10/31/08

ΚΥΚΛΟΣ ΦΟΙΤΗΤΩΝ & ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ Ι.Μ.Κ.

ΤΟ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ: ΠΑΠΟΚΑΙΣΑΡΙΣΜΟΣ

1. Οι Λατίνοι προσέλαβαν τον χριστιανισμό από πολιτικό ωφελιμισμό, για να αναθεμελιώσουν το πολιτικό τους σώμα. Προσέθεσαν όμως ένα εντυπωσιακό βάθος στην πραγματιστική αυτή πρόσληψη, καθώς αξιοποίησαν ιδιοφυώς τον Πλάτωνα. Το πρόβλημα που προσπάθησε να λύσει ο Πλάτωνας ήταν το ζήτημα της αυθεντίας. Την πολιτεία διοικεί ο άρχοντας, ο τύραννος, αυτός που ξέρει τι κάνει. Σ’ αυτόν οι πάντες οφείλουν υπακοή στις εντολές του επειδή τον εμπιστεύονται. Η πηγή της αυθεντίας όμως δεν βρίσκεται στη σχέση άρχοντα και αρχόμενου, αλλά έξω και πάνω απ’ αυτήν . Είναι ο μύθος του Σπηλαίου.
Στη Ρώμη κυριαρχούσε η τριάδα Θρησκεία, Παράδοση, Αυθεντία. Φορέας της αυθεντίας στην αρχαία Ρώμη ήταν η Σύγκλητος. Η Σύγκλητος ήταν ο συμβολικός φορέας μιας συνέχειας, μιας αλυσίδας, μέσω της οποίας το παρόν συνδεόταν με την ιερή εκείνη στιγμή του παρελθόντος, κατά την οποία οι προπάτοτρες είχαν επιτελέσει την περιφανή άθλο να θεμελιώσουν. Οι patres κατείχαν την αυθεντία λόγω καταγωγής και παράδοσης. Η αυθεντία διατηρείται όχι λόγω της καθημερινής σχέσης των δομικών στοιχείων του πολιτικού οικοδομήματος (πόλη, πολιτικός, πολίτης), αλλά στη θεμελίωσή του (Η πόλη είναι η Αιώνια πόλη. Δεν με ενδιαφέρει ποιος κυβερνά, αλλά ότι μετέχω στη Ρώμη, στην αυθεντία. Η Ρώμη πάνω απ’ όλα. Γι’αυτό δεν υπάρχει αποικισμός, μετάδοση δηλαδή του πνεύματος της πόλης σε άλλους τόπους, αλλά ανάπτυξη τη ίδιας της πόλης που κυβερνά όλο τον κόσμο).
Ο Αυγουστίνος κάνει την Ρώμη θεολογία. Αναπτύσσει την ιδέα της Ουράνιας Πολιτείας και της Επίγειας Πολιτείας. Η επίγεια πολιτεία βασίζεται στη δύναμη, το χρήμα, και τη δόξα και είναι εύθραστη και ασταθής. Η ουράνια πολιτεία βασίζεται στην ταπεινοφροσύνη και την αγάπη και είναι ακατάλυτη. Το ζήτημα είναι να θεμελιωθεί η επίγεια ασταθής πολιτεία στη σταθερή και ακλόνητη ουράνια πολιτεία. Συνδετικός Κρίκος η Δυτική Εκκλησία και ο Πάπας. Η Εκκλησία φέρνει το ουράνιο πολίτευμα στη γη. Όποιος διοικεί θα πρέπει να ακολουθήσει τις αρχές της Εκκλησίας και η Εκκλησία θα ελέγχει τις πράξεις του. Κέντρο της Εκκλησίας ο Πάπας. Ο Πάπας λοιπόν είναι ο ελεγκτής κάθε ανθρώπινου έργου, κάθε έργου πολιτικού, κάθε προσώπου πολιτικού, ακόμη και του αυτοκράτορα.
Κλειδί ο Πλάτωνας. Ο μύθος του Σπηλαίου είναι για τους λίγους και τους ανώτερους η βάση της αυθεντίας και ο μύθος της Κόλαης για τους πολλούς και κατώτερους. Έτσι, η πίστη στην Ανάσταση παραμερίζεται. Καταδικάζονται οι μεγαλοψθυχίες και η θεωρία της αποκατάστασης των πάντων, δηλαδή της σωτηρίας και τυ διαβόλου ακόμη. Στη θέση της χριστιανικής ψυχής μπαίνει η πλατωνική, ενώ ο πλατωνικός μύθος της δικαιοσύνης με ολόκληρο το μεταθανάτιο οπλοστάσιό του, εγκαθίσταται στο κέντρο του θρησκεύματος. Ο λατινικός χριστιανισμός απέκτησε έτσι την ολοκληρωμένη οικουμενική αντίληψη περί δικαιοσύνης που είχε ανάγκη, για να γίνει ικανός να λειτουργήσει ως θρησκευτικός φορέας του λατινο-ρωμαϊκού πολιτικού πνεύματος. Αρκεί η Εκκλησία να αναλαμβάνει τις πολιτικές ευθύνες της. Η λατινική Εκκλησία τις ανέλαβε στο ακέραιο και ακολουθεί αυτό που ο Πάπας Γελάσιος γράφει: «δύο είναι τα πράγματα από τα οποία κυριαρχείται τούτος ο κόσμος:η ιερή αυθεντία των Παπών και η βασιλική εξουσία».
Η αληθινή νέα Ρώμη είναι εφεξής η Καθολική Εκκλησία. Η θεμελίωσή της πάνω στην πέτρα που είναι ο Απόστολος Πέτρος δεν έχει αντίστοιχο ανθεκτικότητας στην ιστορία. Από την αρχαία Σύγκλητο η αυθεντία μετατοπίστηκε στον Πάπα. Ο Πάπας είναι ο Μέγας Ποντίφηξ. Κατέχει την αυθεντία, γιατί είναι διάδοχος του Πέτρου, που ο Χριστός όρισε αρχηγό των Αποστόλων και θεμέλιο της Εκκλησίας (maiores). Για τις μάζες ισχύει το καρότο και το μαστίγιο , το φυσικό και το μεταφυσικό (Παράδεισος –Κόλαση). Για το ιερατείο ο μύθος του Σπηλαίου (οι φωτισμένοι). Σε θεσμούς όπως η αγαμία του κλήρου, ο αποκλεισμός από την ακεραιότητα της θείας κοινωνίας για το λαό, η τέλεση της λειτουργίας σε ακατάληπτη γλώσσα για το λαό (λατινική) , είναι τρόποι για να διαφυλαχτεί αδιάβροχο το σώμα των φυλάκων (του ιερατείου). Ο λατινικός χριστιανισμός συμμαχεί με τον Πλάτωνα εναντίον του αντιεξουσιαστικού κοινοτικού ελληνικού Χριστιανισμού.
Οι Έλληνες ωστόσο δεν μπορούν να αποκτήσουν αίθηση πολιτικής αυθεντίας. Η πίεση να αποδεχθούν την αυθεντία των Παπών θα τους αναγκάσει να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με τη λατινική Δύση. Η Εκκλησία τους είναι πολύ διαφορετική. Δεν έχει γενικό αρχηγό. Η αυθεντία του Πατριάρχη δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη του τοπικού Επισκόπου. Και των δύο δεν είναι τίποτα μπρος στη χαρισματική αυθεντία ενός ταπεινού ασκητή. Αν υπάρχει αυθεντία, αυτή είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Οι αποφάσεις της όμως τελούν υπό την αίρεση της λαϊκής συναίνεσης, αλλιώς χαρακτηρίζεται ληστρική. Αν ο Αυτοκράτορας είναι χαρισματικός, είναι σεβαστός. Αλλιώς διακωμωδείται στον ιππόδρομο και τα σοκάκια. Το πρωτόκολλο είναι για τους βαρβάρους. Ο κλήρος δεν είναι διαχωρισμένος από το λαό. Είναι έγγαμος και ηα γαμία των επισκόπων καθιερώνεται υποχρεωτικά μετά τον 6ο αιώνα. Η λειτουργία γίνεται στην ελληνιστική κοινή. Ο λαός μετέχει σ’ όλη τη θεία κοινωνία. Η έξοδος από το σπήλαιο και η μετοχή στο Αγαθό κοινή για όλους και όχι προνόμιο των εκλεκτών. Η αξιομισθία υφίσταται, αλλά η καλοσύνη του Θεού πιο πάνω από τα έργα των ανθρώπων. Το κατ’ οικονομίαν δεσπόζει. Γι’ αυτό και σε σχέση με τη Δύση ισχύει η αποφατικότητα και όχι η νομοκανονικότητα, οι διατάξεις. Υπάρχουν, αλλά δεν κυβερνούν την Ορθοδοξία. Σημασία έχει το υποκείμενο και όχι η αυθεντία.
(βλέπε αναλυτικά Θ. Ζιάκα, Αυτοείδωλον εγενόμην, σελ. 242-253)
2. Η παπική επιχειρηματολογία για τον Παποκαισαρισμό στηρίζεται ουσιαστικά στην Ψευδοκωνσταντίνειο δωρεά και τις Ψευδοισιδώρειες διατάξεις.
Ως ψευδο-Κωνσταντίνειος Δωρεά χαρακτηρίστηκε η πλαστή εκείνη «Δωρεά», που έγινε δήθεν από τον Μ. Κωνσταντίνο, όταν αναχώρησε από την Δύση, παραχωρώντας στον τότε πάπα Σίλβεστρο, που θεράπευσε τον αυτοκράτορα από την αρρώστια της λέπρας, «την διοίκηση του δυτικού κράτους, αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκρατορικές τιμές και αυτοκρατορικά διάσημα» (Κ. Μουρατίδη, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ επόψεως ορθοδόξου και των νεοτέρων κατευθύνσεων εν τη εκκλησιολογία και τη πολιτειολογία, Αθήναι 1965, σ. 140).
Σύμφωνα με τα κείμενα των Ψευδο-Ισιδώρειων Διατάξεων, η ιερωσύνη είναι υπεράνω της πολιτικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό ο πάπας, ως κεφαλή δήθεν της ιερωσύνης, είναι η ορατή κεφαλή ολόκληρης της Εκκλησίας, δηλαδή caput totius orbi (κεφαλή ολόκληρης της οικουμένης), έχοντας την απόλυτη κυριαρχία όχι μόνο στα εκκλησιαστικά, αλλά και στα πολιτικά ζητήματα. Κάθε δε επίσκοπος είναι αντιπρόσωπος του Πάπα, από τον οποίο λαμβάνει την εξουσία. Για τον λόγο αυτό από τον κάθε επίσκοπο και από οποιαδήποτε σύνοδο είναι δυνατόν να γίνει έκκληση προς τον πάπα για την λύση του προβλήματός τους, διότι αυτός, ως βικάριος δήθεν του Χριστού επί της γης, έχει το προνόμιο να δικάζει και να επιλύει όλες τις διαφορές. Ουδεμία σύνοδος επίσης είναι δυνατόν να συγκληθεί και να πραγματοποιηθεί, είτε αυτή είναι τοπική είτε οικουμενική, χωρίς την προηγούμενη άδεια του πάπα! Οι αποφάσεις δε όλων των συνόδων δεν έχουν κανένα κύρος, αν δεν εγκριθούν τελικά από τον εν ενεργεία πάπα, που είναι ο ανώτατος δικαστής και διοικητής της Εκκλησίας υπερκείμενος των Συνόδων!
Και τα δύο κείμενα είναι πλαστά. Διακιολογούν όμως τον πολιτικό και εκκλησιαστικό επεκτατισμό της Ρώμης.
3. Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς διαφύλαξε την ταυτότητα του ελληνικού προσώπου και του κοινοτιού πνεύματος, τουλάχιστον στο εκκλησιαστικό επίπεδο. Οι λόγιοι και οι φιλόσοφοι επηρεάστηκαν από τη Δύναμη της Δύσης και τον σχολαστικισμό του Θωμά Ακινάτη, μετέφρασαν την Summa Theologiae, και πρωτίστως έδειξαν το χωρισμό τους από το λαό. Μία μεγάλη πνευματική προσωπικότητα όπως ο Παλαμάς έδωσε το πνευματικό μήνυμα της Εκκλησίας, χωρίς όμως αυτό να μεταποιηθεί σε πολιτικό. Έτσι, η λατινική Δύση που εκμεταλλεύτηκε την πτώση της Αυτοκρατορίας, στην οποία η ίδια είχε συντελέσει με τις Σταυροφορίες, αλλά και τα κοινωνικά προβλήματα μετά τον Βασίλειο τουν Βουλγαροκτόνο (η ισχύς των Δυνατών και η ανικανότητα των Αυτοκρατόρων να εμπνεύσουν τη λαϊκή υποστήριξη, οδήγησαν σε κυριαρχία του εμπορίου και της μισθοφορίας) οδήγησαν την καθ’ ημάς Ανατολή να χωριστεί στο παιχνίδι των Ενωτικών και των Ανθενωτικών.
4. Ο παποκαισαρισμός εξυπηρέτησε το πνεύμα του Φραγκισμού. Στην ουσία όμως αποτέλεσε την βάση για να υπάρχει αυτό που ονομάζουμε κράτος του Βατικανού, την μεγαλύτερη αλλοτρίωση του πνεύματος του Χριστού και του Ευαγγελίου.

Κέρκυρα, 30 Οκτωβρίου 2008