7/8/26

“ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΠΑΤΕΡ ΦΙΛΟΘΕΕ;- ο ψυχοθεραπευτής πατήρ Φιλόθεος Φάρος απαντά στη Βίκυ Φλέσσα”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 182, “ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΠΑΤΕΡ ΦΙΛΟΘΕΕ;- ο ψυχοθεραπευτής πατήρ Φιλόθεος Φάρος απαντά στη Βίκυ Φλέσσα”, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

    Ο π. Φιλόθεος Φάρος ήταν και παραμένει μία σπουδαία σύγχρονη ιερατική μορφή, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και την εν γένει Ορθοδοξία. Άνθρωπος με πάθος για την πίστη και την ιερατική αποστολή, δεν δίστασε να συγκρουστεί με την ποιμαίνουσα Εκκλησία, καταθέτοντας με ειλικρίνεια και λόγο συνδεδεμένο με την πατερική παράδοση και, ταυτόχρονα, που να αγγίζει τη σύγχρονη πραγματικότητα, τις επιστήμες ψυχικής υγείας, την ποιμαντική, την αναζήτηση νοήματος, προτάσεις που να μπορούν να αποτελέσουν βάση τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη η Εκκλησία να εργαστεί πάνω στο περιεχόμενο της αποστολής της, αλλά και πάνω στην ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να βρει περιεχόμενο αγάπης και σωτηρίας στη Θεολογία. 
    Ως συνήθως γίνεται, η ποιμαίνουσα Εκκλησία προσπέρασε τις προτάσεις και την κριτική του π. Φιλοθέου, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη είτε να απορρίψει το σκεπτικό του είτε να διορθώσει κακώς κείμενα. Η αντίληψη είναι πως ο χρόνος θα διαγράψει από τη μνήμη τον τολμητία. Αφού δεν χρειάζεται να αλλάξουμε το σύστημα, διότι είμαστε παιδιά του, ας προσπεράσουμε αυτόν που προτείνει, κάποτε προφητικά, έναν τρόπο για να βρούμε την ουσία της αποστολής μας. Οι συντηρητικοί τον θεώρησαν εκκοσμικευμένο. Οι πιο ανοιχτοί δύσκολο. Και επειδή ο π. Φιλόθεος πάλεψε στη ζωή του με έρωτα για την αλήθεια και αγάπη για τον άνθρωπο, δείχνοντας αυτό που εξακολουθεί να είναι σκάνδαλο για τους φοβικούς, ότι δεν είναι μόνο ο έρωτας για τον Θεό που σώζει, αλλά και ο έρωτας ως υπέρβαση της αποκλειστικότητας του “εγώ”, η συνάντηση με τον συνάνθρωπο στα πλαίσια της κοινότητας που είναι η Εκκλησία και η κοινωνία μεταξύ μας, ο άνθρωπος δηλαδή ως σχεσιακό ον, η βολεμένη και βολική προσέγγιση της πίστης θεώρησε πως αγνοώντας τον, κλείνει μαζί του τους λογαριασμούς. Όμως πάντοτε θα υπάρχουν οι άνθρωποι εκείνοι που θέλουν από την Εκκλησία να μην τους μεταθέτει σε έναν άλλο κόσμο, σε μιαν άλλη πραγματικότητα, αλλά να τους βοηθά να ζήσουν τον Χριστό ως αγάπη και αλήθεια και να αλλάξουν τη ζωή τους δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αισθάνονται ότι ο κόσμος, η πρόοδος, ο δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής έχει μεγάλες αδυναμίες και δεν είναι πανάκεια. Γι’ αυτό και ο λόγος του π. Φιλοθέου είναι διττός: τόσο προς το εσωτερικό της Εκκλησίας, πολεμώντας την αυτάρκεια, όσο και προς εκείνους που νιώθουν ότι η Εκκλησία δίνει ελπίδα και νόημα ζωής, πολεμώντας τον μηδενισμό.
    Σε ένα απολαυστικό βιβλίο ο π. Φιλόθεος Φάρος δίνει μία πολύ μεγάλη συνέντευξη αυτοβιογραφικού χαρακτήρα στη γνωστή δημοσιογράφο κ. Βίκυ Φλέσσα (εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), όπου απαντά στο μεγάλο ερώτημα τι είναι η ζωή. Η δημοσιογράφος, όπως έκανε στη σπουδαία εκπομπή της στην κρατική τηλεόραση ΣΤΑ ΑΚΡΑ, δεν διστάζει να οδηγήσει τον π. Φιλόθεο σε μία προσωπική, εκ βαθέων εξομολόγηση, σε όσα εκείνος νιώθει ότι θα μπορούσε να πει και με υποστηρικτικό βιβλικό υλικό δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη που αναζητεί απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του καιρού μας και όχι μόνο, να προβληματιστεί γόνιμα. 
    Ξεχωρίζουν τα κεφάλαια της συνέντευξης για τη χειρότερη αμαρτία που είναι η απόρριψη του άλλου, η αυτοβιογραφική αναφορά του π. Φιλοθέου στα παιδικά του χρόνια στην Τρούμπα του Πειραιά και στην Κατοχή, η ανάλυση του π. Φιλοθέου για τον καπιταλισμό και η σύνδεσή του διά του Μαξ Βέμπερ με τον προτεσταντισμό, η αναφορά στην μνησικακία της έφηβης Δύσης για την σοφή της μητέρα, την Ανατολή, για το burnout ως συνέπεια του υπαρξιακού κενού, η κριτική στους “Ψ”, όταν δεν είναι αληθινά σχεσιακοί, η αναφορά στον έρωτα των προσώπων και ο συσχετισμός του με τον Πλατωνικό λόγο, η σύγκριση του Παπαδιαμάντη με την Μέριλιν Μονρόε, η κριτική στον ταλιμπανισμό της αθεΐας,  ο προβληματισμός για την σχέση του επιστημονικού και βιβλικού λόγου, η προσδοκία της ανάστασης. 
    Όποιος έχει διαβάσει βιβλία του π. Φιλοθέου, αληθινά πρωτοποριακά, όπως για την μορφή και την παραμόρφωση της ιερωσύνης, την τριλογία που έγραψε μαζί με τον π Σταύρο Κοφινά (“Γάμος”, “Συζυγία”, “Γονείς και Παιδιά”), για τη φύση του έρωτα, για την αγάπη, τον καταπληκτικό “Διάλογο”, το “Πένθος”, θα βρει στη συνέντευξη με τη Βίκυ Φλέσσα μία επιτομή των λόγων και των σκέψεων του πρωτοπόρου ιερέα και ψυχοθεραπευτή. Όποιος δεν έχει διαβάσει βιβλία του θα προβληματιστεί γόνιμα για το είναι η Εκκλησία και τι κομίζει στον άνθρωπο του καιρού μας. Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον π. Φιλόθεο, διότι άνοιξε δρόμους, με μαχητικότητα και γνώση, με αγάπη και αυθεντικότητα, με πόνο για τον άνθρωπο και τον κόσμο και ειλικρίνεια, κυρίως όμως με μια πίστη όχι μιμητική, αλλά καρδιακή. Ευχαριστίες και στην κ. Φλέσσα, που μας έδωσε την ευκαιρία να διαβάσουμε και να προβληματιστούμε πάνω στον στοχασμό και την εμπειρία ενός εκ των κορυφαίων του καιρού μας. 
    Σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
8 Ιουλίου 2026

7/7/26

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ

               

 Μία από τις συνήθεις φράσεις που ακούνε τα παιδιά από τους γονείς τους είναι το «δεν έχω χρόνο». Από την μία η εργασία, η οποία ξεπερνά τα προβλεπόμενα όρια, όχι μόνο τα χρονικά, αλλά και της έγνοιας γι’ αυτήν, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να αισθάνεται «ξεζουμισμένος», και από την άλλη ο φόβος για ποιότητα σχέσης που να ξεπερνά την αναγκαία συνοδοιπορία, η οποία εγκλωβίζεται στο να πάει ο γονιός το παιδί στο σχολείο, στο φροντιστήριο, σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, να γεμίσει τον χρόνο του, να αποκτήσει εφόδια, να μπορεί να έχει πιθανότητες να είναι πιο καλλιεργημένο στη ζωή του. Η σχέση όμως προϋποθέτει διάλογο, παιχνίδι, κοινές δράσεις, βούτηγμα του μεγάλου στα εκκολαπτόμενα σκοτάδια του μικρού, ώστε να προλάβει να τον βοηθήσει να τα αντιμετωπίσει. Προϋποθέτει προσανατολισμό αγάπης, η οποία κάνει τον μεγάλο να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, τις ανασφάλειες για το αν είναι καλός γονιός ή όχι και τι πρέπει να κάνει για να είναι το παιδί του ευχαριστημένο.

                Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.

                Δεν έχω χρόνο να σου μαγειρέψω, διότι θα πρέπει να μάθω να το κάνω. Δεν έχω χρόνο να διαβάσω μαζί σου κάτι, διότι θα πρέπει να μάθω εγώ να διαβάζω. Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί σου, διότι μεγάλωσα χωρίς να παίζω ή το παιχνίδι με τρομάζει γιατί πρέπει να γίνω λίγο παιδί. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω, διότι το κήρυγμα είναι εύκολο, αλλά το να θυμηθώ πώς ήμουν όταν ήμουν παιδί ή έφηβος, πώς αισθανόμουν, τι με φόβιζε, αν δεν το έχω διαχειριστεί, αν δεν τα έχω βρει με τους δικούς μου γονείς, είναι ανηφόρα αβάσταχτη. Δεν έχω χρόνο να σου μιλήσω για τον Θεό, διότι θα πρέπει να αποφασίσω αν πιστεύω ή όχι. Δεν έχω χρόνο να πάω εκκλησία, να γιορτάσω, να σου δείξω τη χαρά της παράδοσης, διότι θα πρέπει να υπερβώ τις δικές μου προκαταλήψεις, να δω ποια είναι η αλήθεια μου και ποια είναι η όντως Αλήθεια κι αυτό θέλει κόπο. Δεν έχω χρόνο να κρίνω τον κόσμο, την πολιτική, τις ιδέες, τα πρόσωπα, διότι θα πρέπει να ξαναδώ ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος είναι ο πολιτισμός στον οποίο ζω, αν υπάρχει νόημα υπέρβασης, εξόδου από το κακό, όραμα ζωής και όχι μόνο διαχείρισης, συνέπεια δικών μου λόγων και έργων. Έτσι, προτιμώ την εύκολη κριτική των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης,  την ισοπέδωση ή το βόλεμα.

                Αν βάζαμε όλοι μας λίγο τον χρόνο στη θέση του, δηλαδή στην ισορροπία, στην έγνοια της αγάπης, στην βεβαιότητα ότι ό,τι περνά δεν ξαναγυρίζει, ίσως θα βλέπαμε τα παιδιά μας ως τα πρόσωπα εκείνα που περιμένουν από εμάς να μοιραστούμε μαζί τους τα σωστά και τα λάθη μας, τις νίκες και τις αποτυχίες μας, την πίστη και την έγνοια. Και τότε, ακόμη κι αν δεν είχαμε χρόνο, θα δημιουργούσαμε. Τα πάντα, άλλωστε,  περνούν από τη διάθεση της καρδιάς. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026

7/4/26

ΠΡΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΑΙ ΗΜΑΣ

 
«Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ.  8, 29)

Καὶ μὲ κραυγὲς τοῦ ἔλεγαν· «Τί δουλειὰ ἔχεις ἐσὺ μ᾿ ἐμᾶς, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ῏Ηρθες ἐδῶ νὰ μᾶς βασανίσεις πρὶν τὴν ὥρα μας;» 

            Ένα από τα πιο συγκλονιστικά θαύματα του Ιησού είναι αυτό της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών. Οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν και βασάνιζαν. Ήταν ζωντανοί- νεκροί, καθώς κατοικούσαν στα μνήματα, ενώ οι δαίμονες είχαν αλλοιώσει την όψη του προσώπου τους κάνοντάς τους τόσο φρικτά άσχημους, ώστε κανείς να μην τολμά να περάσει μπροστά τους, κανείς να μη θέλει να τους ατενίσει. Κι όταν ο Χριστός τους θεραπεύει, διώχνοντας τα δαιμόνια από μέσα τους, εκείνα θα εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων και θα τη γκρεμίσουν στη  θάλασσα, δείχνοντας το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, ο οποίος δεν ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους, αλλά και όλη τη δημιουργία του Θεού.  Και θα συνεχίσει ο διάβολος να ταλαιπωρεί και τους υπόλοιπους κατοίκους των Γεργεσηνών, οι οποίοι θα αρνηθούν στον Χριστό να παραμείνει ανάμεσά τους, διότι ελέγχονται από τον Κύριο, αισθάνονται ότι ξεσκέπασε τη γύμνια της καρδιάς τους, την υποκριτική τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού νόμου, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά οι ίδιοι το πουλούσαν στους ειδωλολάτρες προς ίδιον όφελος, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν την καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, ζώντας οι ίδιοι την κόλαση των δαιμονισμένων.  

            Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση των δύο δαιμονισμένων προς τον Χριστό, όταν ο Κύριος τους πλησιάζει. «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς», του λένε. « Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας». Ποια είναι η κανονική ώρα της βασάνου; Είναι η κόλαση, είναι ο αιώνιος θάνατος τον οποίο βιώνει ο άνθρωπος που δεν αγαπά Θεό και ανθρώπους, ο άνθρωπος που αρνείται τον προορισμό του, να είναι δηλαδή εικόνα Θεού και να έχει πλαστεί για να μοιάσει στον Θεό. Ο άνθρωπος τότε θα βιώνει την κατάσταση των δαιμονισμένων, αλλά και των Γεργεσηνών. Θα είναι ακοινώνητος. Φριχτός για τους άλλους, που δεν θα θέλει να τους βλέπει και ούτε εκείνοι να τον βλέπουν. Δεν θα θέλει ίχνος Θεού, ίχνος καλού στη ζωή του, αλλά θα έχει για θεό τον εαυτό του, το συμφέρον του, τον τρόπο του, θα νιώθει την παρουσία του Θεού και θα αρνείται να ανοίξει τα μάτια του σ’ Αυτόν. Και ό,τι ξεκινήσει ψυχικά , μετά τον θάνατο, θα επεκταθεί και σωματικά, μετά την Ανάσταση των νεκρών, τη Δευτέρα Παρουσία.

            Ζούμε σε έναν καιρό στον οποίο αισθανόμαστε ότι η παρουσία του Χριστού βασανίζει τον κόσμο. Του υπενθυμίζει την ειρήνη και τη συμφιλίωση, ενώ ο κόσμος θέλει την εξουσία και τη βία για να πετύχει το σκοπό του. Του υπενθυμίζει την κοινωνία της σχέσης και της αγάπης, ενώ ο κόσμος θέλει τη χρήση του άλλου και της κτίσης για να είναι ευχαριστημένος. Του υπενθυμίζει το μέτρο και την ασκητικότητα, ενώ ο κόσμος θέλει την άνεση και την πολυτέλεια. Του υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει συνέχεια μετά τον θάνατο εν αγάπη, ενώ ο κόσμος επιλέγει το μηδέν, για να ζήσει καλά εδώ, με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Του υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο τρόπος της Εκκλησίας που είναι ο τρόπος της αγάπης, της εξόδου από την αποκλειστικότητα του εγώ, της υπέρβασης του ιδίου θελήματος και του μοιράσματος, ενώ ο κόσμος ζητά τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το εγώ, το δίκιο, το δικαίωμα. Γι’ αυτό ο κόσμος βασανίζεται πρόωρα. Όποιος πιστεύει στον Χριστό περνά σταυρούς, αλλά δεν είναι μόνος. Και μέσα από τη σχέση με τον Χριστό παίρνει ζωή και αλλάζει ζωή. Αυτή είναι η καινούργια αρχή που μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή και να αφήσουμε το πνεύμα και τον τρόπο του κακού στη άκρη, καθιστάμενοι εν Χριστώ νέοι, καινούργιοι άνθρωποι, με ελπίδα και στο τώρα και στην αιωνιότητα.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε’ Ματθαίου

 

 

6/30/26

Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ

                Η σπουδαία ιατρός και επιδημιολόγος της διατροφής κ. Αντωνία Τριχοπούλου λέει για τις ημέρες μας: «Οι νέοι εγκαταλείπουν τη μεσογειακή διατροφή. Εγκαταλείπουν το κρασί και πηγαίνουν στα σκληρά ποτά, εγκαταλείπουν τα αφεψήματα και πηγαίνουν στα τσάγια και παίρνουν πολλά συμπληρώματα που δεν τα έχουν ανάγκη» (περιοδικό «Γαστρονόμος»). Τα λόγια της δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μία διατροφική πραγματικότητα εντυπωσιασμού, τυποποίησης, μιμητικότητας, έχοντας εγκαταλείψει τη διατροφική μας παράδοση, η οποία δεν έγκειται μόνο στο είδος της τροφής που τρώμε, αλλά έχει να κάνει με τη συντροφικότητα, το τραπέζι, την κοινωνικότητα, το «να μοιράζεσαι ψωμί» με τον άλλον, να συζητάς, να ασχοληθείς και με την τροφή, αλλά και τους ανθρώπους που είσαι μαζί τους.

                Ζούμε στην εποχή του ντελίβερι. Ακόμα και τον καφέ μας βαριόμαστε να τον φτιάξουμε μόνοι μας και προτιμούμε να τον αγοράσουμε ή να τον παραγγείλουμε. Δεν είναι ότι μας λείπει ο χρόνος. Είναι ότι επιζητούμε το έτοιμο και όχι τον κόπο. Είναι ότι δεν δίνουμε σημασία στο να προετοιμάσουμε με αγάπη αυτό που θα το απολαύσουμε όσο είναι δυνατόν, αλλά προτιμούμε να ξοδέψουμε χωρίς να νιώθουμε την αξία της χαράς τού να δημιουργείς.

                Δεν είναι θέμα νοστιμιάς. Είναι θέμα αγάπης. Φτιάχνοντας φαγητά, γίνεσαι καλύτερος μάγειρας. Αλλά για να φτιάξεις, πρέπει να νιώσεις την ανάγκη να μοιραστείς. Να προσφέρεις. Να κατανοήσεις ότι δεν είναι χάσιμο χρόνου το να ασχοληθείς με το φαγητό, αλλά ξόδι καρδιάς κι αγάπης από μέσα σου, για να δείξεις σε όσους νιώθεις οικείους ότι τους δίνεις κάτι από σένα. Κι έτσι, έχουμε ξεχάσει και το «ευχαριστώ». Συχνά λέω στους μαθητές μου: «μη σκεφτείτε αν και πόσο νόστιμο ήταν το φαγητό που φάγατε από τη μητέρα ή τη γιαγιά ή τον πατέρα σας. Σκεφτείτε ότι σας αγαπούν και σας μαγείρεψαν. Πείτε τους ευχαριστώ και φάτε, έστω και λίγο, για να τους τιμήσετε». Ας μην αναρωτιόμαστε για τους  ανικανοποίητους νέους των καιρών μας. Όταν το ντελίβερι είναι κανόνας, όταν το έτοιμο τυποποιημένο φαγητό βγαίνει από την κατάψυξη, ίσα για να ξεγελαστεί η πείνα, όταν το τραπέζι δεν στρώνεται και δεν είναι γιορτή, όταν τα κινητά παραμένουν ανοιχτά, τότε πώς να εκτιμήσουν τη φύση, τον άνθρωπο, τον κόπο, το ίχνος της ψυχής που κατατίθεται στο φαγητό; Πώς να εκτιμήσουν μετά κάτι δημιουργημένο με αγάπη, όταν τα έχουν όλα έτοιμα, όμως απρόσωπα;

                Η ελληνική γη παραμένει πλούσια. Τα λαχανικά, τα φρούτα, τα κτηνοτροφικά προϊόντα της μπορούν να γεμίσουν το τραπέζι μας. Η μοντερνιά των καιρών μας θέλει να τρώμε «γκουρμέ», να πίνουμε ξένα ποτά, να προσέχουμε τη σιλουέτα μας σε βαθμό ανορεξίας, να επιζητούμε το εξεζητημένο. Όπου βάζουμε τον χαρακτήρα της γης και της παράδοσής μας στη διατροφή, μαμάδες και μπαμπάδες, γιαγιάδες και παππούδες, τότε διαπιστώνουμε ότι τα φαγητά μένουν στη μνήμη των παιδιών. Δεν είναι η γεύση μόνο, είναι το πρόσωπο που τα ετοιμάζει, με την αγάπη του. Αν το ψάξουμε λίγο, θα βρούμε υπέροχα ελληνικά προϊόντα, νόστιμα, υγιεινά, που χωρίς υπερβολές ομορφαίνουν τη διατροφή μας, αλλά και γίνονται αφορμή να την κάνουμε γιορτή.

                Ας το συνδυάσουμε με την ευχαριστία στον Θεό για τα όσα μας χαρίζει, αλλά και με την ομορφιά της παρέας. Η οικογένεια πρέπει να κάθεται γύρω από το κοινό τραπέζι. Για να ξαναβρεί τη χαρά της συνύπαρξης, της προσφοράς, της αγάπης που…τρώγεται! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Ιουλίου 2026

 

Η φωτογραφία είναι του φίλου Βασίλη Μαλισιόβα

6/28/26

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ 

Πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει η πολιτική; Η οικογένεια; Η κοινωνία; Αυτό είναι το ερώτημα το οποίο δεσπόζει στο νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και συνοδοιπόρου εκπαιδευτικού Λιάνας Τσιρίδου «Περασμένα, ξεχασμένα» που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ. Και οι τρεις χώροι, πολιτική, οικογένεια, κοινωνία συνδέονται με έναν επιπλέον παράγοντα, εκτός από τους ανθρώπους: τον χρόνο, είτε ως φίλο είτε ως εχθρό.

Ως φίλος ο χρόνος «ιάται», γιατρεύει το ψεύτικο, χωρίς να το καταργεί. Το ψέμα είναι, άλλωστε, μεγαλύτερο τραύμα από την αλήθεια. Έτσι κι αλλιώς, και τα δύο δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Το ψέμα, διότι δεν μπορείς, ακόμη κι αν το υιοθετήσεις, να ξεγελάσεις μ’ αυτό τη συνείδησή σου, ίσως να τη φιμώσεις μόνο. Όμως μέσα σου καλά το γνωρίζεις   ότι η διαφθορά γεννά ένα υπαρξιακό κενό, το οποίο συνήθως το καλύπτει το χρήμα, η ηδονή, η δόξα. Όμως και τα τρία είναι πρόσκαιρα. Η αλήθεια είναι κι αυτή τραύμα, γιατί σε φέρνει μπροστά στο συγκλονιστικό ερώτημα πόσο ισχυρό είναι το κακό στη ζωή σου, που δεν σε αφήνει να μιλήσεις ή δεν σε αφήνει να νικήσεις. Το σκοτάδι, είτε του ψέματος είτε της αλήθειας, σε κάνει να υποφέρεις, να εγγίζεις τα όρια του τραγικού. Θέλει δύναμη για γνωρίσεις όχι μόνο τον μέσα κόσμο σου, αλλά και όσα σε περιβάλλουν, με κίνδυνο να αποδομήσεις και να αποδομηθείς. Οι περισσότεροι συμβιβαζόμαστε.

Ο ευαγγελικός λόγος επισημαίνει ότι «η αλήθεια ελευθερώνει» (Ιωάν. 8,32). Ο μεγάλος μας ποιητής όμως έρχεται να κάνει μία αντιδιαστολή: « Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»  (Οδ. Ελύτης, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»). Και η αλήθεια δεν μπορεί να βιωθεί εκτός των προσώπων, εκτός της σχέσης. Γι’ αυτό και η αλήθεια γίνεται κατάσταση που θυμίζει την αρχαία τραγωδία. Ο μάντης Τειρεσίας λέει στον Οιδίποδα: «είπερ γ’ εστί της αληθείας σθένος» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 369), θέλοντας να δείξει ότι η αλήθεια είναι επιλογή μας. Και ο τραγικός ήρωας , λίγο πριν συνειδητοποιήσει τι έχει πράξει, ακούγοντας τον λόγο του βοσκού που τον έσωσε στον Κιθαιρώνα, καταστρέφοντάς τον, θα απαντήσει στο «Προς αυτώ τω δεινώ ειμί λέγειν. - Κάγωγ’ ακούειν. Αλλ’ όμως ακουστέον» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 1169-1170). Αυτή είναι η τραγικότητα του ανθρώπου, όταν δεν θέλει να παραμείνει στο ψέμα.  Να υποστεί τις συνέπειες της αλήθειας, έναν δρόμο που δεν είναι για όλους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική ηρωΐδα του μυθιστορήματος ονομάζεται Ιφιγένεια, αυτή που θυσιάστηκε για έναν πόλεμο, αυτή που έμμεσα προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα της, αυτή που επέστρεψε τελικά από τη χώρα των Ταύρων, διότι κάποια στιγμή η αλήθεια φανερώνεται, όσο σκοτάδι κι αν την κρύψει, όσα συμφέροντα κι αν την καλύψουν. Μόνο που ο καθένας έχει τα όρια του και τις αντοχές του. Είναι κάποτε τραγικό πρόσωπο, αλλά ίσως δεν χρειάζεται να σηκώσει όλο το βάρος, ιδίως αν δεν είναι δική του η ευθύνη.

Το ερώτημα της αλήθειας δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόσωπο, αλλά και με το σύνολο, το σώμα. Το απαρτίζουμε άραγε μέλη που νικιόμαστε από τα τρία Φ, τη φιλαυτία, τη φιληδονία, τη φιλοδοξία, ή στόχος μας είναι το φως; Μια ματιά γύρω μας δείχνει ότι ο εγωκεντρισμός/ατομικισμός εκμαυλίζει συνειδήσεις. Πάσχουμε από έναν μιθριδατισμό. Δεν μας συγκινεί η κατίσχυση του ψέματος και γι’ αυτό δεν υποχωρεί. Έχουμε συμβιβαστεί με το κακό  και γι’ αυτό δεν αλλάζει η συλλογική μας πορεία. Άλλωστε, η ηθική θεωρείται παρωχημένη στους καιρούς μας. Είναι μία ιστορία για λίγους, εφόσον οι πολλοί νοιαζόμαστε μόνο για το ίδιον όφελος. Ίσως όμως αυτό να είναι και ένα φαινόμενο στους χώρους και στους χρόνους της ισχύος. Οι αδύναμοι παλεύουν για το καλό.

Η Ιφιγένεια καταφέρνει τα δικά της μικρά πλήγματα, σώζοντας τα θύματα του trafficking που οργάνωσε ή ανέχτηκε ο πολιτικός πατέρας της, εξυπηρετώντας μια επαρχιώτικη διαπλοκή, μικρογραφία της κεντρικής. Όμως η ηρωΐδα, με την τρυφερότητα του παιδιού, δεν θα διαγράψει από τη συνείδησή της τον πατέρα ως πρόσωπο, κρατώντας τον χαρακτηρισμό της «σουρλουλούς» που της απέδωσε εκείνος από την παιδική της ηλικία. Οι αμαρτίες δεν καταργούν τη σχέση, το πρόσωπο, τη συγγένεια. Όσο κι αν αποδομείται η φαντασίωση της τελειότητας, δεν σβήνει η αγάπη. Η ψυχική δύναμη της Ιφιγένειας έγκειται στο ότι θα πονέσει για όσα ανακαλύπτει, αλλά δεν θα κάνει πίσω. Τουλάχιστον η αλήθεια την ελευθερώνει.

Η συγγραφέας θέτει με τον δικό της, τρυφερά γυναικείο, συγκρατημένο, ευαίσθητο, αλλά και αυθεντικό τρόπο τα ερωτήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να διαβάσει ένα μυθιστόρημα κατεξοχήν πολιτικό. Ξεχωρίζει η μοναδική Ερατώ. Αυτή η οποία δείχνει ότι οι «κακοί» της Ιστορίας δεν βρίσκονται μόνο στη συντηρητική πλευρά. Οι υποκριτές δεν έχουν ιδεολογία. Η αλήθεια προφανώς έναντι θανάτου δίδεται, κι ας μην είναι ο βιολογικός. Ο θάνατος των βεβαιοτήτων, ο θάνατος της δοτής ταυτότητας, ο θάνατος της απόλυτα καλής ιδεολογίας είναι το τίμημα της αλήθειας. Για να απογαλακτιστείς, θέλει ψυχή, χαρακτήρα, πίστη στο φως και αποφασιστικότητα. Και ο απογαλακτισμός αλήθεια είναι. Μαζί και ευθύνη.

Ένα από τα πιο δυνατά μηνύματα του μυθιστορήματος, που με μαστορικό, αλλά και ρεαλιστικό τρόπο περνά η συγγραφέας, είναι το «ΟΧΙ» στην κολακεία και το ψέμα. Μπορεί να μοιάζουμε οι άνθρωποι που θέλουμε την αλήθεια αδύναμοι, ταπεινοί, κάποτε συμβιβασμένοι, αλλά γνωρίζουμε. Και αυτός που γνωρίζει δεν είναι ψεύτικος. Γι’ αυτό και μας χρειάζεται παιδεία που θα λειτουργεί αφυπνιστικά ως προς τη συνείδηση και που δεν θα κολακεύει, υποδουλώνοντας τον άνθρωπο στα γρανάζια ενός συστήματος που δεν θέλει ελεύθερα πρόσωπα.

Η συγγραφέας με την οποία συμπορευτήκαμε δεκατρία σχολικά χρόνια, μοιραστήκαμε και μοιραζόμαστε με τιμιότητα και αγάπη προβληματισμούς και θεάσεις της ζωής, ανεξαρτήτως των αναμενόμενων διαφορών, φέρνει στον νου μας τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου: «Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά/ που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης/ με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά». Την ευχαριστούμε για την τιμή να μιλήσουμε για το βιβλίο της και ευχόμαστε  να δώσει κι άλλες αφορμές για λογοτεχνικά και υπαρξιακά ταξίδια! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ομιλία στην παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου

της Λιάνας Τσιρίδου

Κέρκυρα, 17 Ιουνίου 2026

6/26/26

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΡΑΗΛΙΤΕΣ


 «Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)

῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα». 

            Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.

            Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.

            Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Ιουνίου 2026

Κυριακή Δ’ Ματθαίου

6/24/26

ΦΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

                

Τα διάφορα φαινόμενα συγκρότησης εφηβικών συμμοριών, άσκησης βίας και σχολικού εκφοβισμού από την μία, αλλά και η εφηβική μοναξιά και απομόνωση από την άλλη, που κάνει πολλούς εφήβους να κλείνονται μπροστά στην οθόνη του κινητού επί ώρες, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, είναι συμπτώματα ασθενικής λειτουργίας της οικογένειας ως βασικού πυρήνα διαμόρφωσης σχέσεων και ταυτότητας για τα παιδιά. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου προφανώς και παίζει ρόλο στην κοινωνικότητα του. Το ίδιο και δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τη διάσπαση προσοχής ή με ενδοψυχικές συγκρούσεις, ενισχύουν είτε την κλειστότητα είτε την ανάγκη αποδοχής με κάθε τρόπο, ακόμη και με τη βία, τη μαγκιά, την επίδειξη. Όμως δεν παύει η οικογένεια να αποτελεί τον πυρήνα εκείνον στον οποίο είτε ο έφηβος θα έχει λάβει δημιουργική αποδοχή, με αποτέλεσμα να μπορεί να την εκπέμψει, είτε όχι, κάτι που επιφέρει αποκλίνουσες συμπεριφορές.

                Οι εφηβικές φιλίες έχουν έναν χαρακτήρα εξιδανίκευσης. Αυτός ή αυτή που μπορεί να με ακούσει ανά πάσα στιγμή, να αισθάνομαι εμπιστοσύνη, να μοιραστώ μαζί του και μαζί της τα ερωτικά μου καρδιοχτύπια, τις απόψεις μου για τους γονείς μου, για τους καθηγητές μου, για τον κόσμο και τη ζωή, να κάνω τις μικρές αμαρτίες της εφηβείας, όπως είναι ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ξενύχτι, η απόφαση να μην ενημερώσω τους γονείς μου για το πού είμαι, αλλά και το δέσιμο το ψυχικό, που γίνεται κοινωνικότητα δυνατή και όμορφη, ακόμη και στις δυσκολίες, όπως τις βλέπουν οι μεγαλύτεροι. Γι’ αυτούς τους λόγους οι έφηβοι αισθάνονται πολύ μεγάλη προδοσία την ελάχιστη διαφοροποίηση των φίλων τους, την είσοδο άλλων μελών στην παρέα που επιφέρει ζήλεια, καταστάσεις που οδηγούν σε ένα αίσθημα ματαίωσης.

                Και οι γονείς; Πόσο παρεμβατικοί μπορούν να είναι σε παρέες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κακές»; Η απάντηση δεν μπορεί να έρθει αν δεν υπάρχει προληπτική λειτουργία της οικογενειακής σχέσης. Αν οι γονείς δεν νοιάζονται για τα παιδιά τους όχι απλώς προσφέροντάς τους τα πάντα, διότι αυτό μοιάζει αυτονόητο, αλλά δείχνοντάς σε αυτά ότι αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους, όχι όμως άνευ όρων. Αποδέχομαι το παιδί μου σημαίνει αποδέχομαι το πρόσωπό του, την μοναδική του αξία, την γονεϊκή αγάπη ως αναντικατάστατη και πηγαία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απόφαση να μην παρέμβω με τρόπο αγωγής, οριοθέτησης, ακόμη και ελεγχόμενης σύγκρουσης στην πορεία της ζωής του.

                Η μοντερνιά λέει ότι το παιδί ξέρει. Είναι μία καταστροφική αντίληψη, που έρχεται ως πράξη αντίστασης στον πατερναλισμό προηγούμενων γενεών, όπου τα παιδιά έκαναν ό,τι ήθελαν οι γονείς τους σε κομβικά σημεία της ζωής τους, όπως το επάγγελμα και ο γάμος. Το παιδί ξέρει προφανώς, αλλά δεν τα ξέρει όλα. Το παιδί καλείται να διαμορφώσει κρίση, συζητώντας, ακούγοντας, αντιδρώντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη την καθοδήγηση των γονέων του, κάποτε και με αποφασιστικό τρόπο. Και η καθοδήγηση έρχεται με την ενίσχυση της δυνατότητας του παιδιού να βλέπει το καλό και το κακό, το σωστό και το λανθασμένο, να έχει δηλαδή συνείδηση δυνατή, και να μπορεί να λέει ΟΧΙ όσο και όπου χρειάζεται.

                Αν οι γονείς δεν έχουν δουλέψει σ’ αυτή τη γραμμή, τότε η δυναμική και η δύναμη της εφηβείας δεν αντιμετωπίζεται. Είτε με θρασύτητα είτε με κρυψίνοια ο έφηβος θα σχετιστεί και θα δράσει όπως θέλει. Το κακό είναι ελκυστικότερο. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για τους γονείς να αφυπνιστούν. Να σταθούν δίπλα στο έφηβο παιδί τους και να παλέψουν με υπομονή και σταθερότητα να το βοηθήσουν να κάνει επιλογές που θα λειτουργήσουν δημιουργικά. Αρκεί οι γονείς να δούνε τον εαυτό τους όχι αυτομαστιγωτικά, αλλά στην προοπτική της νέας αρχής. Κι εδώ η πίστη είναι μεγάλη βοήθεια. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 24 Ιουνίου 2026