1/15/22

ΤΖΩΡΤΖ ΣΤΑΪΝΕΡ, "Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ"

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 89- ΤΖΩΡΤΖ ΣΤΑΪΝΕΡ, «Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ», μετάφραση Θάνος Σαμαρτζής, εκδόσεις ΔΩΜΑ 

Διαβάσαμε ένα εξαιρετικό βιβλίο, του σπουδαίου στοχαστή Τζωρτζ Στάινερ με τίτλο «Η ιδέα της Ευρώπης» (λιτή και ουσιαστική έκδοση από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ σε μετάφραση Θάνου Σαμαρτζή). Πρόκειται για ομιλία που έκανε ο πρόωρα κοιμηθείς διανοούμενος (1929-2020), αυστροεβραϊκής καταγωγής, ο οποίος έζησε στις ΗΠΑ, γλιτώνοντας από την ναζιστική λαίλαπα. Ο Στάινερ αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους οικουμενικούς στοχαστές των καιρών μας και το βιβλίο αυτό αποτελεί την διάλεξη που πραγματοποίησε καλεσμένος από το ολλανδικό Ινστιτούτο «Nexus» (η λατινική λέξη μεταφράζεται στα ελληνικά ως δεσμός, σύζευξη), το οποίο ασχολείται με τα γράμματα και τον στοχασμό στους καιρούς μας, εκδίδοντας και το ομότιτλο περιοδικό. Εξαιρετική η εισαγωγή του διευθυντή του Ινστιτούτου Nexus Ρομπ Ρήμεν, με θέμα «Η παιδεία σαν πρόσκληση», στην οποία επισημαίνεται ότι η έχουμε ευθύνη να διασώσουμε την ευρωπαϊκή παιδεία ως παιδεία των μεγάλων ανθρωπιστικών ιδεών. Ο Στάινερ έχει δηλώσει ότι «η ανθρωπιστική παιδεία μας κατευθύνει προς την dignitas (αξιοπρέπεια) του ανθρώπινου προσώπου, την επιστροφή στον καλύτερο εαυτό του». Και δάσκαλος, πάλι κατά τον Στάινερ, είναι αυτός που έχει το χάρισμα «να προσκαλεί τους άλλους στην κατανόηση». Ο  Ρήμεν κλείνει την εισαγωγή του εμπνευσμένη από το έργο και τον στοχασμό του Στάινερ, τονίζοντας ότι αυτό που μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή είναι η αγάπη, η φιλία, αλλά και η ομορφιά της τέχνης και επισημαίνει ότι «μια κοινωνία που δεν καλλιεργεί τις μεγάλες ανθρωπιστικές ιδέες, θα καταλήξει, ξανά, στην βία και την αυτοκαταστροφή» (σελ. 19).

Ο Στάινερ έδωσε την διάλεξη για την ιδέα της Ευρώπης το 2004. Διαβάζοντας, διαπιστώνουμε την απόλυτη επικαιρότητα των λόγων του. Η ιδέα της Ευρώπης αποτελείται από καφενεία, τα cafes. «Το καφενείο είναι τόπος για κρυφές συναντήσεις και για συνωμοσίες, για διανοητικές συζητήσεις και για κουτσομπολιά, για τον περιπλανώμενο άνθρωπο της πόλης (τον flaneur) και για τον ποιητή ή τον μεταφυσικό με το σημειωματάρι του. Είναι ανοιχτό σε όλους, αλλά την ίδια στιγμή είναι μια λέσχη, που προσφέρει πολιτική ή φιλολογική-λογοτεχνική αναγνώριση και προγραμματική παρουσία. Ένα φλιτζάνι καφέ, ένα ποτήρι κρασί, ένα τσάι με ρούμι σου εξασφαλίζουν έναν χώρο  για να δουλέψεις, να ονειρευτείς, να παίξεις σκάκι ή απλά να περάσεις τη μέρα σου καθισμένος κάπου ζεστά. Είναι λέσχη του πνεύματος και ταχυδρομείου του άστεγου» (σελ. 24). Τα καφενεία  δεν είναι του αγγλοσαξονικού κόσμου, ούτε της Αμερικής, γι’  αυτό και εκεί δεσπόζουν οι παμπ και τα μπαρ. «Τρία βασικά cafes στην αυτοκρατορική και μεσοπολεμική Βιέννη συγκροτούσαν την ἀγοράν, τον τόπο όπου εκφράζονταν και συγκρούονταν οι αντιμαχόμενες σχολές αισθητικής και πολιτικής οικονομίας, ψυχανάλυσης και φιλοσοφίας» (σελ. 25). Έχουμε ανάγκη από την ἀγορά και πάλι σήμερα. Να αντισταθούμε στον θρίαμβο του ατομικισμού, της μουσικής και του χαμηλού φωτισμού, όπου δεν ακούγεται λόγος.

Ο Στάινερ επισημαίνει ακόμη ότι η Ευρώπη ανέκαθεν περπατιόταν και εξακολουθεί να περπατιέται. Στο περπάτημα συναντάμε στοιχεία του παρελθόντος, εκτός από το τοπίο, όπως οι καμπάνες των εκκλησιών και τα γεφύρια. Ουσιώδη στοιχεία της ευρωπαϊκής σκέψης και ευαισθησίας είναι, με την πρωτογενή σημασία του όρου, πεζά. Η ρυθμικότητα και η εναλλαγή τους είναι αυτές ενός πεζοπόρου... Οι πόδες, οι άρσεις και οι θέσεις, ο διασκελισμός μεταξύ των στίχων και των στροφών, μας υπενθυμίζουν τις στενές συνάφειες ανάμεσα στο ανθρώπινο σώμα καθώς βαδίζει επάνω στη γη και στις τέχνες της φαντασίας»(σελ. 29).  Και συμπληρώνει: ἡ ευρωπαϊκή ιστορία είναι γεμάτη μακρές πορείες. «Οι στρατιώτες του Αλέξανδρου...η ‘Ανάβασις’ του Ξενοφώντα παραμένει κλασικό έργο της απελπισίας, της εξάντλησης και της αντοχής του πεζικάριου σε μια καταναγκαστική πορεία προς την επιβίωση. Οι αποστάσεις που διήνυσαν οι λεγεώνες του Ναπολέοντα, από την Πορτογαλία μέχρι την Μόσχα, είναι σχεδόν απίστευτες, το ίδιο και η ικανότητα του Σταντάλ να επιβιώσει κατά την υποχώρηση από την Ρωσία, διασχίζοντας απέραντες αποστάσεις» (σελ. 31).

Ο Στάινερ συνεχίζει: «οι δρόμοι, οι πλατείες που περπατούν οι Ευρωπαίοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, φέρνουν ονομασίες πολιτικών, στρατιωτικών ποιητών, καλλιτεχνών, μουσικοσυνθετών, επιστημόνων και φιλοσόφων...αυτή η κυριαρχία της θύμησης, ο αυτο-ορισμός τη Ευρώπης ως lieu de la memoire (τόπος της μνήμης) μιλά για καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά ή πολιτικά επιτεύγματα και την ίδια στιγμή υπενθυμίζουν και αιώνες σφαγών και οδύνης, μίσους και ανθρωποθυσίας» (σελ. 31, 33). Σε αντίθεση με «τις αμερικάνικες λεωφόρους, τους δρόμους και τα στενά που απλώς αριθμούνται ή ονοματίζονται με βάση τον προσανατολισμό τους, με τον αριθμό τους να ακολουθείται από το ‘βόρεια’ ή ‘δυτικά᾿. Τα αυτοκίνητα  δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν μια Οδό Νερβάλ ή μια Πλατεία Κοπέρνικου» σελ. 33). Η Ευρώπη καθορίζεται από την Ιστορία, το παρελθόν, τις ιδέες, τα επιτεύγματα, τα έργα, τις μνήμες και έχει την παράδοσή της ως βάση για το μέλλον. Αντίθετα, «η ιδεολογία της Αμερικής ήταν ανέκαθεν μια ιδεολογία της χαραυγής και της μελλοντικότητας. Όταν ο Χένρι Φορντ δήλωνε ότι ‘η ιστορία είναι μια μπούρδα’, έδινε το συνθηματικό για την δημιουργική αμνησία, για την ικανότητα να αφήνεις πίσω σου το παρελθόν, η οποία και θεμελιώνει την πραγματική επιδίωξη της ουτοπίας» (σελ. 35)

Ο Στάινερ επισημαίνει ότι το τέταρτο χαρακτηριστικό της ιδέας της Ευρώπης είναι «η  διττή κληρονομιά της Αθήνας και της Ιερουσαλήμ. Αυτή η σχέση, συγκρουσιακή και συνθετική συνάμα, έχει ενσωματωθεί στις ευρωπαϊκές θεολογικές, φιλοσοφικές και πολιτικές διαμάχες από τους Πατέρες της Εκκλησίας μέχρι τον Λέοντα Σεστόφ, από τον Πασκάλ μέχρι τον Λέο Στράους... Το να είσαι Ευρωπαίος σημαίνει να προσπαθείς να συμφιλιώσεις από ηθική, διανοητική και υπαρξιακή σκοπιά τα αντίπαλα ιδανικά, αξιώσεις και πράξεις της πόλης του Σωκράτη και της πόλης του Ησαΐα. Είμαστε δίποδα ζώα ικανά για ανείπωτο σαδισμό, κτητικότητα, αγριότητα, απληστία, χυδαιότητα και φρικαλεότητα. Οι παρορμήσεις μας προς τη σφαγή, τη δεισιδαιμονία, τον υλισμό και τον σαρκοβόρο εγωισμό έχουν ελάχιστα αλλάξει κατά την διάρκεια της σύντομης ιστορίας της παραμονής μας επάνω στη γη. Κι όμως αυτό το κακομοίρικο και επικίνδυνο θηλαστικό έχει δημιουργήσει τρεις επιδιώξεις ή εθισμούς ή παιχνίδια εντελώς υπερβατικής στάθμης. Πρόκειται για την μουσική, τα μαθηματικά και την θεωρητική σκέψη (στην οποία περιλαμβάνω και την ποίηση, που ο καλύτερος τρόπος να την ορίσουμε είναι σαν μουσική της σκέψης). Εκτυφλωτικά άχρηστες, συχνά βαθύτατα παράδοξες, οι τρεις αυτές δραστηριότητες είναι αποκλειστικά γνωρίσματα των ανδρών και των γυναικών και η αληθινότερη προσέγγιση της μεταφορικής ιδέας ότι οι άνθρωποι έχουν πλαστεί κατ’ εικόνα του Θεού» (σελ. 36-37). Και οι τρεις τρόποι έκφρασης για τον Στάινερ είναι οικουμενικά θαύματα, που νοηματοδοτούν τον βίο. Ταυτόχρονα, «η μονοθεϊστική πρόκληση, ο ορισμός της ανθρωπιάς ως ενός διαλόγου με το υπερβατικό στοιχείο, η έννοια ενός υπέρτατου Βιβλίου, η ιδέα ενός νόμου αξεδιάλυτα συνυφασμένου με ηθικές επιταγές, η ίδια η αντίληψή μας για την ιστορία ως τελεολογικό χρόνο, έχουν την αινιγματική μοναδικότητα και διασπορά του Ισραήλ»  (σελ. 40) αποτελούν όψεις της επίδρασης της Ιερουσαλήμ στην ιδέα της Ευρώπης. Ο Στάινερ αναφέρει ότι «ο ιουδαϊσμός και οι δύο κύριες υποσημειώσεις του, ο χριστιανισμός και ο ουτοπικός σοσιαλισμός είναι απόγονοι του Σινά, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου οι Εβραίοι δεν ήταν παρά μια χούφτα μισητών, κυνηγημένων ανθρώπων» (σελ. 41).  «Η ιδέα της Ευρώπης είναι πράγματι μια ιστορία δύο πόλεων» (σελ. 42).

Το πέμπτο κριτήριο της ιδέας της Ευρώπης για τον Στάινερ είναι «η εσχατολογική αυτοσυνείδηση». «Η ευρωπαϊκή σκέψη και ευαισθησία οραματίστηκε την ιδέα ενός περισσότερου ή λιγότερου τραγικού τέλους...είναι ως εάν η Ευρώπη, σε αντίθεση με τους άλλους πολιτισμούς, να διείδε πως κάποια στιγμή θα κατέρρεε κάτω απ’ το παράδοξο βάρος των επιτευγμάτων της και του απαράμιλλου πλούτου και της συνθετότητας της ιστορίας της» (σελ. 42-43). Η Ευρώπη έχει πάντοτε αυτή τη υπαρξιακή αγωνία, που την καθιστά δημιουργική ή και καταστροφική.

Ο Στάινερ, αξιοποιώντας μία διάλεξη του Έντμουντ Χούσσερλ, επισημαίνει ότι η Ευρώπη στηρίχτηκε στην θεωρία, στην μη χρησιμοθηρική θεωρητική σκέψη, πάντοτε λειτουργούσε στην προοπτική της καθολικής κριτικής κάθε ζωής και κάθε σκοπού. Πυρήνας της κριτικής το θαυμάζειν, ο θαυμασμός και μαζί και η απορία. «Η Ευρώπη ξεχνά τον εαυτό της όταν ξεχνά ότι γεννήθηκε από την ιδέα του λόγου και από το πνεύμα της φιλοσοφίας. Ο κίνδυνος, συμπεραίνει ο Χούσσερλ, είναι μια μεγάλη κούραση» (σελ. 46-47).

Η Ευρώπη, κατά τον Στάινερ, θα κρατήσει την ιδέα της αν συνεχίσει να πορεύεται στην προοπτική της ενοποίησης, χωρίς όμως να αρνείται την γλωσσική, πολιτισμική, κοινωνική ποικιλομορφία, με πυρήνα την γλώσσα του κάθε λαού που θέλει να είναι Ευρώπη.  «Δεν υπάρχουν μικρές γλώσσες. Κάθε γλώσσα εμπεριέχει, αρθρώνει και μεταδίδει όχι μόνο το μοναδικό φορτίο της ζώσας μνήμης, αλλά την εξελισσόμενη ενέργεια των μελλοντικών της χρόνων, μια δυνητικότητα του αύριο. Ο θάνατος μιας γλώσσας είναι ένα κακό ανεπανόρθωτο, που συρρικνώνει τις δυνατότητες του ανθρώπου. Τίποτα δεν απειλεί την Ευρώπη πιο ριζικά -στις ρίζες της-από την απολυμαντική, σαρωτική πλημμυρίδα των αγγλοαμερικανικών, των ομοιόμορφων αξιών και της ομοιόμορφης κοσμοεικόνας που φέρνει μαζί της αυτή η παμφάγα Εσπεράντο. Ο υπολογιστής, η κουλτούρα του λαϊκισμού και της μαζικής αγοράς, μιλούν αγγλοαμερικανικά-από τα κλαμπ της Πορτογαλίας μέχρι τα φαστφουντάδικα στα εμπορικά κέντρα του Βλαδιβοστόκ. Η Ευρώπη πράγματι θα χαθεί αν δεν αγωνιστεί για τις γλώσσες της, τις τοπικές παραδόσεις και τις κοινωνικές αυτονομίες της. Αν ξεχάσει ότι ο Θεός βρίσκεται στην λεπτομέρεια» (σελ. 50-51).

Για τον Στάινερ ο δυτικός χριστιανισμός βρίσκεται στην απόλυτη παρακμή. Όμως δεν πρέπει να χαθούν «ορισμένες πεποιθήσεις, ορισμένες εξάρσεις της ψυχής, τις οποίες ο εξαμερικανισμός του πλανήτη, με όλα του τα πλούτη και όλη του την απλοχεριά, έχει ρίξει στο σκοτάδι».  (σελ. 54).  «Αυτές οι πεποιθήσεις έχουν να κάνουν με την αξιοπρέπεια του homo sapiens: την πραγμάτωση της σοφίας, την επιδίωξη της μη χρησιμοθηρικής γνώσης, τη δημιουργία της ομορφιάς. Το να βγάζεις λεφτά και να γεμίζεις τη ζωή σου με όλο και πιο τετριμμένα υλικά αγαθά είναι ένα πάθος βαθύτατα χυδαίο, ένα πάθος που σε αφήνει αδειανό. Χρειαζόμαστε αλληλεγγύη και δημιουργικότητα ακόμη και μέσα από την σχετική ένδεια. Δεν σκοτώνει η πολιτική λογοκρισία: σκοτώνει ο δεσποτισμός της μαζικής αγοράς και η καταξίωση της εμπορευματοποιημένης διασημότητας... Να ανακόψουμε την φυγή των καλύτερων νεαρών ταλέντων από τον χώρο των θετικών αλλά και των ανθρωπιστικών επιστημών. , να αναπροσανατολίσουμε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τα ΜΜΕ ώστε οι νέοι να διακρίνουν τους συγγραφείς και τους επιστήμονες και να τους θεωρούν εθνικούς  θησαυρούς, να μπορούν οι μορφωτικοί θεσμοί, τα βιβλιοπωλεία , οι αίθουσες συναυλιών και τα θέατρα να γίνονται πηγές εξανθρωπισμού, ώστε με την εγγραματοσύνη και την αίσθηση της τραγικής τρωτότητας της ανθρώπινης συνθήκης, να αποκτήσουμε και πάλι την πίστη ότι ‘τον ανεξέταστο βίο’ όντως δεν έχει αξία να τον ζήσουμε» (σελ. 55-56).

Αυτό το συγκλονιστικό κείμενο ταυτοτικής αυτοσυνειδησίας ας αποτελέσει αφορμή για προσωπικό προβληματισμό, καθότι δεν βλέπουμε πώς η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας μπορεί να ξαναβρεί το αίσθημα της ανθρώπινης ποιότητας, της ύπαρξης που παλεύει για να βρει νόημα και δεν αφήνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες, μέσα σε ένα περιβάλλον χρησιμοθηρίας. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι απάντηση αντίστασης. Και για όσους πιστεύουμε, η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση που μιλά και ζει την αγάπη και την ανάσταση!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Ιανουαρίου 2022

1/14/22

ΠΑΡΑΠΟΝΕΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ (ΟΥΧ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ ΥΠΟΣΤΡΕΨΑΝΤΕΣ ΔΟΥΝΑΙ ΔΟΞΑΝ ΤΩ ΘΕΩ)


 «Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;» (Λουκ. 17, 18)

«Κανεὶς δὲν βρέθηκε νὰ ἐπιστρέψῃ γιὰ νὰ δοξάσῃ τὸν Θεὸ παρὰ αὐτὸς ὁ ἀλλοεθνής;» 

            Παραπονεμένα λόγια τα λόγια του Χριστού για τους εννέα πρώην λεπρούς που καθαρίστηκαν με την θαυματουργική παρέμβαση του Υιού του ανθρώπου. Κανείς τους σκέφτηκε να πει ένα «ευχαριστώ» στον ιατρό τους. Πρυτάνευσε η χαρά να γυρίσουν στους δικούς τους ανθρώπους, να μοιραστούν την χαρά τους με τους οικείους κατά σάρκα, να επανενταχθούν στην κοινότητα της καταγωγής τους, στην κοινότητα την επί γης. Το αίσθημα του ανήκειν στους υγιείς είχε αντικατασταθεί από ένα αίσθημα θανάτου, αποφοράς, καταστροφής και, ταυτόχρονα, ένταξης, σε μιαν άλλη κοινότητα:  αυτή των καταδικασμένων, των απόβλητων, των ζωντανών νεκρών. Το μόνο κοινό τους σημείο ήταν η ασθένεια, η λέπρα, η οποία ήταν ο σταυρός της ζωής τους, αλλά και αυτό το οποίο τους ένωνε στην πορεία στον χρόνο, με γνώμονα την απελπισία του θανάτου. Και ο Χριστός τους δίνει πίσω την ζωή. Αρκούσε ένα «ελέησον ημάς», για να ξαναβρούνε το «ανήκειν» εκεί όπου επιθυμούσαν.

            Τρία τα σημάδια αυτού του «επανα-ανήκειν».  Το πρώτο η μαρτυρία των ιερέων. Σε μόνιμη καραντίνα βρίσκονταν οι λεπροί. Μόνο οι ιερείς, που ήταν οι επικεφαλής της κοινότητας, μπορούσαν να βεβαιώσουν ότι γιατρεύτηκαν. Ο ιερατικός λόγος ήταν αποδεκτός από όλους. Οι ιερείς ήταν εκείνη την εποχή μία μορφή πολιτικής εξουσίας για τους υπόδουλους Εβραίους. Η θρησκευτικότητα ήταν το συνεκτικό στοιχείο που ένωνε τον λαό έναντι των Ρωμαίων, αλλά και των ειδωλολατρών που συνυπήρχαν σε μια κοινωνία αναγκαστικά πολυφυλετική, πολυπολιτισμική. Η θρησκευτικότητα τους έδινε ταυτότητα. Η μαρτυρία των ιερέων ήταν αρκετή ότι γιατρεύτηκαν και μπορούσα οι πρώην λεπροί να επανέλθουν στην κοινότητα. Το δεύτερο σημάδι ήταν η επανεύρεση των σχέσεων με τους συνανθρώπους τους. Να ξαναγυρίσουν στα σπίτια, στους φίλους, στους οικείους, στην κανονικότητα της ζωής τους. Αυτό σημαίνει το ανήκειν. Να έχεις οικειότητα. Το τρίτο σημάδι ήταν να δοξάσουν τον Θεό για την δωρεά. Ο Θεός επέτρεψε την ασθένεια δεν γνωρίζουμε για ποιους λόγους. Όμως ο Θεός τους ελέησε και τους απάλλαξε από αυτήν και οι πρώην λεπροί το  γνώριζαν. Δεν σκέφτηκαν όμως ότι η μεγάλη αλλαγή στην ζωή τους οφείλονταν σ’  Αυτόν. Έλαβαν κατά το πώς τους συνέφερε, κατά την επιθυμία τους, αλλά λησμόνησαν τον ευεργέτη τους.

            Παραπονεμένα τα λόγια που απευθύνει ο Χριστός και σε μας σήμερα, για την απουσία δοξολογίας προς τον Θεό. Οι άνθρωποι σήμερα δεν έχουμε το αίσθημα της κοινότητας στις καρδιές μας. Οι περισσότεροι από εμάς δεν αναγνωρίζουμε συνεκτικούς ιστούς στην ζωή μας, που γεννούν το «ανήκειν». Αναγκαζόμαστε να έχουμε ως κύριο θεσμό την πολιτεία, αλλά γινόμαστε αρνητές των νόμων και των αποφάσεών της. Άλλοι επιλέγουμε την επιστήμη, αλλά και πάλι όπου αυτή συμφωνεί με τις απόψεις μας. Ακόμη και όσοι αισθανόμαστε οικειότεροι προς την Εκκλησία και την πίστη, κι εκεί είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε τον λόγο τους, αν δεν συνταιριάζει με τις δικές μας αντιλήψεις.

Οι περισσότεροι από μας, πάλι, δεν κατανοούμε τι σημαίνει να υπάρχουμε εν σχέσει με τους συνανθρώπους μας, να έχουμε οικείους. Πορευόμαστε σε παράλληλες μοναξιές, άλλοτε της εικονικής πραγματικότητας, άλλοτε της εργασίας, άλλοτε της ικανοποίησης των επιθυμιών μας που γίνονται οι θεοί μας, και αδιαφορούμε για τον πλησίον μας. Συνυπάρχουμε φαινομενικά, όχι όμως καρδιακά. Και γι’  αυτό μας ενώνουν ιδέες ή είδωλα που δεν απαιτούν από μας αγάπη, αλλά προσκόλληση και φανατισμό για να περνάμε την ώρα μας. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες, οι ταινίες και οι σειρές, οι διασημότητες της μουσικής, κυρίως όμως ο εαυτός μας ως κέντρο του κόσμου, μας κάνουν να περιστρεφόμαστε χωρίς οικειότητα, αλλά μόνο με το συμφέρον. Ακόμη και το σπίτι μας δεν το βλέπουμε με αγάπη και ζεστασιά, αλλά, συχνά, ως πανδοχείο κάλυψης αναγκών σε έναν χρόνο που τον θέλουμε μόνο δικό μας.

Το ίδιο συμβαίνει και με την σχέση μας με τον Θεό. Τον συγκρίνουμε με τα δικά μας επιτεύγματα ή με τις δικές μας αντιλήψεις, αδιαφορώντας για το άτοπο, καθώς έτσι τον κατεβάζουμε στα δικά μας μέτρα. Ναι, ο Θεός έγινε άνθρωπος, όχι όμως για να Τον υποβιβάζουμε, αλλά για να μας ανεβάσει. Να μας κάνει να προσλάβουμε την αγάπη Του και να να την αξιοποιήσουμε ως βάση για μιαν άλλη κοινότητα:  όχι των ζωντανών νεκρών, των κλεισμένων στα καβούκια μας, αλλά των ζώντων εν αγάπη, εν δοξολογία, εν αλλαγή. Και δεν μπορούμε να δούμε τις ευεργεσίες του Θεού, διότι η ματιά μας δεν είναι προς τον άλλο, δεν είναι προς τον ουρανό, ούτε προς τον συνάνθρωπο, αλλά είναι στραμμένη συνέχεια προς το εγώ μας.

Η παρηγοριά είναι ότι βρέθηκε ένας αλλοεθνής να ζήσει και τα τρία σημάδια της αλλαγής, του επανα-ανήκειν. Και μάλιστα, τα έζησε με την σωστή σειρά. Πρώτα δόξασε τον Θεό και μετά πήγε στους ιερείς και στους οικείους του. Το ερώτημα σε ποιον μοιάζουμε, στους εννέα ή στον ένα, πρέπει να απαντηθεί από τον καθέναν και την καθεμιά μας.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

16 Ιανουαρίου 2022

Των δέκα λεπρών

1/11/22

ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ


 «Αν συνταιριαστεί το δικαίωμα με το θέλημα, δεν μπορεί να προχωρήσει σωστά ο άνθρωπος» (Αββάς  Δωρόθεος)

Το θέλημα είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Όσοι παραποιούν την διδασκαλία της Εκκλησίας, ότι δήθεν ο Θεός μας θέλει δούλους Του, να κάνουμε αυτό που Εκείνος ζητά χωρίς άλλη επιλογή, σφάλλουν. Από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου στη γη, το θέλημα είναι στοιχείο της ύπαρξής μας, του κατ’ εικόνα Θεού. Το θέλημα όμως είναι συνδεδεμένο με τη ελευθερία μας. Είμαστε ελεύθεροι να θέλουμε αγαπώντας και εμπιστευόμενοι τον Θεό και τις εντολές Του, είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε τον εαυτό μας θεό. Γι’ αυτό και το θέλημα συνδέεται με το δικαίωμα. Αν ο Θεός δεν μας τα έδινε μαζί, και θέλημα και δικαίωμα, αρνούνταν τον εαυτό Του, που είναι ελευθερία και δίνει ελευθερία.

Η εποχή μας θεοποιεί το θέλημα, όπως επίσης θεοποιεί και το δικαίωμα. Ενώ τα δικαιώματα δίδονται ατομικά, αλλά έχουν να κάνουν με την κοινωνία, με το σύνολο, την κοινότητα, την συλλογικότητα, καθώς δεν μπορεί το άτομο να επιβιώσει χωρίς τους άλλους, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν άρνηση της φύσης του που υπάρχει εν σχέσει, εντούτοις η συζήτηση των καιρών είναι ποιο είναι το δικαίωμά μας. Τι νόημα έχει όμως να υπάρχεις χωρίς αυτούς που σε αγαπούνε και χωρίς αυτούς που αγαπάς; Η πορεία του ανθρώπου προς την ωριμότητα συνεπάγεται την συνειδητοποίηση πως η αγάπη προηγείται των όποιων δικαιωμάτων. Βεβαίως τα δικαιώματα είναι όρια στα οποία σταματά η αυθαιρεσία. Ωστόσο, το νόημα της ζωής τα ξεπερνά τελικά. Οι ανώριμοι μένουν σ’ αυτά. Αυτοί που ωριμάζουν τα επικαλούνται ώστε να οριοθετήσουν την θέση τους και να προστατευτούν, αλλά ξέρουν να τα υπερβαίνουν χάριν της αγάπης.

Το ίδιο συμβαίνει και με το θέλημα. Όταν το θέλημα αποσκοπεί μόνο στην επιβίωση ή στην καταξίωση του εγώ, όταν δεν λαμβάνει υπόψιν τον άλλο, τότε εκτρέφει ατομοκεντρικές προσωπικότητες που δεν μπορούν να γίνουν «εμείς». Μοιάζουν με εκείνους τους πλούσιους που έχουν πολυτελή σπίτια, για να τα ζηλεύουν όλοι, αλλά που δεν τους χρειάζονται στην πραγματικότητα για να γίνουν ευτυχισμένοι κι αυτό το διαπιστώνουν αργά ή γρήγορα. Το θέλημα εύκολα γίνεται πέτρα που την πετάμε εναντίον του Θεού, όταν δεν μας δίνει αυτό που ζητάμε, αγνοώντας ότι ο Θεός βλέπει σε βάθος χρόνου την ζωή μας και το αληθινό μας όφελος, κάποτε επιτρέποντας πολλές και μεγάλες δοκιμασίες. Το θέλημα όμως γίνεται και πέτρα εναντίον του πλησίον μας. Αδιαφορούμε για τις συνέπειες των επιλογών μας, αδιαφορούμε αν βλάπτουμε τους άλλους, παραθεωρώντας τελικά ότι κερδίζοντας τον κόσμο χάνουμε αυτό που μας κρατά αληθινά ζωντανούς: την αγάπη, την καλοσύνη, την συγχώρεση, την υποχώρηση όταν γίνεται ειρήνη. 

Δεσπόζει στις μέρες μας το θέλημα και το δικαίωμα. Η κακοποίηση των αδύναμων ελέγχεται όταν παραβιάζεται ο νόμος. Όταν όμως συντρίβουμε ψυχικά τους άλλους επειδή το «δικαιούμαστε», όταν αδιαφορούμε για το σύνολο και θεοποιούμε τον εαυτό μας, τους φόβους μας, τις απόψεις μας, τις επιλογές μας, αργά ή γρήγορα θα το βρούμε μπροστά μας ως απόρριψη και μοναξιά. Αληθινή ελευθερία είναι να αγαπούμε πάνω από τα δικαιώματά μας. Ας το μάθουμε στα παιδιά μας. Να οριοθετούν, αλλά και να υπερβαίνουν. Κι αυτό θα κρατά γνήσιες σχέσεις, διότι θα ξέρουν να επιλέγουν!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 12 Ιανουαρίου 2022

1/8/22

Ο ΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ (ΙΝΑ ΠΛΗΡΩΘΗ ΤΟ ΡΗΘΕΝ ΔΙΑ ΗΣΑΪΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ)


 «Καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου» (Ματθ.  4, 13-14)

«Ἐγκατέλειψε ὅμως τὴ Ναζαρὲτ καὶ πῆγε κι ἔμεινε στὴν Καπερναούμ, πόλη ποὺ βρίσκεται στὶς ὄχθες τῆς λίμνης, στὴν περιοχὴ τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ. ῎Ετσι πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ ῾Ησαΐα». 

Συχνά στα Ευαγγέλια διαβάζουμε την φράση «για να πραγματοποιηθεί ο λόγος που ειπώθηκε από τον προφήτη». Οι προφήτες στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης φανέρωσαν στους ανθρώπους το θέλημα του Θεού, κηρύττοντας μετάνοια και επιστροφή σε περιόδους κατά τις οποίες ο λαός του Ισραήλ είχε ξεφύγει από την σχέση με τον Θεό των πατέρων του, ενώ πολλές προφητείες είχαν μεσσιανικό χαρακτήρα, δηλαδή προέλεγαν τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, όπως επίσης και το απολυτρωτικό Του έργο.  

Οι προφήτες προφανώς δεν ήταν μάντεις, όπως στους αρχαίους Έλληνες και γενικότερα στους ειδωλολάτρες και προ και μετά Χριστόν. Οι μάντεις προσπαθούσαν να δούνε το μέλλον, χρησιμοποιώντας ως αφορμή της μαντείας τους τα σπλάχνα των σφαγμένων ζώων, την πορεία του καπνού της φωτιάς, τα όνειρα, σημάδια τα οποία δεν έχουν βεβαίως καμία λογική σύνδεση με την πραγματικότητα, αλλά αξιοποιούνταν είτε με δαιμονικούς συνειρμούς είτε για να εξαπατούν τους ανθρώπους. Κάποτε οι μάντεις έβλεπαν τα περιστατικά τα οποία συνέβαιναν στον κόσμο και προσπαθούσαν να τα συνδέσουν με την βουλή των θεών ή της μοίρας, αξιοποιώντας την ευφυΐα τους και την πίστη των ανθρώπων ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι τυχαίο, όπως επίσης και το σχήμα «παράβαση-τιμωρία». Στον λαό του Ισραήλ όμως οι προφήτες δεν λειτουργούσαν έτσι. Γνώμονάς τους ήταν ο λόγος του Θεού, όπως αυτός είχε παραδοθεί στον Μωυσή, αλλά και είχε βιωθεί από τους προπάτορες. Ο λόγος αυτός αποτελούσε παράδοση, που είχε ιερότητα. Οι όποιες προβλέψεις για το μέλλον ήταν στηριγμένες στο σχήμα «παράβαση-τιμωρία», που είναι ένα από τα σχήματα της Παλαιάς Διαθήκης, ωστόσο στον προφητικό λόγο δεσπόζει η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού και το θέλημά Του. Οι προφήτες όμως δεν διστάζουν, καθώς έχουν φωτισμό από τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι, ακούνε την φωνή του Θεού και βιώνουν την κλήση Του, να προλέγουν τον ερχομό του Λυτρωτή.

Γι’  αυτό και ο προφητικός λόγος είναι λόγος λυτρωτικός. Είναι ελπιδοφόρος. Δεν συνδέεται με τις ικανότητές των ιδίων, όσο με την προσδοκία του ερχομού του Υιού και Λόγου του Θεού. Και αυτή η προσδοκία αποκαλύπτει το φως και την ανάσταση που ο Χριστός θα φέρει. Οι προφήτες δεν είναι διαχειριστές της ανθρώπινης καθημερινότητας, αλλά αυτοί που πιστεύουν στην υπέρβασή της. Δεν είναι μάντεις των όσων θα συμβούν στην ζωή, για να περάσουν οι ίδιοι καλά, αλλά είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για την αλήθεια του Θεού και γι’  αυτό το τέλος τους τις περισσότερες φορές ήταν μαρτυρικό. Δεν ήταν ιερά πρόσωπα και άγγιχτα, όπως οι μάντεις, αλλά άνθρωποι που έβγαιναν από τον λαό, με ένθεο ζήλο, οι οποίοι έλεγαν την αλήθεια ανεξαρτήτως συνεπειών για τους ίδιους και την ίδια στιγμή έφερναν στην ανθρωπότητα το μήνυμα ότι ο έσχατος εχθρός μας, ο θάνατος, θα καταργηθεί διά της παρουσίας του Χριστού.

Μετά την βάπτισή Του από τον τελευταίο προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, τον Τίμιο Πρόδρομο, ο οποίος λειτουργούσε ακριβώς όπως όλοι οι προφήτες της Βίβλου, δηλαδή κήρυττε μετάνοια, επιστροφή στο θέλημα του Θεού και στην αγάπη Του και προέλεγε τον ερχομό του Χριστού, ο οποίος θα βάπτιζε τους ανθρώπους «εν Πνεύματι και πυρί», καθαρίζοντας τους όχι μόνο από τις αμαρτίες τους, αλλά και λυτρώνοντάς μας από τον θάνατο, ο Χριστός θα νικήσει τους τρεις πειρασμούς στην έρημο, μετά από τεσσαρακονθήμερη νηστεία. Θα δείξει στον διάβολο και σε όλους μας ότι δεν ήρθε για να καλύψει τις υλικές μας ανάγκες, αλλά να μας φανερώσει τι θέλει ο Θεός από εμάς με τον λόγο Του. Δεν ήρθε για να δοκιμάζει τον Θεό, κατά πόσον μπορεί να υπερβεί τους φυσικούς νόμους, διότι δεν τον ενδιαφέρει η πρόσκαιρη δόξα ούτε η θαυματοποιΐα, αλλά ήρθε για να μας δώσει την μεγάλη και αναφαίρετη νίκη της αναστάσεως, που θα σώσει την ύπαρξή μας από τον πνευματικό θάνατο. Δεν ήρθε για να γίνει επίγειος βασιλιάς και να έχει τα υλικά αγαθά σα να πρόκειται να ζει για πάντα στον κόσμο αυτό, αλλά για να μας δείξει ότι η αγάπη στον Θεό είναι η προτεραιότητα που μεταμορφώνει την ζωή μας, για πάντα. Και ξεκινά την επίγεια διδασκαλία Του με τον λόγο του Πρόδρομο «μετανοείτε», αλλά και εκπληρώνοντας τον λόγο του προφήτη  Ησαΐα, ότι ο ίδιος είναι το μέγα Φως που φωτίζει τους ειδωλολάτρες που μένουν στη γη Ζαβουλών και στην γη Νεφθαλείμ, αυτούς που ψάχνουν στις μαντείες το μέλλον τους και νιώθουν νικημένοι από τον θάνατο, όλους εμάς δηλαδή  που εξακολουθούμε να μένουμε μακριά από την αλήθεια και νομίζουμε ότι είμαστε άτρωτοι στον κόσμο αυτό.

Ο Χριστός εκπληρώνει τις προφητείες, ως ένα ακόμη σημάδι της θεϊκής Του παρουσίας ανάμεσά μας, αλλά και ως επιβεβαίωση ότι οι προφήτες ήταν δικά Του παιδιά. Δεν μας χρειάζεται η μαντεψιά του μέλλοντος, όπως δυστυχώς οι δήθεν ορθολογιστές άνθρωποι εξακολουθούν να πράττουν, με αστρολογίες, ονειρομαντείες, στοιχήματα, προβλέψεις, τυχερά παιχνίδια, χαρτοπαιξία, γούρια και δεισιδαιμονίες. Φως Μέγα μας χρειάζεται, που νικά τον θάνατο. Ας Τον αναζητήσουμε στην Εκκλησία, στον καινούργιο δηλαδή κόσμο της βασιλείας του Θεού που μας ενώνει, μας αγιάζει, μας φωτίζει και μας κάνει αγαπώντες.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Μετά τα Φώτα

 

1/7/22

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 88- ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, «ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ», μετάφραση Μαρία Καρβέλα- Σμυρνιωτάκη, εκδόσεις ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗ

                Οι κλασικοί συγγραφείς κατεστάθησαν κλασικοί διότι μπόρεσαν μέσα από την πένα τους όχι μόνο να περιγράψουν την εποχή στην οποία έζησαν και τον κόσμο που τους περιέβαλε, αλλά και διότι σπούδασαν τον άνθρωπο, την ψυχοσύνθεσή του, την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό στην ζωή, χωρίς απαραίτητα να εμπλακούν σε θεολογικές – δογματικές συζητήσεις. Οι προσωπικές τους πεποιθήσεις τεκμηριώνονται μέσα από την ερμηνεία του κόσμου που κάνουν με την γραφίδα και τους ήρωές τους, χωρίς όμως να κλείνονται κατ’  ανάγκην σε έναν δικό τους κόσμο. Γι’  αυτό και, όντας κλασικοί, γίνονται διαχρονικοί στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τον βίο μας.

            Διαβάσαμε σε μία εξαιρετική έκδοση από τον εκδοτικό οίκο ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗ το μυθιστόρημα του Κάρολου Ντίκενς «Το Παλαιοπωλείο» (“The Old Curiosity Shop”), που κυκλοφορήθηκε σε πρώτη έκδοση το 1841, γραμμένο στην βικτωριανή εποχή. Η μετάφραση της Μαρίας Καρβέλα- Σμυρνιωτάκη είναι πολύ καλή, ενώ στην πολυτελή έκδοση ξεχωρίζει ο επιχρωματισμός από τον Μιχάλη Παπαδόπουλο των πρωτότυπων εικόνων που συνοδεύουν αυτήν στο αγγλικό κείμενο (original illustrations by George Cattermole, Hablot K. Browne Phiz’, Daniel Maclise and Samuel Williams, Penguin Books 2000).

                Σημειώστε θέματα τα οποία ανακύπτουν, πέρα από το λογοτεχνικό πεδίο: α. η φτώχεια, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, και η περιθωριοποίηση των ανθρώπων που δεν έχουν αστικές καταβολές β.   η κακοποίηση της γυναίκας από τον άντρα γ. η εκμετάλλευση της εργασίας από την βιομηχανική επανάσταση δ. η μη ύπαρξη αληθινού κράτους- πρόνοιας ε. η αν-ισονομία στ. η επαγγελματική φιλανθρωπία και όχι η αυθεντική- καρδιακή στ. μια κοινωνία στην οποία το κοινό καλό δεν είναι η βάση, αλλά ο ατομοκεντρισμός ζ. η αποϊεροποίηση και ο υποβιβασμός της θρησκευτικότητας σε εθιμολατρία η. ο θρίαμβος των ανθρώπινων παθών  τα οποία δημιουργούν εθισμό (όπως η χαρτοπαιξία) θ. η σκληρότητα και η κακία, όταν συνοδεύονται από την αδιαφορία των πολλών ι. ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο λειτουργεί στην προοπτική των τύπων και όχι της ουσίας που καθιστά τα παιδιά μορφωμένα στο σύνολο της ύπαρξης

                Ποια από αυτά τα θέματα δεν παραμένουν επίκαιρα; Μπορεί ο δυτικός κόσμος να έχει κάνει τεράστια βήματα, να συζητούμε σήμερα για μετανθρωπισμό, τεχνητή νοημοσύνη, μετοχή στα αγαθά του πολιτισμού, όμως τα κύρια προβλήματα της ανθρωπότητας, με διαφορετικές ονομασίες, πόσο διαφέρουν στην πραγματικότητα από την εποχή του Ντίκενς; Κι αυτό διότι βαθύτερο κενό του ανθρώπου έχει να κάνει με την νοηματοδότηση του βίου, την απόφαση να παλεύει για το καλό όλων ή, πάντως, όσο περισσότερων μπορεί, και να μην αφήνει τον εαυτό του να γίνεται έρμαιο του εγώ του, της αυτοπραγμάτωσής του μέσω της ηδονής της εξουσίας ή της αδιαφορίας για τον πλησίον. Αυτό το κενό έρχεται να αρνηθεί στην πράξη την όποια πρόοδο σε κοινωνικό επίπεδο, την όποια απόφαση της εκάστοτε πολιτείας και διανόησης να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς με νόμους και συστήματα τα οποία δείχνουν ότι νοιάζονται για τον αδύναμο, στην ουσία όμως δεν μπορούν να ελέγξουν την εφαρμογή τους στις ανθρώπινες σχέσεις. Η προσωπική ευθύνη, η προσωπική παιδεία, η απόφαση του καθενός για καλοσύνη είναι η οδό, όπως μας περιγράφει το «Παλαιοπωλείο» του ο Ντίκενς. Δύσκολα θα διαφωνήσουμε.

                Από μια πρώτη ανάγνωση κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι η Νελ, η οποία προσπαθεί να σώσει τον παππού της τον ανώνυμο γέρο, από τα πάθος της χαρτοπαιξίας που τον κάνει να χάνει το παλαιοπωλείο του και τον προσανατολισμό στην ζωή του. Ο Ντίκενς επιλέγει για την ηρωΐδα του την οδό της φυγής, του νέου ξεκινήματος. Χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος τοπικός προσανατολισμός, η φυγή της Νελ έχει να κάνει με την απόφασή της να φύγει από ό,τι ο παππούς της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, τα πρόσωπα που συντηρούν τον εθισμό του και τον οδηγούν στην καταστροφή.  Με τη περιγραφή των περιπετειών της Νελ και του παππού της ο μεγάλος συγγραφέας μας δείχνει ότι όταν δεν μπορούμε να λύσουμε την κυριαρχία των παθών επάνω μας, μας χρειάζεται αγάπη και καλοσύνη από τους άλλους και καινούργια ξεκινήματα. Η αγάπη είναι χαρακτηριστικό ενός παιδιού που γίνεται γυναίκα όχι ηλικιακά, αλλά καρδιακά. Χρησιμοποιεί την ευφυΐα της και την ευρηματικότητά της, όπως επίσης και την ταπεινότητα και την εργατικότητά της για να σώσει τον μεγάλο. Η εποχή μας έχει γεννήσει παιδιά εθισμένα και δεν παλεύει για παιδιά με καλοσύνη, ταπεινότητα, αγάπη, έγνοια για τον πλησίον. Ο Ντίκενς μιλά για την παράδοση ως παλαιοπωλείο, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από την πάλη του ανθρώπου εναντίον των παθών του. Δίπλα στο παλαιοπωλείο υπάρχει ένας άλλος κόσμος, στον οποίο οι ανισότητες αυξάνουν, ενώ τρέχει για κάτι καινούργιο, όπως γινόταν στην βικτωριανή εποχή. Η παράδοση μοιάζει με ένα σπίτι που τελικά νικιέται από τους εθισμούς, ώστε να ξεπουληθεί. Για τον Ντίκενς το ερώτημα για τον κόσμο δεν είναι παράδοση ή εκμοντερνισμός, κάτι που ο χρόνος θα έλυνε έτσι κι αλλιώς, αλλά αν αυτός ο κόσμος μπορεί να κρατήσει στο παλαιό και το καινούργιο τα όπλα της αγάπης, της πάλης εναντίον του κακού, με όποια μορφή κι αν αυτό παρουσιάζεται, ώστε οι επιλογές να μην είναι καταστροφικές της αξίας του ανθρώπου.

                Ουσιαστικός ήρωας όμως του μυθιστορήματος είναι ο νάνος Κουίλπ. Ανέραστος άνθρωπος, που βασανίζει την γυναίκα του, τη πεθερά της, τον υπάλληλό του, αξιοποιεί την πονηριά και την ευρηματικότητά του για να καταστρέψει, γίνεται ο επικεφαλής ενός κύκλου που θέλει να κάνει κακό στην Νελ και τον παππού της, χωρίς να υπάρχει κανένας ουσιαστικά λόγος. Ξέρει, κατά βάθος, ότι ο γέρος είναι οικονομικά κατεστραμμένος. Τον ενοχλεί όμως η καλοσύνη του κοριτσιού, το φως και η αγάπη που εκπέμπει. Γι’  αυτόν η γυναίκα  υπάρχει ως κτήμα του άντρα, ως ευκαιρία νομής της περιουσίας της, ως υπηρέτρια, ως αφορμή επίδειξη εξουσίας επάνω της. Όσοι είναι γύρω του όπως ο δικηγόρος Σαμψών Μπρούντζος, η αδερφή του Σάλι, ο αδερφός της Νελ Φρέντερικ Τρεντ, ο Τσάκστερ, υπάλληλος του συμβολαιογράφου Γουίδερντεν, αλλά και άλλες φιγούρες, όπως οι απατεώνες χαρτοπαίκτες που ξαναρίχνουν τον παππού της Νελ στον εθισμό και οι κουκλοθεατροπαίκτες Κόντλιν και Σβόμπος, αποτελούν μικρογραφία ενός κόσμου που  είναι παραδομένος στην φιλοχρηματία και στην προσκόλληση σ’  αυτόν που μοιάζει ισχυρός, αδιαφορώντας για την καλοσύνη.

                Υπάρχει όμως και μια σειρά ηρώων που ακολουθούν τον κόσμο της Νελ, στην λογική του σχήματος «καλό-κακό». Είναι ο Κιτ, ο παιδικός φίλος της Νελ, ορφανός κι αυτός, που προσπαθεί να βοηθήσει την μητέρα του και τα δύο μικρά αδέρφια του να επιβιώσουν, όντας τίμιος, καλοσυνάτος, συνεπής, ευγενικός και εργατικός, αφοσιωμένος στην φιλία της Νελ, η μετέπειτα σύζυγός του Μπάρμπαρα, υπηρέτρια που με απλότητα και αγάπη δεν ζητά πολλά, αλλά μόνο την καλοσύνη, το ηλικιωμένο ζεύγος Γκάρλαντ, με τον γιο του Άβελ, που θα προστατέψουν τον Κιτ και θα κάνουν αγώνα να βρούνε την Νελ, μαζί με τον αδερφό του παππού της Νελ, ο  οποίος κι αυτός παραμένει ανώνυμος και ο οποίος επιστρέφει για να ανταποδώσει με ευγνωμοσύνη την συμπαράσταση που έλαβε από τον γέρο στην παιδική του ηλικία, ο συμβολαιογράφος Γουίδερντεν, όπως επίσης και ο φτωχός δάσκαλος που αγωνίζεται να μάθει γράμματα σε μια ομάδα παιδιών που δεν έχουν καθόλου διάθεση, αλλά η καλοσύνη και η αγάπη του τον κάνουν φιλόξενο και συμπαραστάτη της Νελ και στην συνέχεια ευεργέτη της, η κ. Τζάρλεϊ, η οποία θα γίνει η πρώτη εργοδότρια της Νελ και του παππού, ο εφημέριος, ο νεκροθάφτης και ο κοσμοκαλόγερος στο μέρος όπου η Νελ κατέφυγε τελικά και βρήκε την γαλήνη, πρόσωπα που δείχνουν ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν βιοτικές μέριμνες πολλές φορές αφήνουν την καρδιά τους ανοιχτή στον πλησίον, με κύριο χαρακτηριστικό τους την αυθεντική ανθρωπιά, και βέβαια ο άνθρωπος του εργοστασίου, που θα δώσει καταφύγιο στη Νελ και τον παππού της, μολονότι πάμφτωχος και ο ίδιος, αλλά με καρδιά γεμάτη αγάπη και καλοσύνη.

                Αφήσαμε τελευταίο το ζευγάρι του Ντικ Σουίβελερ και την Μαρκησίας. Ο Ντικ είναι για τον Ντίκενς το παράδειγμα της μετάνοιας. Ξεφεύγει από το σχήμα «μόνο καλό- μόνο κακό», όπως και ο παππούς της Νελ, μόνο που εκείνος σπρώχνεται σ’  αυτήν την επιλογή από την εγγονή του. Ο Ντικ, ενώ ξεκινά ουσιαστικά ως πειθήνιο όργανο του Κουίλπ, κάνοντας ό,τι εκείνος του λέει, με απώτερο σκοπό να παντρευτεί την Νελ, όντας υπάλληλος των αδελφών Μπρούντζου, βλέποντας την αδικία και το κακό, ιδίως αυτό που κάνουν στον νεαρό Κιτ, θα αλλάξει μέσα του ριζικά. Βλέπει ακόμη την εκμετάλλευση στην νεαρή υπηρέτρια την οποία ονομάζει ο ίδιος Μαρκησία. Η καλοσύνη της, που πηγάζει από το γεγονός ότι είναι ο μόνος που την αναγνωρίζει ως άνθρωπο, ενώ τα αφεντικά της την είχαν δούλα, καθιστά την μετάνοια του Ντικ λυτρωτική για την εξέλιξη του μυθιστορήματος, καθώς σώζει τον Κιτ από την σκευωρία και την φυλακή. Και ο Ντικ, με ευγνωμοσύνη έναντι της υπηρέτριας, θα της προσφέρει την δυνατότητα να μάθει γράμματα, να καλλιεργήσει τον εαυτό της! Η μετάνοια κάνει τον άνθρωπο να βλέπει την προτεραιότητα του πλησίον του και μάλιστα στη ουσιαστική βελτίωσή του, που δεν μπορεί να έρθει με άλλον τρόπο πλην της παιδείας, όπως χαρακτηριστικά μας δείχνει και σ’  αυτό το μυθιστόρημα ο Ντίκενς.

           «Το Παλαιοπωλείο» δεν είναι από τα γνωστά μυθιστορήματα του συγγραφέα. Η μελέτη του όμως μας δείχνει για μια ακόμη φορά την δύναμη της πένας του και μας παροτρύνει να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Να διαπιστώσουμε ότι κλειδί για την νοηματοδότηση της ζωής μας είναι η ψυχή μας, όταν αυτή παλεύει τόσο εναντίον των παθών, όσο και εναντίον της κακίας και του κακού του κόσμου, με όποιον τρόπο μπορεί. Το χρειαζόμαστε ιδίως στους καιρούς του απόλυτου ατομοκεντρισμού και της αδιαφορίας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

7 Ιανουαρίου 2022

1/5/22

ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ...

                

 «Άλλος κόσμος ο δικός μου κι άλλος στην ματιά του κόσμου» (Σταμάτης Σπανουδάκης)

                Τι νόημα έχει μια γιορτή της πίστης για τους καιρούς μας; Οι περισσότεροι βλέπουν τα της Εκκλησίας στην προοπτική του πολιτισμικού. Κατάλοιπα του παρελθόντος, χρήσιμα, όχι πάντοτε αναγκαία, πάντως όχι και ενοχλητικά, όταν μάλιστα συνοδεύονται από αργίες, διακοπές, ξεκούραση, αλλαγή ρυθμού. Οι εντός Εκκλησίας αρκούμαστε στα «χρόνια πολλά», στον εκκλησιασμό, στην λήψη των συμπαρομαρτούντων, όπως είναι ο αγιασμός, ο άρτος, το αντίδωρο. Είναι γεγονός ότι πολλοί κοινωνούν συχνότερα από ό,τι στο παρελθόν. Το τι σηματοδοτεί όμως μια γιορτή για την ζωή μας, την ύπαρξή μας, τον κόσμο μας, δυσκολευόμαστε να αποτυπώσουμε στην πράξη, καθότι η καθημερινότητα μας τραβά με τις δικές της προτάσεις, εμπειρίες, απαιτήσεις.

                Κι αν για τους μεγαλύτερους υπάρχει ακόμη αυτό το ρίζωμα στην παράδοση, η νέα γενιά απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο. Λειτουργεί μιμητικά κι αυτό κάπως μας παρηγορεί. Όμως η γλώσσα, η χρονική έκταση των ακολουθιών, η απουσία λειτουργίας μετά την λειτουργία στις περισσότερες ενορίες, καθιστά την γιορτή ένα οικογενειακό γεγονός με εκκλησιαστική συμμετοχή, χωρίς να είναι το αντίστροφο, δηλαδή εκκλησιαστικό γεγονός με οικογενειακή συμμετοχή. Αν πάψει η οικογένεια να κρατά την εκκλησιαστικότητα, τότε εκείνη δεν διαχέεται στην ζωή του ανθρώπου.

                Κι αν τα Χριστούγεννα συνοδεύονται από πλήθος εθίμων, στα οποία όλοι σχεδόν μετέχουν κατά κάποιον τρόπο, με αποτέλεσμα η γιορτή να κρατά την σημασία της, έστω και με τον Χριστό απόντα για τους πολλούς, γιορτές όπως τα Θεοφάνια μένουν στο πλαίσιο του θεάματος της ρίψης του σταυρού και της ευλόγησης των υδάτων ή της πόσης του αγιασμού και του κρατήματός του στα σπίτια, χωρίς να σηματοδοτείται η ανακαίνιση της ύπαρξης που συνοδεύει τον καινούργιο κόσμο του Θεού στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε. Διότι ο αγιασμός αυτό φανερώνει: ότι κάθε τι το υλικό, όταν συναντιέται με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ανακαινίζεται. Δεν χάνει την σύστασή του, αλλά αποκτά και ένα νέο περιεχόμενο. Το νερό δεν καθαρίζει μόνο το σώμα, αλλά διά του βαπτίσματος αλλάζει τον προσανατολισμό της ψυχής: αφήνει στην άκρη τον παλαιό άνθρωπο, τον θεληματάρη, αυτόν που θεοποιεί τον εαυτό του, και τον κάνει ξανά παιδί του Θεού, δηλαδή ευγνώμονα για την αγάπη, οπλισμένο με την πίστη και ελπιδοφόρο ότι κάθε έργο μας γίνεται χαρά όταν μοιράζεται με τον πλησίον.

                Η ματιά του κόσμου καθιστά τον δικό μας κόσμο άλλον από αυτόν που είναι. Δεν είναι μόνο ότι ο κόσμος κείται εν τω πονηρώ. Είναι ότι όσοι θα θέλαμε να έχουμε εμπειρία του τρόπου της πίστης, του τρόπου του Θεού, χρειάζεται να κάνουμε ένα βήμα υπέρβασης της αυτάρκειας του πολιτισμικού, για να παλέψουμε στην κατεύθυνση της υπαρξιακής μας αναγέννησης. Σ’  αυτό η εκκλησιαστική ζωή συντείνει, με την εικονογραφία, την υμνογραφία, την λειτουργική μας παράδοση. Θέλει όμως να βγούμε από την παθητικότητα και να μελετήσουμε, να ζήσουμε, να μοιραστούμε τον τρόπο.

                Χρειαζόμαστε «λόγο, έργο, νόημα» (Δ. Σολωμός), όχι για να φανερωθεί ο Θεός στον κόσμο, διότι αυτό είναι ανεξάρτητο από εμάς και συντελείται διαρκώς, αλλά για να οικειωθούμε την φανέρωση. Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά σε όλους. Η ελπίδα βεβαίως παραμένει ακμαία διότι εν Αγίω Πνεύματι είναι η ανακαίνιση. Ας κάνουμε όμως κι εμείς αυτό που μπορούμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Ιανουαρίου 2022

1/4/22

ΔΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (ΝΟΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ)


«Τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω. Τοῦτο δέ ποιῶ διά τό Εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνός αὐτοῦ γένωμαι»
(Α’ Κορ.  9, 22-23)-Αποστολικό ανάγνωσμα της λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, Εσπερινός Θεοφανίων

«Για τους πάντες έγινα τα πάντα, έτσι ώστε με κάθε τρόπο να σώσω μερικούς. Όλα αυτά τα κάνω για το ευαγγέλιο, ώστε να μπορέσω και εγώ να συμμετάσχω στα αγαθά του» 

            Η εορτή των Θεοφανίων κλείνει ουσιαστικά το Άγιο Δωδεκαήμερο. Ο λαός μας την έχει συνδέσει με κάποια πολύ όμορφα έθιμα, όπως ο αγιασμός των υδάτων σε θάλασσες, λίμνες, δεξαμενές, οι κολυμβητές που πέφτουν στο νερό για να πιάσουν τον σταυρό και να το έχουν αυτό ως ευλογία και τιμή, το πέρασμα του ιερέα από τα σπίτια (ο κορωνοϊός ουσιαστικά βάζει τέρμα στην παλαιά αυτή και ευλογημένη συνήθεια), την νηστεία της παραμονής, και φυσικά τις ιστορίες με τους καλικάντζαρους που πριονίζουν το δέντρο της γης και που η αγιαστούρα του ιερέα  έρχεται να τους ξαναρίξει οριστικά στα καταχθόνια για έναν ολόκληρο χρόνο. Τα Θεοφάνια όμως έχουν μηνύματα τα οποία εμπερικλείονται στην λέξη «Ευαγγέλιο». Διότι γι’ αυτό φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός, κατ’ αυτή την ημέρα: για να ξεκινήσει για τον κόσμο μια καινούργια εποχή, αυτή του Ευαγγελίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, η εποχή της Βασιλείας των Ουρανών.

            Ο αποστολικός λόγος στον Εσπερινό της μεγάλης εορτής είναι ξεκάθαρος: ο απόστολος γίνεται μιμητής του Χριστού στην διάδοση του Ευαγγελίου και το Ευαγγέλιο έχει ως βάση το «τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα». Διότι αυτό σπουδάζουμε στις λεπτομέρειες της εορτής των Θεοφανίων. Έναν Θεό που έγινε για τους πάντες τα πάντα. Έγινε άνθρωπος, προσλαμβάνοντας την φύση μας κατά πάντα, πλην της αμαρτίας, πλην δηλαδή της αυτοθέωσης, της επιθυμίας μας να είμαστε θεοί αφ’ εαυτού μας. Μετείχε σε συνήθειες της καταγωγής Του, όπως η περιτομή και η προσκύνηση στον ναό των Ιεροσολύμων κατά τις ημέρες του Πάσχα. Έζησε εν υπακοή στην μητέρα Του και στον κατά κόσμον προστάτη Του τον Ιωσήφ. Και μπήκε στην σειρά με τους αμαρτωλούς, τους τελώνες, τους στρατιώτες, τους άνδρες και τις γυναίκες που εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους ενώπιον του Θεού στον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο οποίος γνώριζε ότι ο Χριστός δεν ήταν ένας από τους πολλούς, αλλά ο Ένας. Εισήλθε στο νερό του Ιορδάνη ποταμού για να αγιάσει τον κόσμο και να αντιστρέψει την πορεία όλων μας προς τον θάνατο, σωματικό και πνευματικό, διά της ταπεινώσεως. Και δίδαξε την καινή εντολή, αυτή της αγάπης προς όλους ανεξαιρέτως, φίλους και εχθρούς, φτάνοντας μέχρι και στον σταυρό, τα πάθη και τον θάνατο, στο τελευταίο δηλαδή σημείο της φύσης μας που είναι το σωματικό τέλος, η έξοδός μας από τον χρόνο, για την σωτηρία μας. Κι αυτό έκανε και ο απόστολος Παύλος ο οποίος κήρυξε με τέσσερις μεγάλες περιοδείες στις ρωμαϊκές κτήσεις της Ευρώπης και της Ασίας την αλήθεια, υποφέροντας και θυσιαζόμενος καθημερινά, προσπαθώντας να γίνει ό,τι ήταν ο κάθε λαός τον οποίο επισκεπτόταν, πλην αμαρτίας, ώστε να δώσει το μήνυμα ότι ο χριστιανός δεν αποκόπτεται από τον κόσμο, αλλά τον αγκαλιάζει στα σημεία που δεν βλάπτεται πνευματικά, ώστε να βοηθήσει και άλλους να σωθούν.

            Γι’ αυτό και η εορτή των Θεοφανίων είναι υπόμνηση της σωτηρίας μας. Τα έθιμά της, ευλογημένα και όμορφα, δεμένα με τις παραδόσεις του λαού μας, δεν είναι απλά συνήθειες που συνοδεύουν μια γιορτή, αλλά αποτυπώνουν μηνύματα για την σωτηρία μας. Αγιάζεται η φύσις των υδάτων με τον σταυρό, διότι ο Χριστός ήρθε για να θυσιαστεί, να μας αγαπήσει μέχρι θανάτου, και μόνο με τον σταυρό τα πάντα γίνονται καινούργια, αγιάζονται. Δεν είναι μαγεία ο αγιασμός, αλλά αρχή αγάπης. Για να μετάσχουμε στον αγιασμό χρειάζεται να αγαπούμε, να συγχωρούμε, να εμπιστευόμαστε τον Θεό, ιδίως στις δοκιμασίες μας. Και ο αγιασμός έρχεται σε όλο τον κόσμο διότι ο Θεός δεν έπλασε κάτι που να το θέλει χωρίς σημάδια μετοχής στην αγάπη Του. Πίνουμε κι εμείς τον Αγιασμό, για να ευλογηθούμε, να αγιαστούμε και σωματικά, διότι και το σώμα μας μετέχει της χάριτος του Θεού και όχι μόνο η ψυχή, αλλά και να νιώσουμε ότι η αγάπη του Θεού είναι απτή, αγκαλιάζει και τις αισθήσεις μας και μας σώζει συνολικά. Οι κολυμβητές πιάνουν τον σταυρό, διότι ο σταυρός είναι η τιμή και το καύχημά μας, ο προορισμός όλων μας και ο σταυρός, παρά την δοκιμασία που κρύβει, καθώς μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη θέλει κόπο και αυταπάρνηση, είναι η προϋπόθεση της αναστάσιμης χαράς. Ακόμη και ο αγιασμός των σπιτιών και των υποστατικών είναι σημάδι ότι κάθε έργο μας ευλογείται, αρκεί να είναι έργο αγάπης. Αλλά και το παραμύθι των καλικάντζαρων μας δείχνει ότι ο διάβολος και τα δαιμόνια πριονίζουν το δέντρο της γης με την κακία και αγωνίζονται να προσεγγίσουν όσους περισσότερους στο παιχνίδι της καταστροφής, ωστόσο η χάρις του Θεού, με μία απλή κίνηση, τον αγιασμό διά του σταυρού, κλείνει τον φόβο και τον θάνατο στα καταχθόνια της γης.

            Στον κόσμο που ζούμε, στους εορταστικούς κύκλους που το κοσμικό πνεύμα έχει φτάσει να τους θεωρεί συνήθειες του χτες, που δεν γεμίζουν με φως και ελπίδα την ζωή μας, αλλά αποτελούν μικρές μόνο ανάπαυλες που δεν αλλάζουν την πορεία της ανθρωπότητας προς τον θάνατο, ας θυμόμαστε ότι η φανέρωση της Αγίας Τριάδος στον Ιορδάνη ποταμό, είναι το δικό μας Ευαγγέλιο της αγάπης. Ο Πατέρας αγαπά τον Υιό και τον κόσμο που δημιούργησε και θέλει τον αγιασμό των πάντων. Το Άγιο Πνεύμα, εν είδει περιστεράς, πετά πάνω από το κεφάλι του Υιού, για να δείξει ότι όποιος Τον ακολουθεί στην αγάπη πετά πάνω από την κακία, τον θάνατο, την απόγνωση και σώζεται. Και ο Υιός μας υπενθυμίζει ότι η κοινωνία μαζί Του διά της τηρήσεως των εντολών του Ευαγγελίου που είναι ο Ίδιος, η χαρμόσυνη είδηση ότι «ουκ έτι θάνατος κυριεύει» τον κόσμο, είναι η αρχή της ζωής με νόημα. Όλα αυτά βιώνονται στην Εκκλησία, που υπερβαίνει την συνήθεια και μας οδηγεί στο «αρκεί η αγάπη»!

            Χρόνια πολλά, ευλογημένα, φωτισμένα!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Ιανουαρίου 2022

Άγια Θεοφάνια