6/13/26

ΤΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΝ

 


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς» (Ματθ. 4, 18-19)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς περπατοῦσε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τὸν Σίμωνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ Πέτρο, καὶ τὸν ἀδελφό του τὸν ᾿Ανδρέα, νὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα στὴ λίμνη, γιατὶ ἦταν ψαράδες». 

            Μία από τις ανθρώπινες συνήθειες είναι το περπάτημα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, στην οποία μόδα έχουν γίνει το γυμναστήριο και η γιόγκα, το περπάτημα αποτελεί όχι απλώς άσκηση, αλλά και επαφή του ανθρώπου με τη φύση, τον κόσμο, την ομορφιά και την ασχήμια της πόλης, αλλά και ανθρώπους που συναντά. Το περπάτημα είναι έξοδος του ανθρώπου από την ένταση της καθημερινότητας, ευκαιρία προσευχής, χαλάρωσης, γαλήνης της ψυχής και του πνεύματος. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι το αυτόνομο εγώ του το κέντρο του κόσμου, όπως συμβαίνει στο γυμναστήριο και στη γιόγκα, αλλά η ένταξή του σε έναν κόσμο στον οποίο ο ίδιος μπορεί να είναι από παρατηρητής έως συνδιαμορφωτής. Διότι μπορεί μέσα από το περπάτημα να κάνει την αυτοκριτική του, να δει την πορεία των σχέσεών του, αλλά και να αφεθεί στη χάρη και στη χαρά της προσευχής.

Γι’ αυτό και ο Χριστός συνήθιζε να περπατά, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο. Συνήθιζε να συζητά με τους μαθητές Του στις πορείες της Παλαιστίνης. Κι αυτό ξεκίνησε από την αρχή της δημόσιας δράσης Του. Τον βλέπουμε να περπατά στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. Τον βλέπουμε να παρατηρεί τα δύο αδέρφια, τον Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι ρίχνουν «το αμφίβληστρον», το δίχτυ στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους καλεί, όντας μπροστά σ’ αυτή την εικόνα που ρίχνουν το δίχτυ, να Τον ακολουθήσουν, για να αλλάξουν χώρο ζωής, από τη θάλασσα να πάνε στη στεριά, αλλά και τρόπο, από αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων.

Το αμφίβληστρον των δύο μαθητών είναι ένα σημάδι ότι για να πετύχεις στη ζωή σου, να επιβιώσεις, αλλά και να κάνεις πράξη τους στόχους που τη νοηματοδοτούν, χρειάζεται να περικυκλώνεις αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι μόνο μία παγίδα το αμφίβληστρον. Είναι η αίσθηση ότι αυτό που θέλεις να πετύχεις είναι σημαντικό και οργανώνεις τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να σου ξεφύγει. Ακόμη κι αν η ψαριά δεν είναι πάντοτε καλή, εντούτοις το ψάρι που θα εισέλθει στο αμφίβληστρον, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει.

Αυτό είναι και το πνευματικό νόημα του αμφιβλήστρου στη ζωή μας. Αν έχουμε σκοπό να αγαπήσουμε τον Χριστό, τότε χρειάζεται να ρίξουμε αμφίβληστρον γύρω από τα πάθη μας και τις αμαρτίες μας. Να μην τις αφήσουμε ελεύθερες στην καρδιά και στην ψυχή μας να κυριεύουν την ύπαρξή μας στον βωμό της φιλαυτίας και της φιληδονίας, που μας παρασύρουν στο κενό του κακού. Και το αμφίβληστρον ονομάζεται αγάπη, ονομάζεται άσκηση, ονομάζεται πίστη στον Χριστό, ο Οποίος περπατά και στη δική μας ζωή και μας καλεί, αφήνοντας την κυριαρχία του εγώ, να μοιραστούμε την αγάπη Του με τους συνανθρώπους μας, ώστε με εκείνους όχι απλώς να συνυπάρχουμε, αλλά να πορευόμαστε προς την Αλήθεια της Βασιλείας των Ουρανών. Προς την ατελεύτητο ζωή. Προς τη χαρά της αγάπης. Προς την ομορφιά της κοινότητας, που είναι η Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

14 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β’ Ματθαίου

6/9/26

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΛΑ


                Είπε ο Αββάς Νείλος: «Μη θέλεις να έχει η ζωή σου τα γεγονότα που σου φαίνονται καλά, αλλά όσα αρέσουν στον Θεό. Και θα είσαι ατάραχος και όλο ευχαριστίες στην προσευχή σου»
(από το «Γεροντικό»).

                Θεληματάρηδες είμαστε οι άνθρωποι και δεν μπορούμε να διαχειριστούμε γεγονότα της ζωής μας που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας. Φτιάχνουμε στον νου και στην καρδιά μας πλάνα ζωής τέτοια, που υποβάλλουμε στον εαυτό μας την ιδέα ότι αν δεν τα ζήσουμε, αν δεν τα εκπληρώσουμε, τότε δεν θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και επειδή, συνήθως, τα πλάνα συμπεριλαμβάνουν και άλλους, τη συμπεριφορά τους, της συμπαράστασή τους, την αποδοχή των δικών μας σχεδίων, σαν να πρόκειται «να συνωμοτήσει το σύμπαν για να εκπληρωθούν», εύκολα απογοητευόμαστε.

                Βλέπουμε τη ζωή στο παρόν, στο άμεσο, στο «εδώ και τώρα». Γευόμαστε είτε τον πόνο είτε την ευχαρίστηση και νιώθουμε ότι η στιγμή μετρά και, αν δεν είναι όπως τη θέλουμε, τότε έχουμε ηττηθεί. Ιδίως όταν συμβαίνουν γεγονότα δύσκολα, συνδεδεμένα με ματαιώσεις, όπως οι αποτυχίες, η διαφορετική αντίληψη και στάση των άλλων, ασθένειες, ήττες από τα πιο απλά, όπως είναι μια αποτυχία δική μας ή των παιδιών μας, μέχρι τα πιο σταυρικά, όπως είναι η κακία και ο θάνατος, το παρόν γίνεται απόγνωση. Έτσι, ακόμη και ο Θεός απορρίπτεται, αφού δεν εκπληρώνει τα όσα εμείς θεωρούμε ότι δικαιούμαστε, όσα μοιάζουν καλά.

                Ο ασκητικός λόγος της πίστης μας μάς προτρέπει να θέλουμε στη ζωή μας όσα αρέσουν στον Θεό. Χρειάζεται να σταθούμε σε μια απόσταση από ό,τι βλέπουμε και ζούμε. Όχι να μην πενθήσουμε, αλλά να μην παρασυρθούμε σε μία ατέρμονη αναζήτηση του «γιατί;». Να νικήσουμε τον εύλογο συχνά λογισμό, και να πιστέψουμε. Να μαζέψουμε κάποτε και τα κομμάτια της ψυχής μας, όχι γιατί θα επανέλθουν οι ευκαιρίες και τα πρόσωπα ίδια στη ζωή μας, αλλά γιατί κάθε στιγμή έχει τη διαφορετικότητά της, κάθε γεγονός μάς δίνεται για να ωριμάσουμε, κάθε πρόσωπο που αρνείται να σταθεί δίπλα μας με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, μας αφήνει περιθώριο να πατήσουμε πιο καλά στα πόδια μας, να εμπιστευθούμε τον Θεό και το δικό Του θέλημα, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε εμείς οι ρυθμιστές της ζωής της δικής μας και των οικείων μας, αλλά όλα έχουν μιαν άλλη προοπτική: αυτή της αγάπης του Θεού που κάποτε μοιάζει σκληρή, όμως χαλυβδώνει την καρδιά και την ψυχή εκείνου που εμπιστεύεται, κάνοντάς τον βράχο, στον οποίο θα αναπαυθούν πολλοί.

Βλέπουμε τη ζωή σε μια προοπτική ατομικότητας. Θέλουμε το εγώ μας να είναι το κέντρο. Θα άξιζε να πορευτούμε βλέποντας και τους άλλους: ότι κληθήκαμε να είμαστε έστω ένα μικρό φως, για να μοιραστούμε τη λάμψη του με όσους συναντούμε. Αυτό μοιάζει κουραστικό, συχνά και άδικο. Όμως είναι αγάπη και γίνεται αγάπη. Και θα άξιζε τα παιδιά μας να τα βοηθήσουμε να δούνε τη ζωή σε αυτή την προοπτική: ότι δεν υπάρχουν για να κάνουν ό,τι θέλουν, διότι αυτό είναι αυταπάτη, αλλά υπάρχουν για να εμπιστεύονται, να μοιράζονται, να αγαπούνε, να πορεύονται στο σύνολο που δίνει νόημα ζωής και στο πρόσωπο.

Και ο ασκητικός λόγος μας παρηγορεί ότι έτσι θα είμαστε ατάραχοι και ευχαριστιακοί. Όποιος εμπιστεύεται τον Θεό, νικά τον εγωκεντρισμό, το να θέλει να τα ξέρει και να τα ζήσει όλα, και δοξάζει για όσα έρχονται και για όσα δεν έρχονται. Και πορεύεται με φως και προς το Φως. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Τετάρτης 10 Ιουνίου 2026

6/5/26

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ

 


«Ὅς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,38)

«Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὸν σταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος». 

            Την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη «πάντων των αγίων», όλων εκείνων των ανθρώπων που αγάπησαν ακόμη και για μία στιγμή τον Χριστό, όπως αυτό φάνηκε στο πρόσωπο του πρώτου πολίτη του Παραδείσου, του ευγνώμονος ληστού, και αυτή η στιγμή αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή που έκρινε τη ζωή τους. Διότι η αγιότητα είναι ο σταυρός της στιγμής, στην οποία ο άνθρωπος νιώθει την ανεπάρκειά του, παραιτείται από τον τρόπο που το εγώ του βλέπει τον κόσμο και την ίδια του τη ζωή, και εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Χριστό, ώστε να τον θυμηθεί στη βασιλεία Του.

            Είναι σταυρός αυτή η στιγμή, όταν είναι ειλικρινής και χωρίς επιστροφή. Διότι το να αρνηθείς τις επιλογές της ζωής σου, τον τρόπο σκέψης σου, τις αμαρτίες σου, αλλά και τις επιτυχίες σου, ό,τι σε δοξάζει, ό,τι έχεις βάλει ως στόχο, ό,τι έχεις κάνει για τον εαυτό σου και για τους άλλους, είναι ένας Γολγοθάς. Πάσχουμε από την αυτοδικαίωση. Πάσχουμε από το αίσθημα ότι αξίζουμε αφ’ εαυτού μας, ότι μπορούμε να είμαστε αυτόφωτοι και στην εποχή μας πρέπει να είμαστε αυτόφωτοι. Μόνο που το φως δεν έχει να κάνει ούτε με τις γνώσεις, ούτε με την κοινωνική μας επιφάνεια, την ευμάρεια, τα χαρίσματα, την αυτογνωσία, την κυριαρχία μας επί των άλλων και επί του κόσμου. Φως είναι η ταπεινή σχέση με τον Χριστό, ο Οποίος είναι το φως του κόσμου και όποιος τον ακολουθεί δεν θα περπατήσει ποτέ στο σκοτάδι. Όμως αυτή η επιλογή, να αφεθείς στον Χριστό και στο θέλημά του είναι σταυρός, διότι ακόμη κι αν πιστεύεις, ακόμη κι αν τηρείς τις εντολές, ο Γολγοθάς του εγώ σου υπενθυμίζει τη δική σου αυτάρκεια κάθε στιγμή.

            Οι άγιοι στην Ιστορία της Εκκλησίας είχαν βρει τη στιγμή της εμπιστοσύνης. Έζησαν όπως μπορούσαν, κατά την κλήση τους. Όταν ερχόταν όμως η στιγμή του πειρασμού, είτε αυτός ήταν να απαρνηθούν τον Χριστό για να ζήσουν είτε να ευχαριστηθούν με το θέλημά τους είτε με το να αισθανθούν δικαιωμένοι με τα έργα τους, σήκωναν τον σταυρό τους και τα άφηναν όλα στον Χριστό. Ματώνανε, αλλά δεν λυγίζανε. Έδειχναν ανήμποροι μπροστά στο κακό και στον θάνατο, αλλά μέσα τους είχαν ελπίδα και φως. Και πάνω απ’ όλα την αγάπη και προς τον Χριστό και προς την εικόνα Του, τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο.

            Όλος αυτός ο δρόμος, από τη στιγμή μέχρι την διάρκεια, βιώνεται στην Εκκλησία, όχι σ’ αυτήν της παράδοσης, της θρησκευτικότητας, της προσδοκίας της αιωνιότητας και του μεταφυσικού στηρίγματος, αλλά σ’ αυτήν της σύναξης των αμαρτωλών, όσων αισθάνονται ότι εμπιστεύονται τον Χριστό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του και παίρνουν δύναμη να συνεχίσουν να σηκώνουν τον σταυρό τους, αγαπώντας, συγχωρώντας, προσφέροντας, αντέχοντας.

Αυτή την Εκκλησία που πολλοί σήμερα την έχουν στο περιθώριο της ζωής τους ή αρκούνται στην τυπική σχέση μαζί της. Και είναι έτοιμοι, βλέποντας τις αστοχίες των προσώπων που δεν φέρονται κατά τη δική τους αντίληψη, να την πετροβολήσουν, αντί να την σκεπάσουν. Αυτή την Εκκλησία που δεν νιώθουν το φως και την πρόσκληση στον καθέναν να ζήσει τη στιγμή του σταυρού, όπως εκπέμπεται διαρκώς διά των Αγίων, αλλά μένουν στην θέαση της επιφάνειας, της γνώμης, του γράμματος, της δικής τους δικαίωσης, χωρίς εμπιστοσύνη στον Οροφουργό της, Αυτόν που την ανάγει ως αψίδα ζωής και ανάστασης ως τον ουρανό και κατεβάζει τον ουρανό στη γη. Αυτή την Εκκλησία που έχουμε ανάγκη να ζήσουμε εντός της, για να μας υπενθυμίζει τη στιγμή μας και να μας ενισχύει να την κρατήσουμε μέχρι τέλους. Εν Αγίω Πνεύματι. Ως καρπό Του και βοηθό μας.

Ας είναι οι πρεσβείες πάντων των αγίων ο δικός μας οδηγός για να σηκώσουμε τον Σταυρό μας και να ζήσουμε το φως της δικής μας,  προσωπικής ανάστασης.

Χρόνια πολλά και καλά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Των Αγίων Πάντων

6/2/26

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ

                Είναι σύνηθες στη ζωή της οικογένειας οι γονείς να έρχονται μπροστά στο σημείο όπου διαπιστώνουν ότι τα παιδιά τους παραβιάζουν όρια και κανόνες. Ακόμη κι αν η εποχή μας  λειτουργεί σε ένα πλαίσιο «κάνε ό,τι σου αρέσει», εντούτοις έρχονται στιγμές στις οποίες αυτό που αρέσει λειτουργεί καταστροφικά ή παραβιάζει τα κοινωνικά και αξιακά πλαίσια. Το ερώτημα που κατατρώει την καρδιά των γονέων είναι αν πρέπει να τιμωρήσουν τα παιδιά τους ή αν πρέπει να τους δείξουν επιείκεια, γιατί αυτή είναι η αυθεντική έκφραση της αγάπης, η συγχωρητικότητα και η κατανόηση.

                Κάνουμε ένα σημαντικό λάθος εδώ. Η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι ο άλλος δεν χρειάζεται να αναλάβει τις ευθύνες για τα σφάλματά του και να υποστεί κάποιες συνέπειες. Η συγχώρεση  έχει να κάνει με το να μην είναι οι αποφάσεις αυτού που έχει την δύναμη και την εξουσία να τις επιβάλει, εξοντωτικές και αποτέλεσμα κακίας ή ανάγκης για επίδειξη δύναμης. Αυτός που έχει τον τελευταίο λόγο, χρειάζεται να λειτουργεί αγαπητικά. Η αγάπη όμως δεν μπορεί να ταυτιστεί με την παραθεώρηση ότι χωρίς την ευθύνη, δεν έρχεται αληθινή πρόοδος, διότι μόνο η ευθύνη οδηγεί στην ωριμότητα.

                Κατανόηση προφανώς χρειάζεται και όχι υπερβολική αυστηρότητα. Όμως αυτός που σφάλλει, ανεξαρτήτως ηλικίας, χρειάζεται να ενεργοποιεί εντός του τη συνείδησή του, ως ηθικό κώδικα, αλλά και να νιώθει με τη σειρά του τις συνέπειες των σφαλμάτων του. Μόνο έτσι θα ξεχωρίζει το καλό από το κακό στη ζωή του, τι του επιτρέπεται αληθινά και τι τον οδηγεί σε μία γνήσια πρόοδο. Όποιος μαθαίνει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του γίνεται δημιουργικός. Μετανοεί και αλλάζει. Ξεκινά από την αρχή και αν ξαναβρεθεί σε ανάλογες καταστάσεις, δεν θα πέσει στην ίδια παγίδα. Διότι το πάθημα γίνεται μάθημα.

                Αυτός που τιμωρεί, συχνά φοβάται τη σύγκρουση. Φοβάται τις συνέπειες της δοκιμασίας στην οποία θα μπει αυτός που τιμωρείται. Λειτουργεί ένα αίσθημα οίκτου, αλλά και ένας φόβος ότι η όποια σύγκρουση θα επέλθει, εξαιτίας της απογοήτευσης αυτού που τιμωρείται, θα γίνει φθορά. Όμως έτσι δεν αγαπά όσο χρειάζεται αυτόν που σφάλλει. Δεν είναι εύκολο να ενεργοποιηθεί το φιλότιμο σ ’αυτόν που είναι μεθυσμένος από την αίσθηση ότι όλα του επιτρέπονται. Δε χρειάζεται όμως και η σκληρότητα. Το μέτρο είναι το κλειδί.

                Στη εποχή μας βλέπουμε από την μία να καλλιεργείται ένα αίσθημα θυμού, τιμωρητικότητας εναντίον όσων σφάλλουν. Οι πολλοί όμως, κατά βάθος, ενοχλούνται όταν αυτοί που σφάλλουν προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους, χωρίς να παραδέχονται ότι η ευθύνη λυτρώνει, το τίμημα, όσο βαρύ κι αν χρειαστεί να είναι, γίνεται αρχή μετανοίας, και ότι δεν είναι το πρόβλημα αν καταλογιστεί από τους μεγαλύτερους και την κοινωνία η ευθύνη, αλλά το να μη θέλεις να την αναλάβεις.  Διότι τότε φαντασιώνεσαι ότι είσαι είτε αλάθητος είτε ότι για όλα φταίνε οι άλλοι. Δεν μπορείς όμως να προχωρήσεις, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τον εαυτό σου, αλλά και για τις σχέσεις σου με τους άλλους.

                Στην οικογενειακή πραγματικότητα η ενθάρρυνση στα παιδιά να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, όχι για να γκρεμίζουν την αισιοδοξία τους, αλλά για να προσέχουν, αν συνδυαστεί με εύλογα, καταληπτά και όχι υπερβολικά όρια, γεννά προϋποθέσεις δυνατού χαρακτήρα και υγιούς κοινωνικότητας. Ας το παλεύουμε, με τους μεγάλους να δίνουμε το παράδειγμα. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 3 Ιουνίου 2026

5/30/26

ΑΛΛ’ ΕΞΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


 «Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε λέγων· ᾿Εγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ιωάν. 8,12)

Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μίλησε πάλι καὶ τοὺς εἶπε· «᾿Εγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ πλανιέται στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει τὸ φῶς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή». 

            Η εποχή μας ομνύει στη διαφάνεια, στην αλήθεια, στο φως. Ζητά από τους ανθρώπους να είναι ανοιχτοί στον κόσμο, να πληροφορούνται, να έχουν άποψη, να εκφράζουν την άποψή τους, να μην κρύβονται. Κι όμως. Υπάρχει σκοτάδι και έξω και μέσα στον άνθρωπο. Το εξωτερικό σκοτάδι έχει να κάνει με το ότι φαίνονται μόνο όσα επιτρέπεται να φαίνονται από έναν πολιτισμό, ο οποίος δείχνει παντοδύναμος αλλά δεν ομολογεί πως υπάρχουν πολλά που και δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να μάθει.  

Τι μας δείχνει κυρίως η τεχνολογική μας πρόοδος; Ότι ενώ μάθαμε πολλά για τον κόσμο και τον άνθρωπο, εντούτοις δεν υπάρχουν συμπεριφορές επιθυμητές που μπορούμε να διαμορφώσουμε, διότι ο άνθρωπος στο βάθος του παραμένει ελεύθερος. Μπορεί να μοιάζει υποδουλωμένος στη δύναμη του αυτού του κόσμου, αυτό όμως δεν είναι διαρκές και εξαρτάται από το κατά πόσον θέλει να είναι στη δουλεία και στην ετεροκατεύθυνση.

Αλλά και στον μέσα κόσμο μας υπάρχει σκοτάδι. Υπάρχουν όψεις του εαυτού μας που μας κάνουν να μελαγχολούμε, να κλεινόμαστε στο εγώ μας, να μην μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα καλό πρόσωπο. Δεν πιστεύουμε πάντοτε στο καλό πρόσωπο. Θεωρούμε πως το εγώ μας είναι το κέντρο των πάντων. Ότι οι άλλοι πρέπει να μας υπακούνε και να συμμορφώνονται με τις επιθυμίες μας. Ότι δικαιούμαστε να δοκιμάζουμε τα πάντα, ειδάλλως δεν είμαστε ελεύθεροι και ευτυχισμένοι. Και όταν έρχεται η ώρα που νιώθουμε παγιδευμένοι στα σκοτάδια μας και μια φωνή είτε εντός μας είτε από εκείνους που μας αγαπούνε μάς λέει ότι χρειάζεται να βγούμε από αυτά, τότε νιώθουμε ανήμποροι, κλεινόμαστε ολοένα και περισσότερο στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας  και γινόμαστε καταστροφικοί και για εμάς και για τους άλλους.

Η Εκκλησία, την Κυριακή της Πεντηκοστής, μάς προτρέπει να ακούσουμε τη φωνή του Χριστού, ο Οποίος λέει ότι «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθεί δεν θα πλανιέται στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως που οδηγεί στη ζωή». Αυτή η βεβαιότητα ότι το Φως είναι Πρόσωπο, αυτό του Χριστού, βάζει τη ζωή σε μία άλλη προοπτική. Για να φωτιστούμε, χρειάζεται να σχετιστούμε. Να βρούμε τον Χριστό, ο Οποίος είναι το φως του κόσμου. Η αγάπη είναι το φως. Ο λόγος της αγάπης είναι το φως. Η Ανάσταση είναι το φως. Η πίστη είναι το φως. Η κοινωνία με τον Χριστό καθιστά το φως κτήμα μας. Και τότε το σκοτάδι μας διαλύεται. Δεν είναι το εγώ μας που νοηματοδοτεί την ύπαρξη, αλλά η σχέση με τον Χριστό που γίνεται σχέση με τον συνάνθρωπο ό,τι μας δίνει φως. Και αντέχουμε. Στις σκοτεινές μας σκέψεις αντιτάσσουμε την ελπίδα της πίστης. Στους πόνους και τις δοκιμασίες μας, ιδίως της μοναξιάς, ξέρουμε ότι ο Χριστός είναι παρών. Και προχωρούμε, νικώντας τους φόβους μας.

Όλος αυτός ο δρόμος και ο τρόπος της σχέσης έρχεται στην Εκκλησία διά της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν είναι ένας ίσκιος, αλλά η ζώσα πνοή που μας κάνει και να ζητούμε τον Χριστό, αλλά και να Τον αποδεχόμαστε στην καθημερινότητα της Εκκλησίας. Στο μυστήριο της Ευχαριστίας και σε κάθε άλλο μυστήριο. Στη συνάντηση με τον πλησίον. Στη φωτεινή καρδιά. Στο καθημερινό ξεκίνημα μετάνοιας και νέας αρχής. Στην παράδοση που κρατά. Στην υπομονή και στην ανοχή. Στη νίκη κατά της απελπισίας που φέρνει η αίσθηση ότι ο κόσμος δεν αλλάζει. Στην καρδιά που παλεύει να γίνει καθαρή, για να δει τον Θεό.

Καθώς πορευόμαστε, η φωνή του Πνεύματος μάς λέει ότι δεν είμαστε μόνοι μας, ότι δεν νικηθήκαμε, ότι δεν είναι το σκοτάδι που μας περιτριγυρίζει, αλλά η αναποφασιστικότητά μας  να ζητήσουμε τον Χριστό ως φως και να προχωρήσουμε στην καινούργια ημέρα της αγάπης, της ανάστασης,, της αγιότητας. Αυτή είναι η Εκκλησία, μέλη της οποίας είμαστε αν θέλουμε να  είμαστε.  Την αρχή της εμφανούς παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο εορτάζουμε την Πεντηκοστή. Και καλούμαστε να μετέχουμε όσο μπορούμε, κατέχοντας τον Χριστό, κατέχοντας το φως της ζωής, χωρίς φόβο για κανένα σκοτάδι, αλλά με την επίγνωση που σώζει!

Χρόνια Πολλά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Της Πεντηκοστής

 

 

5/26/26

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: ΑΓΧΟΣ Η’ ΧΑΡΑ;

               

 Όσοι συμμετέχουν στην προσπάθεια των μαθητριών και των μαθητών για να δώσουν Πανελλαδικές Εξετάσεις εστιάζουν την έγνοια τους στο άγχος. Συμβουλές, συνταγές, προσευχές, απόπειρες να πειστούν τα παιδιά ότι οι εξετάσεις δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά ένα πέρασμα σε μία καινούργια πορεία, ανεξαρτήτως της επιτυχίας ή της αποτυχίας ως προς τους στόχους που ένας νέος θέτει. Κυρίως, οι γονείς  που καταβάλλουν ικανά  χρηματικά ποσά, για να ενισχύσουν την προετοιμασία των παιδιών τους, αλλά και νιώθουν ότι η επιτυχία τους είναι και επιτυχία όλης της οικογένειας, είναι εκπλήρωση προσδοκιών και των γονέων, ώστε τα παιδιά να κάνουν βήματα μπροστά, αισθάνονται  την αγωνία και οι ίδιοι για την έκβαση της προσπάθειας.

                Δεν είναι τυχαίο πάντως, στην ψυχολογικοποιημένη εποχή μας, αλλά και στον κόσμο που έχει ως όραμα την επιτυχία μεταφραζόμενη σε χρήμα και καταξίωση, να υπάρχει αδιαφορία για τη χαρά της μάθησης. Οι Πανελλαδικές είναι η ολοκλήρωση ενός μεγάλου ταξιδιού στη γνώση και στην καλλιέργεια της ψυχής, το οποίο ο νέος μαθαίνει και ζει στο σχολείο. Αν ο μαθητής δεν χαίρεται το βιβλίο, το διάβασμα, τις γνώσεις, τον κόσμο στον οποίο εισέρχεται, που είναι ένας κόσμος ανοίγματος του πνευματικού ορίζοντα, ένας κόσμος συνύπαρξης με δασκάλους που κατέχουν γνωστικά αντικείμενα και μαθαίνουν στο παιδί όχι μόνο ποσοτικούς τρόπους για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και ποιοτικούς, τότε οι Εξετάσεις μετατρέπονται σε πηγή άγχους. Αυτός που νιώθει τη χαρά, ξέρει ότι έκανε ένα ωραίο ταξίδι. Και δεν είναι θεωρία. Είναι αλήθεια. Διότι όποιος ταξιδεύει στην μάθηση, καλλιεργεί τον εαυτό του, βρίσκει στις εξετάσεις μία ευκαιρία να δοκιμάσει τις γνώσεις του, όχι με γνώμονα το να αποδείξει τις ικανότητές του, αλλά να δει ο ίδιος με τον εαυτό του πού βρίσκεται, τι γνωρίζει, πώς μπορεί να ξεπεράσει δοκιμασίες, να αντέξει, αλλά και σε τι ο πνευματικός και μορφωτικός εξοπλισμός που έχει διαμορφώσει και αποκτήσει, μπορεί να τον βοηθήσει στην μετέπειτα πορεία της ζωής του.

                Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι φοιτητές, μετά την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν διαβάζουν καθόλου. Δεν θέλουν να πιάσουν το νήμα της συνέχειας από τις γνώσεις που απέκτησαν για να γίνουν φοιτητές, αλλά προτιμούν να ζήσουν τη φοιτητική ζωή, το γλέντι, το ξενύχτι, τις σχέσεις, τη ραθυμία, την απουσία προγράμματος. Όλα είναι μία εκτόνωση μετά το άγχος. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει και αμέσως μετά τις εξετάσεις Διακοπές, ταξίδια, ύπνος, βόλτες, να φύγουν τα βιβλία από τη ζωή είναι η νοοτροπία που δεσπόζει. Όταν η μόρφωση είναι καταναγκαστικό έργο, για να πετύχεις, όχι για να βρεις μέσα από αυτή και τον εαυτό σου, τότε το ταξίδι των Πανελλαδικών είναι ένας επαπειλούμενος εφιάλτης. Γι’ αυτό και αρκετοί δεν το αντέχουν και εγκαταλείπουν την προσπάθεια λίγο ή πολύ πριν το τέλος.

                Πόσο μπορεί ένας νέος να αντισταθεί στη νοοτροπία της επιτυχίας; Οι συμβουλές και οι τεχνικές αποφυγής του άγχους λειτουργούν πιθανόν στη διόρθωση της συμπεριφοράς ή σε μία ανακούφιση της πίεσης, έστω και προσωρινά, αλλά δεν δίνουν χαρά. Η αγάπη για τα γράμματα, η αναζήτηση μέσα από την προετοιμασία της γνώσης που γίνεται βοηθός στην καλλιέργεια της ψυχής, η παρέα του σχολείου και του φροντιστηρίου, η απόφαση το ταξίδι στη γνώση να έχει συνέχεια, είναι αντίβαρα χαράς στη δοκιμασία. Αυτός ο τρόπος όμως πρέπει να δουλευτεί από νωρίς, για να λειτουργήσει και στην περιπέτεια των Πανελλαδικών. Αλλιώς, μένει το άγχος ως στυφή γεύση ενός ταξιδιού που γίνεται μία κουραστική εμπειρία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 27 Μαΐου 2026

5/23/26

ΝΥΝ ΕΓΝΩΚΑΝ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΔΕΔΩΚΑΣ ΜΟΙ ΠΑΡΑ ΣΟΥ ΕΣΤΙΝ


«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας»
(Ιωάν. 17, 7-8).

«Αὐτοὶ τώρα ξέρουν πὼς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα· γιατὶ τὶς διδαχὲς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐγὼ τὶς ἔδωσα σ’ αὐτούς, κι αὐτοὶ τὶς δέχτηκαν καὶ ἀναγνώρισαν πὼς πραγματικὰ ἀπὸ σένα προέρχομαι, καὶ πίστεψαν πὼς ἐσὺ μὲ ἔστειλες στὸν κόσμο». 

            Λίγο πριν το εκούσιο Πάθος Του ο Κύριός μας προσεύχεται στον κήπο της Γεθσημανή για τους μαθητές Του και για όλους τους ανθρώπους. Αναφέρεται στον Πατέρα του και λέει χαρακτηριστικά ότι πλέον οι μαθητές Του έχουν επίγνωση πως όλα όσα ο Χριστός τους είπε προέρχονται και εκφράζουν τον Πατέρα. Έχουν επίγνωση ότι ο Χριστός είναι Θεός και ότι ήρθε στον κόσμο εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός. Ήρθε στον κόσμο ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, για να δώσει στον άνθρωπο την ευκαιρία να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην κλήση του που είναι να γίνει παιδί του Θεού, να μοιάσει τον Θεό ενεργοποιώντας το κατ’ εικόνα, όχι στην πρόσκαιρη αυτοθεωμένη εκδοχή του, αλλά στην αιώνια Θεοκοινωνούμενη νέα πραγματικότητα.

            Πόσο αντιλαμβανόμαστε εμείς, ως τέκνα πνευματικά των μαθητών του Χριστού, αυτήν την κλήση; Πόσο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και ήρθε στον κόσμο απεσταλμένος του Πατρός εν Αγίω Πνεύματι, για να μας δείξει τον τρόπο της υπέρβασης του πρόσκαιρου εαυτού, του βασανιζόμενου από ένα «εγώ», που τα θέλει όλα δικά του και που δεν είναι σε θέση να βρει άλλο νόημα, παρά στρεφόμενο προς τον κόσμο αυτό και τα όσα εκείνος τάζει ή ζητά; Αν το αντιλαμβανόμασταν, θα ήταν η αγάπη το κλειδί της ζωής μας, σε ό,τι κι αν κάναμε. Θα ήταν η Εκκλησία ως τρόπος και κοινότητα η ζωή μας. Θα ήταν η αναζήτηση και βίωση της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, ακόμα και στους σταυρούς, η ζωή μας. Θα ήταν η πνευματικότητα που θα μας έκανε να βλέπαμε τον πλησίον και τον κόσμο όχι ως πεδίο ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά ως τρόπο συνύπαρξης και συμπόρευσης, με γαληνεμένη καρδιά και ανοιχτή αγκαλιά.

            Πιστεύουμε αρκετά σε έναν Χριστό είτε του Αρείου είτε των Μονοφυσιτών. Έναν Χριστό κτίσμα, ο Οποίος υπάρχει για τα συμφέροντά μας. Έναν Χριστό χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες ανθρώπινες, μόνο Θεό, που είναι μακριά από εμάς και υπάρχει μόνο για να μας δικάζει ή να μας δικαιώνει. Δεν πιστεύουμε σε έναν Χριστό που στέργει στην αδυναμία μας, αλλά περιμένει όμως και τη συνέργειά μας. Κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας, ακόμη κι αν ομνύουμε στη δογματική καθαρότητα.

            Οι θρήσκοι της εποχής μας και κάθε εποχής έχουν ως έγνοια τους τον φόβο μη χάσουν. Όσοι όμως αγαπούν τον Χριστό αληθινά, δεν φοβούνται να χάσουν, για να κερδίσουν διά της αγάπης τον πλησίον τους για χάρη του Θεού. Συγκαταβαίνουν, δίνουν ευκαιρίες, ελπίζουν, αναζητούν την λιγοστή, έστω, ομορφιά στο κακό που βγαίνει προς τα έξω. Δεν ανησυχούν για τον κόσμο και τη ζωή, γιατί ξέρουν πως τον τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Και προσεύχονται στον Χριστό της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν πως η συνάντηση μαζί Του είναι ο προορισμός της ζωής αυτής, αλλά και της αιωνιότητας. Τον κοινωνούν εν τη Εκκλησία και εν τω πλησίον και προσδοκούν ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.

            Η Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου είναι μία πρόσκληση να ξαναδούμε Ποιος είναι ο Χριστός που πιστεύουμε. Ο Θεάνθρωπος που φανερώνει τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι και εν τη Εκκλησία αλλάζει τη ζωή μας ή ο βολικός Θεός που εκπληρώνει επιθυμίες, δικαιώνει και αυτοδικαιώνει και που θα είναι η μεταφυσική μας εγγύηση, χωρίς να μας νοιάζουν οι άλλοι, αρκεί εμείς να σωθούμε; Ας προβληματιστούμε εν τη Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

24 Μαΐου 2026

Των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 

 

5/21/26

ΑΔΥΝΑΜΕΣ ΨΥΧΕΣ

                Ο κόσμος μας δείχνει ότι, αφήνοντας στην άκρη τον Θεό και την πίστη, έχει δημιουργήσει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στα επιτεύγματά του, στην ανάλυση και στις προτάσεις των επιστημών ψυχικής υγείας, στην αποδοχή ότι είναι εφικτές η θετική ενέργεια και η ισορροπία στη ζωή χωρίς να χρειάζεται να επενδύσουμε στο μεταφυσικό. Κι όμως! Διαπιστώνουμε πολλούς, και νέους και μεγάλους, που οι ψυχές τους είναι αδύναμες. Μπορεί να λειτουργούν όλα στη ζωή σχετικά ή και πολύ καλά. Να είναι όλα ρυθμισμένα και τακτοποιημένα. Όταν έρχεται όμως μια ματαίωση, κάποτε και ο φόβος ότι αυτή είναι πιθανόν να συμβεί στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον, τότε ο άνθρωπος νιώθει το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του, αγχώνεται, αδυνατεί να διαχειριστεί τον λογισμό του και, συχνά, καταρρέει. Παραιτείται έτσι κι από την ίδια τη ζωή, ρίχνοντας την ψυχή του σε κατάθλιψη και αβεβαιότητα, ενώ μια μόνιμη γκρίνια τον διακατέχει.

Οι ειδικοί σήμερα κάνουν έντονα λόγο για την ανάγκη της ψυχικής ανθεκτικότητας. Να αντέξει ο άνθρωπος τις δυσκολίες, πραγματικές ή πιθανές, να προσαρμοστεί, να επανακάμψει στις ήττες του είναι το μότο των καιρών μας. Θέλει κόπο αυτός ο δρόμος. Θέλει αυτογνωσία και πίστη. Θέλει στήριξη από το περιβάλλον, το οποίο, συχνά, δεν κατανοεί τι συμβαίνει, αφού ούτε και ο άνθρωπος που κλονίζεται δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις ρίζες των προβλημάτων του, γιατί επενδύει σε στόχους που δεν είναι βέβαιο ότι τον εκφράζουν αληθινά, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει φιλοδοξίες ή τους γύρω του. Κυρίως όμως θέλει ταυτότητα κατακτημένη και όχι διαμορφωμένη από τον έξω κόσμο, από τον πολιτισμό και το περιβάλλον, τις επιδράσεις του μεταμοντέρνου τρόπου ζωής, που μας κάνει να θεωρούμε ευτυχισμένο μόνο τον  κατά τον κόσμο επιτυχημένο, κυρίως αυτόν που έχει χρήματα και αναγνώριση, ακόμη κι αν η συνείδησή του δεν είναι αναπαυμένη.

Μία από τις κρίσεις που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει η επαγγελματική εξουθένωση, το burn out, που είναι, κυρίως, ψυχική εξουθένωση. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κρατήσει την εργασία, την αμοιβή, την καταξίωση, κάνοντας όλο και περισσότερα, χωρίς να σκέπτεται ότι έχει ανάγκη να έχει μέτρο και όρια, αλλά και αισθανόμενος   μια βαθιά ψυχολογική πίεση από τον ανταγωνισμό των καιρών μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μαθητές που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια. Νιώθουν το άγχος μπροστά στον φόβο της αποτυχίας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαχειριστούν ούτε τον κόπο ούτε την πιθανότητα της ήττας, που όμως δεν είναι το τέλος.

Αδύναμες ψυχές βρίσκουμε στους καιρούς μας. Νικημένες από τη δύναμη του χρόνου, που μοιάζει να μας κάνει να  θέλουμε την ικανοποίηση των επιθυμιών μας χωρίς ρίσκο, κάποτε και με λιγότερο κόπο. Νικημένες από την απουσία στηριγμάτων όπως η πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του, η υπομονή και η επιμονή, η απόφαση να μην είναι ό,τι μας προβάλλεται ως ανάγκη ή δρόμος η επιλογή μας, αλλά αυτό που αληθινά μας ταιριάζει. Νικημένες κάποτε και από την αδυναμία της οικογένειας να συζητήσει και να στηρίξει, αλλά και από έναν κόσμο που παραπλανά για το νόημα της ζωής, γεμίζοντας απογοήτευση αυτόν που μοιάζει ηττημένος.

Ψυχική ανθεκτικότητα έχει αυτός που πιστεύει. Αυτός που ζει τον Θεό, παλεύει να μοιραστεί την αγάπη, να νικήσει το πάθος της δόξας για τη δόξα,  να κρατήσει τη φλόγα της Ανάστασης ζωντανή.  Αυτός νιώθει ότι κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή. Γιατί δεν είναι μόνος του.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Μαΐου 2026

5/19/26

ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”


 

 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 180- ΝΑΪΑΛ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ, “ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ”, μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδόσεις ΔΩΜΑ

    Υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που ντρέπονται να πούνε “ΟΧΙ” είτε σε σχέσεις είτε σε καταστάσεις ζωής; Υπάρχουν άνθρωποι που συμβιβάζονται, γιατί νιώθουν ανήμποροι να παλέψουν για κάτι παραπάνω; Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι νιώθουν ότι το μεταφυσικό είναι μια απάτη, κι όμως μέσα τους κάτι τους κάνει να αμφιβάλλουν για τη βεβαιότητά τους; Τι σημαίνει ένα θαύμα για τους καιρούς μας; Το θαύμα έγκειται στην υπέρβαση του κακού με μεταφυσικό τρόπο ή στην αγάπη, η οποία ξεχύνεται στους άλλους, γνωστούς και αγνώστους και γίνεται φως που δίνει δύναμη και νόημα;
    Κάποια τέτοια ερωτήματα, που απασχολούν πολλούς, ιδίως νέους που αισθάνονται παγιδευμένοι σε έναν κόσμο στον οποίο πολλές επιλογές μοιάζουν αναγκαστικές, παρά τα αδιέξοδά τους, απαντώνται στο όμορφο μυθιστόρημα του Νάιαλ Ουΐλιαμς, Ιρλανδού λογοτέχνη, με τίτλο “Τέσσερα ερωτικά γράμματα”, το οποίο κυκλοφορείται στα ελληνικά σε μετάφραση της Δέσποινα Κανελλοπούλου, από τις προσεγμένες εκδόσεις ΔΩΜΑ. Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές: ο Νίκολας και η Ίζαμπελ, δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που συνδέονται χάρις σε έναν πίνακα ζωγραφικής και ένα θαύμα, το οποίο γίνεται στον αδερφό της κοπέλας Σων, χάρις στην παρουσία του Νίκολας. Η ιστορία είναι μία αναζήτηση του θελήματος του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στον πατέρα του Νίκολας, στον πατέρα της Ίζαμπελ και του Σων, στη δεισιδαίμονα κοινότητα ενός μικρού ιρλανδέζικου νησιού, στη άρνηση των δύο μητέρων, του Νίκολας και της Ίζαμπελ να το αποδεχτούν, στην αδυναμία του ιερέα της κοινότητας, όπως και των καλογριών στις οποίες σπουδάζει η Ίζαμπελ, να δούνε πέρα από τα τυπικά της θρησκείας, σε έναν κόσμο όπου η ζωγραφική και η μουσική δεν εκτιμώνται, αλλά ούτε και η επιβίωση των μικροαστών δίνει νόημα. 
    Μόνο ο έρωτας και το φως φανερώνουν ότι ο Θεός τελικά μιλά στις ψυχές εκείνων οι οποίοι δεν χάνουν την ελπίδα, αλλά ούτε και έχουν μεγάλες απαιτήσεις από τη ζωή τους: να μην παραιτηθούν από εκείνη τη μικρή φλόγα ευαισθησίας, η οποία κάνει την ύπαρξη να έχει νόημα, να αφουγκράζεται τον ουρανό, να αγαπά δωρεάν, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Το τίμημα κάποτε είναι η αυτοκαταστροφή και ο θάνατος, ιδίως όταν οι αναζητητές δεν αντέχουν να περιμένουν άλλο, δεν θέλουν να περπατήσουν την περιπέτεια της ζωής, νικώνται από τον πειρασμό της μοναξιάς. Μα όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι το σχέδιο του Θεού, ακόμη κι αν Εκείνος μοιάζει κρυμμένος.
    Το θαύμα δεν εξηγείται ορθολογικά, ούτε έρχεται κατά παραγγελίαν. Είναι ένα αναπάντεχο δώρο που επαναφέρει την τάξη των πραγμάτων στη χαρά και στην αγάπη. Όσο κι αν ο ορθολογισμός ή η επιθυμία να είναι τα πράγματα συμβιβασμένα με την κοινωνική τάξη, τα “πρέπει” του καθενός ή της κοινότητας, αν περιμένουμε, κάποτε με πολλή υπομονή, να ακούσουμε τη φωνή του Θεού, αυτή θα έρθει. Δώρο η πίστη, επιλογή η ελπίδα, αξία μοναδική η αγάπη. 
    Ένα μυθιστόρημα που αφήνει με την γραφή του συγγραφέα γλυκόπικρα συναισθήματα, αλλά και την αίσθηση ότι όποιος πιστεύει, θα νικήσει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
19 Μαΐου 2026 

5/18/26

Ένα βήμα πριν τη βία

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 179- εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ: Ένα βήμα πριν τη βία (συλλογική έκδοση, επιμέλεια π. Αντώνιος Καλλιγέρης)

        Διαβάσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ, με τίτλο “Ένα βήμα πριν τη βία”. Είναι μία συλλογική έκδοση, την οποία επιμελήθηκε ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης, συντονιστής του προγράμματος “Πρωτοβουλία για την πρόληψη της ενδο-οικογενειακής βίας” του Ιδρύματος Νεότητος και Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Στην έκδοση συμμετέχουν με κείμενα ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΕΚΠΑ Κ. Κορναράκης και Δ. Μόσχος, οι καθηγητές της Θεολογικής του ΑΠΘ Χ. Τσιρώνης και Νίκη  Παπαγεωργίου και ο Αν. Καθηγητής της ΑΕΑΑ κ. Θ. Παπαθανασίου.  Τον πρόλογο έγραψε ο Μητροπολίτης Ιλίου κ. Αθηναγόρας, πρόεδρος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής επί Ειδικών Ποιμαντικών Θεμάτων και Καταστάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο π. Αντώνιος Καλλιγέρης έγραψε την εισαγωγή και το επίμετρο.
          Το βιβλίο είναι καρπός  ημερίδας που έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 2023 με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και αποτελεί μία αναφορά στην ποιμαντική προσπάθεια την οποία καλείται να αναλάβει ή ήδη έχει αναλάβει η Εκκλησία, προκειμένου να λειτουργήσει ως φορέας και τρόπος πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Η δικαιολόγηση της βίας είναι γεγονός ότι στηριζόταν και εξακολουθεί να στηρίζεται από αρκετούς εκκλησιαστικούς παράγοντες, η θεώρηση των οποίων βασίζεται στο ότι τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας που συντάχθηκαν σε εποχές πατριαρχίας και απόλυτης καταπίεσης της γυναίκας, χωρίς όμως το πνεύμα τους να δικαιολογεί τέτοιες καταστάσεις, κάποτε και το γράμμα τους. Οι εκκλησιαστικοί αυτοί παράγοντες, κυρίως πνευματικοί, παραθεωρούν ότι η βία είναι έκφραση ενός ήθους εξουσίας, το οποίο ο Χριστός απέρριψε κατηγορηματικά και συνολικά. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η βία ως έκφραση εξουσίας να αντιμετωπίζεται ως εφαλτήριο αγιότητας για όσες και όσους την υφίστανται, λες και δεν υπάρχουν άλλοι τρόπο για να αγιάσουν οι άνθρωποι, τρόποι που έχουν να κάνουν με τον πνευματικό αγώνα, την άσκηση, κυρίως την αγάπη. Είναι θλιβερό στην εποχή μας πνευματικοί να συνιστούν υπομονή και υπακοή στις γυναίκες, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν άνδρες που δεν τις σέβονται, κάποτε και αντίστροφα, διότι και τα γεγονότα βίας εις βάρος των ανδρών, ιδίως όταν υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν λείπουν. 
          Η Εκκλησία είναι παράγοντας και θεσμός πρόληψης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, χρειαζόμαστε όλοι μια παιδεία συνύπαρξης: “να είμαστε δίπλα στον κάθε άνθρωπο, να του δίνουμε διάθεση για ζωή, για άνοιγμα σε οικογένεια και σε κάθε κοινωνία” (σ.34). Χρειάζεται όμως να αναδιοργανωθεί η ζωή της Εκκλησίας σε ενορίες που θα λειτουργούν ως κοινότητες, οι οποίες θα ενισχύσουν τον θεσμό της οικογένειας, εντάσσοντας τα μέλη του σε πυρήνες συλλογικότητας, που θα είναι παρέες, εθελοντικές ομάδες, συνάξεις ενίσχυσης, πρόσωπα  αναφοράς που θα λειτουργούν συμβουλευτικά, ενώ η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας στη ζωή της Εκκλησίας είναι μείζον ζήτημα.
          Σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Θ. Παπαθανασίου επισημαίνεται ότι η βία σήμερα αυξάνει (σ.160) διότι το σύστημα καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, την εργαλειοποίηση των πάντων, τη χρήση ουσιαστικά όλων προς ίδιον όφελος και μάλιστα προς πλουτισμό και εξουσία. Εδώ χρειάζεται αλλαγή προς τη δοτικότητα, το να μάθουμε όλοι να πορευόμαστε με κριτήριο την προκοπή μας σε συνάρτηση με την προσφορά στο κοινό καλό. Έτσι, η βία θα προληφθεί ουσιαστικά, όταν υπάρχει σεβασμός στον άλλον ως εικόνα Θεού, κοινωνική δικαιοσύνη, άρνηση της πλεονεξίας και ελεημοσύνη όχι από οίκτο, αλλά ως συνειδητή έκφραση αγάπης προς τους μη έχοντες, ενώ, την ίδια στιγμή, η κοινωνία χρειάζεται να δει τη ζωή στην προοπτική της χαράς και της δημιουργίας και όχι στην προοπτική της επίδοσης, που γίνεται αυτοεκμετάλλευση, καθώς το υποκείμενο της επίδοσης καταναλίσκεται μέχρις εξαντλήσεως (burnout), αναπτύσσοντας μία επιθετικότητα εις βάρος του εαυτού, που δεν είναι δύσκολο να οδηγηθεί και σε επιθετικότητα εις βάρος των άλλων, στο άγχος της επίτευξης των στόχων. 
    Η Εκκλησία οφείλει να συνεργάζεται με τις επιστήμες ψυχικής υγείας, ενώ η υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης όπως οι Σχολές Γονέων, το στέκι οικογενειών, η κατασκήνωση οικογενειών, δράσεις πολιτισμού και προγράμματα στην εκπαίδευση μπορούν να λειτουργήσουν θετικά στον τομέα της πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας. Ας μην ξεχνούμε ότι η βία ασκείται από εκείνους και εκείνες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει το μυστήριο του γάμου, ενώ υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι να κάνουν οικογένεια, διότι δεν έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους, ούτε έχουν διαμορφώσει στάσεις ζωής που προϋποθέτουν την αγάπη. 
    Το βιβλίο είναι πολύ δυνατό και αξίζει μελέτης όχι μόνο από κληρικούς, αλλά και από κάθε χριστιανό που  θέλει να δει το ζήτημα της βίας πολύπλευρα. Αξίζει ο έπαινος τόσο στον π. Αντώνιο Καλλιγέρη, όσο και στις εκδόσεις  ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ για την έκδοση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 
18 Μαΐου 2026

5/16/26

ΕΠΤΥΣΕ ΧΑΜΑΙ ΚΑΙ ΕΠΟΙΗΣΕ ΠΗΛΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΤΥΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΤΟΝ ΠΗΛΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).

῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. 

            «Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή  φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει. Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.

            Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας. Δεν είναι απόρριψη της αμαρτίας και συμπόνοια, προσευχή, αγάπη για τους αμαρτωλούς, στους οποίους κι εμείς ανήκουμε. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες, διότι φοβόμαστε ότι κινδυνεύει η δική μας καθαρότητα. Λέμε όχι, όταν η Εκκλησία συγχωρεί, παλεύει για τη γιατρειά των ανθρώπων, για να δούνε τη δόξα του Θεού, για να δούνε τον κόσμο με τα μάτια της αγάπης και της αλήθειας, για να μην αποκάμουν ζητιανεύοντας λίγη στοργή, καθώς νιώθουν εκ γενετής ανήμποροι να έχουν νόημα. Λέμε όχι, όταν η πίστη δεν μιλά όπως εμείς θέλουμε να μιλήσει, αλλά αφήνει την αγκαλιά του Θεού ανοιχτή για τον ελάχιστο.

            Καθώς κλείνει η αναστάσιμη περίοδος, το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία όραση καρδιακή, ψυχική, που περνά από την αγάπη και είναι αγάπη. Αυτή που βλέπει μ’ άλλα μάτια: «όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς, όλα μένουν ίδια άμα δεν τα πας, κι όλα αυτά που είναι, γίνονται ξανά, μέσα απ’ τη δικιά σου τη ματιά» (Ορφέας Περίδης), αρκεί αυτή να ακολουθεί τη ματιά του Χριστού. Να φτύνει, για να φτιάξει τον πηλό που δημιουργεί από την αρχή, καλύπτοντας το έλλειμμα. Διότι αυτός που νιώθει ότι κάτι του λείπει, εμπιστεύεται, για να γιατρευτεί, Εκείνον που αγαπά, παρηγορεί και σώζει. Και Τον ακούει, κάνοντας το βήμα προς την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Για να παρηγορηθεί, να μη μείνει μόνος, να αντέξει.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

17 Μαΐου 2026

Του Τυφλού

5/12/26

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

                

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά  που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας  ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.  

                Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει  να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

                Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

                Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 13 Μαΐου 2026

5/9/26

ΕΓΩ ΒΡΩΣΙΝ ΕΧΩ ΦΑΓΕΙΝ, ΗΝ ΥΜΕΙΣ ΟΥΚ ΟΙΔΑΤΕ

 

«Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ιωάν. 4, 31-34)‘’Στο μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές λέγοντας: «Ραβί, φάε».  Εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε»    Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως κάποιος του έφερε να φάει;»    Τους λέει ο Ιησούς: «Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να τελειώσω το έργο του’’. 

            Σε μία από τις πιο ξεχωριστές διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Χριστός συζητά με μία γυναίκα Σαμαρείτιδα. Τολμά να μιλήσει σε ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι δεν το είχαν σε υπόληψη, διότι δεν ακολουθούσε τους ηθικούς κανόνες της εποχής που θεωρούσαν ότι η γυναίκα πρέπει να ανήκει στον άντρα και όχι οι άντρες να ανήκουν σ’ αυτήν. Η θέση της γυναίκας, εξάλλου, δεν ήταν να συζητά με άντρες μόνη της, ούτε να θέτει ερωτήματα θεολογικά, αλλά να ασχολείται με το σπίτι και την οικογένεια. Η γυναίκα αυτή ανήκε μάλιστα στους εχθρούς των Ιουδαίων, τους Σαμαρείτες. Δεν επιτρεπόταν Ιουδαίοι να συζητούν, να έχουν σχέση με Σαμαρείτες. Ο Χριστός όμως συζητά με μια γυναίκα που είναι δυναμική προσωπικότητα, αναζητεί την αλήθεια σχετικά με τον Θεό και περιμένει τον Μεσσία. Μια γυναίκα η οποία έχει αφομοιώσει όλα τα σημαντικά θρησκευτικά και θεολογικά ερωτήματα του λαού της και βρίσκει την ευκαιρία να τα εκφράσει, δείχνοντας ότι στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος της ζωής δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά η καρδιά.

            Όταν οι μαθητές του Χριστού έρχονται από την πόλη των Σαμαρειτών, όπου έχουν πάει για να προμηθευθούν τρόφιμα (στις συναλλαγές δεν ισχύουν οι φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές…), Τον παρακαλούν να φάει. Ο Χριστός αρνείται, λέγοντάς τους ότι «εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν ξέρετε». Έχει ήδη χορτάσει ο Χριστός μέσα από τη συζήτηση με την Σαμαρείτιδα. Διότι η τροφή που τρέφει αληθινά είναι αυτή του έργου του Θεού, της υπόδειξης του θελήματος του Θεού, της βίωσης αυτού του θελήματος στη ζωή την προσωπική, αλλά και του κόσμου τούτου. Η τροφή αυτή είναι η γνώση και η βίωση του Ευαγγελίου, είναι η ιεραποστολή, είναι η συνάντηση της αγάπης και της αλήθειας με τον πλησίον, η ζωή της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Χριστός χαίρεται και ξεπερνά την ανάγκη για τροφή επιβίωσης όταν συναντά, διαλέγεται, επικοινωνεί, μοιράζεται το Ευαγγέλιο με τους ανθρώπους. Το ίδιο καλούμαστε να κάνουμε κι εμείς.

            Ο άνθρωπος νιώθει πως το φαγητό είναι η αφετηρία για να ζήσει. Το θεοποιεί συχνά, ιδίως στην εποχή μας. Το απολαμβάνει. Λησμονεί όμως το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται».   Και δεν είναι έτοιμος να μοιραστεί τη χαρά της αγάπης που η συνάντηση με τον πλησίον φέρνει, ιδίως όταν αυτή γίνεται στην Εκκλησία. Εκεί, όπου κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού. Εκεί, όπου αυτή η μοναδική τροφή χορταίνει την πείνα της ψυχής για αλήθεια και νόημα. Εκεί, όπου αυτή η τροφή γίνεται παρηγοριά στις δοκιμασίες, τους σταυρούς, ακόμη και στον θάνατο. Εκεί, όπου συναντούμε τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, των συνανθρώπων μας, των ζώντων και των κεκοιμημένων, αλλά και μία παράδοση αιώνων που μας τρέφει αληθινά και μας υπενθυμίζει το δικό μας έργο, που είναι να μοιραστούμε την αλήθεια με κάθε άνθρωπο, χωρίς να φοβηθούμε να συναντήσουμε και εκείνον που δεν είναι όπως εμείς, που δεν συμμερίζεται ούτε τον τρόπο ούτε την αλήθεια μας, αλλά είναι καλοπροαίρετος και ζητά λίγη από τη χαρά μας.  

            Ο Χριστός χορταίνει με την αποστολή της αγάπης και της αλήθειας. Με την υπακοή στο θέλημα του Πατρός Του. Με το να μοιραστεί έστω και με έναν άνθρωπο τη χαρά ότι ο Ίδιος έγινε άνθρωπος για μας. Με το να απαντήσει σε ερωτήματα και προβληματισμούς. Με το να μη φοβηθεί το ήθος του απέναντι, αλλά με το να δείξει ότι η κάθε εικόνα Θεού, όπως κι αν είναι, όπως κι αν φέρεται, χρειάζεται την αγάπη και την αλήθεια. Κι ας απαντήσει εκείνη, όπως έκαναν η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις και οι συμπολίτες της που έσπευσαν να δούνε και να ακούσουν τον Χριστό, αν τελικά Αυτός είναι το νόημά μας.

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

10 Μαΐου 2026

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

5/8/26

ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΝΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ

                 Ένα από τα βασικά θέματα, τα οποία γράφαμε ως Έκθεση, οι μεγαλύτεροι από εμάς, ήταν το χάσμα των γενεών. Ακολουθώντας τη γραμμή των φιλοσόφων της αρχαιότητας, προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους νέους και τους πρεσβύτερους. Αποδίδαμε στη νέα γενιά την όρεξη, τον ενθουσιασμό, την απερισκεψία, την αμφιθυμία, τον έρωτα, την τρέλα, τη δίψα για περιπέτεια. Βλέπαμε τους μεγαλύτερους ως συντηρητικούς, μαζεμένους, μετρημένους, χωρίς διάθεση για μεγάλα ρίσκα, για μεγάλα βήματα. Ονειρευόμασταν έναν κόσμο στον οποίο οι νέοι θα είχαν τον τελευταίο λόγο, θα οδηγούσαν τους πάντες προς τη δικαιοσύνη, την αλήθεια, τη δημιουργικότητα και οι μεγαλύτεροι θα ακολουθούσαν, συμβουλεύοντας και με χαρά βάζοντας κάποια όρια, χωρίς όμως να αποκόβουν τον νεανικό ενθουσιασμό. Το χάσμα των γενεών έφερνε συγκρούσεις, ιδεολογικές και οραματικές.

       Σήμερα, υπάρχει άραγε χάσμα γενεών;  Με δυσκολία μπορούμε να δώσουμε καταφατική απάντηση. Το Διαδίκτυο και το κινητό δείχνουν να θριαμβεύουν στη διαμόρφωση της πορείας της ζωής. Μπορεί οι νέοι να εξακολουθούν να  είναι πιο κριτικοί απέναντι στην κοινωνία των μεγαλυτέρων, ωστόσο δείχνουν ότι έχουν υιοθετήσει πλήρως τις προτεραιότητές της. Χρήμα, ηδονή χωρίς ευθύνη., μία μόνιμη γκρίνια για τη ζωή χωρίς διάθεση να γίνει κάτι, ώστε να αλλάξει. Είναι συντηρητική στην πραγματικότητα η νέα γενιά. Η μόνη της επανάσταση έχει να κάνει με την αποδοχή της διαφορετικότητας, κάτι που οι μεγαλύτεροι μπορεί να ανέχονται, αλλά, κατά βάθος, δεν δέχονται.

Οι influencers επηρεάζουν τον οραματισμό των νέων, όχι όμως προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Να ταξιδέψει θέλει ο νέος. Να ταξιδέψει όμως θέλει και ο μεγαλύτερος.  Να έχει χρήματα θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να έχει ελευθερία στην απόλαυση θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να μην κοπιάζει πολύ θέλει ο νέος. Το ίδιος και ο μεγαλύτερος. Να γυμνάζεται θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος. Να ζει τη ζωή του θέλει ο νέος. Το ίδιο και ο μεγαλύτερος.

Γι’ αυτό και στην εποχή μας ουσιαστικά η διαχείριση της ζωής μετρά και όχι οι μεγάλες αλλαγές. Οι πολιτικοί δεν εμπνέουν, ίσως επειδή δεν έχουν καρδιά και δεν μπορούν να μιλήσουν στην καρδιά των ανθρώπων. Το σχολείο είναι δομημένο στην προοπτική  της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας, της διαχείρισης της πλήξης, της ήσσονος προσπάθειας. Οι μεγαλύτεροι τα δίνουν όλα στους μικρότερους. Γι’ αυτό και όταν έρχεται η ώρα των κάθε μορφής εξετάσεων το άγχος θριαμβεύει, ακριβώς διότι είναι η πραγματικά πρώτη μεγάλη δοκιμασία, στην οποία η επιτυχία θεωρείται ως αναγνώριση της αξίας του νεώτερου. Ίσως γι’ αυτό και η πλειονοψηφία δεν το παλεύει μέχρι τέλους. Δεν το αντέχει.

Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα συμφωνούν και σε κάτι ακόμη. Πως για όλα φταίνε οι άλλοι. Πηγαίνουν στους θεραπευτές κάθε λογής, για να πάρουν οδηγίες σχετικά με τη ψυχική τους κατάσταση και να νιώσουν καλύτερα. Δεν είναι όμως έτοιμοι να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες για τις επιλογές της ζωής τους ή για ό,τι θα μπορούσαν να παλέψουν να κάνουν καλύτερα. Πάντα θα φταίει  ζωή, η αδικία, ο κόσμος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ίδιοι αισθάνονται αναπαυμένοι στη συνείδησή τους ότι κάνουν αυτό που περνάει από το χέρι τους.

Η πίστη στους καιρούς μας βρίσκει νέους και μεγαλύτερους όχι έτοιμους να αναζητήσουν το Πρόσωπο Εκείνο που είναι η οδός, η αλήθεια, η ζωή. Βρίσκει όμως και μεμονωμένα πρόσωπα, που έχουν ανάγκη από αλήθεια και παρηγοριά, από νόημα. Εδώ βρίσκεται και η αληθινή υπέρβαση του όποιου χάσματος.  Στο Νόημα που κάνει τη ζωή να αξίζει. Στην Αγάπη που ουδέποτε εκπίπτει και φέρνει τη διάθεση της αυθεντικής συνύπαρξης, πέρα από διαφορές. Στη σχέση, τελικά, με τον Χριστό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           Στο φύλλο της Τετάρτης 6 Μαΐου 2026

5/1/26

ΑΛΛΟΣ ΠΡΟ ΕΜΟΥ ΚΑΤΑΒΑΙΝΕΙ


«᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει»
(Ιωάν. 5, 7)

«Κύριε», τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος, «δὲν ἔχω κανέναν νὰ μὲ βάλει στὴ δεξαμενὴ μόλις ἀναταραχτοῦν τὰ νερά· ἔτσι, ἐνῶ ἐγὼ προσπαθῶ νὰ πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος ἄλλος κατεβαίνει στὸ νερὸ πρὶν ἀπὸ μένα». 

           Μια κοινωνία ανταγωνισμού η κοινωνία της εποχής μας. Οι άνθρωποι προσπαθούμε να υπερβούμε ο ένας τον άλλον, όχι μόνο ως προς τα υλικά αγαθά, αλλά κι ως προς τις επιτυχίες σε κάθε τομέα της ζωής. Μοιάζει η εποχή μας με ένα αγώνισμα διαδικτυακών παιχνιδιών, στο οποίο ο καθένας μας προσπαθεί να συγκεντρώσει περισσότερους πόντους και να περάσει περισσότερες πίστες σε σχέση με τους άλλους, για να είναι ευχαριστημένος. Δοξάζεται ο φθονερός πολύ πιο εύκολα, από ό,τι επικροτείται ο χαρούμενος, ο ταπεινός, ο μη εριστικός. Και αυτός ο ανταγωνισμός περνά σε κάθε πτυχή των ανθρώπινων σχέσεων. Τι άλλο είναι το bullying, παρά μια απόπειρα του ανθρώπου να ξεχωρίσει επιβάλλοντας τον εαυτό του, τη δύναμή του, την ικανότητά του να έχει ακολούθους στους άλλους που είναι αδύναμοι;

            Αυτός ο ανταγωνισμός διαφαίνεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει το ήθος και το πνεύμα της θυσίας. Όπως επισημαίνει ο παράλυτος της Βηθεσδά στον Χριστό, «μέχρι να πλησιάσω εγώ στο νερό της κολυμβήθρας που ο άγγελος ταράζει, άλλος έχει μπει πριν από μένα μέσα». Κατανοητή η επιθυμία της ίασης. Στην πραγματικότητα όμως η ασθένεια κάνει τον άνθρωπο να σκέπτεται μόνο τον εαυτό του, μόνο τη δική του γιατρειά, και όχι τον πλησίον. Όσοι συγκεντρώνοντας στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, δεν έβλεπαν ποιος έχει περισσότερη ανάγκη να γιατρευτεί. Κοιτούσαν αποκλειστικά τον εαυτό τους. Μικροκοινωνία ζούγκλας στην πραγματικότητα, χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς όσοι ήταν εκεί να σκέπτονται τα χρόνια που κάποιος περίμενε. Τριανταοκτώ είχε συμπληρώσει ο παράλυτος. Και ουδέποτε θα γιατρευόταν, αν ο Χριστός δεν τον θεράπευε.

            Σκληροκαρδία υπήρχε όμως και στο περιβάλλον. Οι εχθροί του Χριστού δεν ελέγχθηκαν διότι επί τριανταοκτώ χρόνια άφηναν έναν άνθρωπο να υποφέρει, χωρίς ελπίδα, αλλά έσπευσαν να καταγγείλουν τον Κύριο διότι Σάββατο θεράπευσε τον παράλυτο. Απίστευτη η σκληροκαρδία τους. Σημείο όχι απλώς τυπολατρίας, αλλά και απόλυτης έλλειψης αγάπης, κάτι που ο Μωσαϊκός νόμος δεν το επικροτούσε. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήταν εντολή της Παλαιάς Διαθήκης. Ο παράλυτος ζούσε σε μία κοινωνία ζούγκλας και αδιαφορίας, αλλά και στη δική του μικροκοινωνία η ίδια κατάσταση επικρατούσε. Το έλλειμμα της αγάπης, που μόνο ο Χριστός θεράπευσε, μη ασχολούμενος με την κακία και τη σκληροκαρδία των πολλών.

            Αν ήμασταν στην κατάσταση του παραλύτου, αν τα παιδιά μας ήταν στην κατάσταση του παραλύτου, πόση δύναμη ψυχής και πόση αγάπη θα έπρεπε να έχουμε, για να μην επιλέξουμε να αφήσουμε τον παράλυτο να περιμένει! Από την άλλη, ίσως έχει έρθει ο καιρός να δούμε μήπως το έλλειμμα της αγάπης μάς κάνει γενικώς σκληρόκαρδους στη ζωή. Ο παράλυτος, μπορεί εξαιτίας της γκρίνιας και της δικής του ταλαίπωρης ψυχής να μην είχε κανέναν άνθρωπο κοντά του. Όμως, μια κοινωνία η οποία επιτρέπει ο κάθε εμπερίστατος, ο κάθε αναγκεμένος να μένει μόνος του, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία η οποία και δεν αγαπά και δεν νοιάζεται. Το ίδιο και η εκκλησιαστική κοινότητα που παραμένει εγκλωβισμένη στην ατομική σωτηρία του καθενός., που αρκείται στην τήρηση των θρησκευτικών καθηκόντων του καθενός, που κρίνει με βάση την τυπολατρία, τον φόβο για την καθαρότητα της πίστης, την αδιαφορία για την προτεραιότητα της  αγάπης. Διότι η κοινότητα του παραλύτου έπρεπε να ιεραρχήσει το ποιος είχε περισσότερη ανάγκη από τους ασθενείς, και η ίδια να αποφασίσει ποιος θα μπει στην κολυμβήθρα. Το έλλειμμά της το δείχνει ο Χριστός. Αλλά την ίαση δεν την αποδέχεται η κοινότητα. Παραμένει σκληρόκαρδη και ασθενής. Γιατί δεν αγαπά.

            Ας μην την ακολουθήσουμε! Ας γλυκάνει η καρδιά μας! Ας δώσουμε προτεραιότητα στον άλλον, και ο Χριστός δεν θα λησμονήσει εμάς! Πίστη κι αγάπη χρειαζόμαστε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου