2/24/10

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

Είναι γνωστή η θέση της ορθόδοξης θεολογίας σχετικά με τη νηστεία. Νηστεία δεν είναι μόνο η αλλαγή του τρόπου διατροφής, αλλά και «η των κακών αλλοτρίωσις». Η στροφή δηλαδή του ανθρώπου στον έσω κόσμο του, ο εντοπισμός των παθών που τον κατατρύχουν και η απόφαση για πνευματική προσπάθεια, ώστε αυτά να εκριζωθούν ή να κοπούν όσο περισσότερο γίνεται. Και δεν είναι απαραίτητο να βάλει κανείς τον πήχυ ψηλά. Αρκεί λίγος κόπος να κρατήσουμε τη γλώσσα μας από την κατάκριση και την κακία προς τον άλλο. Να λειτουργήσουμε συγχωρητικά απέναντι σε όλους όσους στην καθημερινότητά μας, μας δυσκολεύουν. Να ελεήσουμε, όχι μόνο με τα χρήματα, αλλά και με την προσευχή. Και τελικά, να δείξουμε ότι υπάρχει εντός μας ένας άλλο ρυθμός. Ότι αναζητούμε θεωρήσεις προς την αιωνιότητα και δεν μένουμε στο μέσο που είναι η σωματική νηστεία.
Οι περισσότεροι χριστιανοί αρχίζουμε από την αλλαγή της διατροφής μας (η οποία, παρεμπιπτόντως, βοηθά στην υγεία του οργανισμού) και σταματούμε εκεί. Δεν κάνουμε το επιπλέον βήμα στην πνευματική προσπάθεια, διότι δεν μπορούμε να έχουμε ησυχία μέσα στους γρήγορους ρυθμούς που βιώνουμε είτε στο σπίτι είτε στην εργασία είτε στον τρόπο με τον οποίο κινείται η ζωή μας, όπως επίσης και διότι δεν είναι εύκολο να γυρίσει κανείς τους προβολείς από την υλική επιτυχία ή τον αγώνα του για να εκπληρώσει τις βιοτικές μέριμνες στο πνευματικό νόημα.
Η αληθινή νηστεία προϋποθέτει τιμιότητα με τον εαυτό μας. Για να παραδεχθούμε ότι έχουμε πάθη χρειάζεται πρώτα να υπερνικήσουμε το κοσμικό πνεύμα, το οποίο θεωρεί φυσικά στοιχεία και δικαιώματα τα πάθη μας, αλλά και την υπακοή που κάνουμε στον πονηρό λογισμό, ο οποίος λειτουργεί αυτόματα εντός μας. Αν δούμε το πόσο γρήγορα θυμώνουμε, μιλούμε άσχημα ή κατακρίνουμε, θα διαπιστώσουμε ότι για να υπερβούμε αυτή την υποταγή, χρειάζεται να κάνουμε στάση ησυχίας, μελέτης, προβληματισμού και, κυρίως, να μάθουμε να ελέγχουμε και να διακρίνουμε τους λογισμούς μας, κάτι που προϋποθέτει συνειδητή επιλογή νέου προσανατολισμού στη ζωή μας.
Το κοσμικό πνεύμα σήμερα μιλά για έναν εαυτό ο οποίος έχει δικαιώματα. Συγκαταβαίνει στις αδυναμίες του και απαιτεί επιλογές πάνω σ’ αυτές. Μάλιστα η ψυχανάλυση και η ψυχολογία μας καλούν να εντοπίσουμε τις όποιες ρίζες του προβλήματος στο χαρακτήρα ή την παιδική μας ηλικία, για να το κατανοήσουμε και να αγωνιστούμε για να το υπερβούμε, με τη λογική εμείς να είμαστε καλύτεροι. Αυτή η νοοτροπία έχει επικρατήσει και στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Αγωνίζομαι εναντίον των παθών μου ή για να τηρήσω τις εντολές του Θεού, όπως η νηστεία, για να αισθανθώ καλύτερα, για να είμαι «εντάξει» απέναντι στο Θεό και την παράδοσή μου, για να έχω τις τυπικές προϋποθέσεις να είμαι καλός χριστιανός ή καλός άνθρωπος.
Το μονοπάτι της πίστης όμως δεν αποσκοπεί στο να είμαστε απλώς καλά ή να αισθανόμαστε καλά. Γιατί αυτή η θεώρηση δεν απέχει πολύ από τη συναλλαγή. Και λειτουργεί και αντίστροφα. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά στη ζωή μας, τότε θεωρούμε πως ο Θεός μας στέλνει μηνύματα-τιμωρίες για το ότι είμαστε σε κακό δρόμο. Υποβιβάζουμε έτσι το Θεό στη λογική του εισαγγελέα που φυλά τους νόμους Του και τιμωρεί τους παραβάτες τους και εντάσσουμε τη σχέση μας μαζί Του στη λογική του δούναι και λαβείν. Και πάλι όμως πολλά παραμένουν δυσεξήγητα.
Για την πίστη κάθε τι το οποίο γίνεται με σκοπό πνευματικό εντάσσεται στην προοπτική της αγάπης. Και η νηστεία, αλλά και η πάλη με τον πονηρό λογισμό και κάθε πάθος δεν κινούνται στη λογική της ανταμοιβής ή της εσωτερικής γαλήνης. Είναι σημεία ευγνωμοσύνης, ευχαριστίας, ανταπόκρισης του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού. Σημεία ύπαρξης η οποία ζητά την κοινωνία και προσφέρει σ’ αυτήν, όχι γιατί ο Θεός το ζητά, αλλά γιατί η ίδια επιθυμεί να μοιραστεί, να μεταμορφωθεί, να δώσει. Και το παράδοξο είναι πως ο Θεός δε ζητά από εμάς τις αρετές ή τα χαρίσματά μας. Ζητά ό,τι ρυπαρότερο υπάρχει μέσα μας, για να το αγιάσει και να μας δώσει τη χαρά της αληθινής αποδοχής από το Αιώνιο.
Ο χριστιανός αγωνίζεται να κατανοήσει τις ρίζες των παθών. Ξέρει πως «εκ νεότητος αυτού πολλά πολεμούσιν αυτόν πάθη». Αγωνίζεται εναντίον τους όχι για να αισθανθεί καλύτερα, αλλά για να βιώσει την ελευθερία της αγάπης. Όχι για να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, αλλά για να συναντήσει εν τη ταπεινώσει του τον Κύριο. Κάθε φορά που νικά τον κακό εαυτό του, νιώθει ακμαία τη βοήθεια της χάριτος του Θεού και συνειδητοποιεί πως ο Θεός τον αγαπά προσωπικά και τον συνδράμει στην αγωνία του. Και όχι μόνο αυτό. Ο χριστιανός τελικά νιώθει καλά γιατί βιώνει την αγάπη του Θεού. Και μέσα από αυτή την αγάπη έρχεται η χαρά. Όχι πρόσκαιρα, αλλά με αιώνιες προοπτικές.
Ο αγώνας τελικά της νηστείας και της πνευματικής προσπάθειας είναι αγώνας προσωπικός και εκκλησιαστικός. Ο χριστιανός δεν μένει στην ψυχαναλυτική υπέρβαση των αδυναμιών του για τον εαυτό του. Αγωνίζεται για να συναντήσει τους άλλους. Και τούτο δεν μπορεί να γίνει εκτός της ζωής της Εκκλησίας. Η αλλοτρίωσις των κακών δεν έχει ως στόχο μόνο τον έσω άνθρωπο. Συμβάλλει και στην μεταμόρφωση της κοινότητας, του σώματος του Χριστού. Και έχει ευθύνη ο χριστιανός έναντι αυτού του σώματος, στο οποίο είναι μέλος. Ευθύνη αγάπης, συνύπαρξης, αλλά και συμπροσπαθείας. Γιατί όλο το σώμα παλεύει τόσο εναντίον του κοσμικού πνεύματος, όσο και εναντίον του πονηρού λογισμού και των παθών. Και η πρόοδος του ενός γίνεται δρόμος προόδου για όλους.
Η νηστεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Είναι η απόδειξη ότι το γένος των δαιμόνων που βασανίζει τον άνθρωπο και τον κόσμο μπορεί να εκδιωχθεί από τη ζωή μας. Και, τελικά, μέσα από την σταυρώσιμη πορεία, γιατί κάθε αγώνας εναντίον της αλλοτρίωσης είναι σταυρός, να έρθει η ανάσταση, τόσο η προσωπική, όσο και η συλλογική. Ο καθένας από εμάς δεν είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους αδελφούς του και για τον κόσμο. Γι’ αυτό και η νηστεία είναι ένα σημείο ότι παλεύουμε για να αγαπήσουμε το Θεό και το συνάνθρωπο. Κι αυτή η πάλη βρίσκει νόημα και γνήσια πορεία στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής συνεχώς η Εκκλησία χτυπά την καμπάνα. Με τις ωραίες και μεγάλες ακολουθίες. Με τις προηγιασμένες θείες λειτουργίες. Με το πανηγύρι της Κυριακής. Με τα « Χαίρε» των Χαιρετισμών. Για να μας δείξει το προσκλητήριο του Θεού να μοιραστούμε την αγάπη. Και να χαρούμε νικώντας τις δυσκολίες, όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους. Αν εμείς είμαστε πιο ισχυροί, θα δώσουμε πιο πολύ και σ’ αυτούς. Αν όχι, τότε θα πάρουμε από εκείνους.
Στην Εκκλησία ο κάθε πιστός καλείται να συναντήσει τον πλησίον του. Να τον βρει στο πρόσωπο του Επισκόπου, προεστώτος της τοπικής Εκκλησίας. Του ιερέα, προεστώτος του σώματος της Ενορίας. Του πνευματικού πατέρα. Του αδελφού, με τον οποίο συγκοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, συμπροσεύχεται και συναγωνίζεται. Και να αναχθεί στο Θεό. Γιατί τελικά ο αγώνας εκεί έχει το τέρμα του. Να αναγνωρίσει το Χριστό ως σωτήρα και λυτρωτή. Τόσο προσωπικό, όσο και πανανθρώπινο. Αν η νηστεία ενταχθεί τελικά σ’ αυτή την προοπτική, τότε δεν θα είναι απλώς μία αλλαγή διατροφής, αλλά αρχή μετανοίας, μεταμόρφωσης, μέσο και φάρμακο αιωνιότητας. « Καιρός του ποιήσαι» .