3/13/26

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ


 «Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34)

«Εἶπε ὁ Κύριος: ῞Οποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ». 

            Στη μέση της Σαρακοστής στους ναούς στέκεται εν τω μέσω ο τίμιος Σταυρός, για να τον προσκυνήσουμε και να λάβουμε δύναμη, για να θυμόμαστε ότι η πορεία προς το Πάσχα περνά από τον Σταυρό, για να μην θεωρούμε ότι ο Χριστός ανέλαβε έναν δρόμο, τον οποίο εμείς δεν θα γευτούμε. Εκείνος ανέλαβε στον σταυρό την πεπτωκυία φύση μας, αυτή που θεοποιεί τον εαυτό της και διακατέχεται από ένα μίσος με διάφορες μορφές εις βάρος του πλησίον. Ανέλαβε τον θάνατο, τον νίκησε διά της αναστάσεώς Του, και πλέον μας δείχνει ότι η φύση μας ανακαινίστηκε, ότι ο Θεός είναι μεθεκτός, θεατός, ένα με μας. Ότι εφόσον ο θάνατος δεν νίκησε τον Θεάνθρωπο Κύριος ακριβώς διότι η θεία φύση ανασταίνει την ανθρώπινη, παρότι η ανθρώπινη παθαίνει και πεθαίνει, έτσι κι εμείς, αν έχουμε σχέση με τον Χριστό, ήδη από αυτή τη ζωή νικάμε τον θάνατο, αυτόν τον πνευματικό, την κυριαρχία του μίσους στην πεπτωκυία φύση μας, αλλά και στην Δευτέρα Παρουσία, όταν θα έρθει η Βασιλεία του Θεού εν δυνάμει, θα νικήσουμε και τον σωματικό θάνατο, προσλαμβάνοντας και πάλι το σώμα το οποίο κι αυτό μας δόθηκε για να γευθεί την αιώνιο  ζωή.

            Επάνω στον Σταυρό ένας μεγάλος πόλεμος διεξάγεται. Ο πόλεμος κατά του μίσους. Μίσος σημαίνει η απουσία συναίσθησης ότι η ανθρώπινη φύση μας δεν είναι πλήρης. Χρειάζεται τον Θεό και τον άλλο, για να ζήσει, όχι απλώς για να επιβιώσει. Επάνω στον Σταυρό ο Χριστός γεύεται το μίσος των ανθρώπων, οι οποίοι, παρακινημένοι από τον διάβολο, βλέπουν στο πρόσωπό Του την πληρότητα της  αγάπης, ότι Εκείνος ως Θεός είναι πλήρης, αλλά η πληρότητα δεν σημαίνει εγωτική αυτάρκεια. Ο πλήρης θέλει κι άλλοι να μοιραστούν τη χαρά της πληρότητας. Δημιουργεί, διότι αγαπά. Και ζει την χαρά της αγάπης, ακριβώς διότι είναι πλήρης. Ξέρει ότι, χωρίς να είναι αναγκαίο για την δική Του ύπαρξη, είναι ωραίο και περίσσεια αγάπης και ζωής και άλλοι να μοιράζονται την τριαδική αλληλοπεριχώρηση. Εμείς όμως οι άνθρωποι φθονούμε τον πλήρη και αγαπώντα Θεό. Θα θέλαμε να είμαστε στη θέση Του. Κι ενώ Εκείνος μας δείχνει τον δρόμο, διά της αγάπης, εμείς δεν θέλουμε να μοιραστούμε, να ανεχτούμε, να χαρούμε, αλλά τα θέλουμε όλα για τον εαυτό μας. Μισούμε λοιπόν τον φέροντα το μήνυμα, τη ζωή, τον τρόπο και Τον σταυρώνουμε, για να Τον εξαλείψουμε από προσώπου γης και να μη μας θυμίζει η παρουσία Του την έλλειψή μας.

            Ο πόλεμος αυτός κατά του Θεού δεν μπορεί να Τον νικήσει. Ο Θεός είναι ζωή, ζωή δίνει στην ανθρώπινη φύση και σε μας, ζωή και ανάσταση διά του Σταυρού Του. Και μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε την έλλειψή μας. Να Τον επιθυμήσουμε. Να Τον αγαπήσουμε, όχι ως δούλοι, αλλά ως φίλοι. Ως παιδιά που είμαστε κοντά Του σε μία πορεία ενηλικίωσης και ελευθερίας. Μόνο που όποιος μεγαλώνει εν αγάπη, τόσο θέλει η αγάπη να αυξάνεται. Κι έτσι νικιέται ο θάνατος. Ακόμη κι αν περνά διά του σταυρού. Διότι ο διάβολος και ο κόσμος πολεμούν αυτόν που αγαπά. Με κάθε τρόπο. Κι όταν δεν τον κλονίζουν, οδηγούν το μίσος να του επιτίθεται. Και τον σταυρώνουν.

            Ο Σταυρός είναι όπλο κατά του διαβόλου. Όπλο κατά του μίσους. Διότι είναι το απόγειο της αγάπης. Σταυρώνω το εγώ μου, τις μικρές ή μεγάλες επιθυμίες μου για να είμαι δίπλα στον πλησίον μου. Γιατί νιώθω τη δική μου έλλειψη και τη δική του. Και χωρίς να ζητώ από εκείνον να το κατανοήσει, προσφέρω και προσφέρομαι. Σ’ έναν κόσμο που αδιαφορεί, που βιαιοπραγεί σε όλες τις ηλικίες διότι δεν θέλει να αντιμετωπίσει την έλλειψη νοήματος, κοινότητας, αγάπης, ταπεινότητας, σηκώνω ελεύθερα τον σταυρό μου και παρακαλώ τον Χριστό να με συνδράμει στον πόλεμο. Βάζω όλους μου τις δυνάμεις. Και αφήνω την χάρη Του να αναπληρώσει τις ελλείψεις μου. Κι Εκείνος με ανασταίνει και θα με αναστήσει. Όχι με την ψευδαίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά με την πίστη ότι διά του Σταυρού χαρά ήλθεν εν όλω τω κόσμω!

Στην Εκκλησία, που είναι σταυρός κι ανάσταση μαζί! Σε κάθε θεία λειτουργία. Σε κάθε στιγμή, όταν η αμαρτία δεν είναι η χαρά, αλλά η συναίσθηση ότι καλούμαι να ξεκινήσω, να βάλω αρχή μετανοίας και να πορευθώ για να ζήσω με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα!

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Μαρτίου 2026

Κυριακή Γ’ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως

ΧΑΙΡΕ ΠΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΕΤΥΡΩΜΕΝΟΝ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ

 

 "Ἐν φωναῖς ἀσμάτων πίστει σοί βοῶμεν, Πανύμνητε, χαῖρε πῖον ὄρος καί τετυρωμένον ἐν Πνεύματι. Χαῖρε, λυχνία καί στάμνε, μάννα φέρουσα, τό γλυκαῖνον τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια" (Δ' Ὠδή τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

"Εἰς σέ, ὦ Θεοτόκε, πού εἶσαι ἀξία παντός ὕμνου, βοῶμεν μέ ἱεράς ψαλμωδίας: Χαῖρε, σύ, πού εἶσαι ὄρος παχύ καί εὔφορον, ὄρος συμπαγές καί στερεοποιημένον ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ πηκτός τυρός. Χαῖρε, σύ, πού εἶσαι λυχνία (φέρουσα τό θεῖον φῶς), καί στάμνος, φέρουσα ἐντός της τό (θεῖον) μάννα, τήν τροφήν πού γλυκαίνει τά πνευματικά αἰσθητήρια τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων (ἑρμηνεία Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου)   

            Το μεγαλείο της ποίησης του Ακαθίστου Ύμνου δίνει μία νότα ομορφιάς στη ζωή, στη σκέψη, στην προσευχή μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο ποιητής του Κανόνα άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει πλήθος εικόνων, παρμένων και από την Παλαιά Διαθήκη,για να δείξει τις προτυπώσεις της Παναγίας, αλλά και να μας καλέσει να την μιμηθούμε στη ζωή μας. Αν γνωρίζουμε σε ποια προσευχόμαστε, ότι δεν είναι μόνο η Μητέρα του Θεού έγινε άνθρωπος, αλλά και ένα πρόσωπο για το οποίο είναι πλήθος οι προεικονισμοί του στην εκκλησιαστική μας παράδοση. Δεν είναι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται τη στιγμή που χρειαζόταν. Είναι ένα πρόσωπο που την περίμενε η ανθρωπότητα, μέσω ενός λαού που επέλεξε ο Θεός για να μας προετοιμάσει για την καινή κτίση.

            Χαίρε πίον όρος και τετυρωμένον εν Πνεύματι. Η εικόνα αυτή είναι από το βιβλίο των "Ψαλμών" και αναφέρεται στην Ιερουσαλήμ, την Σιών, που ήταν κτισμένη σε όρος. Έτσι και η Παναγία. Την βλέπουν όλοι οι άνθρωποι, σαν να βρίσκεται πάνω σε ένα βουνό. Είναι ευδιάκριτη η αρετή της. Η αγάπη της. Ο έρωτας για τον Θεό, που εκφράζεται με την ταπεινοσύνη της υπακοής και της συνοδοιπορίας. Η Σιών όμως μοιάζει με πηκτό, στέρεο τυρί, που τρέφει τον άνθρωπο δυναμώνοντάς τον, δίνοντάς του το αλάτι εκείνο που χρειάζεται για να μη γίνεται πλαδαρός, αλλά να στερεώνεται λαμβάνοντας ενέργεια που τον κρατά ορθή. Η Σιών ήταν το θεμέλιο του λαού του Ισραήλ. Σ' αυτήν έβρισκαν ασφάλεια οι Ισραηλίτες. Ήξεραν τις παραδόσεις τους. Ένιωθαν δυνατοί και προφυλαγμένοι από τους εχθρούς τους. Είχαν μαζί τους την Κιβωτό της Διαθήκης και τις εντολές του Θεού. Ένιωθαν στέρεη την παρουσία του Πνεύματος του Θεού. Έτσι, και η Παναγία. Γίνεται το υπόδειγμα του στερεωμένου στη χάρη του Αγίου Πνεύματος ανθρώπου, του έτοιμου να αντιμετωπίσει κάθε πειρασμό, κάθε κακό, ακριβώς διότι το Πνεύμα του Θεού ελευθερώνει, στηρίζει, αγιάζει. Ο άνθρωπος τρέφεται από τις εντολές του Θεού και αποκτά ενέργεια πνευματική, που τον κάνει έτοιμο να δίδει συνεχή μαρτυρία πίστης, μη λυγίζοντας στις περιστάσεις των καιρών.

            Χαίρε λυχνία και στάμνε, μάννα φέρουσα, το γλυκαίνον τα των ευσεβών αισθητήρια.  Άλλες δύο πολύ όμορφες εικόνες από την Παλαιά Διαθήκη είναι αυτή της επτάφωτης λυχνίας, την οποία ο Μωυσής τοποθέτησε, κατόπιν εντολής του Θεού, στη Σκηνή του Μαρτυρίου, εκεί όπου λατρευόταν ο Θεός. Η λυχνία αυτή είχε επτά λυχνάρια, επτά καντήλια που φώτιζαν, και αποτελεί προτύπωση της Παναγίας, η οποία όμως έχει ένα λυχνάρι επάνω της, τον Χριστό, το φως του κόσμου. Η Παναγία όμως μάς θυμίζει και τη στάμνα, στην οποία ο Μωυσής ζήτησε από τον αδερφό του τον Ααρών να τη γεμίσει με το μάννα και να τη φυλάξει. Το μάννα δεν μπορούσε να κρατήσει για δεύτερη ημέρα. Όμως το μάννα που έβαλε ο Ααρών στη στάμνα δεν χάλασε ποτέ. Η Θεοτόκος ως νέα στάμνα, κρατά τον Χριστό ως νέο μάννα, τον Άρτο της ζωής, ο Οποίος γίνεται τροφή πραγματική στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, γλυκαίνοντας το σώμα και την ψυχή των ευσεβών ανθρώπων γενόμενος θεία κοινωνία. Η Παναγία και ο Χριστός πηγαίνουν μαζί. Αυτό μας θυμίζει ο ιερός υμνογράφος. Κι ο χριστιανός, ο οποίος πιστεύει τον Χριστό και  έχει την Παναγία ως πρότυπό του γίνεται λυχνάρι, στην κορυφή του οποίου η πίστη στον Χριστό γίνεται φως που φωτίζει τον κόσμο του, με αγάπη, αλήθεια, ελπίδα στην ανάσταση, ειρήνη και συμφιλίωση. Και ο Χριστός γίνεται η τροφή που μας τρέφει στη ζωή μας, κάνοντάς μας ένα με Εκείνον αλλά και ένα με τους συνανθρώπους μας, δίνοντάς μας την ενότητα της αγάπης και της ειρήνης, αν όντως θέλουμε να μοιάσουμε στην Παναγία.

            Ίσως για τους ανθρώπους του καιρού μας μοιάζουν ξένες οι εικόνες αυτές. Και τούτο διότι έχουμε μάθει να θεωρούμε ως στήριγμα το εγώ μας, τα αγαθά μας, τις πεποιθήσεις και τις ιδεολογίες μας, τα επιτεύγματά μας, σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα. Έχουμε μάθει να πορευόμαστε με κέντρο τον εαυτό μας και το εγώ μας και να μην πρυτανεύει ως κριτήριο της ζωής μας το "εμείς", που η Εκκλησία, διά του προσώπου της Παναγίας, μας προτείνει έμπρακτα και γι' αυτή και για την άλλη ζωή. Ας φωτιζόμαστε και ας εμπνεόμαστε από την Παναγία, την Μητέρα του Θεού και δική μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

13 Μαρτίου 2026

Γ' Χαιρετισμοί                                  

3/11/26

ΠΟΛΕΜΩΝ ΑΚΟΕΣ

                 Κανένας πόλεμος, όσο κι αν μοιάζει αναπόφευκτος, δεν μπορεί να μας κάνει να συμβιβαστούμε μαζί του. Ακόμη κι αν θεωρούμε ότι είναι αιτιολογημένος, εντούτοις δεν μπορούμε παρά να σταθούμε με πολλή περίσκεψη μπροστά στον θάνατο, την καταστροφή, την κακία, την εκδίκηση, το μίσος, τα πολλαπλά τραύματα που φέρνει. Ο πόλεμος είναι η κατάργηση της αγάπης ως τρόπου πορείας του ανθρώπου και του κόσμου, που οδηγείς τον Θεό, αλλά και στην συνύπαρξη. Ο πόλεμος σβήνει πρόσωπα από τον χρόνο και τον χάρτη της ζωής, συχνά και μέσα από «παράπλευρες απώλειες». Εύκολα κάποιος τάσσεται στο πλευρό του ενός ή του άλλου εμπόλεμου. Δύσκολα μπορεί να νιώσει τον πόνο που προκύπτει, την ανασφάλεια, την αγωνία, τις επιπτώσεις στη ζωή, στην οικονομία, στον τρόπο που ο κόσμος μας υπάρχει.

                Διαβάζοντας σχόλια πολλών στο Διαδίκτυο, διαπιστώνουμε πόσο εύκολα ο άνθρωπος φανατίζεται στη λογική του «ποιος έχει δίκιο».  Βλέπουμε ακόμη την μονόπλευρη στάση. Συγχωρούμε αυτούς τους που υποστηρίζουμε, δείχνουμε χαιρεκακία γι’ αυτούς που κατά τη γνώμη μας φταίνε, αδιαφορούμε για το ότι ο πόλεμος γεννά αμετάκλητα αποτελέσματα όσον αφορά στην απώλεια της ζωής του κάθε ανθρώπου, ο οποίος «δεύτερη ζωή δεν έχει». Γινόμαστε σκληρόκαρδοι. Αρνούμαστε τελικά να δούμε τον κόσμο στην προοπτική που ο Θεός τον έπλασε, «καλόν λίαν», και μένουμε στις ιδέες μας.

                Εύκολα κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: αλλάζει ο κόσμος χωρίς να γκρεμιστούν «οι κακοί» του; Εκτός της σχετικότητας τού ποιος είναι αληθινά κακός και αν υπάρχει κακό μόνο από την μία πλευρά, θα έπρεπε να βλέπουμε τον πόλεμο ως πνευματική αποτυχία της ανθρωπότητας να λύσει τις διαφορές της με διάλογο, κατανόηση, υποχωρητικότητα εκεί όπου χρειάζεται, άφημα στην άκρη του συμφέροντος. Δεν το βλέπουμε όμως έτσι, διότι ζητούμε από τη θρησκεία να ευλογήσει τις πολιτικές επιδιώξεις και να καταδικάσει τις θέσεις των αντιπάλων. Χρησιμοποιούμε και τον Θεό ακόμη για τους δικούς μας στόχους. Μας χρειάζεται μετάνοια και συντριβή, για να δούμε την πάσα αλήθεια.

                Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Η ανθρώπινη φύση διακατέχεται, από επιλογή της, από την κυριαρχία του συμφέροντος. Η πρώτη σκέψη του ηγέτη, του λαού, του συνόλου είναι τι συμφέρει. Όσο αυτή η λογική κυριαρχεί, τόσο οι ακοές των πολέμων θα μοιάζουν ασταμάτητες. Αλλά, ακόμη κι αν κάποιοι επιθυμούν τη συνύπαρξη, τη διαπραγμάτευση, την ειρήνη, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από τη δύναμη του λατινικού ρητού: «si vis pacem, para bellum», «αν θέλεις ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο».

                Ο πόλεμος είναι η κατάσταση στην οποία η Εκκλησία μοιάζει ανήμπορη να προσφέρει άλλη λύση πέραν της προσευχής. Δεν θα πάψει ο πιστός άνθρωπος να θεωρεί κάθε επιθετικό πόλεμο ως αμαρτία. Γνωρίζει όμως ότι δεν υπάρχει μόνο μία ερμηνεία, ένα δίκιο απόλυτο. Στην ανημπόρια να προτείνουμε κάτι, ας μένουμε ταπεινοί. Ας μην επικροτούμε άδικους πολέμους, επεκτατισμό, ολοκληρωτισμό, φανατισμό, μίσος, ψεύτικες εξηγήσεις. Στον πόλεμο δεν υπάρχουν φίλοι, μόνο σύμμαχοι σε συμφέροντα. Υπάρχει όμως και κατεύθυνση που είναι δώρο Θεού: το να παλεύεις για την ελευθερία σου, για το δικαίωμα στη ζωή, για τον σεβασμό που δεν σου δείχνει εκείνος που νομίζει ότι η ιδεολογία του μπορεί να επιβληθεί επειδή αισθάνεται ισχυρός. Και κλίνοντας το γόνυ της ψυχής και του σώματος να  παρακαλέσεις η μαυρίλα του διαβόλου που φέρνει θάνατο να μην κυριαρχήσει, αλλά η ειρήνη του Θεού, «η πάντα νουν υπερέχουσαν». 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 11 Μαρτίου 2026

3/9/26

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, “ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ”


 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 176- ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, “ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ”, εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Η θέση της γυναίκας σήμερα δεν έχει να κάνει τόσο με τα δικαιώματά της και τους ρόλους της, όσο με τις αντοχές και τον προσανατολισμό που έχει. Η κοινωνία (και δικαίως) της έχει παράσχει την ελευθερία να έχει πολλαπλούς ρόλους: εργαζόμενη, σύζυγος, μητέρα, επιχειρηματίας, προϊσταμένη, νοικοκυρά, ηγέτις, μορφωμένη, φίλη, αδελφή, γιαγιά… Η γυναίκα δεν είναι περιορισμένη κοινωνικά στα πλαίσια της οικογένειας. Συχνά μάλιστα η ιδιότητα της μητέρας δεν αποτελεί προτεραιότητα. Έρχεται εν χρόνω και όχι ως κοινωνικό “πρέπει”, ειναι επιλογή και όχι προϋπόθεση για να είναι μια γυναίκα ευτυχισμένη. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι η γυναίκα χαίρεται, αλλά και πιέζεται. Γι’ αυτό και βιβλία, όπως του Ελευθέριου Ελευθεριάδη, ψυχολόγου, βραβευμένου και αγαπητού συγγραφέα, που αναφέρονται στη γυναίκα δίνουν αφορμές γόνιμου προβληματισμού τόσο για τις γυναίκες αναγνώστριες, όσο και για τους άντρες.
    “Είσαι και γυναίκα” επιγράφει το βιβλίο του ο συγγραφέας.  Αυτό το ΚΑΙ είναι το κλειδί. Διότι οι ρόλοι δεν πρέπει να καταργούν την κύρια ιδιότητα. Γυναίκα σημαίνει άνθρωπος που έχει την ανάγκη να φροντίσει τον εαυτό του, για να μπορεί να φροντίσει τους άλλους. Σημαίνει να ξεκουράζεται, διότι αλλιώς δεν θα αντέξει. Μπορεί η κοινωνία να αναγνωρίζει το δικαίωμα στη γυναίκα να έχει όλους τους ρόλους που περιγράψαμε, αλλά δεν παύει να έχει από αυτήν την απαίτηση να είναι η μάνα, η φροντίστρια. Αυτό όμως δεν καταργεί την ανάγκη της γυναίκας να είναι θηλυκή, ρομαντική, ανθρώπινη, υγιής πρωτίστως σωματικά και ψυχικά. Ο συγγραφέας προτείνει στη σύγχρονη γυναίκα να μη μπαίνει σε διαδικασία σύγκρισης, αλλά να χαίρεται με τα δικά της χαρίσματα. Να η φοβάται τις συγκρούσεις. Να μιλά και να εξηγεί στον άντρα αυτά που εκείνος δυσκολεύεται να αντιληφθεί, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι εκείνος καταλαβαίνει. Να μη συμβιβάζεται με την κακοποίηση. Να αγκαλιάζει τις ουλές, τα τραύματά της, για να μπορεί να τα διαχειριστεί. Να μη θεωρεί τα παιδιά ως τον αποκλειστικό σκοπό της ζωής της, αλλά την ομορφιά, που έρχεται ως αποτέλεσμα επιλογής! Να πιστεύει ότι καλή μάνα σημαίνει όχι αυτή που ρυθμίζει αγχωτικά και υπερπροστατευτικά τη ζωή των παιδιών της, αλλά που είναι παρούσα στη ζωή τους. Επομένως, την καλεί να έχει ζωή και πέρα από αυτά. Η γυναίκα μπορεί να είναι ένας προσευχόμενος άνθρωπος, με πρότυπο την Παναγία, όχι μόνο μια ακτιβίστρια, για να μείνει στην ιστορία, αλλά μία ύπαρξη που αγαπά.
    Ο συγγραφέας τολμά να θέσει τον δάκτυλό του επί τον τύπον των ήλων σε θέματα όπως η έκτρωση, η αποβολή, η βία, οι εξωσυζυγικές σχέσεις (τις χαρακτηρίζει εύστοχα “πατερίτσες”, που δεν βοηθούν τον άνθρωπο να περπατήσει ελεύθερος, αλλά του δίνουν άλλοθι να μη λύσει ριζικά τα προβλήματα του γάμου), τη σχέση με τους γονείς και τα πεθερικά, σε ένα κλίμα συμπάθειας, κατανόησης για τις δυσκολίες, χωρίς εύκολους αφορισμούς, αλλά και χωρίς υποταγή στο ρεύμα του άκρατου ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΜΟΥ. 
    Αυτός ο δρόμος του συγγραφέα, αν περάσει μέσα από την ταπείνωση της πνευματικότητας και της άσκησης, της προσευχής και του μέτρου μπορεί να βοηθήσει τις γυανίκες να πορευθούν στην αυθεντική οδό της αγάπης. Όχι της εξουσίας, που είναι ο πειρασμός των καιρών μας. Να βοηθήσει τον άντρα να κατανοήσει ότι μαζί με τη γυναίκα καλούνται να πορεύονται, συνδράμοντας ο ένας στον άλλον. Να χτιστούν προσωπικότητες μέσα από την αγωγή που η οικογένεια καλείται να προσφέρει, οι οποίες να σέβονται, να αγαπούν, να κοπιάζουν και όχι να απολαμβάνουν υπηρεσίες ως “ άρχοντες που τα δικαιούνται όλα”. 
    Ένα εξαιρετικό βιβλίο για όλες και όλους!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
9 Μαρτίου 2026

3/7/26

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

 

«Εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Καπερναοὺμ, καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον» (Μᾶρκ. 2, 1-2).

«Μπῆκε πάλι ὁ ᾿Ιησοῦς στὴν Καπερναοὺμ καὶ διαδόθηκε ὅτι βρίσκεται σὲ κάποιο σπίτι. ᾿Αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ὥστε δὲν ὑπῆρχε χῶρος οὔτε κι ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα· καὶ τοὺς κήρυττε τὸ μήνυμά του». 

            Εντυπωσιακή η εικόνα να μαζεύεται πλήθος κόσμου σε ένα σπίτι στην Καπερναούμ, όπου ο Χριστός πηγαίνει για επίσκεψη.  Δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο, καθώς οι άνθρωποι, άλλοι από περιέργεια, άλλοι από δίψα για την αλήθεια, άλλοι επειδή είχαν πληροφορηθεί  ότι ο Χριστός έκανε θαύματα, σπεύδουν να τον συναντήσουν και να Τον ακούσουν. Γεμίζουν το σπίτι, αλλά και τον εξωτερικό χώρο. Συμβαίνει αυτό και στους καιρούς μας. Όταν υπάρχει κάποιος καλός ομιλητής ή κάποιος διάσημος που επισκέπτεται έναν τόπο συρρέουν πολλοί άνθρωποι για να τον δούνε και να τον ακούσουνε. Εξωστρεφείς είμαστε οι άνθρωποι. Περίεργοι, θηρευτές των εντυπώσεων, αλλά και και κάποτε αναζητητές του ξεχωριστού.

            Ο Χριστός όμως δεν δρέπει δάφνες δόξας, επειδή οι άνθρωποι μαζεύουν και συνωστίζονται για να Τον ακούσουν. Τον ενδιαφέρει η αλήθεια, το Ευαγγέλιο. Και τους μιλά. Στο ακροατήριό Του υπάρχουν και γραμματείς, μελετητές, ερμηνευτές και αντιγραφείς του Μωσαϊκού Νόμου, οι οποίοι είχαν μεγάλο κύρος εξαιτίας του ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της κοινωνίας ήταν αναλφάβητο και αυτοί και γνώριζαν γράμματα και μπορούσαν να εξηγήσουν την Παλαιά Διαθήκη, κάτι που ενδιέφερε πολύ τον θρησκευόμενο  Ιουδαϊκό λαό.  Γι’ αυτό και έρχονται για να κρίνουν τα λόγια του Χριστού. Τον θεωρούν τολμητία που έρχεται να διδάξει σε ένα περιβάλλον, όπου αυτοί θεωρούνταν οι κύριοι, αν όχι και οι αποκλειστικοί, ερμηνευτές της πίστης. Όμως ο Χριστός δεν φοβάται να μιλήσει για την αλήθεια, που είναι ο Ίδιος. Κι αυτό είναι ένα μήνυμα για μας. Αν πιστεύουμε, αν γνωρίζουμε, αν νιώθουμε ότι κληθήκαμε να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια, με ταπεινότητα να μην κλεινόμαστε στον εαυτό μας ή σε κάποιον φόβο, ορατό ή αδιόρατο, ότι θα μας απορρίψουν. Να μιλάμε και να δείχνουμε τον δρόμο και τον τρόπο του Ευαγγελίου, αρκεί κι εμείς να τον ζούμε.

            Ο Χριστός θα κάνει κι ένα θαύμα που ήταν απρόσμενο. Τέσσερις άνθρωποι θα κατεβάσουν από την στέγη, που οι ίδιοι άνοιξαν τα κεραμίδια της, έναν παραλυτικό. Ο Χριστός βλέπει ότι η αγάπη τους είναι τέτοια, που δεν λογαριάζουν τον συνωστισμό, το αδύνατο τού να φέρουν τον φίλο τους μέσα από το πλήθος, αλλά επιδιώκουν και καταφέρνουν με έμπνευση να εμφανιστεί μπροστά στον Χριστό. Και Εκείνος θα τον γιατρέψει και πνευματικά- ψυχικά, με την άφεση των αμαρτιών του, αλλά και σωματικά, δίνοντας του τη δυνατότητα να ξαναπερπατήσει. Αυτή είναι η χαρά της πίστης. Η ίαση του σύνολου ανθρώπου, και της ψυχής και του σώματος. Όμως, ακόμη κι αν το σώμα δεν γιατρευτεί, η ίαση της ψυχής είναι η σωτηρία μας από το κακό και τον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό είναι δώρο αιωνιότητας.

            Οι γραμματείς, όπως δεν πείστηκαν από τον λόγο του Χριστού, συνέχισαν να Τον αμφισβητούν όταν συγχώρεσε τις αμαρτίες του παραλυτικού. Δεν είχαν όμως το θάρρος να ομολογήσουν την απόρριψη. Φοβήθηκαν τον λαό. Κράτησαν τους λογισμούς για τους εαυτούς τους. Αυτό που κάνουμε συχνά κι εμείς. Δεν έχουμε το θάρρος να θέσουμε τους προβληματισμούς μας ευθέως, αλλά τους κρατάμε με μια πικρότητα και νου και καρδιάς μέσα μας, διότι δεν νιώθουμε την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο να είναι δυνατή μέσα μας, με αποτέλεσμα η ψυχή μας να αμφισβητεί τόσο την αλήθεια, όσο και την πρόνοια του Θεού. Κυρίως όμως, αισθανόμαστε ότι θέλουμε έναν Θεό στα μέτρα μας. Γι’ αυτό και ο λόγος μας στέκεται ενάντιος στον λόγο του Θεού, προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τον Θεό κατά τα δικά μας.

            Χρειαζόμαστε κι εμείς συχνά ένα θαύμα: αυτό της αγάπης των τεσσάρων φίλων του παραλυτικού, που ο Χριστός βλέπει. Να αφήσουμε τη σκοτεινιά της κριτικής, που συχνά γίνεται επηρμένη.  Και να αφήσουμε τον λόγο του Χριστού τελικά, το Ευαγγέλιο, να γαληνέψει τις καρδιές μας. Όχι με τα δικά μας μέτρα, αλλά με τον τρόπο που ο Χριστός φέρνει στην παράλυτη εποχή μας. Αυτόν της σταθερότητας, της αλήθειας, της αγάπης. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

8 Μαρτίου 2026

Κυριακή Β’ Νηστειών

3/6/26

ΑΝΘΟΣ ΤΟ ΑΜΑΡΑΝΤΟΝ Η ΕΞΑΝΘΗΣΑΣΑ

 


«Ἰατῆρα τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα, χαῖρε, Θεόνυμφε. Ἡ ράβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον ἡ ἐξανθήσασα. Χαῖρε, Δέσποινα, δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα καὶ ζωήν κληρονομοῦμεν» (Ζ’ Ὠδή τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

«Χαῖρε, Νύμφη τοῦ Κυρίου, σύ, ἡ ὁποία ἐγέννησες τὸν Ἰατρόν τῶν (ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν) ἀνθρώπων. (Χαῖρε), Σύ, πού εἶσαι ἡ μυστική ράβδος ἡ βλαστήσασα τὸ ἄνθος (τὸν Χριστόν), πού ποτέ δὲν μαραίνεται. Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, διά μέσου τῆς ὁποίας γεμίζομεν ἀπό χαράν καὶ κληρονομοῦμεν τὴν (αἰώνιον) ζωήν» (μετάφραση Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου). 

            Η ομορφιά της ποίησης του Ακάθιστου Ύμνου δεν είναι μόνο στους Χαιρετισμούς. Ξεκινά από τον Κανόνα, έργο του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου. Στην Ζ’ Ωδή, απευθυνόμενος στην Παναγία, ο ποιητής την περιγράφει με εικόνες παρμένες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και από τη ζωή της Εκκλησίας, με τον δικό του τρόπο, τον συμβολικά μεταφορικό, αποδίδοντας με θεϊκή έμπνευση το κάλλος της Παναγίας, αλλά και την χάρη με την οποία η παρουσία της άλλαξες τη ζωή μας. Έτσι κι αλλιώς η Παναγία είναι ό,τι πιο όμορφο ο άνθρωπος μπόρεσε ποτέ να γεννήσει και να προσφέρει στον Θεό και στον κόσμο.

            Ιατήρα τον ανθρώπων η κυήσασα. Δεν λέει «ιατρό». Χρησιμοποιεί τη ομηρική κατάληξη. «Ιατήρ». Στους αρχαίους το ιδανικό των ανθρώπων ήταν να είναι «λόγων τε ρητήρ, έργων δε πρηκτήρ», δηλαδή ρήτορας σε ό,τι αφορά στη χρήση των λόγων, ικανός στο να πράττει έργα που πρέπει, για να βοηθά το σύνολο. Ο Χριστός όμως είναι ο «ιατήρ» . δεν εργάζεται για τον εαυτό Του, ούτε για να Τον αποδεχθούν οι άνθρωποι. Μας γιατρεύει από τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Κάνει θαύματα που παρατείνουν τη ζωή, αναστέλλοντας τον θάνατο και δίνοντας ποιότητα σ’ εκείνους  που ήταν οι απορριμμένοι από την κοινωνία εξαιτίας της ανημπόριας τους, κάποτε επαναφέροντας τη δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιοι τη σκέψη και τη βούλησή τους, που ο διάβολος τους στερούσε με τις ψυχικές επιθέσεις, όπως στους δαιμονισμένους. Κάνει όμως και το μεγαλύτερο θαύμα, που είναι η το να μας κληροδοτήσει την αιώνια ζωή, νικώντας με την ανάστασή Του τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο. Χάρις στην Παναγία το πρότυπό μας δεν είναι ο πετυχημένος για την κοινωνία και τον εαυτό του άνθρωπος, ο οποίος όμως νικιέται από τον θάνατο, αλλά ο άγιος, ο μιμητής του Χριστού και της ίδιας, αυτός που με την αγάπη νικά τον θάνατο, ζώντας με τον τρόπο του θελήματος του Θεού.

            Η ράβδος η μυστική, άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα. Στην Παλαιά Διαθήκη το ξεραμένο ραβδί του αδερφού του Μωυσή, του Ααρών, βλαστάνει θαυματουργικά και βγάζει λουλούδια, επικυρώνοντας την ευλογία του Θεού ο Ααρών και η γενιά του να έχουν την ιερωσύνη ως δώρο και προνόμιο. Η Παναγία όμως γίνεται στην Καινή Διαθήκη ένα ραβδί μυστικό, που οι άνθρωποι δεν το γνώριζαν, όχι για να γεννήσει έναν ιερέα ή μία ιερατική γενιά, αλλά τον Χριστό, του οποίου το αξίωμα είναι τρισσόν: βασιλικό, ιερατικό και προφητικό. Ο Χριστός θα προσφέρει, όπως οι ιερείς στην Παλαιά Διαθήκη και στην Εκκλησία τα δώρα, τον εαυτό Του ως δώρο στον Θεό, διά του Σταυρού, κάνοντας τη ζωή Ευχαριστία, ευγνωμοσύνη, αγάπη, θυσία, προσφορά. Αυτά είναι τα σημάδια του αμάραντου άνθους, που ζούμε σε κάθε θεία λειτουργία.  Αυτά είναι τα σημάδια της δυνατότητας της ανθρώπινης φύσης, την οποία ο Χριστός προσέλαβε. Να γίνει η ζωή μας αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και θυσία για τον άλλο. Και η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Αυτό όλο το θαύμα το γεννά η Παναγία, η οποία παραμένει προ τόκου, κατά τον τόκον και μετά τον τόκον, Παρθένος. Αδιανόητο μυστήριο για τη σκέψη μας, όπως αδιανόητο ήταν να ανθίσει το ξεραμένο ραβδί. Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ.

            Δι’ ης χαράς πληρούμεθα και ζωήν κληρονομούμεν. Η χαρά δεν έχει να κάνει μόνο με τις στιγμές που εκπληρώνονται όνειρα, που νιώθουμε την αγάπη δυνατή, που τα ανθρώπινα πηγαίνουν όπως το επιθυμούμε, που κάποιοι μας κάνουν να γελούμε, βγάζοντας από μέσα μας μια θετική διάθεση για τη ζωή. Η χαρά είναι πνευματική κατάσταση και έχει να κάνει με το να γεμίζουμε Χριστό και ελπίδα, όταν νιώθουμε δυνατή την "την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένης μέσα στο κορμί μας, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς" (Γιώργος Σεφέρης, "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο"). Ή, μάλλον, το ξέρουμε ότι δεν πεθαίνει, διότι η σχέση με τον Χριστό, όπως πρώτη τη ξεκίνησε η Παναγία, δεν πεθαίνει και γι' αυτό η χαρά κάνει την ύπαρξή μας πεπληρωμένη. Η ζωή της Εκκλησίας είναι ζωή αιώνια. Κι αυτόν τον δρόμο τον ξεκίνησε η Παναγία.

            Σ' έναν κόσμο, στον οποίο παλεύουμε να ζήσουμε με τον ξερό ορθολογισμό, την επιθυμία, την ηδονή, το δικαίωμα, το πρόσωπο της Παναγίας εξανθίζει το άνθος το αμάραντον που είναι ο Χριστός. Μαζί Του όλα γίνονται καινούργια. Και στα δύσκολα  το άνθος παραμένει ακέραιο και όμορφο, όσο κι αν οι φλόγες ή τα τσεκούρια του κακού επιχειρούν να το διαγράψουν. Ας είναι οι πρεσβείες της Παναγίας μας η βοήθειά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Μαρτίου 2026

Β' Χαιρετισμοί

3/3/26

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ

                

Ζούμε σε μια εποχή ατομοκεντρισμού. Ο άνθρωπος νοιάζεται για το "εγώ" του, για τις ανάγκες του, ζει στον δικό του κόσμο. Ακόμη και όσοι δείχνουν να ανοίγονται προς τους άλλους, να νιώθουν ότι το ατομικό δεν μπορεί να θεαθεί έξω από την προοπτική του συλλογικού, εύκολα απογοητεύονται όταν επιχειρούν να δείξουν ενσυναίσθηση, να καταλάβουν πώς σκέφτεται και δρα ο άλλος και γιατί. Τα κίνητρα των πολλών μοιάζουν να περιστρέφονται πίσω από τρεις άξονες: φιλαυτία, φιληδονία, φιλοδοξία. Ακόμη και η οδύνη μοιάζει να είναι ματαίωση του αποφασισμένου τρόπου σκέψης και ζωής, όχι δοκιμασία αυτοκριτικής και αλλαγής.

                Σ' αυτό το ανθρωπολογικό πρότυπο η Ορθοδοξία μοιάζει να επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος. Οι ορθόδοξοι δείχνουμε ότι είμαστε ευχαριστημένοι να κρατάμε την ταυτότητα του χτες στο σήμερα, διασώζοντας τύπους, παραδόσεις, γιορτές, έθιμα, την διακριτότητά μας. Δεν μας είναι εύκολο όμως να κάνουμε διάλογο με τον σύγχρονο άνθρωπο. Έχουμε την αυτάρκεια της πεποίθησης ότι σωζόμαστε επειδή είμαστε Ορθόδοξοι, χωρίς όμως να νιώθουμε ότι επειδή είμαστε Ορθόδοξοι καλούμαστε να νοιαζόμαστε για τη σωτηρία και των άλλων. Η αυτάρκεια αυτή ουσιαστικά μας εισάγει στη φιλαυτία της αποκλειστικότητας της σωτηρίας, στο ότι είμαστε τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, στην υπερηφάνεια έναντι των άλλων που είναι εκκοσμικευμένοι, αμαρτωλοί, απομακρυσμένοι από την αλήθεια.

                Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι. Προσεύχομαι για τον κόσμο, όχι επειδή κείται εν τω πονηρώ κι εγώ είμαι ο σωστός και ο άγιος, αλλά γιατί γι' αυτόν τον κόσμο ο Θεός έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, δίνει το δώρο της αγιότητας. Διαλέγομαι με τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει μάταιο, όχι γιατί είναι καθήκον μου, αλλά γιατί με ενδιαφέρει αληθινά ο άλλος να αισθανθεί ότι υπάρχει ακόμη η αγάπη, υπάρχει ο σεβασμός, υπάρχει κάποιος που μπορεί να τον ακούσει, που να μην τον σταυρώσει, αλλά να του σταθεί. Προσλαμβάνω τον τρόπο του κόσμου, την επιστήμη, την τέχνη, κάποτε και τη μαυρίλα, όχι γιατί θέλω να κάνω κήρυγμα ηθικής ανωτερότητας, αλλά γιατί τα χαρίσματα που δημιουργούν, ακόμη και προς τη σκοτεινιά, είναι δώρα Θεού και, όταν εκφράζουν ή βοηθούν ανθρώπους να νιώθουν λιγότερο μόνοι, λιγότερο πονεμένοι, με ευκολότερη τη ζωή τους, είναι μία αναλαμπή, μικρή ή μεγάλη αδιάφορο, ότι υπάρχουμε και για τους άλλους.

                Ορθόδοξος σημαίνει ότι θέλω την ειρήνη. Σε μια εποχή πολέμου συμφερόντων και εξουσίας που γίνεται ηδονή, επιλέγω την οδό της ειρήνης, της συμφιλίωσης. Δεν διστάζω να πω ΟΧΙ, ακόμη και σε οικείους που διαστρέφουν το μήνυμα του Ευαγγελίου, για να επιβληθούν. Αρνούμαι τον θυμό γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλω, αλλά δεν φοβάμαι να πω την αλήθεια κι ας γίνω δυσάρεστος. Κρατώ την ιστορία και την παράδοση της πρώτης Εκκλησίας όχι στους τύπους μόνο, αλλά, κυρίως, στο ήθος. Κι αυτό είναι να μην αντιλοιδορείς όταν σε λοιδορούν. Να μην εκδικείσαι όταν σε υβρίζουν. Να υπερασπίζεσαι τους αδύναμους, όχι όμως για να κερδίσεις δόξες, αλλά γιατί η δύναμη του Θεού βρίσκεται στο λίγο που γίνεται πολύ χάρις στην αγάπη.

                Ορθόδοξος σημαίνει νοιάζομαι για εκείνους που παλεύουν να φέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στα πέρατα της γης. Για τους ταπεινούς που νιώθουν ότι η ιεραποστολή είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Για όσους βγήκαν από την άνεσή τους. Και η έγνοιά μου γίνεται συμπαράσταση με κάθε τρόπο, ακόμη και με μια σκέψη προσευχής.

                Ορθόδοξος σημαίνει ότι παραμένω μέλος της Εκκλησίας. Αυτής που δεν επαναπαύεται στις δάφνες της, αλλά που θέλει να αφυπνίσει. Κι ας είμαι στο περιθώριο.    

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 4 Μαρτίου 2026