4/4/26

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ


 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ - ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ 1 

«Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,

όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,

άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα».

(Διονύσιος Σολωμός, «Ο Πόρφυρας»)           

            Έμοιαζε οικείος Αυτός που ανέστησε τον φίλο. Που γιάτρεψε πόνο πολύ. Που άκουσε το κλάμα των δυνατών και των αδύναμων. Μα θα απέμενε στον ανθό της νιότης Του μόνος Του. Έρημος, διότι οι άνθρωποι ήθελαν και θέλουν να πάρουν μόνο, χωρίς να νιώθουν ότι αυτό ήταν το μεγαλείο Του. Το ότι δεν ζήτησε και δεν ζητά, ούτε σύμβολα νίκης, ούτε ρούχα στρωμένα χάμου, ούτε τραγούδι, ούτε έπαινο. Μόνο δίνει. Και το ήξερε ότι θα μείνει μόνος Του. Όποιος αγαπά, με τη μοναξιά του μένει. Μα όσες φορές κι αν τον ρωτήσεις, αν θα άλλαζε την αγάπη με τα «ζήτω», την ίδια απάντηση θα έπαιρνες.

            Όμορφος ξένος και καλός. Όσοι θέλουν να Τον συντροφέψουν στα εισόδια της αγάπης, θα λιγοστέψουν τη δική τους ερημιά. Μαζί Του.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Απριλίου 2026

Κυριακή των Βαΐων

ΕΙΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΥ ΜΟΥ ΤΕΤΗΡΗΚΕΝ ΑΥΤΟ

«Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ῎Αφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» (Ιωάν. 12, 7-8)

Εἶπε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς· «῎Αφησέ την ἥσυχη· αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου. Οἱ φτωχοὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κοντά σας, ἐμένα ὅμως δὲν θὰ μὲ ἔχετε πάντοτε». 

            Ένα πολύ συγκινητικό περιστατικό λαμβάνει χώρα στο σπίτι του Λαζάρου, μετά την ανάστασή Του. Ο Χριστός βρίσκεται εκεί και του παραθέτουν δείπνο, στο οποίο συμμετέχει και ο Λάζαρος. Η Μαρία, η αδερφή του Λαζάρου, πλένει τα πόδια του Χριστού με μύρο νάρδου, το οποίο κόστιζε πάνω από τριακόσια ασημένια νομίσματα, πλένει τα πόδια του Χριστού, όπως η φιλοξενία ορίζει, χρησιμοποιώντας αυτό το πανάκριβο μύρο, και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της, δείχνοντας την αγάπη και την ευγνωμοσύνη για την ανάσταση του αδερφού της. Ο Ιούδας αγανακτεί. Όντας ο ταμίας της συντροφιάς του Ιησού και κρατώντας μέρος από τα χρήματα που οι άνθρωποι έδιναν στους μαθητές για να συντηρούνται, θα ήθελε να καταχραστεί και αυτό το ποσό, με την πρόφαση της ελεημοσύνης προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως του απαντά ζητώντας του να αφήσει ήσυχη την Μαρία, διότι ό,τι έπραξε το έπραξε σαν να επρόκειτο ο Κύριος να πεθάνει, εις τύπον του ενταφιασμού Του, διότι, όταν πέθαινε κάποιος, τον άλειφαν με μύρο.

            «Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό». Ο Χριστός ήρθε στη γη, για να πεθάνει. Όποιος Τον αγαπά, το πιστεύει αυτό. Δεν ήρθε για να αναλάβει επίγειες βασιλείες. Δεν ήρθε για να αποκτήσει οπαδούς και δύναμη. Ακόμη και τα θαύματά Του δεν αποσκοπούσαν στο να γίνει δημοφιλής, αλλά να δείξει στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστης. Γι’ αυτό και ό,τι έχει να κάνει με τον θάνατό Του, ο Χριστός το αποδέχεται. Κυρίως, την αγάπη, η οποία θα Τον συνοδεύει στον Άδη, στη συνάντηση με τους απ’ αιώνος νεκρούς. Διότι αυτή είναι που κινεί τον Ίδιο. Διότι αυτή ήρθε ο Ίδιος να διδάξει και επί γης και εν τω Άδη. Γι’ αυτό και δεν μετρά την αγάπη από την υλική πλευρά, αλλά από τη διάθεση της καρδιάς. Δεν συζητά με όρους ορθολογισμού, με όρους συμφέροντος, με όρους κόστους και κέρδους. Δεν συζητά καν με βάση την αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, όπως αυτό της φτώχειας, που υποκριτικά θέτει ο Ιούδας.

            «Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό».  Βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδας.  Βλέπουμε άραγε ότι δίχως θάνατο δεν έχει νόημα η παρουσία του Χριστού στη ζωή μας; Και θάνατος είναι η απόφαση τού να σταυρώσουμε τα πάθη μας, μη επιτρέποντας σ’ αυτά να κυριαρχήσουν εντός μας. Είναι η απόφαση να πονέσουμε κόβοντας το θέλημά μας και εμπιστευόμενοι τον Θεό. Να μη νικηθούμε από τη λύπη για όσα δεν πετυχαίνουμε, αλλά να μείνουμε στη συνάντηση με τον Χριστό, που είναι για μας το παν. Να προσφέρουμε στον Χριστό την καρδιά μας, την ευγνωμοσύνη μας, την προσευχή μας, τη νηστεία μας, την άσκησή μας, την φιλαδελφία μας προς τον συνάνθρωπο. Να νικήσουμε τον φόβο, οιασδήποτε μορφής, διότι δεν είμαστε μόνοι μας. Και να απαγκιάσουμε στην Εκκλησία, ως σταθμό και ρίζα στη ζωή μας, για να λάβουμε και να προσφέρουμε τη συγχώρεση.

            «Εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό».  Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας η Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι μία ρήξη με την ευκολία, με το συμφέρον, με την συνήθεια. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ξεκινά με τον θρίαμβο κατά του θανάτου στην ανάσταση του Λαζάρου και συνεχίζει με την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, για να μας δείξει ότι ο Χριστός έρχεται, αλλά εμείς πρέπει να αποφασίσουμε αν μείνουμε στην αναζήτηση ενός βασιλιά που θορυβεί θριαμβευτικά ή αν αποδεχτούμε Αυτόν που μας αγαπά έως θανάτου, όποιοι κι αν είμαστε. Αν η απόφασή μας γείρει προς την πλευρά του Χριστού της Εκκλησίας, τότε θα παραμείνουμε σταθεροί στους κυκλώνες της ζωής. Αν εξακολουθούμε να προσδοκούμε έναν βασιλιά της άνεσης, του θεαθήναι, της επικράτησης και της εξουσίας, τότε θα αλλάξουμε γνώμη εύκολα για τον Χριστό, όπως έκαναν οι άνθρωποι του καιρού Του, οι οποίοι από το «Ωσαννά» πέρασαν στο «σταύρωσον».

            Καλή Ανάσταση! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Απριλίου 2026

Κυριακή των Βαΐων

            

Ο ΦΙΛΟΣ

         

  Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές στην επίγεια ζωή του Χριστού είναι όταν βλέπει το μνήμα του φίλου του Λαζάρου και μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου και την αποστέρηση του φίλου του δακρύζει. Δεν είναι μόνο η απόδειξη ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος το γεγονός ότι ζει τη φιλία, βασική ανθρώπινη ανάγκη και κατάσταση, αλλά και το ότι δακρύζει όπως κάθε άνθρωπος μπροστά στον θάνατο ενός οικείου προσώπου. Είναι και το ότι ο Χριστός, ενώ θα αναστήσει τον Λάζαρο σχεδόν αμέσως μετά το δάκρυ, εντούτοις δεν παύει να έχει συναισθήματα. Να νιώθει, όπως όλοι μας, ότι η φθαρτότητα είναι κατάστασή μας και ότι ο θάνατος θα αγγίξει και τον Ίδιο. Εμάς μάς αγγίζει ακούσια, Εκείνον εκούσια. Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να αποφύγουμε τον θάνατο, καθώς η φθορά είναι εγγενής, επιτεινόμενη από την αμαρτία. Εκείνος γεννιέται, μεγαλώνει αλλά δεν είναι αναγκασμένος να πεθάνει όχι μόνο διότι η αμαρτία δεν Τον αγγίζει, αλλά και διότι η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένη με την θεϊκή. Θα πεθάνει στον Σταυρό επειδή ο Ίδιος θα αναγκάσει την ανθρώπινη φύση Του να ζήσει τον θάνατο, υπακούοντας στο θέλημα του Πατρός και εκπληρώνοντας το μυστήριο της θείας οικονομίας. Όμως η ανθρώπινή Του φύση επαναστατεί ενώπιον του θανάτου. Της είναι ξένος και αυτό το βλέπουμε και στην αγωνία Του στη Γεθσημανή.

                Ας σταθούμε όμως στο γεγονός ότι ο Χριστός αισθάνεται τον Λάζαρο φίλο. Είναι η εμπιστοσύνη που ο Λάζαρος δείχνει στο πρόσωπο του Χριστού; Είναι η αγάπη και η φιλοξενία; Είναι το ότι ο Λάζαρος έχει το σπίτι και την καρδιά του ανοιχτή στον Ιησού και στους μαθητές Του; Είναι εκείνο το παράξενο συναίσθημα που νιώθουμε όταν συναντούμε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα γίνουμε οικείοι, ότι ταιριάζουμε, ότι θα είναι δίπλα μας, ότι είναι έτοιμος να βγει από τον εαυτό του και το εγώ του για χάρη μας, ότι μας δίνει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, ότι μας ενώνει ένας σκοπός ανώτερος από την επιβίωση, ο οποίος, στην περίπτωση του Χριστού και του Λαζάρου είναι η βασιλεία των ουρανών;

Κι αν από την πλευρά του Λαζάρου ισχύουν αυτά, από την πλευρά του Ιησού άραγε τι ισχύει;  Είχε ανάγκη ο Χριστός από φίλους;  Ο Ίδιος θα αποκαλέσει τους μαθητές Του φίλους στην τελευταία διδασκαλία Του πριν εξέλθει στον κήπο της Γεσθημανή, διότι ο φίλος νιώθει την αγάπη, ακόμη κι αν είναι ατελής. Έτσι και ο Χριστός νιώθει την αγάπη τόσο του Λαζάρου όσο και των μαθητών Του, ακόμη κι αν αυτή δεν ήταν ακόμη ώριμη και τέλεια, και ανταποκρίνεται. Δεν είναι  η ανάγκη του Χριστού να έχει φίλους το κίνητρο, δεν είναι υποχρεωμένος να έχει παρέα. Είναι η οικειότητα και η ευγνωμοσύνη προς εκείνους που τους καλεί να Τον ακολουθήσουν και αυτοί αφήνουν με τη σειρά τους τα πάντα, ακόμη και τη ζωή τους, για χάρη Του. Και ο Χριστός χαίρεται και τους τιμά με τη φιλία Του.

Στους καιρούς μας έχουμε σχηματίσει μέσα μας την εικόνα ενός Θεού ισχυρού, παντοδύναμου, έτοιμου να μας δώσει ό,τι χρειαζόμαστε. Είμαστε κοντά Του συχνά με γνώμονα το συμφέρον ή τον φόβο. Καλούμαστε όμως να δούμε τον Χριστό ως τον Φίλο  μας. Αυτόν που μας τιμά με τη φιλία Του, αρκεί να το νιώθουμε. Να είμαστε ευγνώμονες που μας αγαπά και μας στηρίζει, κι εκεί που φαίνεται μακριά μας, ότι καθυστερεί, όπως τις τέσσερις ημέρες που έκανε να φθάσει στη Βηθανία. Κι επειδή είναι Ένας από εμάς, μάς δίνει τη χαρά της κατά χάριν θέωσης. Το μεγαλύτερο δώρο που Φίλος θα μπορούσε να μας κάνει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 1ης Απριλίου 2026

3/30/26

MASSIMO RECALCATI, “Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΚΑΪΝ”- ή περί ΒΙΑΣ


 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 177- MASSIMO RECALCATI, “Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΚΑΪΝ”, μτφρ. Άννα Πλεύρη- Γιοβάνα Βεσσαλά, εκδόσεις ΚΕΛΕΥΘΟΣ

Η αγάπη για τον πλησίον είναι ο κύριος λόγος του μηνύματος της Βίβλου, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Στο σπουδαίο βιβλίδιο με τίτλο “Η πράξη του Κάιν” ο εξαιρετικός Ιταλός ψυχαναλυτής Μάσιμο Ρεκαλκάτι επισημαίνει μία μεγάλη αλήθεια: ότι δεν μπορούμε να απομονώσουμε την αγάπη για τον πλησίον από την πράξη του Κάιν, του πρώτου δολοφόνου στην ιστορία της βιβλικής ανθρωπότητας, ο οποίος σκότωσε τον αδελφό του τον Άβελ. “Η βιβλική αφήγηση μοιάζει αμείλικτη και αποκαρδιωτική: η βία του εγκλήματος έρχεται στον κόσμο μόνο μέσα από τον άνθρωπο και σημαδεύει ανεξίτηλα τη σχέση με τον αδελφό…το βιβλικό κείμενο δείχνει ότι στη βία εκδηλώνεται ο διαστροφικός και ναρκισσιστικός χαρακτήρας της ανθρώπινης επιθυμίας. Η ώση του ανθρώπου να καταστρέψει την ετερότητα, η κλίση προς τη θεοποίησή του, η επιθυμία του να ειναι Θεός. Σ’ αυτή την ώση ελλοχεύει η πραγματική ανθρώπινη επιθυμία και η έσχατη μήτρα του πειρασμού της βίας. Αυτό είναι ένα θέμα που διατρέχει ως μία σταθερά ολόκληρη τη βιβλική αφήγηση. Η πραγματική αμαρτία δεν είναι αυτή που θέτει το δημιούργημα υπεράνω του Δημιουργού αντιστρέφοντας την οντολογική τους σειρά- όπως κλασικά υποστήριζε ο Αυγουστίνος-, αλλά εκείνη που οδηγεί το δημιούργημα σε μία προσομοίωση του Δημιουργού, που ωθεί τον άνθρωπο να θέλει να είναι όπως ο Θεός” (σσ. 12-14).
    Ο Ρεκαλκάτι επισημαίνει τη γενεσιουργό αιτία του μίσους: είναι η επιθυμία του ανθρώπου να παρακάμψει την “έλλειψη”, τη συναίσθηση δηλαδή ότι δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τον Άλλο και ότι η ύπαρξή μας δεν “είναι αρκετή για τον εαυτό μας, ως ens causa sui”, μία ύπαρξη που εξουσιάζει τη θεμελίωσή της” (σ. 15). Ο Άλλος είναι η έδρα της αλλοτρίωσής μας, διότι θέλουμε να ζούμε “ένα απόλυτο ιδεώδες αυτονομίας και ανεξαρτησίας, στο όνομα μίας ύπαρξης χωρίς έλλειψη” (σσ.15-16). Ο Ρεκαλκάτι, με μια εξαιρετική ψυχαναλυτική θεώρηση, βλέπει το τραύμα του Κάιν από τον ερχομό του Άβελ  στη ζωή, ότι πλέον έχει πάψει να είναι το αποκλειστική σχέση του με την μητέρα, αλλά και την επιθυμία του Κάιν να αναγνωριστεί από τον Θεό. Η διαρραγή αυτή οδηγεί στο μίσος εναντίον του Άβελ. Η παρέμβαση του Θεού, κατόπιν του φόνου, διά της οποίας ο Θεός προστατεύει τον Κάιν βάζοντάς του ένα σημάδι στο πρόσωπο, ώστε κανείς να μην επιτρέπεται να τον σκοτώσει, θα αφυπνίσει τον Κάιν ο οποίος θα ζήσει κάνοντας δύο ειδών σχέσεις: η πρώτη είναι η οικογενειακή και η δεύτερη είναι με το να χτίσει μια πόλη. Ο Κάιν ζει την μετάνοια με τον τρόπο του αληθινού προορισμού του ανθρώπου, την υπέρβαση δηλαδή του ναρκισσισμού και την βίωση της ζωής ως σχέσης. 
    Η ανάλυση του Ρεκαλκάτι, βαθύ γνώστη και μελετητή του βιβλικού κειμένου, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα, σε μία εποχή αλόγιστης και άκρατης βίας.Οι οικογένειες ανατρέφουν παιδιά που θεοποιούν τον ναρκισσισμό τους, με αποτέλεσμα, έχοντάς τα όλα, να μην μπορούν να συνειδητοποιήσουν την έλλειψη που περνά μέσα από την ανάγκη να σχετιστούν για να έχει η ζωή τους νόημα ευτυχίας. Κάθε άλλος, όταν δεν υποτάσσεται, αλλά και όταν δείχνει να έχει περισσότερα αντιμετωπίζεται ως εχθρός. Επίσης, υπάρχει και η θέαση ο Άλλος να γίνεται αντικείμενο επίδειξης της δύναμης του ναρκισσιστή, κάτι που οδηγεί στο bullying. Αν αλλάξει το πλαίσιο ανατροφής και αντί η ζηλοφθονία, που είναι ανθρώπινο συναίσθημα, να μετατραπεί σε πάθος εις βάρος του άλλου, δηλαδή φανερό ή κρυφό μίσος, να λειτουργήσει ως δημιουργικότητα, ως σχέση, ως αγάπη δηλαδή, με την συνειδητοποίηση ότι ο Άλλος υπάρχει όχι για να επιδειχθούμε ή για να επιβληθούμε, αλλά για να μοιραστούμε μαζί του και να πάρουμε αυτό που μας λείπει αγαπητικά, δίδοντας αυτό που έχουμε εμείς και λείπει σε εκείνον, τότε θα έχουμε κάνει ένα σοβαρό βήμα η βία να μην είναι ο δρόμος.
    Χρειαζόμαστε οικογένειες με επίγνωση, χρειαζόμαστε σχολεία που να καλλιεργούν τη δημιουργικότητα και να παρεμβαίνουν στην εγωπάθεια, Εκκλησία που να παλεύει όχι μόνο για την άλλη ζωή αλλά και γι’ αυτήν εδώ και κοινωνία που δεν θα λειτουργεί σωφρονιστικά μόνο, αλλά και προληπτικά. Αυτό μοιάζει δύσκολο σε έναν κόσμο αυτοθέωσης ή θέασης του Θεού ως δύναμης και εξουσίας. Η απάντηση βρίσκεται σε όποιον επιθυμεί και μπορεί να προχωρήσει με επίγνωση. 
    Ο Ρεκαλκάτι ακολουθεί τη δυτική θεολογική παράδοση ότι ο άνθρωπος έχει ροπή προς το κακό, μολονότι αναλύει εξαιρετικά το προπατορικό αμάρτημα. Αν όμως ο άνθρωπος είναι από το φύση του κακός, τότε ακόμη και η συνάντηση με τον Χριστό έχει ελάχιστες πιθανότητες να τον συγκινήσει. Αν ο άνθρωπος όμως πλάστηκε αγαθός και καλείται να επιλέξει να διατηρήσει την αγαθότητά του προσπαθώντας να μην υποταγεί στο κακό, που είναι η έλλειψη του αγαθού, τότε η σχέση με τον Χριστό είναι ενίσχυση της επιθυμίας για αγάπη, σχέση και δημιουργία. 
    Όπως και να έχει, το βιβλίο του Ρεκαλκάτι, που μεταφράστηκε εξαιρετικά στα ελληνικά από την Άννα Πλεύρη και τη Γοβάνα Βεσσαλά και κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΚΕΛΕΥΘΟΣ, είναι μία σύντομη, μα σπουδαία μελέτη για όποιον θέλει να δει τη βία όχι σε επιφανειακές αναλύσεις, ότι δηλαδή φταίει η κοινωνία, η ταξική ανισότητα, οι ισχυροί, η αμαρτία γενικώς, αλλά ως επιλογή του ανθρώπου που μπορεί να προληφθεί καλλιεργώντας την προσωπική ευθύνη για τη ζωή και το καλό και την επίγνωση ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Μπορούμε έτσι να αλλάξουμε κατεύθυνση, πορευόμενοι προς την αγάπη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
30 Μαρτίου 2026 

3/28/26

ΔΥΝΑΜΕΘΑ


“Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα”  (Μάρκ. 10, 38-39) 
Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ πάθους ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ ἢ νὰ βαφτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαφτιστῶ ἐγώ;» «Μποροῦμε», τοῦ λένε. 

          Καθώς πλησιάζουμε προς την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα η Εκκλησία ορίζει την τελευταία Κυριακή των Νηστειών να διαβάζεται ένα απόσπασμα από το ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο αναφέρεται σε ένα παράξενο αίτημα δύο από των πρώτων μαθητών του Κυρίου, του Ιακώβου και του Ιωάννη του ευαγγελιστή. Έρχονται, όταν ο Ιησούς τους ενημερώνει για το τι πρόκειται να Του συμβεί, δηλαδή για τον Σταυρό, την ταφή και την Ανάσταση, το μαρτύριο το οποίο επέρχεται, να Του ζητήσουν στη δόξα Του να τους βάλει ως κριτές του νέου κόσμου, της βασιλείας του Θεού. Μάλιστα, όταν ο Ιησούς τους ρωτά αν μπορούν να πιουν το ποτήρι του πάθους Του και να βαπτιστούν στο βάπτισμα του αίματος, και εκείνοι απαντούν με έναν λόγο κοφτό, σαφή και, ταυτόχρονα, απαιτητικά υπερήφανο: “δυνάμεθα”. 
            Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν σε όλη του τη διάσταση το πάθος του Κυρίου. Είναι ο ενθουσιασμός να μείνουν μαζί Του μέχρι το τέλος; Είναι η αγάπη τους προς τον Διδάσκαλό τους; Είναι εκείνη η άγνοια κινδύνου που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να αναλάβουν έργο ανώτερο από τις δυνάμεις τους; Είναι η δίψα για ανταμοιβή, το κίνητρο αυτό το οποίο πολλές φορές μας κάνει να διεκδικούμε χωρίς να κατανοούμε; Πάντως, ο λόγος “δυνάμεθα” κάνει εντύπωση. Θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε και ως ένδειξη θράσους, ψηλώματος του νου, ο οποίος δεν κάνει τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του, αλλά να τον θεώσει, οδηγώντας τον σε μια αυταπάτη.
               Οι δύο αυτοί μαθητές, όπως και ο απόστολος Πέτρος, αντιλαμβάνονται καλύτερα από τους άλλους ποιος είναι ο Ιησούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους παίρνει μαζί Του σε θαύματα, όπως η Μεταμόρφωση και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, αλλά και θα τους έχει μαζί Του και τους τρεις στην αγωνία Του στον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου η ανθρώπινη φύση του Χριστού θα επαναστατήσει μπροστά στο ξένο του θανάτου. Στο αίτημα των δύο ο Κύριος θα τους πει ότι όντως θα πιούνε το ποτήρι του Πάθους, διότι ο μεν ένας θα Τον εγκαταλείψει και θα συνειδητοποιήσει τι σημαίνει φόβος, τι υπερτίμηση των δυνατοτήτων του, τι ματαίωση, ο δε άλλος, ο Ιωάννης, θα Τον ακολουθήσει μέχρι τον Σταυρό και την ταφή, βιώνοντας ως αληθινός μαθητής και φίλος το μέγεθος του πόνου του Χριστού και διαπιστώνοντας ότι όσα ο Διδάσκαλός τους τούς είχε πει, βγήκαν αληθινά. Και οι δύο θα βαπτιστούν στο μαρτύριο του αίματος, ο μεν Ιάκωβος καθώς θα είναι ο πρώτος από τον κύκλο των μαθητών που θα μαρτυρήσει, ο δε Ιωάννης διότι θα ζήσει τη δοκιμασία της εξορίας, της απόρριψης, των γηρατειών, της αίσθησης ότι ο Θεός του έχει αναθέσει ένα καθήκον που, εκτός από τη χαρά, περιλαμβάνει την προφητεία, δηλαδή την πρόγευση του μαρτυρίου της ανθρωπότητας μέχρις ότου ο Χριστός ξαναέρθει.
               Ο Χριστός όμως θα τους επισημάνει ότι η αποστολή τους, όπως και των υπολοίπων μαθητών, αλλά και του κάθε χριστιανού, δεν έχει να κάνει με τη δόξα ή την κρίση των ανθρώπων, αλλά με την αγάπη και τη διακονία. Ο Χριστός δεν ήρθε για να εξουσιάσει, ούτε για να Τον υπηρετήσουμε οι άνθρωποι, αλλά για να μας δώσει την αγάπη που φτάνει μέχρι τον θάνατο και να μας οδηγήσει στην οδό της βασιλείας Του, που είναι η αγάπη. Δεν είναι εύκολο να πούμε το “δυνάμεθα” σε μια τέτοια προοπτική. Γι’ αυτό και περισσότερο έχουμε στον νου την δικαίωσή μας, όταν σκεφτόμαστε την πίστη. Την ανταμοιβή. Ένα μέλλον στο οποίο ο Θεός θα μας δοξάσει. Γι’ αυτό και πολλοί εξ ημών υπομένουμε τα βάσανα αυτής της ζωής, μη κατανοώντας ότι τελικά η αγάπη θέλει κόπο. 
        Ζούμε σε έναν κόσμο που μας υπόσχεται άνεση. Που μας θέλει να έχουμε ισχύ, για να μας υπηρετούν οι άλλοι. Η ισχύς δεν είναι απαραίτητα των όπλων. Είναι και του χρήματος, με το οποίο εξαγοράζουμε πολλά, ίσως και τα πάντα που μας χρειάζονται. Ας μην έχουμε όμως την αυταπάτη του “δυνάμεθα”. Με ταπείνωση ας μάθουμε να αγαπάμε και να προσφέρουμε, ώστε το Μεγαλοβδόμαδο να είναι συντονισμένο με τον τρόπο της Εκκλησίας: την αγάπη που γίνεται, ακόμη και χωρίς ανταμοιβή, ζωή. Με τον Χριστό.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
29 Μαρτίου 2026
Κυριακή Ε’ Νηστειών

3/27/26

ΝΗΔΥΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΥΠΕΔΕΞΩ

 

«Νηδύϊ τὸν Λόγον ὑπεδέξω, τὸν πάντα βαστάζοντα ἐβάστασας, γάλακτι ἐξέθρεψας νεύματι τὸν τρέφοντα τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, Ἁγνή, ᾧ ψάλλομεν, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, Ή Ὠδή)

«Ἐδέχθης εἰς τὴν κοιλίαν σου, ὦ ἁγνή Παρθένε, τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἐβάστασες εἰς τάς ἀγκάλας σου Ἐκεῖνον ποὺ βαστάζει ὅλην τὴν δημιουργίαν. Ἔθρεψες μὲ τὸ γάλα σου Ἐκεῖνον πού μὲ ἕνα νεῦμα του τρέφει ὅλη την οἰκουμένη. Εἰς Αὐτόν ψάλλομεν: ὅλα τὰ δημιουργήματα, δοξολογεῖτε τὸν Κύριον καὶ διά τῶν ὕμνων σας ὑψώνετε Αὐτόν ὑπεράνω παντός ὕψους καὶ ἀνθρωπίνου μεγαλείου εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (Μετάφραση-Ἑρμηνεία Ἀρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου) 

            1400 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη φορά που ο Ακάθιστος Ύμνος ακούστηκε στην Βασιλίδα των Πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, μετά την μεγάλη νίκη επί των Αβάρων. Ο λαός ευχαρίστησε την Υπέρμαχο Στρατηγό, διότι γνώριζε καλώς ότι δι’ αυτής νίκησε έναν σε έναν άπελπι αγώνα. Και η Εκκλησία συνέθεσε διά χαρισματικών προσώπων και αγίων, όπως ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ολόκληρη την ακολουθία, όχι μόνο τους Οίκους, τα «Χαίρε» και τα «Αλληλούια», ώστε κι εμείς να συνεχίζουμε να αναπέμπουμε αυτό το μεγαλείο της ποίησης και του ξεχυλίσματος της ευγνωμοσύνης προς την Παναγία μας, για να νικούμε κάθε πειρασμό και κάθε κακό που μας περιτριγυρίζει, είτε εξαιτίας των παθών και των λαθών μας είτε εξαιτίας του διαβόλου, ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, είτε εξαιτίας του κόσμου μας, ο οποίος τείνει να διαγράψει αυτήν την αγάπη, κάνοντάς να στρεφόμαστε προς άλλες, εφήμερες αγάπες, οι οποίες όμως δεν σώζουν, αλλά παραπλανούν. Διότι ό,τι είναι πρόσκαιρο, ιδίως αν μένει στο «έχειν» και στο «φαίνεσθαι», συμπαρασύρει στη φθορά και τελειώνει η όποια αξία του με τον θάνατο.

            Τον πάντα βαστάζοντα εβάστασας, ψάλλει ο ιερός υμνογράφος. Αδιανόητο ο νους μας να σκεφθεί και να συλλάβει το μυστήριο. «Βάσταξες, Υπεραγία Θεοτόκε, Αυτόν που βαστάζει τα πάντα», ουρανό, γη, ανθρώπους, ζωή, αιωνιότητα και κρατά σταθερό το σύμπαν, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να πορευόμαστε σ’ αυτό, χωρίς τον φόβο της αστάθειας, χωρίς την αγωνία ότι η γη θα μας καταπιεί, ότι θα μας λείψει η δυνατότητα τού να έχουμε την τροφή μας, η χαρά της ανατολής και της ημέρας και ο σκεπτικισμός της δύσης του ήλιου και της νύχτας. Οι φυσικοί νόμοι που για μας είναι το έργο του Θεού, κρατούν την τάξη και την αρμονία του σύμπαντος, διότι ο Θεός το έφτιαξε και το κρατά. Και μπορούμε μέσα από την τελειότητα, την ποικιλία, την ομορφιά, να γνωρίσουμε μερικώς τον Θεό, διότι τίποτα δεν μπορεί να είναι τυχαίο, ούτε αυθύπαρκτο. Κι Αυτός που είναι Αχώρητος και Άπιαστος χωρείται σε μια γυναίκα και αγκαλιάζεται από μια γυναίκα. Ο άπειρος και απεριόριστος μπαίνει στα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και μετριέται, μεγαλώνει, αυξάνει χάρις στο γάλα της μάνας. Κι όλα αυτά από αγάπη.

            Από αγάπη η δημιουργία. Από αγάπη η ομορφιά. Από αγάπη η πρόσληψης της φύσης μας. Από αγάπη η βίωση του ανθρώπινου τρόπου σώματι και ψυχή, διότι ο Χριστός έχει συναισθήματα, αποκτά φίλους, κουράζεται, λυπάται, χαίρεται, συμμετέχει στη ζωή μας, γίνεται αγαπητός και μισητός, ενοχλεί, αλλά και γιατρεύει και φθάνει μέχρι το τέλος. Ποιος άλλος θα μπορούσε να εκφράσει από τη δική μας πλευρά την αγάπη, παρεκτός η γυναίκα που γεννά και είναι μάνα; Είναι η ιδιότητα της οποίας πολυτιμότερο δεν θα βρεθεί στον κόσμο και στη ζωή. Διότι φέρει μέσα της τη ζωή, δίνει τη ζωή και συντηρεί τη ζωή. Διότι η ζωή χωρίς την αγάπη γίνεται σκοτάδι και θάνατος. Κι αυτό είναι η Παναγία, αυτή που δίνει τη ζωή διά της μητρότητας και της προσφοράς. Και μοιράζεται τη ζωή με όλους μας, διότι δεν μένει στο να της ανήκει ο Χριστός, αλλά χαίρεται να ανήκει σε όλους, όπως φάνηκε στο θαύμα της μετατροπής του νερού σε κρασί στον γάμο της Κανά, που η ίδια Του ζήτησε να κάνει.

       Τον πάντα βαστάζοντα εβάστασας. Αποτίουμε κι εμείς τιμή στην Παναγία παρακαλώντας την να μεσιτεύει, ώστε να βαστάζουμε τον Χριστό στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στον τρόπο της αγάπης, στην ελπίδα της προσευχής, στην χαρά της Εκκλησίας που κάνει τους σταυρούς μας ελαφρύτερους, διότι τους μοιραζόμαστε με Εκείνον και τους συνανθρώπους μας. Και πορευόμενοι προς το Πάσχα, ζητούμε από εκείνη να μας θρέφει με το γάλα της πίστης, να μας παρηγορεί, όπως η μάνα η οποία κάνει το παιδί να νιώθει την ασφάλεια της αγάπης, να μας αγκαλιάζει με το μαφόρι που σκεπάζει τις αμαρτίες μας και μας κάνει να νιώθουμε ότι μπορούμε να μετανοήσουμε, διότι όταν ο Θεός μας αγαπά και μας καλύπτει, αξίζει να Του το ανταποδώσουμε ξεκινώντας από την αρχή την οδό μας προς Εκείνον.    

            Χρόνια Πολλά! Η Παναγία μαζί μας! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

27 Μαρτίου 2026

Ακάθιστος Ύμνος

 

3/24/26

ΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ ΓΕΓΟΝΕΝ ΟΥΡΑΝΟΣ


 «Ἰδού ἡ ἀνάκλησις νῦν ἐπέφανεν ἡμῖν. Ὑπέρ λόγον ὁ Θεός τοῖς ἀνθρώποις ἑνοῦται. Ἀρχαγγέλου τῇ φωνῇ ἡ πλάνη ἐκμειοῦται. Ἡ Παρθένος γάρ δέχεται τὴν χαράν. Τά ἐπίγεια γέγονεν οὐρανός. Ὁ κόσμος λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς. Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις καὶ φωναῖς ἀνυμνείτω, ὁ Ποιητής καὶ Λυτρωτής ἡμῶν, Κύριε, δόξα Σοι» (Στιχηρό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ ἦχο δ’).

«Να πού φάνηκε τώρα το κάλεσμα τοῦ Θεού να επιστρέψουμε σ’ Αυτόν, διότι με τρόπο που ξεπερνά τη λογική μας ο Θεός ενώνεται με τους ανθρώπους. Με τη φωνή του Αρχαγγέλου Γαβριήλ η περιπλάνηση μακριά από τον Θεό στον κόσμο της αμαρτίας μηδενίζεται. Η Παρθένος δέχεται το χαρμόσυνο μήνυμα. Τα επίγεια γίνονται ουρανός. Ο κόσμος λύνεται από τα δεσμά της αρχαίας κατάρας. Ας είναι γεμάτη αγαλλίαση η κτίση και με χαρούμενες φωνές ας ανυμνεί λέγοντας: ο Ποιητής και Λυτρωτής, Κύριε, ας είσαι δοξασμένος». 

            Γιορτή νέου ξεκινήματος της ανθρωπότητας ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μία γλώσσα αλλιώτικη μπορεί να μιλήσει πλέον ο κόσμος, τη γλώσσα της συνάντησης με τον Θεό όχι στο επίπεδο της παροχής, της ευεργεσίας, της εκζήτησης αγαθών, αλλά στον τρόπο της ένωσης του Θεού με τον άνθρωπο, καθώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προσλαμβάνει τη φύση μας, γίνεται ένα μαζί μας, ζει όπως εμείς, χωρίς όμως την αμαρτία, και έρχεται για να μας δώσει την ανάσταση και την αιωνιότητα. Και γεννιέται αυτή η νέα γλώσσα, η οποία, ταυτόχρονα, γίνεται συνέχεια εκείνης της πρώτης, της γλώσσας του Παραδείσου, στον οποίο Θεός και άνθρωπος μοιράζονταν τη χαρά της αγάπης, της κοινωνίας, πάντοτε στο πλαίσιο της ελευθερίας, καθώς ο άνθρωπος είχε και έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τον Θεό και να θεοποιήσει τον εαυτό του.

Στον Ευαγγελισμό ξεκινά η ανακαίνιση των πάντων. Γι ’αυτό και εκμηδενίζεται με τον χαιρετισμό  του αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Θεοτόκο, με το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου», η απόσταση της περιπλάνησης του ανθρώπου σε έναν κόσμο αμαρτίας και φθοράς, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί με τα επιτεύγματά του, τεχνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, να δείξει στον Θεό και στον συνάνθρωπό του ότι αξίζει. Να επιβληθεί και να δηλώσει την αυτονομία του. Και γίνεται η πλάνη κόσμος χωρίς ελπίδα, διότι ο θάνατος ο σωματικός έπεται του πνευματικού. Και ο Θεός, όντας πνεύμα και όχι «σώμα και ψυχή», όντας μυστήριο, που δεν έχει αρχή και τέλος, δεν μπορεί να προσπελαστεί από τον άνθρωπο, διότι δεν είναι ο άνθρωπος έτοιμος να Τον δεχτεί, να παραιτηθεί από την αυτάρκεια τού εγώ του, να αφεθεί με όλη του την ύπαρξη στην αγάπη του Θεού.   Μπορεί να προσπαθεί, όπως έκαναν οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, όπως οι σοφοί που βίωσαν τον σπερματικό λόγο της αναζήτησης του Ενός Θεού, όμως «ό,τι είναι απρόσληπτο, είναι και αθεράπευτο». Γι ‘αυτό έπρεπε να έρθει ο Θεός στον κόσμο λαμβάνοντας την ανθρώπινη μορφή όχι φαντασιακά ή εξωτερικά, αλλά με την ουσία της, τέλειος άνθρωπος, χωρίς να παύει να είναι τέλειος Θεός. Και βρίσκει το ωραιότερο δώρο της ανθρώπινης φύσης, που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος, αυτή που έχει ετοιμάσει την ύπαρξή της με την προσευχή, τη νηστεία, την αγνότητα του λογισμού, την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, που να ελκυσθεί ο Θεός, αλλά και να γίνει ένα δι’ αυτής με μας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα κατά χάριν να γίνουμε θεοί, κατά χάριν να νικήσουμε τον θάνατο, διότι με την ανάσταση του Χριστού θα αναστηθούμε κι εμείς. Μπορούμε πλέον να κοινωνήσουμε ψυχή τε και σώματι Αυτόν που έγινε ένα με μας. Γι ‘αυτό και η Παρθένος Μαρία δέχεται την χαρά, που είναι χάρις και νέο ξεκίνημα, όχι μόνο για εκείνην, αλλά και για όλους μας. Τώρα έχουμε τον τρόπο, που είναι το ευαγγέλιο της κοινωνίας με τον Χριστό στην Εκκλησία. Τώρα είμαστε μαζί και όχι περιπλανώμενοι εμείς στον δικό μας κόσμο, από τον οποίο λείπει η ελπίδα της αιώνιας ζωής.

Γι’ αυτό και τα επίγεια γίνονται ουρανός. Διότι κάθε τι δικό μας ο Χριστός του δίνει την χάρη του ουρανού. Τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας τις περνά από το πεδίο της εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χρήσης, στο πεδίο της αγάπης, της θυσίας, της έγνοιας, του μοιράσματος. Την επιθυμία μας να είναι οι άλλοι όπως εμείς θέλουμε, την κάνει σεβασμό στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια, ακόμη κι αν δεν μας είναι ευχάριστες. Τα επιτεύγματά μας τα καθιστά μέσα για τη ζωή αυτή και την βελτίωση της ζωής των άλλων και όχι όπλα επιβολής, ευκολίας, περηφάνειας, αλαζονείας. Διότι έτσι κι αλλιώς πρέπει να περάσουμε από το καμίνι του θανάτου, για να ζήσουμε τη ζωή. Κι ο θάνατος έχει να κάνει με την απόφαση να σταυρώσουμε τον εαυτό μας και τα πάθη μας, για να γεννηθεί ο άλλος ως αξία, ως μοναδικότητα, ως το πρόσωπο με το οποίο μπορούμε να κοινωνήσουμε, ακόμη και διά της προσευχής, αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Κι έτσι η αρχαία κατάρα λύθηκε, διότι η ζωή θριαμβεύει, το φως κυριαρχεί, η σχέση με τον Χριστό γίνεται χαράς ευαγγέλιο.

Αυτόν τον δρόμο μάς τον ανοίγει η Υπεραγία Θεοτόκος. Η ασήμαντη. Μια κοπέλα μέσα σε όλες τις άλλες, αλλά και τόσο μοναδική και ξεχωριστή, που στο πρόσωπό της «νικάται φύσεως τάξις». Και αυτή γίνεται η πρώτη που μιλά τη νέα γλώσσα: «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Είναι η γλώσσα της υπακοής. Της εμπιστοσύνης. Της ταπεινότητας, ότι αυτό που είμαι και αυτό που κάνω δεν είναι για να δοξασθώ ή για να τα έχω καλά με τον Θεό, αλλά μόνο έκφραση αγάπης. Της μίας και μοναδικής. Αυτής που ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού και καταφάσκει εν ελευθερία την μεγάλη αλήθεια: ότι Αυτός που μας εποίησε, Αυτός και μας λυτρώνει, αρκεί εμείς να δώσουμε την καρδιά μας, όσο μπορούμε. Να Τον ζούμε στην Εκκλησία, ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου. Κι αυτή τη γλώσσα, όσο κι αν φαίνεται αδιανόητο, να την μιλήσουμε και να την μοιραστούμε εν αγάπη και εν ελευθερία με όλους τους άλλους. Αυτούς που μας αγαπούν κι αυτούς που μας πολεμούν. Αυτούς που ελπίζουν κι αυτούς που είναι απογοητευμένοι. Διότι όταν βλέπεις τη ζωή μόνο μέσα από τα μάτια του εγώ σου, όσο δίκιο κι αν έχεις, χάνεις την πληρότητα της εμπιστοσύνης, της ευγνωμοσύνης, αλλά και της αγάπης του Θεού, που δεν μας λησμονά.  

Ας παρακαλούμε την Παναγία να μας κάνει ομιλητές της δικής της γλώσσας και μετόχους της χαράς της!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός         

25 Μαρτίου 2026

Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου