10/2/10

ΕΣΕΣΘΕ ΥΙΟΙ ΥΨΙΣΤΟΥ


Ο Χριστός, μέσα από τις παραβολές και τις διδαχές Του, μας θυμίζει συνεχώς τον αληθινό προορισμό μας: «να γίνουμε παιδιά του Θεού του Υψίστου». Ίσως να αναρωτηθούμε: «μα δεν είμαστε παιδιά του Θεού;» Αν προβληματιστούμε για το ποια είναι η στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι ο κόσμος μας ζει και πορεύεται σα να μην υπάρχει ο Θεός. Κι αυτό διότι έχει υποκαταστήσει το Θεό είτε με την γνώση και την επιστήμη, είτε με το εγώ, είτε με τα πάθη και την αναζήτηση της ευτυχίας μακριά από Εκείνον. Για πολλούς ο Θεός «πέθανε», διότι έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ζήσουν χωρίς πνευματικούς προσανατολισμούς.
Αλλά και μέσα στην δική μας εκκλησιαστική πραγματικότητα, παραθεωρούμε τόσο το γεγονός ότι είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, δηλαδή έχουμε τα δικά Του γνωρίσματα, όπως είναι η έφεση για αγάπη και ελευθερία, το λογικό και το δημιουργικό, όπως επίσης και η δυνατότητα της ευθύνης, που οδηγεί στο «άρχειν», δηλαδή στο να κυβερνούμε τον κόσμο, τον μικρό ή τον μεγάλο, στον οποίο ζούμε, αλλά και το γεγονός ότι ο Χριστός, με τον ερχομό Του στον κόσμο και την πορεία Του επί γης μας επανέφερε στο αρχαίον κάλλος, δηλαδή στην σχέση με τον Θεό που μεταφράζεται ως κοινωνία μαζί Του και ζωή αιώνιο.
Έτσι, ισχύει και για μας τους χριστιανούς σήμερα το σχήμα των τριών κινήτρων, τα οποία επεσήμαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας, προσπαθώντας να περιγράψουν τους λόγους για τους οποίους πιστεύει ο άνθρωπος στο Θεό.
Άλλοι από εμάς είμαστε δούλοι. Κίνητρό μας για την πίστη είναι ο φόβος. Φόβος για τον θάνατο, φόβος για την τιμωρία της κολάσεως, φόβος για την επίγεια τιμωρία, καθότι θέλουμε να νομίζουμε ότι ο Θεός είναι ο παντοδύναμος βασιλιάς, ο οποίος εισαγγελικά βλέπει ποιοι από τους ανθρώπους τηρούν τους νόμους Του και ποιοι όχι, και αναλόγως δίνει τις τιμωρίες, ώστε να συνέλθουν οι παραβάτες. Σπεύδουμε να αποδώσουμε κάθε περιπέτεια στη ζωή μας στην ενοχή, διότι «ουδέ συνετηρήσαμεν, ουδέ εποιήσαμεν» (Μέγας Κανών) από τα όσα μας έδωσε εντολή να κάνουμε. Και επειδή πιστεύουμε στην αιωνιότητα, δεν θέλουμε να βρεθούμε στην αιώνια τιμωρία, να είμαστε εξαιτίας των αμαρτιών μας μακριά από τον Θεό. Έτσι, η σχέση μας μαζί Του είναι σχέση του δούλου προς τον κύριό του. Τηρούμε τις εντολές Του, για να μην τιμωρηθούμε. Και κάνουμε επίθεση σε όσους είναι μακριά από τον Θεό, γιατί φοβόμαστε, εκτός των άλλων, και για την δική μας σωτηρία, μη τυχόν παρασυρθούμε από το κακό τους παράδειγμα. Έτσι, μετατρέπουμε τη σχέση μας με το Θεό σε δρόμο ηθικής.
Άλλοι από εμάς είμαστε μισθωτοί, υπάλληλοι. Κίνητρό μας ο μισθός και η ανταμοιβή. Τηρούμε τις εντολές για να φανούμε σωστοί ενώπιον του Θεού και να μας δώσει ως ανταμοιβή για τους κόπους μας την ουράνια Βασιλεία Του. Και σπεύδουμε μάλιστα να καταδικάσουμε, πολλές φορές φαρισαϊκά, όλους εκείνους οι οποίοι είναι «άρπαγες, άδικοι, μοιχοί» (Λουκ. 18, 11), επειδή εμείς δεν είμαστε σαν κι αυτούς. Άλλοτε, «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» (Ματθ. 23, 5), ναρκισσευόμαστε ότι πορευόμαστε την οδό της τελειότητας και τακτοποιούμε τις σχέσεις μας το Θεό όντας βέβαιοι στα μυστήρια της Εκκλησίας μας ότι έχουμε δικαιωθεί. Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε γιατί συμβαίνουν δοκιμασίες στη ζωή μας, ενώ δικαιούμαστε να τα έχουμε όλα καλά, αφού τίποτε από όσα ο Θεός μας έδωσε εντολή να τηρήσουμε, δεν το αφήσαμε στην άκρη. Έτσι μετατρέπουμε τη σχέση μας με το Θεό σε δρόμο συναλλαγής.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που έχουν επιλέξει τον τρίτο και δυσκολότερο δρόμο. Αυτόν της υιότητας, του να γίνουν παιδιά του Θεού. Κίνητρο η αγάπη. Η ευγνωμοσύνη για το ότι ο Θεός μας αγάπησε και «εξαπέστειλε τον υιόν Του, γενόμενον υπό γυναικός» (Γαλ. 4,4 ώστε να μας οδηγήσει στη σχέση μαζί Του,, που είναι αγάπη στην πληρότητά της. Ο πόθος να γινόμαστε όσο ωραιότεροι μπορούμε, για να δείχνουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο την αγάπη μας. Κυρίως όμως η ταπείνωση να κατανοούμε ότι «χωρίς Εκείνου ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15, 5). Και τηρούμε τις εντολές Του όχι για να ανταμειφθούμε ή για να μην τιμωρηθούμε, αλλά γιατί όταν αγαπάει κανείς, θέλει να δώσει χαρά στο πρόσωπο που αγαπά, κάνοντας αυτό που γνωρίζει ότι τον ευχαριστεί.
Ο δρόμος της υιότητας είναι δρόμος σταυρού. Είναι η αγάπη προς τους εχθρούς, είναι το να πράττει κανείς το καλό σ’ αυτούς που έπραξαν το κακό εις βάρος του, είναι το να δανείζει κανείς χρήματα, χαρίσματα, προσευχή, συμπαράσταση, χωρίς να περιμένει να λάβει πίσω κάτι. Αυτός είναι ο δρόμος του Χριστού. Εκείνος προσέφερε τον εαυτό Του υπέρ του κόσμου, χωρίς να περιμένει τίποτε από εμάς. Αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας, η οποία προσφέρει ό,τι έχει, υλικό και πνευματικό, στον καθέναν, χωρίς να περιμένει ευγνωμοσύνη και ανταπόδοση. Και ο δρόμος του σταυρού είναι δρόμος οικτιρμών, ευσπλαχνίας, πόνου και συμπάθειας.
Αν λοιπόν στην εποχή μας θέλουμε ως χριστιανοί να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα στον κόσμο και στους ανθρώπους, αλλά και να προχωρήσουμε διαφορετικά στη ζωή μας, ας αφήσουμε κατά μέρος τους δρόμους της ηθικολογίας και της συναλλαγής και ας διαλέξουμε τον δρόμο της υιότητας, δηλαδή το δρόμο του σταυρού. Και ο Χριστός θα μας συνδράμει ώστε γενόμενοι υιοί Του στην Εκκλησία, να μπορούμε αυτό το χάρισμα της υιοθεσίας να το μοιραζόμαστε ως χαρά και ανάσταση πνευματική με όλον τον κόσμο.

Κυριακή Β’ Λουκά - 3 Οκτωβρίου 2010
(Λουκ. 6, 31-36)