6/5/26

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ

 


«Ὅς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,38)

«Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὸν σταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος». 

            Την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη «πάντων των αγίων», όλων εκείνων των ανθρώπων που αγάπησαν ακόμη και για μία στιγμή τον Χριστό, όπως αυτό φάνηκε στο πρόσωπο του πρώτου πολίτη του Παραδείσου, του ευγνώμονος ληστού, και αυτή η στιγμή αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή που έκρινε τη ζωή τους. Διότι η αγιότητα είναι ο σταυρός της στιγμής, στην οποία ο άνθρωπος νιώθει την ανεπάρκειά του, παραιτείται από τον τρόπο που το εγώ του βλέπει τον κόσμο και την ίδια του τη ζωή, και εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Χριστό, ώστε να τον θυμηθεί στη βασιλεία Του.

            Είναι σταυρός αυτή η στιγμή, όταν είναι ειλικρινής και χωρίς επιστροφή. Διότι το να αρνηθείς τις επιλογές της ζωής σου, τον τρόπο σκέψης σου, τις αμαρτίες σου, αλλά και τις επιτυχίες σου, ό,τι σε δοξάζει, ό,τι έχεις βάλει ως στόχο, ό,τι έχεις κάνει για τον εαυτό σου και για τους άλλους, είναι ένας Γολγοθάς. Πάσχουμε από την αυτοδικαίωση. Πάσχουμε από το αίσθημα ότι αξίζουμε αφ’ εαυτού μας, ότι μπορούμε να είμαστε αυτόφωτοι και στην εποχή μας πρέπει να είμαστε αυτόφωτοι. Μόνο που το φως δεν έχει να κάνει ούτε με τις γνώσεις, ούτε με την κοινωνική μας επιφάνεια, την ευμάρεια, τα χαρίσματα, την αυτογνωσία, την κυριαρχία μας επί των άλλων και επί του κόσμου. Φως είναι η ταπεινή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι το φως του κόσμου και όποιος τον ακολουθεί δεν θα περπατήσει ποτέ στο σκοτάδι. Όμως αυτή η επιλογή, να αφεθείς στον Χριστό και στο θέλημά του είναι σταυρός, διότι ακόμη κι αν πιστεύεις, ακόμη κι αν τηρείς τις εντολές, ο Γολγοθάς του εγώ σου υπενθυμίζει τη δική σου αυτάρκεια κάθε στιγμή.

            Οι άγιοι στην Ιστορία της Εκκλησίας είχαν βρει τη στιγμή της εμπιστοσύνης. Έζησαν όπως μπορούσαν, κατά την κλήση τους. Όταν ερχόταν όμως η στιγμή του πειρασμού, είτε αυτός ήταν να απαρνηθούν τον Χριστό για να ζήσουν είτε να ευχαριστηθούν με το θέλημά τους είτε με το να αισθανθούν δικαιωμένοι με τα έργα τους, σήκωναν τον σταυρό τους και τα άφηναν όλα στον Χριστό. Ματώνανε, αλλά δεν λυγίζανε. Έδειχναν ανήμποροι μπροστά στο κακό και στον θάνατο, αλλά μέσα τους είχαν ελπίδα και φως. Και πάνω απ’ όλα την αγάπη και προς τον Χριστό και προς την εικόνα Του, τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο.

            Όλος αυτός ο δρόμος, από τη στιγμή μέχρι την διάρκεια, βιώνεται στην Εκκλησία, όχι σ’ αυτήν της παράδοσης, της θρησκευτικότητας, της προσδοκίας της αιωνιότητας και του μεταφυσικού στηρίγματος, αλλά σ’ αυτήν της σύναξης των αμαρτωλών, όσων αισθάνονται ότι εμπιστεύονται τον Χριστό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του και παίρνουν δύναμη να συνεχίσουν να σηκώνουν τον σταυρό τους, αγαπώντας, συγχωρώντας, προσφέροντας, αντέχοντας.

Αυτή την Εκκλησία που πολλοί σήμερα την έχουν στο περιθώριο της ζωής τους ή αρκούνται στην τυπική σχέση μαζί της. Και είναι έτοιμοι, βλέποντας τις αστοχίες των προσώπων που δεν φέρονται κατά τη δική τους αντίληψη, να την πετροβολήσουν, αντί να την σκεπάσουν. Αυτή την Εκκλησία που δεν νιώθουν το φως και την πρόσκληση στον καθέναν να ζήσει τη στιγμή του σταυρού, όπως εκπέμπεται διαρκώς διά των Αγίων, αλλά μένουν στην θέαση της επιφάνειας, της γνώμης, του γράμματος, της δικής τους δικαίωσης, χωρίς εμπιστοσύνη στον Οροφουργό της, Αυτόν που την ανάγει ως αψίδα ζωής και ανάστασης ως τον ουρανό και κατεβάζει τον ουρανό στη γη. Αυτή την Εκκλησία που έχουμε ανάγκη να ζήσουμε εντός της, για να μας υπενθυμίζει τη στιγμή μας και να μας ενισχύει να την κρατήσουμε μέχρι τέλους. Εν Αγίω Πνεύματι. Ως καρπό Του και βοηθό μας.

Ας είναι οι πρεσβείες πάντων των αγίων ο δικός μας οδηγός για να σηκώσουμε τον Σταυρό μας και να ζήσουμε το φως της δικής μας,  προσωπικής ανάστασης.

Χρόνια πολλά και καλά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Των Αγίων Πάντων

6/2/26

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ

                Είναι σύνηθες στη ζωή της οικογένειας οι γονείς να έρχονται μπροστά στο σημείο όπου διαπιστώνουν ότι τα παιδιά τους παραβιάζουν όρια και κανόνες. Ακόμη κι αν η εποχή μας  λειτουργεί σε ένα πλαίσιο «κάνε ό,τι σου αρέσει», εντούτοις έρχονται στιγμές στις οποίες αυτό που αρέσει λειτουργεί καταστροφικά ή παραβιάζει τα κοινωνικά και αξιακά πλαίσια. Το ερώτημα που κατατρώει την καρδιά των γονέων είναι αν πρέπει να τιμωρήσουν τα παιδιά τους ή αν πρέπει να τους δείξουν επιείκεια, γιατί αυτή είναι η αυθεντική έκφραση της αγάπης, η συγχωρητικότητα και η κατανόηση.

                Κάνουμε ένα σημαντικό λάθος εδώ. Η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι ο άλλος δεν χρειάζεται να αναλάβει τις ευθύνες για τα σφάλματά του και να υποστεί κάποιες συνέπειες. Η συγχώρεση  έχει να κάνει με το να μην είναι οι αποφάσεις αυτού που έχει την δύναμη και την εξουσία να τις επιβάλει, εξοντωτικές και αποτέλεσμα κακίας ή ανάγκης για επίδειξη δύναμης. Αυτός που έχει τον τελευταίο λόγο, χρειάζεται να λειτουργεί αγαπητικά. Η αγάπη όμως δεν μπορεί να ταυτιστεί με την παραθεώρηση ότι χωρίς την ευθύνη, δεν έρχεται αληθινή πρόοδος, διότι μόνο η ευθύνη οδηγεί στην ωριμότητα.

                Κατανόηση προφανώς χρειάζεται και όχι υπερβολική αυστηρότητα. Όμως αυτός που σφάλλει, ανεξαρτήτως ηλικίας, χρειάζεται να ενεργοποιεί εντός του τη συνείδησή του, ως ηθικό κώδικα, αλλά και να νιώθει με τη σειρά του τις συνέπειες των σφαλμάτων του. Μόνο έτσι θα ξεχωρίζει το καλό από το κακό στη ζωή του, τι του επιτρέπεται αληθινά και τι τον οδηγεί σε μία γνήσια πρόοδο. Όποιος μαθαίνει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του γίνεται δημιουργικός. Μετανοεί και αλλάζει. Ξεκινά από την αρχή και αν ξαναβρεθεί σε ανάλογες καταστάσεις, δεν θα πέσει στην ίδια παγίδα. Διότι το πάθημα γίνεται μάθημα.

                Αυτός που τιμωρεί, συχνά φοβάται τη σύγκρουση. Φοβάται τις συνέπειες της δοκιμασίας στην οποία θα μπει αυτός που τιμωρείται. Λειτουργεί ένα αίσθημα οίκτου, αλλά και ένας φόβος ότι η όποια σύγκρουση θα επέλθει, εξαιτίας της απογοήτευσης αυτού που τιμωρείται, θα γίνει φθορά. Όμως έτσι δεν αγαπά όσο χρειάζεται αυτόν που σφάλλει. Δεν είναι εύκολο να ενεργοποιηθεί το φιλότιμο σ ’αυτόν που είναι μεθυσμένος από την αίσθηση ότι όλα του επιτρέπονται. Δε χρειάζεται όμως και η σκληρότητα. Το μέτρο είναι το κλειδί.

                Στη εποχή μας βλέπουμε από την μία να καλλιεργείται ένα αίσθημα θυμού, τιμωρητικότητας εναντίον όσων σφάλλουν. Οι πολλοί όμως, κατά βάθος, ενοχλούνται όταν αυτοί που σφάλλουν προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους, χωρίς να παραδέχονται ότι η ευθύνη λυτρώνει, το τίμημα, όσο βαρύ κι αν χρειαστεί να είναι, γίνεται αρχή μετανοίας, και ότι δεν είναι το πρόβλημα αν καταλογιστεί από τους μεγαλύτερους και την κοινωνία η ευθύνη, αλλά το να μη θέλεις να την αναλάβεις.  Διότι τότε φαντασιώνεσαι ότι είσαι είτε αλάθητος είτε ότι για όλα φταίνε οι άλλοι. Δεν μπορείς όμως να προχωρήσεις, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τον εαυτό σου, αλλά και για τις σχέσεις σου με τους άλλους.

                Στην οικογενειακή πραγματικότητα η ενθάρρυνση στα παιδιά να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, όχι για να γκρεμίζουν την αισιοδοξία τους, αλλά για να προσέχουν, αν συνδυαστεί με εύλογα, καταληπτά και όχι υπερβολικά όρια, γεννά προϋποθέσεις δυνατού χαρακτήρα και υγιούς κοινωνικότητας. Ας το παλεύουμε, με τους μεγάλους να δίνουμε το παράδειγμα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 3 Ιουνίου 2026

5/30/26

ΑΛΛ’ ΕΞΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


 «Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε λέγων· ᾿Εγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ιωάν. 8,12)

Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μίλησε πάλι καὶ τοὺς εἶπε· «᾿Εγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ πλανιέται στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει τὸ φῶς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή». 

            Η εποχή μας ομνύει στη διαφάνεια, στην αλήθεια, στο φως. Ζητά από τους ανθρώπους να είναι ανοιχτοί στον κόσμο, να πληροφορούνται, να έχουν άποψη, να εκφράζουν την άποψή τους, να μην κρύβονται. Κι όμως. Υπάρχει σκοτάδι και έξω και μέσα στον άνθρωπο. Το εξωτερικό σκοτάδι έχει να κάνει με το ότι φαίνονται μόνο όσα επιτρέπεται να φαίνονται από έναν πολιτισμό, ο οποίος δείχνει παντοδύναμος αλλά δεν ομολογεί πως υπάρχουν πολλά που και δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να μάθει.  

Τι μας δείχνει κυρίως η τεχνολογική μας πρόοδος; Ότι ενώ μάθαμε πολλά για τον κόσμο και τον άνθρωπο, εντούτοις δεν υπάρχουν συμπεριφορές επιθυμητές που μπορούμε να διαμορφώσουμε, διότι ο άνθρωπος στο βάθος του παραμένει ελεύθερος. Μπορεί να μοιάζει υποδουλωμένος στη δύναμη του αυτού του κόσμου, αυτό όμως δεν είναι διαρκές και εξαρτάται από το κατά πόσον θέλει να είναι στη δουλεία και στην ετεροκατεύθυνση.

Αλλά και στον μέσα κόσμο μας υπάρχει σκοτάδι. Υπάρχουν όψεις του εαυτού μας που μας κάνουν να μελαγχολούμε, να κλεινόμαστε στο εγώ μας, να μην μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα καλό πρόσωπο. Δεν πιστεύουμε πάντοτε στο καλό πρόσωπο. Θεωρούμε πως το εγώ μας είναι το κέντρο των πάντων. Ότι οι άλλοι πρέπει να μας υπακούνε και να συμμορφώνονται με τις επιθυμίες μας. Ότι δικαιούμαστε να δοκιμάζουμε τα πάντα, ειδάλλως δεν είμαστε ελεύθεροι και ευτυχισμένοι. Και όταν έρχεται η ώρα που νιώθουμε παγιδευμένοι στα σκοτάδια μας και μια φωνή είτε εντός μας είτε από εκείνους που μας αγαπούνε μάς λέει ότι χρειάζεται να βγούμε από αυτά, τότε νιώθουμε ανήμποροι, κλεινόμαστε ολοένα και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας  και γινόμαστε καταστροφικοί και για εμάς και για τους άλλους.

Η Εκκλησία, την Κυριακή της Πεντηκοστής, μάς προτρέπει να ακούσουμε τη φωνή του Χριστού, ο Οποίος λέει ότι «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθεί δεν θα πλανιέται στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως που οδηγεί στη ζωή». Αυτή η βεβαιότητα ότι το Φως είναι Πρόσωπο, αυτό του Χριστού, βάζει τη ζωή σε μία άλλη προοπτική. Για να φωτιστούμε, χρειάζεται να σχετιστούμε. Να βρούμε τον Χριστό, ο Οποίος είναι το φως του κόσμου. Η αγάπη είναι το φως. Ο λόγος της αγάπης είναι το φως. Η Ανάσταση είναι το φως. Η πίστη είναι το φως. Η κοινωνία με τον Χριστό καθιστά το φως κτήμα μας. Και τότε το σκοτάδι μας διαλύεται. Δεν είναι το εγώ μας που νοηματοδοτεί την ύπαρξη, αλλά η σχέση με τον Χριστό που γίνεται σχέση με τον συνάνθρωπο ό,τι μας δίνει φως. Και αντέχουμε. Στις σκοτεινές μας σκέψεις αντιτάσσουμε την ελπίδα της πίστης. Στους πόνους και τις δοκιμασίες μας, ιδίως της μοναξιάς, ξέρουμε ότι ο Χριστός είναι παρών. Και προχωρούμε, νικώντας τους φόβους μας.

Όλος αυτός ο δρόμος και ο τρόπος της σχέσης έρχεται στην Εκκλησία διά της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν είναι ένας ίσκιος, αλλά η ζώσα πνοή που μας κάνει και να ζητούμε τον Χριστό, αλλά και να Τον αποδεχόμαστε στην καθημερινότητα της Εκκλησίας. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας και σε κάθε άλλο μυστήριο. Στη συνάντηση με τον πλησίον. Στη φωτεινή καρδιά. Στο καθημερινό ξεκίνημα μετάνοιας και νέας αρχής. Στην παράδοση που κρατά. Στην υπομονή και στην ανοχή. Στη νίκη κατά της απελπισίας που φέρνει η αίσθηση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει. Στην καρδιά που παλεύει να γίνει καθαρή, για να δει τον Θεό.

Καθώς πορευόμαστε, η φωνή του Πνεύματος μάς λέει ότι δεν είμαστε μόνοι μας, ότι δεν νικηθήκαμε, ότι δεν είναι το σκοτάδι που μας περιτριγυρίζει, αλλά η αναποφασιστικότητά μας  να ζητήσουμε τον Χριστό ως φως και να προχωρήσουμε στην καινούργια ημέρα της αγάπης, της ανάστασης,, της αγιότητας. Αυτή είναι η Εκκλησία, μέλη της οποίας είμαστε αν θέλουμε να  είμαστε.  Την αρχή της εμφανούς παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο εορτάζουμε την Πεντηκοστή. Και καλούμαστε να μετέχουμε όσο μπορούμε, κατέχοντας τον Χριστό, κατέχοντας το φως της ζωής, χωρίς φόβο για κανένα σκοτάδι, αλλά με την επίγνωση που σώζει!

Χρόνια Πολλά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Της Πεντηκοστής

 

 

5/26/26

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: ΑΓΧΟΣ Η’ ΧΑΡΑ;

               

 Όσοι συμμετέχουν στην προσπάθεια των μαθητριών και των μαθητών για να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις εστιάζουν την έγνοια τους στο άγχος. Συμβουλές, συνταγές, προσευχές, απόπειρες να πειστούν τα παιδιά ότι οι εξετάσεις δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά ένα πέρασμα σε μία καινούργια πορεία, ανεξαρτήτως της επιτυχίας ή της αποτυχίας ως προς τους στόχους που ένας νέος θέτει. Κυρίως, οι γονείς  που καταβάλλουν ικανά  χρηματικά ποσά, για να ενισχύσουν την προετοιμασία των παιδιών τους, αλλά και νιώθουν ότι η επιτυχία τους είναι και επιτυχία όλης της οικογένειας, είναι εκπλήρωση προσδοκιών και των γονέων, ώστε τα παιδιά να κάνουν βήματα μπροστά, αισθάνονται  την αγωνία και οι ίδιοι για την έκβαση της προσπάθειας.

                Δεν είναι τυχαίο πάντως, στην ψυχολογικοποιημένη εποχή μας, αλλά και στον κόσμο που έχει ως όραμα την επιτυχία μεταφραζόμενη σε χρήμα και καταξίωση, να υπάρχει αδιαφορία για τη χαρά της μάθησης. Οι Πανελλαδικές είναι η ολοκλήρωση ενός μεγάλου ταξιδιού στη γνώση και στην καλλιέργεια της ψυχής, το οποίο ο νέος μαθαίνει και ζει στο σχολείο. Αν ο μαθητής δεν χαίρεται το βιβλίο, το διάβασμα, τις γνώσεις, τον κόσμο στον οποίο εισέρχεται, που είναι ένας κόσμος ανοίγματος του πνευματικού ορίζοντα, ένας κόσμος συνύπαρξης με δασκάλους που κατέχουν γνωστικά αντικείμενα και μαθαίνουν στο παιδί όχι μόνο ποσοτικούς τρόπους για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και ποιοτικούς, τότε οι Εξετάσεις μετατρέπονται σε πηγή άγχους. Αυτός που νιώθει τη χαρά, ξέρει ότι έκανε ένα ωραίο ταξίδι. Και δεν είναι θεωρία. Είναι αλήθεια. Διότι όποιος ταξιδεύει στην μάθηση, καλλιεργεί τον εαυτό του, βρίσκει στις εξετάσεις μία ευκαιρία να δοκιμάσει τις γνώσεις του, όχι με γνώμονα το να αποδείξει τις ικανότητές του, αλλά να δει ο ίδιος με τον εαυτό του πού βρίσκεται, τι γνωρίζει, πώς μπορεί να ξεπεράσει δοκιμασίες, να αντέξει, αλλά και σε τι ο πνευματικός και μορφωτικός εξοπλισμός που έχει διαμορφώσει και αποκτήσει, μπορεί να τον βοηθήσει στην μετέπειτα πορεία της ζωής του.

                Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι φοιτητές, μετά την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν διαβάζουν καθόλου. Δεν θέλουν να πιάσουν το νήμα της συνέχειας από τις γνώσεις που απέκτησαν για να γίνουν φοιτητές, αλλά προτιμούν να ζήσουν τη φοιτητική ζωή, το γλέντι, το ξενύχτι, τις σχέσεις, τη ραθυμία, την απουσία προγράμματος. Όλα είναι μία εκτόνωση μετά το άγχος. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει και αμέσως μετά τις εξετάσεις Διακοπές, ταξίδια, ύπνος, βόλτες, να φύγουν τα βιβλία από τη ζωή είναι η νοοτροπία που δεσπόζει. Όταν η μόρφωση είναι καταναγκαστικό έργο, για να πετύχεις, όχι για να βρεις μέσα από αυτή και τον εαυτό σου, τότε το ταξίδι των Πανελλαδικών είναι ένας επαπειλούμενος εφιάλτης. Γι’ αυτό και αρκετοί δεν το αντέχουν και εγκαταλείπουν την προσπάθεια λίγο ή πολύ πριν το τέλος.

                Πόσο μπορεί ένας νέος να αντισταθεί στη νοοτροπία της επιτυχίας; Οι συμβουλές και οι τεχνικές αποφυγής του άγχους λειτουργούν πιθανόν στη διόρθωση της συμπεριφοράς ή σε μία ανακούφιση της πίεσης, έστω και προσωρινά, αλλά δεν δίνουν χαρά. Η αγάπη για τα γράμματα, η αναζήτηση μέσα από την προετοιμασία της γνώσης που γίνεται βοηθός στην καλλιέργεια της ψυχής, η παρέα του σχολείου και του φροντιστηρίου, η απόφαση το ταξίδι στη γνώση να έχει συνέχεια, είναι αντίβαρα χαράς στη δοκιμασία. Αυτός ο τρόπος όμως πρέπει να δουλευτεί από νωρίς, για να λειτουργήσει και στην περιπέτεια των Πανελλαδικών. Αλλιώς, μένει το άγχος ως στυφή γεύση ενός ταξιδιού που γίνεται μία κουραστική εμπειρία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 27 Μαΐου 2026

5/23/26

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ


«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας»
(Ιωάν. 17, 7-8).

«Αὐτοὶ τώρα ξέρουν πὼς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα· γιατὶ τὶς διδαχὲς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐγὼ τὶς ἔδωσα σ’ αὐτούς, κι αὐτοὶ τὶς δέχτηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πὼς πραγματικὰ ἀπὸ σένα προέρχομαι, καὶ πίστεψαν πὼς ἐσὺ μὲ ἔστειλες στὸν κόσμο». 

            Λίγο πριν το εκούσιο Πάθος Του ο Κύριός μας προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή για τους μαθητές Του και για όλους τους ανθρώπους. Αναφέρεται στον Πατέρα του και λέει χαρακτηριστικά ότι πλέον οι μαθητές Του έχουν επίγνωση πως όλα όσα ο Χριστός τους είπε προέρχονται και εκφράζουν τον Πατέρα. Έχουν επίγνωση ότι ο Χριστός είναι Θεός και ότι ήρθε στον κόσμο εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός. Ήρθε στον κόσμο ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην κλήση του που είναι να γίνει παιδί του Θεού, να μοιάσει τον Θεό ενεργοποιώντας το κατ’ εικόνα, όχι στην πρόσκαιρη αυτοθεωμένη εκδοχή του, αλλά στην αιώνια Θεοκοινωνούμενη νέα πραγματικότητα.

            Πόσο αντιλαμβανόμαστε εμείς, ως τέκνα πνευματικά των μαθητών του Χριστού, αυτήν την κλήση; Πόσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ήρθε στον κόσμο απεσταλμένος του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι, για να μας δείξει τον τρόπο της υπέρβασης του πρόσκαιρου εαυτού, του βασανιζόμενου από ένα «εγώ», που τα θέλει όλα δικά του και που δεν είναι σε θέση να βρει άλλο νόημα, παρά στρεφόμενο προς τον κόσμο αυτό και τα όσα εκείνος τάζει ή ζητά; Αν το αντιλαμβανόμασταν, θα ήταν η αγάπη το κλειδί της ζωής μας, σε ό,τι κι αν κάναμε. Θα ήταν η Εκκλησία ως τρόπος και κοινότητα η ζωή μας. Θα ήταν η αναζήτηση και βίωση της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ακόμα και στους σταυρούς, η ζωή μας. Θα ήταν η πνευματικότητα που θα μας έκανε να βλέπαμε τον πλησίον και τον κόσμο όχι ως πεδίο ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά ως τρόπο συνύπαρξης και συμπόρευσης, με γαληνεμένη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά.

            Πιστεύουμε αρκετά σε έναν Χριστό είτε του Αρείου είτε των Μονοφυσιτών. Έναν Χριστό κτίσμα, ο Οποίος υπάρχει για τα συμφέροντά μας. Έναν Χριστό χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες ανθρώπινες, μόνο Θεό, που είναι μακριά από εμάς και υπάρχει μόνο για να μας δικάζει ή να μας δικαιώνει. Δεν πιστεύουμε σε έναν Χριστό που στέργει στην αδυναμία μας, αλλά περιμένει όμως και τη συνέργειά μας. Κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας, ακόμη κι αν ομνύουμε στη δογματική καθαρότητα.

            Οι θρήσκοι της εποχής μας και κάθε εποχής έχουν ως έγνοια τους τον φόβο μη χάσουν. Όσοι όμως αγαπούν τον Χριστό αληθινά, δεν φοβούνται να χάσουν, για να κερδίσουν διά της αγάπης τον πλησίον τους για χάρη του Θεού. Συγκαταβαίνουν, δίνουν ευκαιρίες, ελπίζουν, αναζητούν την λιγοστή, έστω, ομορφιά στο κακό που βγαίνει προς τα έξω. Δεν ανησυχούν για τον κόσμο και τη ζωή, γιατί ξέρουν πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Και προσεύχονται στον Χριστό της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν πως η συνάντηση μαζί Του είναι ο προορισμός της ζωής αυτής, αλλά και της αιωνιότητας. Τον κοινωνούν εν τη Εκκλησία και εν τω πλησίον και προσδοκούν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.

            Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία πρόσκληση να ξαναδούμε Ποιος είναι ο Χριστός που πιστεύουμε. Ο Θεάνθρωπος που φανερώνει τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι και εν τη Εκκλησία αλλάζει τη ζωή μας ή ο βολικός Θεός που εκπληρώνει επιθυμίες, δικαιώνει και αυτοδικαιώνει και που θα είναι η μεταφυσική μας εγγύηση, χωρίς να μας νοιάζουν οι άλλοι, αρκεί εμείς να σωθούμε; Ας προβληματιστούμε εν τη Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

24 Μαΐου 2026

Των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 

 

5/21/26

ΑΔΥΝΑΜΕΣ ΨΥΧΕΣ

                Ο κόσμος μας δείχνει ότι, αφήνοντας στην άκρη τον Θεό και την πίστη, έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στα επιτεύγματά του, στην ανάλυση και στις προτάσεις των επιστημών ψυχικής υγείας, στην αποδοχή ότι είναι εφικτές η θετική ενέργεια και η ισορροπία στη ζωή χωρίς να χρειάζεται να επενδύσουμε στο μεταφυσικό. Κι όμως! Διαπιστώνουμε πολλούς, και νέους και μεγάλους, που οι ψυχές τους είναι αδύναμες. Μπορεί να λειτουργούν όλα στη ζωή σχετικά ή και πολύ καλά. Να είναι όλα ρυθμισμένα και τακτοποιημένα. Όταν έρχεται όμως μια ματαίωση, κάποτε και ο φόβος ότι αυτή είναι πιθανόν να συμβεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, τότε ο άνθρωπος νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του, αγχώνεται, αδυνατεί να διαχειριστεί τον λογισμό του και, συχνά, καταρρέει. Παραιτείται έτσι κι από την ίδια τη ζωή, ρίχνοντας την ψυχή του σε κατάθλιψη και αβεβαιότητα, ενώ μια μόνιμη γκρίνια τον διακατέχει.

Οι ειδικοί σήμερα κάνουν έντονα λόγο για την ανάγκη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Να αντέξει ο άνθρωπος τις δυσκολίες, πραγματικές ή πιθανές, να προσαρμοστεί, να επανακάμψει στις ήττες του είναι το μότο των καιρών μας. Θέλει κόπο αυτός ο δρόμος. Θέλει αυτογνωσία και πίστη. Θέλει στήριξη από το περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν κατανοεί τι συμβαίνει, αφού ούτε και ο άνθρωπος που κλονίζεται δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ρίζες των προβλημάτων του, γιατί επενδύει σε στόχους που δεν είναι βέβαιο ότι τον εκφράζουν αληθινά, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες ή τους γύρω του. Κυρίως όμως θέλει ταυτότητα κατακτημένη και όχι διαμορφωμένη από τον έξω κόσμο, από τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις επιδράσεις του μεταμοντέρνου τρόπου ζωής, που μας κάνει να θεωρούμε ευτυχισμένο μόνο τον  κατά τον κόσμο επιτυχημένο, κυρίως αυτόν που έχει χρήματα και αναγνώριση, ακόμη κι αν η συνείδησή του δεν είναι αναπαυμένη.

Μία από τις κρίσεις που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει η επαγγελματική εξουθένωση, το burn out, που είναι, κυρίως, ψυχική εξουθένωση. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κρατήσει την εργασία, την αμοιβή, την καταξίωση, κάνοντας όλο και περισσότερα, χωρίς να σκέπτεται ότι έχει ανάγκη να έχει μέτρο και όρια, αλλά και αισθανόμενος   μια βαθιά ψυχολογική πίεση από τον ανταγωνισμό των καιρών μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Νιώθουν το άγχος μπροστά στον φόβο της αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαχειριστούν ούτε τον κόπο ούτε την πιθανότητα της ήττας, που όμως δεν είναι το τέλος.

Αδύναμες ψυχές βρίσκουμε στους καιρούς μας. Νικημένες από τη δύναμη του χρόνου, που μοιάζει να μας κάνει να  θέλουμε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας χωρίς ρίσκο, κάποτε και με λιγότερο κόπο. Νικημένες από την απουσία στηριγμάτων όπως η πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του, η υπομονή και η επιμονή, η απόφαση να μην είναι ό,τι μας προβάλλεται ως ανάγκη ή δρόμος η επιλογή μας, αλλά αυτό που αληθινά μας ταιριάζει. Νικημένες κάποτε και από την αδυναμία της οικογένειας να συζητήσει και να στηρίξει, αλλά και από έναν κόσμο που παραπλανά για το νόημα της ζωής, γεμίζοντας απογοήτευση αυτόν που μοιάζει ηττημένος.

Ψυχική ανθεκτικότητα έχει αυτός που πιστεύει. Αυτός που ζει τον Θεό, παλεύει να μοιραστεί την αγάπη, να νικήσει το πάθος της δόξας για τη δόξα,  να κρατήσει τη φλόγα της Ανάστασης ζωντανή.  Αυτός νιώθει ότι κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή. Γιατί δεν είναι μόνος του.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαΐου 2026

5/19/26

ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”


 

 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 180- ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”, μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδόσεις ΔΩΜΑ

    Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που ντρέπονται να πούνε “ΟΧΙ” είτε σε σχέσεις είτε σε καταστάσεις ζωής; Υπάρχουν άνθρωποι που συμβιβάζονται, γιατί νιώθουν ανήμποροι να παλέψουν για κάτι παραπάνω; Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι νιώθουν ότι το μεταφυσικό είναι μια απάτη, κι όμως μέσα τους κάτι τους κάνει να αμφιβάλλουν για τη βεβαιότητά τους; Τι σημαίνει ένα θαύμα για τους καιρούς μας; Το θαύμα έγκειται στην υπέρβαση του κακού με μεταφυσικό τρόπο ή στην αγάπη, η οποία ξεχύνεται στους άλλους, γνωστούς και αγνώστους και γίνεται φως που δίνει δύναμη και νόημα;
    Κάποια τέτοια ερωτήματα, που απασχολούν πολλούς, ιδίως νέους που αισθάνονται παγιδευμένοι σε έναν κόσμο στον οποίο πολλές επιλογές μοιάζουν αναγκαστικές, παρά τα αδιέξοδά τους, απαντώνται στο όμορφο μυθιστόρημα του Νάιαλ Ουΐλιαμς, Ιρλανδού λογοτέχνη, με τίτλο “Τέσσερα ερωτικά γράμματα”, το οποίο κυκλοφορείται στα ελληνικά σε μετάφραση της Δέσποινα Κανελλοπούλου, από τις προσεγμένες εκδόσεις ΔΩΜΑ. Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές: ο Νίκολας και η Ίζαμπελ, δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που συνδέονται χάρις σε έναν πίνακα ζωγραφικής και ένα θαύμα, το οποίο γίνεται στον αδερφό της κοπέλας Σων, χάρις στην παρουσία του Νίκολας. Η ιστορία είναι μία αναζήτηση του θελήματος του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στον πατέρα του Νίκολας, στον πατέρα της Ίζαμπελ και του Σων, στη δεισιδαίμονα κοινότητα ενός μικρού ιρλανδέζικου νησιού, στη άρνηση των δύο μητέρων, του Νίκολας και της Ίζαμπελ να το αποδεχτούν, στην αδυναμία του ιερέα της κοινότητας, όπως και των καλογριών στις οποίες σπουδάζει η Ίζαμπελ, να δούνε πέρα από τα τυπικά της θρησκείας, σε έναν κόσμο όπου η ζωγραφική και η μουσική δεν εκτιμώνται, αλλά ούτε και η επιβίωση των μικροαστών δίνει νόημα. 
    Μόνο ο έρωτας και το φως φανερώνουν ότι ο Θεός τελικά μιλά στις ψυχές εκείνων οι οποίοι δεν χάνουν την ελπίδα, αλλά ούτε και έχουν μεγάλες απαιτήσεις από τη ζωή τους: να μην παραιτηθούν από εκείνη τη μικρή φλόγα ευαισθησίας, η οποία κάνει την ύπαρξη να έχει νόημα, να αφουγκράζεται τον ουρανό, να αγαπά δωρεάν, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Το τίμημα κάποτε είναι η αυτοκαταστροφή και ο θάνατος, ιδίως όταν οι αναζητητές δεν αντέχουν να περιμένουν άλλο, δεν θέλουν να περπατήσουν την περιπέτεια της ζωής, νικώνται από τον πειρασμό της μοναξιάς. Μα όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι το σχέδιο του Θεού, ακόμη κι αν Εκείνος μοιάζει κρυμμένος.
    Το θαύμα δεν εξηγείται ορθολογικά, ούτε έρχεται κατά παραγγελίαν. Είναι ένα αναπάντεχο δώρο που επαναφέρει την τάξη των πραγμάτων στη χαρά και στην αγάπη. Όσο κι αν ο ορθολογισμός ή η επιθυμία να είναι τα πράγματα συμβιβασμένα με την κοινωνική τάξη, τα “πρέπει” του καθενός ή της κοινότητας, αν περιμένουμε, κάποτε με πολλή υπομονή, να ακούσουμε τη φωνή του Θεού, αυτή θα έρθει. Δώρο η πίστη, επιλογή η ελπίδα, αξία μοναδική η αγάπη. 
    Ένα μυθιστόρημα που αφήνει με την γραφή του συγγραφέα γλυκόπικρα συναισθήματα, αλλά και την αίσθηση ότι όποιος πιστεύει, θα νικήσει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
19 Μαΐου 2026