την οδό ακολουθούν: τα πάντα οφείλονται στις αμαρτίες μας. Έτσι, οι ίδιοι, ως «αυθεντικοί» εκφραστές του θείου Θελήματος, για το οποίο είναι βέβαιοι ότι το κατέχουν, μη επισημαίνοντας ούτε στον εαυτό τους ούτε στους οπαδούς τους ότι Κύριος οίδεν και μόνο Αυτός, κηρύττουν μετάνοια, συχνά αναζητώντας ακολούθους, κυρίως για να επικυρώνουν τον λόγο τους και να τους δίνουν εξουσία.

Ο ασκητικός λόγος όμως αποπνέει μιαν αλλιώτικη εμπειρία. Ο Θεός βρίσκεται πάντοτε κοντά στους αγίους Του, όπως και σε όλους τους ανθρώπους, καθώς είμαστε όλοι παιδιά Του. Δεν παρεμβαίνει όμως πάντοτε, παρά μόνο όταν είναι απόλυτη ανάγκη για την πνευματική μας ωφέλεια. Διότι εύκολα η βοήθεια του Θεού θα μπορούσε να μας βλάψει, όταν εμείς επαναπαυόμαστε σ’ αυτήν, όταν εμείς δεν κάνουμε την αυτοκριτική μας, δεν προσέχουμε τις επιλογές μας, δεν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε πορεία ζωής, δεν νιώθουμε την ανάγκη να αναζητήσουμε το θέλημά Του. « Έχουσι Μωυσέα και προφήτας», λέει ο Αβραάμ στον πλούσιο, στη γνωστή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Και αυτός ο λόγος που είναι, στην πραγματικότητα, ο λόγος του Χριστού, είναι το κλειδί για να ερμηνεύσουμε τη σιωπή του Θεού.

Ο Θεός έχει τον τελευταίο λόγο, αφού ο άνθρωπος έχει κάνει αυτό που περνά από το χέρι του. Όσο κι αν φαίνεται δύσκολο, ούτε η ασθένεια, η ήττα, ο θάνατος είναι το τέλος για όποιον πιστεύει. Η σχέση με τον Θεό είναι εμπιστοσύνη και αγάπη. Η πρόνοια του Θεού λειτουργεί σ’  αυτήν την προοπτική. Ζητάμε και μας δίνει όσα είναι αληθινά αναγκαία για την πνευματική μας πρόοδο. Ας δεχτούμε και ότι όλα τα αιτήματά μας δεν είναι χρήσιμα για τη σωτηρία μας. Εδώ είναι ο δρόμος της πίστης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 17 Ιουλίου 2024

7/12/24

ΟΠΩΣ ΙΔΩΣΙΝ ΥΜΩΝ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ


 «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16)

«Ἔτσι πρέπει νὰ λάμψει τὸ φῶς σας ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό». 

            Στην επί του Όρους ομιλία, ο Χριστός μάς προτρέπει να πράττουμε καλά έργα, όχι με σκοπό την προσωπική μας δόξα, αλλά για να δοξάζουν οι άνθρωποι τον Θεό που είναι ο ουράνιος Πατέρας μας. Η προτροπή αυτή έρχεται να συναντήσει και στο παρελθόν, αλλά και στην εποχή μας, έναν κόσμο στον οποίο τα καλά έργα δεν αναγνωρίζονται ως πηγή δοξολογίας και χαράς, παρά μόνο αποθεώνεται το κακό. Τα καλά έργα, εκτός από το ότι προέρχονται από μία συνείδηση που έχει ήθος ακολουθεί τον Ευαγγέλιο και ελπίζει στη συνάντηση με τον Θεό, τουτέστιν ζει την εμπειρία της Εκκλησίας, είναι και η προϋπόθεση για να μπορέσει ο κόσμος να σταθεί με αγάπη, συμπόρευση, συλλογικότητα, τρόποι που ελάχιστα προβάλλονται στους καιρούς μας. Δεν είναι η προτεσταντίζουσα στάση και αντίληψη που θεωρεί τα καλά έργα σημείο καταξίωσης κοινωνικής, όπως επίσης και ατομικής ικανοποίησης ότι περιμένουμε ανταπόδοση από τον Θεό και γι’ αυτό πράττουμε το καλό. Ούτε είναι τα καλά έργα σημείο της συμπεριφοράς του ανθρώπου, δηλαδή κατάσταση που δεν χρειάζεται να πηγάζει από την καρδιά, αλλά να δείχνει ένα «φαίνεσθαι» που οι άλλοι μπορούν να επικροτήσουν, ακόμη κι αν υπάρχει σκοτάδι στην ψυχή, δηλαδή υποκρισία.

            Στους καιρούς μας όμως τα καλά έργα ζητούν ανταπόδοση. Πιο ευάλωτη στη νοοτροπία αυτή είναι η νεώτερη γενιά, επειδή δεν βλέπει η καλοσύνη, η αγάπη, η προσφορά να είναι στις προτεραιότητες του κόσμου, κάτι που είναι ορατό στη βιομηχανία του θεάματος, στα παιχνίδια του Διαδικτύου, αλλά και στο δόγμα «πρέπει να νικήσουμε πάση θυσία», ενώ φαινόμενα όπως οι γυναικοκτονίες, η βία, η παρενόχληση παίρνουν διαστάσεις και, ταυτόχρονα, η φιληδονία και η πορνογραφία θεωρούνται δικαιώματα του ανθρώπου. Την ίδια στιγμή, η παιδεία έχει ως στόχο της να συνδέσει τον νέο με την παραγωγική διαδικασία, όχι όμως να τον οδηγήσει στο να αποκτήσει ήθος, καθώς δεν προβάλλονται τέτοια πρότυπα, αφού οι δομές κυριαρχούν εις βάρος των προσώπων, ο νους εις βάρος της καρδιάς, η μετριότητα εις βάρος της δημιουργικότητας. Ζούμε σε μια κοινωνία, η οποία έχει εξοβελίσει την ηθική από τη ζωή της και αποθεώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να κάνει ό,τι θέλει, ως άτομο και όχι ως μέλος ενός σώματος που χρειάζεται να στηρίζεται σε κανόνες του ανήκειν, που να έχουν σχέση και με τις ρίζες, το παρελθόν, την ιστορία, τη γλώσσα, τη θρησκευτικότητα, αλλά και τις σύγχρονες προοπτικές. Πώς να μιλήσεις όμως με το σήμερα, αν δεν έχεις εξάρτυση πνευματική και ταυτοτική που ξεκινά από το χτες; Πώς να προχωρήσεις στο μέλλον, όταν δεν μπορείς να αντισταθείς σε ό,τι ο κόσμος σου δίνει για τροφή, χωρίς να έχεις τη δυνατότητα να κρίνεις τι ταιριάζει στην ψυχή σου; Γιατί η ηθική είναι αντίσταση και σήμερα κυριαρχεί η αίσθηση του τίποτα, του μηδενισμού.

            Ως χριστιανοί, ακολουθώντας την οδό των Αγίων Πατέρων, που μας υπενθυμίζουν ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, που σημαίνει ότι κι εμείς έχουμε κληθεί μέσα από τη σχέση μαζί Του να νικήσουμε την αντίληψη του τίποτα, να νικήσουμε τον φόβο του θανάτου και μέσα από τα έργα της πίστης και της αγάπης να δώσουμε μήνυμα ζωής και ελπίδας στον κόσμο τούτο, για να οδηγηθούμε στην κοινωνία με τον Χριστό, δηλαδή για να λάβουμε την θέωση, την αγιότητα, τον σκοπό της ύπαρξης μας, οφείλουμε να αντισταθούμε στο θέλημα τούτου του αιώνος. Να παλέψουμε να γίνουμε φως. Να πιστέψουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Ότι ο Χριστός είναι μαζί μας και ότι κι εμείς, μαζί Του, στην Εκκλησία, μπορούμε να γίνουμε ένα μικρό λυχνάρι που θα φέγγει στη ζωή, στη σχέση με τους άλλους, στον δρόμο του χρόνου. Ας βρυχάται ο κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου, με τα κάθε λογής φερέφωνα της αμαρτίας και του μηδενισμού. Αντιτάσσουμε όχι την ηθική της συμπεριφοράς ως πανάκεια, αλλά την ηθική της καρδιάς. Δεν μας νοιάζει ο έπαινος των ανθρώπων, αλλά το να μπορούν εκείνοι να διακρίνουν τον Θεό πίσω από τη ζωή, τα λόγια, τις πράξεις μας. Αφύπνιση λοιπόν! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

14 Ιουλίου 2024

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου

7/9/24

ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ

 «Γλυκιά πηγή των συνετών η συντροφιά» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Οι γονείς συχνά ανησυχούν για τις αρνητικές επιρροές που μπορεί να έχουν οι παρέες των παιδιών τους. Η μίμηση του κακού, η ισχυρή προσωπικότητα που ένας δύσκολος χαρακτήρας έχει και η πρόκληση θαυμασμού εξαιτίας της δυναμικής του, η χρήση του αδύναμου ως συντρόφου στην παραβατικότητα, ως χειροκροτητή στη φιλαυτία και στη φιληδονία, ο θυμός που γεννιέται όταν οι γονείς θέλουν να βάλουν όρια, η πτώση στις επιδόσεις στο σχολείο εξαιτίας της συνεχούς ενασχόλησης με διαδικτυακά παιχνίδια στα οποία οι παρέες διαπρέπουν, οι εφηβικοί έρωτες που κάνουν τους νέους να αφήνουν κατά μέρος οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, ακόμη και τις προηγούμενες παρέες τους, είναι σημάδια που δείχνουν τη δυναμική που έχει ένας «κακός» φίλος. Και η ευθύνη κατά τους γονείς πέφτει κυρίως σ’ εκείνον και όχι στο παιδί   τους, το οποίο, άλλωστε, δεν φταίει ποτέ και για τίποτα.

Ανάλογη είναι η θετική επίδραση της καλής παρέας. Ένας καλός φίλος μπορεί να αφυπνίσει, να στηρίξει, να βγάλει τον κρυμμένο καλό εαυτό του φίλου του, να σπάσει τη μοναξιά, να δώσει αφορμές για γόνιμους προβληματισμούς, να ισχυροποιήσει αντιστάσεις σε πειρασμούς, να δώσει καλές συμβουλές, να γίνει δηλαδή αφορμή, ώστε η παρέα να οδηγηθεί σε δρόμους αγαθούς. Αυτό σημαίνει προσωπικότητα, ωριμότητα, καλοσύνη στην καρδιά.

Ο ασκητικός λόγος είναι σαφής. Να κάνει συντροφιά με συνετούς ανθρώπους, για να παίρνεις γλυκό νερό από την πηγή που αυτοί είναι. Δεν είναι μόνο η πνευματικότητα που ο συνετός άνθρωπος αποπνέει. Και πνευματικότητα δε σημαίνει μόνο την τήρηση των καθηκόντων έναντι του Θεού και της Εκκλησίας ή τη συζήτηση για θέματα που αφορούν στην ψυχή, στη βασιλεία του Θεού, σε μια ζωή που δε νικιέται από τον θάνατο. Η πνευματικότητα έγκειται στην απόφαση του ανθρώπου να διαχειρίζεται τη ζωή κατά τον τρόπο και το θέλημα του Θεού. Να αντέχει στις δυσκολίες που προκύπτουν από τη συμπεριφορά των άλλων. Να μην επιλέγει την οδό της κατάκρισης, αλλά την οδό της δεύτερης ευκαιρίας. Να προτάσσει την αγάπη και την υπομονή. Κι εκεί που δεν βλέπει διέξοδο, να μιλά με καλό λόγο, να λέει με διακριτικότητα την αλήθεια, χωρίς να επιδιώκει να διορθώσει τον άλλον. Άλλωστε, η ελευθερία μάς οδηγεί στην αλλαγή, ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσει από την ανάγκη της υπέρβασης της μοναξιάς που έρχεται μέσα από τα λάθη μας και από την πρόταξη της εξουσίας.

Στη σχέση με τον Θεό συχνά έρχεται μία κατάσταση που ονομάζεται φωτισμός. Δεν είναι απαραίτητα ο φωτισμός που έπεται της κάθαρσης της καρδιάς από τα πάθη. Είναι και ο φωτισμός της μετάνοιας. Είναι εκείνη η στιγμή στην οποία ο άνθρωπος νιώθει τα αδιέξοδά του εξαιτίας του χαρακτήρα, των λαθών, της κακών επιλογών, της αμαρτίας του. Και τότε νιώθει ότι πρέπει να πάρει τη ζωή του αλλιώς.

Στον φωτισμό αυτό ο καλός φίλος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ο συνετός άνθρωπος του ασκητικού λόγου είναι αυτός που δεν διαλέγει να κάνει τα μεγάλα άλματα, αλλά επιλέγει την οδό της αγάπης, της συγχώρησης, της καταλλαγής. Είναι αυτός που ενισχύει αποφάσεις που έχουν να κάνουν με το ως πού φτάνουν τα πόδια μας να απλωθούν και λειτουργεί με αλήθεια και παρηγοριά στις δυσκολίες. Πρωτίστως, συνετός είναι όποιος προσεύχεται να αφεθούμε όλοι στον τελευταίο λόγο του Θεού στη ζωή μας. Εκεί είναι το κλειδί. Γι’ αυτό και η πηγή μιας τέτοιας παρέας είναι γλυκιά. 

π.  Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 10 Ιουλίου 2024

7/5/24

ΕΥΘΕΩΣ ΑΦΕΝΤΕΣ ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ, ΤΟ ΠΛΟΙΟΝ, ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ


«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ...
Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4, 20, 22)

«Κι αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν... Τοὺς κάλεσε, κι αὐτοὶ ἄφησαν ἀμέσως τὸ καΐκι καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν». 

                Η σχέση ανθρώπου και Θεού δεν είναι μία σχέση αυτονόητη. Παρότι όλοι μας έχουμε μέσα μας το «γονίδιο του Θεού», η αναζήτηση του Θεού είναι στο DNA μας, κάτι που το γνωρίζουμε από την μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου στον λόγο του στους Αθηναίους («Θέλησε οι άνθρωποι να ζητούν τον Κύριο και να προσπαθούν να τον βρουν ψηλαφώντας στο σκοτάδι, αν και δεν είναι μακριά από τον καθένα μας», Πράξ. 17, 27) και η επιστήμη το επιβεβαίωσε μέσα από την χαρτογράφηση του γονιδιώματος του ανθρώπου (Francis Collins), εντούτοις δεν είναι απαραίτητο ότι έχουμε τη διάθεση να Τον συναντήσουμε ή, ακόμη κι όταν αυτό γίνει, τη διάθεση να αποδεχτούμε τον λόγο και το κάλεσμά Του.

            Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακολουθεί τις Κυριακές της Πεντηκοστής και των Αγίων Πάντων, στις οποίες κατανοούμε πως η ζωή μας παίρνει νόημα από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και από την απόφασή μας να βάλουμε ως στόχο μας την αγιότητα, διαβάζουμε για τη συνάντηση του Χριστού με τέσσερις ανθρώπους. Ανά δυάδες, αδέρφια, ψαράδες, οι δύο ασχολούμενοι με το να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη μόνοι τους και οι άλλοι δύο όντας με τον πατέρα τους στο πλοιάριο το οποίο είχαν στην κατοχή τους. Ο Χριστός καλεί και τους τέσσερις να Τον ακολουθήσουν και να αλλάξουν τη ζωή τους. Και εκείνοι, «ευθέως», αμέσως εγκαταλείπουν τα δίχτυα της επιβίωσης οι δύο πρώτοι, ο Πέτρος και ο Ανδρέας,  αλλά και την ιδιοκτησία και τη συγγένεια οι άλλοι δύο, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, και Τον ακολουθούν. Γίνονται «αλιείς ανθρώπων» και κήρυκες, μαζί με τον Χριστό, του χαρμόσυνου μηνύματος της Βασιλείας του Θεού και μάρτυρες των θεραπειών που ο Χριστός κάνει σε κάθε ασθένεια, σωματική και ψυχική.

            Ποιοι ήταν οι λόγοι για το μεγάλο ΝΑΙ των αποστόλων στο κάλεσμα του Χριστού;

            Πρώτον, η αναζήτηση της αλήθειας στις καρδιές τους. Και οι τέσσερις πίστευαν ότι η αλήθεια είναι πρόσωπο, ο Μεσσίας, και όχι μία ιδέα ή μία φιλοσοφία. Γι’ αυτό και από το πρόσωπο ελκύστηκαν, το πρόσωπο ακολούθησαν, το πρόσωπο εμπιστεύτηκαν. Δεύτερον, η καρδιά τους είχε επίγνωση της θρησκευτικής παράδοσης των Ιουδαίων, αλλά είχε και την απλότητα και τη θέρμη των λαϊκών ανθρώπων, που δεν φιλοσοφούν ιδιαίτερα τα πράγματα, αλλά ακούνε την καρδιά τους, μια καρδιά καθαρή και ενθουσιώδης. Η καρδιά αυτή δεν κυριαρχείται ούτε από το συμφέρον, ούτε από τους υπολογισμούς για το μέλλον, ούτε από τα πάθη. Παρότι όλοι είχαν τους χαρακτήρες τους, που τους έκαναν ο ένας να αρνηθεί τρεις φορές τον Χριστό, οι δύο να κρυφτούν από τον φόβο των Ιουδαίων, ενώ μόνο ο Ιωάννης έμεινε πιστός μέχρι το τέλος, εντούτοις η καρδιά τους δεν έπαψε να αγαπά και να νιώθει την κλήση του Χριστού να τους αλλάζει τη ζωή. Τρίτον, δεν είχαν ως κύρια έγνοια της ζωής τους την επιβίωση, τα χρήματα, τη συγγένεια, τις ανθρώπινες σχέσεις, που γίνονται δισταγμοί και βάρη για τον άνθρωπο που θέλει να ακολουθήσει τον Θεό, ούτε τη γνώμη των άλλων για το τι ήταν σωστό και τι όχι, αλλά ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν έναν αγώνα για έναν σκοπό που ξεπερνούσε το παρόν, όπως είναι η Βασιλεία του Θεού.

            Αυτά τα τρία στοιχεία λείπουν συνήθως από τις δικές μας καρδιές. Βλέπουμε για αλήθεια τις όποιες αλήθειες  μιας ζωής που την φιλοσοφούμε, αναζητούμε το νόημα της στην επιβίωση, στις σχέσεις, στην ιδιοκτησία, στα αγαθά, στις ιδέες, ενώ εύκολα νικιόμαστε από τους υπολογισμούς, τα συμφέροντα, τα πάθη, καθώς δεν κυριαρχεί η αγάπη στην καρδιά μας. Παράλληλα, θεωρούμε αυτονόητο ότι ο Χριστός θα μας δώσει ό,τι ζητούμε, είτε επειδή βλέπουμε την πίστη ως παράδοση και συνήθεια είτε επειδή έχουμε σχηματίσει εντός μας την άποψη ότι η άνεση είναι το κλειδί της ευτυχίας και ότι επειδή ο Θεός μάς αγαπά, θα μας τα φέρει όλα εύκολα στη ζωή, ενώ δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να δώσουμε μαρτυρία περί της Βασιλείας του Θεού στους άλλους, εφόσον η αγιότητα δεν είναι ο πρώτος σκοπός μας, αλλά όλα λειτουργούν εγκοσμιοκρατικά και στη δική μας πορεία, κατά τον πολιτισμό μας.

            Ο χριστιανός έχει λάβει κλήση από τον Χριστό και την Εκκλησία όταν βαπτίστηκε. Να βλέπει τον Χριστό ως κέντρο της ζωής του, ως το Πρόσωπο που γιατρεύει, σώζει και αλλάζει, να παλεύει ώστε η καρδιά του να είναι αγαθή, απλή και καθαρή από συμφέροντα, επιδιώξεις κοσμικές και πάθη, αλλά και να νιώθει έτοιμος να δώσει την καλή μαρτυρία περί της πίστεως σε κάθε στιγμή της ζωής, σε κάθε σχέση, σε κάθε δρόμο. Αυτή είναι και η πορεία στην οποία μας καλεί η Εκκλησία. Μπορεί να μας λείπει το «ευθέως», αλλά ο Θεός ξέρει να περιμένει. Ας το παλέψουμε! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

7 Ιουλίου 2024

Κυριακή Β’ Ματθαίου  

CHARLES DICKENS, «ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΙΚΓΟΥΙΚ», μετάφραση Ρένα Χάτχουτ, απόδοση ποιητικών κειμένων Δημήτρης Μαύρος, εκδόσεις GUTENBERG (σειρά ORBIS LITERAE, editio minor)

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 136- CHARLES DICKENS, «ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΙΚΓΟΥΙΚ», μετάφραση Ρένα Χάτχουτ, απόδοση ποιητικών κειμένων Δημήτρης Μαύρος, εκδόσεις GUTENBERG (σειρά ORBIS LITERAE, editio minor) 

Για πρώτη φορά στα ελληνικά μεταφράστηκε και κυκλοφορεί ένα από τα πρώτα έργα του κλασικού Κάρολου Ντίκενς, με τίτλο «Τα έγγραφα Πίκγουικ». Αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Gutenberg  για το τόλμημα, όπως επίσης και στην μεταφράστρια Ρένα Χάτχουτ για την απόδοση στα νέα ελληνικά σχεδόν 1250 σελίδων, με τη βοήθεια του Δημήτρη Μαύρου, που απέδωσε τα ποιητικά αποσπάσματα του έργου. «Τα έγγραφα Πίκγουικ» κυκλοφορήθηκαν στην Αγγλία το 1837 και η θεματολογία τους μοιάζει λίγο παράταιρη με τους καιρού μας. Στην πραγματικότητα όμως αποτελεί ένα ταξιδιωτικό χρονικό στην Αγγλία της τότε εποχής και την ίδια στιγμή μια αφήγηση διάφορων ιστοριών, η οποία, σήμερα, θα μπορούσε να είναι μία σειρά επεισοδίων στο Διαδίκτυο, με ένα εξαιρετικό αφηγητή, ο οποίος θα προκαλούσε το ενδιαφέρον των θεατών του όχι μόνο χάρις στα πρόσωπα που λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι στην ιστορία και που είναι ουσιαστικό το κοινό και οι ήρωες συνάμα, αλλά χάρις στην σκιαγράφηση της ανθρώπινης φύσης, όπως αυτή αποτυπώνεται στις ιστορίες.

                Πόσο έχει αλλάξει άραγε ο κόσμος μας; Αν αφήσουμε κατά μέρος την ταχύτητα και τα επιστημονικά μέσα, στην πραγματικότητα η ανθρώπινη φύση δεν δείχνει να έχει αλλάξει καθόλου. Για παράδειγμα, οι εκλεκτοί δικηγόροι Ντόντσον και Φογκ της κυρίας Μπαρντέλ, οι οποίοι δεν θα διστάσουν να κλείσουν στη φυλακή τον κύριο Πίκγουικ, για μια δήθεν αθέτηση υπόσχεση γάμου, μόνο και μόνο για να βγάλουν χρήματα. Και το φιλοθεάμον κοινό των αδηφάγων σημερινών Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, το οποίο διαδραματίζει τον ρόλο των ενόρκων, που καταδικάζουν για συναισθηματικούς λόγους έναν αθώο, μόνο και μόνο για τις εντυπώσεις (σσ. 736-774).

Παράλληλα, ένα δικαστικό σύστημα, το οποίο βλέπει τα πάντα στο γράμμα του νόμου, στηριγμένο και στην εξαγορά μαρτύρων (« ,,Εγγυητής;’’ - ,,Μάλιστα, αγαπητέ κύριε, υπάρχουν πέντ’ έξι εδώ. Θα εγγυηθούν για σας για οποιοδήποτε ποσό και θα σας χρεώσουν μόνο μισή κορόνα. Περίεργο επάγγελμα, έτσι δεν είναι;’’ είπε ο Πάρκερ παίρνοντας μια πρέζα ταμπάκο. - ,,Τι! Μου λέτε ότι αυτοί οι άνδρες κερδίζουν τα προς το ζην περιμένοντας εδώ για να ψευδομαρτυρήσουν στο δικαστήριο με μισή κορόνα το έγκλημα;’’, αναφώνησε ο κ. Πίκγουικ κατάπληκτος με αυτή την αποκάλυψη. - ,,Ε, δεν ξέρω αν πρόκειται ακριβώς για ψευδομαρτυρία, αγαπητέ μου κύριε’’, απάντησε ο μικροκαμωμένος κύριος. ,,Σκληρή λέξη, αγαπητέ μου κύριε, πολύ σκληρή λέξη. Είναι μια νομική έννοια, τίποτα περισσότερο’’», σ. 895), αδιαφορώντας στην πράξη για την αλήθεια.

Τέλος, το σύστημα των φυλακών, για το οποίο πολλές φορές θα αναφερθεί ο Ντίκενς στα μυθιστορήματά του (π.χ. στον «Όλιβερ Τουίστ», στον «Ζοφερό Οίκο», στην «Ιστορία δύο πόλεων»), αλλά τώρα θα περιγράψει το σύστημα με βάση την έκτιση της ποινής για χρέη. Διαβάζοντας τις αναφορές του Ντίκενς διαπιστώνουμε την ύπαρξη ενός παρασωφρονιστικού συστήματος, το οποίο νοικιάζει κελιά-δωμάτια, διακινεί προϊόντα παντός είδους, επιτρέπει την είσοδο και την έξοδο από τη φυλακή στους κρατουμένους, ουσιαστικά τους επιτρέπει να έχουν και υπηρέτες, υπάρχει ελεύθερο επισκεπτήριο (με κάποια πληρωμή, κυρίως σε είδος) ενώ η οικογενειακή ζωή συνεχίζεται σαν να μην τρέχει τίποτα, με μόνο το στίγμα ότι έχουμε να κάνουμε με την οικογένεια ενός φυλακισμένου. Ο Ντίκενς ουσιαστικά  περιγράφει την πλήρη αδυναμία του σωφρονιστικού συστήματος να λειτουργήσει σωφρονιστικά για τους κρατουμένους! «Καθώς περνούσε από μπροστά τους ο κ. Πίκγουικ, έριχνε μια ματιά στο εσωτερικό με μεγάλη περιέργεια και ενδιαφέρον. Εδώ, τέσσερις-πέντε ψηλοί γεροδεμένοι άνδρες, που με δυσκολία τους ξεχώριζε κανείς μέσα από ένα σύννεφο καπνού, ήταν απορροφημένοι σε μια θορυβώδη και άγρα συζήτηση κρατώντας μισοαδειασμένα μπουκάλια μπίρας ή παίζοντας χαρτιά με μια πολύ λιγδιασμένη τράπουλα. Στο διπλανό δωμάτιο έβλεπε κανείς κάποιον μοναχικό ένοικο ο οποίος, στο αδύναμο φως ενός κεριού, ήταν βυθισμένος στην ανάγνωση μιας στοίβας λεκιασμένων και κουρελιασμένων χαρτιών, που είχαν κιτρινίσει από τη σκόνη και είχαν αρχίσει να διαλύονται από την πολυκαιρία, γράφοντας για εκατοστή φορά κάποια μακροσκελή αναφορά με τα παράπονά του, για να τη διαβάσει κάποιος σπουδαίος άνδρας στου οποίου τα μάτια δεν θα έφτανε ποτέ ή που την καρδιά του δεν θα άγγιζε ποτέ. Σ’  ένα τρίτο, ένας άνδρας, με τη γυναίκα του κι ένα τσούρμο παιδιά, έστρωνε όπως όπως ένα κρεβάτι στο δάπεδο, ή πάνω σε μερικές καρέκλες για τα πιο μικρά, για να περάσουν έτσι τη νύχτα. Και σ’  ένα τέταρτο, κι ένα πέμπτο, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, ο θόρυβος και η μπίρα και ο καπνός και τα χαρτιά επανέρχονταν όλα πιο έντονα από πριν. Στους ίδιους τους διαδρόμους, και ιδιαίτερα στις σκάλες, χασομερούσαν πολλά άτομα, που άλλα έρχονταν εδώ επειδή τα δωμάτιά τους ήταν άδεια και μοναχικά, και άλλα επειδή τα δωμάτιά τους ήταν γεμάτα και πολύ ζεστά .  τα περισσότερα επειδή ήταν νευρικά και δεν μπορούσαν να βρουν ησυχία καθώς δεν ήξεραν το μυστικό που θα τους έδειχνε πώς να απασχοληθούν.  Υπήρχαν πολλές κοινωνικές τάξεις εδώ, από τον εργάτη με το τσόχινο σακάκι του ώς τον κατεστραμμένο σπάταλο άντρα με τη ρόμπα που είχε φθαρεί στους αγκώνες . όμως όλοι τους έδιναν την ίδια εντύπωση- απάθειας και αδιαφορίας, αλλά και μαγκιάς ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν στη φυλακή, αλαζονείας ατόμων που δεν φοβούνται τίποτα-, μια εντύπωση που δεν περιγράφεται με λέξεις αλλά που οποιοσδήποτε μπορεί να καταλάβει μέσα σε μια στιγμή, αν το επιθυμεί, μπαίνοντας στην πλησιέστερη φυλακή οφειλετών και κοιτάζοντας την πρώτη ομάδα ανθρώπων την οποία θα δει εκεί με το ίδιο ενδιαφέρον που κοίταζε ο κ. Πίκγουικ» (σσ. 906-908). Όσοι στη ζωή τους έμαθαν να περνούν τον χρόνο τους στις ταβέρνες, χωρίς να κάνουν κάτι ουσιαστικό και παραγωγικό, έβλεπαν τη φυλακή ως τόπο διακοπών. Αυτοί που εργάζονται, πονάνε επειδή βρίσκονται στη φυλακή. Κανείς σωφρονισμός όμως, ούτε ευκαιρία επανένταξης δεν προβλεπόταν. Είναι συγκλονιστική η περιγραφή του Ντίκενς, αλλά και αποδεικτική ότι η Ευρώπη του Διαφωτισμού, με τον Τσεζάρε Μπεκαρία και τον Μπένθαμ, δεν έχει δημιουργήσει ένα σωφρονιστικό σύστημα που να ανταποκρίνεται  στα κοινωνικά προβλήματα, αλλά και να σωφρονίζει παραγωγικά όσους δεν είναι εγκληματίες κατά της ζωής.  Ο Ντίκενς θα βγάλει αφήσει να διαφανεί και μια βαθύτερη κραυγή, για την εγκατάλειψη από την κοινωνία και τους οικείους πολλών εκ των φυλακισμένων, δείχνοντας το μέγεθος του κοινωνικού προβλήματος, που έχει και θρησκευτικές και πολιτικές προεκτάσεις. Λέει ένας φυλακισμένος στον κ. Πίκγουικ: «Οι φίλοι μου!...Αν ήμουν νεκρός στο βάθος του βαθύτερου ορυχείου του κόσμου, αν ήμουν κλεισμένος σ’  ένα φέρετρο καλά βιδωμένο, αν σάπιζα στο σκοτεινό και βρομερό χαντάκι που σέρνει τη λάσπη του κάτω από τα θεμέλια αυτής της φυλακής, δεν θα με ξεχνούσαν περισσότερο ούτε θα αδιαφορούσαν περισσότερο για μένα απ’ ό,τι τώρα που είμαι εδώ. Είμαι νεκρός . νεκρός για την κοινωνία, χωρίς τον οίκτο που χαρίζουν σ’ εκείνους που η ψυχή τους έχει κριθεί από τον Θεό. Φίλοι να δουν εμένα! Θεέ μου! Έχω βουλιάξει από το άνθος της ηλικίας μου ώς τα γεράματα σ’ αυτό το μέρος, και δεν υπάρχει κανένας που να σηκώσει το χέρι του πάνω από το κρεβάτι μου όταν θα είμαι νεκρός σ’ αυτό και να πει ,,Είναι ευλογία ο θάνατός του!’’» (σ.935). Και μας συγκλονίζει  η εξής εικόνα: «Τα πάντα ήταν σαματάς και φασαρία, με εξαίρεση ένα μικρό άθλιο υπόστεγο μερικά μέτρα παραπέρα όπου αναπαυόταν, χλομή και γαλήνια, η σορός του κρατούμενου του Τσάνσερι που είχε πεθάνει  το προηγούμενο βράδυ, περιμένοντας την παρωδία μιας έρευνας για την αιτία του θανάτου. Η σορός! Είναι ο νομικός όρος για την ανήσυχη, αεικίνητη μάζα από φροντίδες και στενοχώριες, φιλίες, ελπίδες και θλίψεις που αποτελούν ένα ζωντανό ον. Ο νόμος είχε τη σορό του .  και εκεί ήταν ξαπλωμένη, ντυμένη με σάβανο, φρικτός μάρτυρας του τρυφερού ελέους του» (σσ. 1009-1010). Η εικόνα τα λέει όλα. Για τον νόμο ο άνθρωπος είναι μία σορός, τίποτε άλλο, χωρίς αισθήματα, εμπειρία, ψυχή, αγάπη, έγνοιες, σχέση.  Και εξακολουθεί να μας κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο ο Ντίκενς περιγράφει το έθιμο του κουμπαρά στον τοίχο της Φυλακής Φλιτ, τον οποίο κρατούσε εντός ενός σιδερένιου κλουβιού ένας πεινασμένος άνδρας και καλούσε τους επισκέπτες και τους περαστικούς να προσφέρουν ελεημοσύνη για τους φτωχούς οφειλέτες. «Αν και το έθιμο αυτό έχει καταργηθεί και το κλουβί έχει τώρα σφραγιστεί, η άθλια και θλιβερή κατάσταση των δυστυχισμένων αυτών ανθρώπων παραμένει η ίδια. Δεν μας ενοχλούν πια ζητώντας από την πύλη της φυλακής ελεημοσύνη και συμπόνια από τους περαστικούς . αλλά ακόμη δεν έχουμε σβήσει από τη νομοθεσία μας, ώστε να μας σέβονται και να μας θαυμάζουν οι επερχόμενες γενεές, τον δίκαιο και σωστό νόμο που δηλώνει ότι ο γεροδεμένος κακοποιός θα τρέφεται και θα ντύνεται και ότι ο άφραγκος οφειλέτης θα αφεθεί να πεθάνει από την πείνα και τη γύμνια. Αυτό δεν είναι μύθος. Δεν περνάει ούτε μια βδομάδα χωρίς σε καθεμιά από τις φυλακές οφειλετών μας να μην ξεψυχήσουν αναπόφευκτα μερικοί από τους άνδρες αυτούς από την παρατεταμένη αγωνία της στέρησης αν δεν τους ανακουφίσουν οι συγκρατούμενοί τους» (σ. 937). Τον ρόλο αυτό του ανακουφιστή έπαιξε ο ήρωας του Ντίκινς κ. Πίκγουικ.           

Άλλο παράδειγμα, ο προτεστάντης εφημέριος κ. Στίγκινς, ο οποίος χάρις στην εξαιρετική ρητορική του δεινότητα, συγκινεί την κυρία Ουέλερ, δεύτερη σύζυγο ενός από τους δευτερεύοντες ήρωες της ιστορίας, παίρνει τα χρήματα και την προσοχή της, πουλώντας θρησκευτικότητα, χωρίς αγάπη, χωρίς αληθινή σχέση με τον Θεό, αλλά θέλοντας να ρυθμίσει τη ζωή της και τις ζωές των όσων των ακολουθούν από συνήθεια («Ο ποιμένας χρωστούσε τρία τρίμηνα νερό και δεν είχε πληρώσει ούτε ένα φαρδίνι, σίγουρα- επειδή το νερό δεν το χρειαζόταν και πολύ, γιατί πολύ λίγο πίνει από κείνη τη βρύση, Σάμι. Ξέρει τα κόλπα στ’ αλήθεια. Ωστόσο, το νερό δεν ήταν πληρωμένο κι έτσι του το ‘κοψαν. Πηγαίνει ο ποιμένας στην εκκλησία, παριστάνει τον καταδιωγμένο οσιομάρτυρα, και λέει ότι ελπίζει πως η καρδιά του τόπου που του’ κλεισε το νερό θα  μαλακώσει και θα το ανοίξει ξανά, αλλά μάλλον πιστεύει ότι η θέση που του έχουν κρατημένη στον άλλο κόσμο δεν είναι και πολύ άνετη. Πάνω σ’ αυτό, μια γυναίκα καλεί συγκέντρωση, ψέλνει έναν ύμνο, εκλέγει τη μητριά σου πρόεδρο και ορίζει να γίνει έρανος την επόμενη Κυριακή και τα δίνει όλα στον ποιμένα. Κι αν δεν έχει αρκετά ώστε να πάψει να τον ενοχλεί η εταιρεία υδάτων για την υπόλοιπη ζωή του – κατέληξε ο κ. Ουέλερ- εγώ είμαι ο Πάπας κι εσύ επίσης, κι αυτό είναι όλο» σ. 591), πόσο διαφέρει στ’ αλήθεια από τους κάθε λογής τηλε-ευαγγελιστές στις ΗΠΑ, οι οποίοι ρυθμίζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή της μεγάλης χώρας, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια, την αδυναμία, τη συνήθεια, την ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν, τον φόβο τους να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, τον φόβο τους να αγαπήσουν και Θεό και ανθρώπους;

Άλλο παράδειγμα, οι κομπογιαννίτες ιατροί κ. Μπέντζαμιν Άλεν και Μπομπ Σόγιερ, οι οποίοι προσπαθούν να στηρίξουν τη φήμη τους σε ψεύτικα κατορθώματα και στην άγνοια του κοινού που θα ήθελε να βρει μαγικές λύσεις στα προβλήματα υγείας του, πόσο διαφέρουν από τους γιατρούς που έχουν λύσεις ενάντια στο σύστημα, ξέρουν ποιοι μας εκμεταλλεύονται και μας εξαπατούν στις μεγάλες αρρώστιες και είναι έτοιμοι να πουλήσουν επιστημοσύνη, χωρίς όμως να είναι θεράποντες της ιατρικής αλήθειας;

                Όλα αυτά και πολλά άλλα παρουσιάζονται μέσα από ένα μεγάλο σε έκταση μυθιστόρημα (συνήθεια της εποχής, καθώς δημοσιεύονταν σε συνέχειες τα κεφάλαιά του στις εφημερίδες), το οποίο αναδεικνύει την ικανότητα του Ντίκενς στη γραφή, στο να στήνει ωραίες και ενδιαφέρουσες ιστορίες, αλλά και στο να περιγράφει με την δική του ειρωνική και καυστική ματιά τα ήθη, την πολιτική, τη νοοτροπία της εποχής. Ο Σάμιουελ Πίκγουικ, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ένας αληθινός gentleman, άρχοντας, γενναιόδωρος, πιστός στις αξίες του και, κυρίως, στην υπεράσπιση της αλήθειας, των λιγότερο δυνατών, είναι ο ισόβιος πρόεδρος της Λέσχης Πίκγουικ. Η λέσχη αποτελείται από μέλη τα οποία γίνονται κοινωνοί των ταξιδιωτικών ανά την Αγγλία εντυπώσεων του ιδρυτή και των μελών αυτής της λέσχης, που είναι φίλοι του, εν είδει συνεχιστών  των γεωγράφων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ως παρατηρητές τόπων και, κυρίως, της ανθρώπινης φύσης, της μεταβλητότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, της μετάπτωσής τους από την ευτυχία στη δυστυχία και το αντίθετο, την ανάγκη των ανθρώπων για ψυχαγωγία, την προσβολή της τιμής που ξεπλένεται μέσα από τις μονομαχίες, την κακοποίηση των γυναικών, τα πικνίκ στην εξοχή, την παιδική εργασία και εκμετάλλευση (αγαπημένο θέμα του Ντίκενς), λαϊκή θυμοσοφία, όπως το ότι η ευθυμία έρχεται από την καρδιά του ανθρώπου και όχι από τα χείλη (σ.132), τις προτεραιότητες της αστικής τάξης της εποχής, που ήταν η προάσπιση των χριστιανικών αρχών, αλλά και η διακίνηση του χρήματος, ο γάμος ως ο κύριος σκοπός της ζωής του ανθρώπου, ο έρωτας που πρέπει να εκδηλωθεί σε συγκεκριμένα πλαίσια και με την έγκριση του πατέρα, τόσο για τον άντρα όσο και για τη γυναίκα, τα πολιτικά πάθη, τα οποία στήριζε ο τύπος της εποχής, η δημαγωγία, οι φιλολογικές συζητήσεις στην προοπτική τού «εορτές λογικής και ποταμοί ψυχής» (σ. 325), τα πάρτι μεταμφιεσμένων, μία αίσθηση ότι όλα ξεκινούν από το καθήκον έναντι της κοινωνίας, του εαυτού, της τάξης και της ηθικής.

Στο κλίμα αυτό εντάσσονται και μερικά από τα αγαπημένα θέματα της Ντικενσιανής δημιουργίας, όπως τα πνεύματα-φαντάσματα (σσ. 456-458) και οι καλικάντζαροι (σ. 630 κ.ε.), η κατάσταση στις φυλακές, η φτώχεια, η αναπαραγωγή λαϊκών στερεοτύπων, όπως αυτών για τις χήρες γυναίκες («οι χήρες είναι η εξαίρεση σε κάθε κανόνα. Έχω ακούσει πόσες κανονικές γυναίκες αξίζει μια χήρα αν θέλει να σου τη φέρει. Νομίζω ότι είναι είκοσι πέντε, αλλά δεν είμαι απόλυτα σίγουρος μήπως είναι και περισσότερες», σ. 506), η σάτιρα μπροστά και στις πιο τρυφερές ανθρώπινες στιγμές (όπως το μάθημα ανακοίνωσης ερωτικών συναισθημάτων που κάνει ο κ. Πίκγουικ, ο οποίος δεν πρόκειται να παντρευτεί, στον κ. Μάγκνους, σ. 519 κ.ε.), αλλά και στην πολιτική («αν η μεσόκοπη κυρία είχε έρθει σε μεγαλύτερη επαφή με τον πολυάσχολο κόσμο ή αν γνώριζε τους τρόπους και τις συνήθειες εκείνων που κάνουν τους νόμους και ορίζουν τις μόδες, θα ήξερε ότι αυτού του είδους η αγριάδα είναι απλώς το πιο ακίνδυνο πράγμα στη φύση. Αλλά καθώς είχε ζήσει ως επί το πλείστον στην εξοχή και δεν είχε διαβάσει ποτέ τις συζητήσεις στη Βουλή, δεν ήταν εξοικειωμένη με τις συγκεκριμένες λεπτότητες της πολιτισμένης ζωής», σ. 526), ενώ η περιγραφή των γυναικών εκτείνεται από την λεπτή ειρωνεία με την οποία σχολιάζει την ευαισθησία της γυναικείας φύσης («καθώς ήταν μια κυρία με πολύ ευαίσθητα και λεπτά αισθήματα, έπεσε αμέσως κάτω από τη σερβάντα και λιποθύμησε», σ. 565), σε υπεράσπιση της γυναικείας ευαισθησίας με εξαιρετικό τρόπο: «Είδε ότι οι γυναίκες, τα πιο τρυφερά και εύθραυστα απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού, ήταν πιο συχνά ανώτερες από τη θλίψη, την αντιξοότητα και τον πόνο. Είδε ότι αυτό συνέβαινε επειδή είχαν μέσα στην καρδιά τους μια ανεξάντλητη πηγή τρυφερότητας και αφοσίωσης. Πάνω απ’ όλα, είδε ότι οι άντρες σαν εκείνον, που έτριζαν τα δόντια με την ευθυμία και τη χαρά των άλλων, ήταν τα χειρότερα ζιζάνια στην όμορφη επιφάνεια της Γης» (σ. 644)

Και βέβαια, τα Χριστούγεννα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το Ντικενσιανό περιβάλλον: «τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, φέρνοντας μαζί τους μιαν ατμόσφαιρα ειλικρινούς χαράς και εγκαρδιότητας. ήταν η εποχή της φιλοξενίας, της ευθυμίας και της καλής καρδιάς. ο  παλιός χρόνος ετοιμαζόταν, σαν έναν αρχαίο φιλόσοφο, να καλέσει τους φίλους του γύρω του, και περιστοιχισμένος από θορύβους ευωχίας και ξεφαντώματος να πεθάνει γλυκά και ήρεμα. Ήταν μια εποχή εύθυμη και χαρωπή . και εύθυμες και χαρωπές ήταν τουλάχιστον τέσσερις από τις πολυάριθμες καρδιές (ο Πίκγουικ και οι φίλοι του) που χαίρονταν με την έλευσή της. Και πολυάριθμες όντως είναι οι καρδιές στις οποίες τα Χριστούγεννα φέρνουν μια σύντομη περίοδο ευτυχίας και απόλαυσης. Πόσες οικογένειες που τα μέλη τους έχουν σκορπίσει μακριά, στους ακούραστους αγώνες της ζωής, ενώνονται τότε ξανά και συναντιούνται άλλη μια φορά σ’ εκείνη τη χαρούμενη ατμόσφαιρα συντροφικότητας και αμοιβαίας καλής διάθεσης, που είναι πηγή τόσο γνήσιας και ανόθευτης χαράς ώστε δεν ταιριάζει καθόλου με τις φροντίδες και τα βάσανα του κόσμου, που η θρησκευτική πίστη των περισσότερων πολιτισμένων εθνών και τα απολίτιστα έθιμα των πιο σκληρών αγρίων τη λογαριάζουν ανάμεσα στις πρώτες χαρές μιας μελλοντικής ύπαρξης για τους ευλογημένους και τους ευτυχείς! Πόσες παλιές αναμνήσεις και πόσες λανθάνουσες συμπάθειες ξυπνάει η περίοδο των Χριστουγέννων!... Χαρούμενα, χαρούμενα Χριστούγεννα, που μπορούν να μας γυρίσουν στις ψευδαισθήσεις των παιδικών μας χρόνων, αλλά και να θυμίσουν στον ηλικιωμένο άντρα τις απολαύσεις της νεότητας και να μεταφέρουν τη σκέψη του ναυτικού και του ταξιδιώτη, που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στο τζάκι του και στο ήσυχο σπίτι του!» (σσ. 596-597). Και μόνο αυτή η παρενθετική αναφορά στην ιστορία του Πίκγουικ και των φίλων του, είναι σημάδι του τρόπου με τον οποίο ο Ντίκενς βλέπει τα Χριστούγεννα, ως επιστροφή στα παιδιά χρόνια και στις μνήμες, ως επιστροφή των ταξιδεμένων και επανένωση των οικογενειών, ως αφορμή χαράς και μικρής, έστω, ευτυχίας, ως εσχατολογική προοπτική μιας μελλούσης ζωής που θα είναι στηριγμένη στη χαρά! Ο Ντικενσιανός τρόπος, διά της παρενθετικής αναφοράς, μας θυμίζει τον δικό μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, μολονότι οι θεολογικές καταβολές είναι διαφορετικές. Ωστόσο, τα θέματα του Παπαδιαμάντη, με την επιστροφή των ναυτικών, με την επανένωση της οικογένειας, με την χαρά της παιδικότητας, δείχνουν εκλεκτικές συγγένειες με τον μεγάλο Άγγλο πεζογράφο!  

Ο κεντρικός ήρωας του Ντίκενς ο κ. Πίκγουικ θα αποτυπώσει τον ανθρωπολογικό τύπο που ο μεγάλος συγγραφέας θα ήθελε για εκείνους που, χωρίς να αναλαμβάνουν πολιτική θέση ή να είναι πρόσωπα που γράφουν ιστορία, εντούτοις δείχνουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου αυτού τύπου είναι η συγχωρητικότητα που πηγάζει από μια αρχοντική καρδιά. Ο Πίκγουικ θα συγχωρήσει την κ. Μπαρντέλ που θα οδηγηθεί από τους δικηγόρους της στη φυλακή για χρέη, επειδή δεν είχε να τους πληρώσει, καθώς ο κ. Πίκγουικ προτίμησε να φυλακιστεί, παρά να πληρώσει το πρόστιμο για την δήθεν αθέτηση υπόσχεσης γάμου που κατάφεραν με την πονηριά, τη  κακία και την ιδιοτέλεια να εξασφαλίσουν  δήθεν για λογαριασμό της κ. Μπαρντέλ, στην πραγματικότητά όμως για να λάβουν μεγάλο μερίδιο για τον εαυτό τους  εις βάρος ενός αθώου. Ο κ. Πίκγουικ θα πληρώσει το χρέος της κ. Μπαρντέλ, δείχνοντας την μεγαλοκαρδία του. Το ίδιο θα κάνει και με δύο «απατεώνες», από τους οποίους σε μία κωμικοτραγική απόπειρα έκφρασης ερωτικών συναισθημάτων, θα βρεθεί εκτεθειμένος, τον Τζινγκλ και τον Ιώβ Τρότερ. Θα πληρώσει τα χρέη τους, ώστε να κάνουν μια καινούργια αρχή  στη ζωή τους. Αλλά και με τους κομπογιαννίτες γιατρούς Άλεν και Σόγιερ θα κάνει το ίδιο, στέλνοντάς τους στις Δυτικές Ινδίες, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια. Παράλληλα, θα μεσολαβήσει, ώστε  να γίνει αποδεκτός ο γάμος μεταξύ του φίλου του και μέλους της λέσχης Ναθάνιελ Ουίνκλ και της Αραμπέλας Άλεν από τον πατέρα του πρώτου. Και όταν ολοκληρώνει την αποστολή τού να λειτουργήσει ως συμφιλιωτής, θα κλείσει τη λέσχη Πίκγουικ, καθότι έχει εκπληρώσει την  αποστολή του να μοιράζεται με τους φίλους του την ομορφιά της περιηγητικής ζωής, τους έχει δείξει ότι η ανθρωπιά, η αρχοντιά, η ηθική ανωτερότητα είναι το κλειδί για να έχει ο άνθρωπος εκπληρώσει έναν σκοπό ζωής πιο πάνω από την επιβίωση.

Στον δρόμο αυτό έχει διαδραματίσει μεγάλο ρόλο ο εκ της λαϊκής τάξης προερχόμενος υπηρέτης του κ. Πίκγουικ Σαμ Ουέλερ, ο οποίος με την αφοσίωση, την αγάπη προς τον κύριό του που τον οδηγεί να μπει κι αυτός στη φυλακή με κατασκευασμένο χρέος, τον συντροφεύει, δείχνοντας μία απίστευτη ευφυΐα, σε δυσκολίες και, τελικά, επιλέγει, μαζί με τη γυναίκα του, να μείνουν στο πλευρό του κ. Πίκγουικ μέχρι το τέλος της ζωής του.  Η αρχοντιά και η αγάπη υπάρχουν στις καρδιές όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως καταγωγής, μόρφωσης, οικονομικής κατάστασης, όπως επίσης και η αίσθηση της δικαιοσύνης και της επιδίωξης του αληθινού. 

Ένα μυθιστόρημα απολαυστικό, με πολλά μηνύματα και για τη δική μας ζωή! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Ιουλίου 2024