6/28/26

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 181- ΛΙΑΝΑ ΤΣΙΡΙΔΟΥ, «ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ, ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ», εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ 

Πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει η πολιτική; Η οικογένεια; Η κοινωνία; Αυτό είναι το ερώτημα το οποίο δεσπόζει στο νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και συνοδοιπόρου εκπαιδευτικού Λιάνας Τσιρίδου «Περασμένα, ξεχασμένα» που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΙΒΙΣΚΟΣ. Και οι τρεις χώροι, πολιτική, οικογένεια, κοινωνία συνδέονται με έναν επιπλέον παράγοντα, εκτός από τους ανθρώπους: τον χρόνο, είτε ως φίλο είτε ως εχθρό.

Ως φίλος ο χρόνος «ιάται», γιατρεύει το ψεύτικο, χωρίς να το καταργεί. Το ψέμα είναι, άλλωστε, μεγαλύτερο τραύμα από την αλήθεια. Έτσι κι αλλιώς, και τα δύο δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Το ψέμα, διότι δεν μπορείς, ακόμη κι αν το υιοθετήσεις, να ξεγελάσεις μ’ αυτό τη συνείδησή σου, ίσως να τη φιμώσεις μόνο. Όμως μέσα σου καλά το γνωρίζεις   ότι η διαφθορά γεννά ένα υπαρξιακό κενό, το οποίο συνήθως το καλύπτει το χρήμα, η ηδονή, η δόξα. Όμως και τα τρία είναι πρόσκαιρα. Η αλήθεια είναι κι αυτή τραύμα, γιατί σε φέρνει μπροστά στο συγκλονιστικό ερώτημα πόσο ισχυρό είναι το κακό στη ζωή σου, που δεν σε αφήνει να μιλήσεις ή δεν σε αφήνει να νικήσεις. Το σκοτάδι, είτε του ψέματος είτε της αλήθειας, σε κάνει να υποφέρεις, να εγγίζεις τα όρια του τραγικού. Θέλει δύναμη για γνωρίσεις όχι μόνο τον μέσα κόσμο σου, αλλά και όσα σε περιβάλλουν, με κίνδυνο να αποδομήσεις και να αποδομηθείς. Οι περισσότεροι συμβιβαζόμαστε.

Ο ευαγγελικός λόγος επισημαίνει ότι «η αλήθεια ελευθερώνει» (Ιωάν. 8,32). Ο μεγάλος μας ποιητής όμως έρχεται να κάνει μία αντιδιαστολή: « Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»  (Οδ. Ελύτης, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας»). Και η αλήθεια δεν μπορεί να βιωθεί εκτός των προσώπων, εκτός της σχέσης. Γι’ αυτό και η αλήθεια γίνεται κατάσταση που θυμίζει την αρχαία τραγωδία. Ο μάντης Τειρεσίας λέει στον Οιδίποδα: «είπερ γ’ εστί της αληθείας σθένος» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 369), θέλοντας να δείξει ότι η αλήθεια είναι επιλογή μας. Και ο τραγικός ήρωας , λίγο πριν συνειδητοποιήσει τι έχει πράξει, ακούγοντας τον λόγο του βοσκού που τον έσωσε στον Κιθαιρώνα, καταστρέφοντάς τον, θα απαντήσει στο «Προς αυτώ τω δεινώ ειμί λέγειν. - Κάγωγ’ ακούειν. Αλλ’ όμως ακουστέον» («Οιδίπους Τύραννος», στ. 1169-1170). Αυτή είναι η τραγικότητα του ανθρώπου, όταν δεν θέλει να παραμείνει στο ψέμα.  Να υποστεί τις συνέπειες της αλήθειας, έναν δρόμο που δεν είναι για όλους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική ηρωΐδα του μυθιστορήματος ονομάζεται Ιφιγένεια, αυτή που θυσιάστηκε για έναν πόλεμο, αυτή που έμμεσα προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα της, αυτή που επέστρεψε τελικά από τη χώρα των Ταύρων, διότι κάποια στιγμή η αλήθεια φανερώνεται, όσο σκοτάδι κι αν την κρύψει, όσα συμφέροντα κι αν την καλύψουν. Μόνο που ο καθένας έχει τα όρια του και τις αντοχές του. Είναι κάποτε τραγικό πρόσωπο, αλλά ίσως δεν χρειάζεται να σηκώσει όλο το βάρος, ιδίως αν δεν είναι δική του η ευθύνη.

Το ερώτημα της αλήθειας δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόσωπο, αλλά και με το σύνολο, το σώμα. Το απαρτίζουμε άραγε μέλη που νικιόμαστε από τα τρία Φ, τη φιλαυτία, τη φιληδονία, τη φιλοδοξία, ή στόχος μας είναι το φως; Μια ματιά γύρω μας δείχνει ότι ο εγωκεντρισμός/ατομικισμός εκμαυλίζει συνειδήσεις. Πάσχουμε από έναν μιθριδατισμό. Δεν μας συγκινεί η κατίσχυση του ψέματος και γι’ αυτό δεν υποχωρεί. Έχουμε συμβιβαστεί με το κακό  και γι’ αυτό δεν αλλάζει η συλλογική μας πορεία. Άλλωστε, η ηθική θεωρείται παρωχημένη στους καιρούς μας. Είναι μία ιστορία για λίγους, εφόσον οι πολλοί νοιαζόμαστε μόνο για το ίδιον όφελος. Ίσως όμως αυτό να είναι και ένα φαινόμενο στους χώρους και στους χρόνους της ισχύος. Οι αδύναμοι παλεύουν για το καλό.

Η Ιφιγένεια καταφέρνει τα δικά της μικρά πλήγματα, σώζοντας τα θύματα του trafficking που οργάνωσε ή ανέχτηκε ο πολιτικός πατέρας της, εξυπηρετώντας μια επαρχιώτικη διαπλοκή, μικρογραφία της κεντρικής. Όμως η ηρωΐδα, με την τρυφερότητα του παιδιού, δεν θα διαγράψει από τη συνείδησή της τον πατέρα ως πρόσωπο, κρατώντας τον χαρακτηρισμό της «σουρλουλούς» που της απέδωσε εκείνος από την παιδική της ηλικία. Οι αμαρτίες δεν καταργούν τη σχέση, το πρόσωπο, τη συγγένεια. Όσο κι αν αποδομείται η φαντασίωση της τελειότητας, δεν σβήνει η αγάπη. Η ψυχική δύναμη της Ιφιγένειας έγκειται στο ότι θα πονέσει για όσα ανακαλύπτει, αλλά δεν θα κάνει πίσω. Τουλάχιστον η αλήθεια την ελευθερώνει.

Η συγγραφέας θέτει με τον δικό της, τρυφερά γυναικείο, συγκρατημένο, ευαίσθητο, αλλά και αυθεντικό τρόπο τα ερωτήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να διαβάσει ένα μυθιστόρημα κατεξοχήν πολιτικό. Ξεχωρίζει η μοναδική Ερατώ. Αυτή η οποία δείχνει ότι οι «κακοί» της Ιστορίας δεν βρίσκονται μόνο στη συντηρητική πλευρά. Οι υποκριτές δεν έχουν ιδεολογία. Η αλήθεια προφανώς έναντι θανάτου δίδεται, κι ας μην είναι ο βιολογικός. Ο θάνατος των βεβαιοτήτων, ο θάνατος της δοτής ταυτότητας, ο θάνατος της απόλυτα καλής ιδεολογίας είναι το τίμημα της αλήθειας. Για να απογαλακτιστείς, θέλει ψυχή, χαρακτήρα, πίστη στο φως και αποφασιστικότητα. Και ο απογαλακτισμός αλήθεια είναι. Μαζί και ευθύνη.

Ένα από τα πιο δυνατά μηνύματα του μυθιστορήματος, που με μαστορικό, αλλά και ρεαλιστικό τρόπο περνά η συγγραφέας, είναι το «ΟΧΙ» στην κολακεία και το ψέμα. Μπορεί να μοιάζουμε οι άνθρωποι που θέλουμε την αλήθεια αδύναμοι, ταπεινοί, κάποτε συμβιβασμένοι, αλλά γνωρίζουμε. Και αυτός που γνωρίζει δεν είναι ψεύτικος. Γι’ αυτό και μας χρειάζεται παιδεία που θα λειτουργεί αφυπνιστικά ως προς τη συνείδηση και που δεν θα κολακεύει, υποδουλώνοντας τον άνθρωπο στα γρανάζια ενός συστήματος που δεν θέλει ελεύθερα πρόσωπα.

Η συγγραφέας με την οποία συμπορευτήκαμε δεκατρία σχολικά χρόνια, μοιραστήκαμε και μοιραζόμαστε με τιμιότητα και αγάπη προβληματισμούς και θεάσεις της ζωής, ανεξαρτήτως των αναμενόμενων διαφορών, φέρνει στον νου μας τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου: «Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά/ που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης/ με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά». Την ευχαριστούμε για την τιμή να μιλήσουμε για το βιβλίο της και ευχόμαστε  να δώσει κι άλλες αφορμές για λογοτεχνικά και υπαρξιακά ταξίδια! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ομιλία στην παρουσίαση του ομότιτλου βιβλίου

της Λιάνας Τσιρίδου

Κέρκυρα, 17 Ιουνίου 2026

6/26/26

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΡΑΗΛΙΤΕΣ


 «Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)

῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα». 

            Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.

            Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.

            Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Ιουνίου 2026

Κυριακή Δ’ Ματθαίου

6/24/26

ΦΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

                

Τα διάφορα φαινόμενα συγκρότησης εφηβικών συμμοριών, άσκησης βίας και σχολικού εκφοβισμού από την μία, αλλά και η εφηβική μοναξιά και απομόνωση από την άλλη, που κάνει πολλούς εφήβους να κλείνονται μπροστά στην οθόνη του κινητού επί ώρες, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, είναι συμπτώματα ασθενικής λειτουργίας της οικογένειας ως βασικού πυρήνα διαμόρφωσης σχέσεων και ταυτότητας για τα παιδιά. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου προφανώς και παίζει ρόλο στην κοινωνικότητα του. Το ίδιο και δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τη διάσπαση προσοχής ή με ενδοψυχικές συγκρούσεις, ενισχύουν είτε την κλειστότητα είτε την ανάγκη αποδοχής με κάθε τρόπο, ακόμη και με τη βία, τη μαγκιά, την επίδειξη. Όμως δεν παύει η οικογένεια να αποτελεί τον πυρήνα εκείνον στον οποίο είτε ο έφηβος θα έχει λάβει δημιουργική αποδοχή, με αποτέλεσμα να μπορεί να την εκπέμψει, είτε όχι, κάτι που επιφέρει αποκλίνουσες συμπεριφορές.

                Οι εφηβικές φιλίες έχουν έναν χαρακτήρα εξιδανίκευσης. Αυτός ή αυτή που μπορεί να με ακούσει ανά πάσα στιγμή, να αισθάνομαι εμπιστοσύνη, να μοιραστώ μαζί του και μαζί της τα ερωτικά μου καρδιοχτύπια, τις απόψεις μου για τους γονείς μου, για τους καθηγητές μου, για τον κόσμο και τη ζωή, να κάνω τις μικρές αμαρτίες της εφηβείας, όπως είναι ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ξενύχτι, η απόφαση να μην ενημερώσω τους γονείς μου για το πού είμαι, αλλά και το δέσιμο το ψυχικό, που γίνεται κοινωνικότητα δυνατή και όμορφη, ακόμη και στις δυσκολίες, όπως τις βλέπουν οι μεγαλύτεροι. Γι’ αυτούς τους λόγους οι έφηβοι αισθάνονται πολύ μεγάλη προδοσία την ελάχιστη διαφοροποίηση των φίλων τους, την είσοδο άλλων μελών στην παρέα που επιφέρει ζήλεια, καταστάσεις που οδηγούν σε ένα αίσθημα ματαίωσης.

                Και οι γονείς; Πόσο παρεμβατικοί μπορούν να είναι σε παρέες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κακές»; Η απάντηση δεν μπορεί να έρθει αν δεν υπάρχει προληπτική λειτουργία της οικογενειακής σχέσης. Αν οι γονείς δεν νοιάζονται για τα παιδιά τους όχι απλώς προσφέροντάς τους τα πάντα, διότι αυτό μοιάζει αυτονόητο, αλλά δείχνοντάς σε αυτά ότι αποδέχονται τη διαφορετικότητά τους, όχι όμως άνευ όρων. Αποδέχομαι το παιδί μου σημαίνει αποδέχομαι το πρόσωπό του, την μοναδική του αξία, την γονεϊκή αγάπη ως αναντικατάστατη και πηγαία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απόφαση να μην παρέμβω με τρόπο αγωγής, οριοθέτησης, ακόμη και ελεγχόμενης σύγκρουσης στην πορεία της ζωής του.

                Η μοντερνιά λέει ότι το παιδί ξέρει. Είναι μία καταστροφική αντίληψη, που έρχεται ως πράξη αντίστασης στον πατερναλισμό προηγούμενων γενεών, όπου τα παιδιά έκαναν ό,τι ήθελαν οι γονείς τους σε κομβικά σημεία της ζωής τους, όπως το επάγγελμα και ο γάμος. Το παιδί ξέρει προφανώς, αλλά δεν τα ξέρει όλα. Το παιδί καλείται να διαμορφώσει κρίση, συζητώντας, ακούγοντας, αντιδρώντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκη την καθοδήγηση των γονέων του, κάποτε και με αποφασιστικό τρόπο. Και η καθοδήγηση έρχεται με την ενίσχυση της δυνατότητας του παιδιού να βλέπει το καλό και το κακό, το σωστό και το λανθασμένο, να έχει δηλαδή συνείδηση δυνατή, και να μπορεί να λέει ΟΧΙ όσο και όπου χρειάζεται.

                Αν οι γονείς δεν έχουν δουλέψει σ’ αυτή τη γραμμή, τότε η δυναμική και η δύναμη της εφηβείας δεν αντιμετωπίζεται. Είτε με θρασύτητα είτε με κρυψίνοια ο έφηβος θα σχετιστεί και θα δράσει όπως θέλει. Το κακό είναι ελκυστικότερο. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για τους γονείς να αφυπνιστούν. Να σταθούν δίπλα στο έφηβο παιδί τους και να παλέψουν με υπομονή και σταθερότητα να το βοηθήσουν να κάνει επιλογές που θα λειτουργήσουν δημιουργικά. Αρκεί οι γονείς να δούνε τον εαυτό τους όχι αυτομαστιγωτικά, αλλά στην προοπτική της νέας αρχής. Κι εδώ η πίστη είναι μεγάλη βοήθεια. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 24 Ιουνίου 2026

6/19/26

Ο ΑΠΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ

 «Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)

Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. 

            Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.

            Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία   του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου.

            Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας.

            Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

21 Ιουνίου 2026

Κυριακή Γ’ Ματθαίου

6/17/26

Η ΠΟΝΗΡΙΑ


Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «η πονηρία των ανθρώπων πίσω τους είναι κρυμμένη»
(από το «Γεροντικό»)

Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο αθώοι πρέπει να είμαστε εμείς και τα παιδιά μας στην πονηρία του κόσμου. Ταυτίζουμε την αναγνώριση των κακών κινήτρων στη σκέψη και τη συμπεριφορά των άλλων με την καχυποψία. Και δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι, να βλέπουμε δηλαδή πίσω από τις κινήσεις κάποιου ανθρώπου την ιδιοτέλεια, την πονηριά, την εκμετάλλευση. Θα θέλαμε να βλέπουμε τους ανθρώπους με θετική ματιά. Να μπορούμε να βλέπουμε στις κινήσεις τους την ειλικρίνεια, την αγάπη, την καλή διάθεση. Συνήθως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και φτάνουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε, τόσο για μας, όσο και για τα παιδιά μας, μήπως τελικά ο κόσμος είναι περισσότερο πονηρός και ιδιοτελής, από όσο θα θέλαμε να πιστέψουμε;

Η ηγεσία σήμερα, τόσο στην πολιτική, όσο και σε άλλους τομείς της ζωής, έχει ως προϋποθέσεις την εξυπνάδα και την προβλεπτικότητα. Ο έξυπνος άνθρωπος χαράζει δρόμους, με έμπνευση και μεράκι. Μπορεί να αξιοποιήσει τα χαρίσματα των άλλων, με τους οποίους πρέπει ή θέλει να συνυπάρξει. Χρειάζεται όμως να είναι και προβλεπτικός. Να βλέπει μέχρι πού φτάνουν οι ικανότητες των άλλων, αλλά και να διαβλέπει τα βαθύτερα κίνητρα των πράξεών τους, να είναι δηλαδή μελετητής χαρακτήρων. Η μελέτη προϋποθέτει την υπέρβαση της αφελότητας και τη διάγνωση της κακότητας και της ιδιοτέλειας, που κάνει άλλους ανθρώπους να θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτόν που έχει καλοσύνη.

Αυτό διαφαίνεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Ο φίλαυτος και φιλήδονος άνθρωπος δεν έχει ως κίνητρό του την αγάπη, αλλά την εκμετάλλευση των άλλων, σωματικά, ψυχικά, οικονομικά, χαρακτηρολογικά. Δεν τον νοιάζουν τα συναισθήματα των άλλων. Είναι έτοιμος να πληγώσει, διότι μέσα του έχει αποφασίσει ότι το «εγώ» του είναι η μοναδική του προτεραιότητα και αυτό οδηγεί στην ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Έτσι, λειτουργεί χειριστικά. Βαφτίζει, μάλιστα, τη χειριστικότητα «εξυπνάδα». Και είναι έτοιμος να «πατήσει επί πτωμάτων», αρκεί να αναδειχθεί ο ίδιος.

Αυτό το βλέπουμε συχνά και στα παιδιά των καιρών μας. Στηριγμένα σε ένα πλαίσιο φόβου για τα όρια, φόβου για τη σύγκρουση, φόβου για την ευθύνη της αγωγής, τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά ότι όλα τους επιτρέπονται, ακόμη και τα πιο άσχημα. Αρκεί να γκρινιάξουν, να πιέσουν, να κλάψουν και οι απαιτήσεις τους θα γίνουν αποδεκτές. Αυτό βαφτίζεται ελευθερία και «μοντερνιά». Έχουν πάντα δίκιο και οι γονείς αδυνατούν να τα βάλουν σε σειρά. Η άσκηση της γονεϊκής εξουσίας προϋποθέτει αποδοχή της αυθεντίας και της ευθύνης από μέρους τους, όχι με αυταρχικότητα και εγωκεντρισμό, αλλά με σταθερότητα και σαφήνεια. Ειδάλλως, αφήνουν τα παιδιά να προχωρούν σε έναν κόσμο πονηρίας. Αφού όλα μου επιτρέπονται και όλα τα δικαιούμαι, θα βρω τρόπο, αξιοποιώντας τα όπλα της προσωπικότητας, της απαίτησης, της άνευ όρων στήριξης των γονέων, της ανοχής του κόσμου και του πολιτισμού, του «έλα, δεν πειράζει, παιδί είναι, μην το στενοχωρείς», για να αισθανθούν δυνάστες.

Ο ασκητικός λόγος μάς υπενθυμίζει ότι η πονηρία των ανθρώπων κρύβεται πίσω τους, δηλαδή δεν φαίνεται πάντοτε μπροστά, στο πρόσωπο, στο χαμόγελο, στην απαίτηση. Γίνεται ένα με την καρδιά τους. Γι’ αυτό καλούμαστε να γίνουμε «φρόνιμοι ως οι όφεις». Να διαβλέπουμε τον κίνδυνο, όχι απορρίπτοντάς τους με τρόπο κατάκρισης, αλλά  νιώθοντας πώς πρέπει να φυλαχτούμε. Να διδάσκουμε με επίγνωση, αλλά και να μη γινόμαστε εύκολα θύματα. Να μένουμε σταθεροί στις αρχές μας, αλλά και να απομακρυνόμαστε από εκείνους που δεν είναι ακέραιοι. Κι αν δεν μπορούμε να φύγουμε, να είμαστε στην άκρη. Αν όμως μπορούμε να επισημάνουμε την αλήθεια και να παλέψουμε, να μην κρυβόμαστε. Είναι θέμα χαρακτήρα, αγωγής και παιδείας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 17 Ιουνίου 2026

6/13/26

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΝ

 


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. 4, 18-19)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες». 

            Μία από τις ανθρώπινες συνήθειες είναι το περπάτημα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, στην οποία μόδα έχουν γίνει το γυμναστήριο και η γιόγκα, το περπάτημα αποτελεί όχι απλώς άσκηση, αλλά και επαφή του ανθρώπου με τη φύση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια της πόλης, αλλά και ανθρώπους που συναντά. Το περπάτημα είναι έξοδος του ανθρώπου από την ένταση της καθημερινότητας, ευκαιρία προσευχής, χαλάρωσης, γαλήνης της ψυχής και του πνεύματος. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι το αυτόνομο εγώ του το κέντρο του κόσμου, όπως συμβαίνει στο γυμναστήριο και στη γιόγκα, αλλά η ένταξή του σε έναν κόσμο στον οποίο ο ίδιος μπορεί να είναι από παρατηρητής έως συνδιαμορφωτής. Διότι μπορεί μέσα από το περπάτημα να κάνει την αυτοκριτική του, να δει την πορεία των σχέσεών του, αλλά και να αφεθεί στη χάρη και στη χαρά της προσευχής.

Γι’ αυτό και ο Χριστός συνήθιζε να περπατά, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Συνήθιζε να συζητά με τους μαθητές Του στις πορείες της Παλαιστίνης. Κι αυτό ξεκίνησε από την αρχή της δημόσιας δράσης Του. Τον βλέπουμε να περπατά στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. Τον βλέπουμε να παρατηρεί τα δύο αδέρφια, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι ρίχνουν «το αμφίβληστρον», το δίχτυ στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους καλεί, όντας μπροστά σ’ αυτή την εικόνα που ρίχνουν το δίχτυ, να Τον ακολουθήσουν, για να αλλάξουν χώρο ζωής, από τη θάλασσα να πάνε στη στεριά, αλλά και τρόπο, από αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων.

Το αμφίβληστρον των δύο μαθητών είναι ένα σημάδι ότι για να πετύχεις στη ζωή σου, να επιβιώσεις, αλλά και να κάνεις πράξη τους στόχους που τη νοηματοδοτούν, χρειάζεται να περικυκλώνεις αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι μόνο μία παγίδα το αμφίβληστρον. Είναι η αίσθηση ότι αυτό που θέλεις να πετύχεις είναι σημαντικό και οργανώνεις τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να σου ξεφύγει. Ακόμη κι αν η ψαριά δεν είναι πάντοτε καλή, εντούτοις το ψάρι που θα εισέλθει στο αμφίβληστρον, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει.

Αυτό είναι και το πνευματικό νόημα του αμφιβλήστρου στη ζωή μας. Αν έχουμε σκοπό να αγαπήσουμε τον Χριστό, τότε χρειάζεται να ρίξουμε αμφίβληστρον γύρω από τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας. Να μην τις αφήσουμε ελεύθερες στην καρδιά και στην ψυχή μας να κυριεύουν την ύπαρξή μας στον βωμό της φιλαυτίας και της φιληδονίας, που μας παρασύρουν στο κενό του κακού. Και το αμφίβληστρον ονομάζεται αγάπη, ονομάζεται άσκηση, ονομάζεται πίστη στον Χριστό, ο Οποίος περπατά και στη δική μας ζωή και μας καλεί, αφήνοντας την κυριαρχία του εγώ, να μοιραστούμε την αγάπη Του με τους συνανθρώπους μας, ώστε με εκείνους όχι απλώς να συνυπάρχουμε, αλλά να πορευόμαστε προς την Αλήθεια της Βασιλείας των Ουρανών. Προς την ατελεύτητο ζωή. Προς τη χαρά της αγάπης. Προς την ομορφιά της κοινότητας, που είναι η Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

14 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β’ Ματθαίου

6/9/26

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΛΑ


                Είπε ο Αββάς Νείλος: «Μη θέλεις να έχει η ζωή σου τα γεγονότα που σου φαίνονται καλά, αλλά όσα αρέσουν στον Θεό. Και θα είσαι ατάραχος και όλο ευχαριστίες στην προσευχή σου»
(από το «Γεροντικό»).

                Θεληματάρηδες είμαστε οι άνθρωποι και δεν μπορούμε να διαχειριστούμε γεγονότα της ζωής μας που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας. Φτιάχνουμε στον νου και στην καρδιά μας πλάνα ζωής τέτοια, που υποβάλλουμε στον εαυτό μας την ιδέα ότι αν δεν τα ζήσουμε, αν δεν τα εκπληρώσουμε, τότε δεν θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και επειδή, συνήθως, τα πλάνα συμπεριλαμβάνουν και άλλους, τη συμπεριφορά τους, της συμπαράστασή τους, την αποδοχή των δικών μας σχεδίων, σαν να πρόκειται «να συνωμοτήσει το σύμπαν για να εκπληρωθούν», εύκολα απογοητευόμαστε.

                Βλέπουμε τη ζωή στο παρόν, στο άμεσο, στο «εδώ και τώρα». Γευόμαστε είτε τον πόνο είτε την ευχαρίστηση και νιώθουμε ότι η στιγμή μετρά και, αν δεν είναι όπως τη θέλουμε, τότε έχουμε ηττηθεί. Ιδίως όταν συμβαίνουν γεγονότα δύσκολα, συνδεδεμένα με ματαιώσεις, όπως οι αποτυχίες, η διαφορετική αντίληψη και στάση των άλλων, ασθένειες, ήττες από τα πιο απλά, όπως είναι μια αποτυχία δική μας ή των παιδιών μας, μέχρι τα πιο σταυρικά, όπως είναι η κακία και ο θάνατος, το παρόν γίνεται απόγνωση. Έτσι, ακόμη και ο Θεός απορρίπτεται, αφού δεν εκπληρώνει τα όσα εμείς θεωρούμε ότι δικαιούμαστε, όσα μοιάζουν καλά.

                Ο ασκητικός λόγος της πίστης μας μάς προτρέπει να θέλουμε στη ζωή μας όσα αρέσουν στον Θεό. Χρειάζεται να σταθούμε σε μια απόσταση από ό,τι βλέπουμε και ζούμε. Όχι να μην πενθήσουμε, αλλά να μην παρασυρθούμε σε μία ατέρμονη αναζήτηση του «γιατί;». Να νικήσουμε τον εύλογο συχνά λογισμό, και να πιστέψουμε. Να μαζέψουμε κάποτε και τα κομμάτια της ψυχής μας, όχι γιατί θα επανέλθουν οι ευκαιρίες και τα πρόσωπα ίδια στη ζωή μας, αλλά γιατί κάθε στιγμή έχει τη διαφορετικότητά της, κάθε γεγονός μάς δίνεται για να ωριμάσουμε, κάθε πρόσωπο που αρνείται να σταθεί δίπλα μας με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, μας αφήνει περιθώριο να πατήσουμε πιο καλά στα πόδια μας, να εμπιστευθούμε τον Θεό και το δικό Του θέλημα, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε εμείς οι ρυθμιστές της ζωής της δικής μας και των οικείων μας, αλλά όλα έχουν μιαν άλλη προοπτική: αυτή της αγάπης του Θεού που κάποτε μοιάζει σκληρή, όμως χαλυβδώνει την καρδιά και την ψυχή εκείνου που εμπιστεύεται, κάνοντάς τον βράχο, στον οποίο θα αναπαυθούν πολλοί.

Βλέπουμε τη ζωή σε μια προοπτική ατομικότητας. Θέλουμε το εγώ μας να είναι το κέντρο. Θα άξιζε να πορευτούμε βλέποντας και τους άλλους: ότι κληθήκαμε να είμαστε έστω ένα μικρό φως, για να μοιραστούμε τη λάμψη του με όσους συναντούμε. Αυτό μοιάζει κουραστικό, συχνά και άδικο. Όμως είναι αγάπη και γίνεται αγάπη. Και θα άξιζε τα παιδιά μας να τα βοηθήσουμε να δούνε τη ζωή σε αυτή την προοπτική: ότι δεν υπάρχουν για να κάνουν ό,τι θέλουν, διότι αυτό είναι αυταπάτη, αλλά υπάρχουν για να εμπιστεύονται, να μοιράζονται, να αγαπούνε, να πορεύονται στο σύνολο που δίνει νόημα ζωής και στο πρόσωπο.

Και ο ασκητικός λόγος μας παρηγορεί ότι έτσι θα είμαστε ατάραχοι και ευχαριστιακοί. Όποιος εμπιστεύεται τον Θεό, νικά τον εγωκεντρισμό, το να θέλει να τα ξέρει και να τα ζήσει όλα, και δοξάζει για όσα έρχονται και για όσα δεν έρχονται. Και πορεύεται με φως και προς το Φως. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Τετάρτης 10 Ιουνίου 2026