«Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)
῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα».
Συχνά
στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα
ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο
Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους
Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι
τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21,
31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας
ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι
στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους
ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που
ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον
ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και
στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση
είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.
Είναι
μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από
συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς
μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον
αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται
ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με
την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να
έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη
δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην
θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή.
Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς
μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να
αφεθούμε στη χάρη Του.
Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Ιουνίου 2026
Κυριακή Δ’ Ματθαίου
