10/10/26

ΟΙ ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ


  «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3, 10-11)

«Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀκολουθεῖ πλανερὲς διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μιὰ δυὸ φορές, κι ἂν δὲν ἀκούσει ἄφησέ τον, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, καταδικάζοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του». 

Η Κυριακή Δ’ Λουκά είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 367 Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αυτής που έδωσε θεολογικό και δογματικό τέλος στην Εικονομαχία, ξεκαθαρίζοντας ότι ο Χριστός και οι Άγιοι μπορούν να ιστορούνται στους ναούς και να τιμώνται από τους πιστούς. Ο Χριστός, διότι είναι ο Υιός του Θεού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, έγινε ένας από εμάς, και οι άγιοι, διότι είναι οι εικόνες του Θεού, τουτέστιν οι εικόνες του Υιού και Λόγου του Θεού και σωματικά και πνευματικά.

Ίσως αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτή η εορτή έχει κάποιο νόημα στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι έχουμε τη δυνατότητα, εφόσον είμαστε ενταγμένοι στην Εκκλησία και τη ζωή της, να γνωρίζουμε ποιες είναι οι αιρέσεις και να μην κινδυνεύουμε να πλανηθούμε. Τα χρόνια των Πατέρων οι αιρέσεις δίχαζαν την Εκκλησία. Ισχυρά πνευματικώς πρόσωπα είχαν ακολούθους και διέδιδαν τις πλανεμένες ιδέες τους στους πιστούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες διαμάχες και κίνδυνοι περί της αληθείας. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα τον εκκλησιαστικό αναφορικά με τα δόγματα. Υπάρχουν όμως συμπεριφορές και νοοτροπίες, οι οποίες λειτουργούν ως αφορμήσεις πλάνης και δυσκολεύουν την μαρτυρία του μηνύματος της Εκκλησίας στους καιρούς μας, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι φορείς τους διεκδικούν την αυθεντία, την βεβαιότητα ότι είναι οι σωστοί και αναζητούν και καταλογίζουν αιρετικές τοποθετήσεις σε όσους προσπαθούν να δώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη γλώσσα που καταλαβαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Φανατίζουν οι προστάτες του Θεού και δημιουργούν κλίμα διχασμού στην Εκκλησία. Αντί να φωτίζουν και να επισημαίνουν θέσεις, αναζητούν εχθρούς, κάτι που είναι το σήμα κατατεθέν του φανατικού. Πρέπει να έχω εχθρούς, για να δικαιολογώ την ύπαρξη και παρουσία μου.

Είναι πολλές οι αιρέσεις των καιρών μας, απότοκα του ανθρώπινου νου, ο οποίος δεν θέλει να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας, ούτε να θέσει την δική του ερμηνεία της αλήθειας στην κρίση της Εκκλησίας. Ίσως η δυσκολότερη και λιγότερη εμφανής να είναι η "αίρεση" της κατάκρισης της Εκκλησίας, των επισκόπων, της Ιεραρχίας, κληρικών, θεολόγων με βάση τις δικές του απόψεις, τις οποίες τις θεωρεί ως τις μόνες ορθές, και κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει ότι μόνο η δική του γραμμή οδηγεί στη σωτηρία. Σκάνδαλο για τους ανθρώπους αυτούς είναι ο κόσμος. Μπορεί ο κόσμος πάντοτε να κείται εν τω πονηρώ, όπως ο Χριστός ξεκάθαρα μας είπε, όμως δεν είναι για να απορρίψουμε τον κόσμο αυτή η θέση, αλλά για να τον αγαπήσουμε. Και τον αγαπάμε όταν με συμπάθεια και υπομονή διαλέγουμε τι δεν μας βλάπτει και επισημαίνουμε τι αποτελεί αμαρτία και κίνδυνο για τη σωτηρία μας. Η κλήση να ζήσουμε εκτός του κόσμου, εκτός από την υποκρισία και το ανέφικτο που κρύβει, όπως επίσης και μια φαρισαϊκή έπαρση ότι δεν είμαστε εμείς όπως οι λοιποί των ανθρώπων, είναι μία κλήση που αφήνει απρόσληπτο και αθεράπευτο τον κόσμο.

Η Εκκλησία πάντοτε κρίνει τον πολιτισμό, τις προκλήσεις του κόσμου, το ήθος του. Δεν φανατίζει όμως ούτε φανατίζεται. Αρνείται την μεγάλη «αίρεση» της εποχής μας που είναι η δοκησισοφία. Ο δοκησίσοφος έχει σχηματίσει μέσα του την εικόνα ότι κατέχει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ότι αυτή η Χάρη είναι αρκετή για να του δίνει το δικαίωμα να κρίνει τα πάντα, είτε τα γνωρίζει και τα έχει σπουδάσει, είτε όχι. Το τελευταίο είναι το χειρότερο. Ο δοκησίσοφος, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, έχει άποψη για ζητήματα που είτε ακουμπούν την πνευματικότητα είτε είναι εκτός αυτής, με αποτέλεσμα στους γνωρίζοντες να γελοιοποιείται. Δεν έχει όμως την ταπείνωση να ακούσει, να μάθει, να μελετήσει, καθώς ζει μέσα στη δική του αυτάρκεια. Έτσι, αντί να λειτουργήσει επαγωγικά, ξεκινά από την φιλοσοφική απαγωγή ότι ο κόσμος είναι κακός και αμαρτωλός σε όλα του και δεν κοιτά τι χρειάζεται αληθινά και πώς μπορούμε αυτό να το εντάξουμε ή να το κρίνουμε, οδηγώντας το στη θεραπεία στη δική μας αυθεντική Πνευματικότητα.

Και κάτι τελευταίο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν αυθεντικοί γνώστες των θεμάτων της κοσμικής πραγματικότητας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της κοσμολογίας, της θύραθεν σοφίας και προχωρούσαν στον διάλογο με την πίστη. Ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τέτοια παιδεία, ακολουθούσαν εκείνους που την είχαν και επικύρωναν με την πνευματικότητά τους και την αγιότητά τους τα συμπεράσματα της πίστης που οι κατηρτισμένοι Πατέρες συνέτασσαν. Οι σημερινοί δοκησίσοφοι ζούνε την αυτάρκεια της δικής τους ημιμάθειας και θεωρούν αυτονόητο ότι είναι "Πατέρες". Ας μην τους κάνουμε τη χάρη και ας εμπιστευόμαστε την Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

11 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Δ’ Λουκά, των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου

 

10/5/26

ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

                

Υπάρχει μία μεγάλη απορία στους ανθρώπους της Εκκλησίας, γιατί, ενώ η συντριπτική πλειονοψηφία των Ελληνόπουλων διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εντούτοις υπάρχει μεγάλος θρησκευτικός αναλφαβητισμός. «Ακατήχητος» χαρακτηρίζεται ο λαός μας και στην Εκκλησία ζητάμε επανευαγγελισμό.  Φταίνε οι δάσκαλοι και οι θεολόγοι που δεν διδάσκουν το μάθημα με έμπνευση και μεράκι; Φταίει το ότι στο Δημοτικό η διδασκαλία του μαθήματος έχει περιοριστεί ανεπισήμως κατά πολύ, καθώς πολλοί εκ των δασκάλων το αντικαθιστούν με Γλώσσα και Μαθηματικά, καθότι οι ίδιοι δυσκολεύονται να μιλήσουν για ένα μάθημα, το οποίο θεωρούν ότι προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, ενώ, είναι γεγονός ότι, στις Παιδαγωγικές Σχολές των ελληνικών Πανεπιστημίων η Διδακτική των Θρησκευτικών είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη.  

                Αν αναλογιστούμε τα συμπεράσματα της έρευνας της PISA για την ελληνική εκπαίδευση, τα οποία καταδεικνύουν ότι σχεδόν το ήμισυ των Ελληνόπουλων δεν μπορούν να κατανοήσουν ένα κείμενο ούτε και να κάνουν στοιχειώδεις αριθμητικούς και μαθηματικούς συλλογισμούς, μπορούμε να σκεφτούμε γιατί η απαίτηση του θρησκευτικού εγγραμματισμού μοιάζει ουτοπία. Μπορεί το μάθημα να θεωρείται ομολογιακό, δηλαδή εκμάθηση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και παράδοσης, στην πραγματικότητα όμως δεν παύει να είναι μάθημα. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής οφείλει να καταβάλει κόπο για να διαβάσει, να εξεταστεί, να απαντήσει σε ερωτήσεις, ακόμη κι αν αυτές τίθενται με μοντέρνο τρόπο, να γράψει διαγώνισμα και τεστ, να απομνημονεύσει, να βαθμολογηθεί. Επομένως, η ουσία του θρησκευτικού εγγραμματισμού που είναι όχι μόνο η γνώση, αλλά και η βίωση της πίστης, περιορίζεται σε διαδικασίες αξιολόγησης μιας γνώσης που, συχνά, δεν είναι ελκυστική και δημιουργική, όταν μάλιστα και το σπίτι δεν ενδιαφέρεται.

                Το μάθημα των Θρησκευτικών όμως, ακόμη κι αν διεξάγεται σε τέτοιες συνθήκες, δεν παύει να είναι μία εξαιρετική αφορμή όχι μόνο για να μπορέσει  ο μαθητής, είτε είναι Έλληνας είτε αλλοδαπής καταγωγής (ίσως θα έπρεπε να εντυπωσιάζει τους ποιμένες της Εκκλησίας, όπως επίσης και πολλούς συντηρητικούς θεολόγους, το γεγονός ότι, κυρίως στο Δημοτικό, αλλά και στις άλλες εκπαιδευτικές βαθμίδες απαλλαγή από το μάθημα παίρνουν Έλληνες και όχι αλλοδαποί, που δεν είναι κάποτε καν χριστιανοί), να ξεκινά έναν γόνιμο διάλογο, διαθεματικό, με μαθήματα όπως η Γλώσσα, η Ιστορία, η Μουσική, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, η Φυσική και η Βιολογία, η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, που του καλλιεργούν τη σκέψη, αλλά και την ψυχή.

Ταυτόχρονα, είναι ένα μάθημα αναστάσιμης ελπίδας και υπέρβασης του μηδενισμού, ενώ η γνωριμία με τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, τη διδασκαλία και την εμπειρία της πίστης γίνεται αφορμή για να δει το παιδί τον μέσα κόσμο του, όπως επίσης και να αναλογιστεί τι είναι ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, ο κόσμος, η αλήθεια και το ψέμα.

                Με έναν λόγο, το μάθημα των Θρησκευτικών γίνεται εφαλτήριο για να μπορέσει το παιδί και ο έφηβος να συμπληρώσει όψεις της ταυτότητάς του και να αναζητήσει το νόημα της ζωής, που λείπει από τον σύγχρονο άνθρωπο, παραδομένος όπως είναι στον υλισμό και στην ηδονοθηρία της εικόνας και των εντυπώσεων, με κριτήριο τον εαυτό του και μόνο.

                Η προσωπικότητα του δασκάλου και του θεολόγου διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Αν το κλειδί της διδασκαλίας και της εν γένει παρουσίας είναι η αγάπη, τότε υπάρχουν πιθανότητες το μάθημα να γίνεται σπορά στην καρδιά της  αλήθειας και της δύναμης της πίστης. Αν, μάλιστα, συνδυαστεί με τη γνωριμία  με την Εκκλησία διά της ενορίας και των κατηχητικών συνάξεων, τότε τα Θρησκευτικά μπορούν να γίνουν μάθημα  δημιουργικής χαράς και αναζήτησης. Αν περιορίζεται όμως σε ένα κλειστό, ομολογιακό πλαίσιο, τότε θα μείνει  μία ακόμη χαμένη ευκαιρία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Κυριακής 4 Οκτωβρίου 2026

10/2/26

ΔΙΝΩ ΕΠΕΙΔΗ ΛΥΠΑΜΑΙ


«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός»
(Β’ Κορ. 9,7)

«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός». 

            Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν  το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί».  Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.

            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.

            Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.

            Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.   

            Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

4 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Β’ Λουκά

9/28/26

Η ΑΙΩΝΙΑ ΝΕΟΤΗΤΑ

 
               

Ο αδόκητος θάνατος του δημοφιλούς τραγουδιστή έφερε στο προσκήνιο ένα παλαιό ανθρώπινο αίτημα: τη διατήρηση της νεότητας και την υπέρβαση της φθοράς που φέρνουν το γήρας και ο δύσκολος τρόπος ζωής, όταν ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τους συνήθεις ρυθμούς. Όταν κάποιος είναι χαρισματικός, ξεχωρίζει, γίνεται είδωλο στα μάτια των πολλών, όταν έχει να διαχειριστεί χρήματα και δόξα, οι ψυχικές του δυνάμεις δεν επαρκούνε. Και είναι γρηγορότερη η φθορά από ό,τι ζούνε οι άνθρωποι του μέσου όρου. Όμως η αγωνία και η αναζήτηση των πολλών είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατηρηθούνε νέοι, θα αντέξουνε, θα μπορέσουν να ανταποκριθούνε στις απαιτήσεις της εικόνας που έχουν φτιάξει είτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε οι άλλοι για εκείνους. Και εδώ έρχονται συχνά όσοι υπόσχονται θαύματα με τη βοήθεια της επιστήμης ή κάποιας τεχνικής που είναι μυστικό που αγοράζεται. Η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών του Μεσαίωνα έχει επανέλθει με άλλη μορφή.
                Θέλουμε να ζήσουμε, ει δυνατόν για πάντα. Πόσο κακό να είναι αυτό; Το εύλογο ερώτημα δεν αγγίζει όσους είναι ακόμη νέοι. Καθώς περνάνε όμως τα χρόνια, η αιώνια νεότητα ως ζητούμενο φυτεύεται και καλλιεργείται στον νου και στην καρδιά. Το ερώτημα όμως θα έπρεπε να τεθεί αλλιώς: γιατί να πεθαίνουμε; Έχουμε καταφέρει με τη βοήθεια της ιατρικής, της φαρμακευτικής, της τεχνολογίας να παρατείνουμε τη ζωή μας κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η θεολογική απάντηση ότι ο θάνατος υπάρχει «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»  είναι μια ερμηνεία, όχι όμως παρηγοριά. Γι’ αυτό και η εποχή μας, στην οποία η θεολογική ερμηνεία της ζωής θεωρείται παρωχημένη, έχει πέσει με όλη της τη δύναμη, συχνά καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις, να μας οδηγήσει στη μακροζωΐα, η οποία όμως ταυτίζεται με την νεότητα.
                Είναι γνωστός ο μύθος του Τιθωνού. Η Ηώς, η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ερωτεύτηκε έναν θνητό, τον Τιθωνό. Ζητά από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Δεν σκέφτηκε όμως να ζητήσει την νεότητα για εκείνον. Έτσι, γερνούσε, αλλά δεν πέθαινε, ζώντας ένα μαρτύριο. Και η Ηώς θα παρακαλέσει τους θεούς να τον απαλλάξουν. Κι αυτοί θα τον μεταμορφώσουν σε τζιτζίκι, που τραγουδά όλη την ημέρα για χατίρι της Ηούς και σιωπά τη νύχτα, όταν η αγαπημένη του κρύβεται.
                Η θεολογική απάντηση δεν περιορίζεται στον θάνατο. Συμπεριλαμβάνει και την ανάσταση και την αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για να ζήσουμε. Το σώμα μας υφίσταται τη δοκιμασία του χρόνου και της φθοράς, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», διότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο για την ανθρωπότητα. Όμως η σχέση με τον Χριστό μάς οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου, πρώτα με την μία πλευρά της εικόνας του Θεού εν τω προσώπω μας που είναι η ψυχή, διά της οποίας συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο, και κατόπιν με την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, διά της οποίας θα καταργηθεί ο θάνατος.   
                Κλειδί η αγάπη. Η αγάπη είναι ο τρόπος της νεότητας που την καθιστά αιώνια. Αυτός που αγαπά, δεν γερνά, διότι δίνει και δίνεται. Μπορεί οι ρυθμοί του σώματος να πέφτουν. Όμως η αγάπη κρατά την ύπαρξη ακμαία. Τι να την κάνεις τη ζωή αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αγαπήσεις; Μοιάζει με αυτή του Τιθωνού που μαράζωνε, διότι τόσο η Ηώς όσο κι εκείνος έβλεπαν τη σχέση στη σωματική της διάσταση και ακμή και όχι στην κοινωνία των προσώπων, η οποία δεν νικιέται από τον χρόνο. Και για την πίστη η αγάπη γίνεται ανάσταση. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την εικόνα Του.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου 2026

9/25/26

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ, ΤΟ ΔΩΡΟ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ


“Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β’ Κορ. 7,1)
᾿”Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ”.

    Η υπόσχεση ότι ο Τριαδικός Θεός είναι ο Θεός μας είναι ένα συγκλονιστικό άνοιγμα εκ μέρους του Θεού προς το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Πάντοτε ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την τιμή. Και να είναι το να είμαστε υιοί και θυγατέρες Θεού η μεγαλύτερη δωρεά την οποία λάβαμε και θα λάβουμε ποτέ. Οι γονείς που σκέπτονται υγιώς δεν κρατάνε τα παιδιά τους στη λογική της ιδιοκτησίας τους, αλλά τα μεγαλώνουν εν ελευθερία, για να τα αφήσουν να φύγουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να τα αγαπούν ως παιδιά τους και να τα στηρίζουν όποτε και όπως είναι εφικτό. Αυτοί οι γονείς μιμούνται τον Θεό, ο Οποίος μας δημιούργησε ως την κορωνίδα της Δημιουργίας, με τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν θεοί μέσα από τη σχέση μαζί Του, και μας ανέπλασε με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, τη σταύρωση και την ανάστασή Του, για να νικήσουμε και τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο, χωρίς να υπολογίζει την ανταρσία μας, την αυτοθεοποίησή μας, την απόφασή μας να ζούμε ασώτως μακριά Του. Και βιώνουμε την υιοθεσία μας συνεχώς στην Εκκλησία και τον τρόπο της. Διότι σ’ αυτήν βλέπουμε το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού, που είναι για μας η εμπειρία της θείας λειτουργίας, της Ευχαριστίας, της κοινωνίας μαζί Του, που μας αναπλάθει με το σώμα και το αίμα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, για να μπορούμε μέσω του Υιού να γνωρίζουμε τον Πατέρα.
    Αν είμαστε καρδιές ευγνώμονες, τότε έχουμε κληθεί να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας καθαρίζονταςτον εαυτό μας “από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος”. Δεν είναι μόνο τα πάθη μας και οι λογισμοί. Είναι πρωτίστως το αίσθημα ιδιοκτησίας που έχουμε απέναντι στη ζωή, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό θεωρώντας ότι τα πάντα τα δικαιούμαστε, τα πάντα μας ανήκουν. Έτσι, οδηγούμε τους εαυτούς μας όχι στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο-θεό, παραθεωρώντας τη φθαρτότητά μας, αλλά, και κάποτε, απαιτώντας όλος ο κόσμος να πορευθεί κατά τη δική μας κρίση και φέρνοντας στη ψυχή μας είτε την επιθετικότητα είτε την λύπη και την απογοήτευση. Όμως ο χριστιανός, αν νιώθει την μεγάλη ευλογία να είναι παιδί του Θεού, παλεύει να είναι διάκονος. Παλεύει να συγχωρεί. Παλεύει τα πάθη και οι λογισμοί του να μην τον ωθούν στη χρήση του κόσμου, αλλά στην συνύπαρξη της αγάπης, η οποία γίνεται αγιωσύνη. 
    Ο χριστιανός φοβάται τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ντρέπεται το να πράττει το κακό, όχι διότι ο Θεός είναι τιμωρός, αλλά διότι ο ίδιος ο πιστός, νιώθοντας ότι η σχέση με τον Θεό είναι σχέση υιότητας, ευγνωμονεί τον πατέρα Του και του δείχνει ότι έμαθε να χαίρεται που είναι παιδί Του, αγαπώντας Τον και αγαπώντας όλον τον κόσμο. Η ελευθερία μας είναι δώρο ζωής. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να επαναστατούμε εναντίον του Δωρεοδότη, επειδή την έχουμε, όμως, στην πραγματικότητα, μας δόθηκε για να επαναστατούμε εναντίον του πνεύματος του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, που γίνονται βάση για να μολύνουμε εν τω ιδίω θελήματι την ύπαρξή μας, αλλάζοντας τον προορισμό της. Ο θάνατος είναι το όριό μας. Μπορεί όμως μέσα από την υιότητα απέναντι στον Θεό να γίνει το πέρασμά μας στην κατάργηση του κακού.
    Σ’ έναν κόσμο κατεξοχήν αχαριστίας, εγωκεντρισμού και θριαμβολογίας για το ποιοι είμαστε, η υπόμνηση της υπόσχεσης του Θεού ότι θα είναι ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά και η αφετηρία για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή μας. Αυτό της αγιωσύνης, που την είναι συνέργεια στο δώρο του Θεού, επομένως δική μας ευθύνη και αγώνας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
27 Σεπτεμβρίου 2026
Κυριακή Α’ Λουκά




      

9/20/26

«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΞΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΟΝΙΟΣ…»

Ο δρ Τόμας Σομπότκα, επικεφαλής του Ινστιτούτου Δημογραφίας της Βιέννης, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» (15/16 Αυγούστου 2026), ότι «δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός», και τονίζει ότι η πολιτική τού να δίδονται οικονομικά κίνητρα δεν έχει μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα , καθώς το κόστος ανατροφής των παιδιών παραμένει τεράστιο, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ενίσχυση η απόφαση των οικογενειών να κάνουν παιδιά, η στέγαση, οι γονικές άδειες και στους δύο γονείς, τα εισοδήματα που αναπληρώνονται όταν ένας γονέας πρέπει να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει το παιδί του. Όμως το πρόβλημα είναι αξιακής προτεραιότητας.

Έχει ενδιαφέρον η θέαση αυτή, ιδίως για την ελληνική κοινωνία, η οποία πορεύεται στην ίδια ευρωπαϊκή λογική, ότι στην ανταγωνιστική πραγματικότητα που έχουμε κτίσει, στο όραμα της ατομικής επιτυχίας με καλό εισόδημα και επαγγελματική αποκατάσταση, η γονεϊκότητα δεν μπορεί να είναι προτεραιότητα, καθώς υπάρχει και αρνητική εικόνα με τις ευθύνες που ένας γονιός καλείται να αναλάβει απέναντι στο παιδί του. Γι’ αυτό και η όποια   συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα, δεν μπορεί να μπει στο βάθος του, αλλά περιορίζεται στην υλιστική πλευρά του πράγματος, στην οικονομία, η οποία ταυτίζεται με την ευτυχία.

Η Εκκλησία απευθύνει εκκλήσεις στους νέους να ξαναδούνε το θέμα. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπίας. Απόφαση ότι η ευθύνη δεν είναι απευκταία, αλλά δίνει δύναμη και κουράγιο στον άνθρωπο να ξέρει γιατί ζει. Να έχει στόχο που ξεπερνά το παρόν. Ότι το επάγγελμα προφανώς διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, αλλά από αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει να παραιτηθούμε. Από τα παιδιά δεν παραιτείσαι, διότι, όσες δυσκολίες κι αν έχει η σχέση μαζί τους, υπάρχει το δώρο της αγάπης, η έγνοια, η προσευχή, η χαρά και η λύπη, το μοίρασμα, η ελπίδα, η διαδοχή που γεμίζουν τη ζωή, ακόμη κι αν φέρνουν και οδύνες.

Ιδίως το ζήτημα της διαδοχής της γενιάς είναι πολύ σημαντικό. Ο εγωκεντρικός άνθρωπος θεωρεί πως η ζωή του αξίζει καθαυτή και ότι δεν χρειάζεται να παραταθεί στα πρόσωπα κάποιων άλλων, ακόμη κι αν αυτά είναι σπλάχνα του. Αναζητεί στην τεχνολογία μια ψευδοαθανασία, ιδίως αν έχει χρήματα, μια και ο πλούσιος του καιρού μας τείνει να πιστέψει πως αν καταφέρει και συνδέσει τον εγκέφαλό του με μία μηχανή καταγραφής των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αντιδράσεών του, θα μπορέσει όταν το σώμα του δεν θα αντέχει, να μεταφυτευθεί σε ένα καινούργιο τεχνητό σώμα, για να ζήσει εις τον αιώνα, σαν να είναι ο άνθρωπος υπολογιστής.   Οι πολλοί μένουν στο «φάγωμεν , πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» ως αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό και όσοι έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν εργασία σε  νέους ανθρώπους σκέπτονται μόνο το δικό τους κέρδος, τους εκμεταλλεύονται, χωρίς να νιώθουν ότι λιγότερα κέρδη μπορούν να βοηθήσουν την κοινωνία, εκτός από την ανανέωση του δυναμικού της,  να  αναπτυχθεί και οικονομικά σε βάθος χρόνου.

Ας ενθαρρύνουμε τη νεώτερη γενιά να επενδύσει στην αγάπη και στο μοίρασμα. Οι παλαιότεροι έκαναν περισσότερα παιδιά, χωρίς να νοιάζονται για τις ανέσεις. Ήταν διότι τα παιδιά ήταν και κοινωνική καταξίωση, εκτός από προσωπική χαρά. Και ένιωθαν υπεύθυνοι γι’ αυτά. Μπορεί οι σχέσεις του ζευγαριού να μην ήταν ειλικρινείς, όμως υπήρχε περισσότερη κοινωνική λογοδοσία. Κάπου πρέπει να ξαναβρούμε την ισορροπία ανάμεσα στην κάλυψη των προσωπικών θέλω και την ομορφιά της αγάπης που αναπληρώνει ό,τι λείπει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            Στο φύλλο της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 2026

9/18/26

ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ

 


«Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο» (Γαλ. 2,17)

«῍Αν ὅμως, ζητώντας νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πὼς ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία; ῎Οχι βέβαια!» 

            Πολλοί άνθρωποι, θέλοντας να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους ή την άρνησή τους απέναντι στην πίστη, επικαλούνται ως επιχείρημα το ότι  οι χριστιανοί είμαστε αμαρτωλοί. Δεν τηρούμε τις εντολές του Χριστού και του Ευαγγελίου. Δίνουμε συχνά ένα κάκιστο παράδειγμα στον κόσμο. Επομένως, ισχυρίζονται, γιατί να πιστέψουμε σε μια θρησκεία, οι πιστοί της οποίας δείχνουν ότι δεν τους αλλάζει καθόλου εντός τους, ούτε αυτή η αλλαγή φαίνεται στη συμπεριφορά τους;

            Το επιχείρημα έρχεται να συναντήσει την πρώτη Εκκλησία, αυτή της Γαλατίας στην Μικρά Ασία, και το αντιμετωπίζει ο απόστολος Παύλος. Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Χριστό και στους ανθρώπους. Αυτός που θέλει να πιστέψει στον Χριστό, δεν μένει στο ανθρώπινο παράδειγμα, το οποίο μπορεί να σκανδαλίζει. Όμως δεν πιστεύουμε σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό. Οι άνθρωποι φέρουμε την ευθύνη για όσα πράττουμε. Για το ότι είμαστε ανακόλουθοι έναντι της πίστης μας. Για το ότι δεν προσπαθούμε να αγαπήσουμε τον Χριστό, αλλά βολευόμαστε με την ιδέα ότι είμαστε χριστιανοί, άρα δικαιωμένοι. Δεν φτάνει όμως η ιδιότητα ή η διαβεβαίωση ότι πιστεύουμε, διότι η πίστη είναι σχέση με τον Χριστό και η σχέση έρωτας και ο έρωτας μεταμόρφωση της ζωής μας.

            Σκανδαλίζουμε οι χριστιανοί με τη στάση μας, ιδίως στους καιρούς μας, οπότε η συμπεριφορά μας είναι ευδιάκριτη.  Και δίνουμε δικαίωμα στον διάβολο να πειράζει τους αδύναμους ως προς την αναζήτηση και την πίστη ανθρώπους, για να έχουν δικαιολογία στη συνείδησή τους για την άρνησή τους. Φέρουμε λοιπόν μεγάλη ευθύνη. Όμως αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη και των άλλων ανθρώπων να διακρίνουν ότι ο Χριστός δεν οδηγεί στην αμαρτία, αλλά στην όντως ζωή. Να παλέψουν με την ύπαρξή τους και τα ερωτήματα της ζωής. Να εστιάσουν στην πνευματική υγεία των αγίων. Πρωτίστως, στην μετάνοια που είναι ο δρόμος όλων.

            Και κάτι ακόμη. Άλλοι χριστιανοί αγκιστρώνονται σε αγίους, σε γεροντάδες, σε ξεχωριστά πρόσωπα, τα οποία φημίζονται για την πνευματικότητά τους. Δεν είναι όμως άλλοθι αυτό, να είναι του Πέτρου, του Κηφά, του Απολλώ, του Παύλου. Αν δεν κινητοποιηθούν οι ίδιοι, δεν μπορούν να ζήσουν την αλήθεια. Και ουδείς εκ των Πέτρου, Κηφά, Απολλώ, Παύλου είναι αλάνθαστος και μάλιστα σε γνώμες που δεν έχουν να κάνουν με την πίστη, αλλά με  τον κόσμο και τους φόβους μας έναντί του.

Η μόνη αλήθεια είναι ο Σταυρός και στον κόσμο θλίψη θα έχουμε. Όμως Εκείνος που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή Του για εμάς μάς λυτρώνει.  Όχι οι άνθρωποι. Ο Εσταυρωμένος και Αναστάς. Ο Χριστός της Εκκλησίας και όχι ο δικός μου  ή ο δικός σου, στο όνομα του οποίου δοξάζουμε την απολυτότητα και τη δική μας υπερηφάνεια ή το δικό μας βόλεμα, σκανδαλίζοντας τελικά με την ψευτοτελειότητά μας εκείνους που ζητούνε αγάπη και παλεύουν για την μετάνοιά τους. Θέλουν έναν Θεό του ελέους και όχι της δίκης. Και στην δική μας έπαρση ή αυτάρκεια δεν Τον βρίσκουν.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

20 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού