7/2/22

ΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΕΝ ΣΟΙ ΣΚΟΤΟΣ ΕΣΤΙ, ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ ΠΟΣΟΝ;

 «Εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» (Ματθ. 6, 24)

«Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ‘ ναι το σκοτάδι!» 

            Στην επί του όρους ομιλία, ένα από τα συγκλονιστικότερα μνημεία της παγκόσμιας γραμματείας, ίσως το ανώτερο απ’  όλα, ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα στον καθέναν από μας: «αν το φως που έχεις μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ‘ ναι το σκοτάδι!». Ο λόγος αυτός μας οδηγεί να κοιτάξουμε τον εντός μας άνθρωπο, τον άνθρωπο της καρδιάς. Τι σημαίνει ότι έχουμε φως μέσα μας; Προφανώς είναι η εικόνα του Θεού που μας χαρακτηρίζει.

Φως είναι ο Θεός και φως μας δίνει. Φως είναι όχι απλώς η θετική ματιά στην ζωή ή η θετική ενέργεια που ζητά ο κόσμος να εκπέμπουμε. Φως είναι η δυνατότητα να βλέπουμε τον κόσμο με τον τρόπο των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος: τους άλλους με αγάπη, που σημαίνει να προσπαθούμε να δούμε με βάση τον καλύτερο εαυτό που θα μπορούσαν να δείξουν και όχι με βάση τα πάθη και τον εγωκεντρισμό που χαρακτηρίζουν και εκείνους και εμάς. Να είμαστε χαρούμενοι, όχι γιατί δεν θα έχουμε απώλειες, ήττες, μέριμνες, αλλά γιατί ο τελευταίος λόγος στην ζωή και στον χρόνο ανήκει στον Θεό και ο Θεός μας αγαπάει. Να είμαστε ειρηνικοί, διότι  ο πόλεμος αναστάτωση, διχασμό, κακία φέρνει, ενώ η διάθεση να αντιμετωπίζουμε τις όποιες διαφορές, ίδιον του θελήματός μας, με ειρηνική διάθεση, οδηγεί στην γαλήνη τη καρδιάς, στην ενότητα και την συναδέλφωση. Να είμαστε μακρόθυμοι και όχι μνησίκακοι. Να έχουμε καλοσύνη και όχι κακία και εκδικητικότητα. Να πιστεύουμε, που σημαίνει να εμπιστευόμαστε τον Θεό και το θέλημά Του για μας και να μην θεοποιούμε το δικό μας θέλημα, Να είμαστε πράοι, όχι επιθετικοί, όχι στην λογική του να εξουσιάσουμε ή να υποτάξουμε τους άλλους, αλλά στην προοπτική της συνάντησης μαζί τους εν αγάπη. Να είμαστε εγκρατείς, να βλέπουμε την αξία του μέτρου σε κάθε κίνησή μας, είτε έχει να κάνει με την επιβίωση, ήτοι την τροφή μας, , είτε σε κάθε τι που έχει σχέση  με την πορεία μας στην ζωή και τις σχέσεις μας τους άλλους.

Αν αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος του Θεού, τουτέστιν του φωτός, και καθιστά τους ανθρώπους φωτεινούς, τότε τι συμβαίνει όταν το φως μας μεταβληθεί σε σκοτάδι; Ο άνθρωπος, παρασυρμένος από το πνεύμα του πονηρού, επιλέγει να αντιτάξει στα χαρίσματα του Πνεύματος την οδό του «εγώ» ως κέντρου του κόσμου. Δεν πρυτανεύει η αγάπη, αλλά η υποταγή των άλλων. Η χαρά μετρά μόνο στο τι ευχαρίστηση λαμβάνουμε από την ικανοποίηση της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Η ειρήνη έχει υποκατασταθεί στην πράξη από την θεοποίηση της βίας στο θέαμα, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στους εξοπλισμούς, σε μία διάθεση επικράτησης χωρίς ήθος διαλλακτικότητας, αγάπης και δημιουργικού συμβιβασμού. Το «έχω δίκιο», η χαιρεκακία για όποιον δεν το αναγνωρίζει, η επιθυμία για εκδίκηση κυριαρχούν. Η πίστη στον εαυτό μας και η λατρεία του θελήματός μας είναι στοιχείο του πολιτισμού μας. Η επιθετικότητα θεωρείται «μαγκιά». Το «τα θέλω όλα», χωρίς μέτρο, διότι «τα δικαιούμαι όλα» μάς οδηγεί στην ταύτιση της ευτυχίας με την εκπλήρωση κάθε επιθυμίας, χωρίς όριο.

Αυτή είναι η οδός του σκοταδιού εντός μας. Και είναι ευκολότερη η μετάβαση από το φως στο σκοτάδι, από ό,τι η επιστροφή στο φως. Διότι το σκοτάδι κρύβει ευχαρίστηση, δίνει κίνητρο επικράτησης και δόξας, γεννά ψευδαισθήσεις, ενώ το φως θεωρείται αδυναμία, θέλει κόπο και δεν έχει εύκολα ανταμοιβή σ’  αυτήν την ζωή, παρά μόνο την ήσυχη συνείδηση. Και η συνείδηση σήμερα δεν είναι το μείζον.

Ο Χριστός ζητά από εμάς να ζητούμε την βασιλεία και την δικαιοσύνη του Θεού. Ζητά από εμάς να επιλέγουμε την οδό της κοινωνίας με τον Ίδιο, ώστε το φως να παραμένει αναμμένο εντός μας.  Η μόνη αλήθεια, η μόνη πραγματικότητα που νικά τον θάνατο, την πικρότερη στιγμή της ζωής, είναι το ΝΑΙ στην αγάπη του Θεού. Το σκοτάδι κάνει τον άνθρωπο στην πράξη ακοινώνητο και με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο. Το φως θέλει επίγνωση ελευθερίας που πατά στην αγάπη. Το φως είναι αθόρυβο. Όπως όμως κι αν θελήσεις να το κρύψεις, λάμπει. Ας παραμείνουμε τέκνα φωτός. Ας παλέψουμε για περισσότερο φως μέσα μας. Δεν αρκεί η διανοητική γνώση, ούτε η θύραθεν παιδεία, αν δεν υπάρχει η σχέση με τον Χριστό. Αυτή που αποκαλύπτει την ζωή του φωτός, την διάρκειά του. Το «για πάντα». 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Ιουλίου 2022

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

6/28/22

ΤΑ ΘΕΛΩ ΟΛΑ

 

«Δεν είναι συμφέρον να αναπαυόμαστε με πληρότητα σε όλα» (Αββάς Δωρόθεος)

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που μας δημιουργεί την αίσθηση ότι αν δεν τα έχουμε όλα όπως τα θέλουμε, δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι. «Τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα», είναι το μότο που κυριαρχεί, ιδίως στην ζωή των νεώτερων. Το βλέπουμε στα παιδιά. Δυσκολεύονται να περιμένουν. Αν έχουν κάτι να πούνε, δεν μπορούνε να περιμένουν τα άλλα παιδιά που βρίσκονται στον χώρο, στην σχολική τάξη, στην παρέα, αλλά διακόπτουν και με στεντόρεια φωνή επιχειρούν να κάνουν την άποψή τους κέντρο. Ακόμη όμως κι αν δεν έχουν τέτοιο στόχο, δεν παύουν να μιλούνε ακατάπαυστα, όταν τους έρθει, εν είδει παράλληλου μονολόγου, διότι και άλλοι έτσι κάνουν. Η άποψή μου, το θέλημά μου, το εγώ μου είναι το κλειδί.

Έχει υποχωρήσει η προσμονή της ευγένειας σήμερα. Σαν να βιαζόμαστε οι άνθρωποι να προλάβουμε να ακουστούμε, σαν να νιώθουμε ότι η άποψή μας είναι τόσο σημαντική, ίσως και μοναδική, και δεν αρκεί απλώς να επικοινωνήσουμε, αλλά να πρέπει να επικρατήσουμε. Το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου εδώ και χρόνια, μετά την είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης στην ζωή μας, το μαρτυρεί. Το επίπεδο του διαδικτυακού λόγου, με σχόλια κάθε λογής, που αναρτώνται ως θέσφατα κι ας είναι χειρίστου επιπέδου, συχνά χυδαίου, επιβεβαιώνει του λόγου το ασφαλές. Και ένα αίσθημα ματαίωσης όταν αυτό που θέλουμε δεν το έχουμε, ερμηνεύει το γιατί ο ετεροπροσδιορισμένος άνθρωπος δεν νιώθει ικανός να αναπαυτεί στα λιγότερα, αλλά σημαντικά.

«Πλούσιος είναι ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος», λέει μία εμβληματική μορφή της λογοτεχνίας μας, η Κωνσταντινουπολίτισσα Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου. «Δεν είναι συμφέρον μας να αναπαυόμαστε με πληρότητα σε όλα», λέει η ασκητική μας παράδοση. Κι αυτό διότι έρχεται η πλεονεξία που μας κατακτά. Η υπερηφάνεια. Η ραθυμία μετά. Η αδυναμία μας να δεχτούμε ότι θα χάσουμε. Και τότε δεν μπορούμε ούτε τα συναισθήματά μας να διαχειριστούμε ούτε να αισθανθούμε ότι η ολιγάρκεια, όταν είναι στάση ζωής, μας επιτρέπει να αναπαυτούμε στα ουσιώδη.

Κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την νίκη, την επιτυχία. Κανένας στόχος μας δεν είναι βέβαιο ότι θα εκπληρωθεί. Ούτε η ζωή μάς χρωστά ούτε οι άλλοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητος ο κόπος. Η επένδυση στο αποτέλεσμα όμως, όταν γίνεται με το άγχος πως αν δεν τα καταφέρουμε δεν αξίζουμε, είναι κάτι που μας ταλαιπωρεί. Άλλωστε, σε όλα ο Θεός έχει τον τελευταίο λόγο. Εκείνος γνωρίζει τι αληθινά από όσα επιθυμούμε θα μας ωφελήσει. Αν δεν πιστεύουμε σ’  Αυτόν, αφήνει να κάνουμε πολλά από όσα θέλουμε, για να μην έχουμε πρόφαση ότι στάθηκε εμπόδιό μας. Θα έρθει η ώρα όμως που θα μείνει κάτι ανεπίτευκτο και εκεί θα κληθούμε να αποφασίσουμε αν κλειδί είναι η εμπιστοσύνη σε Εκείνον ή το εγώ μας που θα πρέπει να κερδίσει με κάθε τρόπο. Όλα όμως είναι θέμα ελευθερίας.

Στην καθημερινότητα, στις σχέσεις μας, στην ανατροφή των παιδιών μας ας μην λησμονούμε ότι το λίγο μπορεί να γίνει πολύ, όταν υπάρχει η αγάπη. Στην αγάπη βρίσκεται το κλειδί της ευτυχίας. Και στην πίστη στον Θεό που είναι αγάπη. Θέλει άσκηση και ταπείνωση ο δρόμος αυτός. Είναι όμως αληθινά ευλογημένος. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Ιουνίου 2022

6/25/22

ΠΕΡΙΗΓΕΝ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΓΑΛΙΛΑΙΑΝ


«Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» 
(Ματθ. 4, 23)

«Ὁ ᾿Ιησοῦς περιόδευε ὅλη τὴ Γαλιλαία. Δίδασκε στὶς συναγωγές τους, κήρυττε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ γιάτρευε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἀδυναμία» 

            Μετά τη Κυριακή των Αγίων Πάντων, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει πως όλα όσα είδαμε να συμβαίνουν την περίοδο του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου προϋποθέτουν πλέον την δική μας συμμετοχή. Όλα ξεκινούν από την αρχή και πάλι μέσα στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Και δεν είναι τυχαίο το ευαγγελικό ανάγνωσμα που μάς δίδεται για να κατανοήσουμε αυτή την μεγάλη αλήθεια.

Μετά την βάπτισή Του ο Χριστός ξεκίνησε το απολυτρωτικό Του έργο στον κόσμο. Η πρώτη Του κίνηση, πριν απευθυνθεί στους ανθρώπους, ήταν να καλέσει εκείνους που θα Τον συντρόφευαν στο έργο αυτό: τους δώδεκα μαθητές. Είναι σημαντικό το στοιχείο αυτό. Ο Θεάνθρωπος είχε την δύναμη να κάνει ό,τι ήθελε, να μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων χωρίς  και την φυσική παρουσία Του ακόμη. Δεν το έπραξε. Ακολούθησε την οδό του καθένα που θέλει να στείλει ένα μήνυμα. Επικοινωνεί και καλεί. Δεν είναι μόνο η πρόβλεψη για μετά την Ανάληψη. Είναι και ότι κάθε έργο χρειάζεται όχι μόνο ηγέτη, αλλά και συνεργάτες. Έτσι είναι τα ανθρώπινα. Και ο Χριστός, εκτός από τέλειος Θεός, είναι και τέλειος άνθρωπος.

           Υπάρχει όμως και κάτι άλλο αξιοσημείωτο. Ο Χριστός περιόδευε σε όλη την Γαλιλαία. Δεν ξεκίνησε από την πρωτεύουσα του Ισραήλ, την Ιερουσαλήμ, εκεί όπου η θρησκευτική ηγεσία θεωρούσε δεδομένη την καθοδήγηση των ανθρώπων με την δική της παρουσία, επίβλεψη και εξουσία. Ξεκίνησε από μία περιοχή στην οποία το θρησκευτικό στοιχείο δεν ήταν ενιαίο. Υπήρχαν και Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες.  Υπήρχαν «άγιοι» και αμαρτωλοί. Πιστοί στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης και πολλοί που δεν είχαν καμία σχέση μ’ Εκείνον, αλλά λάτρευαν τα είδωλα, δηλαδή τους ψεύτικους «θεούς» που ο νόμος του Μωυσή ρητά απαγόρευε την όποια πίστη σ’ αυτούς. Δεισιδαίμονες άνθρωποι, που ακολουθούσαν διάφορες δοξασίες, αλλά και μεικτοί γάμοι, που απειλούσαν την καθαρότητα του ισραηλιτικού λαού. Η πρωτεύουσα περιφρονούσε την Γαλιλαία. Αλλά και οι μαθητές που διάλεξε ο Χριστός Γαλιλαίοι ήταν. Δεν διάλεξε δηλαδή ο Κύριος πρόσωπα που θα ακολουθούσαν την επίσημη θρησκευτική τάξη, αλλά ανθρώπους που η στάση της θρησκευτικής ηγεσίας έναντί τους θα ήταν υποτιμητική. «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη» (Α’ Κορ. 1, 27).

            Τι σχέση έχουν αυτά με την σημερινή πραγματικότητα;

          Πρώτα, ας κρατήσουμε το γεγονός ότι το μήνυμα του Ευαγγελίου δεν είναι μήνυμα για λίγους, αλλά για όλους. Ας μην οχυρωνόμαστε πίσω από την όποια θρησκευτική μας αυτάρκεια, ας μην νομίζουμε ότι επειδή γνωρίζουμε, ή οδός της Βασιλείας είναι για μας και για όσους μας μοιάσουν. Ο Χριστός συχνά διαλέγει αυτούς που δεν περιμένει κανείς. Χρέος των χριστιανών είναι να δώσουμε μαρτυρία πίστης, ανάστασης, αγάπης όπου και όσο μπορούμε. Και ας μην κρατάμε με απολυτότητες και βεβαιότητες κλειστή την πόρτα του ουρανού για τους άλλους, διότι είναι «αμαρτωλοί», «χαλασμένοι», «ακάθαρτοι», δεν είναι σαν κι εμάς.

      Δεύτερον, ότι σε κάθε εποχή δεν έχει σταματήσει, ούτε θα σταματήσει η κλήση του Θεού στους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν. Δεν υπάρχουν «χαλασμένες»  εποχές. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι δεκτικοί και άλλοι όχι. Δεν κάνει η εποχή τον άνθρωπο. Μπορεί να τον επηρεάζει, αλλά ο Θεός επιτρέπει να γεννιόμαστε σε συγκεκριμένους χρόνους. Δεν ωφελεί λοιπόν ούτε η μεμψιμοιρία, ούτε οι οιμωγές ότι «τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι ήταν καλύτεροι» και να γυρίσουμε πίσω. Η Εκκλησία που σκέφτεται με κριτήριο το χτες, έχει χάσει το σήμερα και έχει υπονομεύσει το αύριο, κατά άνθρωπο, γιατί ο Θεός μπορεί όλα να τα αλλάξει. Όμως, το ότι ο Χριστός κάλεσε τους ανθρώπους του καιρού Του να τον συντροφεύσουν στον αγώνα του Ευαγγελίου μάς δείχνει ότι η πίστη είναι δώρο που υπερβαίνει τον χρόνο, τις συνθήκες, τα προτερήματα και τα ελαττώματα. Είναι κλήση προσωπική και ελεύθερη. Και ο Χριστός δεν εμφανίζεται μαγικά στον κόσμο, αλλά μέσα από τους ανθρώπους. Θα είμαστε άραγε δεκτικοί στο κάλεσμά Του;

            Και τρίτον, οι μαθητές είπαν το μεγάλο ΝΑΙ σ’  αυτό που τους ζήτησε ο Χριστός. Έβαλαν προτεραιότητα το πρόσωπό Του και την αποστολή που τους ζήτησε να αναλάβουν κοντά Του και άφησαν, με απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον, το έργο της επιβίωσης.  Η σχέση θέλει θυσία. Θέλει παραίτηση. Θέλει εμπιστοσύνη. Αν αυτό ισχύει στα μεταξύ μας ανθρώπινα, πόσο μάλλον στην σχέση μας με τον Θεό. Όμως η παραίτηση δεν φέρνει λύπη, αλλά χαρά. Είναι το όμορφο, παράδοξο και ευλογημένο νόημα της συνάντησης με τον Χριστό.

            Ας ζήσουμε αυτήν την συνάντηση στους καιρούς μας. Δεν έχει σημασία σε ποιον πολιτισμό ζούμε. Ας γνωρίζουμε τα στοιχεία του, αλλά δεν είναι αυτός που θα μας σώσει ή θα μας συντρίψει. Η αγάπη του Χριστού είναι η οδός της σωτηρίας, η οδός της καλής αλλοίωσης, η οδός που οδηγεί τον καθέναν μαζί με άλλους στην χαρά μιας ζωής με νόημα, μιας ζωής με άλλη ποιότητα και προοπτική. Χωρίς φόβο ας προχωρήσουμε στον κόσμο αυτό και ας δοξάσουμε τον Θεό που όχι μόνο επιτρέπει, αλλά έρχεται να μας συναντήσει, τον καθέναν μέσα από άλλους, που μας φέρνουν άλλοτε με λόγο, άλλοτε με έργα, άλλοτε με σιωπή, πάντοτε όμως με αγάπη, το μήνυμα της βασιλείας των ουρανών. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

26 Ιουνίου 2022

Β’ Ματθαίου

6/21/22

ΜΕ ΑΔΙΚΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΦΤΑΣΕΙΣ

 

“Είναι αδύνατον να οργιστεί κανείς εναντίον του πλησίον, αν πρώτα δεν υπερηφανεύεται εσωτερικά απέναντί του και αν δεν τον περιφρονήσει και αν δεν θεωρήσει τον εαυτό του καλύτερο από εκείνον” (αββάς Δωρόθεος)

Όταν ο λογισμός στις ανθρώπινες σχέσεις θεριεύει, οι συγκρούσεις και ο διχασμός έρχονται αναπόφευκτα. Μπορεί ο εκκοσμικευμένος πολιτισμός μας να μην δέχεται ότι υπάρχει διάβολος, ότι υπάρχει το πνεύμα του πονηρού, αυτό είναι εμφανές όμως ότι δεν ισχύει, όταν διαπιστώνουμε πως η καρδιά μας είναι διασπασμένη απέναντι στον άλλον. Η σκέψη μας τροφοδοτείται από δύο κυρίως λογισμούς, που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Ο ένας είναι ότι ο άλλος δεν μπορεί να μας φτάσει στις ικανότητες, στην προσφορά, στα δεδομένα που δικαιούμαστε και, επομένως, έχουμε κάθε δίκιο να θυμώνουμε, ακόμη και να οργιζόμαστε μαζί του, διότι δεν μας νιώθει. Ο άλλος λογισμός έχει να κάνει με το αίσθημα της αδικίας που αισθανόμαστε ότι υφιστάμεθα από αυτόν. Και η αδικία γίνεται πάλι θυμός, κάποτε και με τις επιλογές μας, κάποτε μόνο με τον άλλον. 

Ας το δούμε αυτό και στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά. 

Οι γονείς θυμώνουν με τα παιδιά, διότι τα θεωρούν έτσι κι αλλιώς ανώριμα, ότι χρειάζονται την προστασία τους, και, την ίδια στιγμή, αχάριστα, διότι δεν εκτιμούν κόπους, θυσίες, χρήματα. Όσο τα παιδιά επικαλούνται, ιδίως στην εφηβεία, δικαιώματα, οι γονείς αισθάνονται φόβο για την ελευθερία τους και το πώς θα την διαχειριστούν και ότι πλέον οι μεγάλοι δεν έχουν λόγο στην ζωή των μικρότερων, με αποτέλεσμα ένα κεκαλυμμένο παράπονο να γίνεται θυμός. Δεν αποκλείεται οι νεώτεροι να έχουν αποτύχει να χτίσουν γέφυρες εμπιστοσύνης με την συμπεριφορά τους, ιδίως με την αδυναμία τους να διαχειριστούν σωστά τον χρόνο τους, όπως επίσης και όταν παρασύρονται από τις παρέες τους και δεν καταλαβαίνουν ότι οι γονείς τους έχουν τις ανησυχίες τους. 

Τα παιδιά, πάλι, έχουν κι αυτά το ίδιον θέλημα. Ένας χαρακτήρας που βαριέται εύκολα ή βρίσκει διεξόδους στα gudget του σήμερα θα είναι πιθανόν σε ρήξη με τους γονείς και τους δασκάλους που θα ήθελαν να διαβάζει. Το χάσμα των γενεών, άλλωστε, δεν έπαψε να υφίσταται, μόνο που η αμφισβήτηση προς τους μεγαλύτερους δεν είναι φανερή, αλλά οι αντιστάσεις είναι κρυφές. Η επιθυμία, εξάλλου, των παιδιών να αισθανθούν ότι το μεγάλωμά τους, η νέα τους ταυτότητα γίνεται αποδεκτή, μέσα στις πολλές δοκιμές της, ή, τουλάχιστον, το πρόσωπό τους δεν καθίσταται απορριπτέο, φέρνει το αίσθημα ότι οι γονείς τα αδικούν, διότι δεν τα καταλαβαίνουν. Ο συνδυασμός, έκφραση ενός απαραίτητου, όχι όμως πάντοτε με μέτρο, εγωκεντρισμού, φέρνει διάσπαση. Ο διάβολος τροφοδοτεί με λογισμούς το υπόστρωμα και οι σχέσεις υπονομεύονται.

Η ασκητική παράδοση της πίστης μας προτείνει ως φάρμακα την αγάπη, την ταπείνωση και την υπομονή. Όχι την ανειλικρίνεια, ούτε το κρύψιμο των λογισμών, αλλά την εξαγόρευσή τους. Ζητά να δίνουμε χρόνο και χώρο στον άλλο, είτε δεχτεί την οπτική μας είτε όχι. Και τότε μπορεί να δοθεί η ευκαιρία για μικρά νέα ξεκινήματα. Άλλωστε, οι σχέσεις δεν χαλάνε από μεγάλα λάθη, αλλά από τα μικρά που τις φθείρουν. Μικρά γεφύρια επικοινωνίας, μέσα από καλή διάθεση, προσευχή και σεβασμό στο πρόσωπο του άλλου, ακόμη κι αν λαθεύει, είναι δρόμος που νικά τον θυμό.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 22 Ιουνίου 2022

6/17/22

ΑΡΝΗΣΟΜΑΙ ΑΥΤΟΝ ΚΑΓΩ ΕΜΠΡΟΣΘΕΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ


 «Ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 33)

«Ἐκεῖνον ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιο» 

            Η γιορτή των Αγίων Πάντων, μία εβδομάδα μετά την Πεντηκοστή, μας αποκαλύπτει τον αληθινό προορισμό της ζωής μας, όπως τον βλέπει η πίστη, και, ταυτόχρονα, τα κίνητρα τα οποία γίνονται αφετηρία για να ακολουθήσουμε τον δρόμο της πίστης. Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος, στοιχώντας τον τρόπο της Εκκλησίας, καλείται να γίνει άγιος, δηλαδή να αφήσει κατά μέρος κάθε άγος, κάθε τι που τον χωρίζει από την αγάπη του Θεού, κάθε λογισμό, κάθε κίνηση, κάθε επιθυμία που καθιστά τον εαυτό του θεό, και να υιοθετήσει την σημασία και προτεραιότητα της σχέσης του με τον Θεό, που τον κάνει να βλέπει την σχέση του με τους ανθρώπους αλλιώτικα. Ο άγιος αγαπά τον Θεό. Ο άγιος αγαπά τον άνθρωπο. Νιώθει την καρδιά του να λειτουργεί στην προοπτική της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Και από την άλλη, η αγάπη τον κάνει να έχει την καρδιά του προσανατολισμένη στην θυσία: από την παραίτηση από τον χρόνο του, μέχρι και την παραίτηση από την ζωή, αν χρειαστεί.

            Ο λόγος όμως του Χριστού, όπως διατυπώνεται ξεκάθαρα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της εορτής, ξεδιαλύνει και τα κίνητρα αυτής της πορείας προς την αγιότητα. Ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει ότι όποιος ομολογήσει ότι πιστεύει, λόγοις και έργοις, θα έχει την ευλογία να αναγνωριστεί ως πρόσωπο αυθεντικό και πολύτιμο από τον ίδιο τον Κύριο ενώπιον του Θεού Πατρός. Όποιος όμως αρνηθεί τον Χριστό σ’  αυτήν την ζωή, θα τον αρνηθεί και ο Χριστός ενώπιον του Θεού Πατρός.

Ο λόγος αυτός θα μπορούσε να είναι  λόγος φόβου, λόγος μισθού ή λόγος αγάπης. Η πρώτη ανάγνωση γεννά το αίσθημα του φόβου. Το να μας αρνηθεί ο Χριστός στον ουρανό, στην αιωνιότητα, ενώπιον του Πατρός Του, μοιάζει ως την χειρότερη τιμωρία που θα μπορούσε να λάβει ο άνθρωπο. Μοιάζει έξοδος στην απόγνωση και στον θάνατο, καθώς μια τέτοια άρνηση δεν έχει επιστροφή. Από την άλλη, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ο λόγος αυτός και στην προοπτική της ανταπόδοσης. Αν ομολογήσουμε την πίστη μας στον Χριστό ενώπιον των ανθρώπων, θα λάβουμε ως δώρο και την δική Του ομολογία, την αγιότητα, την αιώνια κοινωνία μαζί Του. Όπως θα Του δώσουμε, έτσι και θα μας δώσει, και, μάλιστα, πολλαπλάσια. Μας συμφέρει μια τέτοια επιλογή. Υπάρχει όμως και η οδός της αγάπης. Ομολογούμε τον Χριστό, όχι γιατί περιμένουμε να λάβουμε κάτι από Αυτόν ή να μην τιμωρηθούμε, αλλά γιατί Τον αγαπούμε ως Θεό μας , ως Πατέρα μας, ως φίλο, ως αδελφό μας, ως έναν από εμάς που η παρουσία του Προσώπου Του δίνει νόημα, όπως η παρουσία των αγαπημένων κατά άνθρωπον προσώπων μάς δίνει χαρά και νόημα. Η ζωή βρίσκεται στην σχέση, στην συνύπαρξη, στο μοίρασμα της αγάπης. Και δεν θέλουμε αυτήν την αγάπη να την στερηθούμε στην αιωνιότητα. Ίσα-ίσα, θέλουμε μέσω του Χριστού να γνωρίσουμε τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι να ζήσουμε την χαρά της κοινωνίας στον αιώνα, μαζί με τους συνανθρώπους μας, τον κάθε άνθρωπο, καθότι η βασιλεία του Θεού δεν έχει όριο πληρότητας και ποσότητας.

Ο άγιος είναι αυτός που επιλέγει την οδό της αγάπης. Ο άγιος δεν στερείται τις χαρές αυτής της ζωής, μόνο που βρίσκει ποιες από αυτές είναι αυθεντικές, κρατούνε δηλαδή και δεν είναι πρόσκαιρες.  Τα αγαθά, οι απολαύσεις, ακόμη και οι σχέσεις που μένουν στο συμφέρον ή στην φυσικότητα, όπως οι σχέσεις της οικογένειας, δεν δίνουν πληρότητα στον άνθρωπο, μολονότι δίνουν νόημα. Μόνο που αυτό μένει στο πρόσκαιρο. Από την άλλη, η σχέση με τον Χριστό, όπως αυτή εκφράζεται στην αγάπη της προσευχής, της συγχώρησης, της ελεημοσύνης, της θυσίας, της υπέρβασης του εγωισμού, της μετοχής στην Εκκλησία και την ζωή της, γίνεται σπουδή στην χαρά που κρατά. Η απόλυτη αφιέρωση δεν είναι κλήση για όλους μας. Η επιλογή όμως της χαράς της κοινωνίας και της ομολογίας του Χριστού μπορεί να γίνει επιλογή όλων μας.

Χρόνια πολλά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

19 Ιουνίου 2022

Πάντων των Αγίων

6/14/22

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

 

«Ποτέ μην κάνεις το κακό για ν’  αστειευτείς. Γιατί πολλές φορές συμβαίνει να κάνει κανείς στην αρχή αστεία το κακό, μετά όμως και χωρίς να  το θέλει υποδουλώνεται σ’  αυτό» (Αββάς Δωρόθεος)

Γελάμε με το κακό σήμερα ή διασκεδάζουμε με αυτό. Ταινίες και σειρές θρίλερ, με αίμα, βία, θάνατο, παραψυχολογικά φαινόμενα, δαιμονικές υπάρξεις, τέρατα καθιστούν την εικόνα του κακού ελκυστική. Το συνηθίζουμε. Δεν μας ενοχλεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα διαδικτυακά παιχνίδια. Το κακό, επειδή στην οθόνη έχουμε την αίσθηση ότι δεν είναι πραγματικό, δεν μας αγγίζει. Επειδή είναι εικονικό και δεν το ζούμε, δεν πειράζει να το απολαμβάνουμε. Άλλωστε ό,τι είναι ακραίο εξάπτει την περιέργειά μας. Και η βιομηχανία του θεάματος αυξάνει την ακρότητα, την σκληρότητα, την βία, ακριβώς για να προκαλέσει.

Παλαιότερα, αυτό που σχηματικά φαινόταν ως καλό, στο τέλος επικρατούσε. Σήμερα, ακόμη και ο «καλός» ήρωας έχει πολλές σκοτεινές πλευρές μέσα του. Στο όνομα της δικαιοσύνης, όλα επιτρέπονται. Υπάρχει και η άποψη ότι το καλό δεν κάνει εντύπωση. Είναι ό,τι αναμένουμε και θέλουμε. Το κακό όμως μπορούμε να το αναλύσουμε, να το συζητήσουμε, να το φιλοσοφήσουμε, διότι, κατά βάθος, το φοβόμαστε. Πρέπει να δικαιολογήσουμε γιατί ο κόσμος δεν είναι όπως τον θέλουμε. Επομένως, ο μοναδικός τρόπος ερμηνείας του είναι η κυριαρχία του κακού. Μόνο που εμάς δεν μας αγγίζει. Είμαστε αποστασιοποιημένοι. Αγνοούμε, συνειδητά ή μη, ότι ο εφευρέτης του κακού είναι πρόσωπο. Είναι ο άγγελος που έκανε χρήση της ελευθερίας του στην προοπτική της προσωπικής αυτοθέωσης και της άρνησης του Θεού. Και θα υπάρχει μέχρι το τέλος του κόσμου, για να χωριστεί από αγγέλους και ανθρώπους, όπως τα ζιζάνια θα θεριστούν μαζί με τα στάχια.

Στην ασκητική παράδοση της πίστης μας δίδεται και μια άλλη διάσταση του κακού, που ερμηνεύει πολλά. Είναι το κακό που ξεκινά κάποιος για να αστειευτεί. Είναι η ειρωνεία εις βάρος του άλλου, που αποσκοπεί στο να τον μειώσει «για πλάκα», για διασκέδαση. Είναι τα ψεύτικα τεχνάσματα. Είναι οι αρρωστημένες φάρσες. Είναι η χυδαιολογία που υποτιμά την προσωπικότητα του συνανθρώπου. Είναι ένα αίσθημα ότι μπορείς να ερωτοτροπείς με το κακό, διότι το ελέγχεις, ότι μπορείς να το σταματήσεις ανά πάσα στιγμή. Είναι η σύμπραξη με άλλους, για να φανούμε ότι έχουμε κοινωνικότητα. Είναι η μίμηση πράξεων που υπερβαίνουν τα όρια, για να δείξουμε ποιοι είμαστε, εγωκεντρικά και εξουσιαστικά. Ότι μπορούμε. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην εφηβεία, όπου αγόρια και κορίτσια θέλουν να μην υστερούν από τις παρέες τους σε επίδειξη εξυπνακισμού, μόνο και μόνο για την ένταξη στην παρέα. Και ας είναι κακή αυτή η παρέα.

Όμως το κακό σε υποδουλώνει. Και γι’  αυτό χρειάζεται η ανάπτυξη ηθικής συνείδησης, η οποία  να οριοθετεί την αλήθεια. Να δείχνει ότι δεν υπάρχουμε για να επιδεικνυόμαστε ή να εξουσιάζουμε, αλλά για να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε. Να σεβόμαστε και να αγαπούμε. Κι αν δεν έχουμε δύναμη να νικήσουμε το κακό, τουλάχιστον να μην το δικαιολογούμε. Να μην το θεωρούμε ασήμαντο. Να μην υποτασσόμαστε στην εικονική του διάσταση, Να κατανοούμε ότι ο εθισμός είναι εύκολος. Και η υποταγή στον πονηρό αναπόφευκτη.

«Ρύσαι ημάς από του πονηρού». Εγρήγορση και αναζήτηση της χαράς στην αγάπη. Και η ένταξη στην ομάδα μπορεί να γίνει με καλοσύνη. Αν μάθουμε να το θέλουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φυλλο της Τετάρτης 15 Ιουνίου 2022

6/11/22

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ ΟΥΚ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ

“Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται” (Ιωάν. 7,52).

Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως κατάγεσαι κι ἐσὺ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία; Μελέτησε τὶς Γραφὲς καὶ θὰ δεῖς πὼς κανένας προφήτης δὲν πρόκειται νὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Γαλιλαία».


Η τελευταία εορτή του Πεντηκοσταρίου είναι η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Στην εβραϊκή παράδοση οι Ιουδαίοι γιόρταζαν την παράδοση του νόμου στον Μωυσή στο όρος Σινά, δηλαδή των δέκα εντολών και των υπόλοιπων διατάξεων, διά των οποίων η εβραϊκή κοινωνία ήξερε ποιο ήταν το θέλημα του Θεού για τον λαό (ονομαζόταν Σαβουότ η γιορτή και εορτάζονταν την 50ή ημέρα από το ιουδαϊκό Πάσχα, την ανάμνηση του περάσματος της Ερυθράς θαλάσσης και την απαλλαγή από την δουλεία των Αιγυπτίων). 

Στην χριστιανική πνευματική παράδοση η Πεντηκοστή είναι συνδεδεμένη με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επί των αποστόλων, 50 ημέρες μετά το Πάσχα και την απαλλαγή των ανθρώπων από την δουλεία του θανάτου, τόσο του σωματικού όσο και του πνευματικού που επήλθε με την Ανάσταση του Χριστού, 10 ημέρες μετά την Ανάληψη του Κυρίου εις ουρανούς, διά της οποίας η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με την θεότητα, πλέον είναι “εις ουρανόν οικούσα” για πάντα, σημείο ότι μπορούμε να εκπληρώσουμε τον αυθεντικό προορισμό μας, δηλαδή να γίνουμε παιδιά του Θεού και θεοί κατά χάριν. Αυτή η πορεία περνά πλέον μέσα από την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, την παρουσία δηλαδή του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, το οποίο “όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας”, καθιστά δηλαδή την κοινωνία με τον Χριστό εφικτή εν τη αγάπη, εν τοις μυστηρίοις, εν τη αναζητήσει μας, καθώς μέσα στην ζωή και στον τρόπο της Εκκλησίας ο Χριστός γίνεται για όλη μας την ύπαρξη παρών και παρόν.

Στο ευαγγέλιο της Πεντηκοστής διαφαίνεται ένα συγκλονιστικό στοιχείο: η ρήξη των ανθρώπων για το ποιος είναι ο Χριστός. Η άρνησή τους, που επεκτείνεται στην ιστορία και φτάνει μέχρι και το σήμερα για την ταυτότητά του. Θεωρούσαν αδιανόητο ο Χριστός να μην εκπληρώνει το γράμμα της Γραφής, δηλαδή την ακρίβεια της διατύπωσης της παράδοσης, με αποτέλεσμα, επειδή αγνοούσαν ότι είχε γεννηθεί στην Βηθλεέμ, δηλαδή στην πόλη του Δαβίδ, όπως η παράδοση προφήτευε για τον Μεσσία, να Τον αρνούνται. Πίστευαν ότι καταγόταν από την Γαλιλαία, όπου και είχε μεγαλώσει.Και με βάση αυτό το εσφαλμένο στοιχείο, στο οποίο συνέτεινε και η βεβαιότητά τους ότι στην Γαλιλαία δεν θα μπορούσε να αναπαύεται ο Θεός, αφού οι άνθρωποι λειτουργούσαν συγκρητιστικά, ακολουθούσαν και ειδωλολατρικές παραδόσεις, όπως επίσης και δεν είχαν την ευσέβεια, την αρχοντιά, το πρωτευουσιάνικο πνεύμα των Ιεροσολύμων και της γύρω περιοχής, απέρριπταν τον Χριστό. Το είπαν και στον κρυφό μαθητή του Χριστού, τον Νικόδημο, με έμφαση.

Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία όμως μάς δείχνει έναν άλλο δρόμο. Ότι ο Χριστός είναι το φως του κόσμου και όποιος Τον ακολουθήσει, δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει από Εκείνον το φως που δίνει ζωή. Το φως δείχνει την αλήθεια, πέρα από τις εμμονές και τις δικές μας ερμηνείες. Οι Ιουδαίοι αναζητούσαν εχέγγυα για τον Μεσσία, ορμώμενοι από τον νόμο που ήταν το κριτήριό τους, όπως και από τους προφήτες. Η κάθοδος όμως του Αγίου Πνεύματος αναδιαμορφώνει το περιεχόμενο της Γραφής: δεν είναι ο σχολιαστικός έλεγχος των επιχειρημάτων που μας αποκαλύπτει την αλήθεια, παρότι μπορούμε και πρέπει να ερευνούμε τις γραφές, αλλά η σχέση με τον Χριστό ως Πρόσωπο, που ανανοηματοδοτεί την πορεία μας. Δεν είναι το γράμμα που σώζει, αλλά το πνεύμα του νόμου. Η αγάπη και όχι ο φορμαλισμός. Η σχέση και όχι η ιδέα. Προφανώς και τίποτα δεν αποκλείεται. Οι λόγοι επιβεβαιώνουν την αυθεντικότητα της εμπειρίας του Λόγου του Θεού. Αυτό όμως γίνεται εν τη Εκκλησία, στην συνύπαρξη των αποστόλων, στην συμπόρευση με τους Αγίους, στην κοινωνία του Χριστού με τα Άγια που δίδονται στους αγίους, στον κάθε πιστό που με ταπείνωση αποδέχεται όσα δεν γνωρίζει, δοξολογεί Αυτόν που έδωσε και δίνει την ζωή και προχωρά με αγάπη στην καθημερινότητά του και αναζήτηση του Τριαδικού Θεού.

Η εορτή της Πεντηκοστής αποτελεί για όλους μας μια ευκαιρία επανεκτίμησης της πίστης και της πορείας μας. Επειδή το Άγιο Πνεύμα κατήλθε, ανοιγόμαστε στον Χριστό της αγάπης και όχι της περιχαράκωσης. Στον Χριστό του φωτός και όχι της μιζέριας των ατομικών μας πεποιθήσεων, ιδιοτροπιών, οπτικών για τον κόσμο. Στον Χριστό της Εκκλησίας, της συνάντησης δηλαδή, της συνύπαρξης, της συγχώρεσης, της συμμετοχής στον μυστικό δείπνο  της βρώσης και της πόσης του εσταυρωμένου, αναστάντος και αναληφθέντος Κυρίου, ο Οποίος κρατά ακέραια τα στίγματα της αγάπης στο σώμα Του και αδιαπραγμάτευτα αιώνια την αγάπη για όλους μας. Αυτόν τον Χριστό ας αναζητούμε με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος στους καιρούς του πολέμου, του διχασμού, του ατόμου-θεού, του φόβου του θανάτου.

Χρόνια Πολλά!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

12 Ιουνίου 2022

Της Πεντηκοστής