8/25/26

ΝΑ ΖΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ;

           

Σε μία εποχή στην οποία τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης γεννούν ένα κλίμα απαιτήσεων για να εξηγούν οι άνθρωποι τι κάνουν και γιατί το κάνουν, ιδίως όταν είναι δημόσια πρόσωπα, έχει πέσει το σύνθημα: «Ζήσε χωρίς εξηγήσεις». Οι παλιοί έλεγαν «να ζεις χωρίς να σ’ ενδιαφέρει ο κόσμος τι θα πει». Αυτό θεωρούνταν σημάδι ελεύθερης ψυχής, αίσθησης ανεξαρτησίας, κάποτε και γενναιότητας. Στους έρωτες που μοιάζανε αταίριαστοι κοινωνικά, ηθικά, οικονομικά το ζευγάρι που προχωρούσε, παρά τις αντιδράσεις, ήταν αυτό που πολλοί θαύμαζαν κρυφά, αλλά και άλλοι ζήλευαν και απέρριπταν. Σήμερα, ο δικαιωματισμός ως στάση ζωής έχει δικαιώσει την αντίληψη της αδιαφορίας για εξηγήσεις. Έχει όμως θέσει και στο περιθώριο την ντροπή, την αιδώ, με αποτέλεσμα να έχουμε σύγχυση στο τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και η ηθική διάσταση του ανθρώπου να μην έχει πραξιακή πλευρά.
          Προφανώς και δεν είναι απαραίτητο να δίνουμε εξηγήσεις για τις αποφάσεις μας, εφόσον αυτές δεν βλάπτουν το σύνολο. Έχουμε όμως σκεφτεί ότι ο καθένας μας έχει εντός του τη φωνή που ονομάζεται συνείδηση; Η συνείδηση, ανεξαρτήτως αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, ανήκει στην ψυχή και την διαμορφώνει, κάνοντάς της να λογοδοτεί, ακόμη κι αν αυτή η λογοδοσία περιορίζεται μόνο στον εαυτό. Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η έλλειψη λογοδοσίας στη συλλογική μας ζωή, η περιφρόνηση προς τους θεσμούς ή η χρήση τους προς ίδιον όφελος είναι σημάδια ατροφικής συνείδησης, που δεν θέλει να δώσει εξηγήσεις  για τις επιλογές της; Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η δυσκολία μας να κοιμηθούμε το βράδυ συχνά οφείλεται στο ότι η συνείδησή μας δεν είναι αναπαυμένη από τις αποφάσεις μας, ιδίως όταν αυτές μπορεί να είναι νόμιμες, αλλά πληγώνουν τους άλλους και δεν δίνουν σταθερότητα σε μας;
           Στην πνευματική μας παράδοση διαβάζουμε τη φράση: «να μπορείς να δίνεις λόγο σε καθέναν που σου το ζητά για την ελπίδα που ζούμε», δηλαδή τον Χριστό (Α’ Πέτρ. 3, 15). Αυτή η φράση, αν ερμηνευθεί διασταλτικά, είναι μία προτροπή όχι για να δικαιολογούμε τις πράξεις μας ελαφρά τη καρδία, αλλά για να μπορούμε να σκεπτόμαστε τις συνέπειές τους από πριν, ώστε να επιλέγουμε τι αληθινά μπορούμε να πράξουμε και τι όχι. Το να πορευόμαστε με ένα άγχος, ότι θα πρέπει να ευαρεστούμε τους ανθρώπους, σε μία εποχή μάλιστα σχετικοποίησης των πάντων, είναι παγίδα, η οποία κρύβει μία κρυφή υπερηφάνεια. Να αγαπάμε δηλαδή τη δόξα των ανθρώπων, την ανθρωπαρέσκεια, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει και στην άρνηση του Θεού. Από την άλλη, η συνείδησή μας δεν υπάρχει μόνο για το εγώ. Αποτελεί κριτήριο για να ζήσουμε στο σύνολο, να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και τον εαυτό μας και το κοινωνικό «εμείς», αλλά και να πατάμε σε σταθερές οι οποίες δεν γκρεμίζουν την αγάπη και την αλήθεια.
             Η ανάγκη για χαρά που να υπερβαίνει την ενοχή δεν χρειάζεται να καταργήσει το σωστό. Γι’ αυτό και στην ανατροφή των παιδιών θέλουμε όρια. Θέλουμε ανάληψη ευθύνης. Η συνείδηση και η καλλιέργειά της είναι ο πρώτος κριτής. Αλλά και η συλλογικότητα, είτε είναι οικογένεια είτε σχολείο είτε εργασιακός χώρος είτε πολιτική είτε ενορία, αποτελούν όρια που μας δείχνουν ότι δεν μας επιτρέπονται όλα. Η αγάπη είναι και θυσία. Αυτό βεβαίως δεν δικαιολογεί ασφυκτικές συμπεριφορές, που να κάνουν τον άνθρωπο να μην μπορεί να χαρεί τίποτα, αλλά να καταπιέζεται ψυχικά. Η ταμπέλα του καλού παιδιού δεν σώζει, αλλά δεν είναι και για πέταμα. Το μέτρο είναι το άριστο.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 26 Αυγούστου 2026

8/22/26

ΕΝΟΣ ΔΕ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ

 

“Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·  ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς” (Λουκ. 10, 42)

Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνιάς  για πολλά,  ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαρία, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί»

    “Ενός δε έστι χρεία”, λέει ο Χριστός στην Μάρθα, την αδερφή του Λαζάρου, όταν εκείνη διαμαρτύρεται, διότι η αδερφή της Μαρία δεν βοηθά στην προετοιμασία της δοχής, της φιλοξενίας, της τράπεζας που η Μάρθα από την καρδιά της ήθελε να παραθέσει στον Ιησού και τους μαθητές Του. Και ο Κύριος, χωρίς να αρνείται την αγάπη της Μάρθας, της υποδεικνύει ότι δεν είναι η τροφή με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή του, αλλά το να χορτάσει η καρδιά του με τον λόγο του Θεού, επιζητώντας, αφήνοντας παραπίσω κάθε τι άλλο, ακούγοντας και ζώντας τη χαρά και τη χάρη.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Και η χρεία είναι η κοινωνία με τον Χριστό, η σχέση μαζί Του, που κάνει τον άνθρωπο να αγαπά, να φωτίζεται, να γνωρίζει γιατί ζει, να μη φοβάται το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, αλλά να χαίρεται γιατί είναι παιδί του Θεού.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Αυτό έζησε η Κυρία Θεοτόκος. Από την πρώτη στιγμή της ζωής της αφιερώθηκε στον Θεό. Μεγάλωσε στον ναό. Εμπιστεύθηκε την ύπαρξή της διά της προσευχής και της αφιερώσεως στον Κύριο και όταν κλήθηκε να ζήσει εν τω κόσμω, στο σπίτι του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, εκεί είπε το μεγάλο ΝΑΙ στον ευαγγελισμό του ουρανού. Και έφερε στον κόσμο τον Χριστό και συνοδοιπόρησε με τον Χριστό μέχρις Σταυρού, Ταφής, Αναστάσεως. Και έμεινε εν τη Εκκλησία μέχρι την Κοίμησή της και την εις ουρανούς μετάστασή της. Και παραμένει εν τη Εκκλησία, αγκαλιάζοντας και προσευχόμενη τον καθέναν μας μέχρι τέλους. Και μας δείχνει ότι αν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή μας, όλα μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Αν είμαστε εν τω φωτί της αγάπης Του και μοιραζόμαστε την αγάπη, τότε θάνατος ου κυριεύει. 
    “Ενός δε έστι χρεία”. Στον καιρό της εγωκεντρικής ευτυχίας, της ψευδαίσθησης ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς Θεό, ότι δεν χρειαζόμαστε συνεκτικούς ιστούς, ότι το παν είναι ο παρών χρόνος, ότι τα προβλήματά μας μάς τα λύνουν οι ιδεολογίες, η δύναμη, το χρήμα, η Υπεραγία Θεοτόκος μάς καλεί να αναζητήσουμε όχι το εν, αλλά τον Ένα. Τον Υιό και Θεό της. Και να ελπίσουμε, να μοιραστούμε, να ζήσουμε, να αφεθούμε στη χάρη Του εν τη Εκκλησία. Κι εκείνη δεν θα μας εγκαταλείψει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
23 Αυγούστου 2026
Απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

8/18/26

Η ΑΝΘΡΩΠΑΡΕΣΚΕΙΑ

             


  Είπε η Αμμάς Σάρρα: «καλό είναι για τα μάτια των ανθρώπων να κάνει κάποιος ελεημοσύνη. Γιατί και από την ανθρωπαρέσκεια καταλήγει στην αρέσκεια του Θεού» (από το  «Γεροντικό») 

                Οι άνθρωποι έχουμε στην ψυχή μας μία επιθυμία που γίνεται κριτήριο των πράξεων της ζωής μας: «να αρέσουμε». Έτσι, κάνουμε πράγματα για να μας επιδοκιμάσουν. Ευχαριστιόμαστε να είμαστε το επίκεντρο της προσοχής. Συχνά, ακούμε από τους γονείς να λένε για κάτι ότι «δεν κάνει να το πράξεις», δεν επιτρέπεται, διότι «τι θα πει ο κόσμος;». Κι έτσι, αν δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τον έπαινο, τουλάχιστον καλούμαστε να προσέχουμε να μην αποδοκιμαστούμε.

                Είναι σαν να υπάρχει ένα μάτι ηθικής στον κόσμο αυτό, τη διαχείριση του οποίου σήμερα έχουν αναλάβει τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου, όχι χωρίς υστεροβουλία από αυτούς που κάνουν θόρυβο, κάποιοι αποδοκιμάζονται, για κάποιους υπάρχει αδιαφορία και κάποιοι, ολοένα και λιγότερο, επιβραβεύονται με τον έπαινο . Συνήθως, η αποδοκιμασία είναι το κίνητρο το οποίο προκαλεί θόρυβο. Έτσι, το δόγμα «να φαίνομαι κι ας μην είμαι» κυριαρχεί στους καιρούς μας.

              Αλλά και στην οικογενειακή ζωή και πραγματικότητα, πολλά παιδιά μεγαλώνουν επιδιώκοντας τον έπαινο των γονέων τους για ό,τι κάνουν. Επιλέγουν όχι γιατί τα ίδια αισθάνονται καλά με τις επιλογές τους, αλλά για να μη δυσαρεστήσουν τους γονείς τους. Και υπάρχουν γονείς, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να επαινέσουν ποτέ το παιδί τους, διότι μοιάζουν ανικανοποίητοι ή έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να μην μπορούν να φανταστούν ότι τα παιδιά τους θα τους ξεπεράσουν. Κι έτσι, δημιουργούνται τραύματα ψυχικά. Ο νεώτερος βάζει ως σκοπό της ζωής του να δείξει στον μεγαλύτερο ότι αξίζει. Κι όταν εκείνος ή δεν τον προσέχει ή δεν θεωρεί τις επιτυχίες τόσο σημαντικές, η απογοήτευση συσσωρεύεται. Κάποτε μπορεί να γίνει και καταστροφική συμπεριφορά. Ίσως η βία των νεώτερων να είναι μία ένδειξη ότι δεν τους προσέχουν οι γονείς τους όσο θα χρειαζόταν. Δεν τους αναγνωρίζουν την αξία τους, κάποτε ούτε καν ότι υπάρχουν.

                Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας επισημαίνεται ότι δεν είναι πάντοτε κακή η ανθρωπαρέσκεια, αλλά είναι ελλιπής. Όταν η γερόντισσα της ερήμου προτείνει την ελεημοσύνη, έστω και για τα μάτια των ανθρώπων, καταλαβαίνει ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη από την επιδοκιμασία, καθώς δεν είναι τέλεια. Αρκεί να έχει μέσα του ο άνθρωπος την επίγνωση ότι η κλήση μας είναι να αρέσουμε στον Θεό. Και ο Θεός ευαρεστείται με την αγάπη.  Την ανταποδίδει. Μας ενισχύει, ώστε να πάψουμε να πράττουμε το καλό για να επαινεθούμε και να κάνουμε το καλό θέλημά μας και τρόπο ζωής. Διότι αν μένουμε στην ανθρωπαρέσκεια, τότε αυτοδοξαζόμαστε, μένουμε σε μία συνεχή εκζήτηση του συμφέροντός μας και βλέπουμε τη ζωή στην προοπτική του τι θα κερδίσουμε, ακριβώς όπως λειτουργεί ο πολιτισμός μας. Έτσι, εύκολα μένουμε στην κατάκριση των άλλων, χωρίς να λειτουργούμε αγαπητικά.

                Οι γονείς ας δίνουμε στα παιδιά μας τον έπαινο με μέτρο, να τα ενθαρρύνουμε χωρίς να τα αποθεώνουμε. Να τα βοηθάμε να οδηγούνται προς ένα ήθος, στο οποίο ο κόσμος, όταν βλέπει με υγιή τρόπο τις σκέψεις και τις πράξεις, να λαμβάνεται υπόψιν, χωρίς όμως το κοσμικό κριτήριο να εμποδίζει το αληθινό να βιωθεί. Ανήκουμε στον κόσμο, αλλά δεν ταυτιζόμαστε. Ό,τι είναι καλό, το αποδεχόμαστε. Δεν συμβιβαζόμαστε όμως με το κακό, επειδή έτσι κάνουν οι πολλοί για να επαινεθούμε. Και κάτι τελευταίο. Ας μη μεγαλώνουν τα παιδιά μας με το παράπονο ότι δεν τα προσέξαμε ή ότι τα οδηγήσαμε προς μια κατεύθυνση, διότι εμείς οι μεγάλοι ξέρουμε. Δύσκολη η ισορροπία, διότι καλούμαστε να παλέψουμε με το τι αρέσει σε μας. Ας μη λησμονούμε όμως την ελευθερία του νεώτερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 19 Αυγούστου 2026

8/16/26

Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 183- "Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων", έκδοση του Συλλόγου Κορακιανιτών Κέρκυρας

               Ο Σύλλογος Κορακιανιτών Κέρκυρας, με πρόεδρο τον συνεργάτη και φίλο Κωνσταντίνο Π. Θύμη, προχώρησε σε μία εξαιρετική έκδοση με τίτλο “Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων”. Σ’ αυτήν εκλεκτοί επιστήμονες, αλλά και άνθρωποι που κατάγονται από την Άνω Κορακιάνα, ζούνε σ’ αυτήν, την διακονούνε, αλλά και έχουν γράψει στο παρελθόν, προχωρούν σε μία πολύ επιτυχημένη προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας, της παράδοσης, των δράσεων, των προσώπων που σημάδεψαν την πορεία αυτού του σπουδαίου χωριού της Κέρκυρας, και καταφέρνουν να δώσουν μία πολύτιμη έκδοση για όποιον ενδιαφέρεται να δει κάτι αξιομνημόνευτο. 
              Ότι δηλαδή ένας τόπος, ένας νομός, δεν είναι το κέντρο του, αλλά κάθε περιοχή του, αν είναι φιλοπρόοδη, αν έχει δίψα για δημιουργικότητα, αν οι άνθρωποι δεν μένουν μόνο στην επιβίωση και στην αυτάρκεια, μπορεί να δώσει δείγματα ζωής και πολιτισμού που γράφουν ιστορία. Μνημεία, ναοί, σπίτια, ζωγραφική, μουσική, παιδεία, αθλητισμός, επιστήμη έχουν ως φορείς τους πρόσωπα που νιώθουν περηφάνεια για τον τόπο τους, όχι για να τον κληροδοτήσουν όπως τον παρέλαβαν, αλλά για να προσφέρουν και σ’ αυτόν και ευρύτερα τα τάλαντά τους. Αυτο έχει γίνει στην Άνω Κορακιάνα επί αιώνες και εξακολουθεί να γίνεται. Η κατά κεφαλήν καλλιέργεια, όπως έλεγε ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος φιλοξενήθηκε αρκετές φορές στο ΚΕΛΛΙ του Αγίου Αθανασίου της Άνω Κορακιάνας, με πρωτοβουλία του αείμνηστου γιατρού και δικού μας φίλου Σπύρου Σαββανή, είναι το κριτήριο της αληθινής προόδου. Κι αυτό διαφαίνεται μέσα από την έκδοση, την οποία διαβάζοντάς την κάποιος αισθάνεται θαυμασμό και χαρά, διότι “των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία”.
           Μοιάζει ουτοπικό να σκεφτούμε ότι η κατάργηση των κοινοτήτων με τα σχέδια ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (θλίψη για την ονομασία) και ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, ο γιγαντισμός της κεντρικής πόλης κάθε νομού για λόγους οικονομικούς και διοικητικούς, η υποβάθμιση της επαρχίας για να “εξευρωπαϊστούμε” ή για να “αναπτυχθούμε”, είναι κατάσταση που μπορεί να αναστραφεί. Δεν συμβαίνει άλλωστε μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτό που πάλι έλεγε ο Χρήστος Γιανναράς “πού είναι το κράτος;” σε κάθε δυσκολία και πρόβλημα έχει επιταθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κατάργησης των κοινοτήτων. Σ’ αυτές διασώζεται αυτό που ονομάζουμε “κοινωνία”, όχι ως άθροισμα ατόμων, αλλά ως άθροιση σχέσεων, στις οποίες λειτουργούν ο εθελοντισμός, το φιλότιμο, η κριτική, “ο έπαινος των σοφιστών και του δήμου”. Σήμερα έχουμε υποκαταστήσει την κοινότητα με το Facebook και την κακία που αυτό αναπαράγει, χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης και με το ερώτημα “πού είναι το κράτος;” να αποτελεί το άλλοθι για το κλείσιμο στον εαυτό μας.
            Απολαύσαμε την έκδοση, η οποία είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Σπύρου Σαββανή και του Σπύρου Ζερβόπουλου, και συγχαίρουμε τον Σύλλογο Κορακιανιτών Κέρκυρας και τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Π. Θύμη για την έκδοση, η οποία είναι επιστημονικά άρτια, αλλά και περιλαμβάνει ό,τι θα ήθελε κάποιος, όχι μόνο να πληροφορηθεί, αλλά και να μάθει για ένα ιστορικό χωριό της Κέρκυρας, το οποίο δεν κοιτάζει προς το χθες, αλλά έχει και παρόν και μέλλον, με τις εκκλησίες, τη Φιλαρμονική ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, τους ανθρώπους του, τις φυσικές ομορφιές, αλλά και τον αγώνα του να αναπτυχθεί πολυποίκιλα και όχι μόνο να φανεί ως εναλλακτικό τουριστικό προϊόν προς κατανάλωση. Άλλωστε, η Άνω Κορακιάνα δεν έχει θάλασσα. Ίσως κι αυτό τη σώζει από το βόλεμα του εφήμερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Αυγούστου 2026





8/15/26

ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ

 

«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)

῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. 

            Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.

            Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού  και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.

            Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός  μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.

            Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».  

            Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο; 

           Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε  αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.

            Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι  ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

16 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου

8/14/26

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ


«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον»
(από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Αυγούστου 2026

Κοίμηση της Θεοτόκου

8/12/26

Η ΟΡΓΗ 

             

  Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι οργή και απάντησε: «Φιλονικία και ψεύδος και έλλειψη Θεογνωσίας» (από το «Γεροντικό»).

                Στις ανθρώπινες σχέσεις εύκολα εμφανίζεται η οργή. Δεν είναι απλώς ένας θυμός διότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Είναι μία ένταση ψυχική, στην οποία ο άλλος θεωρείται όχι μόνο απορριπτέος, αλλά εχθρός μας.  Του φορτώνουμε την ευθύνη για ό,τι στραβό. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε. Τον κατακρίνουμε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην του δίνουμε περιθώριο να εκφραστεί. Η οργή έχει ως αποτελέσματα την επιθετικότητα, την κακία, τη βία, την εσωτερική ταραχή που κρατά. Άλλοτε η οργή μπορεί να γίνει αφόρμηση να χτίσουμε καινούργιες σχέσεις, καινούργιο εαυτό για να αποδείξουμε ότι το πρόσωπο ή η κατάσταση που μας κάνουν να οργιζόμαστε, δεν θα μας καθηλώσουν  στη στασιμότητα, στην εκδικητικότητα, στην ενασχόληση αποκλειστικά μαζί τους, αλλά θα αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερα και καλύτερα. Συνήθως όμως η οργή γίνεται αιτία καθήλωσης και σπατάλης χρόνου και κεφαλαίου ζωής, που δεν μας αφήνει να κάνουμε βήματα.

                Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας επισημαίνει ότι η οργή είναι πνευματικό πρόβλημα. Οργίζεται ο φιλόνικος άνθρωπος, αυτός ο οποίος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και λειτουργεί συγκρουσιακά έναντι των άλλων που δεν αναγνωρίζουν την αξία του, δεν κάνουν υπακοή στο δικό του θέλημα, δεν εκπληρώνουν τις επιθυμίες του. Κι ενώ η σύγκρουση κάποτε είναι αναγκαία, για να εκτονωθεί η οργή, στον φιλόνικο  άνθρωπο είναι μόνιμη κατάσταση, διότι τρέφεται από αυτήν, γίνεται επίδειξη και τον οδηγεί στην άρνηση της υγιούς συνύπαρξης. Ο φιλόνικος γίνεται εξουσιαστής με κάθε τρόπο, αγιάζοντας κάθε μέσο, αλλά και παλεύοντας με όλη του τη δύναμη να είναι ο πρώτος, χωρίς να ακούσει, να αγαπάει, να μοιράζεται.

                Οργίζεται αυτός που επιλέγει το ψεύδος ως στοιχείο της ζωής του. Ο αληθινός άνθρωπος είναι ταπεινός. Βλέπει ποιο είναι το τάλαντό του και σε τι υστερεί. Ο ψεύτικος άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι αξίζει ως προς όλα, πείθει τον εαυτό του ότι έχει δίκιο και ότι δικαιούται τα πάντα, με αποτέλεσμα να οργίζεται όταν διαπιστώνει ότι δεν έχει την ανταπόκριση που θέλει.

                Οργίζεται αυτός που δεν έχει Θεογνωσία. Ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε είναι αγάπη, ταπείνωση, συγχώρηση, φως. Για να έχεις Θεογνωσία, δεν είναι αρκετό να γνωρίζεις με το μυαλό, τον νου, αλλά να εμπιστεύεσαι τον Θεό, το πώς είναι, το τι σου ζητά με την καρδιά σου. Όταν όμως θεοποιούμε τον εαυτό μας, τότε ούτε ο Θεός έχει για μας νόημα, αλλά, συχνά, τον φέρνουμε στα μέτρα μας, για να δικαιολογούμε την οργή μας εναντίον του κόσμου, του συστήματος, των άλλων. Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές Του, δείχνοντάς μας τον δρόμο της αυθεντικής πορείας προς τη βασιλεία Του. Αντί να οργιζόμαστε, ας αλλάξουμε, ας εμπιστευθούμε τον Θεό, το θέλημά Του, την πρόνοιά Του και ας παλέψουμε, όπου και όπως μπορούμε να συμβάλουμε στην αλλαγή και των άλλων. Και όπου δεν γίνεται κάτι, με ταπείνωση ας προσευχόμαστε, διότι έχουμε όρια.

                Οι μεγαλύτεροι, όταν διαπιστώνουμε ότι οι μικρότεροι οργίζονται, με κατανόηση, διάλογο, υπομονή και επιμονή  ας οδηγούμε στον προβληματισμό που δεν γκρεμίζει μόνο, αλλά και χτίζει. Το ίδιο ας κάνουμε και με τον εαυτό μας. Να μην τον θεοποιούμε, ούτε να απορρίπτουμε συλλήβδην τους πάντες και τα πάντα, αλλά να διαλεγόμαστε, να κρίνουμε, να προτείνουμε. Κι ας ακούμε και τους άλλους. Κάποτε, μας ελέγχουν γόνιμα, ακόμη και στην απόρριψή μας από την πλευρά τους.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 12 Αυγούστου 2026