7/4/26

ΠΡΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΑΣΑΝΙΣΑΙ ΗΜΑΣ

 
«Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ.  8, 29)

Καὶ μὲ κραυγὲς τοῦ ἔλεγαν· «Τί δουλειὰ ἔχεις ἐσὺ μ᾿ ἐμᾶς, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ῏Ηρθες ἐδῶ νὰ μᾶς βασανίσεις πρὶν τὴν ὥρα μας;» 

            Ένα από τα πιο συγκλονιστικά θαύματα του Ιησού είναι αυτό της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών. Οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονταν και βασάνιζαν. Ήταν ζωντανοί- νεκροί, καθώς κατοικούσαν στα μνήματα, ενώ οι δαίμονες είχαν αλλοιώσει την όψη του προσώπου τους κάνοντάς τους τόσο φρικτά άσχημους, ώστε κανείς να μην τολμά να περάσει μπροστά τους, κανείς να μη θέλει να τους ατενίσει. Κι όταν ο Χριστός τους θεραπεύει, διώχνοντας τα δαιμόνια από μέσα τους, εκείνα θα εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων και θα τη γκρεμίσουν στη  θάλασσα, δείχνοντας το μέγεθος της κακίας του διαβόλου, ο οποίος δεν ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους, αλλά και όλη τη δημιουργία του Θεού.  Και θα συνεχίσει ο διάβολος να ταλαιπωρεί και τους υπόλοιπους κατοίκους των Γεργεσηνών, οι οποίοι θα αρνηθούν στον Χριστό να παραμείνει ανάμεσά τους, διότι ελέγχονται από τον Κύριο, αισθάνονται ότι ξεσκέπασε τη γύμνια της καρδιάς τους, την υποκριτική τήρηση των εντολών του Μωσαϊκού νόμου, ο οποίος δεν επέτρεπε την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, αλλά οι ίδιοι το πουλούσαν στους ειδωλολάτρες προς ίδιον όφελος, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να αντέξουν την καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, ζώντας οι ίδιοι την κόλαση των δαιμονισμένων.  

            Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση των δύο δαιμονισμένων προς τον Χριστό, όταν ο Κύριος τους πλησιάζει. «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς», του λένε. « Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας». Ποια είναι η κανονική ώρα της βασάνου; Είναι η κόλαση, είναι ο αιώνιος θάνατος τον οποίο βιώνει ο άνθρωπος που δεν αγαπά Θεό και ανθρώπους, ο άνθρωπος που αρνείται τον προορισμό του, να είναι δηλαδή εικόνα Θεού και να έχει πλαστεί για να μοιάσει στον Θεό. Ο άνθρωπος τότε θα βιώνει την κατάσταση των δαιμονισμένων, αλλά και των Γεργεσηνών. Θα είναι ακοινώνητος. Φριχτός για τους άλλους, που δεν θα θέλει να τους βλέπει και ούτε εκείνοι να τον βλέπουν. Δεν θα θέλει ίχνος Θεού, ίχνος καλού στη ζωή του, αλλά θα έχει για θεό τον εαυτό του, το συμφέρον του, τον τρόπο του, θα νιώθει την παρουσία του Θεού και θα αρνείται να ανοίξει τα μάτια του σ’ Αυτόν. Και ό,τι ξεκινήσει ψυχικά , μετά τον θάνατο, θα επεκταθεί και σωματικά, μετά την Ανάσταση των νεκρών, τη Δευτέρα Παρουσία.

            Ζούμε σε έναν καιρό στον οποίο αισθανόμαστε ότι η παρουσία του Χριστού βασανίζει τον κόσμο. Του υπενθυμίζει την ειρήνη και τη συμφιλίωση, ενώ ο κόσμος θέλει την εξουσία και τη βία για να πετύχει το σκοπό του. Του υπενθυμίζει την κοινωνία της σχέσης και της αγάπης, ενώ ο κόσμος θέλει τη χρήση του άλλου και της κτίσης για να είναι ευχαριστημένος. Του υπενθυμίζει το μέτρο και την ασκητικότητα, ενώ ο κόσμος θέλει την άνεση και την πολυτέλεια. Του υπενθυμίζει ότι η ζωή έχει συνέχεια μετά τον θάνατο εν αγάπη, ενώ ο κόσμος επιλέγει το μηδέν, για να ζήσει καλά εδώ, με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Του υπενθυμίζει ότι υπάρχει ο τρόπος της Εκκλησίας που είναι ο τρόπος της αγάπης, της εξόδου από την αποκλειστικότητα του εγώ, της υπέρβασης του ιδίου θελήματος και του μοιράσματος, ενώ ο κόσμος ζητά τα πάντα να περιστρέφονται γύρω από το εγώ, το δίκιο, το δικαίωμα. Γι’ αυτό ο κόσμος βασανίζεται πρόωρα. Όποιος πιστεύει στον Χριστό περνά σταυρούς, αλλά δεν είναι μόνος. Και μέσα από τη σχέση με τον Χριστό παίρνει ζωή και αλλάζει ζωή. Αυτή είναι η καινούργια αρχή που μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή και να αφήσουμε το πνεύμα και τον τρόπο του κακού στη άκρη, καθιστάμενοι εν Χριστώ νέοι, καινούργιοι άνθρωποι, με ελπίδα και στο τώρα και στην αιωνιότητα.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε’ Ματθαίου

 

 

6/30/26

Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ

                Η σπουδαία ιατρός και επιδημιολόγος της διατροφής κ. Αντωνία Τριχοπούλου λέει για τις ημέρες μας: «Οι νέοι εγκαταλείπουν τη μεσογειακή διατροφή. Εγκαταλείπουν το κρασί και πηγαίνουν στα σκληρά ποτά, εγκαταλείπουν τα αφεψήματα και πηγαίνουν στα τσάγια και παίρνουν πολλά συμπληρώματα που δεν τα έχουν ανάγκη» (περιοδικό «Γαστρονόμος»). Τα λόγια της δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μία διατροφική πραγματικότητα εντυπωσιασμού, τυποποίησης, μιμητικότητας, έχοντας εγκαταλείψει τη διατροφική μας παράδοση, η οποία δεν έγκειται μόνο στο είδος της τροφής που τρώμε, αλλά έχει να κάνει με τη συντροφικότητα, το τραπέζι, την κοινωνικότητα, το «να μοιράζεσαι ψωμί» με τον άλλον, να συζητάς, να ασχοληθείς και με την τροφή, αλλά και τους ανθρώπους που είσαι μαζί τους.

                Ζούμε στην εποχή του ντελίβερι. Ακόμα και τον καφέ μας βαριόμαστε να τον φτιάξουμε μόνοι μας και προτιμούμε να τον αγοράσουμε ή να τον παραγγείλουμε. Δεν είναι ότι μας λείπει ο χρόνος. Είναι ότι επιζητούμε το έτοιμο και όχι τον κόπο. Είναι ότι δεν δίνουμε σημασία στο να προετοιμάσουμε με αγάπη αυτό που θα το απολαύσουμε όσο είναι δυνατόν, αλλά προτιμούμε να ξοδέψουμε χωρίς να νιώθουμε την αξία της χαράς τού να δημιουργείς.

                Δεν είναι θέμα νοστιμιάς. Είναι θέμα αγάπης. Φτιάχνοντας φαγητά, γίνεσαι καλύτερος μάγειρας. Αλλά για να φτιάξεις, πρέπει να νιώσεις την ανάγκη να μοιραστείς. Να προσφέρεις. Να κατανοήσεις ότι δεν είναι χάσιμο χρόνου το να ασχοληθείς με το φαγητό, αλλά ξόδι καρδιάς κι αγάπης από μέσα σου, για να δείξεις σε όσους νιώθεις οικείους ότι τους δίνεις κάτι από σένα. Κι έτσι, έχουμε ξεχάσει και το «ευχαριστώ». Συχνά λέω στους μαθητές μου: «μη σκεφτείτε αν και πόσο νόστιμο ήταν το φαγητό που φάγατε από τη μητέρα ή τη γιαγιά ή τον πατέρα σας. Σκεφτείτε ότι σας αγαπούν και σας μαγείρεψαν. Πείτε τους ευχαριστώ και φάτε, έστω και λίγο, για να τους τιμήσετε». Ας μην αναρωτιόμαστε για τους  ανικανοποίητους νέους των καιρών μας. Όταν το ντελίβερι είναι κανόνας, όταν το έτοιμο τυποποιημένο φαγητό βγαίνει από την κατάψυξη, ίσα για να ξεγελαστεί η πείνα, όταν το τραπέζι δεν στρώνεται και δεν είναι γιορτή, όταν τα κινητά παραμένουν ανοιχτά, τότε πώς να εκτιμήσουν τη φύση, τον άνθρωπο, τον κόπο, το ίχνος της ψυχής που κατατίθεται στο φαγητό; Πώς να εκτιμήσουν μετά κάτι δημιουργημένο με αγάπη, όταν τα έχουν όλα έτοιμα, όμως απρόσωπα;

                Η ελληνική γη παραμένει πλούσια. Τα λαχανικά, τα φρούτα, τα κτηνοτροφικά προϊόντα της μπορούν να γεμίσουν το τραπέζι μας. Η μοντερνιά των καιρών μας θέλει να τρώμε «γκουρμέ», να πίνουμε ξένα ποτά, να προσέχουμε τη σιλουέτα μας σε βαθμό ανορεξίας, να επιζητούμε το εξεζητημένο. Όπου βάζουμε τον χαρακτήρα της γης και της παράδοσής μας στη διατροφή, μαμάδες και μπαμπάδες, γιαγιάδες και παππούδες, τότε διαπιστώνουμε ότι τα φαγητά μένουν στη μνήμη των παιδιών. Δεν είναι η γεύση μόνο, είναι το πρόσωπο που τα ετοιμάζει, με την αγάπη του. Αν το ψάξουμε λίγο, θα βρούμε υπέροχα ελληνικά προϊόντα, νόστιμα, υγιεινά, που χωρίς υπερβολές ομορφαίνουν τη διατροφή μας, αλλά και γίνονται αφορμή να την κάνουμε γιορτή.

                Ας το συνδυάσουμε με την ευχαριστία στον Θεό για τα όσα μας χαρίζει, αλλά και με την ομορφιά της παρέας. Η οικογένεια πρέπει να κάθεται γύρω από το κοινό τραπέζι. Για να ξαναβρεί τη χαρά της συνύπαρξης, της προσφοράς, της αγάπης που…τρώγεται! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Ιουλίου 2026

 

Η φωτογραφία είναι του φίλου Βασίλη Μαλισιόβα

6/28/26

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ 

Πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει η πολιτική; Η οικογένεια; Η κοινωνία; Αυτό είναι το ερώτημα το οποίο δεσπόζει στο νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και συνοδοιπόρου εκπαιδευτικού Λιάνας Τσιρίδου «Περασμένα, ξεχασμένα» που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ. Και οι τρεις χώροι, πολιτική, οικογένεια, κοινωνία συνδέονται με έναν επιπλέον παράγοντα, εκτός από τους ανθρώπους: τον χρόνο, είτε ως φίλο είτε ως εχθρό.

Ως φίλος ο χρόνος «ιάται», γιατρεύει το ψεύτικο, χωρίς να το καταργεί. Το ψέμα είναι, άλλωστε, μεγαλύτερο τραύμα από την αλήθεια. Έτσι κι αλλιώς, και τα δύο δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Το ψέμα, διότι δεν μπορείς, ακόμη κι αν το υιοθετήσεις, να ξεγελάσεις μ’ αυτό τη συνείδησή σου, ίσως να τη φιμώσεις μόνο. Όμως μέσα σου καλά το γνωρίζεις   ότι η διαφθορά γεννά ένα υπαρξιακό κενό, το οποίο συνήθως το καλύπτει το χρήμα, η ηδονή, η δόξα. Όμως και τα τρία είναι πρόσκαιρα. Η αλήθεια είναι κι αυτή τραύμα, γιατί σε φέρνει μπροστά στο συγκλονιστικό ερώτημα πόσο ισχυρό είναι το κακό στη ζωή σου, που δεν σε αφήνει να μιλήσεις ή δεν σε αφήνει να νικήσεις. Το σκοτάδι, είτε του ψέματος είτε της αλήθειας, σε κάνει να υποφέρεις, να εγγίζεις τα όρια του τραγικού. Θέλει δύναμη για γνωρίσεις όχι μόνο τον μέσα κόσμο σου, αλλά και όσα σε περιβάλλουν, με κίνδυνο να αποδομήσεις και να αποδομηθείς. Οι περισσότεροι συμβιβαζόμαστε.

Ο ευαγγελικός λόγος επισημαίνει ότι «η αλήθεια ελευθερώνει» (Ιωάν. 8,32). Ο μεγάλος μας ποιητής όμως έρχεται να κάνει μία αντιδιαστολή: « Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»  (Οδ. Ελύτης, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»). Και η αλήθεια δεν μπορεί να βιωθεί εκτός των προσώπων, εκτός της σχέσης. Γι’ αυτό και η αλήθεια γίνεται κατάσταση που θυμίζει την αρχαία τραγωδία. Ο μάντης Τειρεσίας λέει στον Οιδίποδα: «είπερ γ’ εστί της αληθείας σθένος» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 369), θέλοντας να δείξει ότι η αλήθεια είναι επιλογή μας. Και ο τραγικός ήρωας , λίγο πριν συνειδητοποιήσει τι έχει πράξει, ακούγοντας τον λόγο του βοσκού που τον έσωσε στον Κιθαιρώνα, καταστρέφοντάς τον, θα απαντήσει στο «Προς αυτώ τω δεινώ ειμί λέγειν. - Κάγωγ’ ακούειν. Αλλ’ όμως ακουστέον» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 1169-1170). Αυτή είναι η τραγικότητα του ανθρώπου, όταν δεν θέλει να παραμείνει στο ψέμα.  Να υποστεί τις συνέπειες της αλήθειας, έναν δρόμο που δεν είναι για όλους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική ηρωΐδα του μυθιστορήματος ονομάζεται Ιφιγένεια, αυτή που θυσιάστηκε για έναν πόλεμο, αυτή που έμμεσα προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα της, αυτή που επέστρεψε τελικά από τη χώρα των Ταύρων, διότι κάποια στιγμή η αλήθεια φανερώνεται, όσο σκοτάδι κι αν την κρύψει, όσα συμφέροντα κι αν την καλύψουν. Μόνο που ο καθένας έχει τα όρια του και τις αντοχές του. Είναι κάποτε τραγικό πρόσωπο, αλλά ίσως δεν χρειάζεται να σηκώσει όλο το βάρος, ιδίως αν δεν είναι δική του η ευθύνη.

Το ερώτημα της αλήθειας δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόσωπο, αλλά και με το σύνολο, το σώμα. Το απαρτίζουμε άραγε μέλη που νικιόμαστε από τα τρία Φ, τη φιλαυτία, τη φιληδονία, τη φιλοδοξία, ή στόχος μας είναι το φως; Μια ματιά γύρω μας δείχνει ότι ο εγωκεντρισμός/ατομικισμός εκμαυλίζει συνειδήσεις. Πάσχουμε από έναν μιθριδατισμό. Δεν μας συγκινεί η κατίσχυση του ψέματος και γι’ αυτό δεν υποχωρεί. Έχουμε συμβιβαστεί με το κακό  και γι’ αυτό δεν αλλάζει η συλλογική μας πορεία. Άλλωστε, η ηθική θεωρείται παρωχημένη στους καιρούς μας. Είναι μία ιστορία για λίγους, εφόσον οι πολλοί νοιαζόμαστε μόνο για το ίδιον όφελος. Ίσως όμως αυτό να είναι και ένα φαινόμενο στους χώρους και στους χρόνους της ισχύος. Οι αδύναμοι παλεύουν για το καλό.

Η Ιφιγένεια καταφέρνει τα δικά της μικρά πλήγματα, σώζοντας τα θύματα του trafficking που οργάνωσε ή ανέχτηκε ο πολιτικός πατέρας της, εξυπηρετώντας μια επαρχιώτικη διαπλοκή, μικρογραφία της κεντρικής. Όμως η ηρωΐδα, με την τρυφερότητα του παιδιού, δεν θα διαγράψει από τη συνείδησή της τον πατέρα ως πρόσωπο, κρατώντας τον χαρακτηρισμό της «σουρλουλούς» που της απέδωσε εκείνος από την παιδική της ηλικία. Οι αμαρτίες δεν καταργούν τη σχέση, το πρόσωπο, τη συγγένεια. Όσο κι αν αποδομείται η φαντασίωση της τελειότητας, δεν σβήνει η αγάπη. Η ψυχική δύναμη της Ιφιγένειας έγκειται στο ότι θα πονέσει για όσα ανακαλύπτει, αλλά δεν θα κάνει πίσω. Τουλάχιστον η αλήθεια την ελευθερώνει.

Η συγγραφέας θέτει με τον δικό της, τρυφερά γυναικείο, συγκρατημένο, ευαίσθητο, αλλά και αυθεντικό τρόπο τα ερωτήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να διαβάσει ένα μυθιστόρημα κατεξοχήν πολιτικό. Ξεχωρίζει η μοναδική Ερατώ. Αυτή η οποία δείχνει ότι οι «κακοί» της Ιστορίας δεν βρίσκονται μόνο στη συντηρητική πλευρά. Οι υποκριτές δεν έχουν ιδεολογία. Η αλήθεια προφανώς έναντι θανάτου δίδεται, κι ας μην είναι ο βιολογικός. Ο θάνατος των βεβαιοτήτων, ο θάνατος της δοτής ταυτότητας, ο θάνατος της απόλυτα καλής ιδεολογίας είναι το τίμημα της αλήθειας. Για να απογαλακτιστείς, θέλει ψυχή, χαρακτήρα, πίστη στο φως και αποφασιστικότητα. Και ο απογαλακτισμός αλήθεια είναι. Μαζί και ευθύνη.

Ένα από τα πιο δυνατά μηνύματα του μυθιστορήματος, που με μαστορικό, αλλά και ρεαλιστικό τρόπο περνά η συγγραφέας, είναι το «ΟΧΙ» στην κολακεία και το ψέμα. Μπορεί να μοιάζουμε οι άνθρωποι που θέλουμε την αλήθεια αδύναμοι, ταπεινοί, κάποτε συμβιβασμένοι, αλλά γνωρίζουμε. Και αυτός που γνωρίζει δεν είναι ψεύτικος. Γι’ αυτό και μας χρειάζεται παιδεία που θα λειτουργεί αφυπνιστικά ως προς τη συνείδηση και που δεν θα κολακεύει, υποδουλώνοντας τον άνθρωπο στα γρανάζια ενός συστήματος που δεν θέλει ελεύθερα πρόσωπα.

Η συγγραφέας με την οποία συμπορευτήκαμε δεκατρία σχολικά χρόνια, μοιραστήκαμε και μοιραζόμαστε με τιμιότητα και αγάπη προβληματισμούς και θεάσεις της ζωής, ανεξαρτήτως των αναμενόμενων διαφορών, φέρνει στον νου μας τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου: «Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά/ που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης/ με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά». Την ευχαριστούμε για την τιμή να μιλήσουμε για το βιβλίο της και ευχόμαστε  να δώσει κι άλλες αφορμές για λογοτεχνικά και υπαρξιακά ταξίδια! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ομιλία στην παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου

της Λιάνας Τσιρίδου

Κέρκυρα, 17 Ιουνίου 2026

6/26/26

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΡΑΗΛΙΤΕΣ


 «Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)

῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα». 

            Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.

            Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.

            Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Ιουνίου 2026

Κυριακή Δ’ Ματθαίου

6/24/26

ΦΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

                

Τα διάφορα φαινόμενα συγκρότησης εφηβικών συμμοριών, άσκησης βίας και σχολικού εκφοβισμού από την μία, αλλά και η εφηβική μοναξιά και απομόνωση από την άλλη, που κάνει πολλούς εφήβους να κλείνονται μπροστά στην οθόνη του κινητού επί ώρες, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, είναι συμπτώματα ασθενικής λειτουργίας της οικογένειας ως βασικού πυρήνα διαμόρφωσης σχέσεων και ταυτότητας για τα παιδιά. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου προφανώς και παίζει ρόλο στην κοινωνικότητα του. Το ίδιο και δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τη διάσπαση προσοχής ή με ενδοψυχικές συγκρούσεις, ενισχύουν είτε την κλειστότητα είτε την ανάγκη αποδοχής με κάθε τρόπο, ακόμη και με τη βία, τη μαγκιά, την επίδειξη. Όμως δεν παύει η οικογένεια να αποτελεί τον πυρήνα εκείνον στον οποίο είτε ο έφηβος θα έχει λάβει δημιουργική αποδοχή, με αποτέλεσμα να μπορεί να την εκπέμψει, είτε όχι, κάτι που επιφέρει αποκλίνουσες συμπεριφορές.

                Οι εφηβικές φιλίες έχουν έναν χαρακτήρα εξιδανίκευσης. Αυτός ή αυτή που μπορεί να με ακούσει ανά πάσα στιγμή, να αισθάνομαι εμπιστοσύνη, να μοιραστώ μαζί του και μαζί της τα ερωτικά μου καρδιοχτύπια, τις απόψεις μου για τους γονείς μου, για τους καθηγητές μου, για τον κόσμο και τη ζωή, να κάνω τις μικρές αμαρτίες της εφηβείας, όπως είναι ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ξενύχτι, η απόφαση να μην ενημερώσω τους γονείς μου για το πού είμαι, αλλά και το δέσιμο το ψυχικό, που γίνεται κοινωνικότητα δυνατή και όμορφη, ακόμη και στις δυσκολίες, όπως τις βλέπουν οι μεγαλύτεροι. Γι’ αυτούς τους λόγους οι έφηβοι αισθάνονται πολύ μεγάλη προδοσία την ελάχιστη διαφοροποίηση των φίλων τους, την είσοδο άλλων μελών στην παρέα που επιφέρει ζήλεια, καταστάσεις που οδηγούν σε ένα αίσθημα ματαίωσης.

                Και οι γονείς; Πόσο παρεμβατικοί μπορούν να είναι σε παρέες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κακές»; Η απάντηση δεν μπορεί να έρθει αν δεν υπάρχει προληπτική λειτουργία της οικογενειακής σχέσης. Αν οι γονείς δεν νοιάζονται για τα παιδιά τους όχι απλώς προσφέροντάς τους τα πάντα, διότι αυτό μοιάζει αυτονόητο, αλλά δείχνοντάς σε αυτά ότι αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους, όχι όμως άνευ όρων. Αποδέχομαι το παιδί μου σημαίνει αποδέχομαι το πρόσωπό του, την μοναδική του αξία, την γονεϊκή αγάπη ως αναντικατάστατη και πηγαία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απόφαση να μην παρέμβω με τρόπο αγωγής, οριοθέτησης, ακόμη και ελεγχόμενης σύγκρουσης στην πορεία της ζωής του.

                Η μοντερνιά λέει ότι το παιδί ξέρει. Είναι μία καταστροφική αντίληψη, που έρχεται ως πράξη αντίστασης στον πατερναλισμό προηγούμενων γενεών, όπου τα παιδιά έκαναν ό,τι ήθελαν οι γονείς τους σε κομβικά σημεία της ζωής τους, όπως το επάγγελμα και ο γάμος. Το παιδί ξέρει προφανώς, αλλά δεν τα ξέρει όλα. Το παιδί καλείται να διαμορφώσει κρίση, συζητώντας, ακούγοντας, αντιδρώντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη την καθοδήγηση των γονέων του, κάποτε και με αποφασιστικό τρόπο. Και η καθοδήγηση έρχεται με την ενίσχυση της δυνατότητας του παιδιού να βλέπει το καλό και το κακό, το σωστό και το λανθασμένο, να έχει δηλαδή συνείδηση δυνατή, και να μπορεί να λέει ΟΧΙ όσο και όπου χρειάζεται.

                Αν οι γονείς δεν έχουν δουλέψει σ’ αυτή τη γραμμή, τότε η δυναμική και η δύναμη της εφηβείας δεν αντιμετωπίζεται. Είτε με θρασύτητα είτε με κρυψίνοια ο έφηβος θα σχετιστεί και θα δράσει όπως θέλει. Το κακό είναι ελκυστικότερο. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για τους γονείς να αφυπνιστούν. Να σταθούν δίπλα στο έφηβο παιδί τους και να παλέψουν με υπομονή και σταθερότητα να το βοηθήσουν να κάνει επιλογές που θα λειτουργήσουν δημιουργικά. Αρκεί οι γονείς να δούνε τον εαυτό τους όχι αυτομαστιγωτικά, αλλά στην προοπτική της νέας αρχής. Κι εδώ η πίστη είναι μεγάλη βοήθεια. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 24 Ιουνίου 2026

6/19/26

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

 «Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. 

            Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.

            Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία   του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου.

            Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας.

            Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουνίου 2026

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

6/17/26

Η ΠΟΝΗΡΙΑ


Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «η πονηρία των ανθρώπων πίσω τους είναι κρυμμένη»
(από το «Γεροντικό»)

Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο αθώοι πρέπει να είμαστε εμείς και τα παιδιά μας στην πονηρία του κόσμου. Ταυτίζουμε την αναγνώριση των κακών κινήτρων στη σκέψη και τη συμπεριφορά των άλλων με την καχυποψία. Και δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι, να βλέπουμε δηλαδή πίσω από τις κινήσεις κάποιου ανθρώπου την ιδιοτέλεια, την πονηριά, την εκμετάλλευση. Θα θέλαμε να βλέπουμε τους ανθρώπους με θετική ματιά. Να μπορούμε να βλέπουμε στις κινήσεις τους την ειλικρίνεια, την αγάπη, την καλή διάθεση. Συνήθως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και φτάνουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε, τόσο για μας, όσο και για τα παιδιά μας, μήπως τελικά ο κόσμος είναι περισσότερο πονηρός και ιδιοτελής, από όσο θα θέλαμε να πιστέψουμε;

Η ηγεσία σήμερα, τόσο στην πολιτική, όσο και σε άλλους τομείς της ζωής, έχει ως προϋποθέσεις την εξυπνάδα και την προβλεπτικότητα. Ο έξυπνος άνθρωπος χαράζει δρόμους, με έμπνευση και μεράκι. Μπορεί να αξιοποιήσει τα χαρίσματα των άλλων, με τους οποίους πρέπει ή θέλει να συνυπάρξει. Χρειάζεται όμως να είναι και προβλεπτικός. Να βλέπει μέχρι πού φτάνουν οι ικανότητες των άλλων, αλλά και να διαβλέπει τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους, να είναι δηλαδή μελετητής χαρακτήρων. Η μελέτη προϋποθέτει την υπέρβαση της αφελότητας και τη διάγνωση της κακότητας και της ιδιοτέλειας, που κάνει άλλους ανθρώπους να θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτόν που έχει καλοσύνη.

Αυτό διαφαίνεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο φίλαυτος και φιλήδονος άνθρωπος δεν έχει ως κίνητρό του την αγάπη, αλλά την εκμετάλλευση των άλλων, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, χαρακτηρολογικά. Δεν τον νοιάζουν τα συναισθήματα των άλλων. Είναι έτοιμος να πληγώσει, διότι μέσα του έχει αποφασίσει ότι το «εγώ» του είναι η μοναδική του προτεραιότητα και αυτό οδηγεί στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Έτσι, λειτουργεί χειριστικά. Βαφτίζει, μάλιστα, τη χειριστικότητα «εξυπνάδα». Και είναι έτοιμος να «πατήσει επί πτωμάτων», αρκεί να αναδειχθεί ο ίδιος.

Αυτό το βλέπουμε συχνά και στα παιδιά των καιρών μας. Στηριγμένα σε ένα πλαίσιο φόβου για τα όρια, φόβου για τη σύγκρουση, φόβου για την ευθύνη της αγωγής, τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά ότι όλα τους επιτρέπονται, ακόμη και τα πιο άσχημα. Αρκεί να γκρινιάξουν, να πιέσουν, να κλάψουν και οι απαιτήσεις τους θα γίνουν αποδεκτές. Αυτό βαφτίζεται ελευθερία και «μοντερνιά». Έχουν πάντα δίκιο και οι γονείς αδυνατούν να τα βάλουν σε σειρά. Η άσκηση της γονεϊκής εξουσίας προϋποθέτει αποδοχή της αυθεντίας και της ευθύνης από μέρους τους, όχι με αυταρχικότητα και εγωκεντρισμό, αλλά με σταθερότητα και σαφήνεια. Ειδάλλως, αφήνουν τα παιδιά να προχωρούν σε έναν κόσμο πονηρίας. Αφού όλα μου επιτρέπονται και όλα τα δικαιούμαι, θα βρω τρόπο, αξιοποιώντας τα όπλα της προσωπικότητας, της απαίτησης, της άνευ όρων στήριξης των γονέων, της ανοχής του κόσμου και του πολιτισμού, του «έλα, δεν πειράζει, παιδί είναι, μην το στενοχωρείς», για να αισθανθούν δυνάστες.

Ο ασκητικός λόγος μάς υπενθυμίζει ότι η πονηρία των ανθρώπων κρύβεται πίσω τους, δηλαδή δεν φαίνεται πάντοτε μπροστά, στο πρόσωπο, στο χαμόγελο, στην απαίτηση. Γίνεται ένα με την καρδιά τους. Γι’ αυτό καλούμαστε να γίνουμε «φρόνιμοι ως οι όφεις». Να διαβλέπουμε τον κίνδυνο, όχι απορρίπτοντάς τους με τρόπο κατάκρισης, αλλά  νιώθοντας πώς πρέπει να φυλαχτούμε. Να διδάσκουμε με επίγνωση, αλλά και να μη γινόμαστε εύκολα θύματα. Να μένουμε σταθεροί στις αρχές μας, αλλά και να απομακρυνόμαστε από εκείνους που δεν είναι ακέραιοι. Κι αν δεν μπορούμε να φύγουμε, να είμαστε στην άκρη. Αν όμως μπορούμε να επισημάνουμε την αλήθεια και να παλέψουμε, να μην κρυβόμαστε. Είναι θέμα χαρακτήρα, αγωγής και παιδείας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 17 Ιουνίου 2026