6/12/21

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

 


“Τάς μυστικάς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τούς Θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν, τούς μελωδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα μίαν, ἀπαράλλακτον οὐσίαν τε καί Θεότητα, τούς καθαιρέτας Ἀρείου καί ὀρθοδόξων προμάχους, τούς πρεσβεύοντας πάντοτε Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν” (Δοξαστικό στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής των Αγίων Πατέρων)

“Τις μυστικές σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος ας επαινέσουμε σήμερα, τους θεοφόρους Πατέρες (της Α’ Οικουμενικής Συνόδου), αυτούς που μελώδησαν μπροστά σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας το πιο αρμονικό μέλος της θεολογίας, υμνολογώντας τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ως προς την απαράλλακτη ουσία και θεότητά τους (το ομοούσιο της θείας φύσης τους), αυτούς που καθαίρεσαν τον Άρειο και υπερασπίστηκαν τους ορθόδοξους χριστιανούς, αυτούς που πρεσβεύουν πάντοτε στον Κύριο για να ελεήσει τις ψυχές μας”.

 

“Γιορτάζουμε την παρούσα εορτή των Αγίων Πατέρων επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αφού φόρεσε την δική μας σάρκα, την δική μας φύση, έκανε πράξη όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας και αποκαταστάθηκε δίπλα στον πατρικό θρόνο, θέλοντας να δείξουν οι Άγιοι Πατέρες ότι αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος (και όχι φαινομενικά) και μάλιστα τέλειος άνθρωπος κατά πάντα (πλην της αμαρτίας), ότι ανελήφθη ως Θεός και άνθρωπος μαζί και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Θεού εν υψηλοίς, γι’ αυτό και η πρώτη οικουμενική Σύνοδος ομολόγησε και ανεκήρυξε τον Υιό ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα. Έτσι, θεσπίστηκε μετά την γιορτή της Αναλήψεως να εορτάζουμε την μνήμη των Αγίων Πατέρων και της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, ώστε να θυμόμαστε την αλήθεια για τον Χριστό” (από το συναξάριο του Όρθρου της Κυριακής των Αγίων Πατέρων)

Η παράδοση της Εκκλησίας μας χαρακτηρίζει τους Αγίους Πατέρες που συγκρότησαν όλες τις οικουμενικές Συνόδους ως “μυστικές σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος”. Όπως η σάλπιγγα σαλπίζει μουσική θριαμβευτική και παραινετική, έτσι και οι άγιοι Πατέρες σάλπισαν και σαλπίζουν την μουσική της αλήθειας για τον Τριαδικό Θεό, για τον άνθρωπο και τον κόσμο, με τόνο θριαμβευτικό και παραινετικό. Θριαμβευτικό είναι  το μήνυμα της αγάπης του Θεού που έγινε άνθρωπος και νίκησε τον θάνατο, κάνοντας την αρχή για τον καθέναν από εμάς να βιώσει την πίστη, την ελπίδα, την χαρά της ανάστασης. Παραινετικό είναι το μήνυμα της αφύπνισης ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι φαίνεται, ότι η ζωή μας δεν έχει τέλος, αλλά ότι η αγάπη του Θεού είναι τέτοια που μας προεκτείνει στην αιωνιότητα! 

Η σάλπιγγα όμως έχει την δυνατότητα να ηχήσει και σε τόνους χαμηλούς, τόνους λιγότερο χαρούμενους, τόνους πενθηφόρους, όχι όμως για να μην ακουστεί, αλλά για να μας κάνει να προβληματιστούμε. Και ο πενθηφόρος τόνος έχει να κάνει με το ανθρώπινο πείσμα που θέλει τα πάντα να τα ερμηνεύει με την δική του λογική και σκέψη και να αρνείται την παράδοση στην εμπιστοσύνη που το θέλημα του Θεού μας παρέχει και η Εκκλησία μας βοηθά να διακριβώσουμε. Οι Πατέρες σαλπίζουν με μελωδικό και όχι άγαρμπο τρόπο επιστροφή στην Εκκλησία. Μας διδάσκουν ότι το δικό μας λογικό, ο δικός μας τρόπος σκέψης δεν είναι αρκετός, όταν προσπαθεί να εξηγήσει μυστήρια. Και είναι μυστήριο όχι μόνο η αγάπη του Θεού ή ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός κοινωνεί την ζωή και την αλήθεια με τον άνθρωπο, αλλά, κυρίως, ο ίδιος ο Θεός, το ότι είναι Τριαδικός. 

Οι Πατέρες είχαν να αντιμετωπίσουν την μεγαλύτερη πρόκληση που είχε ποτέ μπροστά της η πίστη. Οι ειδωλολάτρες λάτρευαν θεούς που ήταν ψεύτικοι. Λάτρευαν θεούς που ήταν ανώτεροι και κατώτεροι. Στην ειδωλολατρία υπάρχει ιεραρχία. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να εξηγήσουν σε έναν τέτοιο κόσμο το μυστήριο του Τριαδικού Θεού χωρίς να κινδυνεύσουν να σφάλλουν; Ο Άρειος έδωσε την δική του απάντηση. Ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα, δημιούργημα του Θεού, τέλειο μεν, κτίσμα δε. Αυτό θα ανέτρεπε την σωτηρία μας. Και οι Πατέρες, επειδή ήταν σάλπιγγες του Αγίου Πνεύματος, ζούνε την φώτιση και την αποκαλύπτουν εν Συνόδω. Ότι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν σε σχέση ανωτερότητας και κατωτερότητας, αλλά είναι ομοούσια, της ιδίας και απαραλλάκτου ουσίας, επομένως και η φύση τους είναι ίδια και απαράλλακτη, δηλαδή θεϊκή, ωστόσο διαφέρουν ως προς την υπόσταση, δηλαδή είναι διαφορετικά πρόσωπα. Δεν υπάρχει ανωτερότητα, κατωτερότητα, εξουσία. Υπάρχει αγάπη και ελευθερία ανάμεσά τους. Και η διαφορετικότητά τους έχει να κάνει με τις ιδιότητες και την αποστολή τους, όσο η ανθρώπινη σκέψη και γλώσσα μπορεί να διακριβώσει και να διατυπώσει, αλλά πορεύονται σε ενότητα μεταξύ τους και όχι με βάση τον διχασμό και τις συγκρούσεις, αλλά και τα ανθρωποπαθή των ειδωλολατρικών θεών. 

Η σάλπιγγα όμως συνήθως ακούγεται στα πλαίσια της ορχήστρα των οργάνων ή της φιλαρμονικής. Δεν ηχεί μόνη της. Κι αυτό είναι σπουδαίο για τους Αγίους Πατέρες. Ότι μελωδούν εν Εκκλησία, μελωδούν στο σώμα του Χριστού, συναντιούνται με τους άλλους Πατέρες και η αλήθεια τους διατυπώνεται εν τω κοινωνείν. Μορφωμένοι κατά κόσμον και απλοϊκοί, πανεπιστήμονες και αλιείς ανθρώπων, όλοι τους συνυπάρχουν με ταπεινότητα και αγάπη. Δεν μένει ο λόγος τους ατομικός, αυτάρκης, αυτοθεωμένος, όπως ο λόγος του Αρείου και όλων των αιρετικών. Τον καταθέτουν στην Εκκλησία, στην Σύνοδο. Και εκεί γίνεται αποδεκτή η αλήθεια του, με την επιβεβαίωση, την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να μας δώσει την κοινωνία με τον Θεό. Αν δεν γινόταν ένας από εμάς, πώς θα μπορούσαμε οι κτιστοί να κοινωνήσουμε με τον Άκτιστο; Πώς να δούμε με τα μάτια είτε του σώματος ειτε της ψυχής, τα οποία είναι κτιστά, δηλαδή άλλης κατηγορίας, τον Άκτιστο Θεό; Όμως ο Θεός αγαπά. Και γίνεται ένα με μας. Επομένως, τον Χριστό μπορούμε να Τον ζήσουμε σ’ αυτήν την ζωή κοινωνώντας Τον στην Εκκλησία και ως φως άκτιστο εν τη προσευχή μας, αλλά και στην αιωνιότητα καθώς η φύση μας είναι στον ουρανό στο πρόσωπό Του ενωμένη με την θεότητα. Ο καθένας από εμάς λοιπόν μπορεί πλέον να κοινωνήσει τον Τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Χριστού.

Προϋπόθεση για να νιώσουμε την μελωδία των μυστικών σαλπίγγων είναι η ενότητά μας στην Εκκλησία. Να ζούμε με αγάπη, κατανόηση, όχι με αυτάρκεια της δικής σκέψης και με εμπιστοσύνη στο σώμα του Χριστού, στο συνοδικό πολίτευμα. Ο κόσμος εξακολουθεί να πορεύεται με τον τρόπο του Αρείου. Τα πάντα να εξηγούνται με το μυαλό του καθενός. Η μυστική μελωδία της Εκκλησίας δεν τον αγγίζει στην πλειονοψηφία του, διότι αλλότριοι ήχοι τον κάνουν να μένει προσκολλημένος στο σήμερα και στα της παρούσης ζωής. Όμως η σάλπιγγα ηχεί μυστικά για όποιον θέλει να αφουγκραστεί τον ήχο της. Όπως και η αγάπη του Θεού που δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει την χαρά της κοινωνίας μαζί Του να δροσίζει την καρδιά μας και να μας γεμίζει ελπίδα, ότι κανένα κακό, ακόμη και ο θάνατος, δεν μπορεί να μας χωρίσει από τον Θεό που μας δημιούργησε και μας αναδημιούργησε εν Χριστώ!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 13 Ιουνίου 2021

Των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 

6/8/21

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ!


«Η προσευχή ως προς την ενέργειά της είναι σύσταση και διατήρηση του κόσμου και συμφιλίωση με τον Θεό» (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Παρατηρούμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε και διαπιστώνουμε ότι καλού- μαστε να προσαρμοστούμε σ’  αυτόν, για να προχωρή- σουμε. Αν δεν το θελήσουμε, ο κόσμος μας αποβάλλει. Αισθανόμαστε μοναξιά. Η πίστη είναι ένα όπλο να αντέξουμε σ’  αυτήν την οδό, καθώς ο χριστιανός έχει την εντύπωση ότι η κλήση του είναι να απορρίψει τον κόσμο στον οποίο ζει και να ακολουθήσει την οδό του κόσμου του Θεού. Το παράδοξο βέβαια είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, όχι για να απορρίψει αυτόν τον κόσμο- πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού είναι δημιούργημά Του-, αλλά για να τον ανανοηματοδοτήσει, να τον καταστήσει «κόσμο», κόσμημα, διώχνοντας την φθορά και τον θάνατο που ελλοχεύει σε κάθε πτυχή του, ακόμη κι αν βαφτίζεται «ζωή».

Κυρίως οι μεγαλύτεροι περνούμε μία παρατεταμένη  εφηβεία εν σχέσει με τον κόσμο. Οι νεώτεροι έχουν αποδεχτεί ότι είναι παιδιά του. Χρησιμοποιούν τα gadget του, ζούνε στο Διαδίκτυο, θεωρούν φυσιολογικό να μην ανήκουν και να μην δένονται σε σχέσεις παραδοσιακές, έχουν αποδεχτεί τα μοντέρνα μηνύματα της διαφορετικότητας, και μένει συνήθως ένας υπόκωφος θυμός που εκφράζεται όταν διαπιστώνουν ότι στον τόπο που ζούνε δεν είναι εύκολο να πετύχουν, να εργαστούν με αξιοπρέπεια, να έχουν προοπτικές, αλλά αυτό δεν το αποδίδουν στο κοσμικό πρότυπο, παρά το προσωποποιούν στους ξένους που έρχονται να πάρουν θέση ανάμεσά τους, «αλλοιώνοντας» μία ομοιογένεια για την οποία στην πράξη κανείς δεν παλεύει. Οι μεγαλύτεροι όμως, ενώ έχουμε προσαρμοστεί και χρησιμοποιούμε τα μέσα του κόσμου εξίσου με τους νεώτερους, γκρινιάζουμε, διαμαρτυρόμαστε, έχουμε οργή και απόρριψη. Φαντασιωνόμαστε ότι το να είμαστε χριστιανοί σημαίνει να απορρίψουμε, να αντισταθούμε στα κοσμικά πρότυπα, για να κρατήσουμε την ταυτότητά μας αδιαλώβητη. Το κοσμικό πρότυπο όμως, το οποίο κληθήκαμε να απορρίψουμε, είναι η αμαρτία και τα παρακλάδια της και όχι ο κόσμος συνολικά, ούτε καν ο πολιτισμός μας, καθώς ο χρόνος που μας δόθηκε από τον Θεό είναι στο νυν του και δεν θα σωθούμε σε ένα φαντασιακό χθες.

Η παράδοση της Εκκλησίας μας ζητά από εμάς να επανασυστήσουμε τον κόσμο στον αληθινό του προορισμό, που είναι η βασιλεία του Θεού. Κι αυτό μπορεί να γίνει μέσω της προσευχής. Η προσευχή έχει τρεις διαστάσεις που δείχνουν γιατί υπάρχουμε. Η πρώτη είναι η ευχαριστία στον Θεό για το ότι ζούμε, για όσα ζούμε, καλά και δυσάρεστα, για όσους μας έχει φέρει στην ζωή μας, κυρίως όμως για το ότι μας αγαπά. Η δεύτερη είναι η εξομολόγηση των αμαρτιών μας, τις οποίες σήμερα τις έχουμε θέσει στο περιθώριο ως δήθεν ενοχές του χθες. Η εξομολόγηση δείχνει ότι παλεύουμε να δούμε τα μέτρα μας και ότι ο κόσμος φτιάχνεται από όποιον πορεύεται με ταπείνωση και επίγνωση. Η τρίτη είναι η παράκληση για τους άλλους και, γιατί όχι, για τον εαυτό μας. Μέσα από την προσευχή ερχόμαστε σε κοινωνία αγάπης. Βλέπουμε τι έχουν ανάγκη οι άλλοι και μαζί τους κι εμείς. Και ο κόσμος ξαναφτιάχνεται μέσα από την αγάπη.

Κάθε στιγμή λοιπόν είναι αρχή να συγκροτήσουμε με την προσευχή τον κόσμο, διά της συμφιλίωσης με τον Θεό, της εύρεσης των ορίων μας και της αγάπης.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

              Στο φύλλο της Τετάρτης 9 Ιουνίου 2021

6/5/21

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΦΛΩΜΕΝΟΙ


(ΟΥΧ ΙΚΑΝΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑΝ ΠΟΤΕ ΝΥΞ ΠΟΤΕ ΗΜΕΡΑ)

 «Ὁ τυφλός γεννηθείς ἐν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ ἔλεγεν. Ἆρα ἐγώ δι’ ἁμαρτίας γονέων ἐγεννήθην ἀόμματος; Ἆρα ἐγώ δι’ ἀπιστίαν ἐθνῶν ἐγεννήθην εἰς ἔνδειξιν; Οὐχ ἱκανῶ τοῦ ἐρωτᾶν πότε νύξ πότε ἡμέρα. Οὐκ εὐτονοῦσι μου οἱ πόδες τά τῶν λίθων προσκρούσματα. Οὐ γάρ εἶδον τόν ἥλιον λάμποντα, οὐδέ ἐν εἰκόνι τόν ἐμέ πλαστουργήσαντα. Ἀλλά δέομαί σου, Χριστέ ὁ Θεός, ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμέ καί ἐλέησόν με» (Στιχηρό του Εσπερινού της Κυριακής του Τυφλού σε ήχο δεύτερο)

«Αυτός που γεννήθηκε τυφλός σκεφτόταν και μιλούσε με τον εαυτό του λέγοντας: Άραγε εγώ εξ αιτίας αμαρτιών των γονέων μου γεννήθηκα χωρίς μάτια; Άραγε εγώ εξαιτίας της απιστίας των ειδωλολατρών γεννήθηκα έτσι ώστε να πάρουν ένα σημάδι πίστης; Δεν είμαι ικανός να ρωτήσω πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα. Δεν έχουν την δύναμη τα πόδια μου να αποφύγουν τις συγκρούσεις με τις πέτρες του δρόμου και πέφτω. Δεν είδα ποτέ τον ήλιο να λάμπει, ούτε την όψη Αυτού που με πλαστούργησε (του Θεανθρώπου Χριστού). Σε παρακαλώ λοιπόν, Χριστέ Θεέ μου, κοίταξε, φρόντισε, ελέησέ με». 

          «Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού είναι το τρίτο συνεχόμενο θαύμα το οποίο έχει σχέση με το νερό. Το πρώτο ήταν του παραλύτου, στο οποίο ο Χριστός ακύρωσε την δύναμη του νερού και της κολυμβήθρας της Βηθεσδά, δωρίζοντας την ίαση στον επί τριάντα οκτώ έτη ασθενούντα. Το δεύτερο είναι της Σαμαρείτιδος, στο οποίο ο Χριστός γίνεται το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον ύδωρ. Το τρίτο είναι του τυφλού, στο οποίο ο Χριστός με το σάλιό Του κάνει πηλό και στέλνει τον τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να νιφτεί με το νερό της και να γίνει καλά.

Ο Χριστός κάνει πηλό για να δείξει ότι Αυτός είναι που απ’ αρχής έλαβε πηλό από την γη και έπλασε τον άνθρωπο. Επειδή ο οφθαλμός είναι το κυριότερο στοιχείο του σώματος, ο Χριστός πλάθε τα μάτια που δεν υπήρχαν εκ γενετής στον τυφλό, για να δείξει ότι ο Ίδιος ο Κύριος δημιουργεί κάθε κίνηση που στολίζει την ψυχή και το σώμα, μεταδίδοντάς την στον άνθρωπο. Δεν χρησιμοποίησε νερό, αλλά φτύμα, για να γίνει γνωστό σε όλους ότι η χάρις προήλθε από το στόμα που έφτυσε κάτω και έκανε πηλό. Τον στέλνει να νιφτεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να μη νομίσει κάποιος ότι το χώμα είχε από μόνο του την θαυματουργική δύναμη, ενώ θα είχε έτσι πολλούς μάρτυρες, καθώς μέχρι να φτάσει στην κολυμβήθρα θα έβλεπαν όλοι τα μάτια του τυφλού να είναι χρισμένα με πηλό. Κάποιοι λένε πως όταν νίφτηκε, ο πηλός δεν έφυγε, αλλά μετασχηματίστηκε σε μάτια με την συνέργεια του νερού. Ο τυφλός όμως, μετά το άνοιγμα των ματιών του, έλαβε και την χάρη να έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του. και να ομολογήσει τον Χριστό ιδίως στην βλασφημία των Φαρισαίων ότι δεν τηρεί το Σάββατο. Η υποκρισία τους τούς έκανε να μη χαρούν για το ότι ένας συνάνθρωπός τους βρήκε το φως χάρις στο θαύμα του Χριστού, αλλά να τον κηρύξουν και πάλι αποσυνάγωγο. Οι ασθενείς θεωρούνταν καταραμένοι και ήταν σε απόσταση. Ο ιαθείς τυφλός και πάλι θεωρείται καταραμένος από όσους δεν αγαπούνε τον Θεό αληθινά, αλλά χρησιμοποιούν την πίστη για να αυτοδικαιωθούν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι αναγωγικά ο τυφλός προεικονίζει τα έθνη, τους ειδωλολάτρες, που κι αυτοί τυφλοί είναι. Ο Χριστός έφτυσε κάτω και έκανε πηλό, δίνοντάς τους ένα σημάδι πως πρέπει να τον εμπιστευθούν σε άλλη κατεύθυνση, όχι χρημάτων και αγαθών ή φιλοσοφίας και παθών, αλλά σ’ αυτήν της εμπιστοσύνης και να πορευθούν προς το νερό της κολυμβήθρας, του βαπτίσματος. Και ο λαός των πρώην ειδωλολατρών αποκτά παρρησία, διότι ξέρει ποιος τον έσωσε από την πνευματική τύφλωση, υπερασπίζεται τον Χριστό έναντι των Ιουδαίων αλλά και όλων των αντίθεων και, παρότι θεωρείται περιθωριακός, πιστεύει και δοξάζεται από τον Χριστό, αγιάζει»  (από το υπόμνημα του Συναξαρίου της Κυριακής του Τυφλού στο Πεντηκοστάριο, μετά την έκτη ωδή του κανόνα της ημέρας).

Υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας στις οποίες αισθανόμαστε δυστυχισμένοι. Δοκιμασίες, αποτυχίες, ασθένειες, θάνατος στο περιβάλλον μας και η ζωή μας μοιάζει να είναι πόνος. Το ερώτημα είναι «γιατί;». Κι αυτό το ερώτημα το απευθύνουμε στον Θεό, στον εαυτό μας, σε ανθρώπους που εμπιστευόμαστε. Και απάντηση δύσκολα λαμβάνουμε. Είναι διότι βλέπουμε την ζωή στην προοπτική του χθες και του σήμερα και δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον. Είναι στιγμές στις οποίες δεν μπορούμε και δεν τολμούνε να ρωτήσουμε πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα, διότι η απάντηση δεν θα έχει καμία διαφορά για μας, βυθισμένοι, καθώς είμαστε, στο «γιατί;». Το Ευαγγέλιο όμως , μας δείχνει ότι η απάντηση στο ερώτημά μας δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά πηγάζει από την σχέση μας με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αυτό του Θεανθρώπου Χριστού. Αυτός είναι το φως και η ζωή. Στην σχέση μαζί Του φωτίζονται οι σκιές των αναπάντητων ερωτημάτων, ίσως όχι απόλυτα, διότι τα πάντα κινούνται στην προοπτική της βασιλείας του Θεού, της αιωνιότητας και δεν μένουν παγωμένα στο χθες και στο σήμερα, καθότι στην σχέση μας με τον Χριστό ο χρόνος προεκτείνεται και απλώνεται στο μέλλον. Από το μέλλον λαμβάνουμε απαντήσεις στα «γιατί;»  του σήμερα και του χτες. Αρκεί να υπάρχει η πίστη ως εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που μας στέλνει στο αδιανόητο: να πλύνουμε τα μάτια της απιστίας στο νερό της ζωής που είναι ο Ίδιος, Αυτός που ξεδιψά τον κάθε οδίτη του χρόνου.

Ο ξεδιψασμένος και ορών τυφλός δεν βρίσκει εκκλησία να τον περιμένει. Δεν βρίσκει χαρούμενους ανθρώπους για το θαύμα, αλλά φοβισμένους για την ερμηνεία του. Οι ισχυροί αμφισβητούν την ταυτότητα του πρώην τυφλού. Αμφισβητούν αν είναι από τον Θεό ο ιατρός και θεραπευτής του. Αμφισβητούν τον λόγο του πρώην τυφλού και την μαρτυρία του και τον θεωρούν δαιμονόπληκτο ή αλλοπαρμένο. Η εκκλησία, η κοινότητα στην οποία ο τυφλός ήταν ενταγμένος εκ της καταγωγής και της θρησκείας του, ακόμη και η οικογένειά του, αδυνατούν να δεχτούν την αλήθεια που τους καταθέτει. Και τον κηρύσσουν αποσυνάγωγο. Μόνο ο Χριστός τον αγκαλιάζει και τον ενισχύει και πριν του δώσει το φως του και αφού του το δώσει. Η εκκλησία ως κοινότητα υπάρχει. Το πρόβλημα είναι σε Ποιον Χριστό πιστεύουμε και Ποιον Χριστό είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε. Αυτόν των τύπων, των δικαιωμάτων μας επειδή πιστεύουμε, της δικής μας αίσθησης καθαρότητας ή Αυτόν που γιατρεύει με αγάπη κάθε τυφλό μάτι και ζητά να δει το φως κάθε ψυχή.

Η σιωπή είναι πλέον συνενοχή. Άλλοι έλαβαν τον κλήρο και την μερίδα των θρήσκων ανθρώπων της εποχής του Χριστού, των τυφλωμένων από την βεβαιότητα της αυτάρκειας, της συνήθειας, της εξουσίας. Αυτοί παρέμειναν ασυγκίνητοι στο να ρωτήσουν πότε είναι Χριστός, στο σκοτάδι της νύχτας ή στο φως της ημέρας. Ας αφήσουμε τον Χριστό να ανοίξει τα μάτια της ψυχής μας, της αγάπης, της συμπάθειας, της υπέρβασης κάθε φόβου. Και ας χτίσουμε κοινότητες εν τη Εκκλησία στις οποίες η χαρά και η λύπη του άλλου θα είναι δική μας χαρά και δική μας λύπη, πέρα από τα τυπικά.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 6 Ιουνίου 2021

Κυριακή του Τυφλού

 

 


6/1/21

Ο ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΗΣ


«Δεν μπορούν όλοι να κατακτήσουν το τέλειο, είτε διότι υστερούν στον ζήλο είτε διότι στερούνται δυνάμεως»
(άγιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Συνήθης αιτία μελαγχολίας και φοβίας είναι η τελειομανία. Ο τελειομανής είναι ανικανοποίητος. Δεν χαίρεται για το καλό που πετυχαίνει ή συναντά στην ζωή του, διότι σκέφτεται το επόμενο βήμα ή ότι θα είναι δύσκολο να διατηρήσει την επιτυχία του. Ο τελειομανής δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Θεωρεί πως έχει περισσότερες δυνατότητες από αυτό που δείχνει. Δεν είναι όμως ευχαριστημένος και από τους άλλους. Λειτουργεί στην προοπτική της κριτικής και της κατάκρισης. Οι άλλοι δεν του προσφέρουν αυτό που πιστεύει ότι δικαιούται. Οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του. Συγκρίνοντας τον εαυτό του μ’ αυτούς, νιώθει πάντοτε ότι υπερέχει. Κι ενώ ζει στην προοπτική αυτή, «βαριέται» από την πολλή τελειότητα. Παραδίδει τον εαυτό του στην ακηδία, διότι νιώθει πως δεν έχει κίνητρο να γίνει καλύτερος. Ο τελειομανής βάζει μεγάλους στόχους, διότι θεωρεί πως έχει δυνάμεις να πετύχει αυτό που ονειρεύεται. Ακόμη κι αν η ζωή τού προσφέρει αφορμές αυτογνωσίας και ρεαλισμού, διότι κανείς μας δεν πορεύεται μόνος του, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψιν του το περιβάλλον, τον κόσμο, τον συνάνθρωπο, τις συνθήκες, καθώς ζούμε στην ιστορία και όχι στην φαντασία, ο τελειομανής θεωρεί πως δικαιούται τα όνειρά του να πραγματωθούν. Γι’  αυτό και ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείται.

Ο τελειομανής, ακόμη κι αν καταφέρει πολλά και καλά, εντούτοις θα αισθάνεται αποτυχημένος. Αυτό του γεννά λύπη και τον καθιστά ανήσυχο. Γνώρισμα της ησυχίας είναι η αυτογνωσία και η αίσθηση ότι κακό δεν είναι η ατέλεια, αλλά το να νομίζουμε ότι τις ατέλειές μας μπορούμε να τις θεραπεύσουμε μόνοι μας, χωρίς την χάρη του Θεού. Ο τελειομανής είναι αταπείνωτος. Ενώ μπορεί και πρέπει να εργαστεί όσο καλύτερα μπορεί, διότι είναι κρίμα να χαραμίζουμε τα τάλαντά μας, εντούτοις δεν χρειάζεται να αγωνιούμε για την έκβαση του αγώνα μας. Η θεία χάρις θεραπεύει τα ασθενή και αναπληροί τα ελλείποντα.

Τελειομανία καλλιεργούν συχνά οι γονείς στα παιδιά. Επειδή θέλουν να είναι άψογα εκείνα, ώστε να μην υπόκεινται στην κριτική αυτοί ότι δεν είναι καλοί γονείς ή υπεύθυνοι στην ανατροφή, τα ωθούν στην απραξία, διότι είναι αδύνατον ουσιαστικά ένα παιδί να φτάσει στο μέγεθος της τελειότητας που να το καθιστά υπεράνω κριτικής. Είναι αδύνατον για ένα παιδί να είναι αλάθητο. Έτσι οι μεγαλύτεροι δεν το διδάσκουν να παίρνει δύναμη από τα λάθη του και να ξεκινά από την αρχή, αλλά το αντιμετωπίζουν σαν αποτυχημένο, ότι τους απογοήτευσε, ότι δεν αξίζει την αγάπη τους, ότι είναι λίγο για όσα εκείνοι του προσφέρουν και μπορεί να τους το ανταποδώσει. Αν, μάλιστα, οι γονείς είναι αποτυχημένοι στην δική τους πορεία και ζωή, τότε ή υποκρίνονται πως όλα είναι καλά στα δικά τους, ώστε το παιδί να μην έχει περιθώριο λάθους, ή το σπρώχνουν προς τον κρυφό εγωισμό ότι το ίδιο μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από αυτούς, με αποτέλεσμα να ζει κατά τα μέτρα εκείνων και όχι κατά τα δικά του μέτρα, χάνοντας την ελευθερία του.

Οι δυνατότητες και τα όνειρα λοιπόν πρέπει να συναντούν τα μέτρα μας. Και στις σχέσεις μας ας συγχωρούμε τους άλλους, για να συγχωρέσουμε και τον εαυτό μας, όπως μας συγχωρεί ο Θεός. Κλειδί η αγάπη.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

              στο φύλλο της Τετάρτης 2 Ιουνίου 2021

5/29/21

ΘΕΛΩΝ ΕΛΚΥΣΑΙ ΟΝΤΩΣ ΑΥΤΗΝ



 «Παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, εὑρών ὁ Ἰησοῦς τήν Σαμαρείτιδα, αἰτεῖ ὕδωρ παρ’ αὐτῆς ὁ νέφεσι καλύπτων τήν γῆν. Ὤ τοῦ θαύματος! ὁ τοῖς Χερουβίμ ἐποχούμενος πόρνῃ γυναικί διελέγετο, ὕδωρ αἰτῶν ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν  κρεμάσας, ὕδωρ ζητῶν ὁ πηγάς καί λίμνας ὑδάτων ἐκχέων, θέλων ἑλκύσαι ὄντως αὐτήν, τήν θηρευομένην ὑπό τοῦ πολεμήτορος ἐχθροῦ, καί ποτίσασθαι ὕδωρ ζωῆς, τήν φλεγομένην ἐν ἀτοπήμασι δεινῶς, ὡς μόνος εὔσπλαχνος καί φιλάνθρωπος» (Δοξαστικό των Στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής της Σαμαρείτιδος σε ήχο πλάγιο του δευτέρου)

 «Δίπλα από το πηγάδι του Ιακώβ αφού βρήκε ο Ιησούς την Σαμαρείτιδα, ζητά νερό από αυτήν αυτός που με τα σύννεφα (στα οποία αποθηκεύεται το νερό) καλύπτει την γη. Τι θαυμαστό γεγονός (πόση απορία μας προξενεί το γεγονός)! Αυτός που ταξιδεύει στο άρμα των Χερουβείμ συζητά με μία πόρνη γυναίκα! Ζητά νερό αυτός που έχει κρεμάσει (στερεώσει) την γη πάνω στα νερά. Ζητά νερό εκείνος που μέσα από το δημιουργικό του σχέδιο έχει κάνει να χύνονται από αυτόν πηγές και λίμνες από νερό, θέλοντας να την ελκύσει προς τον ίδιο, εκείνη που την κυνηγούσε ο εχθρός (ο διάβολος) ο οποίος πολεμά τους πάντες, και θέλοντας να την ποτίσει και να την ξεδιψάσει με το νερό που δίνει ζωή, αυτή που καταφλέγεται άσχημα στην αμαρτωλή ζωή, καθώς είναι ο μόνος εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος»


          «Η αγία Φωτεινή ήταν η Σαμαρείτιδα με την οποία ο Κύριος συζήτησε στο φρέαρ Ιακώβ και στην οποία αποκάλυψε όλα όσα εκείνη είχε κάνει στην μέχρι τότε ζωή της. Αλλάζοντας τότε εκείνη τρόπο ζωής, εξήλθε να κηρύξει το μήνυμα της σωτηρίας στην πατρίδα της και έφερε στην πίστη του Χριστού τις τέσσερις αδελφές της και τους δύο γιους της. Μετά το μαρτύριο των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου με τους γιους και τις αδελφές της πήγαν στην Καρθαγένη, όπου κήρυξαν τον Χριστό. Ο αυτοκράτορας του συνέλαβε και τους φυλάκισε. Η αγία Φωτεινή κατάφερε να κάνει χριστιανή την κόρη του αυτοκράτορα και τις υπηρέτριές της, με αποτέλεσμα ο ηγεμόνας να διατάξει, οργισμένος, να ρίξουν τις γυναίκες σε αναμμένη κάμινο. Έμειναν αβλαβείς. Ένας μάγος διατάχθηκε να δώσει σ’ αυτές ισχυρότατα δηλητήρια. Απέτυχε και τότε εκείνος έγινε χριστιανός, παίρνοντας το όνομα Θεόκλητος. Στη συνέχεια, οι αυτοκρατορικοί τύφλωσαν τις αγίες και τις φυλάκισαν επί τρία χρόνια σε υπόγεια φυλακή γεμάτη φίδια. Εκεί εμφανίστηκε ο Χριστός, μαζί με τους αγίους αποστόλους Πέτρο, Παύλο και πλήθος αγίων και αγγέλων και είπε στην Φωτεινή και την συνοδεία της: ‘Ειρήνη υμίν. Χαίρετε πάντοτε, ότι Εγώ μεθ’ ημών ειμί. Aνδρίζεσθε και ενδυναμώνεσθε. Τέλος, ο τύραννος διέταξε και έγδαραν την αγία Φωτεινή, τις αδελφές της, τους γιους της, και να δέσουν την αγία στις κορυφές δύο δέντρων που τις λύγισαν και όταν επανήλθαν στην θέση τους, την έσκισαν στα δύο. Η αγία Φωτεινή και όλοι οι μάρτυρες γιορτάζουν κάθε χρόνο στις 26 Φεβρουαρίου» («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος έκτος)

Η συνάντηση του Χριστού με την Σαμαρείτιδα είναι από αυτές που χαρακτηρίζουμε συναντήσεις μίας στιγμής που γίνεται μία ζωή. Ένας λόγος είναι αρκετός για να γεννηθεί μία αγάπη που κρατά για πάντα. Ο Χριστός ήθελε να την ελκύσει, να την τραβήξει προς αυτόν, όχι με την ανθρώπινη διάθεση, αλλά με αυτή που οδηγεί τον καθέναν μας στην σχέση που κρατά μία αιωνιότητα. Και είναι χαρακτηριστικά της αγάπης του Θεού αυτά με τα οποία ο Κύριος εκφράζεται. Ο κουρασμένος από την οδοιπορία και την ζέστη έχει ανάγκη από λίγο νερό. Η αγάπη όμως που λαμβάνει από αυτόν ή αυτή που προσφέρει το νερό είναι η αρχή για να χτιστεί μια σχέση που αγγίζει τα κατάβαθα της ύπαρξης. Στοιχεία αυτής της σχέσης ο λόγος, η αλήθεια, το νόημα της ζωής. Κι αυτά δεν είναι θεωρία, αλλά κοινωνία ζώντων προσώπων.

«Δος μου να πιώ», της λέει ο Χριστός. Δεν ήταν το αίτημα μόνο. Ήταν το ότι μιλά ένας άνδρας σε μία γυναίκα που δεν την γνωρίζει και δεν είναι συγγενής του. Είναι το ότι μιλά ο Ιουδαίος στην Σαμαρείτιδα, την αλλοεθνή και αλλόπιστη, ενώ οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες δεν είχαν καμία επαφή. Είναι το ότι ο Θεός μιλά σε έναν άνθρωπο που ηθικά δεν θα άξιζε να του μιλήσει, κατά την γνώμη των πολλών και όχι άδικα, καθότι η Σαμαρείτιδα χαρακτηρίζεται από τον υμνογράφο ως «πόρνη». Ο λόγος όμως είναι γιατρικό. Είναι άνοιγμα καρδιάς και ύπαρξης στον πλησίον, στον κάθε πλησίον. Ζούμε σε μία εποχή κλειστότητας. Ο μοναδικός λόγος που εκφέρουμε σχετικά άνετα είναι στο Διαδίκτυο, κυρίως στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αποφεύγουμε να χαιρετίσουμε ακόμη και ανθρώπους που βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και στην εκκλησία. Δεν μιλάμε οι άνθρωποι. Φοβόμαστε, ντρεπόμαστε, δεν έχουμε συνηθίσει, δεν νιώθουμε την αξία του λόγου; Πάντως ο Χριστός μας δείχνει ότι δεν υπάρχει κάποιος που να μην αξίζει να του μιλήσουμε. Κι εδώ είναι η ουσία. Ο λόγος είναι αγάπη και μπορεί να γίνει αγάπη. Αρκεί να πηγάζει από μία καρδιά που αγαπά. Ο λόγος του Θεού, ο λόγος που πηγάζει από τον μονογενή υιό και Λόγο του Θεού είναι το παράδειγμα για όλους μας. Να μιλάμε όχι μόνο σε αυτούς που γνωρίζουμε ή σε αυτούς από τους οποίους περιμένουμε κάτι. Να μιλάμε σε όσους μπορούμε, από έναν απλό χαιρετισμό μέχρι κουβέντα ύπαρξης.

«Αλήθεια είπες ότι δεν έχεις άντρα. Διότι πέντε άντρες είχες κι αυτός μες τον οποίο κατοικείς δεν είναι άντρας σου», της λέει ο Χριστός. Είναι σπουδαίο να μιλούμε τον λόγο της αλήθειας τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για τους άλλους και προς τους άλλους. Μπορεί οι άνθρωποι «να είναι θεριά και να μην αντέχουν την αλήθεια», όπως λέει ο ποιητής, όμως αυτή είναι που σώζει, γιατί ελευθερώνει. Ζούμε σε μία εποχή politically correct, σε μία εποχή στην οποία η αλήθεια θεωρείται προσβολή. Στρογγυλεύουμε τα λόγια μας, ενώ γνωρίζουμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Από την άλλη, ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία πολλοί από εμάς νομίζουμε ότι κατέχουμε την αλήθεια εξ αποκαλύψεως. Έχουμε θεοποιήσει τον εαυτό μας. Διαβάζουμε «πλίθους και κεράμους ατάκτως ερριμένους» και έχουμε στερέψει από ταπείνωση. Δεν αποδεχόμαστε την γνώμη κανενός που όντως γνωρίζει περισσότερα από εμάς. Υποπτευόμαστε τους πάντες και τα πάντα. Έτσι, η αλήθεια στις μέρες συνθλίβεται στις συμπληγάδες της άγνοιας και του δήθεν. Ο Χριστός όμως μάς δείχνει ότι με επίγνωση μπορούμε να πούμε αυτό που βλέπουμε, ζούμε, νιώθουμε, χωρίς όμως να πατούμε τον άλλον και όντας έτοιμοι να αποδεχτούμε ό,τι μας γιατρεύει.

«Θα σου δώσω ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον», λέει ο Χριστός στην Σαμαρείτιδα. Γιατί «εγώ ειμί ο Μεσσίας, ο λαλών σοι». Πόσες φορές δεν νικηθήκαμε από την ανάγκη να έχουμε ιδέες και εμπειρίες στην ζωή μας, με αποτέλεσμα να νομίζουμε ότι ευτυχία είναι τα αγαθά, η υγεία, οι ωραίες σκέψεις, η εξουσία, η φυγή, η αλλαγή. Η ευτυχία όμως είναι όταν έχεις νόημα. Και το νόημα δεν μπορεί να είναι άλλο από την αγάπη, την δυνατότητα δηλαδή να χτίζουμε σχέσεις που θα στηρίζονται στην ειλικρίνεια και την προσφορά και όχι στην ηδονή της στιγμής. Το νόημα δεν μπορεί να είναι άλλο από την πίστη στην ανάσταση, ότι δεν πλαστήκαμε για να ηττηθούμε από τον θάνατο, αλλά ότι μας περιμένει η αιωνιότητα. Αγάπη κι ανάσταση είναι ο Χριστός. Αυτός είναι το νόημα. Κι Αυτόν συναντούμε στο πρόσωπο του κάθε άλλου. Αυτός γιατρεύει τις δικές μας πληγές. Αυτός μας κάνει να μην νικιόμαστε από τον πόνο που μας προκαλούνε. Διότι τα ατοπήματα θα παραμένουν δεινώς στην ζωή μας, αφού λυγίζουμε στο εγώ και τις απαιτήσεις του, στον κόσμο που μας παρασύρει στα δικά του πηγάδια. Όμως χρειάζεται ανδρεία, απόφαση και καινούργια αρχή.

Η Σαμαρείτιδα μας δείχνει έναν σπουδαίο δρόμο. Ότι αν ελκυστείς στον Χριστό, δεν μπορείς την χαρά να την κρατήσεις για σένα. Αυτό είναι η Εκκλησία. Λόγος, αλήθεια, νόημα που μοιράζονται σε όλους. Ας αναρωτηθούμε γιατί παραμένουμε απλώς θρήσκοι, όταν στα χέρια μας έχουμε τον θησαυρό του Χριστού, της συνάντησης, της ζωής αιωνίου.

Χριστός Ανέστη!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 30 Μαΐου 2021

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

 

5/25/21

ΓΙΑΤΙ ΤΑΡΑΖΟΜΑΣΤΕ;


«Αρχή της ησυχίας είναι το να αποκρούει κανείς τους χτύπους των δαιμόνων, διότι του ταράζουν τον βυθό της καρδιάς. Τέλος της ησυχίας είναι το να μην φοβάται τους θορύβους, αλλά να είναι απαθής έναντί τους»
(άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

Η ταραχή είναι σύνηθες φαινόμενο στην ζωή μας. Ο ατάραχος άνθρωπος άλλωστε  αντιμετωπίζεται ως αναίσθητος, αδιάφορος, κλεισμένος στον εαυτό του. Αντίθετα, αυτός που ταράζεται, δείχνει ότι έχει συναισθήματα. Είναι άνθρωπος που ζει και παλεύει, ακόμη κι αν η ταραχή τον δυσκολεύει. Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα: από τι ταραζόμαστε;

Για την ασκητική παράδοση της πίστης αιτία της ταραχής είναι οι λογισμοί μας. Αυτοί πηγάζουν από την στάση των άλλων έναντί μας, από την αμφιβολία  και το άγχος μας για το μέλλον, από τους φόβους και τις φοβίες, από το ότι ζητάμε το δίκιο μας και δεν το βρίσκουμε, από την αμφισβήτηση που βιώνουμε, όπως επίσης και από το γεγονός ότι δεν μπορούμε να βρούμε χαρά και νόημα στην ζωή μας. Ο διάβολος βρίσκει αφορμές να μας ταράξει. Μας υπενθυμίζει τι δεν έχουμε ή τι θα θέλαμε να πετύχουμε και δεν μπορούμε. Μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο μας και να αγωνιούμε. Μας κάνει να θέλουμε να έχουμε ως κριτήριο τον εαυτό μας και την προσωπική μας γνώμη. Να μην στηριζόμαστε σε εκείνους που μας αγαπούνε, ιδίως στην Εκκλησία, αλλά να βλέπουμε τα πράγματα με βάση το τι ο νους μας μάς υποδεικνύει, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να βρούμε ησυχία.

Ο λογισμός μάς κάνει να λειτουργούμε με προκατάληψη. Κατασκευάζουμε σενάρια στο μυαλό μας. Θέλουμε τον χρόνο μας γεμάτο και δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να πορεύεται με την ησυχία της εμπιστοσύνης στον Θεό και το θέλημά Του. Την ησυχία της προσευχής και του νοιαξίματος για τους άλλους που γίνεται «συγγνώμη». Όταν το κλειδί είναι το «εγώ» μας, εμείς πώς αισθανόμαστε, εμείς τι πιστεύουμε, πώς να ακούσουμε τους άλλους; Πώς να διακρίνουμε τι μας λένε και τι θα ήθελαν να μας πούνε; Πώς να λειτουργήσει η αγάπη; Ποια στοιχεία από όσα βλέπουμε και ακούμε είναι αληθινά και ποια μας παγιδεύουν σε ατέλειωτα παιχνίδια γκρίνιας, φόβου, τελικά ταραχής; Γιατί να είμαστε μονίμως σε άμυνα, αντιμετωπίζοντας τους άλλους ως εχθρούς; Ακόμη κι αν εκείνοι έτσι νιώθουν, μήπως θα άξιζε ένα χαμόγελο, μια καλή κουβέντα, μια ήρεμη προσέγγιση, ένα ερώτημα «τι σε στενοχωρεί σε μένα;», διατυπωμένο με υπομονή, μία ερώτηση στον πνευματικό μας, πολλή προσευχή ως αντίδοτο σε κάθε ταραχή;  

Η εποχή μας είναι γεμάτη από θορύβους. Όποιος φωνάξει περισσότερο, όποιος κινδυνολογήσει περισσότερο, όποιος βρει περισσότερο κακό σε κάθε περίσταση, αισθάνεται ευχαριστημένος διότι δήθεν δεν είναι αφελής ούτε υποταγμένος στα συμφέροντα που κυβερνούν τον κόσμο. Ο αληθινά πνευματικός άνθρωπος όμως εμπιστεύεται τον Χριστό, που αφέθηκε στην κακία του κόσμου, αλλά την νίκησε με την αγάπη και την ανάσταση. Ο αληθινά πνευματικός άνθρωπος κρίνει, αλλά δεν κατακρίνει. Μένει απαθής στους θορύβους, διότι γνωρίζει πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Εμπιστεύεται την Εκκλησία, ακόμη και στα λάθη και στις ολιγωρίες των ανθρώπων της, γνωρίζοντας πως η υπακοή σώζει. Και παλεύει πνευματικά ώστε και στις σχέσεις του με τους άλλους να επικρατήσει η αλήθεια που δίνει ησυχία στην καρδιά, ότι του Κυρίου εσμέν.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

               στο φύλλο της Τετάρτης 26 Μαΐου 2021

5/22/21

ΙΑΤΡΟΙΣ ΚΑΤΗΝΑΛΩΣΑ ΤΟΝ ΑΠΑΝΤΑ ΜΟΥ ΒΙΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΥΣ ΤΥΧΕΙΝ ΟΥΚ ΗΞΙΩΘΗΝ


«Ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἰεροσόλυμα ἐπί τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, τῇ λεγομένῃ κατά Ἰουδαίους Βηθεσδᾶ, πέντε στοάς ἐχούσῃ. Ἐν ταύταις γάρ κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων. Ἄγγελος γάρ τοῦ Θεοῦ κατά καιρόν ἐπιφοιτῶν διετάραττεν αὐτήν καί ῥῶσιν ἐχαρίζετο τοῖς προσιοῦσιν ἐν πίστει. Καί ἰδών ὁ Κύριος χρονιοῦντα ἄνθρωπον λέγει πρός αὐτόν: θέλεις ὑγιής γενέσθαι; ὁ ἀσθενών ἀπεκρίνατο: Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν. Ἰατροῖς κατηνάλωσα τόν ἅπαντά μου βίον καί ἐλέους τυχεῖν οὐκ ἠξιώθην. Ἀλλ’ ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων λέγει πρός αὐτόν: ἆρον σου τόν κράββατον καί περιπάτει, κηρύττων μου τήν δύναμιν καί τό μέγα ἔλεος ἐν τοῖς πέρασιν»
 (Δοξαστικό των στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής του Παραλύτου σε ήχο πλάγιο του πρώτου).

«Ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα στην προβατική κολυμβήθρα, η οποία σύμφωνα με τους Ιουδαίους ονομαζόταν Βηθεσδά και είχε πέντε στοές. Σ’ αυτές ήταν κατάκοιτοι πολλοί άνθρωποι που ήταν ασθενείς. Διότι κατά καιρούς κατέβαινε από τον ουρανό ένας άγγελος του Θεού και τάραζε το νερό της κολυμβήθρας και χάριζε υγεία σε όσους προσέρχονταν με πίστη. Και βλέποντας ο Κύριος έναν άνθρωπο που είχε πολλά χρόνια εκεί, του λέει: θέλεις να γίνεις υγιής; και ο άρρωστος του αποκρίθηκε: Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, ώστε όταν ταραχθεί το νερό να με βάλει στην κολυμβήθρα. Ξόδεψα όλη μου την περιουσία στους γιατρούς και δεν αξιώθηκα να ελεηθώ. Αλλά ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων του λέει: πάρε στους ώμους σου το κρεβάτι σου και περπάτα, και διακήρυξε την δύναμή μου και το μέγα έλεος που ήρθα να δώσω στους ανθρώπους στα πέρατα της γης».

        «Εορτάζουμε το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου της Βηθεσδά κατά τον καιρό της πασχάλιας περιόδου διότι ο Χριστός το πραγματοποίησε κατά την περίοδο της εβραϊκής Πεντηκοστής. Ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα κατ’ αυτή την περίοδο και πέρασε από την προβατική κολυμβήθρα, που είχε χτιστεί από τον βασιλιά Σολομώντα. Την ονόμαζαν έτσι επειδή όταν έσφαζαν τα πρόβατα στον ναό για θυσία, εκεί έπλεναν τα εντόσθιά τους. Ο παράλυτος της Βηθεσδά επί τριανταοκτώ έτη περίμενε την θεραπεία από τον άγγελο που μία φορά τον χρόνο τάραζε το νερό, για να γίνει όποιος πέσει στην κολυμβήθρα πρώτος καλά. Ο παράλυτος ονομαζόταν Ίαρος. Ο Χριστός τον γιατρεύει την ημέρα του Σαββάτου, προκαλώντας το μίσος και την έχθρα των Ιουδαίων. Για κάποιους ο Ίαρος ήταν αυτός που έδωσε το ράπισμα στον Χριστό όταν δικαζόταν ο Κύριος από τον αρχιερέα Καϊάφα. Αυτό όμως δεν φαίνεται ότι ήταν σωστό. Ο Χριστός όμως του ζητά να προσέξει όχι μόνο την σωματική, αλλά και την πνευματική του υγεία, διότι κάθε ασθένεια δεν έχει να κάνει μόνο με την αμαρτία, αλλά έρχεται και ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας για την αληθινή ζωή» (από το Συναξάριο μετά την έκτη ωδή του Όρθρου της εορτής)

        Όταν ασθενούμε οι άνθρωποι καταφεύγουμε στους γιατρούς, στην ιατρική επιστήμη. Αντιμετωπίζουμε τους γιατρούς ως αυτούς που ξέρουν την αλήθεια για την κατάστασή μας, μπορούν να βρούνε τρόπους να μας επαναφέρουν στην υγεία μας, να αποτρέψουν ή να αναστείλουν τον θάνατο. Ο γιατρός για τον άνθρωπο είναι ένας μικρός σωτήρας. Το ίδιο και τα φάρμακα, τα οποία τα έχουμε ανάγκη ώστε ο οργανισμός μας να έρθει σε ισορροπία και να μπορούμε να ζήσουμε κατά πώς επιθυμούμε.

     Υπάρχουν όμως και ασθένειες στις οποίες οι γιατροί μπορούν να λειτουργήσουν κάπως ανακουφιστικά, αλλά δεν είναι τόσο οι γνώσεις που δεν είναι επαρκείς, όσο η κατάσταση του ασθενούς που δεν επιτρέπει σε κανένα φάρμακο να δράσει αποτελεσματικά και να οδηγήσει στην θεραπεία. Οι γιατροί γνωρίζουν, βλέπουν, προβλέπουν, αλλά αισθάνονται και αυτοί ανίσχυροι μπροστά στην δύναμη της ασθένειας, στην φθορά που αυτή επιφέρει στον άνθρωπο. Σηκώνουν τα χέρια ψηλά και, αν πιστεύουν στον Θεό, αφήνουν τα πάντα στο έλεός Του. Νιώθουν τα μέτρα τους, ότι όσο κι αν επιθυμούν, δεν μπορούν να νικήσουν έναν οργανισμό που καταστρέφεται είτε από μόνος του είτε από τον χρόνο είτε από κάποιον αόρατο εχθρό που λέγεται μικρόβιο ή ιός. Και σπουδάζουν μαζί μ’ αυτόν που πεθαίνει την φθορά της ανθρώπινης φύσης. Και δεν είναι θέμα χρημάτων και κόστους. Είναι το ότι τελικά έναντι της φθοράς και του θανάτου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθούμε. Όσο κι αν μας πονά. Και το ερώτημα ξαναγυρνά στην ζωή που ζούμε. Διότι αυτός είναι ο κοσμικός τρόπος θέασης των πραγμάτων, που μοιάζει μοναδικά ανθρώπινος.

     Για την πίστη μας όμως υπάρχει το «μετά». Είναι σταυρός ο πόνος, η φθορά, η ασθένεια. Είναι μαρτύριο η προσδοκία του θανάτου και το ανίσχυρο του ανθρώπου. Είναι δοσμένο σε όλους μας από τον Θεό το λογικό. Και το λογικό συνδυάζεται με το «άρχειν», δηλαδή με την επιθυμία και την δυνατότητα να βρούμε τρόπους να εξουσιάζουμε επί της φύσεως, αλλά και επί του εαυτού μας. Και όταν διαπιστώνουμε πως όση δύναμη κι αν έχει ο νους μας, όσα κι αν γεννήσει ως προς τις γνώσεις, δεν  μπορεί να εξουσιάσει τη ύπαρξη ώστε να μην πάψει να υφίσταται, ο πόνος είναι ανεκλάλητος. Κι όμως, ενώ υπάρχει το «έλεος του Θεού», το οποίο μας δείχνει πως η αγάπη είναι ο τρόπος, η εμπιστοσύνη στον Θεό που αναστήθηκε και θα μας αναστήσει, ότι η αγάπη είναι ο δρόμος αυτής της ζωής, ότι η αγάπη είναι αυτή που ελεεί την και μετά θάνατον υπάρχουσα ψυχή μας, εντούτοις οι άνθρωποι επιμένουμε να έχουμε τα δικά μας, τα ανθρώπινα, τα κοσμικά μέτρα ως βάση της πορείας μας.

    Τριανταοκτώ χρόνια περίμενε ο παράλυτος της Βηθεσδά. Ξόδεψε την περιουσία του στους γιατρούς, αλλά την φθορά δεν την νίκησε. Έλεος από τον κόσμο δεν βρήκε. Και βρίσκει ίαση σε μία στιγμή, όταν τον συνάντησε ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων. Του δίνει την σωματική γιατρειά. Τον αφήνει να συλλογιστεί την ανάγκη για ίαση όλης της ύπαρξης. Και τον προτρέπει να διακηρύξει το δώρο που έλαβε. Η συνάντηση με τον Χριστό είναι το κλειδί. Αυτός μας ελεεί. Αυτός είναι η ελπίδα μας. Αυτός νικά την τυπολατρία και τα θρησκευτικά συνταγολόγια που δεν επέτρεπαν καμία εργασία το Σάββατο, ούτε την ίαση του ανθρώπου, δείχνοντας την ανάγκη που φτάνει στον παραλογισμό η κάθε εξουσία να ελέγχει και την τελευταία λεπτομέρεια της ζωής του ανθρώπου, ακόμη και το πώς και πότε και με ποιον τρόπο θα γιατρευτεί.  Και ο Χριστός νοιάζεται για τον ιαθέντα. Τον βρίσκει και τον προτρέπει να προσέχει στην ζωή του, για να μην χάσει τελικά την πνευματική του υγεία και παραδοθεί στην αιώνια φθορά.

    Η ίαση του παραλύτου της Βηθεσδά μας δείχνει ότι μπροστά στον αναστάντα Κύριο όσοι πιστεύουμε συνειδητοποιούμε τα όριά μας: χωρίς να αρνούμαστε τα ανθρώπινα μέσα, δεν πιστεύουμε στην σωτηρία εκ της ζωής ταύτης, στην σωτηρία εκ της επιστήμης. Ακούμε, υπακούμε, αλλά δεν απολυτοποιούμε. Μέσα μας γνωρίζουμε ότι το έλεος του Θεού δίνει απαντήσεις και για το κατά και για το μετά της ζωής. Και με εμπιστοσύνη στον Θεό παλεύουμε την ήττα μας από το να ελέγχουμε και να εξουσιάζουμε τα πάντα. Αποδεχόμαστε εν ταπεινώσει τα μέτρα μας. Κοιτούμε τα πάθη και τα λάθη μας. Και με γενναιότητα ψυχής περιμένουμε την συνάντηση με τον Χριστό. Την προγευόμαστε στην Εκκλησία και στα μυστήριά της. Επιλέγουμε όμως η ζωή μας να μην θεοποιεί τα του κόσμου, αλλά να αφήνεται στο έλεος του Θεού. Και δεν λησμονούμε τον ψαλμικό λόγο: «το έλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».

Χριστός Ανέστη!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 23 Μαΐου 2021

              Κυριακή του Παραλύτου