5/12/26

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2026

5/9/26

ΕΓΩ ΒΡΩΣΙΝ ΕΧΩ ΦΑΓΕΙΝ, ΗΝ ΥΜΕΙΣ ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ

 

«Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιωάν. 4, 31-34)‘’Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε».  Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε»    Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;»    Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του’’. 

            Σε μία από τις πιο ξεχωριστές διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Χριστός συζητά με μία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Τολμά να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι δεν το είχαν σε υπόληψη, διότι δεν ακολουθούσε τους ηθικούς κανόνες της εποχής που θεωρούσαν ότι η γυναίκα πρέπει να ανήκει στον άντρα και όχι οι άντρες να ανήκουν σ’ αυτήν. Η θέση της γυναίκας, εξάλλου, δεν ήταν να συζητά με άντρες μόνη της, ούτε να θέτει ερωτήματα θεολογικά, αλλά να ασχολείται με το σπίτι και την οικογένεια. Η γυναίκα αυτή ανήκε μάλιστα στους εχθρούς των Ιουδαίων, τους Σαμαρείτες. Δεν επιτρεπόταν Ιουδαίοι να συζητούν, να έχουν σχέση με Σαμαρείτες. Ο Χριστός όμως συζητά με μια γυναίκα που είναι δυναμική προσωπικότητα, αναζητεί την αλήθεια σχετικά με τον Θεό και περιμένει τον Μεσσία. Μια γυναίκα η οποία έχει αφομοιώσει όλα τα σημαντικά θρησκευτικά και θεολογικά ερωτήματα του λαού της και βρίσκει την ευκαιρία να τα εκφράσει, δείχνοντας ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος της ζωής δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η καρδιά.

            Όταν οι μαθητές του Χριστού έρχονται από την πόλη των Σαμαρειτών, όπου έχουν πάει για να προμηθευθούν τρόφιμα (στις συναλλαγές δεν ισχύουν οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές…), Τον παρακαλούν να φάει. Ο Χριστός αρνείται, λέγοντάς τους ότι «εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε». Έχει ήδη χορτάσει ο Χριστός μέσα από τη συζήτηση με την Σαμαρείτιδα. Διότι η τροφή που τρέφει αληθινά είναι αυτή του έργου του Θεού, της υπόδειξης του θελήματος του Θεού, της βίωσης αυτού του θελήματος στη ζωή την προσωπική, αλλά και του κόσμου τούτου. Η τροφή αυτή είναι η γνώση και η βίωση του Ευαγγελίου, είναι η ιεραποστολή, είναι η συνάντηση της αγάπης και της αλήθειας με τον πλησίον, η ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός χαίρεται και ξεπερνά την ανάγκη για τροφή επιβίωσης όταν συναντά, διαλέγεται, επικοινωνεί, μοιράζεται το Ευαγγέλιο με τους ανθρώπους. Το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

            Ο άνθρωπος νιώθει πως το φαγητό είναι η αφετηρία για να ζήσει. Το θεοποιεί συχνά, ιδίως στην εποχή μας. Το απολαμβάνει. Λησμονεί όμως το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται».   Και δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη χαρά της αγάπης που η συνάντηση με τον πλησίον φέρνει, ιδίως όταν αυτή γίνεται στην Εκκλησία. Εκεί, όπου κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού. Εκεί, όπου αυτή η μοναδική τροφή χορταίνει την πείνα της ψυχής για αλήθεια και νόημα. Εκεί, όπου αυτή η τροφή γίνεται παρηγοριά στις δοκιμασίες, τους σταυρούς, ακόμη και στον θάνατο. Εκεί, όπου συναντούμε τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των συνανθρώπων μας, των ζώντων και των κεκοιμημένων, αλλά και μία παράδοση αιώνων που μας τρέφει αληθινά και μας υπενθυμίζει το δικό μας έργο, που είναι να μοιραστούμε την αλήθεια με κάθε άνθρωπο, χωρίς να φοβηθούμε να συναντήσουμε και εκείνον που δεν είναι όπως εμείς, που δεν συμμερίζεται ούτε τον τρόπο ούτε την αλήθεια μας, αλλά είναι καλοπροαίρετος και ζητά λίγη από τη χαρά μας.  

            Ο Χριστός χορταίνει με την αποστολή της αγάπης και της αλήθειας. Με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του. Με το να μοιραστεί έστω και με έναν άνθρωπο τη χαρά ότι ο Ίδιος έγινε άνθρωπος για μας. Με το να απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς. Με το να μη φοβηθεί το ήθος του απέναντι, αλλά με το να δείξει ότι η κάθε εικόνα Θεού, όπως κι αν είναι, όπως κι αν φέρεται, χρειάζεται την αγάπη και την αλήθεια. Κι ας απαντήσει εκείνη, όπως έκαναν η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και οι συμπολίτες της που έσπευσαν να δούνε και να ακούσουν τον Χριστό, αν τελικά Αυτός είναι το νόημά μας.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Μαΐου 2026

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

5/8/26

ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ

                 Ένα από τα βασικά θέματα, τα οποία γράφαμε ως Έκθεση, οι μεγαλύτεροι από εμάς, ήταν το χάσμα των γενεών. Ακολουθώντας τη γραμμή των φιλοσόφων της αρχαιότητας, προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους νέους και τους πρεσβύτερους. Αποδίδαμε στη νέα γενιά την όρεξη, τον ενθουσιασμό, την απερισκεψία, την αμφιθυμία, τον έρωτα, την τρέλα, τη δίψα για περιπέτεια. Βλέπαμε τους μεγαλύτερους ως συντηρητικούς, μαζεμένους, μετρημένους, χωρίς διάθεση για μεγάλα ρίσκα, για μεγάλα βήματα. Ονειρευόμασταν έναν κόσμο στον οποίο οι νέοι θα είχαν τον τελευταίο λόγο, θα οδηγούσαν τους πάντες προς τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, τη δημιουργικότητα και οι μεγαλύτεροι θα ακολουθούσαν, συμβουλεύοντας και με χαρά βάζοντας κάποια όρια, χωρίς όμως να αποκόβουν τον νεανικό ενθουσιασμό. Το χάσμα των γενεών έφερνε συγκρούσεις, ιδεολογικές και οραματικές.

       Σήμερα, υπάρχει άραγε χάσμα γενεών;  Με δυσκολία μπορούμε να δώσουμε καταφατική απάντηση. Το Διαδίκτυο και το κινητό δείχνουν να θριαμβεύουν στη διαμόρφωση της πορείας της ζωής. Μπορεί οι νέοι να εξακολουθούν να  είναι πιο κριτικοί απέναντι στην κοινωνία των μεγαλυτέρων, ωστόσο δείχνουν ότι έχουν υιοθετήσει πλήρως τις προτεραιότητές της. Χρήμα, ηδονή χωρίς ευθύνη., μία μόνιμη γκρίνια για τη ζωή χωρίς διάθεση να γίνει κάτι, ώστε να αλλάξει. Είναι συντηρητική στην πραγματικότητα η νέα γενιά. Η μόνη της επανάσταση έχει να κάνει με την αποδοχή της διαφορετικότητας, κάτι που οι μεγαλύτεροι μπορεί να ανέχονται, αλλά, κατά βάθος, δεν δέχονται.

Οι influencers επηρεάζουν τον οραματισμό των νέων, όχι όμως προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Να ταξιδέψει θέλει ο νέος. Να ταξιδέψει όμως θέλει και ο μεγαλύτερος.  Να έχει χρήματα θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να έχει ελευθερία στην απόλαυση θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να μην κοπιάζει πολύ θέλει ο νέος. Το ίδιος και ο μεγαλύτερος. Να γυμνάζεται θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να ζει τη ζωή του θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος.

Γι’ αυτό και στην εποχή μας ουσιαστικά η διαχείριση της ζωής μετρά και όχι οι μεγάλες αλλαγές. Οι πολιτικοί δεν εμπνέουν, ίσως επειδή δεν έχουν καρδιά και δεν μπορούν να μιλήσουν στην καρδιά των ανθρώπων. Το σχολείο είναι δομημένο στην προοπτική  της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας, της διαχείρισης της πλήξης, της ήσσονος προσπάθειας. Οι μεγαλύτεροι τα δίνουν όλα στους μικρότερους. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η ώρα των κάθε μορφής εξετάσεων το άγχος θριαμβεύει, ακριβώς διότι είναι η πραγματικά πρώτη μεγάλη δοκιμασία, στην οποία η επιτυχία θεωρείται ως αναγνώριση της αξίας του νεώτερου. Ίσως γι’ αυτό και η πλειονοψηφία δεν το παλεύει μέχρι τέλους. Δεν το αντέχει.

Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα συμφωνούν και σε κάτι ακόμη. Πως για όλα φταίνε οι άλλοι. Πηγαίνουν στους θεραπευτές κάθε λογής, για να πάρουν οδηγίες σχετικά με τη ψυχική τους κατάσταση και να νιώσουν καλύτερα. Δεν είναι όμως έτοιμοι να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες για τις επιλογές της ζωής τους ή για ό,τι θα μπορούσαν να παλέψουν να κάνουν καλύτερα. Πάντα θα φταίει  ζωή, η αδικία, ο κόσμος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ίδιοι αισθάνονται αναπαυμένοι στη συνείδησή τους ότι κάνουν αυτό που περνάει από το χέρι τους.

Η πίστη στους καιρούς μας βρίσκει νέους και μεγαλύτερους όχι έτοιμους να αναζητήσουν το Πρόσωπο Εκείνο που είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή. Βρίσκει όμως και μεμονωμένα πρόσωπα, που έχουν ανάγκη από αλήθεια και παρηγοριά, από νόημα. Εδώ βρίσκεται και η αληθινή υπέρβαση του όποιου χάσματος.  Στο Νόημα που κάνει τη ζωή να αξίζει. Στην Αγάπη που ουδέποτε εκπίπτει και φέρνει τη διάθεση της αυθεντικής συνύπαρξης, πέρα από διαφορές. Στη σχέση, τελικά, με τον Χριστό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 6 Μαΐου 2026

5/1/26

ΑΛΛΟΣ ΠΡΟ ΕΜΟΥ ΚΑΤΑΒΑΙΝΕΙ


«᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει»
(Ιωάν. 5, 7)

«Κύριε», τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος, «δὲν ἔχω κανέναν νὰ μὲ βάλει στὴ δεξαμενὴ μόλις ἀναταραχτοῦν τὰ νερά· ἔτσι, ἐνῶ ἐγὼ προσπαθῶ νὰ πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος ἄλλος κατεβαίνει στὸ νερὸ πρὶν ἀπὸ μένα». 

           Μια κοινωνία ανταγωνισμού η κοινωνία της εποχής μας. Οι άνθρωποι προσπαθούμε να υπερβούμε ο ένας τον άλλον, όχι μόνο ως προς τα υλικά αγαθά, αλλά κι ως προς τις επιτυχίες σε κάθε τομέα της ζωής. Μοιάζει η εποχή μας με ένα αγώνισμα διαδικτυακών παιχνιδιών, στο οποίο ο καθένας μας προσπαθεί να συγκεντρώσει περισσότερους πόντους και να περάσει περισσότερες πίστες σε σχέση με τους άλλους, για να είναι ευχαριστημένος. Δοξάζεται ο φθονερός πολύ πιο εύκολα, από ό,τι επικροτείται ο χαρούμενος, ο ταπεινός, ο μη εριστικός. Και αυτός ο ανταγωνισμός περνά σε κάθε πτυχή των ανθρώπινων σχέσεων. Τι άλλο είναι το bullying, παρά μια απόπειρα του ανθρώπου να ξεχωρίσει επιβάλλοντας τον εαυτό του, τη δύναμή του, την ικανότητά του να έχει ακολούθους στους άλλους που είναι αδύναμοι;

            Αυτός ο ανταγωνισμός διαφαίνεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει το ήθος και το πνεύμα της θυσίας. Όπως επισημαίνει ο παράλυτος της Βηθεσδά στον Χριστό, «μέχρι να πλησιάσω εγώ στο νερό της κολυμβήθρας που ο άγγελος ταράζει, άλλος έχει μπει πριν από μένα μέσα». Κατανοητή η επιθυμία της ίασης. Στην πραγματικότητα όμως η ασθένεια κάνει τον άνθρωπο να σκέπτεται μόνο τον εαυτό του, μόνο τη δική του γιατρειά, και όχι τον πλησίον. Όσοι συγκεντρώνοντας στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, δεν έβλεπαν ποιος έχει περισσότερη ανάγκη να γιατρευτεί. Κοιτούσαν αποκλειστικά τον εαυτό τους. Μικροκοινωνία ζούγκλας στην πραγματικότητα, χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς όσοι ήταν εκεί να σκέπτονται τα χρόνια που κάποιος περίμενε. Τριανταοκτώ είχε συμπληρώσει ο παράλυτος. Και ουδέποτε θα γιατρευόταν, αν ο Χριστός δεν τον θεράπευε.

            Σκληροκαρδία υπήρχε όμως και στο περιβάλλον. Οι εχθροί του Χριστού δεν ελέγχθηκαν διότι επί τριανταοκτώ χρόνια άφηναν έναν άνθρωπο να υποφέρει, χωρίς ελπίδα, αλλά έσπευσαν να καταγγείλουν τον Κύριο διότι Σάββατο θεράπευσε τον παράλυτο. Απίστευτη η σκληροκαρδία τους. Σημείο όχι απλώς τυπολατρίας, αλλά και απόλυτης έλλειψης αγάπης, κάτι που ο Μωσαϊκός νόμος δεν το επικροτούσε. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήταν εντολή της Παλαιάς Διαθήκης. Ο παράλυτος ζούσε σε μία κοινωνία ζούγκλας και αδιαφορίας, αλλά και στη δική του μικροκοινωνία η ίδια κατάσταση επικρατούσε. Το έλλειμμα της αγάπης, που μόνο ο Χριστός θεράπευσε, μη ασχολούμενος με την κακία και τη σκληροκαρδία των πολλών.

            Αν ήμασταν στην κατάσταση του παραλύτου, αν τα παιδιά μας ήταν στην κατάσταση του παραλύτου, πόση δύναμη ψυχής και πόση αγάπη θα έπρεπε να έχουμε, για να μην επιλέξουμε να αφήσουμε τον παράλυτο να περιμένει! Από την άλλη, ίσως έχει έρθει ο καιρός να δούμε μήπως το έλλειμμα της αγάπης μάς κάνει γενικώς σκληρόκαρδους στη ζωή. Ο παράλυτος, μπορεί εξαιτίας της γκρίνιας και της δικής του ταλαίπωρης ψυχής να μην είχε κανέναν άνθρωπο κοντά του. Όμως, μια κοινωνία η οποία επιτρέπει ο κάθε εμπερίστατος, ο κάθε αναγκεμένος να μένει μόνος του, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία η οποία και δεν αγαπά και δεν νοιάζεται. Το ίδιο και η εκκλησιαστική κοινότητα που παραμένει εγκλωβισμένη στην ατομική σωτηρία του καθενός., που αρκείται στην τήρηση των θρησκευτικών καθηκόντων του καθενός, που κρίνει με βάση την τυπολατρία, τον φόβο για την καθαρότητα της πίστης, την αδιαφορία για την προτεραιότητα της  αγάπης. Διότι η κοινότητα του παραλύτου έπρεπε να ιεραρχήσει το ποιος είχε περισσότερη ανάγκη από τους ασθενείς, και η ίδια να αποφασίσει ποιος θα μπει στην κολυμβήθρα. Το έλλειμμά της το δείχνει ο Χριστός. Αλλά την ίαση δεν την αποδέχεται η κοινότητα. Παραμένει σκληρόκαρδη και ασθενής. Γιατί δεν αγαπά.

            Ας μην την ακολουθήσουμε! Ας γλυκάνει η καρδιά μας! Ας δώσουμε προτεραιότητα στον άλλον, και ο Χριστός δεν θα λησμονήσει εμάς! Πίστη κι αγάπη χρειαζόμαστε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου

4/29/26

ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΦΤΙΑΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

            

    Αυτό είναι το μότο των καιρών μας στα παιδιά που μεγαλώνουν: «ζήσε τη ζωή σου, φτιάξε την καριέρα σου και μετά οικογένεια». Η οικογένεια δεν θεωρείται προτεραιότητα σήμερα. Αντίθετα, θεωρείται ως η τελευταία σοβαρή κίνηση δύο ανθρώπων, πριν προχωρήσουν στη μέση ηλικία. Ζω τη ζωή μου σημαίνει περνάω καλά, ταξιδεύω, δεν έχω ευθύνες, βγαίνω έξω, δεν χρειάζεται να δεσμεύομαι. Για να κάνω οικογένεια πρέπει να έχω όχι απλώς σταθερή εργασία, αλλά καλά λεφτά, ώστε όταν θα έρθει η ώρα να κάνω παιδιά, να μη μου λείψει και να μην τους λείψει τίποτα. Διότι ένα παιδί δεν έχει ανάγκη την επιβίωση μόνο, αλλά οι γονείς πρέπει να έχουν χρήματα τόσα, ώστε να καλύπτουν τη μόρφωση, τις εξωσχολικές δραστηριότητες (για τις οποίες το παιδί δεν ερωτάται αν τις θέλει, αλλά οι γονείς αποφασίζουν, συχνά με κριτήριο τι κάνουν οι πολλοί, αλλά και για να μην τα έχουν το παιδί συνεχώς στο σπίτι). Επομένως, πρέπει να φτιάξω την καριέρα μου, ώστε να αισθάνομαι άνετα. Το παλιό ρητό «δύο μισθοί είναι πολύ καλύτεροι από τον ένα», και δύο άνθρωποι, όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους, μπορούν να χτίσουν οικογένεια δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί τους νέους σήμερα. Υπάρχει, κατά βάθος μια ανασφάλεια, αν η σχέση, ο γάμος, η οικογένεια θα κρατήσουν, και είναι προτιμότερο να μην υπάρχει εξάρτηση του ενός από τον άλλον. Και η αγάπη;

                Το μεγάλο πρόβλημα που γεννά η νοοτροπία της εποχής έχει να κάνει με τη σημασία της αγάπης για τη ζωή του ανθρώπου. Έχοντας αφήσει κατά μέρος τη σχέση με τον Θεό, ο νέος της εποχής δεν νοιάζεται να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ή, ακόμη κι αν στο βάθος της ψυχής του, ακριβώς επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, δηλαδή πλασμένοι για να αγαπάμε, ο νέος αισθάνεται αυτό το κενό νοήματος που προέρχεται από το έλλειμμα της αγάπης, εντούτοις ο πειρασμός της αυτάρκειας και του «παραπάνω» υπερνικά την ανάγκη να μοιραστούμε, αγαπώντας. Δεν ωριμάζουν γρήγορα οι νέοι. Παραμένουν μεγάλα παιδιά, τα οποία βολεύονται να μένουν στο πατρικό σπίτι, να έχουν καλυμμένες αρκετές από τις ανάγκες τους από τους γονείς και τους παππούδες, χωρίς να νιώθουν ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να χτίσει την ταυτότητά του συνθέτοντας ό,τι έλαβε, απορρίπτοντας ό,τι δεν μπορεί ή δεν πρέπει να σηκώσει και προσθέτοντας  το δικό του όνειρο, το οποίο δεν μπορεί να είναι χρήματα, καριέρα, καλή ζωή και όταν προκύψει άλλος άνθρωπος βλέπουμε.

                Αναρωτιόμαστε γιατί ένας νέος να κάνει οικογένεια όταν από τις ήδη υπάρχουσες  οι μισές είναι διαλυμένες, όταν προβάλλονται νέα πρότυπα οικογένειας, όπως η μονογονεϊκή, η ομόφυλη, η ανασυγκροτημένη, η συνεργατική, η χωρίς παιδιά από επιλογή. Η απάντηση έχει να κάνει με τη φύση μας, το ότι δηλαδή πλαστήκαμε ως όντα που σχετίζονται, δημιουργούν δεσμούς ισχυρούς, μοιράζονται, θυσιάζονται. Εδώ είναι το κλειδί. Η θυσία, η παραίτηση δηλαδή από το «εγώ και μόνο» και το μοίρασμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή η αναζήτηση της ευτυχίας στην αγάπη που είναι πρώτα προσφορά και μετά λήψη, δεν συγκινεί την εποχή μας. Και η παιδοκεντρική νοοτροπία, ότι το παιδί είναι ο βασιλιάς και το κέντρο του κόσμου, οδηγεί τον άνθρωπο, εκ νεότητός του, να μη θέλει να μοιραστεί, να αναλάβει ευθύνες, να κοπιάσει, να υπομείνει, να δώσει, για να πάρει. Έτσι, μεταθέτει όσο πιο αργά γίνεται την δημιουργία οικογένειας, παραθεωρώντας το ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο δυσκολευόμαστε, και σωματικά και ψυχικά, να μοιραστούμε.   

                Οι μεγαλύτεροι ας κάνουμε την αυτοκριτική μας  και ας εμπιστευθούμε πρώτοι τον Θεό και την πρόνοιά του, δείχνοντας θυσία και αγάπη. Αυτό είναι το πρότυπο για να αλλάξει η νοοτροπία. Και οι νεώτεροι, ας σπουδάσουν στην προτεραιότητα και την προοπτική της αγάπης, που γίνεται ζωή. Πιο νωρίς.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Απριλίου 2026

4/25/26

ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ

«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος». 

Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και  δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και  Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα  έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!

Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο.  Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο».  Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία,  τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.

Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

26 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων

4/22/26

ΦΟΒΑΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ;

           


 Ο πρόσφατος λόγος του Πάπα Λέοντος ότι δεν φοβάται τον Αμερικανό Πρόεδρο και την παντοδυναμία των όπλων και της εξουσίας του, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει ανάγκη την εξουσία κάθε μορφής και κατά πόσον τη φοβάται. Στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση ισχύει η “συναλληλία” Εκκλησίας και Πολιτείας. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την ορθόδοξη πίστη ως την επικρατούσα θρησκεία της πατρίδας μας, προσφέρει σε αυτήν κάποια προνόμια, σε συνέχεια των μεγάλων αγώνων της Εκκλησίας για να κρατηθεί ζώσα η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα προνόμια αυτά όμως δεν είναι λόγος για να σταματήσει η Εκκλησία να έχει άποψη για ό,τι τεκταίνεται στην κοινωνία και για τις όποιες αποφάσεις της Πολιτείας, ιδίως αν αυτές έχουν σχέση με ζητήματα πίστης.

             Η Εκκλησία έχει λόγο για τη ζωή των ανθρώπων και οφείλει αυτόν τον λόγο να τον καταθέτει. Είναι μάλλον αναπόφευκτο ο λόγος να είναι ελεγκτικός των κακώς πεπραγμένων. Ό,τι ακολουθεί την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνήθως έρχεται σε ρήξη με τη νοοτροπία του κόσμου. Η Εκκλησία ουδέποτε φοβήθηκε να κρατήσει ακαινοτόμητη την διδασκαλία της, μόνο και μόνο για να μην διακινδυνεύσει την εκδήλωση της οργής της Πολιτείας. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία την Πολιτεία, για να επιβιώσει. Ζητά όμως η Εκκλησία να υπάρχει γαλήνη στις σχέσεις της με την Πολιτεία, ώστε να έχουμε “ήρεμον και ησύχιον βίον”, όπως προσευχόμαστε στη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.

             Η Εκκλησία δεν είναι όμως ένα θεολογικό καθίδρυμα. Η παρουσία της είναι δεδομένη στην Ιστορία του κόσμου. Ζητά το “πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας”, αλλά δεν λησμονεί το “νυν”. Οι πιστοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, διότι η Εκκλησία είναι Οικουμενική και το μήνυμα της πίστης δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς αλλά σε όλους, έχουν την ανάγκη τόσο της επιβίωσης, όσο και της ελευθερίας να εκδηλώνουν την πίστη τους δημοσίως. Επίσης, έχουν την ανάγκη να στηρίζονται και από την Εκκλησία, την οποία βλέπουν και ζούνε ως Μητέρα. Έχουν ανάγκη να ακούνε τη γνώμη της Εκκλησίας για τη ζωή και την πραγματικότητα του κόσμου. Και η Εκκλησία δεν πρέπει να κρύβεται. Χρειάζεται θάρρος και παρρησία, όπως ο Χριστός διεμήνυσε, ώστε ο λόγος να ακούγεται. Βεβαίως και δεν πρέπει να έχει την απαίτηση η Εκκλησία η Πολιτεία να συμμορφώνεται. Θα βοηθούσε όμως πολύ την Πολιτεία να μην ξεχνά τον λόγο της Εκκλησίας, λόγο σοφίας, λόγο εμπειρίας, αγάπης και αλήθειας που έρχεται εκ Θεού.

             Από την άλλη, πολλοί πιστοί ζητούν από την Εκκλησία να εκφράζει λόγο για θέματα που δεν άπτονται της πνευματικής πορείας τους. Παρασυρμένοι από κινδυνολόγους και εσχατολογούντες, νομίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί επαναστατικά και αντιστασιακά, όχι πάνω σε ζητήματα αλλοτρίωσης του ορθοδόξου φρονήματος, αλλά σε ζητήματα που επαφίενται στην προσωπική ευθύνη και τον αγώνα του πιστού ως πολίτη στο “νυν” της Ιστορίας. Ζητούν και απαιτούν μια Εκκλησία που να βλέπει παντού εχθρούς και όχι μια Εκκλησία που να αγαπά και να ορθοτομεί εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης της πίστης. 

             Έχει σημασία η διακήρυξη της ανάγκης για ειρήνη στον κόσμο. Η καταδίκη της αλαζονείας των Ισχυρών. Η αίσθηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ευλογεί επιθετικούς πολέμους. Από την άλλη, η θέση της Εκκλησίας είναι δύσκολη όταν γίνονται πόλεμοι των οποίων οι αιτίες δεν είναι μονόπλευρες και το δίκιο δεν είναι εμφανές. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι τού να ευλογείται η εξουσία αδιακρίτως η απόσταση είναι μεγάλη.                                               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 22 Απριλίου 2026