6/22/21

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ;

 


«Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, μέθη της ψυχής. Ως προς τις ιδιότητές της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Στις προτεραιότητες του σημερινού ανθρώπου δεν είναι η αγάπη. Επιτυχίες, χρήμα, μετοχή στα αγαθά του πολιτισμού, ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, ιδίως της σαρκικής, αναγνώριση είναι τα κλειδιά που ερμηνεύουν τα όνειρα των πολλών. Η αγάπη θέλει έξοδο από το εγώ. Η αγάπη θέλει κόπο. Η αγάπη θέλει άνοιγμα στον άλλον και την ίδια στιγμή βοήθεια από τον Θεό, διότι είναι μίμηση Θεού. Και ποιος να παλέψει για ό,τι δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα έχει αποτελέσματα, αναγνώριση και χαρά;

Η αγάπη υποκαθίσταται από τα υλικά αγαθά. Ο γονέας αισθάνεται ότι είναι εντάξει απέναντι στο παιδί του, διότι του έχει δώσει ό,τι εκείνο επιθυμεί. Το βοήθησε να γεμίσει τον χρόνο του. Του άνοιξε τον δρόμο ώστε να νιώθει ότι ο κόσμος του χρωστά και εκείνο είναι το κέντρο της ζωής. Πόση αλήθεια όμως του φανέρωσε ο γονέας για την ζωή, για το νόημά της; Πόση αγκαλιά άνοιξε, με περιεχόμενο τα σωστά και τα λάθη να μην μένουν ασχολίαστα; Ποιες αξίες του δίδαξε; Πόσο το βοήθησε να νιώσει ότι δεν είναι ο θάνατος που μας τυραννά και επομένως η ζωή πρέπει να είναι κυρίως για μας, αλλά ότι την ζωή την ζούμε αληθινά όταν δεν φοβόμαστε κανένα τέλος, καθώς πάλι από την αρχή μπορούμε να προχωρήσουμε, στην προοπτική της δικής μας ανάστασης και πορείας, όπως μας δείχνει ο Χριστός;

Η αγάπη είναι μέθη της ψυχής. Δεν είναι μέθη του σώματος, το οποίο καρπούται την ηδονή. Είναι η ψυχή που ζει την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, την χαρά που είναι σταυρός, μόνο που μέσα από την θυσία ο άνθρωπος ζει την πληρότητα να αφήνεται, νικά την αίσθηση ότι απ’  αυτόν εξαρτώνται όλα και ομορφαίνει όχι στον συμβιβασμό της ήττας, αλλά στην επίγνωση πως πάλεψε. Και μεθά η ψυχή, διότι νιώθει ότι ακολουθεί τον Χριστό. Και την ίδια στιγμή, πιστεύει, συγχωρεί, ταπεινώνεται. Διότι έτσι εκφράζεται η γνήσια αγάπη. Όταν μπορείς να δώσεις και δεν θέτεις ως προϋπόθεση να πάρεις.

Μπορούμε να ξεχάσουμε την αγάπη; Ο πολιτισμός μας θεωρεί πως τα έχει καταφέρει καλά. Ο απογοητευμένος όμως άνθρωπος, αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, μας δείχνει ότι η αλήθεια βρίσκεται στην πηγή της. Όταν αισθανόμαστε εικόνες Θεού που πλαστήκαμε για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, από τον Θεό πρώτα και από όσους το μπορέσουν έπειτα. Διαλέγουμε το ευχάριστο, το πρόχειρο, το βολικό. Είναι δικαίωμά μας. Παγιδευόμαστε όμως, όταν η προοπτική μας δεν είναι η αγάπη. Και η αγάπη ανοίγεται στον κόσμο. Όποιος αγαπά, αγαπά και την κτίση, διότι σ’ αυτήν καθρεφτίζεται ο Δημιουργός μας. Αυτός που προνοεί για μας, επειδή μας αγαπά. Αυτός που ανοίγει το χέρι και τα πάντα γεμίζουν καλοσύνη και στην ουσία δεν μας λείπει τίποτα από όσα πραγματικά χρειαζόμαστε, ακόμη και στις λεπτομέρειες της ζωής μας.

Ευτυχία είναι η αγάπη. Ας το πιστέψουμε, ας το ζήσουμε, ας το μοιραστούμε. Ότι ο Θεός αγάπη εστί.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 23 Ιουνίου 2021

 

6/19/21

ΑΡΤΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΕΙΤΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

 «Γλῶσσαι ποτέ συνεχύθησαν διά τήν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας. Γλῶσσαι δέ νῦν ἐσοφίσθησαν διά τήν δόξαν τῆς Θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεός τούς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι. Ἑνταῦθα ἐφώτισε Χριστός τούς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία πρός τιμωρίαν. Ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Δοξαστικό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς σέ ἦχο πλάγιο τοῦ τετάρτου)

«Κάποτε οι γλώσσες βρέθηκαν σε σύγχυση εξαιτίας της τόλμης (του θράσους) του χτισίματος ενός πύργου (της Βαβέλ). Τώρα οι γλώσσες έγιναν σοφές, για χάρη της δόξας του να γνωρίζουμε τον Θεό. Εκεί κατεδίκασε ο Θεός τους ασεβείς για την αμαρτία τους. Εδώ φώτισε ο Χριστός τους ψαράδες, διά του Αγίου Πνεύματος. Τότε πραγματώθηκε η αφωνία, η αδυναμία των ανθρώπων να μιλήσουν την ίδια γλώσσα, για τιμωρία τους. Τώρα πλέον καινούργιο έργο είναι η συμφωνία Θεού και ανθρώπων για την σωτηρία των ψυχών μας».

             «Κατά την Πεντηκοστή οι Εβραίοι γιόρταζαν την κακοπάθειά τους στην έρημο, μετά το πέρασμα της Ερυθράς θάλασσας, και το πώς, μετά από πολλές θλίψεις εισήλθαν στην γη της επαγγελίας και τότε απόλαυσαν τους καρπούς της γης αυτής, όπως επίσης και τον σίτο και τον οίνο της. Αυτή η γιορτή πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, και για μας τους χριστιανούς μας θυμίζει την κάκωση την οποία είχαμε υποστεί εξαιτίας της απιστίας μας, καθώς και την είσοδό μας στην Εκκλησία, όταν πλέον αξιωνόμαστε να μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Οι Εβραίοι γιορτάζουν την λήψη του Νόμου από τον Μωυσή. Εμείς γιορτάζουμε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού και σε όλους εμάς, που αποτελούμε τα μέλη της Εκκλησίας. Κι αυτή την κάθοδο την τιμούμε και την δεύτερη ημέρα της εορτής, την Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος» (από το συναξάριο του Όρθρου της εορτής της Πεντηκοστής).

            Αν δεν γνωρίζουμε την Βίβλο, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, πώς μπορούμε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε σε ποιον πολιτισμό ζούμε; Ιδίως στην εορτή της Πεντηκοστής, αποτυπώνεται η πορεία του κόσμου μας με βάση το νόημα των δύο εορτών. Από την μία ο ιουδαϊκός κόσμος θυμάται και γιορτάζει την δωρεά του Νόμου από τον Θεό στον Μωυσή και στην ανθρωπότητα. Ο Νόμος έρχεται να βάλει συγκεκριμένα όρια στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον Θεό και την ζωή. «Ένας είναι ο Θεός σου. Δεν θα κάνεις είδωλα και αγάλματα, όπως οι ειδωλολάτρες, αλλά θα Τον λατρεύεις πνευματικά. Δεν θα βάλεις στο στόμα σου το όνομά Του χωρίς λόγο. Την έβδομη ημέρα της εβδομάδος, το Σάββατο, θα την αφιερώνεις σ’ Αυτόν. Θα τιμάς τους γονείς σου. Δεν θα μοιχεύσεις. Δεν θα σκοτώσεις. Δεν θα κλέψεις. Δεν θα δώσεις ψεύτικη μαρτυρία εις βάρος του πλησίον σου. Δεν θα επιθυμήσεις κάτι που ανήκει στον πλησίον σου». Μ’ αυτούς τους κανόνες μπαίνει σε σειρά μια ανθρωπότητα η οποία είχε το θράσος και την τόλμη να θεωρεί τον εαυτό της ίσο με τον Θεό, χτίζοντας έναν πύργο, αυτόν της γνώσης, της επιστήμης, της τεχνικής, της εξουσίας. Μ’ αυτούς τους κανόνες ο άνθρωπος κατανοεί τα όριά του. Μ’ αυτούς τους  κανόνες ο Θεός δείχνει στον άνθρωπο ότι πρέπει να σταματήσει να είναι αλαζόνας, να μην θεοποιεί την αμαρτία του, να μην πιστεύει ότι μπορεί να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία του, για να είναι καλά. Δεν είναι το να ανεβαίνεις ψηλά η ευτυχία, διότι τότε έρχεται η σύγχυση, η αδυναμία να μιλήσεις την ίδια γλώσσα με τον συνάνθρωπό σου, ακόμη και με τον πιο κοντινό και οικείο.

            Από την άλλη έρχεται ο κόσμος της Καινής Διαθήκης, στον οποίο οι άνθρωποι, χωρίς να λησμονούμε τον Νόμο, εισερχόμαστε στην περίοδο της χάριτος και γιορτάζουμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Χάρις σημαίνει αγάπη. Σημαίνει να μην κυβερνιόμαστε από τα πάθη και τις αμαρτίες μας, ούτε να ποθούμε την εξουσία έναντι του κόσμου, αλλά να παραδιδόμαστε στην «καινή εντολή» της αγάπης, την οποία ο Χριστός μας έδωσε. Η αγάπη γίνεται πίστη στον Θεάνθρωπο Χριστό, σ’ Αυτόν που έδειξε ότι όταν αγαπούμε μπαίνουμε στην θέση του συνανθρώπου μας, όχι για να τον κολακέψουμε ή να υποταχτούμε σ’ εκείνον, αλλά για να του δείξουμε την αλήθεια, ότι η ζωή δίδεται σε όσους παλεύουν να αγαπήσουν, να μοιραστούν, να συνυπάρξουν όχι για να τους υπηρετούν, αλλά για να υπηρετούν οι ίδιοι. Και τότε εμφανίζεται αυτή η καινούργια, αλλά και από την αρχή της ιστορίας του κόσμου μοναδική γλώσσα. Η αγάπη γίνεται συμφωνία Θεού και ανθρώπων μέχρι το τέλος της ιστορίας. Γίνεται ενότητα. Γίνεται συμπόρευση. Γίνεται επίγνωση ποιος είναι ο Θεός, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Γίνεται Εκκλησία, δηλαδή συνάντηση προσώπων που θέλουν αληθινά να αγαπούνε, με οποιοδήποτε κόστος.  Και αυτή η συμφωνία επισφραγίζεται στην θεία Ευχαριστία, στην μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

            Το Άγιο Πνεύμα λειτουργεί ως ο δωρεοδότης και ταυτόχρονα ως ο εγγυητής αυτής της συμφωνίας. Και γι’ αυτό, με έναν μυστικό και αδιόρατο τρόπο καθιστά τους χριστιανούς μέλη του σώματος του Χριστού, μέλη της Εκκλησίας και φορείς της χάριτος, φορείς αυτής της συνεχώς ανακαινιστικής γλώσσας, που δεν ξεχωρίζει κανέναν στην συν-ομιλία, υπενθυμίζει όμως σε όλους από ποιον κόσμο έχουμε διαφύγει: από αυτόν που ο Νόμος θέλησε να οριοθετήσει. Ο παλαιός κόσμος, αυτός της σύγχυσης, της αφωνίας, της θεοποίησης της αμαρτίας μας, της τεχνικής, της επιστήμης, της γνώσης των παρόντων, του ανθρώπου που μόνο θέλει, αυτός ο κόσμος εξακολουθεί σήμερα να παραμένει κυρίαρχος, καθώς κυβερνιέται από τον άρχοντα του κόσμου τούτου, τον διάβολο. Ο Νόμος είναι παιδαγωγός. Δεν φτάνει όμως να τιθασεύσει τον κόσμο, διότι από μόνος του δεν νικά τον θάνατο. Το Άγιο Πνεύμα μας καταδεικνύει τον Χριστό και είναι ο Παράκλητός μας. Μας παρηγορεί για όσα δεν μπορούμε να καταφέρουμε, μας φωτίζει και μας αγιάζει για τον δρόμο της κοινωνίας με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο στην Εκκλησία, μας ελεεί και μας συγχωρεί για τις πτώσεις μας και μας δείχνει ότι μας περιμένει η ανάσταση και η αγιότητα.  

            Λίγοι είμαστε συγκριτικά με όσους ακολουθούν την οδό της Βαβέλ. Οι πολλοί, ακόμη κι αν πιστεύουν, στην πράξη παραμένουν στην ψευδαίσθηση ότι ο Νόμος είναι αρκετός. Στην Εκκλησία όμως χωράμε μεν όλοι, ο δρόμος όμως είναι ένας:  διά της Χάριτος να βρίσκουμε νόημα και σωτηρία. Ας προχωρούμε λοιπόν στην χαρά και τους καρπούς της αγάπης!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 20 Ιουνίου 2021

Της Πεντηκοστής

6/15/21

ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΝΙΚΑΣ ΤΟ ΚΑΚΟ

 


«Ο απαθής αποστρέφεται με υπερβολικό μίσος το κακό, ενώ ο απαθέστερος είναι άπληστος στον  πλούτο των αρετών» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Στην εποχή μας έχουμε ταυτίσει ως κακό μόνο ό,τι αντίκειται στους κοσμικούς νόμους. Κάθε τι που πληγώνει τον άλλο, κάθε τι που δημιουργεί στον εαυτό μας τραύματα σωματικά και ψυχικά είναι κακό μόνο όταν είναι παράβαση των δικαιωμάτων της ζωής, της ελευθερίας, της περιουσίας του άλλου. Αλλιώς, υπάρχει μεγάλη ανεκτικότητα, με αποτέλεσμα το κακό να το αντιμετωπίζουμε ως σχετική κατηγορία. Το καλό θεωρείται αυτονόητο και δεν πολυεπαινείται. Είδηση είναι μόνο ό,τι αποκλίνει, ό,τι προκαλεί φόβο. Είδηση είναι η ικανοποίηση των επιθυμιών των διάσημων προσώπων. Είδηση είναι η προβολή των σωμάτων. Δελτίο καλών ειδήσεων σπάνια υπάρχει.

Αυτή η νοοτροπία χτίστηκε ως αντίβαρο σε έναν θρησκευτικό πολιτισμό που λειτουργούσε στο ήθος της τιμωρίας, της ενοχής, της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να αισθάνονται οι άνθρωποι ότι στερούνται την χαρά που η όποια επιθυμία φέρει, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν ότι άλλο χαρά και άλλο ευχαρίστηση. Αυτή η νοοτροπία δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι έχουμε συνείδηση ως φωνή του Θεού εντός μας. Ότι το καλό και το κακό δεν ορίζονται με βάση τα δεδομένα κάθε εποχής, αλλά έχουν να κάνουν με ό,τι μας βοηθά να αγαπάμε, ό,τι είναι και μας δείχνει την αλήθεια, ό,τι οδηγεί ή αποτρέπει τον χωρισμό από τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Και η φωνή του Θεού δεν αλλάζει, αναλόγως των κοινωνικών δεδομένων. Σήμερα έχουμε φιμώσει την συνείδησή μας κι έτσι πώς να εξηγήσουμε στον άλλον, ιδίως στους νεώτερους τι είναι καλό και τι είναι κακό;

Αυτό το ζούμε τόσο στην ανατροφή των παιδιών, όσο και στην παιδεία. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο πλέον. Μεγαλώνουμε παιδιά που θέλουν εξήγηση γιατί κάποια πράξη ή σκέψη οδηγεί τον άνθρωπο στο κακό. Και οι μεγάλοι δεν λογαριάζουμε τίποτα μπροστά στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Το πολύ-πολύ να κρύβουμε τις πράξεις μας, χωρίς όμως να ντρεπόμαστε γι’ αυτές. Άμα ευχαριστιόμαστε την αμαρτία, τότε δεν πειράζει. Γινόμαστε έτσι άνθρωποι δέσμιοι του θανάτου, του μόνου αναπότρεπτου γεγονότος στην ζωή.

Στην πνευματική παράδοση της πίστης μας υπάρχουν δύο δρόμοι που οδηγούν στην ανάσταση και την όντως ζωή: ο ένας είναι η αποστροφή του κακού, διότι δεν μας ταιριάζει, δεν πλαστήκαμε γι’  αυτόν, μολονότι είναι ο πειρασμός μας από την αρχή της ύπαρξής μας στον κόσμο. Κι ελεύθεροι, όπως είμαστε κατά Θεόν, μπορούμε να επιλέξουμε την οδό της διάρρηξης της αγάπης, του θριάμβου του «εγώ για το εγώ», της άρνησης να δούμε την ζωή και μέσα από τα μάτια του άλλου. Ο δεύτερος δρόμος είναι η επιλογή να παλεύουμε για την αρετή, για τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την αγάπη, την πίστη, την καλοσύνη, την ασκητικότητα, κυρίως την χαρά που ξεπερνά την οδό της ικανοποίησης της στιγμής. Αρετή είναι να αισθανόμαστε μέλη ενός σώματος, ενός συνόλου. Να μοιραζόμαστε. Να νοιαζόμαστε. Να ισορροπούμε. Να βλέπουμε την ζωή μας στην προοπτική της χάριτος.

Οι δύο δρόμοι θέλουν σχέση με τον Χριστό και ξεκινούν από την οικογένεια. Από τη σχέση του ζευγαριού και περνούνε στα παιδιά. Δεν μπορούν όμως να κατορθωθούν αν η οικογένεια δεν κινείται στην προοπτική της Εκκλησίας. Ας το κατανοήσουμε.  

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 16 Ιουνίου 2021

6/12/21

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

 


“Τάς μυστικάς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τούς Θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν, τούς μελωδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα μίαν, ἀπαράλλακτον οὐσίαν τε καί Θεότητα, τούς καθαιρέτας Ἀρείου καί ὀρθοδόξων προμάχους, τούς πρεσβεύοντας πάντοτε Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν” (Δοξαστικό στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής των Αγίων Πατέρων)

“Τις μυστικές σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος ας επαινέσουμε σήμερα, τους θεοφόρους Πατέρες (της Α’ Οικουμενικής Συνόδου), αυτούς που μελώδησαν μπροστά σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας το πιο αρμονικό μέλος της θεολογίας, υμνολογώντας τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ως προς την απαράλλακτη ουσία και θεότητά τους (το ομοούσιο της θείας φύσης τους), αυτούς που καθαίρεσαν τον Άρειο και υπερασπίστηκαν τους ορθόδοξους χριστιανούς, αυτούς που πρεσβεύουν πάντοτε στον Κύριο για να ελεήσει τις ψυχές μας”.

 

“Γιορτάζουμε την παρούσα εορτή των Αγίων Πατέρων επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αφού φόρεσε την δική μας σάρκα, την δική μας φύση, έκανε πράξη όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας και αποκαταστάθηκε δίπλα στον πατρικό θρόνο, θέλοντας να δείξουν οι Άγιοι Πατέρες ότι αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος (και όχι φαινομενικά) και μάλιστα τέλειος άνθρωπος κατά πάντα (πλην της αμαρτίας), ότι ανελήφθη ως Θεός και άνθρωπος μαζί και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Θεού εν υψηλοίς, γι’ αυτό και η πρώτη οικουμενική Σύνοδος ομολόγησε και ανεκήρυξε τον Υιό ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα. Έτσι, θεσπίστηκε μετά την γιορτή της Αναλήψεως να εορτάζουμε την μνήμη των Αγίων Πατέρων και της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, ώστε να θυμόμαστε την αλήθεια για τον Χριστό” (από το συναξάριο του Όρθρου της Κυριακής των Αγίων Πατέρων)

Η παράδοση της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζει τους Αγίους Πατέρες που συγκρότησαν όλες τις οικουμενικές Συνόδους ως “μυστικές σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος”. Όπως η σάλπιγγα σαλπίζει μουσική θριαμβευτική και παραινετική, έτσι και οι άγιοι Πατέρες σάλπισαν και σαλπίζουν την μουσική της αλήθειας για τον Τριαδικό Θεό, για τον άνθρωπο και τον κόσμο, με τόνο θριαμβευτικό και παραινετικό. Θριαμβευτικό είναι  το μήνυμα της αγάπης του Θεού που έγινε άνθρωπος και νίκησε τον θάνατο, κάνοντας την αρχή για τον καθέναν από εμάς να βιώσει την πίστη, την ελπίδα, την χαρά της ανάστασης. Παραινετικό είναι το μήνυμα της αφύπνισης ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι φαίνεται, ότι η ζωή μας δεν έχει τέλος, αλλά ότι η αγάπη του Θεού είναι τέτοια που μας προεκτείνει στην αιωνιότητα! 

Η σάλπιγγα όμως έχει την δυνατότητα να ηχήσει και σε τόνους χαμηλούς, τόνους λιγότερο χαρούμενους, τόνους πενθηφόρους, όχι όμως για να μην ακουστεί, αλλά για να μας κάνει να προβληματιστούμε. Και ο πενθηφόρος τόνος έχει να κάνει με το ανθρώπινο πείσμα που θέλει τα πάντα να τα ερμηνεύει με την δική του λογική και σκέψη και να αρνείται την παράδοση στην εμπιστοσύνη που το θέλημα του Θεού μας παρέχει και η Εκκλησία μας βοηθά να διακριβώσουμε. Οι Πατέρες σαλπίζουν με μελωδικό και όχι άγαρμπο τρόπο επιστροφή στην Εκκλησία. Μας διδάσκουν ότι το δικό μας λογικό, ο δικός μας τρόπος σκέψης δεν είναι αρκετός, όταν προσπαθεί να εξηγήσει μυστήρια. Και είναι μυστήριο όχι μόνο η αγάπη του Θεού ή ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός κοινωνεί την ζωή και την αλήθεια με τον άνθρωπο, αλλά, κυρίως, ο ίδιος ο Θεός, το ότι είναι Τριαδικός. 

Οι Πατέρες είχαν να αντιμετωπίσουν την μεγαλύτερη πρόκληση που είχε ποτέ μπροστά της η πίστη. Οι ειδωλολάτρες λάτρευαν θεούς που ήταν ψεύτικοι. Λάτρευαν θεούς που ήταν ανώτεροι και κατώτεροι. Στην ειδωλολατρία υπάρχει ιεραρχία. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να εξηγήσουν σε έναν τέτοιο κόσμο το μυστήριο του Τριαδικού Θεού χωρίς να κινδυνεύσουν να σφάλλουν; Ο Άρειος έδωσε την δική του απάντηση. Ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα, δημιούργημα του Θεού, τέλειο μεν, κτίσμα δε. Αυτό θα ανέτρεπε την σωτηρία μας. Και οι Πατέρες, επειδή ήταν σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος, ζούνε την φώτιση και την αποκαλύπτουν εν Συνόδω. Ότι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν σε σχέση ανωτερότητας και κατωτερότητας, αλλά είναι ομοούσια, της ιδίας και απαραλλάκτου ουσίας, επομένως και η φύση τους είναι ίδια και απαράλλακτη, δηλαδή θεϊκή, ωστόσο διαφέρουν ως προς την υπόσταση, δηλαδή είναι διαφορετικά πρόσωπα. Δεν υπάρχει ανωτερότητα, κατωτερότητα, εξουσία. Υπάρχει αγάπη και ελευθερία ανάμεσά τους. Και η διαφορετικότητά τους έχει να κάνει με τις ιδιότητες και την αποστολή τους, όσο η ανθρώπινη σκέψη και γλώσσα μπορεί να διακριβώσει και να διατυπώσει, αλλά πορεύονται σε ενότητα μεταξύ τους και όχι με βάση τον διχασμό και τις συγκρούσεις, αλλά και τα ανθρωποπαθή των ειδωλολατρικών θεών. 

Η σάλπιγγα όμως συνήθως ακούγεται στα πλαίσια της ορχήστρα των οργάνων ή της φιλαρμονικής. Δεν ηχεί μόνη της. Κι αυτό είναι σπουδαίο για τους Αγίους Πατέρες. Ότι μελωδούν εν Εκκλησία, μελωδούν στο σώμα του Χριστού, συναντιούνται με τους άλλους Πατέρες και η αλήθεια τους διατυπώνεται εν τω κοινωνείν. Μορφωμένοι κατά κόσμον και απλοϊκοί, πανεπιστήμονες και αλιείς ανθρώπων, όλοι τους συνυπάρχουν με ταπεινότητα και αγάπη. Δεν μένει ο λόγος τους ατομικός, αυτάρκης, αυτοθεωμένος, όπως ο λόγος του Αρείου και όλων των αιρετικών. Τον καταθέτουν στην Εκκλησία, στην Σύνοδο. Και εκεί γίνεται αποδεκτή η αλήθεια του, με την επιβεβαίωση, την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να μας δώσει την κοινωνία με τον Θεό. Αν δεν γινόταν ένας από εμάς, πώς θα μπορούσαμε οι κτιστοί να κοινωνήσουμε με τον Άκτιστο; Πώς να δούμε με τα μάτια είτε του σώματος ειτε της ψυχής, τα οποία είναι κτιστά, δηλαδή άλλης κατηγορίας, τον Άκτιστο Θεό; Όμως ο Θεός αγαπά. Και γίνεται ένα με μας. Επομένως, τον Χριστό μπορούμε να Τον ζήσουμε σ’ αυτήν την ζωή κοινωνώντας Τον στην Εκκλησία και ως φως άκτιστο εν τη προσευχή μας, αλλά και στην αιωνιότητα καθώς η φύση μας είναι στον ουρανό στο πρόσωπό Του ενωμένη με την θεότητα. Ο καθένας από εμάς λοιπόν μπορεί πλέον να κοινωνήσει τον Τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Χριστού.

Προϋπόθεση για να νιώσουμε την μελωδία των μυστικών σαλπίγγων είναι η ενότητά μας στην Εκκλησία. Να ζούμε με αγάπη, κατανόηση, όχι με αυτάρκεια της δικής σκέψης και με εμπιστοσύνη στο σώμα του Χριστού, στο συνοδικό πολίτευμα. Ο κόσμος εξακολουθεί να πορεύεται με τον τρόπο του Αρείου. Τα πάντα να εξηγούνται με το μυαλό του καθενός. Η μυστική μελωδία της Εκκλησίας δεν τον αγγίζει στην πλειονοψηφία του, διότι αλλότριοι ήχοι τον κάνουν να μένει προσκολλημένος στο σήμερα και στα της παρούσης ζωής. Όμως η σάλπιγγα ηχεί μυστικά για όποιον θέλει να αφουγκραστεί τον ήχο της. Όπως και η αγάπη του Θεού που δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει την χαρά της κοινωνίας μαζί Του να δροσίζει την καρδιά μας και να μας γεμίζει ελπίδα, ότι κανένα κακό, ακόμη και ο θάνατος, δεν μπορεί να μας χωρίσει από τον Θεό που μας δημιούργησε και μας αναδημιούργησε εν Χριστώ!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 13 Ιουνίου 2021

Των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 

6/8/21

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ!


«Η προσευχή ως προς την ενέργειά της είναι σύσταση και διατήρηση του κόσμου και συμφιλίωση με τον Θεό» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Παρατηρούμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε και διαπιστώνουμε ότι καλού- μαστε να προσαρμοστούμε σ’  αυτόν, για να προχωρή- σουμε. Αν δεν το θελήσουμε, ο κόσμος μας αποβάλλει. Αισθανόμαστε μοναξιά. Η πίστη είναι ένα όπλο να αντέξουμε σ’  αυτήν την οδό, καθώς ο χριστιανός έχει την εντύπωση ότι η κλήση του είναι να απορρίψει τον κόσμο στον οποίο ζει και να ακολουθήσει την οδό του κόσμου του Θεού. Το παράδοξο βέβαια είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, όχι για να απορρίψει αυτόν τον κόσμο- πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού είναι δημιούργημά Του-, αλλά για να τον ανανοηματοδοτήσει, να τον καταστήσει «κόσμο», κόσμημα, διώχνοντας την φθορά και τον θάνατο που ελλοχεύει σε κάθε πτυχή του, ακόμη κι αν βαφτίζεται «ζωή».

Κυρίως οι μεγαλύτεροι περνούμε μία παρατεταμένη  εφηβεία εν σχέσει με τον κόσμο. Οι νεώτεροι έχουν αποδεχτεί ότι είναι παιδιά του. Χρησιμοποιούν τα gadget του, ζούνε στο Διαδίκτυο, θεωρούν φυσιολογικό να μην ανήκουν και να μην δένονται σε σχέσεις παραδοσιακές, έχουν αποδεχτεί τα μοντέρνα μηνύματα της διαφορετικότητας, και μένει συνήθως ένας υπόκωφος θυμός που εκφράζεται όταν διαπιστώνουν ότι στον τόπο που ζούνε δεν είναι εύκολο να πετύχουν, να εργαστούν με αξιοπρέπεια, να έχουν προοπτικές, αλλά αυτό δεν το αποδίδουν στο κοσμικό πρότυπο, παρά το προσωποποιούν στους ξένους που έρχονται να πάρουν θέση ανάμεσά τους, «αλλοιώνοντας» μία ομοιογένεια για την οποία στην πράξη κανείς δεν παλεύει. Οι μεγαλύτεροι όμως, ενώ έχουμε προσαρμοστεί και χρησιμοποιούμε τα μέσα του κόσμου εξίσου με τους νεώτερους, γκρινιάζουμε, διαμαρτυρόμαστε, έχουμε οργή και απόρριψη. Φαντασιωνόμαστε ότι το να είμαστε χριστιανοί σημαίνει να απορρίψουμε, να αντισταθούμε στα κοσμικά πρότυπα, για να κρατήσουμε την ταυτότητά μας αδιαλώβητη. Το κοσμικό πρότυπο όμως, το οποίο κληθήκαμε να απορρίψουμε, είναι η αμαρτία και τα παρακλάδια της και όχι ο κόσμος συνολικά, ούτε καν ο πολιτισμός μας, καθώς ο χρόνος που μας δόθηκε από τον Θεό είναι στο νυν του και δεν θα σωθούμε σε ένα φαντασιακό χθες.

Η παράδοση της Εκκλησίας μας ζητά από εμάς να επανασυστήσουμε τον κόσμο στον αληθινό του προορισμό, που είναι η βασιλεία του Θεού. Κι αυτό μπορεί να γίνει μέσω της προσευχής. Η προσευχή έχει τρεις διαστάσεις που δείχνουν γιατί υπάρχουμε. Η πρώτη είναι η ευχαριστία στον Θεό για το ότι ζούμε, για όσα ζούμε, καλά και δυσάρεστα, για όσους μας έχει φέρει στην ζωή μας, κυρίως όμως για το ότι μας αγαπά. Η δεύτερη είναι η εξομολόγηση των αμαρτιών μας, τις οποίες σήμερα τις έχουμε θέσει στο περιθώριο ως δήθεν ενοχές του χθες. Η εξομολόγηση δείχνει ότι παλεύουμε να δούμε τα μέτρα μας και ότι ο κόσμος φτιάχνεται από όποιον πορεύεται με ταπείνωση και επίγνωση. Η τρίτη είναι η παράκληση για τους άλλους και, γιατί όχι, για τον εαυτό μας. Μέσα από την προσευχή ερχόμαστε σε κοινωνία αγάπης. Βλέπουμε τι έχουν ανάγκη οι άλλοι και μαζί τους κι εμείς. Και ο κόσμος ξαναφτιάχνεται μέσα από την αγάπη.

Κάθε στιγμή λοιπόν είναι αρχή να συγκροτήσουμε με την προσευχή τον κόσμο, διά της συμφιλίωσης με τον Θεό, της εύρεσης των ορίων μας και της αγάπης.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

              Στο φύλλο της Τετάρτης 9 Ιουνίου 2021

6/5/21

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΦΛΩΜΕΝΟΙ


(ΟΥΧ ΙΚΑΝΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑΝ ΠΟΤΕ ΝΥΞ ΠΟΤΕ ΗΜΕΡΑ)

 «Ὁ τυφλός γεννηθείς ἐν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ ἔλεγεν. Ἆρα ἐγώ δι’ ἁμαρτίας γονέων ἐγεννήθην ἀόμματος; Ἆρα ἐγώ δι’ ἀπιστίαν ἐθνῶν ἐγεννήθην εἰς ἔνδειξιν; Οὐχ ἱκανῶ τοῦ ἐρωτᾶν πότε νύξ πότε ἡμέρα. Οὐκ εὐτονοῦσι μου οἱ πόδες τά τῶν λίθων προσκρούσματα. Οὐ γάρ εἶδον τόν ἥλιον λάμποντα, οὐδέ ἐν εἰκόνι τόν ἐμέ πλαστουργήσαντα. Ἀλλά δέομαί σου, Χριστέ ὁ Θεός, ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ καί ἐλέησόν με» (Στιχηρό του Εσπερινού της Κυριακής του Τυφλού σε ήχο δεύτερο)

«Αυτός που γεννήθηκε τυφλός σκεφτόταν και μιλούσε με τον εαυτό του λέγοντας: Άραγε εγώ εξ αιτίας αμαρτιών των γονέων μου γεννήθηκα χωρίς μάτια; Άραγε εγώ εξαιτίας της απιστίας των ειδωλολατρών γεννήθηκα έτσι ώστε να πάρουν ένα σημάδι πίστης; Δεν είμαι ικανός να ρωτήσω πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα. Δεν έχουν την δύναμη τα πόδια μου να αποφύγουν τις συγκρούσεις με τις πέτρες του δρόμου και πέφτω. Δεν είδα ποτέ τον ήλιο να λάμπει, ούτε την όψη Αυτού που με πλαστούργησε (του Θεανθρώπου Χριστού). Σε παρακαλώ λοιπόν, Χριστέ Θεέ μου, κοίταξε, φρόντισε, ελέησέ με». 

          «Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού είναι το τρίτο συνεχόμενο θαύμα το οποίο έχει σχέση με το νερό. Το πρώτο ήταν του παραλύτου, στο οποίο ο Χριστός ακύρωσε την δύναμη του νερού και της κολυμβήθρας της Βηθεσδά, δωρίζοντας την ίαση στον επί τριάντα οκτώ έτη ασθενούντα. Το δεύτερο είναι της Σαμαρείτιδος, στο οποίο ο Χριστός γίνεται το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον ύδωρ. Το τρίτο είναι του τυφλού, στο οποίο ο Χριστός με το σάλιό Του κάνει πηλό και στέλνει τον τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να νιφτεί με το νερό της και να γίνει καλά.

Ο Χριστός κάνει πηλό για να δείξει ότι Αυτός είναι που απ’ αρχής έλαβε πηλό από την γη και έπλασε τον άνθρωπο. Επειδή ο οφθαλμός είναι το κυριότερο στοιχείο του σώματος, ο Χριστός πλάθε τα μάτια που δεν υπήρχαν εκ γενετής στον τυφλό, για να δείξει ότι ο Ίδιος ο Κύριος δημιουργεί κάθε κίνηση που στολίζει την ψυχή και το σώμα, μεταδίδοντάς την στον άνθρωπο. Δεν χρησιμοποίησε νερό, αλλά φτύμα, για να γίνει γνωστό σε όλους ότι η χάρις προήλθε από το στόμα που έφτυσε κάτω και έκανε πηλό. Τον στέλνει να νιφτεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να μη νομίσει κάποιος ότι το χώμα είχε από μόνο του την θαυματουργική δύναμη, ενώ θα είχε έτσι πολλούς μάρτυρες, καθώς μέχρι να φτάσει στην κολυμβήθρα θα έβλεπαν όλοι τα μάτια του τυφλού να είναι χρισμένα με πηλό. Κάποιοι λένε πως όταν νίφτηκε, ο πηλός δεν έφυγε, αλλά μετασχηματίστηκε σε μάτια με την συνέργεια του νερού. Ο τυφλός όμως, μετά το άνοιγμα των ματιών του, έλαβε και την χάρη να έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του. και να ομολογήσει τον Χριστό ιδίως στην βλασφημία των Φαρισαίων ότι δεν τηρεί το Σάββατο. Η υποκρισία τους τούς έκανε να μη χαρούν για το ότι ένας συνάνθρωπός τους βρήκε το φως χάρις στο θαύμα του Χριστού, αλλά να τον κηρύξουν και πάλι αποσυνάγωγο. Οι ασθενείς θεωρούνταν καταραμένοι και ήταν σε απόσταση. Ο ιαθείς τυφλός και πάλι θεωρείται καταραμένος από όσους δεν αγαπούνε τον Θεό αληθινά, αλλά χρησιμοποιούν την πίστη για να αυτοδικαιωθούν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι αναγωγικά ο τυφλός προεικονίζει τα έθνη, τους ειδωλολάτρες, που κι αυτοί τυφλοί είναι. Ο Χριστός έφτυσε κάτω και έκανε πηλό, δίνοντάς τους ένα σημάδι πως πρέπει να τον εμπιστευθούν σε άλλη κατεύθυνση, όχι χρημάτων και αγαθών ή φιλοσοφίας και παθών, αλλά σ’ αυτήν της εμπιστοσύνης και να πορευθούν προς το νερό της κολυμβήθρας, του βαπτίσματος. Και ο λαός των πρώην ειδωλολατρών αποκτά παρρησία, διότι ξέρει ποιος τον έσωσε από την πνευματική τύφλωση, υπερασπίζεται τον Χριστό έναντι των Ιουδαίων αλλά και όλων των αντίθεων και, παρότι θεωρείται περιθωριακός, πιστεύει και δοξάζεται από τον Χριστό, αγιάζει»  (από το υπόμνημα του Συναξαρίου της Κυριακής του Τυφλού στο Πεντηκοστάριο, μετά την έκτη ωδή του κανόνα της ημέρας).

Υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας στις οποίες αισθανόμαστε δυστυχισμένοι. Δοκιμασίες, αποτυχίες, ασθένειες, θάνατος στο περιβάλλον μας και η ζωή μας μοιάζει να είναι πόνος. Το ερώτημα είναι «γιατί;». Κι αυτό το ερώτημα το απευθύνουμε στον Θεό, στον εαυτό μας, σε ανθρώπους που εμπιστευόμαστε. Και απάντηση δύσκολα λαμβάνουμε. Είναι διότι βλέπουμε την ζωή στην προοπτική του χθες και του σήμερα και δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον. Είναι στιγμές στις οποίες δεν μπορούμε και δεν τολμούνε να ρωτήσουμε πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα, διότι η απάντηση δεν θα έχει καμία διαφορά για μας, βυθισμένοι, καθώς είμαστε, στο «γιατί;». Το Ευαγγέλιο όμως , μας δείχνει ότι η απάντηση στο ερώτημά μας δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά πηγάζει από την σχέση μας με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αυτό του Θεανθρώπου Χριστού. Αυτός είναι το φως και η ζωή. Στην σχέση μαζί Του φωτίζονται οι σκιές των αναπάντητων ερωτημάτων, ίσως όχι απόλυτα, διότι τα πάντα κινούνται στην προοπτική της βασιλείας του Θεού, της αιωνιότητας και δεν μένουν παγωμένα στο χθες και στο σήμερα, καθότι στην σχέση μας με τον Χριστό ο χρόνος προεκτείνεται και απλώνεται στο μέλλον. Από το μέλλον λαμβάνουμε απαντήσεις στα «γιατί;»  του σήμερα και του χτες. Αρκεί να υπάρχει η πίστη ως εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που μας στέλνει στο αδιανόητο: να πλύνουμε τα μάτια της απιστίας στο νερό της ζωής που είναι ο Ίδιος, Αυτός που ξεδιψά τον κάθε οδίτη του χρόνου.

Ο ξεδιψασμένος και ορών τυφλός δεν βρίσκει εκκλησία να τον περιμένει. Δεν βρίσκει χαρούμενους ανθρώπους για το θαύμα, αλλά φοβισμένους για την ερμηνεία του. Οι ισχυροί αμφισβητούν την ταυτότητα του πρώην τυφλού. Αμφισβητούν αν είναι από τον Θεό ο ιατρός και θεραπευτής του. Αμφισβητούν τον λόγο του πρώην τυφλού και την μαρτυρία του και τον θεωρούν δαιμονόπληκτο ή αλλοπαρμένο. Η εκκλησία, η κοινότητα στην οποία ο τυφλός ήταν ενταγμένος εκ της καταγωγής και της θρησκείας του, ακόμη και η οικογένειά του, αδυνατούν να δεχτούν την αλήθεια που τους καταθέτει. Και τον κηρύσσουν αποσυνάγωγο. Μόνο ο Χριστός τον αγκαλιάζει και τον ενισχύει και πριν του δώσει το φως του και αφού του το δώσει. Η εκκλησία ως κοινότητα υπάρχει. Το πρόβλημα είναι σε Ποιον Χριστό πιστεύουμε και Ποιον Χριστό είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε. Αυτόν των τύπων, των δικαιωμάτων μας επειδή πιστεύουμε, της δικής μας αίσθησης καθαρότητας ή Αυτόν που γιατρεύει με αγάπη κάθε τυφλό μάτι και ζητά να δει το φως κάθε ψυχή.

Η σιωπή είναι πλέον συνενοχή. Άλλοι έλαβαν τον κλήρο και την μερίδα των θρήσκων ανθρώπων της εποχής του Χριστού, των τυφλωμένων από την βεβαιότητα της αυτάρκειας, της συνήθειας, της εξουσίας. Αυτοί παρέμειναν ασυγκίνητοι στο να ρωτήσουν πότε είναι Χριστός, στο σκοτάδι της νύχτας ή στο φως της ημέρας. Ας αφήσουμε τον Χριστό να ανοίξει τα μάτια της ψυχής μας, της αγάπης, της συμπάθειας, της υπέρβασης κάθε φόβου. Και ας χτίσουμε κοινότητες εν τη Εκκλησία στις οποίες η χαρά και η λύπη του άλλου θα είναι δική μας χαρά και δική μας λύπη, πέρα από τα τυπικά.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 6 Ιουνίου 2021

Κυριακή του Τυφλού

 

 


6/1/21

Ο ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΗΣ


«Δεν μπορούν όλοι να κατακτήσουν το τέλειο, είτε διότι υστερούν στον ζήλο είτε διότι στερούνται δυνάμεως»
(άγιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Συνήθης αιτία μελαγχολίας και φοβίας είναι η τελειομανία. Ο τελειομανής είναι ανικανοποίητος. Δεν χαίρεται για το καλό που πετυχαίνει ή συναντά στην ζωή του, διότι σκέφτεται το επόμενο βήμα ή ότι θα είναι δύσκολο να διατηρήσει την επιτυχία του. Ο τελειομανής δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Θεωρεί πως έχει περισσότερες δυνατότητες από αυτό που δείχνει. Δεν είναι όμως ευχαριστημένος και από τους άλλους. Λειτουργεί στην προοπτική της κριτικής και της κατάκρισης. Οι άλλοι δεν του προσφέρουν αυτό που πιστεύει ότι δικαιούται. Οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του. Συγκρίνοντας τον εαυτό του μ’ αυτούς, νιώθει πάντοτε ότι υπερέχει. Κι ενώ ζει στην προοπτική αυτή, «βαριέται» από την πολλή τελειότητα. Παραδίδει τον εαυτό του στην ακηδία, διότι νιώθει πως δεν έχει κίνητρο να γίνει καλύτερος. Ο τελειομανής βάζει μεγάλους στόχους, διότι θεωρεί πως έχει δυνάμεις να πετύχει αυτό που ονειρεύεται. Ακόμη κι αν η ζωή τού προσφέρει αφορμές αυτογνωσίας και ρεαλισμού, διότι κανείς μας δεν πορεύεται μόνος του, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψιν του το περιβάλλον, τον κόσμο, τον συνάνθρωπο, τις συνθήκες, καθώς ζούμε στην ιστορία και όχι στην φαντασία, ο τελειομανής θεωρεί πως δικαιούται τα όνειρά του να πραγματωθούν. Γι’  αυτό και ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείται.

Ο τελειομανής, ακόμη κι αν καταφέρει πολλά και καλά, εντούτοις θα αισθάνεται αποτυχημένος. Αυτό του γεννά λύπη και τον καθιστά ανήσυχο. Γνώρισμα της ησυχίας είναι η αυτογνωσία και η αίσθηση ότι κακό δεν είναι η ατέλεια, αλλά το να νομίζουμε ότι τις ατέλειές μας μπορούμε να τις θεραπεύσουμε μόνοι μας, χωρίς την χάρη του Θεού. Ο τελειομανής είναι αταπείνωτος. Ενώ μπορεί και πρέπει να εργαστεί όσο καλύτερα μπορεί, διότι είναι κρίμα να χαραμίζουμε τα τάλαντά μας, εντούτοις δεν χρειάζεται να αγωνιούμε για την έκβαση του αγώνα μας. Η θεία χάρις θεραπεύει τα ασθενή και αναπληροί τα ελλείποντα.

Τελειομανία καλλιεργούν συχνά οι γονείς στα παιδιά. Επειδή θέλουν να είναι άψογα εκείνα, ώστε να μην υπόκεινται στην κριτική αυτοί ότι δεν είναι καλοί γονείς ή υπεύθυνοι στην ανατροφή, τα ωθούν στην απραξία, διότι είναι αδύνατον ουσιαστικά ένα παιδί να φτάσει στο μέγεθος της τελειότητας που να το καθιστά υπεράνω κριτικής. Είναι αδύνατον για ένα παιδί να είναι αλάθητο. Έτσι οι μεγαλύτεροι δεν το διδάσκουν να παίρνει δύναμη από τα λάθη του και να ξεκινά από την αρχή, αλλά το αντιμετωπίζουν σαν αποτυχημένο, ότι τους απογοήτευσε, ότι δεν αξίζει την αγάπη τους, ότι είναι λίγο για όσα εκείνοι του προσφέρουν και μπορεί να τους το ανταποδώσει. Αν, μάλιστα, οι γονείς είναι αποτυχημένοι στην δική τους πορεία και ζωή, τότε ή υποκρίνονται πως όλα είναι καλά στα δικά τους, ώστε το παιδί να μην έχει περιθώριο λάθους, ή το σπρώχνουν προς τον κρυφό εγωισμό ότι το ίδιο μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από αυτούς, με αποτέλεσμα να ζει κατά τα μέτρα εκείνων και όχι κατά τα δικά του μέτρα, χάνοντας την ελευθερία του.

Οι δυνατότητες και τα όνειρα λοιπόν πρέπει να συναντούν τα μέτρα μας. Και στις σχέσεις μας ας συγχωρούμε τους άλλους, για να συγχωρέσουμε και τον εαυτό μας, όπως μας συγχωρεί ο Θεός. Κλειδί η αγάπη.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

              στο φύλλο της Τετάρτης 2 Ιουνίου 2021