1/21/26

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ 

                


Είπε ο Αββάς Ποιμήν: « Υποκριτής είναι όποιος διδάσκει τον πλησίον του κάτι, όπου ο ίδιος δεν έφθασε» 
(από το «Γεροντικό»).

                Το πιο εύκολο στη ζωή μας είναι να γινόμαστε υποκριτές. Παρουσιάζουμε έναν εαυτό ψεύτικο, προκειμένου να μην αναγκαστούμε να αναλάβουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, αλλά και για να μπορούμε να είμαστε αποδεκτοί από τους άλλους, όταν νιώθουμε ότι δεν συμφωνούμε μαζί τους, αλλά ούτε κι αυτοί με μας. Έτσι, επιλέγουμε την προσποίηση, το θέατρο, την υποκρισία. Κάποτε, διδάσκουμε στους άλλους πράγματα, στα οποία εμείς δεν έχουμε φθάσει. Δείχνουμε σε εκείνους το σωστό και το πρέπον, όμως δεν μεριμνούμε εμείς να το έχουμε πράξει. Όταν λοιπόν εκείνοι παρακολουθήσουν το δικό μας βίωμα, τότε κλονίζεται η αξιοπιστία μας. Και, μολονότι δεν χρειάζεται να έχουμε ανθρώπους ως πρότυπα για τις επιλογές μας, εντούτοις η υποκρισία μας σκανδαλίζει, με αποτέλεσμα οι θεατές της ζωής μας να αισθάνονται λύπη και απογοήτευση, ενώ εύκολα μας ειρωνεύονται και μας απορρίπτουν.

Η υποκρισία χαρακτηρίζει την πολιτική και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Όπως πολιτικοί προσποιούνται ότι έχουν αγάπη για τον λαό, ενώ στην πραγματικότητα την εξουσία επιδιώκουν, καθώς η αγάπη χρειάζεται θυσία, σοβαρότητα, ευθύνη, μελέτη των προβλημάτων των ανθρώπων και καρδιακή πειθώ, έτσι και πολλοί από τους χρήστες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης αφήνουν την υποκρισία να θριαμβεύει. Προσποιούνται τους παντογνώστες, στήνοντας έναν ψεύτικο εαυτό, που φτάνουν να τον θεωρήσουν ως τον αυθεντικό, πιστεύουν δηλαδή στα ψέματά τους, κρίνουν τους πάντες και τα πάντα, διδάσκουν, κάποτε και με λόγο επιθετικό, υβριστικό, εμπαικτικό, χωρίς οι ίδιοι να είναι σε θέση να πράξουν τα όσα απαιτούν από τους άλλους. Όλα αυτά, σε έναν μανδύα ψεύδους, ο οποίος με τη θολούρα του σκορπίζει σύγχυση και χάος.

Ενίοτε,  αυτό συμβαίνει και με την πίστη στον Θεό. Άλλοτε θεωρούμε πως η πίστη απαιτεί βαρύτατα φορτία, τα οποία όμως εμείς δεν είμαστε σε θέση να τα σηκώσουμε, ωστόσο το ζητούμε από τους άλλους. Άλλοτε, μιλάμε γι’ αυτό που η πίστη όντως πρεσβεύει, αλλά με μια θεωρητική προσέγγιση. Ζούμε την πίστη ως συνήθεια και ως παράδοση, όχι όμως ως αυθεντικό τρόπο που μεταμορφώνει την ύπαρξη, με αποτέλεσμα να φανερώνουμε ένα ήθος επιφανειακό και υποκριτικό. Σκανδαλίζουμε κατά βάθος τους άλλους, διότι ούτε την αδυναμία μας έμπροσθεν του Θεού ομολογούμε, ούτε φερόμαστε με την αγάπη που σώζει, κατακρίνοντας τους άλλους.

            Αν σκεφτούμε και την οικογενειακή πραγματικότητα στους καιρούς μας, θα διαπιστώσουμε ότι κι εκεί η υποκρισία θριαμβεύει. Οι γονείς θεωρούν πως δίνοντας τα πάντα στα παιδιά τους και αφήνοντάς τα χωρίς όρια, θα προχωρήσουν χωρίς κριτική από αυτά για την ουσιαστική τους ψυχική απουσία. Παράλληλα, σπεύδουν να διδάξουν τα παιδιά τους να είναι τίμια και σωστά, χωρίς οι ίδιοι μεταξύ τους να σέβονται ο ένας τον άλλον, κάτι που διαφαίνεται από τη διάλυση των συζυγικών σχέσεων στους καιρούς μας. Ο γονιός όμως δεν προσφέρει μόνο επιβίωση, αλλά και αγωγή στα παιδιά του, με βάση αρχές που ο ίδιος τηρεί. Αν έχει φτιάξει μέσα του έναν κόσμο που δεν υπάρχει, τότε τα παιδιά απογοητεύονται από την υποκρισία. Ο πραγματικός κόσμος έχει στερήσεις, ήττες, αποτυχίες και ο μόνος τρόπος για να αντέξουμε είναι η αγάπη, η υπομονή και η απόφαση να στεκόμαστε όρθιοι με πίστη. Τότε όντως μπορούμε να διδάξουμε, διότι οι ήττες μας δεν θα μας καταβάλλουν. Κι αυτός είναι ο τρόπος της πίστης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 21 Ιανουαρίου 2026

1/16/26

ΕΣΤΗΣΑΝ ΠΟΡΡΩΘΕΝ

 «Τῷ καιρῷ εκείνω, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17, 12-13)

«Τόν καιρό ἐκεῖνο, καθὼς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα ἄνδρες λεπροί, οἱ ὁποῖοι ἐστάθηκαν λίγο μακριὰ, καὶ τοῦ φώναξαν, «Ἰησοῦ Διδάσκαλε, ἐλέησέ μας». 

            Δέκα λεπροί βρίσκονται στην είσοδο ενός χωριού στην Γαλιλαία και περιμένουν τον Χριστό. «Στέκονται λίγο μακριά», από Αυτόν. Γνωρίζουν ότι δεν τους επιτρέπεται από την ασθένεια και τους κανόνες διαχείρισής της να Τον πλησιάσουν. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να φωνάξουν ζητώντας το έλεός Του, την ίασή τους δηλαδή χάρις στην θεϊκή Του δύναμη. Και ο Χριστός θα ανταποκριθεί στο αίτημά τους. Μόνο που η ίασή τους ήταν σωματική. Έχοντας μάθει στην μοναξιά, στον αποκλεισμό, στην περιθωριοποίηση, στον φόβο του θανάτου, δεν σκέφτονται ότι το πρώτο που χρειάζεται να κάνουν είναι  να ευχαριστήσουν Εκείνον που τους γιάτρεψε. Ένας το πράττει, κι αυτός αλλοεθνής, Σαμαρείτης, εχθρός των Ιουδαίων εκ καταγωγής. Και δίκαιο το παράπονο του Κυρίου, όχι γιατί ο Ίδιος είχε ανάγκη από το «ευχαριστώ» των ανθρώπων, αλλά διότι η ίαση του σώματος δεν έφερε την ίαση της καρδιάς. Έναν βαθμό εγγύτητας θα αποκαταστήσουν οι εννέα λεπροί, αυτόν με τους ιερείς της θρησκείας τους που θα βεβαίωναν ότι έχουν ιαθεί, και με τους οικείους τους, με τους οποίους θα μοιραστούν τη χαρά της καινούργιας ζωής, όχι όμως με τον Θεό που τους έκανε καλά.

            «Στέκονται λίγο μακριά». Οι άνθρωποι φοβόμαστε να πλησιάσουμε τον Θεό, διότι νιώθουμε τον ρύπο της ψυχής μας, την απόσταση από τον Δημιουργό μας που η αμαρτία φέρνει στη ζωή μας. Οι άνθρωποι δεν πλησιάζουμε τον Θεό διότι αισθανόμαστε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε ψυχικά, αρκεί να φωνάξουμε για να λάβουμε αυτό που ζητούμε. Η εγγύτητα γεννά το αίτημα της καρδιάς να παραμείνει κοντά σ’ Εκείνον που μας αγαπά και οι άνθρωποι δεν είμαστε έτοιμοι να αγαπήσουμε. Δεν είμαστε έτοιμοι να δείξουμε ευγνωμοσύνη, αλλά θέλουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, όπως τη σκεφτόμαστε, κατά τα δικαιώματα και τις επιθυμίες μας.  Αν πλησιάσουμε περισσότερο τον Θεό, θα ελεγχθούμε εντός μας, αλλά και μπορεί να ποθήσουμε μια ζωή που δεν είμαστε έτοιμοι να την ζήσουμε, όχι όμως γιατί δεν μπορούμε, αλλά γιατί δεν θέλουμε.  Έτσι, λαμβάνουμε χωρίς να δίνουμε, ούτε στον Θεό και συνήθως ούτε και στον άνθρωπο, παρεκτός των οικείων.

            Το θαύμα της ίασης των δέκα λεπρών μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε την ανάγκη να τολμήσουμε να πλησιάσουμε τον Χριστό. Να Τον κοινωνήσουμε στη Θεία Ευχαριστία, να Τον ζήσουμε και να Τον μοιραστούμε στην αγάπη, να πιστέψουμε, να μετανοήσουμε, να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ο Χριστός θέλει την εγγύτητα. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Γι’ αυτό ακούει τη φωνή μας και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, όταν είναι προς όφελός μας. Θα Τον πλησιάσουμε στη ζωή της Εκκλησίας ή θα μείνουμε μακριά Του; 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

18 Ιανουαρίου 2026

Κυριακή ΙΒ’ Λουκά

1/14/26

ΕΝΑΣ ΛΕΠΤΕΠΙΛΕΠΤΟΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ

               

Μία από τις πιο συγκινητικές ιστορίες των συναξαριών της Εκκλησίας είναι αυτή του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, που γιορτάζει στις 15 Ιανουαρίου. Πατέρας του ο συγκλητικός Ευτρόπιος, ο οποίος του προσέφερε πλούσια μόρφωση. Όταν γνώρισε, σε ηλικία δώδεκα ετών, έναν μοναχό της περίφημης Μονής των Ακοιμήτων στην Κωνσταντινούπολη, ελκύστηκε τόσο από τον μοναχικό βίο, ώστε έφυγε κρυφά από το σπίτι του, με μόνο εφόδιο ένα περικαλλές χειρόγραφο Ευαγγέλιο, που του είχαν κάνει δώρο οι γονείς του για να μαθαίνει γράμματα, όπως συνηθιζόταν εκείνον τον καιρό, με στάχωση επιχρυσωμένη και κοσμημένη με μαργαριτάρια, που βρίσκεται σήμερα στην Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους.

                Θα γίνει μοναχός και θα ζήσει ασκητική ζωή. Κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει πλέον τον λεπτεπίλεπτο αριστοκράτη. Ο διάβολος θα τον πολεμήσει με λογισμούς επιστροφής στο σπίτι και στους γονείς του και ο Ιωάννης θα ζητήσει ευλογία να γυρίσει ως ζητιάνος. Οι υπηρέτες θα τον εγκαταστήσουν σε μια φτωχική καλύβα, για να τον προστατεύσουν από το κρύο. Η μητέρα του θα τον δει μια μέρα και θα τρομάξει από την αγριότητα του προσώπου του, ώστε θα δώσει διαταγή να παραμείνει για πάντα έγκλειστος στην καλύβη. Τρία χρόνια θα κάνει άσκηση και όταν θα πληροφορηθεί από τον Θεό ότι ήρθε η ώρα της εκδημίας του θα ζητήσει από την οικοδέσποινα να τον συναντήσει. Θα της δείξει το ευαγγέλιο το οποίο είχε κρατήσει για δέκα χρόνια και θα της αποκαλύψει την ταυτότητά του. Και οι δύο γονείς θα μείνουν έκπληκτοι, από χαρά και λύπη μαζί. Ο Ιωάννης θα κοιμηθεί εν Κυρίω και θα ταφεί, κατά την επιθυμία του στην καλύβα, όπου οι γονείς του θα χτίσουν ναό. Πλήθος θαυμάτων θα ακολουθήσει την εκδημία του αγίου μέχρι σήμερα.

                Ο βίος αυτός μας δείχνει ότι υπάρχει μία αγάπη που υπερβαίνει και τη φυσική συγγένεια, αυτή για τον Θεό. Δεν είναι άκοπη, όπως και κάθε αγάπη. Θέλει άσκηση. Θέλει αποχωρισμό από την όποια εξάρτηση. Θέλει αφιέρωση. Κυρίως όμως θέλει νίκη κατά του εαυτού, που ζητά το εύκολο και το ευχάριστο. Ο τρόπος αυτός καθιστά την πίστη υπέρβαση της άνεσης, κάτι για το οποίο οι πολλοί δεν είμαστε έτοιμοι. Ούτε οι γονείς σκεφτόμαστε να μάθουμε στα παιδιά μας να κοπιάζουν. Αντίθετα, όταν βλέπουμε ότι χρειάζεται να παλέψουν για κάτι, να υποχωρήσουν, να ζήσουν όχι με αυτό που τους ευχαριστεί, είμαστε έτοιμοι να τα υπερασπιστούμε, αρνούμενοι κάθε κακοπάθεια, λες και προοδεύει ή σώζεται κάποιος αν δεν αγωνιστεί πολύ. Κάνουμε επίθεση λοιπόν σε όποιον ζητά το καλό τους, αλλά με κόπο και επιλέγουμε να τα μάθουμε να κάνουν ό,τι θέλουν και να τα δικαιολογούμε.

                Αυτό συμβαίνει και στην πνευματική ζωή. Δυσκολευόμαστε σήμερα ακόμη και στα ελάχιστα και στα αυτονόητα. Στη νηστεία. Στην προσευχή. Στην λίγη υπομονή. Στη διάθεση να κρατήσουμε την καρδιά μας καθαρή από το μίσος. Και δεν είμαστε έτοιμοι να έρθουμε πρόσωπο προς πρόσωπο με όποιον μπορεί να μας αγαπά, αλλά μας κολακεύει και μας προτρέπει να ζούμε καλά, χωρίς να θέλουμε να στερηθούμε κάτι από το «εγώ» μας. Να δείξουμε και στον εαυτό μας και στους άλλους ότι υπάρχει η αληθινή πατρίδα του ουρανού, για την οποία αξίζει η θυσία.

                Δεν κληθήκαμε να γίνουμε μοναχοί ή ασκητές. Καλούμαστε όμως να νικάμε το πνεύμα που τα θέλει όλα δικά μας, για να μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Θέλει κόπο η αγάπη, θέλει κόπο η πίστη. Το δώρο της όμως είναι η χαρά της αγιότητας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 14 Ιανουαρίου 2026

1/10/26

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, «ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ Ε’», Λάρισα 2025

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 174, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, «ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ Ε’», Λάρισα 2025


Ο αληθινά χαλκέντερος γιατρός, ιστοριοδίφης, συγγραφέας και φίλος Νικόλαος Παπαθοδώρου, επίτιμος πλέον διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συνεργάτης της επιστημονικής περιοδικής έκδοσης ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ της Μητροπόλεως Λαρίσης, την οποία έχω την τιμή να διευθύνω, συγκέντρωσε σε ένα νέο, τον πέμπτο κατά σειρά τόμο 50 δημοσιεύματα στην καθημερινή εφημερίδα της Λάρισας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ κάθε Τετάρτη του έτους 2018, και τα προσφέρει σε μία όμορφη έκδοση με τίτλο « ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ- Ε’», σε όποιον επιθυμεί να δει πτυχές της όψης της πόλης της Λάρισας στην Τουρκοκρατία, και ιδίως προς το τέλος της και τις αρχές της ελεύθερης ζωής της πόλης, όταν εντάχτηκε στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος στα τέλη 19ου αιώνα και μέχρι ουσιαστικά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι πολύ όμορφο για μια πόλη να έχει κάποιον ο οποίος καταγράφει την ιστορία προσώπων που ξεχώρισαν για την προσφορά τους σ’ αυτήν, όπως ο Δήμαρχος Δημήτριος Χατζηγιάννης, η ιδρύτρια του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας Ιουλία Σάπκα, ο βουλευτής Αγαμέμνων Σλήμαν, ο ιδρυτής του Νοσοκομείου «Μπαρμπαγιάννης» Παπαϊωάννου, προσώπων που κατέγραψαν την ιστορία της, όπως ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης και ο Θεόδωρος Αξενίδης, Μητροπολιτών, όπως ο Διονύσιος Γ’ Βαρδαλής, ο Παρθένιος και ο Αμβρόσιος Κασσάρας, περιγραφές επισκεπτών, όπως ο Α. Φιλαδελφεύς και ο σπουδαίος Βλάσης Γαβριηλίδης, πρόσωπα που είναι άγνωστα στους πολλούς, όπως ο Ιούλιος Βιανέλλι, κτηματίας και πρόξενος της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και λεπτομέρειες που προξενούν πολύ ενδιαφέρον για το πώς ήταν η χωροταξία της πόλης, ποια κτήρια ξεχώριζαν και τα οποία γκρεμίστηκαν στα πλαίσια της ανάπτυξης, έχοντας όμως συνδεθεί με τη ζωή των Λαρισαίων, όπως το ξενοδοχείο φαγητού «Η Αφθονία» στην οδό Πανός, το Ταχυδρομείο, το φαρμακείο Καραθάνου, το ζαχαροπλαστείο «Κυβέλεια», το αρχοντικό Στεφάνοβικ, τα εξοχικά κέντρα στην περιοχή των σιδηροδρομικών σταθμών, τα κτίσματα της οδού Ακροπόλεως πάνω από το αρχαίο θέατρο, η οικία Γερολυμάτου που είναι η μόνη διατηρητέα υπενθυμίζοντας τα σπίτια των απλών ανθρώπων του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης κατά το τέλος της Τουρκοκρατίας, τα δίδυμα σπίτια της 31ης Αυγούστου, η στοά Κουτσίνα, το κέντρο «Καλλιθέα» στα «Πευκάκια», η Εθνική Τράπεζα, το τουρκικό λουτρό, αλλά και περιοχές της πόλης όπως η οδός Ερμού, η πλατεία των Ανακτόρων, η πλατεία «Σιάουλο», η «Σάλια» κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το κείμενο για τα Θεοφάνια στη Λάρισα και την καλαισθησία των γυναικών της που ανοίγει το βιβλίο, με αναφορά στον στηθόδεσμο που δεν φορούσαν οι Λαρισαίες (!), η ιστορία των ανακτόρων της Λάρισας, η αναφορά στις εφημερίδες «Μικρά» (σε μέγεθος επιστολόχαρτου) και τον εκδότη της Θρασύβουλο Μακρή, ο οποίος διετέλεσε και ιεροκήρυκας, και στον «Κήρυκα» , η ιστορία της μουσικής παιδείας της Λάρισας, η ιστορία του Αλκαζάρ/άλσους των Νυμφών, οι συναντήσεις του Παύλου Μελά με τον Μιχαήλ Σάπκα στη Λάρισα και ιδίως πριν την πορεία προς το τέλος, η δράση του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στη Λάρισα την περίοδο της κατοχής και άλλα θέματα που πληροφορούν, διασώζουν μνήμες και συγκινούν.

Η έκδοση κοσμείται κυριολεκτικώς από πλήθος φωτογραφιών και χαρακτικών , που καθιστούν την αξία της μοναδική. Η διάσωση της ιστορικής μνήμης δεν έχει να κάνει άλλωστε μόνο με το χτες μιας πόλης ή την τοπική ιστορία. Έχει να κάνει και με τον τρόπο με τον οποίο «χτίστηκε» η κουλτούρα της, το πώς η ποιότητα των ανθρώπων την έκανε να συνδεθεί τόσο με την χώρα γενικά, όσο και με τον κόσμο, το πώς επηρέαζαν οι εξελίξεις της εποχής την ζωή της πόλης και πλήθος άλλων στοιχείων που ο συγγραφέας και ερευνητής με πολλή αγάπη καταθέτει.

Ευχαριστούμε τον γιατρό Νικόλαο Παπαθεοδώρου για το όλο έργο του. Η σειρά «Ιχνηλατώντας» την παλιά Λάρισα» κάνει και σε μας που μεγαλώσαμε στην πόλη αυτή να θυμόμαστε σημεία της, των οποίων την ιστορία δεν είχαμε μάθει και αυτό είναι συγκινητικό. Έπαινος αξίζει και στον χορηγό της προσπάθειας επιχειρηματία Ελευθέριο Σαΐτη, για την στήριξη. Η προσπάθεια του συγγραφέα είναι πολύτιμη, καθώς αποτελεί έναν από τους ελάχιστους στην πατρίδα μας σήμερα που νοιάζεται αληθινά για την πόλη του, με έναν έρωτα που δεν είναι μόνο συναισθηματικός, αλλά γίνεται αγώνας να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη της, όχι μόνο στα ονόματα των δρόμων, αλλά στο ήθος που η πόλη διά των ανθρώπων της κόμισε και κομίζει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Ιανουαρίου 2026

 

1/9/26

ΚΑΤΑΛΙΠΩΝ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ ΕΛΘΩΝ ΚΑΤΩΚΗΣΕΝ ΕΙΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

 

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ᾿Ιωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ» (Ματθ.  4, 12-13)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὅταν ἔμαθε ὁ Ἰησοῦς πὼς συνέλαβαν τὸν ᾿Ιωάννη, ἔφυγε γιὰ τὴ Γαλιλαία. Ἐγκατέλειψε ὅμως τὴ Ναζαρὲτ καὶ πῆγε κι ἔμεινε στὴν Καπερναούμ, πόλη ποὺ βρίσκεται στὶς ὄχθες τῆς λίμνης, στὴν περιοχὴ τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ». 

            Την Κυριακή μετά τα Φώτα η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει την έναρξη από τον Χριστό του έργου της Βασιλείας των ουρανών επί γης. Το κήρυγμα του Χριστού είναι συνέχεια του Προδρομικού κηρύγματος της μετανοίας. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή του τρόπου σκέψης, αναπροσανατολισμός της πορείας της ζωής μας με κέντρο τον Χριστό, την αγάπη, την ανάσταση. Σημαίνει κρίση του εαυτού μας, όταν αυτός θεμελιώνει τον δρόμο του στο «εγώ και μόνο εγώ», όταν πράττει ό,τι τελικά τον χωρίζει και από τον Θεό και από τον συνάνθρωπο. Σημαίνει επιστροφή στην Εκκλησία, όχι μόνο στη συνάντηση της θείας λειτουργίας και στη θεία κοινωνία, την κατεξοχήν έκφραση αποδοχής της αγάπης του Θεού, καίτοι είμαστε και παραμένουμε ανάξιοί της, αλλά και επίγνωση ότι η ζωή υπάρχει για να είμαστε σε κοινότητα, σε «εμείς», στο «μαζί» και αυτό να καθορίζει την καθημερινότητά μας, στην οικογένεια, στη φιλία, στις σχέσεις, στην εργασία, στη χαρά, στη λύπη, ακόμη και στον θάνατο.

            Ο Χριστός εγκαταλείπει τη Ναζαρέτ, εγκαταλείπει την ασφάλεια του σπιτιού όπου μεγάλωσε, της οικογένειας που Τον είχε στους κόλπους της και που επιβίωνε μέσα από αυτήν εργαζόμενος με τον μνήστορα Ιωσήφ στην ξυλουργική. Η κοινότητα αυτή, όπως και η κοινότητα του τόπου του, της επίγειας πατρίδας Του, Τον έκλεινε στον μικρό χώρο της ανθρώπινης πορείας και ζωής, όπως κάνουμε οι περισσότεροι από εμάς. Ο Χριστός εγκαθίσταται στην Καπερναούμ, την πόλη όπου συνυπάρχουν Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες, δηλαδή το κράμα της ανθρωπότητας της εποχής, η εικόνα της οικουμένης, της καθολικότητας,  και όχι η μερικότητα του τοπικισμού και του εθνικισμού. Είναι το σημάδι από πλευράς του Κυρίου ότι η Εκκλησία, η βασιλεία των ουρανών, δεν είναι για έναν τόπο, για έναν λαό εκλεκτό και περιούσιο, ούτε καν για τους αγίους και καθαρούς, αλλά για όλους. Αυτό το λησμονούμε στους καιρούς μας, ιδίως οι άνθρωποι που πιστεύουμε, «οι άνθρωποι της Εκκλησίας». Μας σκανδαλίζει η επιλογή του Χριστού, όπως σκανδάλιζε τους Ιουδαίους εκείνης της εποχής, διότι αισθανόμαστε ασφάλεια σε κλειστά σχήματα, σε σχήματα εκλεκτών, σε σχήματα όπου διαφυλάσσεται το συμφέρον μας, μικρό ή μεγάλο, η βόλεψή μας, η οικειότητά μας. Το να ανοιχτούμε στον κάθε άλλο είναι από μόνο του όχι απλά πρόκληση, αλλά υπέρβαση, στην οποία θα χρειαστεί να ακούσουμε, να δούμε, να μοιραστούμε, να συν-χωρήσουμε. Κυρίως όμως θα έρθουμε σε επαφή με την δική του αμαρτία και θα δούμε και τη δική μας, ακριβώς διότι είναι διαφορετικός.

            Η Κυριακή μετά τα Φώτα είναι προτροπή για έξοδο από το «εγώ και μόνο εγώ». Ας ξεκινήσουμε εν Χριστώ αυτή την έξοδο συναντώντας στην Εκκλησία τους οικείους της Ναζαρέτ, που κι αυτούς δυσκολευόμαστε να γνωρίσουμε αυθεντικά, αλλά και μη ξεχνώντας ότι κληθήκαμε να ζήσουμε στην Καπερναούμ και της δικής μας εποχής. Να παλέψουμε, να μοιραστούμε, να αγαπήσουμε, να δείξουμε την πίστη και το νόημα που αυτή προσφέρει.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

11 Ιανουαρίου 2026

Κυριακή μετά τα Φώτα

1/7/26

ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΑ ΔΥΟ

                 

Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει ένα περιστατικό που δείχνει την προτύπωση της βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό. Μετά τον Μωυσή, ηγέτης του λαού του Ισραήλ διετέλεσε ο Ιησούς του Ναυή. Αυτός έζησε το θαύμα να αποσυρθούν με θαυματουργικό τρόπο τα νερά του ποταμού, να γίνουν ξηρά και να περάσουν οι ιερείς με την Κιβωτό της Διαθήκης και όλος ο λαός από την έρημο στη γη της Επαγγελίας. Έτσι και ο Χριστός, με το βάπτισμά Του στον Ιορδάνη, μας περνά από την έρημο της αμαρτίας στο φως του ουρανού, στην πορεία προς τη Βασιλεία των ουρανών, στη ζωή της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η εορτή των Θεοφανίων, η οποία για τους πολλούς μένει στο πεδίο του αγιασμού των υδάτων, όπου υπάρχουν θάλασσες και ποτάμια, και στη λήψη του Μεγάλου Αγιασμού από τον ναό, στην πραγματικότητα είναι γιορτή ανακαίνισης του ανθρώπου και ξεκινήματος μιας νέας ζωής.

                Το νερό του Ιορδάνη χωρίστηκε στα δύο. Έτσι γίνεται και στη ζωή μας. Ο χρόνος μας χωρίζεται στην προ βαπτίσεως περίοδο και στην μετά τη βάπτιση, στον παλαιό άνθρωπο και στον νέο, αυτόν που ανακαινίζεται σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού μας, κατά την οποία είμαστε πλασμένοι. Σημείο-κλειδί το νερό και ο χωρισμός του. Το νερό είναι η ίδια η ζωή μας, αυτή που έχει γαλήνη και φουρτούνα, ταξίδι στη θάλασσα και ξεκούραση στο λιμάνι, επιθέσεις των λογισμών – πειρατών και άμυνα του ανθρώπου που νιώθει ότι ο αγώνας του ξεκινά από την πίστη στον Θεό, τη νήψη, αλλά και την επίθεση με την αγάπη και την μετοχή στην κοινότητα. Το νερό καθαρίζει, αγιάζει, δροσίζει, ξεκουράζει. Το νερό όμως θέλει και διψασμένους ανθρώπους για αλήθεια και ζωή.

                Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο κόσμος μας, στην πλειοψηφία του, έχει πάψει να γιορτάζει τις γιορτές της πίστης στην προοπτική της πίστης. Δεν κάνει ένα βήμα στον έσω άνθρωπο. Δεν θέλει να δει το γιατί ο Χριστός έγινε άνθρωπος και βρέθηκε ανάμεσά μας, γιατί προσέλαβε τα πάντα της φύσης μας, εκτός από την αμαρτία, γιατί καλούμαστε κι εμείς να Τον ακολουθήσουμε στην οδό της αγάπης, γιατί κάθε γιορτή είναι μία υπενθύμιση της δωρεάς που μας δόθηκε, για να την αντιπροσφέρουμε σε όσους αγαπούμε και για να αντέξουμε την πίεση των ανθρωπίνων πραγμάτων, τα οποία ο διάβολος τα δεσμεύει στην προοπτική του θανάτου. Ο κόσμος όμως σήμερα βλέπει τη γιορτή σαν μια ανάπαυλα, σαν την τήρηση της παράδοσης και των εθίμων, σαν μια μνήμη από τα παλιά, χωρίς να θέλει να αφεθεί στον πρωταγωνιστή της, που είναι ο Χριστός, και η σχέση μαζί Του στην Εκκλησία.

                Έτσι, τα Θεοφάνια μπορούν να γίνουν η γιορτή του αγιασμού της κτίσης και του ανθρώπου. Η υπενθύμιση ότι για την Εκκλησία δεν υπάρχει κάτι από τα έργα του Θεού που να μην είναι ιερό και να μην επιδέχεται ευλογίας. Που να μην μπορεί να γίνει ζωή και περίσσειά της. Προτυπώνονται τα πολλά στην Παλαιά Διαθήκη. Γίνονται πράξη στην Καινή. Και καλούμαστε στη ζωή της πίστης να ξαναδούμε τον κόσμο ως δώρο και ευλογία, ώστε μέσα από αυτόν να μπορούμε να νικήσουμε την καταβολή μας από τον κόπο του πρόσκαιρου και να πορευθούμε προς το αιώνιο της σχέσης με τον Χριστό που γίνεται η όντως ζωή μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της 7ης Ιανουαρίου 2026

1/5/26

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕ

  

«Ὅτε πρὸς αὐτόν ἐρχόμενον ὁ Πρόδρομος τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐβόα θεωρῶν . ἴδε, ὁ λυτρούμενος τον κόσμον παραγέγονεν ἐκ φθορᾶς. Ἴδε,  ῥύεται ἡμᾶς ἐκ θίψεως. Ἰδού ὁ ἁμαρτημάτων ἄφεσιν χαριζόμενος ἐπί γῆς ἐκ Παρθένου ἁγνῆς ἐλήλυθε δι’ ἔλεον. Ἀντί δὲ σκότους φωτίζει το ἀνθρώπινον διά τοῦ ὕδατος τοῦ θείου βαπτισμοῦ αὐτοῦ. Λοιπόν δεῦτε συμφώνως αὐτόν δοξολογήσωμεν σύν Πατρί καὶ Ἅγίῳ Πνεύματι» (Στιχηρό σὲ ἦχο δεύτερο τῆς Θ’ Ὥρας τῶν Θεοφανίων) 

            Ζούμε σε ένα σκοτάδι που αγνοούμε οι άνθρωποι, ιδίως των καιρών μας. Καθώς προσπαθούμε να γεμίσουμε τον χρόνο μας με δράσεις, με εικόνες, με απολαύσεις, με εργασία, με χρήμα, με ταξίδια, με σχέσεις, δυσκολευόμαστε να δούμε ότι υπάρχει εντός μας αυτό που η παράδοσή μας ονομάζει καρδιά και είναι το κέντρο της ύπαρξης. Δεν είναι μόνο το σωματικό κέντρο, από το οποίο περνά η ζωή. Είναι και το κέντρο της ψυχής, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στα συναισθήματα ή στις προσδοκίες, αλλά, κυρίως, σε ό,τι αφορά το δόσιμο του εαυτού μας. «Όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας», μας υπενθυμίζει το Ευαγγέλιο. Και υπάρχει σκοτάδι στην καρδιά μας, διότι τη σκοτίζουν οι μέριμνες, αλλά και η φιλαρέσκεια. Κέντρο της καρδιάς μας είναι το «εγώ» μας. Όχι όμως ένα «εγώ» δοτικό, αλλά κυριαρχικό. Φανταζόμαστε ότι το παν στη ζωή είναι εμείς να είμαστε καλά, να έχουμε δίκιο, να μην νικιόμαστε, να μην ταπεινωνόμαστε, να είμαστε οι έξυπνοι της ιστορίας, αυτοί που έχουμε γνώμη για όλα, αυτοί που το θέλημά μας κυριαρχεί σε όλα. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όλη αυτή η κατάσταση είναι το σκοτάδι του θανάτου που ονομάζεται πνευματικός. Πού να χωρέσει ο Θεός σε μια τέτοια πορεία; Πού να χωρέσει ο άλλος ως εικόνα του Θεού; Πώς να γεννηθεί το λογικό υποκείμενο (Λακάν), όταν τα πάντα είναι «εγώ»; Πώς να υπάρξει έρωτας αυθεντικός, αφού ο έρωτας είναι «η αυθυπέρβαση της φυσικής ατομικότητας» (Χρ. Γιανναράς);

 Και η εποχή μας τροφοδοτεί το σκοτάδι. Παλαιότερα, ο άνθρωπος ένιωθε ότι αμαρτάνει, ότι σφάλλει, ότι αποτυγχάνει, ότι έχει κάποιες εντολές που οριοθετούν την πορεία του και οι οποίες πηγάζουν  από την αυθεντία του Θεού και της Εκκλησίας. Σήμερα, όλα έχουν απορριφθεί στην πράξη. Πώς να νιώσουμε λοιπόν ότι είμαστε στο σκοτάδι του πνευματικού θανάτου, ο οποίος θα συναντήσει τον σωματικό και τότε όλα όσα έχουμε κάνει ή έχουμε αποκτήσει ή δεν προλάβαμε και θα θέλαμε να έχουμε θα προσγειωθούν στην ματαιότητα; Αλλά κι εδώ ο άνθρωπος έχει βρει απάντηση. Είναι το μηδέν, η ανυπαρξία, το τέλος της καρδιάς. Αγνοεί όμως ότι η ζωή υπάρχει για να συνεχιστεί, διότι δεν βλέπει την αγιότητα.

Στο σκοτάδι λοιπόν αυτό, το αφανές και το αγνοούμενο, έρχεται η Εκκλησία μας να εορτάσει Θεοφάνια. Και ο ιερός υμνογράφος, βάζει στα χείλη του Προδρόμου, του Βαπτιστή του Χριστού, εκείνου που άνοιξε την οδό της βασιλείας για να την νοηματοδοτήσει ο Χριστός, να μας υποδεικνύει τρία μηνύματα, τα οποία είναι πρόσκληση για να ξαναδούμε τη ζωή με κέντρο την καρδιά, όχι όμως αυτή που έχει ως θησαυρό της το εγώ, αλλά την αγάπη που δίνει ο Χριστός.

Το πρώτο είναι η λύτρωσή μας από τη φθορά. Μόνο όποιος έχει σχέση με τον Χριστό, τον Θεό δηλαδή που έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο κατά χάρη Θεό, μπορεί να αντέξει τη φθαρτότητα του χρόνου. Ο Χριστός δίνει υπομονή. Γεννά τον πόθο της προσευχής και της κοινωνίας μαζί Του. Δίνει ελπίδα. Και στις μεγάλες δοκιμασίες στέκεται δίπλα μας, αρκεί η καρδιά μας να θέλει να Τον δει. Και στον θάνατο μας συντροφεύει ως το πρόσωπο εκείνο που μας δίνει την κοινωνία της αγιότητας και της αιωνιότητας και την προσδοκία της ανάστασης, διότι τίποτε δεν θα χαθεί, ούτε και το σώμα μας!

Το δεύτερο  είναι η λύτρωσή μας από τη θλίψη, τόσο για την ανημπόρια της αμαρτίας, όσο και για τις όποιες αποτυχίες μας, αλλά και τη μοναξιά μας. Η θλίψη ως κατάθλιψη είναι το σήμα κατατεθέν των καιρών μας. Ο εγκλεισμός στο «εγώ», που δεν μπορεί να καταξιωθεί με  γνώμονα τι ονειρεύεται και τι επιθυμεί, συναντά δυσκολίες ψυχικές και γεννά μείγμα εκρηκτικό. Η σχέση με τον Χριστό, ακριβώς διότι είναι έρωτας, που σημαίνει κοινότητα και κοινωνία, ακριβώς διότι μας οδηγεί στο «ανήκειν» της Εκκλησίας, αρκεί να θέλουμε, είναι υπέρβαση της θλίψης και της κατάθλιψης. Σχέση αληθινή σημαίνει εμπιστοσύνη.  Και η εμπιστοσύνη στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού είναι αρχή λύτρωσης.

Το τρίτο είναι η άφεση των αμαρτιών. Για να συγχωρήσεις, πρέπει να μην υφίστασαι την αμαρτία εντός σου. Και ο Χριστός είναι ο αναμάρτητος. Δεν συγχωρεί  επειδή έχει ανάγκη να συγχωρέσει τον ίδιο Του τον εαυτό, αλλά συγχωρεί διότι αγαπά. Η συγχώρεση πηγάζει από την επιθυμία να μην μετρήσεις τον άλλο με βάση του τι θα ήθελες να κάνει ή να δώσει, αλλά επειδή είναι ο άλλος. Μόνο ο Χριστός μπορεί να δει τον άνθρωπο έτσι, ως εικόνα Του. Δεν είναι η μετάνοια η προϋπόθεση της συγγνώμης από την πλευρά του Χριστού. Η μετάνοια είναι η δική μας  απόφαση να ζητήσουμε την άφεση, όχι γιατί το αξίζουμε ή μας ταιριάζει, αλλά γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε Εκείνος να μας αγαπά κι εμείς να λέμε «όχι» στην αγάπη Του, διαλέγοντας τα μέτρα και τα πάθη μας.

Βγαίνουμε από το σκοτάδι διά του ύδατος του θείου βαπτισμού. Έγινε άνθρωπος ο Θεός, μας δείχνει ότι ακολουθεί τον δρόμο μας και τον τρόπο μας όπως εμείς το έχουμε ανάγκη. Να καθαριστούμε από τον ρύπο του σώματος, αλλά και της ψυχής. Κι Εκείνος εισέρχεται στον Ιορδάνη, όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί θέλει να μας δείξει ότι είναι Ένας από εμάς. Και μέσα στη ζωή μας μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι χωρίς Αυτόν, το σκοτάδι κυβερνά. Με Αυτόν η καρδιά μας έχει απαντοχή, έχει νόημα, νιώθει ότι η αγάπη είναι το κλειδί κι ο θησαυρός της και εκεί όπου υστερούμε, Αυτός μας αναπληρώνει, διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, καθιστώντας την Τριαδική Θεοφάνεια γιορτή ζωής για όλους μας. Όπως βιώνουμε την παρουσία της Αγίας Τριάδος ως πρότυπο αγάπης, ζωής, κοινότητας, έτσι κι εμείς καλούμαστε αυτόν τον δρόμο να ακολουθήσουμε.

Βαπτιστήκαμε στην Εκκλησία. Λάβαμε το Χρίσμα. Ανανεώνουμε τον τρόπο της αγάπης με την μετάνοια. Κοινωνούμε τον Θεό στην θεία Λειτουργία. Και εξερχόμαστε στον κόσμο και στη ζωή φωτισμένοι, αγιασμένοι, γνωρίζοντας ότι κάθε σχέση, όταν είναι με τον τρόπο του Θεού, με τον τρόπο της αγάπης, είναι ζωή, στην οποία όλη η κτίση συμμετέχει. Και ναι, το σκοτάδι διαλύεται! Φως η Αγάπη!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Ιανουαρίου 2026

Άγια Θεοφάνια