12/15/18

ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ


«Λέγω γαρ υμίν ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου» (Λουκ. 14, 24)

«Γιατί σας βεβαιώνω πως κανένας από κείνους που κάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου».

                Η αναβλητικότητα και η μετάθεση  για το μέλλον αποφάσεων ή εκπλήρωσης ευκαιριών που μπορούν να αλλάξουν την ζωή μας είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ζωής μας. Άλλοι από οκνηρία, γιατί η κάθε απόφαση θέλει κόπο για να εκπληρωθεί, άλλοι από δειλία, μην τυχόν και το αποτέλεσμα δεν είναι το αναμενόμενο και δεν θέλουν είτε να ηττηθούν είτε να πληγωθούν, άλλοι από αδιαφορία, γιατί είναι βέβαιοι ότι στο μέλλον θα έρθουν κι άλλες ευκαιρίες, οπότε γιατί να βιαστούν, στηρίζουν την ζωή τους στην άρνηση των προσκλήσεων και των προκλήσεων. Δεν συνειδητοποιούν ότι κάθε ευκαιρία, κάθε απόφαση, κάθε δρόμος αλλαγής είναι καταστάσεις συνδεδεμένες και με άλλους ανθρώπους, που προσδοκούν ή έχουν επενδύσει σ’ αυτούς που κάλεσαν. Και έτσι η αναβλητικότητα  φέρνει απογοήτευση. Φέρνει στενοχώρια και θυμό. Και επειδή η ζωή απεχθάνεται το κενό, άλλοι αδράχνουν τις ευκαιρίες. Ο έρωτας, η εργασία, οι διάφοροι τομείς της ζωής δείχνουν ακριβώς ότι όποιος αρνείται την κλήση, χάνει τις δωρεές της.
                Ο Χριστός διδάσκει στους Ιουδαίους ότι η βασιλεία του Θεού είναι ένα μεγάλο δείπνο, στο οποίο οι αρχικοί καλεσμένοι αρνούνται να παρακαθίσουν στο τραπέζι, αρνούνται στην πράξη να αποδεχτούν την πρόσκληση, ενώ αρχικά, εν λόγοις, την είχαν δεχτεί. Με προφάσεις οι οποίες δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική, την ώρα του δείπνου απουσιάζουν. Έτσι, ο οικοδεσπότη οργίζεται και τους αντικαθιστά με ανθρώπους που ούτε ο ίδιος αρχικά είχε καλέσει, ούτε οι πρώτοι προσκεκλημένοι θα φαντάζονταν ότι θα έπαιρναν την θέση τους, αλλά και ούτε εκείνοι θα μπορούσαν να υπολογίσουν ότι θα τύχαιναν τέτοιας τιμής. Οι πρώτοι καλεσμένοι δεν είναι βέβαιο ότι κατά βάθος δεν θα ήθελαν να πάρουν μέρος στο τραπέζι. Προτίμησαν όμως την πρόσκαιρη εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων. Έβαλαν προτεραιότητες της στιγμής ή της ζωής τους και αρνήθηκαν να σκεφτούν ότι ο οικοδεσπότης θα προσβαλλόταν. Ίσως τον θεώρησαν υπεράνω της προσβολής. Ίσως θεώρησαν τους εαυτούς τους αναντικατάστατους. Ίσως είχαν τόση εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ότι οι ίδιοι είναι το κέντρο του κόσμου, ότι ο οικοδεσπότης, οι υπόλοιποι μπορούνε να περιμένουν να ευκαιρήσουν. Θα διαπιστώσουν  ότι η ζωή συνεχίζεται και χωρίς αυτούς. Ότι το δείπνο γίνεται. Ότι ο οικοδεσπότης δεν τους έχει τελικά ανάγκη, παρότι πίστεψαν το αντίθετο. Ότι η φιλία και η αγάπη του δόθηκε μέχρι το δείπνο. Μετά επικρατεί η δικαιοσύνη.
                Το δείπνο είναι η Βασιλεία του Θεού. Είναι η θεία λειτουργία στην οποία προγευόμαστε την κοινωνία μας με τον Χριστό και τους Αγίους. Είναι μία συνεχής πρόσκληση να ανταποκριθούμε στην αγάπη του Θεού, ο Οποίος γίνεται η τροφή του δείπνου. Την ίδια στιγμή όμως είναι και μία υπόμνηση ότι η σχέση με τον Θεό χρειάζεται ΝΑΙ, χρειάζεται απόφαση, χρειάζεται απόθεση της αναβλητικότητας! Η προτεραιότητα να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα στο δείπνο, στην καμπάνα της Κυριακής και της γιορτής, είναι μοναδικής σημασίας. Οι προφάσεις μας δεν προσβάλλουν μόνο τον Θεό. Στην ουσία προσβάλλουν και όλους εκείνους που θα πάνε στο δείπνο, αυτούς που έχουν πάρει την απόφαση να πούνε ΝΑΙ, αυτούς που μπορεί να μην τους υπολογίζουμε, αλλά μας εκπλήσσουν, διότι στην ψυχή τους νικά η αγάπη και η διάθεση να συναντήσουν Θεό κι ανθρώπους.
                Υπάρχουν ευκαιρίες και ευκαιρίες στην ζωή μας, αποφάσεις και αποφάσεις. Ας σταθμίσουμε στην καθημερινότητά μας πότε πραγματικά αξίζει να πούμε ΝΑΙ σ’  αυτές, χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς δειλία, χωρίς οκνηρία. Να ανοίξουμε τον εαυτό μας και να παλέψουμε. Δεν έχει σημασία αν το αποτέλεσμα δεν θα είναι όπως ακριβώς το επιθυμούμε ή τα εμπόδια θα είναι πολλά κι ανυπέρβλητα. Αυτός που μένει στάσιμος, αυτός που προτιμά την ζωούλα του και αφήνει πίσω την ευκαιρία να κάνει καινούργιες αρχές, στην ουσία παγιδεύεται σε μία γήρανση ψυχική και πνευματική και απομακρύνεται από την ανακαίνιση και ανανέωση που, αν δεν οδηγήσουν στην ευτυχία, τουλάχιστον διαλύουν τον λογισμό του «και αν;».
Το ίδιο συμβαίνει  και στην πρόσκληση του Χριστού να συμμετέχουμε στο δείπνο της Βασιλείας. Κάθε λειτουργία είναι μία ανακαίνιση της ύπαρξης, γιατί δεν είμαστε εμείς που την αλλάζουμε, αλλά ο Χριστός στον Οποίο πιστεύουμε και κοινωνούμε. Το ΟΧΙ, η μετάθεση της απόφασης για άλλη φορά εμπεριέχει το ρίσκο αυτή η φορά να μην έρθει ποτέ και να μην γευτούμε το δείπνο της αγάπης και της χαράς. Διότι ο οκνηρός, ο δειλός, ο επιπόλαιος, αλλά και εκείνος που βάζει άλλη προτεραιότητα από την αγάπη του Θεού, κινδυνεύει να χάσει για πάντα την ευκαιρία της γιορτής, της χαράς, της ανάστασης. Δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας κυνηγά. Είναι και ότι παγιώνεται εντός μας το αίσθημα ότι μπορούμε και χωρίς τον Θεό. Κι αυτό  παγώνει την καρδιά μας και την κάνει να αναζητά νόημα αλλού. Ο Θεός βέβαια δεν μας ξεχνά. Όμως δεν μπορούμε να αδιαφορούμε για το κάλεσμά Του.

Κέρκυρα, 16 Δεκεμβρίου 2018

Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


                «Μείζων πασών των αρετών η διάκρισις». Το ασκητικό αυτό ρητό έχει μέγιστη αξία για την καθημερινή ζωή της οικογένειας, στη σχέση του ζευγαριού και στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά, ιδίως όταν αυτά πορεύονται την οδό της εφηβείας.
                Η διάκριση είναι πνευματική κατάσταση. Καρπός αγάπης, προσευχής και παρατηρητικότητας, κυρίως όμως αγιοπνευματικής έμπνευσης, κάνει αυτόν που αγωνίζεται να την έχει, να βλέπει τον πλησίον του με προσοχή και υπομονή. Να μην βιάζεται να τον κατακρίνει. Να μην μένει στην εξωτερική πλευρά του χαρακτήρα, των πράξεων, της ζωής. Να προσπαθεί να κατανοήσει τον λογισμό του άλλου. Τι επιδιώκει, γιατί, πότε χρειάζεται συμβουλή, πότε αγκαλιά, πότε φωνή, πότε ακρόαση. Πότε πειράζεται από τον πονηρό. Κυρίως όμως η διάκριση είναι συγκατάβαση, υπομονή, μακροθυμία, δικαιολόγηση του άλλου. Η διάκριση ωστόσο δεν είναι παύση της αλήθειας, από φόβο μήπως ο άλλος παρεξηγηθεί και χάσει την καλή εικόνα για μας. Δεν είναι όμως εμπάθεια και υπερβολική αυστηρότητα, έκφραση της αντίληψης ότι εμείς που είμαστε ανώτεροι, σωστοί, ότι γνωρίζουμε το καλό του άλλου και ότι εκείνος δεν ξέρει. Διότι τον προσβάλλουμε και συχνά πετυχαίνουμε το αντίθετο από αυτό που επιθυμούμε.
                Στις σχέσεις του ζευγαριού η διάκριση συνίσταται στην υπομονή στις αδυναμίες του άλλου, στην υπέρβαση του γογγυσμού και της πικρίας, σε ένα αίσθημα εκ βάθους συγχώρησης για το ότι ο άλλος δεν είναι όπως τον θέλουμε, όπως επίσης και μία συνεχής απόπειρα  να δούμε τι κρύβει η ψυχή του, τι φοβάται, ποιες είναι οι αδυναμίες και τα πάθη του, όχι για να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας ενώπιόν του, αλλά για να τον αγαπήσουμε παρόλα αυτά. Η διάκριση σημαίνει την συναίσθηση ότι ενώπιον του Θεού είμαστε οι πάντες αμαρτωλοί και επομένως, όπως Εκείνος συγχωρεί, μας αντέχει και μας ανέχεται, αλλά και μας δίνεται, έτσι κι εμείς έναντι του άλλου, όσο σταυρικό κι αν είναι, καλούμαστε να ανεχτούμε, να δοθούμε, να συνοδοιπορήσουμε. Την ίδια στιγμή καλούμαστε να δούμε πού φταίμε, ποιες αδυναμίες του χαρακτήρα μας τροφοδοτούν τα πάθη του άλλου, την δική μας μετάνοια. Η διάκριση όμως δεν συνεπάγεται την κάλυψη της αλήθειας, ούτε όμως και την σκληρότητα και την απολυτότητα που οδηγούν στο αίσθημα της απόρριψης.
                Στις σχέσεις γονέων και παιδιών η διάκριση έχει να κάνει με τα όρια τα οποία οι μεγαλύτεροι καλούνται να χρησιμοποιήσουν στους νεώτερους, αλλά και στην έγκαιρη διάγνωση στοιχείων του χαρακτήρα των παιδιών, ώστε να μην χάνεται ο έλεγχος στις όποιες αντιδράσεις. Ο θυμός των παιδιών δεν αντιμετωπίζεται με τον θυμό των γονέων, αλλά με την σιωπή την ώρα της έξαρσης και την συμβουλευτική αγάπη, τα επιχειρήματα, την σαφήνεια την ώρα της αποδοχής. Διάκριση είναι να καταλαβαίνουμε ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν, ότι δεν έχουν ανάγκη ούτε την υπερπροστατευτικότητα ούτε τον παλιμπαιδισμό μας, αλλά να είμαστε γονείς τους. Διάκριση είναι να τους δίνουμε όσα έχουν ανάγκη, χωρίς να χάνουμε το μέτρο. Διάκριση είναι η προσευχή γι’  αυτά και η υπομονή στην παρασπονδία τους.
                Το καλύτερο μάθημα διάκρισης είναι η υπακοή στο θέλημα του Θεού, όπως επίσης και η εκκοπή του θελήματος των γονέων στην σχέση αναμεταξύ τους. Τότε ανοίγει ο δρόμος για να ομορφαίνουν οι σχέσεις στην οικογένεια. Δρόμος αληθινά εκκλησιαστικός!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 12 Δεκεμβρίου 2018

12/11/18

ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΗΓΕΤΗ



Στην εποχή μας γίνεται ολοένα και περισσότερο λόγος για την απουσία ηγετών, προσωπικοτήτων δηλαδή που με σοφία και αυταπάρνηση θα οδηγήσουν τους πολλούς στην αληθινή πρόοδο, αυτήν που θα έχει και μακροπρόθεσμες ωφέλειες τόσο για την κοινωνία όσο και για τα άτομα, αλλά και θα βλέπει τον κόσμο σε μία προοπτική δικαιοσύνης.
                Αυτή η απουσία εν μέρει πηγάζει και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι δεν πιστεύουν σ’  αυτό το ηγετικό πρότυπο. Ηγέτης κατ’  αυτούς είναι εκείνος ο οποίος θα τονώσει την υπερηφάνεια διά των λόγων και δια της μαγκιάς του. Ηγέτης είναι αυτός που θα τον υπολογίζουν διεθνώς, με την έννοια ότι θα απειλεί πως ότι θα προκαλέσει αναστάτωση και θα τον φοβούνται, είναι αυτός που θα δώσει χρήματα, άρτον και θεάματα στους πολλούς, είναι αυτός που θα μας οδηγεί σε ικανοποίηση της φιληδονίας, της φιλαυτίας και της φιλοδοξίας, δηλαδή κάθε επιθυμίας μας. Ηγέτης είναι αυτός που θα είναι μάγκας, που θα παραβιάζει τους κανόνες, τις κοινωνικές συνθήκες, που θα εκφράζει την δίψα μας για ισότητα όχι στο καλό και στην αγάπη, αλλά στην άνεση και την απόλαυση.
                Όμως δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό το ηγετικό πρότυπο που μας λείπει. Είναι ο ηγέτης που έχει συνέπεια λόγων και έργων. Είναι ο ηγέτης παιδαγωγός, αυτός που με το ήθος, τον λόγο, το παράδειγμά του θα δείχνει στους ανθρώπους που τον ακολουθούν και τον εμπιστεύονται ότι υπάρχει η οδός μιας αληθινής προόδου, αυτής της αγάπης που γίνεται προσφορά. Είναι ο ηγέτης που δεν διστάζει να σταθεί απέναντι στην εξουσία της αδικίας. Να μιλήσει όχι με την γλώσσα του πολιτικώς ορθού, αλλά με την γλώσσα της αλήθειας. Να παρακαλέσει Θεό κι ανθρώπους για το δίκιο. Να υπερασπισθεί τον φτωχό, τον κατατρεγμένο, τον ορφανό, τον εμπερίστατο. Να δώσει από τα δικά του ή, καλύτερα, να μην έχει τίποτε δικό του, προκειμένου όσοι τον χρειάζονται να αντέξουν. Και να διδάσκει την ευθύνη για την ζωή που έχουν όλοι όσοι βοηθιούνται. Διότι αυτό είναι το δυσκολότερο. Το να ελεείς κάποιον, όταν αυτό περνά από το χέρι σου, είναι αυτονόητο. Το να του δείξεις τον δρόμο να μάθει να ζει με τις δικές του δυνάμεις, όπου και όσο αυτό είναι εφικτό, είναι το σπουδαιότερο.
                Κι όλα αυτά δοσμένα σε ένα ήθος σεμνότητας και αξιοπρέπειας. Ένα ήθος προσευχητικό, όχι εγωκεντρικό και αλαζονικό. Ένα ήθος που γνωρίζει το μέτρο. Ένα ήθος που με την ταπεινότητα γεννά συγκίνηση κι ελπίδα. Που δεν μετρά προσόντα, πτυχία, γνώσεις, κοινωνική τάξη, χρήματα, αλλά αυθεντικότητα κι αγάπη.
                Υπάρχουν ηγέτες που θορυβούν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που επικαλούνται το έλος του Θεού και δίνονται με αγάπη στον πλησίον. Υπάρχουν εκείνοι που τρέφονται από τους ανθρώπους και εκείνοι που τρέφουν με αγάπη και ζωή. Που ξεχνούν ότι υπάρχει συμφέρον, χρόνος, κόπωση, ο ίδιος τους ο εαυτός και με την βοήθεια της πίστης ρίχνονται στην οδό του αγιάζειν και αγιάζεσθαι.
                Τέτοιος ηγέτης ήταν και είναι ο Άγιος Σπυρίδων. Αν μελετήσουμε με προσοχή την ζωή του, δεν θα μείνουμε στο όφελος του να του ζητάμε να μεταφέρει στον Θεό όποιο αίτημά μας, αλλά θα σπεύσουμε να τον μιμηθούμε σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Θα διαπιστώσουμε ότι τα όσα ειπώθηκαν για τους ηγέτες ο βοσκός της Τριμυθούντος τα έζησε στην ζωή του και μας άφησε, επειδή έτσι θέλησε ο Θεός, και το σκήνωμά του ως υπόμνηση ορατή και διαρκή. Ότι οι άγιοι είναι οι ηγέτες του κόσμου, όχι γιατί άλλαξαν τον κόσμο αλλά γιατί αφέθηκαν ελεύθερα να αλλάξει ο εαυτός τους με την βοήθεια του Θεού. Κι αλλάζοντας οι ίδιοι, αφού φωτίστηκαν, φώτισαν. Και έδωσαν και δίνουν στον καθέναν μας έναυσμα καινούργιας αρχής.
                Ο Άγιος έζησε εν συνεπεία όπως πίστευε. Αγάπησε τον Θεό και τον πλησίον. Τα έβαλε με τους πλούσιους του καιρού του και με την προσευχή του γκρέμισε τις σιταποθήκες τους για να μοιραστεί το σιτάρι στον πεινασμένο λαό. Μίλησε την γλώσσα της αλήθειας στον ερωτοτροπούντα με τους αιρετικούς αυτοκράτορα, αλλά  δεν δίστασε να προσευχηθεί και να τον γιατρέψει. Πάλεψε με το θάνατο από αγάπη, μιλώντας στην νεκρή του κόρη για τον θησαυρό της φτωχής γυναίκας που η κόρη του είχε κρύψει, όπως επίσης ανέστησε το μωρό της βάρβαρης γυναίκας όπως και την ίδια. Προσευχόταν μέρα-νύχτα μαζί με τους αγγέλους για τον έσχατο του ποιμνίου του. Υπερασπίστηκε την αλήθεια στην πρώτη οικουμενική σύνοδο. Έκανε το φίδι χρυσάφι, αλλά δεν άφησε τον φτωχό να το κρατήσει, για να ζει ανεύθυνα. Ανέστειλε την δύναμη της φύσης, σταματώντας το ποτάμι, για να σώσει από αγάπη αυτόν που είχε άδικα καταδικαστεί σε θάνατο. Υπήρξε λαοπρόβλητος και εξελέγη επίσκοπος όχι από την σύνοδο των προσοντούχων, αλλά από τους ανθρώπους που ομόφωνα τον προέκριναν για την αρετή του. Και παρέμεινε μέχρι τέλους ταπεινός και ανάργυρος!
                Τέτοιους ηγέτες έχουμε ανάγκη. Τέτοιοι ηγέτες μπορούμε να γίνουμε όλοι μας όπου ο Θεός μας καλεί να παλέψουμε να βγούμε μπροστά. Στο σπίτι, στην κοινωνία, στην εργασία, στην πολιτική, στην Εκκλησία, στις σχέσεις μας με τους άλλους. Με πίστη, Χριστό, αγάπη, αρετή! Και ο Άγιος είναι ο αυθεντικός βοηθός μας, όχι μόνο στις δοκιμασίες μας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να ζούμε! Ας παραδειγματιστούμε!

Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2018

12/8/18

Ο ΑΧΜΑΚΗΣ


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 28 - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΠΑΣ, «Ο ΑΧΜΑΚΗΣ», εκδ. ΕΝ ΠΛΩ


                Το ερώτημα της παράδοσης απασχολεί σήμερα ολοένα και λιγότερους συν-Έλληνες. Έχοντας συμβιβαστεί με την ταύτιση της παράδοσης με το φολκλόρ και τις γιορτές, όταν συζητούμε για την ιδιοπροσωπία μας την περιορίζουμε κυρίως στην εκκλησιαστική μας ταυτότητα. Κι αυτή όμως δεν την βλέπουμε στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινοτικής ενοριακής ζωής, στην οποία τα μέλη της χαίρονται που είναι Ορθόδοξοι και Έλληνες, που δεν μένουν στο θεωρητικώς «παν» της θείας ευχαριστίας (και λέμε θεωρητικώς, διότι η εκκοσμίκευση μας έχει καταβροχθίσει, όσο κι αν «αντιστεκόμαστε», με Ίντερνετ, αυτοκίνητα, κινητά, νηστίσιμα τυριά και γάλα αμυγδάλου), αλλά συνεχίζουν την αναζήτηση και βίωση της αλήθειας στην «λειτουργία μετά την λειτουργία», στην διοργάνωση συζητήσεων, εκδηλώσεων, προβληματισμών, μαθημάτων, φιλανθρωπικών κινήσεων, όπως και ανακούφισης των πληγών της ύπαρξης στην συνάντηση των προσώπων, στον ιερέα-πνευματικό, στην προσμονή της Κυριακής ως αφετηρίας ζωής! Η παράδοση εξαντλείται στο να μάθουμε να τραγουδάμε και να χορεύουμε παραδοσιακά τραγούδια, όχι όμως και το ήθος που τα γέννησε, στο να κρατήσουμε την βυζαντινή μουσική, όπως επίσης και τα παραδοσιακά μουσικά όργανα στην ζωή μας, όχι όμως να τα εγχρονίσουμε στις αναζητήσεις των καιρών και των ανθρώπων.
                Το δυσκολότερο είναι να κατανοήσουμε ότι η παράδοση χρειάζεται αφιέρωση, αφοβία, φωνή καρδιάς. Αυτός που αγαπά την παράδοση δεν υποκύπτει στο δίπολο «προοδευτικός- συντηρητικός», αλλά προτιμά να γίνει «αχμάκης», απορριπτέος από τους πολλούς και «έξυπνους», για να ακούσει την φωνή της καρδιάς του και να δημιουργήσει αυτό που ζει: την Αλήθεια! «Ο αχμάκης» δεν μιμείται την προοδευμένη ανθρωπότητα, όχι γιατί δεν εκτιμά την πρόοδό της ή τα ρεύματά της, αλλά γιατί χαίρεται αυτό που είναι ο ίδιος: ένας αναζητητής της αλήθειας. Αυτός που διαλέγεται με τις μορφές του χτες, όχι για να τις αντιγράψει, αλλά για να σπουδάσει το ήθος τους. Τι είναι αυτό που τους έκανε να σταθούν στα πόδια τους, να τα βάλουν «τρελοί σαν κι ελόγου του με το σουλτανάτο» (σελ. 684) που κυβερνά ιδεολογικά και κάποτε και πολιτικά και κοινωνικά την ζωή, να ζητιανεύουν ένα κομμάτι ψωμί για την επιβίωση, αλλά να μην πουλούν την αλήθεια τους για τον επιούσιο άρτο, όσο κι αν αυτός ο πειρασμός μοιάζει πανίσχυρος.
                «Ο αχμάκης»  είναι λεβέντης και «η λεβεντιά δεν βαστιέται, ελόγου της, από σύνορα!» (σελ. 395). Γι’  αυτό και «ο αχμάκης», ενώ είναι βαθιά ριζωμένος στην παράδοση του τόπου του, είναι την ίδια στιγμή «οικουμενικός άνθρωπος», καθώς η αλήθεια του είναι φως και το φως απευθύνεται σε όλον τον κόσμο, ακόμη  κι αν εκείνος έχει τα μάτια κλειστά. «Δεν γεννηθήκαμε για να λυτρώσουμε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος καμώθηκε για να σωθεί κάποια μέρα από μας» (σελ. 557). Γι’  αυτό και χρειάζονται οι μνήμες. «Αν έστω κι ένας ακόμα κρατεί τις θύμησες, τίποτα δεν αποθαίνει» (σελ. 441).
                «Ο αχμάκης» δεν έχει τον νου του στον Όλυμπο, αλλά στον «Γολγοθά» (σελ. 600). Γι’  αυτό και η αληθινή τέχνη «δεν θαμπώνει, δεν ιστορεί, μονάχ’ αλήθειες λέει» (σελ. 518), ενώ ο ήρωας πασχίζει να νικήσει «τον μεγαλύτερο εχθρό του που είναι τ’  άκρατο, τ’ άσκεφτο εγώ του, το θέλημα» (σελ. 266). Αυτό το θέλημα κρατά τον ήρωα εγκλωβισμένο στο εγώ του, στην δική του δόξα και δε τον αφήνει να ακούσει την καρδιά του. Υποτάσσει τα πάντα στην λογική του, είτε αυτή είναι ορθολογισμός είτε είναι η προσωπική θέα του κόσμου με κέντρο το «εγώ».  Όμως ενώ «τη λογική την κάναμε χρήσιμη για την δύσκαμπτη οδοιπορία της ζωής μας...μες στο χωραφάκι της καρδιάς τα πράματα είναι αλλιώς. Τα όρια τριγύρω σου συνήθως χάνουνται, τα σύνορα αργοσβήνουν απ’ τ’ άκτιστο φως της αλήθειας, τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί ακραίο, τίποτα υπερβολικό. Οτιδήποτε κι αν φωτίζει τούτο το φως, μεταβάλλεται ευτύς σε μαρτυρία της αλήθειας» (σελ. 86). Γι’  αυτό και «ο αχμάκης» τελικά γίνεται ο ίδιος ήρωας. «Πάντοτες ο κόσμος αναζητάει ένα αληθινό παλληκάρι να βάλει πλάτη για να σωθεί η οικουμένη...ήρωα αναζητάει ο κόσμος» (σελ. 62).
                Τότε η παράδοση γίνεται «η ησυχία της καρδιάς, η πύλη της Παράδεισος» (σελ. 150), η φτιαγμένη μόνο για εκείνον που αποφασίζει να πάει σε δρόμους που κανείς άλλος δεν μπορεί να πάει, γιατί η αλήθεια είναι τελικά προσωπική εμπειρία και κατάκτηση. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει για τους πολλούς. Είναι ότι αν δεν την βρεις προσωπικά, δεν έχει καμία σημασία μία γενική γνώση της, αν δεν μιλά στην δική σου καρδιά, αν δεν γίνει η δική σου καρδιά. «Ο αχμάκης δεν είναι τίποτε περισσότερο απ’ την ενσάρκωση της ίδιας του της τέχνης, που δεν είναι για τον ίδιον υπόθεση ματιού, αλλά υπόθεση ψυχής. Δεν υπαινίσσεται με την τέχνη του, αλλά σε μαθαίνει να κοιτάς τον κόσμο απευθείας στον πυρήνα του» (σελ. 593).
                «Ο αχμάκης» δεν είναι άλλος  από τον σπουδαίο λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ, αυτόν που φανέρωσε στον κόσμο της Δύσης ο συντοπίτης του Στρατής Ελευθεριάδης Τεριάντ και στον δικό μας κόσμο ο άλλος συντοπίτης του (αν και γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης) Οδυσσέας Ελύτης. «Ο αχμάκης» είναι ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Παππά, εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα, από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ. Ο συγγραφέας έδωσε ένα καταπληκτικό έργο, κατά τη γνώμη μας. Η γραφή του θυμίζει το κλασικό ελληνικό μυθιστόρημα, με γλώσσα επηρεασμένη από την γραφή του Καζαντζάκη. Όμως τα θέματα που θίγει, η αφηγηματική και μυθοπλαστική του ικανότητα, η προσωπογραφία, η ικανότητα θέασης της ψυχής των ηρώων, η πανέμορφη εισαγωγή με τον δυτικοθρεμμένο θεολόγο, ο οποίος κάνει κήρυγμα το βράδυ της ανάστασης εναντίον της πίστης που την θεωρεί ξεπερασμένη αντίληψη, κι ενώ ακόμη και ο ιερέας κλονίζεται, ο κόσμος ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη» δείχνει ότι δεν ξεριζώνεται η πίστη και η παράδοση από την καρδιά του Έλληνα, κάνουν το μυθιστόρημα μία σπουδή στην παράδοση. Ταυτόχρονα «Ο αχμάκης» είναι μία υπόμνηση ότι μόνο αν διαλεχθούμε με τον κόσμο και τον πολιτισμό όχι ως ζητιάνοι ή ως αντιγραφείς, αλλά ως δυναμικοί αναζητητές της αλήθειας με βάση τα όπλα που μας κληροδοτήθηκαν, την πίστη, την αγάπη, την φρεσκάδα, το ασυμβίβαστο, αλλά και την επιμονή στην προσωπική ευθύνη, καθώς και την αλήθεια η οποία δεν υποκύπτει στον θάνατο και τον συμβιβασμό, ανεξαρτήτως τιμήματος, υπάρχει ελπίδα. Άλλωστε «η καρδιά της Ρωμιοσύνης είναι χιλιάδων ετών, έμπειρη, σοφή, μεγαλόπρεπη, μυριοστολισμένη, αγία. Αλλά σαν κράτος, είναι μικρούλα ακόμα. Τι είν’  άραγε τα εκατό χρονάκια μπροστά στην αιωνιότητα της ελληνικής ψυχής; Οι ξένοι το τακτοποίησαν κι αυτό για μας, κάμνωντάς το να μοιάζει στην δικιά τους ψυχή τούτο το κράτος, παρά στη δική μας. Τούτο το τσαρδί δεν είναι καμωμένο στα μέτρα του Ρωμιού. Ποτές δεν θα γίνει καθάριο ελληνικό!» (σελ. 642).  
                «Αχμάκης» σημαίνει «ο βραδύνους», «ο ανόητος». «Αχμάκης» όμως σημαίνει και ο «σαλός», και μάλιστα ο διά Χριστόν. Αυτός ο οποίος ζει την αλήθεια και την κοινοποιεί με έναν τρόπο μοναδικό: την ίδια του την ζωή!
                Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα!!!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

12/7/18

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΜΑΣ;


«και ιδού γυνή ην πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς είπεν αυτή . γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου» (Λουκ. 13, 11-12)

«Στην συναγωγή βρισκόταν και μία γυναίκα, δεκαοκτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς της είπε: «Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου»


                Οι άνθρωποι στην ζωή μας φορτωνόμαστε βάσανα και δυσκολίες. Αυτά έρχονται ως αποτέλεσμα επιλογών μας, επειδή εξαιτίας τους συναντούμε ή φέρνουμε ανθρώπους στην ζωή μας και η διαφορετικότητά μας, όπως κι αν αυτή εκφράζεται, στον χαρακτήρα, στις προτεραιότητες, στον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε, εργαζόμαστε, αγαπούμε, απορρίπτουμε, γεννά κατ’  ανάγκην κόπο. Αυτός έγκειται στο να πείσουμε, να επιβάλουμε, να εμπνεύσουμε, να εργαστούμε να πετύχουμε. Παράλληλα, υπάρχουν οι κόποι και τα βάσανα από σταυρούς ζωής, τους οποίους δεν έχουμε κατ’  ανάγκην επιλέξει. Μία αρρώστια, ο θάνατος στο οικείο περιβάλλον, η αποτυχία, η αδυναμία συνεννόησης αποτελούν όψεις που μας κάνουν να αισθανόμαστε δεμένοι με τα βάσανα στην ζωή μας. Βεβαίως, στις περισσότερες δυσκολίες δεν καμπτόμαστε, διότι μέσα μας πιστεύουμε ότι οι επιλογές μας θα μας δώσουν χαρά, θα μας κάνουν να εκπληρώσουμε όνειρα ζωής, διότι αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αλλά και στα κατ’  ανάγκην βάσανα δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω, διότι είναι για μας ζήτημα επιβίωσης.
                Η διαφορετικότητα συναντιέται στην ζωή με την προσαρμοστικότητα. Οι άνθρωποι , παρά τα βάσανά μας, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε στις δυσκολίες μας. Προσαρμόζομαι σημαίνει αντέχω. Σημαίνει επιβιώνω. Παραθεωρώ την κριτική των άλλων. Κάποτε και τον οίκτο τους. Θέλω να ζήσω. Μέσα μου υπάρχει η ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Ότι θα απολυθώ εκ των βασάνων. Θα ξεκουραστώ. Ότι κάποιος θα με σώσει, είτε αυτός είναι εκ της πίστεως στον Θεό είτε εκ της επιστήμης, είτε κάποιος πλησίον μου θα μου δώσει συμβουλή που θα με βγάλει από τα αδιέξοδα ή θα σηκώσει τον σταυρό μου. Αλλιώς στα βάσανα μου απομένει η υπομονή. Η υπομονή είναι σημαντική μορφή προσαρμοστικότητας. Ιδίως στους αδύναμους.
                Ο Χριστός, εισερχόμενος σε μία συναγωγή ημέρα Σαββάτου, συναντά μία συγκύπτουσα γυναίκα, κυρτωμένη επί δεκαοκτώ χρόνια. Είναι δεδομένο ότι για τα ιουδαϊκά μέτρα αυτή η γυναίκα ήταν αμαρτωλή. Είχε υποστεί τιμωρία από τον Θεό για κάποια αμαρτία της, την οποία πιθανότατα αυτή ήξερε. Οι άνθρωποι δεν έμπαιναν στον κόπο να συζητήσουν μαζί της. Το ότι την ανέχονταν στην συναγωγή πολύ της έπεφτε. Ένας αμαρτωλός κανονικά θα έπρεπε να μην κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους, για να μην μιάνει η διαφορετικότητα της κακής πνευματικής του κατάσταση τους «υγιείς». Η στάση του αρχισυνάγωγου μετά την θεραπεία της γυναίκας το μαρτυρεί. Ο Χριστός, γιατρεύοντας την γυναίκα το Σάββατο, κάνει όλο το οικοδόμημα της καθαρότητας και της υποκρισίας να καταρρέει. Γι’  αυτό και ο αρχισυνάγωγος σπεύδει να επικρίνει τον Χριστό για την ημέρα που έκανε το θαύμα, θέλοντας ουσιαστικά να Του αποδώσει δυνάμεις δαιμονικές.
                Ο Χριστός όμως τονίζει ξεκάθαρα ότι η γυναίκα ήταν φυλακισμένη στην ασθένειά της. Ότι είχε ένα τέτοιο δέσιμο που δεν ήταν εξ αιτίας της δικής της κακής σχέσης με τον Θεό, της δικής της αμαρτίας, αλλά εξαιτίας της επήρειας του δαιμονικού πνεύματος, για το οποίο μόνο Εκείνος γνώριζε γιατί επί δεκαοκτώ έτη την ταλαιπωρούσε. Ο Χριστός «απολύει» την ασθένεια. Απολύει τον διάβολο, ο οποίος ταλαιπωρεί την γυναίκα. Μαζί του απολύει τις αντιλήψεις των ανθρώπων ότι κάθε αρρώστια είναι αποτέλεσμα θεοεγκατάλειψης για τις αμαρτίες μας. Μας υποδεικνύει ότι δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα, ούτε να τα θεωρούμε όλα αυτονόητα. Ότι υπάρχει ένας παράγοντας ο οποίος ταλαιπωρεί τους ανθρώπους σκοτίζοντας τον νου τους, κάνοντάς τους να λυγίζουν εντός των βασάνων, ταλαιπωρώντας τους σωματικά και ψυχικά. Είναι συνδεδεμένος άμεσα με την φθορά της φύσης μας. Κάποτε και με την φθορά της προαίρεσής μας. Τι προηγείται και τι έπεται, τι έχει βαρύνουσα σημασία και τι όχι τόσο δεν μπορούμε και δεν πρέπει εύκολα να το συμπεραίνουμε.   Οι ετικέτες μαρτυρούν έλλειμμα αγάπης.
                Η γυναίκα επί δεκαοκτώ έτη προσαρμόστηκε στο βάσανο της κυρτώσεως, το οποίο συνοδευόταν από τον οίκτο ή και την υποτίμηση των ανθρώπων. Επέμεινε να εκκλησιάζεται στην συναγωγή, διότι δεν έχασε την πίστη της στον Θεό, ο Οποίος ήταν η ελπίδα της. Δεν γνωρίζουμε αν είχε αποκαρδιωθεί από τα βάσανά της. Γνωρίζουμε όμως ότι στην φυλακή τους δεν λύγισε. Και το πνεύμα της ασθενείας της απολύθηκε από τον Χριστό, όχι όμως και η πίστη της. Κλήθηκε να ξεκινήσει την ζωή της από την αρχή, με την χαρά ότι πλέον ήταν ελεύθερη. Αυτό μας δίνει ο Χριστός. Την νέα ταυτότητα της ελευθερίας, μέσα από την συνάντηση και την σχέση μαζί Του. Κλειδί η πίστη. Και τότε κάθε βάσανο, όσο επώδυνο κι αν είναι,  διά της πίστεως γίνεται ανεκτό. Δεν προϋποθέτει τη φυσική προσαρμοστικότητα της επιβίωσης, αλλά την πνευματική καρποφορία της προσμονής του Χριστού.
                Ας πάρουμε κουράγιο κι ελπίδα από το ότι ο Χριστός βλέπει. Δι’ Αυτού ας προσπαθήσουμε να αποφυλακιστούμε από τις φυλακές των επιλογών μας, όταν αυτές δεν έχουν αγάπη και είναι μόνο εγωκεντρικές. Και ας υπομείνουμε με την καρτερία της πίστης φυλακές που δεν γνωρίζουμε γιατί ο Θεός έχει επιτρέψει να εισέλθουμε σ’  αυτές. Το θέλημα του διαβόλου δεν θα επικρατήσει!

Κέρκυρα, 9 Δεκεμβρίου 2018

12/5/18

ΜΟΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ;

                Συχνά οι γονείς αναρωτιόμαστε κατά πόσον η συμπεριφορά μας απέναντι στα παιδιά μας, οι αντιδράσεις μας, οι επιλογές μας έχουν να κάνουν με την μίμηση των δικών μας γονέων. Είμαστε αντίγραφά τους ή έχουμε την δική μας ταυτότητα; Το ερώτημα απασχολεί όταν διαπιστώνουμε ότι εντός μας υπάρχουν έντονες οι μνήμες των αντιδράσεων των γονέων μας σε ανάλογες περιστάσεις. Έχουμε την αίσθηση ότι αντιγράφουμε τον θυμό, την αυστηρότητα, την επιείκεια των γονέων μας. Αισθανόμαστε, ακόμη κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, ότι στον εσωτερικό μας κόσμο ο τρόπος μας έχει την ρίζα του στον τρόπο των γονέων μας.
       Δεν θέλουμε να θυμόμαστε τις αντιδράσεις μας έναντι των γονέων μας, ιδίως όταν ήμασταν έφηβοι. Το ότι υποσχόμασταν στον εαυτό μας πως εμείς δεν θα αντιγράψουμε την δική τους συμπεριφορά, ότι θα είμαστε διαφορετικοί. Μπορεί να τα καταφέρνουμε στην γενική προοπτική της ανατροφής, όμως όχι σε όλα τα ζητήματα. Γι’  αυτό, όσο κι αν μας θυμώνει, η φράση των γονέων μας: «δεν θα γίνεις πατέρας/ μάνα; θα με θυμηθείς», βρίσκει εφαρμογή στην ζωή μας, ιδίως όταν ήταν εμφανής η προσπάθεια των γονέων μας να μας προστατέψουν από την ταχύτητα και την επιπολαιότητα της ηλικίας που τα ήθελε όλα δικά της.
       Το πρότυπο των γονέων μας κάποτε μας δίνει ασφάλεια και σιγουριά. Καθώς περνούνε τα χρόνια και διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα ανατροφής είναι παρόμοια, παρά τις μεταβολές στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, η ανάγκη μας να έχουμε κάπου να πατήσουμε μας κάνει να στρεφόμαστε στην μνήμη. Επιπλέον, η νεανική ορμή μας, όπως εκφράζεται με το αίσθημα της αλλαγής του κόσμου, με το ότι εμείς είμαστε κάτι άλλο, υποχωρεί, καθώς διαπιστώνουμε ότι και οι δυνάμεις μας δεν είναι ατελεύτητες και οι υποχρεώσεις μας αυξάνουν, ενώ τα παιδιά μας έχουν τα δικά τους «θέλω», παρόμοια με τα δικά μας στην αντίστοιχη ηλικία. Η αυτόματη αντίδραση είναι στηριγμένη σε ό,τι είναι εντυπωμένο μέσα μας. Το δύσκολο είναι να φιλτράρουμε, έστω και εκ των υστέρων, αυτό που έχουμε, να θυμηθούμε τι ζητούσαμε εμείς όταν ήμασταν στην θέση των παιδιών μας, να ξαναδούμε την στάση των γονέων μας, αλλά και να διαμορφώσουμε μία δική μας, η οποία θα λάβει υπόψιν τον χαρακτήρα του παιδιού μας.
     Γιατί όσο και να θέλουμε να βολευτούμε στην αντίληψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αυτό δεν είναι αλήθεια. Η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, πέρα από τις όποιες καταβολές, απαιτεί και μοναδική αντιμετώπιση. Η αντιγραφή της συμπεριφοράς άλλων, ακόμη και αγαπημένων προσώπων, δεν μας επιτρέπει να δούμε τις αυθεντικές ανάγκες της περίστασης και του προσώπου. Καμία στιγμή δεν είναι ίδια με την προηγούμενη και κανένα περιστατικό, καμία συμπεριφορά, όσο κι αν έχει αναλογίες, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ούτε με βάση την στατιστική ούτε με βάση τα πρότυπα. Η αντιγραφή το πιθανότερο είναι ότι θα οδηγήσει σε λάθη. Ο διάλογος με το παιδί, συνέχεια του διαλόγου με τον εαυτό μας, το να λάβουμε υπόψιν τις ιδιαιτερότητές του και να καταλήξουμε σε μία συμπεριφορά που θα βοηθήσει είναι η ενδεδειγμένη πορεία.
   Η Εκκλησία ονομάζει αυτήν την στάση «εξατομίκευση της ποιμαντικής». Ας μην νικηθούμε από την ευκολία της αντιγραφής, αλλά ας προσαρμοστούμε με αγάπη σ’  αυτό που είναι και χρειάζεται το παιδί μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Δεκεμβρίου 2018

12/1/18

ΛΙΓΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΑΓΑΠΗΣ ΣΟΥ ΓΥΡΕΥΩ


«Εγένετο δε εν τω εγγίζειν αυτόν εις Ιεριχώ τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών» (Λουκ. 18, 35)
«Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε»

                Όλοι οι άνθρωποι, άλλοτε λίγο, άλλοτε πολύ, είμαστε ζητιάνοι. Άλλοι ζητιανεύουν για χρήματα, άλλοι για προσοχή, άλλοι για αγάπη, άλλοι για αναγνώριση, άλλοι για δόξα, άλλοι για ηδονή, άλλοι για να τους δοθεί από τον πολιτισμό ό,τι θεωρείται σημαντικό. Υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι θεωρούν ότι με το να παλεύουν να είναι ταπεινοί ή με το να υποδύονται τον ρόλο, ζητιανεύουν την αγάπη του Θεού. Η ζητιανιά δείχνει αδυναμία επίτευξης των στόχων μας είτε διότι δεν εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας είτε διότι δεν εμπιστευόμαστε τους άλλους είτε διότι είμαστε βέβαιοι ότι ο κόσμος μας δεν μπορεί να μας προσφέρει αυτό που ζητούμε. Η ζητιανιά πηγάζει από μία ανασφάλεια καρδιάς. Ό,τι δεν μπορείς να πετύχεις και θεωρείς ότι το δικαιούσαι, αναγκάζεσαι, αν το θέλεις πολύ, να το ζητιανέψεις, να υποδυθείς έναν ρόλο ο οποίος σε ταπεινώνει, αλλά αν το αποτέλεσμα αξίζει, δεν σε πειράζει. Σκοπός η επιτυχία.
                Η ζητιανιά προϋποθέτει σχέσεις εξουσίας. Όχι ισοτιμίας. Όχι αγάπης και προσφοράς. Ο ζητιάνος είναι ο αδύναμος. Αυτός που μπορεί να παρέχει στον ζητιάνο ό,τι επιθυμεί, είναι ο ισχυρός. Γι’  αυτό και η ζητιανιά εμπεριέχει ένα κλίμα ευτελισμού του ανθρώπινου προσώπου. Ο ζητιάνος, είτε ζητά χρήματα, είτε αγάπη, παρακαλεί. Προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία του. Επιλέγει στρατηγικές, συνειδητά ή ασυνείδητα. Άλλοτε φωνάζει, άλλοτε σιωπά, άλλοτε δοκιμάζει τον οίκτο, άλλοτε απαιτεί επικαλούμενος ανώτερες δυνάμεις, όπως ο Θεός και η αρετή των ανθρώπων που είναι ισχυροί. Άλλοτε κολακεύει, άλλοτε διαμαρτύρεται.  Κι αυτοί που είναι σε θέση να παρέχουν ελεημοσύνη, παντός είδους, οι ισχυροί, οι εξουσιαστές, είτε αισθάνονται ότι κάνουν μία καλή πράξη, θεραπεύοντας ενοχές, είτε απολαμβάνουν τα παρακάλια των ζητιάνων, διότι αισθάνονται ισχυροί, είτε, κάποτε, επειδή αγαπούν και νιώθουν τρυφερότητα έναντί τους, αισθάνονται ότι είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν.
Στον έρωτα ο ζητιάνος συνήθως παρακαλεί. Είναι ο αδύναμος, αυτός που έχει να χάσει τα περισσότερα, αυτός που έχει κάνει λάθη ή αυτός που γνωρίζει ή νομίζει πως δεν αξίζει της αγάπης του άλλου κι έτσι προσπαθεί, προκαλώντας την συμπάθεια, να τον προσελκύσει, να αντλήσει και αν μπορέσει, με υπομονή, συγχώρεση και κατανόηση, να κρατήσει την προσοχή και την αγάπη του άλλου, αν είναι αγάπη η εξάρτηση. Γιατί ο ζητιάνος προσφέρει υπηρεσίες. Δίνει όλον του τον εαυτό σε αυτόν στον οποίο προσκολλάται, για να πετύχει την αναγνώριση και την υπέρβαση της μοναξιάς που ο έρωτας, μεταξύ άλλων, δίνει.
Η κοινωνία μας, μέσα από τις ανισότητές της, θεωρεί αναγκαίο κακό την ζητιανιά. Όμως και οι άνθρωποι ζητιανεύουμε από χαρακτήρα κάποτε, από αδυναμία, από συμφέρον, από εκμετάλλευση, από τεμπελιά. Υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι το πράττουν από ανάγκη. Επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Είναι όσοι δεν έχουν άλλον τρόπο επιβίωσης, καθώς είτε απέτυχαν είτε δοκίμασαν την σκληρότητα της εξουσίας.  
Ο Χριστός κάποτε εισήλθε στην πόλη Ιεριχώ. Εκεί συναντά έναν τυφλό που καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε (Λουκ. 18,35). Ο τρόπος του Χριστού είναι δηλωτικός της αρχοντιάς του Θεού. Δεν κάνει ότι δεν τον ακούει που ζητά έλεος. Πηγαίνει κοντά του. Δεν τον ελεεί από θέση ισχύος. Δεν του δίνει χρήματα, αλλά τον γιατρεύει κατά την πίστη του. Διαβλέπει ότι ο τυφλός δεν ζητιανεύει από εξάρτηση, από τεμπελιά, από αδιαφορία για να ζήσει ως υπεύθυνος άνθρωπος, αλλά από ανάγκη. Επειδή εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ευκαιρίες για τους ανθρώπους που δοκιμάζονταν, επειδή οι ασθενούντες θεωρούνταν τιμωρημένοι από τον Θεό, επειδή δεν ήθελε να τρώει το ψωμί του χωρίς να κουραστεί, έστω κι αν αυτή η κόπωση ήταν με ταπείνωση και εξευτελισμό, ο Χριστός τον πλησιάζει και του δίνει μία νέα ευκαιρία ζωής. Και, ταυτόχρονα, μας φανερώνει πώς ο Θεός μάς βλέπει. Όχι ως εξουσιαστής, όχι ως ο ανώτερος που απολαμβάνει την ταλαιπωρία, τον εξευτελισμό, την ζητιανιά μας, αλλά ως άρχοντας. Ως Εκείνος που σαρκώνεται για να μας προσφέρει τον εαυτό Του. Ως ίσος προς ίσους, καθώς θα δοκιμάσει τα πάντα της ανθρώπινης φύσης, πλην της αμαρτίας. Ως Πατέρας που αναζητεί τα παιδιά Του, όχι για να τα ταπεινώσει ή για να κάνει επίδειξη δύναμης έναντί τους ή οίκτου, αλλά για να τα αγκαλιάσει και να τους δείξει ότι η αγάπη δίνει νέα ευκαιρία ευθύνης, ζωής, ελευθερίας!
Την αρχοντιά του Θεού ας την οικειωθούμε. Ας είμαστε γενναιόδωροι στους άλλους, ας διαβλέπουμε την καρδιά και την προαίρεσή τους, ας μην ανεχόμαστε να εξευτελίζονται. Και την ίδια στιγμή, ας προσπαθούμε εκεί που μας παίρνει, να βρούμε τρόπους να τους βοηθήσουμε να εξέλθουν από την τεμπελιά. Κι αυτό γίνεται αυθεντικά μέσω της Εκκλησίας και της ζωής της, κυρίως στο θέμα της φιλανθρωπίας. Αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, ιδίως στον έρωτα και την αγάπη, ας είμαστε είτε γενναιόδωροι είτε ειλικρινείς. Διότι η προσφορά της αλήθειας είναι η μεγαλύτερη γενναιοδωρία!

Κέρκυρα, 2 Δεκεμβρίου 2018