8/4/12

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ


Μία από τις μεγάλες αγωνίες που ο άνθρωπος, ο οποίος αγωνίζεται πνευματικά στα πλαίσια της ζωής της Εκκλησίας, είναι το κατά πόσον το έργο του μπορεί να αναγνωριστεί τόσο από τον Θεό όσο και από τους ανθρώπους. Αν για κάθε έργο και για κάθε προσπάθεια στη ζωή μας αναλογιζόμαστε τι νόημα έχει για τον εαυτό μας, πολύ περισσότερο στην πνευματική και εκκλησιαστική ζωή, όπου το έργο συνήθως δεν είναι μετρήσιμο (πλην της υλικής φιλανθρωπίας), έχουμε την επίσκεψη του λογισμού αν αξίζει ο κόπος και με ποια κριτήρια θα θεωρούμε ότι δεν είναι η προσπάθειά μας μάταιη ή αποτυχημένη.
Το ερώτημα αυτό φαντάζει ανούσιο για εκείνον ο οποίος έχει απαρνηθεί τον εαυτό του, έχοντας αποφασίσει στη ζωή του να άρει τον σταυρό του και να ακολουθήσει το Χριστό. Όμως δεν παύει να είναι ένα βαθιά ανθρώπινο ερώτημα. Είμαστε πρόσωπα, δηλαδή ξεχωριστές προσωπικότητες, και δεν είναι εύκολο να λειτουργήσουμε σε μία λογική μηδενισμού του εαυτού μας, να προσποιηθούμε ότι δεν μας ενδιαφέρει τι μέλλει γενέσθαι στις προσπάθειές μας τόσο να χτίσουμε την προσωπικότητά μας στηριγμένη στις πνευματικές κατευθύνσεις της πίστης μας όσο και να διακονήσουμε το έργο της σωτηρίας των άλλων ανθρώπων. Επιπλέον, καλούμαστε στη ζωή μας να δώσουμε λόγο στο γιατί πράττουμε ό,τι πράττουμε, τόσο στους άλλους ανθρώπους, όσο και στον ίδιο μας τον εαυτό, να νοηματοδοτήσουμε δηλαδή τον κόπο μας, αλλά και να εξηγήσουμε τον στόχο, στοιχεία συχνά αμφισβητήσιμα.
Συχνά στην εκκλησιαστική πραγματικότητα θεωρείται εγωισμός να θέλει ο άνθρωπος να αντλεί χαρά από την πνευματική του προσπάθεια. Η έννοια του «εγώ» έχει υποκατασταθεί από ένα είδος μηδενιστικής ταπεινοφροσύνης, το οποίο προβάλλεται ως το ιδανικό. Και γι’ αυτό συχνά ακούγονται κατηγορίες κατά του λεγόμενου «προσωπικού έργου». Άνθρωποι που αφιερώνουν όλη τους τη ζωή στην διακονία του λόγου και της αναφοράς, που εμπνέουν πίστη και οδηγούν συνανθρώπους τους στην προσπάθεια για την καλή αλλοίωση, απορρίπτονται άμεσα ή έμμεσα με την κατηγορία ότι το έργο τους είναι προσωπικό και όχι εκκλησιαστικό. Χωρίς να αποκλείονται και αρρωστημένες καταστάσεις, όπου πρόσωπα εκμεταλλευόμενα την εκκλησιαστική τους ιδιότητα, ουδόλως καθοδηγούν προς το Χριστό, αλλά ωθούν τους άλλους σε μία οπαδική συμπεριφορά, ενώ άλλα πρόσωπα, ερμηνεύοντας με μη εκκλησιαστικά -στην πράξη- κριτήρια το Ευαγγέλιο και τη ζωή της πίστης, «πουλούν» αυστηρότητα ή και επιείκεια, για να θεραπεύσουν αφ’ εαυτού των τις ενοχές των άλλων είτε τιμωρώντας είτε αθωώνοντάς τους, εντούτοις είναι αδιανόητο για την παράδοση της Εκκλησίας να απογυμνωθεί το προσωπικό από το εκκλησιαστικό στοιχείο ενός έργου. Η Εκκλησία απαρτίζεται από πρόσωπα και από σχέσεις προσώπων, ενώ τα πρόσωπα είναι αυτά που γίνονται άγιοι στη ζωή της Εκκλησίας, εμπνέουν, παλεύουν, ωθούν τους άλλους ανθρώπους να ζήσουν πνευματικά. Και το αντίθετο. Κακοί ποιμένες διαφθείρουν τον αμπελώνα του Κυρίου και καμία θεωρητική εκκλησιαστικότητα δεν μπορεί να αναιρέσει το κακό το οποίο προκαλούν.
Επομένως, το προσωπικό στοιχείο αποτελεί την βάση για οποιοδήποτε έργο. Το θέμα είναι πόσο υγιές μπορεί να είναι το έργο αυτό και ποια κριτήρια γεννούν δικλείδες πνευματικής ασφαλείας για τους πιστούς που εμπιστεύονται και εμπνέονται πνευματικά από τα πρόσωπα των ποιμένων τους.
Ο Απόστολος Παύλος δίνει μερικά τέτοια κριτήρια στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του, τα οποία αξίζει να μας προβληματίσουν.
Το πρώτο είναι ότι ο πνευματικός άνθρωπος που γίνεται ποιμένας των άλλων, δηλαδή ηγέτης τους εκκλησιαστικός, βιώνει την αποστολή του ως συνεργασία με το Θεό. «Θεού εσμέν συνεργοί» (Α’Κορ. 3, 9) σημαίνει ότι έχουμε επιλέξει όχι απλώς να έχουμε σχέση με το Θεό ως παιδιά προς τον Πατέρα, αλλά ως συνεργάτες Του στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Αυτό βεβαίως είναι ένα χάρισμα που ο Ίδιος ο Θεός δια των μυστηρίων της Εκκλησίας αναθέτει στους ανθρώπους που θέλουν να διαδραματίσουν έναν τέτοιο ρόλο και όχι έργο του τυχόντος, ωστόσο προϋποθέτει και μία βαθύτερη δίψα πνευματικής προσπάθειας και αγώνα από την μεριά εκείνου που θέλει να είναι συνεργάτης του Θεού. Αυτό συνεπάγεται ότι ο συνεργάτης δεν μπορεί να κηρύττει τον εαυτό του ως πρότυπο, αλλά τον λόγο του Θεού και την μαρτυρία της Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Μεγίστη η ευθύνη. Την ίδια στιγμή όμως ο συνεργάτης του Θεού δεν είναι ένα όχημα που μεταφέρει ιδέες, βιώματα, γνώσεις άλλων, γιατί τότε είναι ένας απλός διακομιστής, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς ζωή και εύκολα καταντά ηθοποιός. Συνεργάτης σημαίνει κοινωνός του Θεού. Ο ίδιος του ο εαυτός αγαπά τον Θεό και αντλεί μέσα από αυτήν την αγάπη και την κοινωνία βιώματα, λόγους, ζωή, αντανακλάται δηλαδή η σχέση του με το Θεό ως σχέση μεταμορφωτική του εαυτού του στην διακονία των άλλων. Έτσι διασώζεται ταυτόχρονα και η εκκλησιαστικότητα και το πρόσωπο.
Το δεύτερο είναι ότι ο πνευματικός άνθρωπος που γίνεται ποιμένας των άλλων, δηλαδή ηγέτης τους εκκλησιαστικός, έχει ως θεμέλιο της διακονίας και του λόγου και του έργου του τον Ιησού Χριστό. «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ός εστίν Ιησούς Χριστός» (Α’ Κορ. 3, 11) και αυτό σημαίνει ότι διακηρύττει με τον λόγο και την ζωή του την συνάντηση με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Χριστό ως το νόημα της χριστιανικής ζωής. Δεν καθοδηγεί τους ανθρώπους στον εαυτό του, αλλά τους δείχνει τι θέλει ο Χριστός αληθινά από αυτούς, όπως επίσης και τους ωθεί Εκείνον να αγκαλιάζουν και να εμπιστεύονται, σ’ Εκείνον να αναθέτουν τη ζωή τους, Εκείνος να είναι η αρχή και το τέλος της ύπαρξής τους και Εκείνον να αγαπούν, ακόμη κι αν ο πνευματικός πατέρας εκλείψει. Σκοπός άλλωστε του πνευματικού έργου είναι η ελευθερία του ανθρώπου από τα παρόντα, ακόμη και τα πρόσωπα, και η οικείωση των μελλόντων, δηλαδή η σχέση με τον Χριστό που οδηγεί στην αιώνια ζωή. Η χαρά του πνευματικού ανθρώπου έγκειται στο να δείχνει τον Χριστό. Αυτό καταξιώνει και τον ίδιο, καταξιώνει και τον εαυτό του και νοηματοδοτεί το έργο του. Αν κηρύττει Αυτόν που αγαπά, διακηρύττει την αγάπη του.
Τέλος, ο πνευματικός άνθρωπος που γίνεται ποιμένας των άλλων, δηλαδή ηγέτης τους εκκλησιαστικός, εργάζεται κατά τα χαρίσματά του, τα οποία αποτελούν δωρεά του Θεού και που οφείλει να επαυξάνει στη ζωή του. «Χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται» (Α’ Κορ. 3, 12). Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει λάβει κάτι από το Θεό. Υπάρχουν όμως άνθρωποι, οι οποίοι αφήνουν κατά μέρος τα χαρίσματά τους, τα περιμένουν όλα από τους άλλους, επαναπαύονται σ’ εκείνους, ασχολούμενοι με αλλότρια. Παράλληλα, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι φθονούν το έργο των άλλων, λόγω της πενίας των δικών τους χαρισμάτων, ενώ ο λόγος του Θεού τονίζει ότι είτε χρυσός, είτε άργυρος, είτε ξύλα, είτε χόρτος είναι στοιχεία του πνευματικού έργου και τίποτε ο Θεός δεν περιφρονεί. Αν όμως πρυτανεύει η οκνηρία ή και το βόλεμα στο παρελθόν και απουσιάζει η προσπάθεια για έμπνευση στο σήμερα και στις ανάγκες του, ο χρυσός και ο άργυρος συκοφαντούνται και το ξύλο, το χόρτο και η καλάμη γίνονται πρότυπα. Ενίοτε ούτε καν αυτά.
Το πνευματικό έργο δεν περιορίζεται όμως στους εκκλησιαστικούς ηγέτες. Είναι σημείο της ζωής του κάθε χριστιανού. Είναι τιμή για όλους ο Θεός να μας θεωρεί συνεργάτες Του στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Να εμφυσά δηλαδή σε όλους μας την ευθύνη να Τον διακονήσουμε στα πρόσωπα των άλλων και υλικά και πνευματικά. Είναι ευθύνη όλων μας ο αγώνας για ελευθερία από το κακό και η προσπάθεια για ανάπτυξη σχέσης με το Χριστό. Άλλωστε, η ζωή της Εκκλησίας δεν είναι απλώς μία ηθική αλλαγή ή μια κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών ή η βίωση ενός ιδεολογικού μανιφέστου, αλλά η μεταμόρφωση της ύπαρξης στη σχέση με το Χριστό. Αλλά και τα χαρίσματα που μας δίδονται από το Θεό αποσκοπούν στο να λειτουργήσουν προς όφελος όλων και όχι προς δόξα προσωπική ή καλή ζωή.
Ο πνευματικός άνθρωπος και το έργο του, λέει ο απόστολος Παύλος, θα κριθεί αρχικά από τον χρόνο που περνά και τελικά από το πυρ της Δευτέρας Παρουσίας. Το έργο του μπορεί να λάμψει ή και να σβήσει για πάντα. Αυτό όμως που αφήνει ως υπόσχεση παρηγορίας είναι ότι εκείνος ο οποίος εργάστηκε για το Θεό, ακόμη κι αν το έργο του δεν αντέξει, θα σωθεί. «Ει τινος το έργον μενεί ό επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται. Ει τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται» (Α’ Κορ. 3, 14-15). Κι εδώ έγκειται τελικά η μεγαλύτερη χαρά για εκείνον που εργάζεται για το Θεό. Ότι παλεύοντας μέσα στη ζωή της θυσίας, της αγάπης και της διδαχής, καλύπτεται πλήθος αμαρτιών του και βρίσκει την οδό της Βασιλείας. Αρκεί να εργάζεται για το Θεό και να μην εξαρτά την προσπάθειά του από την αναγνώριση των άλλων, η οποία τελικά απογυμνώνει το έργο από τις πνευματικές του διαστάσεις.

Κέρκυρα, 5 Αυγούστου 2012