2/24/26

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ

                 

Έλεγε ο Αββάς Ισίδωρος ο πρεσβύτερος: "Αν νηστεύετε, μην το παίρνετε επάνω σας. Αν κομπάζετε, καλύτερα ας τρώτε κρέας. Γιατί είναι προτιμότερο να τρώει κανείς κρέας παρά να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του" (Από το "Γεροντικό")

                Η νηστεία είναι μία ευλογημένη συνήθεια των χριστιανών. Η αλλαγή της διατροφής μάς βοηθά να αφήσουμε κατά μέρος την εξάρτηση από τροφές που μας αρέσουν, που είναι συνηθισμένες, που μας γεμίζουν τοξίνες, που μας δίνουν άνεση. Η νηστεία όμως είναι και μία εξαιρετική ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας, την ψυχή μας. Διότι, όπως προχωρά η ζωή μας, ο καθένας μας διακατέχεται από εντονότερα ή ασθενέστερα πάθη, με πιο δύσκολο στην αντιμετώπισή του την έπαρση, την αίσθηση ότι ο εαυτός μας είναι το κέντρο του κόσμου.

                Το "εγώ" μάς δόθηκε από τον Θεό, για να έχουμε επίγνωση της διαφορετικότητάς μας. Για να μπορούμε να αξιοποιούμε τα χαρίσματα που κληρονομούμε, αλλά και αναπτύσσουμε, με σκοπό να μοιραστούμε τα καλά. Κάθε στιγμή της ζωής μας βεβαίως ζούμε την πρόκληση να διαχειριστούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους στην προοπτική της αγάπης ή της εξουσίας ή της αδιαφορίας. Να δούμε τον άλλον ως εικόνα Θεού ή ως αντικείμενο προς δική μας χρήση ή σαν να μην υπάρχει. Να νοιαστούμε ή να φερθούμε με απάθεια. Να μείνουμε στο δικό μας συμφέρον ή να δούμε τη ζωή και τον συνάνθρωπο με καλοσύνη, με διαπραγμάτευση, με ενσυναίσθηση, με συγχωρητικότητα, ακόμη κι αν εμείς δεν έχουμε όσα θα θέλαμε να έχουμε.

                Η νηστεία μπορεί να μας δώσει την αφορμή να στραφούμε προς μέσα κόσμο μας. Να δούμε τις αντιδράσεις, τον θυμό μας, τον υπερτονισμό ότι έχουμε δίκιο σε ό,τι κι αν σκεφτούμε, την αδυναμία μας να υποχωρήσουμε, την επιλογή να κρίνουμε τη ζωή με βάση το πώς σκεφτόμαστε εμείς και μόνο με αυτό. Και να γίνει ευκαιρία να νηστέψουμε από την κυριαρχία του εγώ. Από την έπαρση ότι εμείς γνωρίζουμε. Να λειτουργήσουμε με ταπείνωση. Να αφήσουμε τον Θεό να αποφασίσει στην προοπτική τού "δίκασον, Κύριε, τους αδικούντας με" (Ψαλμ. 34,1) και όχι με το να επιβάλουμε εμείς την άποψή μας. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται νήψη, εγρήγορση, αυτοκριτική. Αυτό συνεπάγεται το να ακούσουμε τη φωνή της συνείδησής μας. Να ρωτήσουμε τον πνευματικό μας. Να αυξήσουμε την προσευχή μας. Να αισθανθούμε ότι δεν είμαστε εμείς το κέντρο της ζωής, αλλά το θέλημα του Θεού που ανοίγει δρόμους, φωτίζει και εμάς και τους άλλους ή επιτρέπει εμπόδια, για να ασκηθούμε, να υπερβούμε, να αντέξουμε.

                Αν συνδυάσουμε τη νηστεία των τροφών με τη νηστεία από την έπαρση, τότε η πνευματική μας προπαρασκευή για τις μεγάλες εορτές της πίστης μας αποκτά περιεχόμενο σε βάθος. Αν συνδυάσουμε τη νηστεία με ελεημοσύνη, με συγχωρητικότητα, με πραότητα, τότε μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά στον πλησίον μας, ακόμη κι αν εκείνος είναι δύστροπος, ακόμη κι αν μας ταλαιπωρεί. Συγχώρηση δείχνει όχι επηρμένος, αλλά ο ταπεινός. Το πρώτο βήμα κάνει όχι ο αδύναμος, αλλά ο ισχυρός. Αντέχει και αγαπά αυτός που βλέπει τη ζωή και στην πνευματική της διάσταση. Κι αυτό είναι το νόημα τελικά της νηστείας. Να έρθουμε πιο κοντά στο ήθος του Ευαγγελίου, στη διδαχή του Χριστού, που είναι η νηστεία να συνδυαστεί με τη συμφιλίωση, με τη χαρά, με την αποκατάσταση της κοινωνικότητας στην Εκκλησία.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 25 Φεβρουαρίου 2026



 

2/21/26

Ο ΠΑΤΗΡ ΣΟΥ Ο ΒΛΕΠΩΝ ΕΝ ΤΩ ΚΡΥΠΤΩ ΑΠΟΔΩΣΕΙ ΣΟΙ ΕΝ ΤΩ ΦΑΝΕΡΩ

 


«Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6,17-18)

«᾿Εσύ, ἀντίθετα, ὅταν νηστεύεις, περιποιήσου τὰ μαλλιά σου καὶ νίψε τὸ πρόσωπό σου, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ στοὺς ἀνθρώπους ἡ νηστεία σου, ἀλλὰ στὸν Πατέρα σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις· καὶ ὁ Πατέρας σου, ποὺ βλέπει τὶς κρυφὲς πράξεις, θὰ σοῦ τὸ ἀνταποδώσει φανερά». 

            Η νηστεία είναι μια ευλογημένη συνήθεια στην παράδοση της Εκκλησίας. Είναι εντολή του Θεού από την Παλαιά Διαθήκη. Νηστεία έπρεπε να κάνει ο πρώτος άνθρωπος στον Παράδεισο. Δεν θέλησε. Νηστεία έκαναν οι Εβραίοι στην έρημο πριν λάβουν στο Σινά τις Δέκα Εντολές. Νηστεία γινόταν και γίνεται σε εορτές, σε εβδομαδιαία βάση (δύο φορές, όπως έλεγε ο Φαρισαίος στη γνωστή παραβολή). Νηστεία έκανε ο Χριστός επί 40 ημέρες μετά τη Βάπτισή Του. Νηστεία έχει ορίσει η Εκκλησία την Τετάρτη και την Παρασκευή, καθώς και σε περιόδους προετοιμασίας μας για μεγάλες γιορτές, όπως το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, η Κοίμηση της Θεοτόκου, η εορτή των Αγίων Αποστόλων. Η νηστεία είναι μία απόφαση στέρησης από ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά και περίοδος πένθιμη, με την έννοια της επίγνωσης των αμαρτιών μας, δηλαδή της αποτυχίας μας να είμαστε κοντά στον Θεό, εξαιτίας λαθών μας, που ξεκινούν από την παράβαση των εντολών του Θεού. Πένθος διότι δεν αγαπούμε όσο μπορούμε, ούτε συνειδητοποιούμε την έλλειψη. Γι’ αυτό και η νηστεία είναι μία περίοδος στην οποία τα πολλά γίνονται λίγα, για να γίνουν τα λίγα πολλά στη χαρά της γιορτής, της σχέσης με τον Θεό, της πνευματικής μας ανάστασης.

            Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία Του, μας υπενθυμίζει μία εικόνα: αυτή των υπερευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι, στη νηστεία, κυκλοφορούσαν αχτένιστοι, άπλυτοι και άνιφτοι, ώστε να τους βλέπουν και να τους επαινούν διότι νήστευαν. Ο Χριστός μάς προτρέπει το πένθος να είναι χαροποιό. Να συνεχίζουμε τη ζωή μας χωρίς επίδειξη της πίστης ή της ευσέβειας ή της απόφασής μας να νηστεύουμε, διότι η σχέση με τον Θεό δεν είναι επίδειξη, αλλά εργασία καρδιακή. Όποιος νηστεύει προσεύχεται. Αποκτά επίγνωση των όσων των χωρίζουν από τον Θεό, αποφασίζει να παλέψει, για να τα υπερβεί, επικαλείται την χάρη του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του και περιμένει. Ανταπόδοση γι’ αυτόν είναι να νιώθει ότι η υπακοή στην εντολή του Θεού είναι ευλογία, χαρά, ζωή. Και η χαρά αυτή μεταμορφώνει την καρδιά και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή.

            Θέλουμε ανταπόδοση οι άνθρωποι για τα έργα μας. Να ενισχυθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης του Θεού προς εμάς και ημών προς τον εαυτό μας, ότι αυτό που κάνουμε είναι καλό, ότι ο Θεός το βλέπει και θα μας δώσει ανταμοιβή είτε στην προσωπική και οικογενειακή  μας ζωή είτε στη βασιλεία Του. Ο Θεός δεν αφήνει τον άνθρωπο απαράκλητο, απαρηγόρητο. Όντως του ανταποδίδει τον αγώνα, όχι όμως πάντοτε με τον τρόπο που ο άνθρωπος επιθυμεί, αλλά με τη στήριξη στις δοκιμασίες, με την αίσθηση ότι δεν θα τον εγκαταλείψει, ακόμη κι αν δείχνει ότι τον εγκαταλείπει, κάποτε και με μικρότερες ή μεγαλύτερες ευλογίες στην καθημερινότητά του. Κυρίως όμως η αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι  παιδί του Θεού, ότι έχει Πατέρα εν ουρανοίς, ότι έχει φίλο και αδελφό τον Υιό και Λόγο του Θεού που έγινε άνθρωπος δι’ ημάς, είναι μία αίσθηση οικειότητας, που νικά και τον θάνατο.

            Τα παραπάνω μοιάζουν λόγια νεκρά για τους καιρούς μας. Κάποτε και για μας τους ίδιους, που περιοριζόμαστε στη νηστεία των τροφών και θεωρούμε τον δρόμο αυτό επαρκή. Ζητούμε μάλιστα ανταπόδοση για το ελάχιστο. Κι όμως, σ’ αυτόν τον σκληρόκαρδο κόσμο, δεν παύει ο Θεός διά της Εκκλησίας να μιλά στις καρδιές μας, ζητώντας να στραφούμε περισσότερο προς τον μέσα κόσμο μας, να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε, να ελεήσουμε, να μοιραστούμε και νηστεύοντας από τα πάθη να αφεθούμε στη χάρη Του. Όποιος θέλει, μπορεί! Και δεν θα είναι μόνος του!  

            Καλή Σαρακοστή! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Τυρινής

2/18/26

ΤΑ ΞΕΝΑ ΛΟΓΙΑ

 

 «Έλεγε ο αββάς Ωρ στον μαθητή του Παύλο: Πρόσεχε, ποτέ μη φέρεις στο κελλί σου ξένα λόγια»  (από το «Γεροντικό»).

Οι άνθρωποι επηρεαζόμαστε από τα ξένα λόγια. Άλλοτε, τα ακούμε ευχάριστα, διότι έρχονται να επιβεβαιώσουν δικές μας γνώμες. Άλλοτε, μας φέρνουν πληροφορίες, οι οποίες ικανοποιούν την περιέργειά μας. Άλλοτε, μας εντάσσουν σ’  έναν κόσμο στον οποίο θεωρούμε ότι είτε ανήκουμε είτε δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτόν. Άλλοτε, τροφοδοτούν μία εμπαθή κατάσταση που υπάρχει μέσα μας και ονομάζεται αυτοδικαίωση. Δύσκολα συναισθανόμαστε ότι διαπράττουμε αμαρτία, διότι η έννοια αυτή τείνει να διαγραφεί από τη ζωή μας. Και είναι αμαρτία ό,τι δεν μας οδηγεί στην αγάπη.

Η ασκητική μας παράδοση επισημαίνει τη διάσπαση τόσο του εαυτού μας όσο και της σχέσης μας με τον πλησίον, όταν φέρνουμε στον χώρο της ύπαρξής μας τα ξένα λόγια. Γεννιούνται ή συντηρούνται λογισμοί που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε, αλλά ούτε μας επιτρέπουν να κάνουμε πράξη σκοπούς της ύπαρξής μας, όπως η προσευχή. Διότι τα ξένα λόγια που γίνονται δικά μας παρεισφρύουν στον νου μας και του κλέβουν τη χαρά, τον πολιορκούν με χαιρεκακία ή μνησικακία, τον κάνουν να πλάθει σενάρια, υποτάσσουν  την ομορφιά στην ασχήμια. Ταυτόχρονα, επέρχεται διάσπαση και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Διότι ο νους μας χρειάζεται να παλέψει πολύ για να μην αφήσει να σχηματιστεί για τον άλλον η γνώμη που τα ξένα λόγια φέρνουν μαζί τους, γνώμη πολέμου, απογοήτευσης, παράπονου, θλίψης. Τα ξένα λόγια είναι απειλή για την πνευματικότητα της πορείας μας.

Εύκολα αναρωτιόμαστε κατά πόσον, σε έναν κόσμο στον οποίο τα ξένα λόγια είναι πάμπολλα και δεν έχουν να κάνουν μόνο με ανθρώπους που τα εκστομίζουν, αλλά και με την εικονική πραγματικότητα του Διαδικτύου που τα καθιστά διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή, είναι εφικτό να μην τα λαμβάνουμε υπόψιν; Ακούμε συχνά ότι σκοπός του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να καλλιεργήσει στα παιδιά και στους νέους την κριτική σκέψη. Αυτό σημαίνει τη δημιουργία των φίλτρων εκείνων, που με βάση την αλήθεια θα διαχειρίζονται τον πλούτο των πληροφοριών,  ώστε να μπορούν τα παιδιά και οι νέοι να διαμορφώνουν δική τους άποψη όχι άκριτα, αλλά με επίγνωση τού τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο. Το εκπαιδευτικό σύστημα όμως δεν δείχνει στη νέα γενιά ένα άλλο κριτήριο, το οποίο θα μπορέσει να συνδιαμορφώσει μαζί με την αλήθεια, την κριτική σκέψη: το νόημα και τον προσανατολισμό ζωής. Εδώ έρχεται η πίστη.

                Αν νόημα ζωής είναι η αγάπη, τόσο για τον Θεό όσο και για τον συνάνθρωπο, η αγάπη που μοιράζεται, συγχωρεί, «ου ζητεί τα εαυτής», τότε έχουμε ένα πυλώνα στέρεο, με βάση τον οποίο τα ξένα λόγια δεν θα μπορούν να είναι το κριτήριο της ψυχικής μας πορείας και διαμόρφωσης. Γιατί αυτός που βάζει στην καρδιά του την αγάπη, δεν έχει ανάγκη λόγια εις βάρος των άλλων για να δυναμώσει τη δική του αυτοεκτίμηση. Αυτός που αγαπά χαίρεται για τα λίγα ή τα πολλά του, παλεύει να διορθώσει τα δικά του σφάλματα, δεν δικαιώνει τις αδυναμίες του, αλλά με ταπείνωση νικά το εγώ του. Αυτός είναι και ο δρόμος του Θεού. Έτσι, ακόμη κι αν έρθουν τα ξένα λόγια, δεν τα αφήνει μέσα στο κελλί του νου του, γιατί δεν έχουν τόπο στην καρδιά που αγαπά. Προσεύχεται για όποιος μοιάζει να μην είναι εντάξει, μιλά εκεί όπου μπορεί, υπομένει εκεί όπου δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, κυρίως όμως γνωρίζει ότι τα του κόσμου τούτου παρέρχονται. Μόνο η αγάπη μένει και αυτό είναι η αυθεντική παρηγοριά που ελευθερώνει.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 18 Φεβρουαρίου 2026

2/14/26

ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΣΟΝΤΑΙ ΟΥΤΟΙ ΕΙΣ ΚΟΛΑΣΙΝ ΑΙΩΝΙΟΝ, ΟΙ ΔΕ ΔΙΚΑΙΟΙ ΕΙΣ ΖΩΗΝ ΑΙΩΝΙΟΝ


 Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον (Ματθ. 25, 46)

Καὶ αὐτοὶ θὰ μεταβοῦν στήν αἰώνια  κόλαση, οἱ δὲ δίκαιοι στήν αἰώνια ζωή». 

       Κάθε άνθρωπος υπάρχουν στιγμές που σκέφτεται τον θάνατο. Έτσι κι αλλιώς είμαστε πλασμένοι για να πεθάνουμε. Ο θάνατος και η φθορά υπάρχουν στο DNA κάθε ζωντανού οργανισμού, όπως και των ανθρώπων. Η παράδοσή μας λέει ότι ο θάνατος είναι συνέπεια της απόφασής μας να διαχειριστούμε τη ζωή μας αυτεξούσια, χωρίς σχέση με τον Θεό, αλλά απόπειρα να εξουσιάσουμε τα πάντα και τον συνάνθρωπο και την κτίση. Το κακό τότε θα ήταν αθάνατο. Και ο Θεός δίνει τον θάνατο όχι ως τιμωρία, αλλά ως όριο για να μπορεί ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κακού. Στην πραγματικότητα θάνατος είναι ο πνευματικός της ύπαρξης. Του εγωκεντρισμού. Της αυτοθέωσης. Ο σωματικός θάνατος είναι ένα επεισόδιο στη ζωή μας, που θα έρθει, αλλά δεν θα μας νικήσει. Το σώμα μας θα τον υποστεί. Το πνεύμα μας, η ψυχή μας θα συνεχίσει ως γρηγορούσα συνείδηση να κοινωνεί ή να παραμένει ακοινώνητη. Να αγαπά και να χαίρεται σε μία άλλη διάσταση, χωρίς φθορά και κακό και λύπη, ανερμήνευτη και ιδωμένη στην προοπτική της σχέσης με τον Χριστό. Ή ως μία κατάσταση στην οποία τα πνευματικά μάτια θα είναι κλειστά και το μόνο που θα υπάρχει είναι ο θυμός γιατί ο Θεός αγαπά, υπάρχει, μας δίνεται, ενώ εμείς θέλουμε να είμαστε θεοί. Η κόλασή μας. Ο Θεός και οι άλλοι. Κι αυτό θα είναι μια αιωνιότητα, διότι πλαστήκαμε ελεύθεροι. Και η ελευθερία είναι δώρο πικρό, μα αναφαίρετο.

            Στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Απόκρεω ο Χριστός μάς υπενθυμίζει την τελική κρίση. Την οριστική κατάργηση της δύναμης του κακού, της δύναμης του θανάτου. Την ανάσταση των σωμάτων και την επανένωσή τους με τις ψυχές. Την χαρά της αγάπης, που είναι το μόνο κριτήριο για να αναγνωρίσουμε τον Χριστό. Την συνειδητή επιλογή των όσων θα συμπορευθούν με τον διάβολο και τους δαίμονες στην κόλαση να αρνηθούν την αγάπη. Η ελευθερία και η θέλησή μας σ’ αυτή τη ζωή που δεν είναι μάταιη, αλλά μας δόθηκε για να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε, ακόμη και τα ελάχιστα, θα είναι η βάση της αιωνιότητας. Η ευθύνη προσωπική.

            Ζούμε σε μια εποχή στην οποία η αγάπη δεν είναι προτεραιότητα. Η αγάπη είναι αυτό που είμαι να το μοιράζομαι, με σεβασμό σε ό,τι ο άλλος μπορεί να αντέξει. Αυτό που δεν είμαι να προσπαθώ να το κατακτήσω, με τη βοήθεια του Θεού. Σήμερα «να είσαι ο εαυτός σου» είναι ό,τι ακούμε ως πρόταση. Καλός ή κακός εαυτός δεν έχει σημασία. Αρκεί να είσαι εσύ, το εγώ σου καλά. Αυτός ο δρόμος είναι σχοινοβασία κόλασης, διότι η αποθέωση του εγώ γίνεται αυτοθέωση. Ο μετανεωτερικός πολιτισμός που διαγράφει τον Θεό ως κριτήριο και ως κέντρο της ζωής και της ύπαρξης, που δεν θέλει τον άνθρωπο να είναι σχεσιακό ον αλλά εξουσιαστικό, βάζει τις βάσεις για έναν κόσμο ταραγμένο, για έναν άνθρωπο που δεν σέβεται, αλλά ζητά να τον σέβονται, μία ύπαρξη που δεν πιστεύει, δεν ελπίζει, δεν προσδοκά ανάσταση, αλλά ακολουθεί το μηδέν. Πώς να δεχτεί αυτός ο άνθρωπος την μεταθανάτια κόλαση, αφού δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι τη ζει ήδη στη ζωή αυτή; Πώς να αντισταθεί στο κακό, όταν αυτό τον ευχαριστεί;  

Δύσκολος ο δρόμος. Στην Εκκλησία χρειάζεται να ξαναβρούμε την αγάπη ως κέντρο της ύπαρξής μας, να ξανοιχτούμε, να προσευχηθούμε, να δώσουμε χρόνο, να κοινωνήσουμε, να συγχωρήσουμε. Για να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τον Χριστό και να νικήσουμε κάθε κόλαση, είτε πάθους, είτε απόγνωσης, είτε απιστίας, είτε διάρρηξης σχέσεων, είτε εξουσιαστικότητας.  Και ο Χριστός θα συνεχίσει να μας εμφανίζεται στο πρόσωπο του κάθε πλησίον, του ελαχίστου, για να βρούμε μαζί τον Παράδεισο. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Φεβρουαρίου 2026

Των Απόκρεω

2/10/26

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ 

                «Είπε ο αββάς Ισίδωρος: οι μαθητευόμενοι πρέπει να αγαπούν σαν πατέρες τους αληθινά διδασκάλους και να τους φοβούνται σαν άρχοντες. Και μήτε η αγάπη να διώχνει τον φόβο, μήτε ο φόβος να αμαυρώνει την αγάπη» (από το «Γεροντικό»)

                Ερώτημα της ανατροφής των παιδιών καίριο στις μέρες μας, ερώτημα και της παιδείας: να υπάρχει ο φόβος, είτε του προσώπου είτε της τιμωρίας στους κανόνες ή όλα να είναι η επιείκεια που ταυτίζεται με την αγάπη; Ο πολιτισμός μας έφτασε  διά του δικαιωματισμού και της θεοποίησης του «εγώ» στην κατάσταση να μην θέλει να επιβάλλεται στα παιδιά καμία τιμωρία, καθώς τόσο η ανατροφή όσο και η εκπαίδευσή τους θεωρείται ότι κινείται στην προοπτική της αυταρχικότητας όταν επιβάλλει ή προκαλεί φόβο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε στο ότι «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», ούτε στην «παιδαγωγική της τιμωρίας», αλλά θέλουμε έναν κόσμο παιδοκεντρικό από την μία και ένα σχολείο  μαθητοκεντρικό από την άλλη. Τα παιδιά είναι σοφά, είναι καλά, είναι αγνά, διδάσκονται από τη φύση να βγάζουν τον καλό τους εαυτό κι έτσι οποιαδήποτε παιδαγωγία του φόβου ακυρώνει την καρδιά τους.

                Θα ήταν όμορφη αυτή η πραγματικότητα αν ήταν αληθινή. Δεν πιστεύουμε ότι τα παιδιά γεννιούνται με ροπή προς το κακό. Χρήζουν όμως εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να αποκτούν σταδιακά επίγνωση ότι μάς δόθηκε η ελευθερία να επιλέγουμε οδό πλατειά, που είναι το θέλημά μας, ή οδό στενή, που είναι ο δρόμος της αυθυπέρβασης, το μοίρασμα, η ανοχή, η τήρηση των εντολών του Θεού που περνά μέσα από τον αγώνα της αρετής. Η ελευθερία όμως δεν μπορεί να χωριστεί από την αλήθεια. Όταν κάνουμε ό,τι θέλουμε, όταν έχουμε όλα τα δικαιώματα εξ αρχής, χωρίς να τα συνδυάζουμε με καθήκοντα και υποχρεώσεις, ή, καλύτερα, χωρίς να μπορούμε να αισθανόμαστε ότι η οδός της αγάπης για την οποία είμαστε πλασμένοι, θέλει νίκη κατά του «εγώ», άρα κόπο, τότε η ψυχή μας αμαυρώνεται και η συνύπαρξή μας δεν προχωρά στην προοπτική του  «εμείς».

                Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μάς υπενθυμίζει ότι η πατρότητα θέλει και φόβο και αγάπη. Η αγάπη είναι η πρόταξη της αλήθειας από όσους είναι μεγαλύτεροι, από όσους έχουν την πείρα της ζωής, αλλά και τη δυνατότητα να δείξουν με την ισχύ που έτσι κι αλλιώς κατέχουν λόγω της θέσης και της ιδιότητάς τους, ότι ο δρόμος θέλει αυτοκριτική, θέλει μέθοδο, θέλει διόρθωση, κάποτε και με συνέπειες για τα λάθη. Ο φόβος όμως δεν είναι αποτέλεσμα αυταρχισμού. Το να είσαι άρχοντας, σημαίνει ότι υπάρχει ιεραρχία, η οποία προϋποθέτει τον σεβασμό στο αξίωμά σου. Το ίδιο και ο πατέρας είναι άρχοντας, όχι για να καλοπερνά, αλλά για να θυσιάζεται γι’ αυτούς που αγαπά, να δείχνει το παράδειγμα. Να οδηγεί στην αλήθεια, επιμένοντας σ’ αυτή. Ο φόβος δεν αμαυρώνει την αγάπη, διότι αυτός που σέβεται και ακούει, δεν κινείται από το κίνητρο της αποφυγής της τιμωρίας, της κόλασης, αλλά από την εμπιστοσύνη στον λόγο του άλλου και από την πεποίθηση ότι δεν θα προοδεύσει αληθινά, δεν θα μάθει, αν δεν υπακούσει.

                Για την Εκκλησία γονέας και δάσκαλος είναι στην ίδια πορεία. Πρόσωπα αναφοράς, που βοηθούν τους νεώτερους να βρούνε πορεία γνήσια, αξιοποιώντας τα χαρίσματά τους, χωρίς να καταπιέζουν τον εαυτό τους, αλλά με επίγνωση ότι σοφία και νόημα βρίσκει όποιος έχει πνεύμα αληθινής μαθητείας, εμπιστοσύνης, αγάπης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 11 Φεβρουαρίου 2026

2/7/26

ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

“ Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.  καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας.  καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον” (Λουκ. 15, 11-12)  
“Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. ῾Ο μικρότερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα του· “πατέρα, δῶσε μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία”. 

    Δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, Κυριακή του ασώτου υιού ή του σπλαχνικού πατέρα ή του σκληρόκαρδου αδελφού. Η παραβολή συγκλονιστική και μοναδική. Οι λεπτομέρειες δείχνουν την αγάπη του Θεού- Πατέρα και τον απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου. Από την αρχή ακόμη, όταν στο σπίτι του Πατέρα βρίσκονται και τα δύο αδέλφια, διαπιστώνουμε την εν ελευθερία αγάπη. Ο μικρότερος γιος βλέπει τη σχέση με τον Πατέρα ως σχέση συναλλαγής και συμφέροντος. Μένει κοντά Του ωσότου έρθει η στιγμή που μπορεί να διεκδικήσει το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί. Και ο λόγος του όχι λόγος παιδιού προς τον Πατέρα, αλλά ίσου προς ίσον: “δός μοι”, λέει ο μικρότερος γιος. Όχι “σε παρακαλώ, θα μπορούσες να μου δώσεις;”, όχι ευγένεια, όχι σεβασμός, αλλά ξεκάθαρη απαίτηση. Δεν είναι το θάρρος ενός παιδιού που μιλά με τον πατέρα του, αλλά το θράσος ενός συναλλασσόμενου που απαιτεί το μερίδιό του. “Το επιβάλλον μέρος”, “το μερίδιο που σου επιβάλλεται από τον νόμο να μου δώσεις, διότι μου αναλογεί”. Γνωρίζει ο υιός ότι ο πατέρας προφανώς έχει επίγνωση τού τι ορίζει ο νόμος για την κληρονομιά. Γνωρίζει ο υιός ότι είναι στη δικαιοδοσία του πατέρα ο χρόνος της διανομής, όπως επίσης και το ότι η τελική απόφαση για το ποσοστό της περιουσίας είναι δική του. Αυτό δεν τον εμποδίζει με θρασύτητα να απαιτεί το μερίδιο και να  επισημαίνει την υποχρέωση του πατέρα να του το δώσει, χωρίς να  σκέφτεται τη λογοδοσία για το τι θα κάνει αυτό που θα του δοθεί. “Της ουσίας”, της περιουσίας. Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται μόνο τα υλικά αγαθά, δεν νοιάζεται ο υιός για την περιουσία της αγάπης, των συναισθημάτων, του κόπου για την ανατροφή. Δεν νοιάζεται ο υιός για τον κόπο του πατέρα να συγκεντρώσει την περιουσία, για το ότι ο υιός δεν εργάστηκε γι’ αυτήν, μόνο τη ζητά. Ένας άνθρωπος με νέκρωση ψυχής, αγνωμοσύνη, αναισθησία, θράσος, απαίτηση. 
    Το μόνο που συνδέει τον υιό με τον πατέρα είναι η λέξη “πάτερ”. Μπορεί η σκέψη του να μην έχει επίγνωση αγάπης, ευγνωμοσύνης και σεβασμού, όμως κρατά στην καρδιά του ότι είναι υιός και έχει πατέρα. Η συγγένεια της κατά φύσιν σχέσης, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα του. Και παρότι στην μακρινή χώρα θα λησμονήσει τα πάντα σε σχέση με το σπίτι του, όταν έρθει η ώρα της απόλυτης πτώχευσης, υλικής και ψυχικής, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” θα τον κάνει να έλθει στα σύγκαλά του και να επιστρέψει. Θα γυρίσει με την προοπτική τού να γίνει υπηρέτης και μισθωτός του πατέρα του, αλλά θα ξαναλάβει την υιότητα. Γιατί αυτή είναι η αγάπη του Πατέρα. Προσμένει και δέχεται την μετάνοια και την επιστροφή του ασώτου υιού και του ξαναδίνει την ιδιότητα του υιού, επειδή είναι ο Ίδιος Πατέρας που αγαπά.
    Αντίθετα, ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής, ο οποίος κρατά το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας που του αναλογούσε, θυμώνει, μιλά σκληρά, αλλά δεν αναγνωρίζει τον Πατέρα του ως πατέρα. Τον θεωρεί πατέρα μόνο του νεώτερου υιού, ο οποίος, μάλιστα, τον εξευτέλισε κατασπαταλώντας την περιουσία που ο πατέρας τού έδωσε μετά πορνών και εν ασωτία, και όχι δικό του πατέρα. Όταν η σχέση είναι και παραμένει του μισθωτού και του συμφέροντος, τότε ο υιός παύει να είναι υιός. Μόνο που κι εδώ ο Πατέρας θα παραμείνει πατέρας: “τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει”. Και θα του υπενθυμίσει με μια αυστηρή τρυφερότητα ότι έπρεπε να χαρεί διότι ο αδελφός του αναστήθηκε από την νέκρωση της ασωτίας και επέστρεψε στο σπίτι του Πατέρα και στη σχέση μαζί Του, αλλά και στη σχέση με τον αδελφό του.
    Συγκλονιστική όντως η παραβολή. Και μια υπενθύμιση σε όλους μας πρώτον, για τα κίνητρα που έχουμε στη σχέση μας με τον Θεό, για το αν ζούμε την υιότητα της αγάπης, της ευγνωμοσύνης, της εμπιστοσύνης στην πατρότητα και, κυρίως, αν αγαπούμε τους πεπλανημένους, τους αποτυχημένους, τους μετανοούντας ή αν ζητούμε τη σκληρότητα μιας δικαιοσύνης που δεν δίνει δεύτερη ευκαιρία, αλλά απαιτεί την αυστηρότητα των καθαρών, που όμως δεν μπορούν να δούνε όλη την ιστορία: ότι ελεύθερος δεν είναι μόνο όποιος μπορεί να φύγει, αλλά και όποιος μπορεί να επιστρέψει. Ότι τελικά πιστεύουμε σε έναν Θεό Πατέρα που αγαπά και συγχωρεί και σ’ αυτόν τον τρόπο μάς καλεί στο σπίτι Του και σπίτι μας που είναι η Εκκλησία: στο να αγαπούμε και να συγχωρούμε και να χαιρόμαστε  για κάθε έναν που επιστρέφει. Μόνο έτσι θα μπορούμε να δούμε και τις δικές μας υστερήσεις και τα δικά μας λάθη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
8 Φεβρουαρίου 2026
Του Ασώτου υιού

2/3/26

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

               

 Ένα νέο μάθημα εισάγεται στα σχολεία από τη νέα σχολική χρονιά. Σε εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες ορίζουν ότι για όσους μαθητές υφίσταται δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, η ελληνική πολιτεία οφείλει να παρέχει ένα μάθημα Ηθικής, ετοιμάστηκε ένα πρόγραμμα σπουδών και το μάθημα πλέον θα διδάσκεται από την Τρίτη Δημοτικού έως και την Τρίτη Λυκείου.

                Φιλοδοξία του προγράμματος σπουδών είναι το μάθημα να ανταποκρίνεται στην πολυπολιτισμικότητα των καιρών, που απαιτεί σεβασμό και στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και στην αθεΐα, όπως επίσης και να μην μείνουν αναπάντητα, τουλάχιστον σε επίπεδο Ηθικής Φιλοσοφίας, ερωτήματα για τις σχέσεις πνεύματος και ύλης, ψυχής και σώματος, αλλά και για την ίδια τη φύση της ανθρώπινης σκέψης και πράξης. Παράλληλα, ο ρόλος και οι ποικίλες μορφές τέχνης, από τα παραδοσιακά θεμέλια της έννοιας του ωραίου, αλλά και την έκφραση του ιερού και της θρησκευτικής πίστης που λειτουργούν κανονιστικά, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ερμηνείας και επαναπροσδιορισμού τους στις σύγχρονες συνθήκες. Γι’ αυτό φιλοδοξία του νέου μαθήματος είναι να βοηθήσει όσους το παρακολουθήσουν, να μάθουν στο να χειρίζονται ηθικά διλήμματα και ηθικά προβλήματα που εμφανίζονται στον δημόσιο χώρο και στην προσωπική ζωή, κυρίως όμως να μάθουν να ακούνε την άλλη άποψη, χωρίς να ταυτίζουν την Ηθική με τον ηθικισμό. Έτσι, στο σχολείο θα επανέλθει, σε εκτεταμένη μορφή, το μάθημα της Φιλοσοφίας, που παλαιότερα διδασκόταν στην Τρίτη Λυκείου, ενώ σήμερα μόνο όσοι ακολουθούν τη Θεωρητική κατεύθυνση έρχονται, έστω και αποσπασματικά, σε σε επαφή με τον φιλοσοφικό λόγο των αρχαίων Ελλήνων.

                Καλοπροαίρετα ερωτήματα ανακύπτουν από τα παραπάνω: το πρώτο είναι ποιοι θα διδάξουν αυτό το μάθημα; Στην πραγματικότητα δύο είναι οι κατηγορίες των εκπαιδευτικών που έχουν γνώσεις τέτοιους είδους: οι θεολόγοι, οι οποίοι στο Πανεπιστήμιο, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, καταρτίζονται υποχρεωτικά  στον διάλογο με τη Φιλοσοφία και τα ηθικά ρεύματα, ακριβώς λόγω της ηθικής διάστασης της χριστιανικής πίστης και παράδοσης, και οι απόφοιτοι του τμήματος Φιλοσοφίας των Φιλοσοφικών σχολών, οι οποίοι όμως διορίζονται ως φιλόλογοι γενικά, μαζί με τους πτυχιούχους των τμημάτων Φιλολογίας και Ιστορίας- Αρχαιολογίας, οι οποίοι έχουν τη Φιλοσοφία συνήθως ως επιλεγόμενο μάθημα ή διδάσκονται τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη κυρίως από φιλολογικής πλευράς.

Το ερώτημα γίνεται μάλλον αναπάντητο για το Δημοτικό Σχολείο, εκεί όπου οι περισσότεροι δάσκαλοι δεν έχουν κάνει καν Διδακτική των Θρησκευτικών στις Παιδαγωγικές Σχολές, και θα κληθούν τώρα να διδάξουν ένα μάθημα τελείως άγνωστο σ’ αυτούς. Είναι πιθανόν λοιπόν, όπως στα περισσότερα Δημοτικά δεν διδάσκεται στην πράξη το μάθημα των Θρησκευτικών, έτσι και το μάθημα της Ηθικής να παραμείνει μεταρρύθμιση στα χαρτιά.

Προκύπτει όμως και ένα ερώτημα από το περιεχόμενο του μαθήματος, στο οποίο, προς τιμήν της πολιτείας, περιλαμβάνονται ενότητες με θέμα «Ηθική και Θρησκείες», όπου εξετάζεται η συμβολή των θρησκειών στην ανάπτυξη ηθικού προβληματισμού και παρουσιάζονται βασικές αρχές τους. Εδώ, επιστημονικά μάλλον μόνο οι θεολόγοι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του μαθήματος.

Θα ήταν σπουδαίο αν η πολιτεία έδινε τη δυνατότητα στους θεολόγους να μπορούν και στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση να βοηθήσουν τη νέα γενιά να αντιληφθεί ότι είναι άλλο οι προσωπικές πεποιθήσεις του καθενός και άλλο η ηθική ανάπτυξη της προσωπικότητας και οι ηθικές αρχές που οφείλουμε να έχουμε. Μόνο έτσι μπορούμε και να συνυπάρξουμε με όσους έχουν άλλη αντίληψη, αλλά και να είμαστε ενημερωμένοι υπεύθυνα και όχι επιφανειακά για το τι πρεσβεύουν οι θρησκείες, και ιδιαιτέρως η ορθόδοξη παράδοση, σε ζητήματα που η επιστημονική πρόοδος θέτει σε επίπεδο ιατρικό, κοινωνικό, οικογενειακό, κυριολεκτικώς ζωής και θανάτου, δηλαδή τα θέματα Βιοηθικής.

Θα ήταν σπουδαίο όμως εξίσου και οι θεολόγοι να συνειδητοποιήσουν ότι στην εποχή μας  η πίστη δεν θα κρατηθεί με νομικά επιχειρήματα, αλλά από καρδιές που αγαπούν, σέβονται, διαλέγονται και προτείνουν εν ελευθερία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 4 Φεβρουαρίου 2026