«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β’ Κορ. 9,7)
«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός».
Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις,
στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας
η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως
πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας,
οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο
προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη
συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να
είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε
αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι
εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να
την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς
να συμμαζέψουν το δωμάτιο του παιδιού τους,
να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί
χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί». Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να
δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους,
θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της
ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη
συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν
δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το
συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς
του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η
σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι
ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά,
ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με
κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι
αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με
χρειάζεται.
Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται,
στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και
υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι
ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις
και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον,
τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν
σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε
όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους
οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.
Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς
μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης,
τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι
αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον
άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον
εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν
είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και
αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.
Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία.
π.
Θεμιστοκλής Μουρτζανός
4
Οκτωβρίου 2026



