2/28/16

1915: Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ


                Διαβάσαμε σχεδόν απνευστί την ιστορική ερμηνεία του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου, επισκέπτη καθηγητή τόσο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όσο και σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια, στο βιβλίο του «1915: Ο εθνικός διχασμός» (εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 20163). Αναφέρεται στον διχασμό μεταξύ Βενιζελικών και Κωνσταντινικών που ακύρωσε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών και οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Ανεξαρτήτως από το αν συμφωνεί κανείς ή όχι με κάποιες από τις ερμηνευτικές πτυχές που δίνει ο συγγραφέας, μένει ενεός μπροστά στο μέγεθος του παραλογισμού το οποίο χαρακτήρισε εκείνη την εποχή. Μια αδελφοκτόνος σύγκρουση, από την οποία διεφάνη μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του έθνους μας:  τα προσωπικά πάθη, συνέπεια της αρχομανίας, που δεν επιτρέπουν την αναγνώριση της αξίας του άλλου και οδηγούν σε εθνικές καταστροφές.
                Απόλυτο κακό δεν υπάρχει σε μία από τις δύο πλευρές. Δικαιολογίες για την συμπεριφορά είτε της μίας είτε της άλλης μπορεί κανείς να βρει, αναλόγως προς την ιδεολογική του προτίμηση. Τα γεγονότα όμως προκαλούν λύπη και απογοήτευση. Διώξεις της μίας παράταξης εις βάρος της άλλης, ισοπεδωτικοί χαρακτηρισμοί, ύβρεις, συκοφαντίες, διαστρέβλωση της αλήθειας, αξιοποίηση όλων των τεχνικών καθοδήγησης της κοινής γνώμης, τρομοκρατία. Την ίδια στιγμή ένα μίσος, κανονικά αδιανόητο να υφίσταται σε μορφωμένους και ευφυείς ανθρώπους, θεωρητικά έτοιμους να διαλεχθούν με τον άλλο και να συνυπάρξουν. Οι υποστηρικτές, αντί να αξιοποιήσουν τα προσόντα τους για το καλό της πατρίδας, θεώρησαν ότι η χαρισματικότητα των ηγετών ήταν η ευκαιρία  για να ασκήσουν οι ίδιοι το μερίδιο της εξουσίας που επιθυμούσαν, που φιλοδοξούσαν, που θεωρούσαν ότι τους ταίριαζε. Προϋπόθεση η εξόντωση των αντιπάλων τους. Και όχι μόνο. Από τη μία η Παλαιά Ελλάδα, αυτή του ανεξάρτητου από το 1830-1881 κράτους (Πελοπόννησος, Στερεά μέχρι τον ποταμό Άραχθο στην Άρτα, Επτάνησα, Θεσσαλία, Κυκλάδες), και από την άλλη οι Νέες Χώρες (Μακεδονία, υπόλοιπη  Ήπειρος, Θράκη, νησιά Αιγαίου, Κρήτη) και η περιοχή της Σμύρνης. Από τη μία η κρατικοδίαιτη  αστική τάξη, συσστρατευμένη με τον βασιλιά, και από την άλλη οι έμποροι, οι βιομήχανοι και οι επιχειρηματίες να ακολουθεί τον Βενιζέλο. Στη μέση, οι αγρότες και οι εργάτες. Η Παλαιά Ελλάδα του βασιλιά να υποστηρίζεται από τους Τούρκους, τους Εβραίους, τους Σλάβους της Μακεδονίας και της Θράκης (δεν είχε γίνει ακόμη η ανταλλαγή των πληθυσμών) και να είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τη Μακεδονία, για την οποία τόσο ελληνικό αίμα είχε χυθεί στον Μακεδονικό Αγώνα, στα χέρια των Βουλγάρων, μόνο και μόνο για να μην επικρατήσει ο Βενιζέλος με τη βοήθεια της Αντάντ. Και από την άλλη ο βενιζελικός εκσυγχρονισμός, με πατριωτικές θέσεις και ευαισθησίες, που να μην επιμένει ωστόσο στην ανάγκη για ενότητα και πειθώ, αλλά να ασκεί με τη σειρά του τρομοκρατία στους αντιπάλους του, να οραματίζεται το ανέφικτο και να βρίσκει τη ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών δολοφονώντας τους αντιπάλους «με τη δίκη των έξι».
                Ο συγγραφέας τοποθετείται υπέρ του βενιζελισμού. Δεν φαίνεται άτοπη η θέση του. Δεν διστάζει, όμως, να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα. Και την ίδια στιγμή αφήνει να διαφανεί όλη η παθολογία του εμφυλίου πολέμου, την οποία είχε καταγράψει ο μεγάλος Θουκυδίδης, γράφοντας την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου στο Τρίτο βιβλίo των Ιστοριών του.
« Έγιναν λοιπόν εμφύλιοι πόλεμοι στις πόλεις και όπου καθυστέρησαν να εκραγούν, εκεί, νομίζω, λόγω της πείρας που είχαν αποκτήσει από προηγούμενους εμφυλίους, έγιναν πολύ πιο εφευρετικοί οι άνθρωποι και τελειοποίησαν τους τρόπους επίθεσης κατά των αντιπάλων και τις επιβαλλόμενες παράδοξες τιμωρίες. Άλλαξαν τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων και τους έδωσαν όχι την πραγματική, αλλά αυτή που τους συνέφερε. Η ασυλλόγιστη τόλμη π.χ. θεωρήθηκε ανδρεία υπέρ των ομοϊδεατών, ενώ η προνοητική διστακτικότητα θεωρήθηκε αξιοπρεπής δειλία. Η φρονιμάδα θεωρήθηκε πρόσχημα ανανδρίας και η σύνεση αδράνεια. Η έξαλλη ορμητικότητα προστέθηκε  στα προσόντα του πραγματικού άνδρα, ενώ η επανεξέταση μιας απόφασης για την ασφαλέστερη επιτυχία της θεωρήθηκε εύσχημη πρόφαση υπεκφυγής.
Όποιος φαινόταν σκληρός κατά των εχθρών του ήταν άξιος εμπιστοσύνης, ενώ όποιος πρόβαλλε αντιρρήσεις, εθεωρείτο ύποπτος. Όποιος μηχανευόταν μια επιβουλή και την πετύχαινε, περνούσε για έξυπνος και όποιος την προέβλεπε και τη ματαίωνε, ακόμη εξυπνότερος. Αλλά όποιος έπαιρνε τις προφυλάξεις του, ώστε να μη χρειαστεί ούτε να επιβουλευτεί κάποιον ούτε να ματαιώσει την επιβουλή κάποιου άλλου εναντίον του, αυτός εθεωρείτο διαλυτικό στοιχείο και τρομοκρατημένος από τους εχθρούς του. Και γενικά εθεωρείτο αξιέπαινος όποιος προλάβαινε τον άλλο που επρόκειτο να του κάνει κακό και όποιος παρακινούσε τον άλλο να κάνει ένα κακό που δεν είχε στο μυαλό του να το κάνει.
Αιτία όλων αυτών ήταν η εξουσία που την ήθελαν λόγω της πλεονεξίας και της φιλοδοξίας τους (...) Οι αρχηγοί των πολιτικών παρατάξεων στις διάφορες πόλεις πρόβαλλαν ο καθένας ως πρόσχημα τις ωραίες ιδέες που ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Οι αρχηγοί των δημοκρατικών πρόβαλλαν την ισονομία και την πολιτική ελευθερία του λαού, οι αρχηγοί των ολιγαρχικών τη συνετή διακυβέρνηση των αρίστων. Έτσι μόνο με λόγια φρόντιζαν τα κοινά, στην πραγματικότητα όμως θεωρούσαν τα κοινά ως βραβείο του νικητή. Γι’ αυτό αγωνιζόμενοι με κάθε τρόπο να επικρατήσει ο ένας εις βάρος του άλλου, έφτασαν στο σημείο να κάνουν φοβερότατα εγκλήματα και αντεκδικήσεις ακόμα πιο μεγάλες (...) Ώστε κανείς τους δεν πίστευε στην ευσέβεια, όσοι όμως τυχόν αναδεικνύονταν νικητές, εθεωρούντο αξιέπαινοι εν ονόματι των μεγάλων ιδανικών που επιδίωκαν. Οι μετριοπαθείς πολίτες που δεν ανήκαν σε καμία πολιτική παράταξη εξολοθρεύονταν και από τις δύο, είτε γιατί δεν βοηθούσαν είτε γιατί τους φθονούσαν, επειδή ζούσαν ήσυχα μακριά από τους κινδύνους.
Έτσι, λόγω των εμφυλίων πολέμων σ’ ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο επικράτησε κάθε είδος κακοτροπίας και οι άνθρωποι με καλό χαρακτήρα εξευτελίστηκαν και εξαφανίστηκαν, ενώ –αντίθετα– μεγάλη διάδοση είχαν η διαρκής αντίθεση γνωμών και η αμοιβαία δυσπιστία. Διότι ούτε ο λόγος που δινόταν ετηρείτο, ώστε να έρθει η συμφιλίωση, ούτε όρκος που να προκαλεί φόβο, αν τον παραβίαζαν, αλλά όλοι, έχοντας υπόψη τους ότι δε θα κρατούσαν οι όρκοι και οι συμφωνίες και δεν είχαν καμία ελπίδα να στηριχτούν σ’ αυτούς, προσπαθούσαν, αντί να τους εμπιστεύονται, να παίρνουν προφυλάξεις για να μην πάθουν κανένα κακό.
Και κυρίως επικρατούσαν οι αμόρφωτοι. Γιατί, έχοντας επίγνωση της κατωτερότητάς τους και της υπεροχής των αντιπάλων τους, φοβούνταν μήπως νικηθούν στις συζητήσεις και μήπως πέσουν θύματα επιβουλής από αυτούς λόγω της μεγάλης τους πονηρίας και γι’ αυτό με μεγάλη τόλμη προχωρούσαν στην εκτέλεση των σχεδίων τους. Οι μορφωμένοι, επειδή τους περιφρονούσαν κι επειδή νόμιζαν ότι θα αντιληφθούν κάθε τους σχέδιο και ότι δεν ήταν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν βία για να πάρουν κάτι που μπορούσαν να το πάρουν με την οξυδέρκειά  τους, δεν έπαιρναν προφυλάξεις και έτσι εξολοθρεύονταν.
                Και αναρωτιέται ο καθένας εύλογα: «Γιατί;»  
Την ώρα που απαιτείται η συσστράτευση όσων ισχυρών προσωπικοτήτων υπάρχουν στον Ελληνισμό, εμείς βγάζουμε τον χειρότερο εαυτό μας. Οι χαρισματικοί, εξαρτημένοι από τους ισχυρούς της γης, βρίσκουν την ευκαιρία μέσω ενός Πολέμου να συγκρουστούν για το ποιος θα κατέχει την εξουσία. Την ώρα που ο Ελληνισμός έχει φτάσει στην υλοποίηση της Μεγάλης Ελλάδας η μικρόνοια και η εμπάθεια των ηγετών του, αλλά και η αδιαφορία του λαού για την αλήθεια, φέρνουν στην εξουσία τη χειρότερη δυνατή κυβέρνηση. Αυτή που το μόνο σχέδιό της ήταν να νικήσει τους αντιπάλους της, που δεν ήξερε να αντιμετωπίσει τις επιβουλές των ξένων, να διασώσει τον Ελληνισμό της Μικρασίας, που εξελέγη με το σύνθημα «η μικρά πλην έντιμος Ελλάς», «η ανεξάρτητη από τις ξενικές πολιτικές», «αυτή που δεν χρειάζεται κανέναν αλλά θα κάνει τους ξένους να μας στηρίξουν διότι η θέση μας είναι στρατηγικής σημασίας», που ακολούθησε την πολιτική Βενιζέλου στην οποία δεν πίστευε (!) και για την ανατροπή της οποίας υφάρπαξε την ψήφο του λαού, που προχώρησε σε μακρές και ατελέσφορες διαπραγματεύσεις με τους ξένους, αφήνοντας όλη την πρωτοβουλία στον Κεμάλ και τους Τούρκους, που μόνη έγνοια της ήταν να κρατηθεί με κάθε τρόπο στην εξουσία, ακόμα και αδιαφορώντας για τη σφαγή των Ελλήνων της Μικρασίας από τους Τούρκους, αρκεί να μην έρθουν στον ελλαδικό χώρο.
Λαός παραδομένος στα πάθη των ηγετών του. Λαός με μοναδική έγνοια του το παρόν, το μικροσυμφέρον του, αδιάφορος για τον πατριωτισμό, και από την άλλη λαός που ταυτίστηκε με τους χαρισματικούς ηγέτες του, τον Βενιζέλο και τον Βασιλιά, χωρίς να βάλει την Ελλάδα πιο πάνω από τα πρόσωπα. Λαός έτοιμος να αυτο-αθωωθεί, ότι δεν ήξερε, δεν κατάλαβε, έγινε αντικείμενο εμπαιγμού. Λαός, όμως, έτοιμος να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Και τα επαναλαμβάνει, με ηγέτες-καρικατούρες των χαρισματικών του 1915, αλλά με μεθόδους ανάλογες. Και η προσφυγιά επαναλαμβάνεται. Μόνο που οι πρόσφυγες αυτή τη φορά δεν είναι συντοπίτες μας, αλλά εγκλωβίζονται στον τόπο μας διότι είδαμε το ιδεολογικό δέντρο και όχι το πολιτικό δάσος.
Μία από τις τραγικότητες του διχασμού του 1915 ήταν ότι και η Εκκλησία συμπορεύτηκε άκριτα με την κρατική  εξουσία. Αφόρισε τον Βενιζέλο, για να ικανοποιήσει τη βασιλική εξουσία. Όταν ο Βενιζέλος επανήλθε, μετά την επικράτηση της  προσωρινής κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, άλλαξε τον Αρχιεπίσκοπο που τον αφόρισε. Και όταν οι αντιβενιζελικοί ανακατέλαβαν την εξουσία, άλλαξαν τον φιλο-βενιζελικό Αρχιεπίσκοπο και αυτό συνεχίστηκε και μετά το 1922. Εναγκαλισμός  Κράτους και Εκκλησίας. Εκκλησιαστικοί ηγέτες άτολμοι και ανίκανοι να διακρίνουν την αποστολή τους, που ήταν και είναι η ενότητα και όχι η ταύτιση με τους μεν ή τους δε. Κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Και κάπου- κάπου συνεχίζεται, όχι σε επίσημο επίπεδο, αλλά από μεμονωμένους επισκόπους, ιερείς και μοναχούς, μέχρι σήμερα.  
Το βιβλίο του Γιώργου Μαυρογορδάτου «1915: ο εθνικός διχασμός» είναι ένα λίαν διδακτικό. Μας διδάσκει εθνική αυτογνωσία. Κυρίως όμως μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε ότι στις δύσκολες στιγμές για την πατρίδα μόνο η ενότητα σώζει. Όχι τα πάθη και ο διχασμός. Αλλά η ενότητα προϋποθέτει ηγεσία με πνευματικότητα. Με διάθεση να διακονήσει τον λαό. Όχι να του υφαρπάξει την ψήφο, ούτε να τον οδηγήσει σε πνευματικό και πολιτικό εξανδραποδισμό, συνέπεια του οποίου είναι ο οικονομικός. Δεν είναι λύση «η μικρά πλην έντιμος  Ελλάς», αλλά η πατρίδα που κερδίζει την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό των Μεγάλων όχι γι’  αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτό που μπορεί να γίνει. Με την αξιοποίηση των υγιών δυνάμεών της. Όσων μπορούν να στηριχτούν στην ευρεία μόρφωση. Στα χαρίσματά τους. Στη δημιουργικότητά τους, σε όποιον χώρο και με ό,τι  κι αν καταγίνονται. Και κυρίως, στην καλλιέργεια του ταπεινού εκείνου πνεύματος που επιτρέπει να βλέπουμε τα χαρίσματα των άλλων. Και να τους εκτιμούμε. Να τους ακολουθούμε όταν βλέπουμε ότι στοχεύουν στην αληθινή πρόοδο.
Αυτό δε φαίνεται εφικτό σήμερα. Η διχόνοια, η εξουσιομανία, η βεβαιότητα ότι «μόνο εγώ» μάς οδηγούν καθημερινά όλο και πιο βαθιά στο τέλμα. Κυρίως όμως η ριζωμένη πεποίθηση σε πολλούς ότι δεν μπορεί, οι «εκλεκτοί» μας, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκονται, θα τα καταφέρουν. Όχι γιατί είναι όντως εκλεκτοί, αλλά διότι ντρεπόμαστε να παραδεχθούμε ότι εμείς τους καταστήσαμε «εκλεκτούς», γιατί είναι εικόνα μας.          

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός