5/26/26

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: ΑΓΧΟΣ Η’ ΧΑΡΑ;

               

 Όσοι συμμετέχουν στην προσπάθεια των μαθητριών και των μαθητών για να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις εστιάζουν την έγνοια τους στο άγχος. Συμβουλές, συνταγές, προσευχές, απόπειρες να πειστούν τα παιδιά ότι οι εξετάσεις δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά ένα πέρασμα σε μία καινούργια πορεία, ανεξαρτήτως της επιτυχίας ή της αποτυχίας ως προς τους στόχους που ένας νέος θέτει. Κυρίως, οι γονείς  που καταβάλλουν ικανά  χρηματικά ποσά, για να ενισχύσουν την προετοιμασία των παιδιών τους, αλλά και νιώθουν ότι η επιτυχία τους είναι και επιτυχία όλης της οικογένειας, είναι εκπλήρωση προσδοκιών και των γονέων, ώστε τα παιδιά να κάνουν βήματα μπροστά, αισθάνονται  την αγωνία και οι ίδιοι για την έκβαση της προσπάθειας.

                Δεν είναι τυχαίο πάντως, στην ψυχολογικοποιημένη εποχή μας, αλλά και στον κόσμο που έχει ως όραμα την επιτυχία μεταφραζόμενη σε χρήμα και καταξίωση, να υπάρχει αδιαφορία για τη χαρά της μάθησης. Οι Πανελλαδικές είναι η ολοκλήρωση ενός μεγάλου ταξιδιού στη γνώση και στην καλλιέργεια της ψυχής, το οποίο ο νέος μαθαίνει και ζει στο σχολείο. Αν ο μαθητής δεν χαίρεται το βιβλίο, το διάβασμα, τις γνώσεις, τον κόσμο στον οποίο εισέρχεται, που είναι ένας κόσμος ανοίγματος του πνευματικού ορίζοντα, ένας κόσμος συνύπαρξης με δασκάλους που κατέχουν γνωστικά αντικείμενα και μαθαίνουν στο παιδί όχι μόνο ποσοτικούς τρόπους για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και ποιοτικούς, τότε οι Εξετάσεις μετατρέπονται σε πηγή άγχους. Αυτός που νιώθει τη χαρά, ξέρει ότι έκανε ένα ωραίο ταξίδι. Και δεν είναι θεωρία. Είναι αλήθεια. Διότι όποιος ταξιδεύει στην μάθηση, καλλιεργεί τον εαυτό του, βρίσκει στις εξετάσεις μία ευκαιρία να δοκιμάσει τις γνώσεις του, όχι με γνώμονα το να αποδείξει τις ικανότητές του, αλλά να δει ο ίδιος με τον εαυτό του πού βρίσκεται, τι γνωρίζει, πώς μπορεί να ξεπεράσει δοκιμασίες, να αντέξει, αλλά και σε τι ο πνευματικός και μορφωτικός εξοπλισμός που έχει διαμορφώσει και αποκτήσει, μπορεί να τον βοηθήσει στην μετέπειτα πορεία της ζωής του.

                Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι φοιτητές, μετά την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν διαβάζουν καθόλου. Δεν θέλουν να πιάσουν το νήμα της συνέχειας από τις γνώσεις που απέκτησαν για να γίνουν φοιτητές, αλλά προτιμούν να ζήσουν τη φοιτητική ζωή, το γλέντι, το ξενύχτι, τις σχέσεις, τη ραθυμία, την απουσία προγράμματος. Όλα είναι μία εκτόνωση μετά το άγχος. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει και αμέσως μετά τις εξετάσεις Διακοπές, ταξίδια, ύπνος, βόλτες, να φύγουν τα βιβλία από τη ζωή είναι η νοοτροπία που δεσπόζει. Όταν η μόρφωση είναι καταναγκαστικό έργο, για να πετύχεις, όχι για να βρεις μέσα από αυτή και τον εαυτό σου, τότε το ταξίδι των Πανελλαδικών είναι ένας επαπειλούμενος εφιάλτης. Γι’ αυτό και αρκετοί δεν το αντέχουν και εγκαταλείπουν την προσπάθεια λίγο ή πολύ πριν το τέλος.

                Πόσο μπορεί ένας νέος να αντισταθεί στη νοοτροπία της επιτυχίας; Οι συμβουλές και οι τεχνικές αποφυγής του άγχους λειτουργούν πιθανόν στη διόρθωση της συμπεριφοράς ή σε μία ανακούφιση της πίεσης, έστω και προσωρινά, αλλά δεν δίνουν χαρά. Η αγάπη για τα γράμματα, η αναζήτηση μέσα από την προετοιμασία της γνώσης που γίνεται βοηθός στην καλλιέργεια της ψυχής, η παρέα του σχολείου και του φροντιστηρίου, η απόφαση το ταξίδι στη γνώση να έχει συνέχεια, είναι αντίβαρα χαράς στη δοκιμασία. Αυτός ο τρόπος όμως πρέπει να δουλευτεί από νωρίς, για να λειτουργήσει και στην περιπέτεια των Πανελλαδικών. Αλλιώς, μένει το άγχος ως στυφή γεύση ενός ταξιδιού που γίνεται μία κουραστική εμπειρία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 27 Μαΐου 2026

5/23/26

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ


«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας»
(Ιωάν. 17, 7-8).

«Αὐτοὶ τώρα ξέρουν πὼς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα· γιατὶ τὶς διδαχὲς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐγὼ τὶς ἔδωσα σ’ αὐτούς, κι αὐτοὶ τὶς δέχτηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πὼς πραγματικὰ ἀπὸ σένα προέρχομαι, καὶ πίστεψαν πὼς ἐσὺ μὲ ἔστειλες στὸν κόσμο». 

            Λίγο πριν το εκούσιο Πάθος Του ο Κύριός μας προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή για τους μαθητές Του και για όλους τους ανθρώπους. Αναφέρεται στον Πατέρα του και λέει χαρακτηριστικά ότι πλέον οι μαθητές Του έχουν επίγνωση πως όλα όσα ο Χριστός τους είπε προέρχονται και εκφράζουν τον Πατέρα. Έχουν επίγνωση ότι ο Χριστός είναι Θεός και ότι ήρθε στον κόσμο εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός. Ήρθε στον κόσμο ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην κλήση του που είναι να γίνει παιδί του Θεού, να μοιάσει τον Θεό ενεργοποιώντας το κατ’ εικόνα, όχι στην πρόσκαιρη αυτοθεωμένη εκδοχή του, αλλά στην αιώνια Θεοκοινωνούμενη νέα πραγματικότητα.

            Πόσο αντιλαμβανόμαστε εμείς, ως τέκνα πνευματικά των μαθητών του Χριστού, αυτήν την κλήση; Πόσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ήρθε στον κόσμο απεσταλμένος του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι, για να μας δείξει τον τρόπο της υπέρβασης του πρόσκαιρου εαυτού, του βασανιζόμενου από ένα «εγώ», που τα θέλει όλα δικά του και που δεν είναι σε θέση να βρει άλλο νόημα, παρά στρεφόμενο προς τον κόσμο αυτό και τα όσα εκείνος τάζει ή ζητά; Αν το αντιλαμβανόμασταν, θα ήταν η αγάπη το κλειδί της ζωής μας, σε ό,τι κι αν κάναμε. Θα ήταν η Εκκλησία ως τρόπος και κοινότητα η ζωή μας. Θα ήταν η αναζήτηση και βίωση της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ακόμα και στους σταυρούς, η ζωή μας. Θα ήταν η πνευματικότητα που θα μας έκανε να βλέπαμε τον πλησίον και τον κόσμο όχι ως πεδίο ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά ως τρόπο συνύπαρξης και συμπόρευσης, με γαληνεμένη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά.

            Πιστεύουμε αρκετά σε έναν Χριστό είτε του Αρείου είτε των Μονοφυσιτών. Έναν Χριστό κτίσμα, ο Οποίος υπάρχει για τα συμφέροντά μας. Έναν Χριστό χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες ανθρώπινες, μόνο Θεό, που είναι μακριά από εμάς και υπάρχει μόνο για να μας δικάζει ή να μας δικαιώνει. Δεν πιστεύουμε σε έναν Χριστό που στέργει στην αδυναμία μας, αλλά περιμένει όμως και τη συνέργειά μας. Κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας, ακόμη κι αν ομνύουμε στη δογματική καθαρότητα.

            Οι θρήσκοι της εποχής μας και κάθε εποχής έχουν ως έγνοια τους τον φόβο μη χάσουν. Όσοι όμως αγαπούν τον Χριστό αληθινά, δεν φοβούνται να χάσουν, για να κερδίσουν διά της αγάπης τον πλησίον τους για χάρη του Θεού. Συγκαταβαίνουν, δίνουν ευκαιρίες, ελπίζουν, αναζητούν την λιγοστή, έστω, ομορφιά στο κακό που βγαίνει προς τα έξω. Δεν ανησυχούν για τον κόσμο και τη ζωή, γιατί ξέρουν πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Και προσεύχονται στον Χριστό της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν πως η συνάντηση μαζί Του είναι ο προορισμός της ζωής αυτής, αλλά και της αιωνιότητας. Τον κοινωνούν εν τη Εκκλησία και εν τω πλησίον και προσδοκούν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.

            Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία πρόσκληση να ξαναδούμε Ποιος είναι ο Χριστός που πιστεύουμε. Ο Θεάνθρωπος που φανερώνει τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι και εν τη Εκκλησία αλλάζει τη ζωή μας ή ο βολικός Θεός που εκπληρώνει επιθυμίες, δικαιώνει και αυτοδικαιώνει και που θα είναι η μεταφυσική μας εγγύηση, χωρίς να μας νοιάζουν οι άλλοι, αρκεί εμείς να σωθούμε; Ας προβληματιστούμε εν τη Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

24 Μαΐου 2026

Των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 

 

5/21/26

ΑΔΥΝΑΜΕΣ ΨΥΧΕΣ

                Ο κόσμος μας δείχνει ότι, αφήνοντας στην άκρη τον Θεό και την πίστη, έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στα επιτεύγματά του, στην ανάλυση και στις προτάσεις των επιστημών ψυχικής υγείας, στην αποδοχή ότι είναι εφικτές η θετική ενέργεια και η ισορροπία στη ζωή χωρίς να χρειάζεται να επενδύσουμε στο μεταφυσικό. Κι όμως! Διαπιστώνουμε πολλούς, και νέους και μεγάλους, που οι ψυχές τους είναι αδύναμες. Μπορεί να λειτουργούν όλα στη ζωή σχετικά ή και πολύ καλά. Να είναι όλα ρυθμισμένα και τακτοποιημένα. Όταν έρχεται όμως μια ματαίωση, κάποτε και ο φόβος ότι αυτή είναι πιθανόν να συμβεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, τότε ο άνθρωπος νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του, αγχώνεται, αδυνατεί να διαχειριστεί τον λογισμό του και, συχνά, καταρρέει. Παραιτείται έτσι κι από την ίδια τη ζωή, ρίχνοντας την ψυχή του σε κατάθλιψη και αβεβαιότητα, ενώ μια μόνιμη γκρίνια τον διακατέχει.

Οι ειδικοί σήμερα κάνουν έντονα λόγο για την ανάγκη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Να αντέξει ο άνθρωπος τις δυσκολίες, πραγματικές ή πιθανές, να προσαρμοστεί, να επανακάμψει στις ήττες του είναι το μότο των καιρών μας. Θέλει κόπο αυτός ο δρόμος. Θέλει αυτογνωσία και πίστη. Θέλει στήριξη από το περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν κατανοεί τι συμβαίνει, αφού ούτε και ο άνθρωπος που κλονίζεται δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ρίζες των προβλημάτων του, γιατί επενδύει σε στόχους που δεν είναι βέβαιο ότι τον εκφράζουν αληθινά, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες ή τους γύρω του. Κυρίως όμως θέλει ταυτότητα κατακτημένη και όχι διαμορφωμένη από τον έξω κόσμο, από τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις επιδράσεις του μεταμοντέρνου τρόπου ζωής, που μας κάνει να θεωρούμε ευτυχισμένο μόνο τον  κατά τον κόσμο επιτυχημένο, κυρίως αυτόν που έχει χρήματα και αναγνώριση, ακόμη κι αν η συνείδησή του δεν είναι αναπαυμένη.

Μία από τις κρίσεις που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει η επαγγελματική εξουθένωση, το burn out, που είναι, κυρίως, ψυχική εξουθένωση. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κρατήσει την εργασία, την αμοιβή, την καταξίωση, κάνοντας όλο και περισσότερα, χωρίς να σκέπτεται ότι έχει ανάγκη να έχει μέτρο και όρια, αλλά και αισθανόμενος   μια βαθιά ψυχολογική πίεση από τον ανταγωνισμό των καιρών μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Νιώθουν το άγχος μπροστά στον φόβο της αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαχειριστούν ούτε τον κόπο ούτε την πιθανότητα της ήττας, που όμως δεν είναι το τέλος.

Αδύναμες ψυχές βρίσκουμε στους καιρούς μας. Νικημένες από τη δύναμη του χρόνου, που μοιάζει να μας κάνει να  θέλουμε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας χωρίς ρίσκο, κάποτε και με λιγότερο κόπο. Νικημένες από την απουσία στηριγμάτων όπως η πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του, η υπομονή και η επιμονή, η απόφαση να μην είναι ό,τι μας προβάλλεται ως ανάγκη ή δρόμος η επιλογή μας, αλλά αυτό που αληθινά μας ταιριάζει. Νικημένες κάποτε και από την αδυναμία της οικογένειας να συζητήσει και να στηρίξει, αλλά και από έναν κόσμο που παραπλανά για το νόημα της ζωής, γεμίζοντας απογοήτευση αυτόν που μοιάζει ηττημένος.

Ψυχική ανθεκτικότητα έχει αυτός που πιστεύει. Αυτός που ζει τον Θεό, παλεύει να μοιραστεί την αγάπη, να νικήσει το πάθος της δόξας για τη δόξα,  να κρατήσει τη φλόγα της Ανάστασης ζωντανή.  Αυτός νιώθει ότι κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή. Γιατί δεν είναι μόνος του.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαΐου 2026

5/19/26

ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”


 

 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 180- ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”, μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδόσεις ΔΩΜΑ

    Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που ντρέπονται να πούνε “ΟΧΙ” είτε σε σχέσεις είτε σε καταστάσεις ζωής; Υπάρχουν άνθρωποι που συμβιβάζονται, γιατί νιώθουν ανήμποροι να παλέψουν για κάτι παραπάνω; Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι νιώθουν ότι το μεταφυσικό είναι μια απάτη, κι όμως μέσα τους κάτι τους κάνει να αμφιβάλλουν για τη βεβαιότητά τους; Τι σημαίνει ένα θαύμα για τους καιρούς μας; Το θαύμα έγκειται στην υπέρβαση του κακού με μεταφυσικό τρόπο ή στην αγάπη, η οποία ξεχύνεται στους άλλους, γνωστούς και αγνώστους και γίνεται φως που δίνει δύναμη και νόημα;
    Κάποια τέτοια ερωτήματα, που απασχολούν πολλούς, ιδίως νέους που αισθάνονται παγιδευμένοι σε έναν κόσμο στον οποίο πολλές επιλογές μοιάζουν αναγκαστικές, παρά τα αδιέξοδά τους, απαντώνται στο όμορφο μυθιστόρημα του Νάιαλ Ουΐλιαμς, Ιρλανδού λογοτέχνη, με τίτλο “Τέσσερα ερωτικά γράμματα”, το οποίο κυκλοφορείται στα ελληνικά σε μετάφραση της Δέσποινα Κανελλοπούλου, από τις προσεγμένες εκδόσεις ΔΩΜΑ. Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές: ο Νίκολας και η Ίζαμπελ, δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που συνδέονται χάρις σε έναν πίνακα ζωγραφικής και ένα θαύμα, το οποίο γίνεται στον αδερφό της κοπέλας Σων, χάρις στην παρουσία του Νίκολας. Η ιστορία είναι μία αναζήτηση του θελήματος του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στον πατέρα του Νίκολας, στον πατέρα της Ίζαμπελ και του Σων, στη δεισιδαίμονα κοινότητα ενός μικρού ιρλανδέζικου νησιού, στη άρνηση των δύο μητέρων, του Νίκολας και της Ίζαμπελ να το αποδεχτούν, στην αδυναμία του ιερέα της κοινότητας, όπως και των καλογριών στις οποίες σπουδάζει η Ίζαμπελ, να δούνε πέρα από τα τυπικά της θρησκείας, σε έναν κόσμο όπου η ζωγραφική και η μουσική δεν εκτιμώνται, αλλά ούτε και η επιβίωση των μικροαστών δίνει νόημα. 
    Μόνο ο έρωτας και το φως φανερώνουν ότι ο Θεός τελικά μιλά στις ψυχές εκείνων οι οποίοι δεν χάνουν την ελπίδα, αλλά ούτε και έχουν μεγάλες απαιτήσεις από τη ζωή τους: να μην παραιτηθούν από εκείνη τη μικρή φλόγα ευαισθησίας, η οποία κάνει την ύπαρξη να έχει νόημα, να αφουγκράζεται τον ουρανό, να αγαπά δωρεάν, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Το τίμημα κάποτε είναι η αυτοκαταστροφή και ο θάνατος, ιδίως όταν οι αναζητητές δεν αντέχουν να περιμένουν άλλο, δεν θέλουν να περπατήσουν την περιπέτεια της ζωής, νικώνται από τον πειρασμό της μοναξιάς. Μα όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι το σχέδιο του Θεού, ακόμη κι αν Εκείνος μοιάζει κρυμμένος.
    Το θαύμα δεν εξηγείται ορθολογικά, ούτε έρχεται κατά παραγγελίαν. Είναι ένα αναπάντεχο δώρο που επαναφέρει την τάξη των πραγμάτων στη χαρά και στην αγάπη. Όσο κι αν ο ορθολογισμός ή η επιθυμία να είναι τα πράγματα συμβιβασμένα με την κοινωνική τάξη, τα “πρέπει” του καθενός ή της κοινότητας, αν περιμένουμε, κάποτε με πολλή υπομονή, να ακούσουμε τη φωνή του Θεού, αυτή θα έρθει. Δώρο η πίστη, επιλογή η ελπίδα, αξία μοναδική η αγάπη. 
    Ένα μυθιστόρημα που αφήνει με την γραφή του συγγραφέα γλυκόπικρα συναισθήματα, αλλά και την αίσθηση ότι όποιος πιστεύει, θα νικήσει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
19 Μαΐου 2026 

5/18/26

Ένα βήμα πριν τη βία

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 179- εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ: Ένα βήμα πριν τη βία (συλλογική έκδοση, επιμέλεια π. Αντώνιος Καλλιγέρης)

        Διαβάσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ, με τίτλο “Ένα βήμα πριν τη βία”. Είναι μία συλλογική έκδοση, την οποία επιμελήθηκε ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης, συντονιστής του προγράμματος “Πρωτοβουλία για την πρόληψη της ενδο-οικογενειακής βίας” του Ιδρύματος Νεότητος και Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Στην έκδοση συμμετέχουν με κείμενα ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΕΚΠΑ Κ. Κορναράκης και Δ. Μόσχος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΑΠΘ Χ. Τσιρώνης και Νίκη  Παπαγεωργίου και ο Αν. Καθηγητής της ΑΕΑΑ κ. Θ. Παπαθανασίου.  Τον πρόλογο έγραψε ο Μητροπολίτης Ιλίου κ. Αθηναγόρας, πρόεδρος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής επί Ειδικών Ποιμαντικών Θεμάτων και Καταστάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης έγραψε την εισαγωγή και το επίμετρο.
          Το βιβλίο είναι καρπός  ημερίδας που έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 2023 με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και αποτελεί μία αναφορά στην ποιμαντική προσπάθεια την οποία καλείται να αναλάβει ή ήδη έχει αναλάβει η Εκκλησία, προκειμένου να λειτουργήσει ως φορέας και τρόπος πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Η δικαιολόγηση της βίας είναι γεγονός ότι στηριζόταν και εξακολουθεί να στηρίζεται από αρκετούς εκκλησιαστικούς παράγοντες, η θεώρηση των οποίων βασίζεται στο ότι τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας που συντάχθηκαν σε εποχές πατριαρχίας και απόλυτης καταπίεσης της γυναίκας, χωρίς όμως το πνεύμα τους να δικαιολογεί τέτοιες καταστάσεις, κάποτε και το γράμμα τους. Οι εκκλησιαστικοί αυτοί παράγοντες, κυρίως πνευματικοί, παραθεωρούν ότι η βία είναι έκφραση ενός ήθους εξουσίας, το οποίο ο Χριστός απέρριψε κατηγορηματικά και συνολικά. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η βία ως έκφραση εξουσίας να αντιμετωπίζεται ως εφαλτήριο αγιότητας για όσες και όσους την υφίστανται, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τρόπο για να αγιάσουν οι άνθρωποι, τρόποι που έχουν να κάνουν με τον πνευματικό αγώνα, την άσκηση, κυρίως την αγάπη. Είναι θλιβερό στην εποχή μας πνευματικοί να συνιστούν υπομονή και υπακοή στις γυναίκες, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν άνδρες που δεν τις σέβονται, κάποτε και αντίστροφα, διότι και τα γεγονότα βίας εις βάρος των ανδρών, ιδίως όταν υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν λείπουν. 
          Η Εκκλησία είναι παράγοντας και θεσμός πρόληψης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, χρειαζόμαστε όλοι μια παιδεία συνύπαρξης: “να είμαστε δίπλα στον κάθε άνθρωπο, να του δίνουμε διάθεση για ζωή, για άνοιγμα σε οικογένεια και σε κάθε κοινωνία” (σ.34). Χρειάζεται όμως να αναδιοργανωθεί η ζωή της Εκκλησίας σε ενορίες που θα λειτουργούν ως κοινότητες, οι οποίες θα ενισχύσουν τον θεσμό της οικογένειας, εντάσσοντας τα μέλη του σε πυρήνες συλλογικότητας, που θα είναι παρέες, εθελοντικές ομάδες, συνάξεις ενίσχυσης, πρόσωπα  αναφοράς που θα λειτουργούν συμβουλευτικά, ενώ η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας στη ζωή της Εκκλησίας είναι μείζον ζήτημα.
          Σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Θ. Παπαθανασίου επισημαίνεται ότι η βία σήμερα αυξάνει (σ.160) διότι το σύστημα καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, την εργαλειοποίηση των πάντων, τη χρήση ουσιαστικά όλων προς ίδιον όφελος και μάλιστα προς πλουτισμό και εξουσία. Εδώ χρειάζεται αλλαγή προς τη δοτικότητα, το να μάθουμε όλοι να πορευόμαστε με κριτήριο την προκοπή μας σε συνάρτηση με την προσφορά στο κοινό καλό. Έτσι, η βία θα προληφθεί ουσιαστικά, όταν υπάρχει σεβασμός στον άλλον ως εικόνα Θεού, κοινωνική δικαιοσύνη, άρνηση της πλεονεξίας και ελεημοσύνη όχι από οίκτο, αλλά ως συνειδητή έκφραση αγάπης προς τους μη έχοντες, ενώ, την ίδια στιγμή, η κοινωνία χρειάζεται να δει τη ζωή στην προοπτική της χαράς και της δημιουργίας και όχι στην προοπτική της επίδοσης, που γίνεται αυτοεκμετάλλευση, καθώς το υποκείμενο της επίδοσης καταναλίσκεται μέχρις εξαντλήσεως (burnout), αναπτύσσοντας μία επιθετικότητα εις βάρος του εαυτού, που δεν είναι δύσκολο να οδηγηθεί και σε επιθετικότητα εις βάρος των άλλων, στο άγχος της επίτευξης των στόχων. 
    Η Εκκλησία οφείλει να συνεργάζεται με τις επιστήμες ψυχικής υγείας, ενώ η υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης όπως οι Σχολές Γονέων, το στέκι οικογενειών, η κατασκήνωση οικογενειών, δράσεις πολιτισμού και προγράμματα στην εκπαίδευση μπορούν να λειτουργήσουν θετικά στον τομέα της πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Ας μην ξεχνούμε ότι η βία ασκείται από εκείνους και εκείνες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει το μυστήριο του γάμου, ενώ υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι να κάνουν οικογένεια, διότι δεν έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους, ούτε έχουν διαμορφώσει στάσεις ζωής που προϋποθέτουν την αγάπη. 
    Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό και αξίζει μελέτης όχι μόνο από κληρικούς, αλλά και από κάθε χριστιανό που  θέλει να δει το ζήτημα της βίας πολύπλευρα. Αξίζει ο έπαινος τόσο στον π. Αντώνιο Καλλιγέρη, όσο και στις εκδόσεις  ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ για την έκδοση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 
18 Μαΐου 2026

5/16/26

ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).

῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. 

            «Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή  φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.

            Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.

            Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

17 Μαΐου 2026

Του Τυφλού

5/12/26

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2026