1/5/26

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕ

  

«Ὅτε πρὸς αὐτόν ἐρχόμενον ὁ Πρόδρομος τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐβόα θεωρῶν . ἴδε, ὁ λυτρούμενος τον κόσμον παραγέγονεν ἐκ φθορᾶς. Ἴδε,  ῥύεται ἡμᾶς ἐκ θίψεως. Ἰδού ὁ ἁμαρτημάτων ἄφεσιν χαριζόμενος ἐπί γῆς ἐκ Παρθένου ἁγνῆς ἐλήλυθε δι’ ἔλεον. Ἀντί δὲ σκότους φωτίζει το ἀνθρώπινον διά τοῦ ὕδατος τοῦ θείου βαπτισμοῦ αὐτοῦ. Λοιπόν δεῦτε συμφώνως αὐτόν δοξολογήσωμεν σύν Πατρί καὶ Ἅγίῳ Πνεύματι» (Στιχηρό σὲ ἦχο δεύτερο τῆς Θ’ Ὥρας τῶν Θεοφανίων) 

            Ζούμε σε ένα σκοτάδι που αγνοούμε οι άνθρωποι, ιδίως των καιρών μας. Καθώς προσπαθούμε να γεμίσουμε τον χρόνο μας με δράσεις, με εικόνες, με απολαύσεις, με εργασία, με χρήμα, με ταξίδια, με σχέσεις, δυσκολευόμαστε να δούμε ότι υπάρχει εντός μας αυτό που η παράδοσή μας ονομάζει καρδιά και είναι το κέντρο της ύπαρξης. Δεν είναι μόνο το σωματικό κέντρο, από το οποίο περνά η ζωή. Είναι και το κέντρο της ψυχής, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στα συναισθήματα ή στις προσδοκίες, αλλά, κυρίως, σε ό,τι αφορά το δόσιμο του εαυτού μας. «Όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας», μας υπενθυμίζει το Ευαγγέλιο. Και υπάρχει σκοτάδι στην καρδιά μας, διότι τη σκοτίζουν οι μέριμνες, αλλά και η φιλαρέσκεια. Κέντρο της καρδιάς μας είναι το «εγώ» μας. Όχι όμως ένα «εγώ» δοτικό, αλλά κυριαρχικό. Φανταζόμαστε ότι το παν στη ζωή είναι εμείς να είμαστε καλά, να έχουμε δίκιο, να μην νικιόμαστε, να μην ταπεινωνόμαστε, να είμαστε οι έξυπνοι της ιστορίας, αυτοί που έχουμε γνώμη για όλα, αυτοί που το θέλημά μας κυριαρχεί σε όλα. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όλη αυτή η κατάσταση είναι το σκοτάδι του θανάτου που ονομάζεται πνευματικός. Πού να χωρέσει ο Θεός σε μια τέτοια πορεία; Πού να χωρέσει ο άλλος ως εικόνα του Θεού; Πώς να γεννηθεί το λογικό υποκείμενο (Λακάν), όταν τα πάντα είναι «εγώ»; Πώς να υπάρξει έρωτας αυθεντικός, αφού ο έρωτας είναι «η αυθυπέρβαση της φυσικής ατομικότητας» (Χρ. Γιανναράς);

 Και η εποχή μας τροφοδοτεί το σκοτάδι. Παλαιότερα, ο άνθρωπος ένιωθε ότι αμαρτάνει, ότι σφάλλει, ότι αποτυγχάνει, ότι έχει κάποιες εντολές που οριοθετούν την πορεία του και οι οποίες πηγάζουν  από την αυθεντία του Θεού και της Εκκλησίας. Σήμερα, όλα έχουν απορριφθεί στην πράξη. Πώς να νιώσουμε λοιπόν ότι είμαστε στο σκοτάδι του πνευματικού θανάτου, ο οποίος θα συναντήσει τον σωματικό και τότε όλα όσα έχουμε κάνει ή έχουμε αποκτήσει ή δεν προλάβαμε και θα θέλαμε να έχουμε θα προσγειωθούν στην ματαιότητα; Αλλά κι εδώ ο άνθρωπος έχει βρει απάντηση. Είναι το μηδέν, η ανυπαρξία, το τέλος της καρδιάς. Αγνοεί όμως ότι η ζωή υπάρχει για να συνεχιστεί, διότι δεν βλέπει την αγιότητα.

Στο σκοτάδι λοιπόν αυτό, το αφανές και το αγνοούμενο, έρχεται η Εκκλησία μας να εορτάσει Θεοφάνια. Και ο ιερός υμνογράφος, βάζει στα χείλη του Προδρόμου, του Βαπτιστή του Χριστού, εκείνου που άνοιξε την οδό της βασιλείας για να την νοηματοδοτήσει ο Χριστός, να μας υποδεικνύει τρία μηνύματα, τα οποία είναι πρόσκληση για να ξαναδούμε τη ζωή με κέντρο την καρδιά, όχι όμως αυτή που έχει ως θησαυρό της το εγώ, αλλά την αγάπη που δίνει ο Χριστός.

Το πρώτο είναι η λύτρωσή μας από τη φθορά. Μόνο όποιος έχει σχέση με τον Χριστό, τον Θεό δηλαδή που έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο κατά χάρη Θεό, μπορεί να αντέξει τη φθαρτότητα του χρόνου. Ο Χριστός δίνει υπομονή. Γεννά τον πόθο της προσευχής και της κοινωνίας μαζί Του. Δίνει ελπίδα. Και στις μεγάλες δοκιμασίες στέκεται δίπλα μας, αρκεί η καρδιά μας να θέλει να Τον δει. Και στον θάνατο μας συντροφεύει ως το πρόσωπο εκείνο που μας δίνει την κοινωνία της αγιότητας και της αιωνιότητας και την προσδοκία της ανάστασης, διότι τίποτε δεν θα χαθεί, ούτε και το σώμα μας!

Το δεύτερο  είναι η λύτρωσή μας από τη θλίψη, τόσο για την ανημπόρια της αμαρτίας, όσο και για τις όποιες αποτυχίες μας, αλλά και τη μοναξιά μας. Η θλίψη ως κατάθλιψη είναι το σήμα κατατεθέν των καιρών μας. Ο εγκλεισμός στο «εγώ», που δεν μπορεί να καταξιωθεί με  γνώμονα τι ονειρεύεται και τι επιθυμεί, συναντά δυσκολίες ψυχικές και γεννά μείγμα εκρηκτικό. Η σχέση με τον Χριστό, ακριβώς διότι είναι έρωτας, που σημαίνει κοινότητα και κοινωνία, ακριβώς διότι μας οδηγεί στο «ανήκειν» της Εκκλησίας, αρκεί να θέλουμε, είναι υπέρβαση της θλίψης και της κατάθλιψης. Σχέση αληθινή σημαίνει εμπιστοσύνη.  Και η εμπιστοσύνη στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού είναι αρχή λύτρωσης.

Το τρίτο είναι η άφεση των αμαρτιών. Για να συγχωρήσεις, πρέπει να μην υφίστασαι την αμαρτία εντός σου. Και ο Χριστός είναι ο αναμάρτητος. Δεν συγχωρεί  επειδή έχει ανάγκη να συγχωρέσει τον ίδιο Του τον εαυτό, αλλά συγχωρεί διότι αγαπά. Η συγχώρεση πηγάζει από την επιθυμία να μην μετρήσεις τον άλλο με βάση του τι θα ήθελες να κάνει ή να δώσει, αλλά επειδή είναι ο άλλος. Μόνο ο Χριστός μπορεί να δει τον άνθρωπο έτσι, ως εικόνα Του. Δεν είναι η μετάνοια η προϋπόθεση της συγγνώμης από την πλευρά του Χριστού. Η μετάνοια είναι η δική μας  απόφαση να ζητήσουμε την άφεση, όχι γιατί το αξίζουμε ή μας ταιριάζει, αλλά γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε Εκείνος να μας αγαπά κι εμείς να λέμε «όχι» στην αγάπη Του, διαλέγοντας τα μέτρα και τα πάθη μας.

Βγαίνουμε από το σκοτάδι διά του ύδατος του θείου βαπτισμού. Έγινε άνθρωπος ο Θεός, μας δείχνει ότι ακολουθεί τον δρόμο μας και τον τρόπο μας όπως εμείς το έχουμε ανάγκη. Να καθαριστούμε από τον ρύπο του σώματος, αλλά και της ψυχής. Κι Εκείνος εισέρχεται στον Ιορδάνη, όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί θέλει να μας δείξει ότι είναι Ένας από εμάς. Και μέσα στη ζωή μας μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι χωρίς Αυτόν, το σκοτάδι κυβερνά. Με Αυτόν η καρδιά μας έχει απαντοχή, έχει νόημα, νιώθει ότι η αγάπη είναι το κλειδί κι ο θησαυρός της και εκεί όπου υστερούμε, Αυτός μας αναπληρώνει, διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, καθιστώντας την Τριαδική Θεοφάνεια γιορτή ζωής για όλους μας. Όπως βιώνουμε την παρουσία της Αγίας Τριάδος ως πρότυπο αγάπης, ζωής, κοινότητας, έτσι κι εμείς καλούμαστε αυτόν τον δρόμο να ακολουθήσουμε.

Βαπτιστήκαμε στην Εκκλησία. Λάβαμε το Χρίσμα. Ανανεώνουμε τον τρόπο της αγάπης με την μετάνοια. Κοινωνούμε τον Θεό στην θεία Λειτουργία. Και εξερχόμαστε στον κόσμο και στη ζωή φωτισμένοι, αγιασμένοι, γνωρίζοντας ότι κάθε σχέση, όταν είναι με τον τρόπο του Θεού, με τον τρόπο της αγάπης, είναι ζωή, στην οποία όλη η κτίση συμμετέχει. Και ναι, το σκοτάδι διαλύεται! Φως η Αγάπη!

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Ιανουαρίου 2026

Άγια Θεοφάνια

 

1/3/26

ΚΗΡΥΣΣΩΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΕΙΣ ΑΦΕΣΙΝ ΑΜΑΡΤΙΩΝ


Ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καί κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν” (Μᾶρκ. 1, 4)
“Παρουσιάστηκε ο Ιωάννης βαπτίζοντας στην έρημο και κηρύττοντας βάπτισμα μετανοίας, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων”.

    Γρήγορα προχωρούν οι γιορτές στη ζωή της πίστης. Είδαμε τον Χριστό νήπιο και ενανθρωπήσαντα στη Βηθλεέμ, να λαμβάνει τα δώρα των Μάγων και την προσκύνηση των ποιμένων, τον είδαμε πρόσφυγα να φεύγει στην Αίγυπτο, για να μη σφαγεί από την μανία της ανθρώπινης εξουσίας, τον βλέπουμε να επιστρέφει στη Ναζαρέτ και αμέσως να έχει φτάσει στην ηλικία την ώριμη του ανδρός εκείνης της εποχής, που ήταν τα τριάντα χρόνια, έτοιμο να ξεκινήσει το έργο της αναγγελίας του ερχομού της βασιλείας του Θεού στον κόσμο. Πριν όμως συμβεί αυτό, ο Χριστός θα βαπτιστεί στον Ιορδάνη ποταμό, από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
    Το ευαγγελικό ανάγνωσμα που διαβάζουμε την Κυριακή προ των Φώτων μας δείχνει ποιος ήταν ο Ιωάννης και ποια ήταν η αποστολή του. Ήταν εκείνος που έφυγε από τον κόσμο και κατέφυγε στην έρημο, όχι από μισανθρωπία, αλλά από αγάπη για τον κόσμο που προχωρούσε μέσα στις αμαρτίες του. Ο Ιωάννης θυσιάζει τη συνήθεια, την φυσική πορεία του καθενός ανθρώπου που είναι η οικογένεια, θυσιάζει την ίδια του τη ζωή, πορευόμενος με την άσκηση της λιτότητας και της προσευχής, για να κηρύξει μετάνοια στους ανθρώπους, αλλαγή δηλαδή νοοτροπίας και επιστροφή στον Θεό και να ζητήσει από τους ανθρώπους να επικυρώσουν αυτή την αλλαγή εισερχόμενοι στον Ιορδάνη ποταμό για να γευτούν το νερό ως σημείο κάθαρσης και αλλαγής. Και ο Ιωάννης δηλώνει εμφατικά ότι το βάπτισμα της μετανοίας συνεπάγεται από την πλευρά του Θεού τη συγχώρηση για όποια αμαρτία έκανε ο άνθρωπος και την συμπόρευση στην οδό της Βασιλείας των ουρανών. Ο Ιωάννης δεν σώζει με τον καθαρμό. Δείχνει όμως τον τύπο της σωτηρίας. Δείχνει στους ανθρώπους ότι το ίδιον θέλημα μάς χωρίζει από τον Θεό και μας κάνει να αποτυγχάνουμε να αγαπήσουμε και να μοιραστούμε, αλλά και να ελπίσουμε στην κοινωνία με τον Χριστό που δίνει ζωή. Ο Ιωάννης περιμένει τον Χριστό, για να τελειοποιήσει Εκείνος το βάπτισμα, κάνοντάς το μυστήριο με ανεξάλειπτο κύρος, που λυτρώνει τον άνθρωπο όχι μόνο από την αμαρτία της στιγμής, αλλά και από τον θάνατο τον πνευματικό, που μπορεί να γίνει αιώνιος. 
    Η πρώτη ονομασία της Εκκλησίας στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν “Η ΟΔΟΣ”, ο δρόμος προς τον Χριστό διά του Χριστού. Και ο δρόμος αυτός ξεκινά από το βάπτισμα. Καθώς ετοιμαζόμαστε να εορτάσουμε την εορτή των Θεοφανίων, ας θυμηθούμε τον δρόμο που χάραξε ο Ιωάννης, με την υπέρβαση της συνήθειας και της θεώρησης ότι όλα είναι αυτονόητα, με την επιλογή η ζωή μας να είναι με τον τρόπο της ερήμου, της προσευχής και της ασκητικότητας δηλαδή, κυρίως όμως με την πορεία προς την άφεση των αμαρτιών διά της μετανοίας και της αγάπης, ώστε η ύπαρξή μας να ακολουθεί την ΟΔΟ του Κυρίου. Ο δρόμος είναι κατορθωτός, όπως μας έδειξε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Αρκεί  με την πίστη και όσο άσκηση μπορούμε, να κόβουμε το θέλημά μας, να μοιραζόμαστε, να συγχωρούμε, να αγαπούμε. Και τότε ο ισχυρότερος πάντων, ο Χριστός μας, θα είναι μαζί μας και θα μας συντροφεύει στην ΟΔΟ της Εκκλησίας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
4 Ιανουαρίου 2026
Κυριακή Προ των Φώτων

12/31/25

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΤΣ ΣΙΝΓΚΕΡ, “ΜΕΣΟΥΓΚΑ”


 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 173- ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΤΣ ΣΙΝΓΚΕΡ, “ΜΕΣΟΥΓΚΑ”, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις ΔΩΜΑ

    “Μεσούγκα” σημαίνει ο τρελός, ο παράλογος, ο παράφρων, στη διάλεκτο “γίντις”, τη γερμανοεβραϊκή γλώσσα, που μιλούσε ο μεγαλύτερος αριθμός Εβραίων, πριν την σύσταση του κράτους του Ισραήλ το 1948, όταν και καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα η εβραϊκή. Ο Νομπελίστας λογοτέχνης Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, (1903-1991), ο οποιίος γράφει το έργο του στα γίντις,  γράφει σε συνέχειες το 1981-1982 ένα μυθιστόρημα, το οποίο επιγράφει αρχικά “Χαμένες Ψυχές”. Στην αγγλική του όμως έκδοση θα δώσει τον τίτλο “Μεσούγκα”. Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Μαργαρίτα Ζαχαριάδου  και κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ, με ένα πρωτότυπο εξώφυλλο του Γιώργου Καλοφωλιά.
    Ο τίτλος λειτουργεί ως εικόνα του κόσμου, όχι μόνο του μυθιστορήματος, αλλά και του πολιτισμού και των ανθρώπων, με προφητικότητα για τις μέρες μας. Μία παραφροσύνη μοιάζει η ζωή, όπως την φτιάχνουμε οι άνθρωποι. Και η αποστολή του συγγραφέα, του λογοτέχνη, του σκεπτόμενου ανθρώπου είναι να περιγράψει, αλλά και να βρει διέξοδο. 
    Το μυθιστόρημα λοιπόν λειτουργεί σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να περιγράψει τη ζωή ανθρώπων που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις ΗΠΑ, για να προσπαθήσουν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους. Το μετατραυματικό στρες είναι έντονο. Καταργεί την ηθική στην πράξη, χωρίς να την διαγράφει από τη ζωή, καθώς οι ενοχές παραμένουν στην ψυχή των ανθρώπων που αμαρτάνουν, όμως κυριαρχεί μία βιταλιστική δίψα για έρωτα, για ευχαρίστηση, για υπέρβαση, όχι όμως κατάργηση των δεσμών, ιδίως των συζυγικών. Όποιος έχει συναντήσει τον θάνατο στη χειρότερη μορφή του, όπως ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το ολοκαύτωμα, δηλαδή το μαρτύριο, αν έχει επιβιώσει, θέλει να τον ξεχάσει, ζώντας με το σώμα του τα πάντα. Όμως ο συγγραφέας αποτυπώνει με την γραφή του το αδιέξοδο: ότι τελικά δεν είναι η ευχαρίστηση και ο βιταλισμός που νοηματοδοτούν τη ζωή, αλλά η αγάπη και η ζεστασιά μιας σχέσης στην οποία συνυπάρχουν ο διάλογος, η ασφάλεια, η σταθερότητα.
    Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με ένα από τα κύρια θέματα της λογοτεχνίας του Σίνγκερ: το δίλημμα ανάμεσα στην παράδοση και την εκκοσμίκευση. Ο άνθρωπος, κατά τον Σίγκερ, δεν μπορεί να ξεφύγει από τον Θεό. Αυτός ο δρόμος όμως τον φέρνει ενώπιον της ψυχικής σύγκρουσης: να βρω τον Θεό με τον τρόπο της παράδοσης, την τήρηση των εντολών, των νόμων και του Νόμου, ενταγμένος στην κοινότητα που είναι τυπολατρική, αυστηρή, παραδοσιακή, εόρτια ή να υιοθετήσω την εκκοσμίκευση: να ζήσω όπως θέλω, αλλά να τηρώ τουλάχιστον εξωτερικά κάποιους τύπους, ακόμη κι αν η ψυχή μου δεν φλέγεται για Θεό. Δεν είναι εύκολο να αρνηθείς το “ανήκειν”. Δεν μπορείς όμως να μην προβληματίζεσαι για το πώς. Το χρήμα και η δόξα διευκολύνουν την εκκοσμίκευση. Όμως η συνείδηση, ακόμη κι αν φαινομενικά φιμώνεται ή αδιαφορεί, δεν επιτρέπει την άρνηση του Θεού, της εντιμότητας, της ταυτότητας. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Χάρρυ Τράιμπιτσερ, ο οποίος διαχειρίζεται τα χρήματα επιζώντων, που προέρχονται από γερμανικές αποζημιώσεις για την απώλεια συγγενών στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, και ο οποίος παίζει στο χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα τα χρήματα να χαθούν. Θα αυτοκτονήσει, διότι δεν μπορεί να αντέξει να βλέπει στα μάτια τους συγγενείς. Ο θείος του όμως, πάμπλουτος, χωρίς ιδιαίτερο ηθικό έρμα, θα αναλάβει να δώσει πίσω όλα τα χρήματα  που χάθηκαν, διότι δεν μπορεί να αφήσει τη ντροπή να συνοδεύει το όνομα της οικογένειας. 
    Το τρίτο επίπεδο έχει να κάνει με την ατομικότητα στον χρόνο ενός πολιτισμού που λειτουργεί στην προοπτική του μηδενισμού. Οι δύο κύριοι ήρωες του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας Άαρον Γκράιντινγκερ και η Μύριαμ, γυναίκα που εκπόρνευσε τον εαυτό της για να επιβιώσει από τους ναζί και με τους ναζί, καθιστάμενη “κάπο”, δηλαδή ένα είδος επιβλέπουσας βασανιστηρίων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά και στη συνέχεια, προκειμένου να απολαύσει τη ζωή της, αναζητούν τα ουσιώδη της ύπαρξης, ο καθένας με τον τρόπο του. Ο Άαρον αναζητεί την ελευθερία: “αν ο Παράδεισος και η Κόλαση ήταν πράγματα εμφανή και σε κοινή θέα, τότε η ελευθερία της επιλογής θα εξαφανιζόταν. Ο Θεός, η Θεία Πρόνοια, η αθανασία της ψυχής, η ανταμοιβή και η τιμωρία: όλα αυτά είναι θέματα της πίστεως. Η σοφία του Θεού είναι ορατή. Το έλεός Του όμως απαιτεί πίστη. Και η πίστη με τη σειρά της είναι θεμελιωμένη στην αμφιβολία…όταν ένας άντρας αγαπάει μια γυναίκα, αυτό είναι μια πράξη ελευθερίας. Η αγάπη προς τον Θεό δεν μπορεί να είναι καταναγκαστική, να απορρέει από κάποια εντολή. Μπορεί μόνο να είναι ενέργημα της ελεύθερης βούλησης. Το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα πλάσματα γεννιούνται από την ένωση αρσενικού και θηλυκού αποτελούσε για μένα απόδειξη ότι ετούτη η ζωή είναι ένα πείραμα ελευθερίας στο εργαστήριο του Θεού. Η ελευθερία, για να δημιουργήσει, δεν μπορεί να μένει παθητική. Η ελευθερία ζητά αμέτρητες παραλλαγές, ενδεχόμενα και συνδυασμούς. Η ελευθερία θέλει την αγάπη” (σσ. 269, 275). Η ζωή του όλη είναι ένας τρόπος προσφοράς αγάπης, άμεσα και έμμεσα, καθώς ασχολείται με τα βάσανα των αναγνωστών του, σε έναν συνεχή διάλογο μαζί τους, άλλοτε με όρεξη, άλλοτε ανόρεχτα, αλλά δεν μπορεί να φύγει από αυτούς. Το ίδιο και η Μύριαμ. Μέσα στη διαφθορά του σώματος, θα μείνει πιστή στον ανήμπορο προστάτη της Μαξ Άμπερνταμ και θα του κλείσει τα μάτια, συμπαραστεκόμενη στη δοκιμασία της υγείας του μέχρι τέλος. Η ατομικότητα, για τον Σίγκερ, δεν νοείται χωρίς την αγάπη και την ελευθερία. Μόνο αυτές μας συντροφεύουν σε μία πορεία στον χρόνο που μοιάζει με αναπόφευκτο τον θάνατο, αλλά είναι και ό,τι μας μένει αληθινά.
    Είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από ένα σπουδαίο συγγραφέα, που δεν φοβάται να θέσει τα σπουδαία της ύπαρξης ενώπιον του αναγνώστη, μέσα από μια παράδοση που μοιάζει αδιάφορη για τους πολλούς, είναι όμως αυτή της Βίβλου, που είναι η ρίζα του πολιτισμού που νικά τον χρόνο και το ψέμα, ιδίως του καιρού μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
31 Δεκεμβρίου 2025

12/30/25

ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ

               

Πανηγύρι για τον κόσμο μας η αλλαγή του χρόνου. Μια λέξη συνοδεύει τη στιγμή: Ελπίδα. Ότι η ζωή θα καλυτερέψει, σαν ο χρόνος να έχει μαζί του ένα μαγικό ραβδί, με το οποίο θα μείνουν στο χτες οι δοκιμασίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες. Ότι οι γύρω μας θα μας δούνε διαφορετικά. Ότι θα προστεθούν άνθρωποι που θα μας αγαπήσουν και θα τους αγαπήσουμε. Ότι θα χαμογελάσουμε, μαζί με τις ευχές. Ότι τελικά αξίζει να κάνουμε κουράγιο και να αρχίσουμε τη ζωή μας από την αρχή, όσο είναι δυνατόν. Κι αποφεύγουμε να γυρίσουμε το βλέμμα πίσω τις στιγμές της αλλαγής. Να δούμε τι δεν πήγε καλά, τι μας πλήγωσε, τι μας έφταιξε. Σαν να είναι ο χρόνος έξω από τη δική μας ευθύνη, σαν να είναι μια ιστορία που έφυγε και πέρασε και το μόνο που χρειάζεται είναι να τη λησμονήσουμε.
                Όμως το πέρασμα σε μια νέα χρονιά στην πραγματικότητα είναι μία αφόρμηση να σκεφτούμε τον λόγο του Εκκλησιαστή «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Όχι για να απογοητευθούμε, αλλά για να μην εξακολουθούμε να επενδύουμε στα όσα δεν έχουν αξία. Γιατί αυτό που έχει νόημα και μας δίνει νόημα, ώστε να αντισταθούμε στον χρόνο που περνά είναι η αγάπη. Όχι σαν μια εύκολη λέξη ούτε σαν μια ευχή. Η αγάπη είναι ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος, η φλόγα που μας κινεί, ανεξαρτήτως ηλικίας και εμπειριών, να μη φοβόμαστε τον χρόνο που περνά, να μην παραιτούμαστε επειδή πέσαμε, αλλά να πιστεύουμε ότι σε κάθε στροφή η μορφή του Χριστού είναι εκείνη που δίνει και σε μας μορφή, διότι πρώτος Αυτός ημάς ηγάπησε. Και όντως είναι όλα μάταια χωρίς την αγάπη, τη δική Του για μας, αλλά και τη δική μας για Εκείνον και για την εικόνα Του που είναι ο κάθε άνθρωπος, όπως και ο κόσμος στον οποίο ζούμε και τον οποίο Εκείνος δημιούργησε και ανέπλασε.
                Πολλά τα πάρτι στην αλλαγή του χρόνου. Θέλουμε να ξεσκάσουμε, να ξενοιάσουμε, να μη μείνουμε μέσα στο σπίτι, να μη μας βρει ο νέος χρόνος συμβιβασμένους με το χτες.  Κι απαιτούμε από τους αρμόδιους να ρίξουν πυροτεχνήματα, να βάλουν μουσικές να παίζουν, να μας δείξουν ότι ο νέος χρόνος είναι γιορτή. Να γλυκάνει λίγο ο καημός και να ελπίσουμε και πάλι, έστω και για λίγο. Μα η γιορτή είναι μέσα μας, στην αντίσταση στο κακό της διάσπασης, του εγκλωβισμού στην μοναξιά της εικόνας, στην ψευδαίσθηση ότι χωρίς μέτρο και ισορροπία μπορούμε να είμαστε καλά, αρκεί να περνάμε καλά. Ότι δικαιούμαστε. Ότι μας χρωστά ο χρόνος και θα μας το δώσει πίσω. Αυτός όμως είναι αδηφάγος, διότι δεν επιστρέφει, αλλά και δεν μας αφήνει να επιστρέψουμε, να μπούμε την ίδια στιγμή δύο φορές στον ίδιο ποταμό.                  
                Ένα ημερολόγιο του νέου χρόνου μπορεί να ομορφύνει τη ζωή μας, αρκεί να μείνουμε λίγο πιο κοντά στα παιδιά μας, όχι για να τα δεσμεύσουμε, αλλά για να νιώσουν ότι εκτός από την ελευθερία, υπάρχει και η αγάπη. Να βρούμε τα ζευγάρια  το χαμόγελο της πρώτης αγάπης. Οι πιστοί τη δύναμη και την ομορφιά της μετάνοιας. Οι αναζητητές την αίσθηση ότι μέσα από τη μελέτη της ζωής μπορούμε να συναντήσουμε Αυτόν που είναι το νόημά της, ακόμη και στις ήττες μας. Κυρίως όμως να σπουδάσουμε στην ωραιότερη στιγμή του χρόνου, που επαναλαμβάνεται συνεχώς και που είναι η θεία λειτουργία ό,τι μας ενώνει. Κι αυτό δεν είναι ο χρόνος που τελειώνει κι αρχίζει, αλλά ο Παρών Θεός, νυν και αεί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 31 Δεκεμβρίου 2025

12/29/25

ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΣΣΩΠΙΑ

Ένα ωραίο βιβλίο με αφορμή την Παναγία την Κασσωπία!
Με χαρά διαβάσαμε το βιβλίο-μαρτυρία του αδελφού και συλλειτουργού π. Στεφάνου Πουλημένου, εφημερίου της ενορίας Χλομοτιανών. Τίτλος του: "Με τα μάτια του Στέφανου", από τις εκδόσεις της ενορίας. Είναι μία πολύ συγκινητική ιστορία επιστροφής στην πίστη ενός ανθρώπου των καιρών μας, στην ψυχή του οποίου θριαμβεύουν ο ορθολογισμός, η πίστη στον άνθρωπο και στα επιτεύγματά του και η άρνηση του Θεού. Αφορμή του ένα ταξίδι στην Κέρκυρα, η επίσκεψη του στην Παναγία την Κασσωπία, η ιστορία της ομματώσεως του Στεφάνου και το πώς η Παναγία παρενέβη θαυματουργικά στην άρρωστη κόρη του, οδηγώντας τον στο να βρει την πίστη του και να ενωθεί με την οικογένεια του.
Όμορφη γραφή, δυνατή ομολογία και μαρτυρία, με σεβασμό στην αναζήτηση της αλήθειας και του Θεού, ένα βιωματικό αφηγηματικό κείμενο που μας δείχνει ότι τα μάτια της πίστης βλέπουν την Αλήθεια.
Συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον αδελφό και συλλειτουργό για την ωραία προσπάθεια και γραφή!
 
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός 
29-12-2025 

12/27/25

ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ (ΑΝΕΙΛΕΝ ΠΑΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ)

 


«Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλέεμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν μάγων»  (Ματθ. 2, 16-17)

«Τότε ὁ Ἡρώδης, ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τοὺς μάγους, ἐθύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἔστειλε καὶ ἐσκότωσε ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν Βηθλεὲμ καὶ σέ ὅλα τὰ περίχωρά της ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ κάτω, σύμφωνα πρὸς τὸν χρόνο, τὸν ὁποῖο  ἐξακρίβωσε ἀπὸ τοὺς μάγους». 

            Γεμάτη η ανθρώπινη Ιστορία από τυράννους. Αυτός που έχει τη δυνατότητα να ηγεμονεύει, να έχει το μονοπώλιο της νόμιμης κρατικής βίας, να ελέγχει τους μηχανισμούς του κράτους, εύκολα μπαίνει στη λογική του ατομικού συμφέροντος και της χρήσης του λαού του ως θεράποντος, χωρίς να τον ενδιαφέρει το κοινό καλό, αν αυτό δεν ταυτίζεται με το δικό του. Χαρακτηριστικό των τυράννων τα μεγάλα έργα, ώστε ο κόσμος να ξεχνιέται βλέποντας μεγαλεία, τα οποία ευκολύνουν τη ζωή του ή γίνονται αφορμή δόξας για τον ισχυρό. Χαρακτηριστικό των τυράννων, εκτός της καταστολής, η χρήση του άρτου και  των θεαμάτων, ώστε να μπορούν να έχουν τον λαό ήσυχο, με καλυμμένες τις βιοτικές του ανάγκες ή να τον οδηγούν  στη λογική του να ξεχνιέται για όσα θα μπορούσε να έχει και δεν έχει.

            Στα χρόνια του ερχομού του Χριστού στον κόσμο υπήρχαν δύο τυραννίες. Η μία ήταν των Ρωμαίων. Αυτοί κυβερνούσαν τον γνωστό κόσμο με τη δύναμη των όπλων και της εξουσίας. Ήταν πάντοτε ένας στρατός κατοχής, στον οποίο η αντίσταση έμοιαζε μάταιη. Η δεύτερη τυραννία όμως ήταν αυτή του βασιλιά Ηρώδη, ο οποίος είχε ουσιαστικά την εξουσία στην Παλαιστίνη. Η τυραννία στηριζόταν στην ισχύ των όπλων και στην ανοχή των Ρωμαίων. Εφόσον ο Ηρώδης είχε τον λαό ήσυχο, οι Ρωμαίοι γιατί να μην τον ανέχονται; Ο Ηρώδης δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει τον ρωμαϊκό στρατό, κάνοντας τον εαυτό του ακόμη πιο μισητό στους συμπατριώτες του, από τη στιγμή που έβλεπαν ότι ο βασιλιάς τους δεν ήταν μόνο άδικος απέναντί τους, αλλά συνεργαζόταν και με τους εχθρούς τόσο του Θεού όσο και του λαού. Και ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που έκανε ο Ηρώδης ήταν όταν θανάτωσε τα νήπια της Βηθλεέμ, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο  δεν θα κινδύνευε ο θρόνος του στο μέλλον από τον Χριστό.

«Μανείς», μας αναφέρει ο υμνογράφος της Εκκλησίας, για τον Ηρώδη. Έζησε ο Ηρώδης την μανία, την παραφροσύνη, την απόλυτη τρέλα να τα βάλει με ένα παιδί. Θανάτωσε και πλήθος άλλων παιδιών, ανυπεράσπιστων και αθώων, για να μην αισθανθεί ότι υπάρχει ο φόβος του σφετερισμού του θρόνου του. Σαν να επρόκειτο να ζήσει για πάντα. Σαν να μη ήταν ο εκλεκτός των Ρωμαίων. Σαν να μην είχε στα χέρια του τους μηχανισμούς του κράτους. Ένα παιδί, λιγότερο από δύο χρονών, ήταν η απειλή του. Δαιμονόπληκτος ο Ηρώδης εκτός από τύραννος. Παράφρων και ανόητος. Όμως στον νου του το παν ήταν η εξουσία του. Και η θανάτωση των νηπίων της Βηθλεέμ ήταν μία επίδειξη δύναμης, για να φοβηθούν όλοι, πραγματικοί ή κατασκευασμένοι από τον νου του σφετεριστές.

«Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Αυτό είναι το μήνυμα που ο Ηρώδης δίνει και στην εποχή μας. Όταν έχω τη δύναμη και την εξουσία στα χέρια μου, μπορώ να συντρίψω τους πάντας. Το ότι ο Χριστός έφυγε στην Αίγυπτο δεν θα μπορούσε να περάσει από τον νου του τυράννου. Το ότι τελικά, όσο και να αισθανόμαστε ικανοί για τα πάντα, να δοκιμάζουμε τα πάντα, να νομίζουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να μας σταματήσει, είναι η αυταπάτη μας, ιδίως στους καιρούς της έπαρσης. Η βασιλεία του Χριστού δεν ήταν και δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Και γι’ αυτό δεν θα εξαλειφθεί. Αυτό το μήνυμα ας είναι η παρηγοριά μας για την ανησυχία που νιώθουμε από κάθε μορφής τυραννία στους καιρούς μας. Δεν θα κρατήσει για πάντα. Πάντα ο Χριστός θα επανέρχεται. Η αγάπη. Η ελευθερία. Η αλήθεια. Και θα μας καλεί να τον συνοδεύσουμε με τον τρόπο της Εκκλησίας. Που είναι ακατάλυτος, όπως η γιορτή. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Δεκεμβρίου 2025

Κυριακή μετά τη Χριστού Γέννηση

12/26/25

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, “ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΑΤΩΦΛΙΑ”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 172- ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, “ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΑΤΩΦΛΙΑ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

    Το νέο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού με τίτλο “Χάλκινα κατώφλια” (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι μία ανατρεπτική ματιά του συγγραφέα στο πρόσωπο του ομηρικού Οδυσσέα. Ο τρόπος που τον παρουσιάζει μοιάζει αρχικά αποδομητικός. Δεν είναι όμως αυτό το κίνητρό του, κάτι που διαφαίνεται στην τελική εξέλιξη του μυθιστορήματος. Ο Ζουργός κάνει ένα εξαιρετικό σχόλιο πάνω στην ματαιότητα των πολέμων, στα ψευδή κίνητρα, στα οποία οι άνθρωποι στήνουν την πορεία της ζωής τους, στην δεισιδαιμονία που καταργεί το λογικό, δώρο του Θεού στον άνθρωπο, στην ανάγκη για έναν γόνιμο διάλογο ανάμεσα στις θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά και στην ανάγκη να δούμε τους ανθρώπους όχι με μοναδικό κριτήριο την καταγωγή τους, αλλά την προσωπικότητά τους, τα χαρίσματά τους, την αλήθειά τους. 
     Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας πλάθει έναν αντι-ήρωα, τον Λύκαστο (η ετυμολογία του ονόματος συνδέεται με το φως, lux), ο οποίος μεγαλώνει αρχικά στην λίμνη Οχρίδα και στον Αξιό ποταμό (υπαινιγμός για τον σημερινό συγκερασμό κυριαρχιών στην περιοχή, Ελλάδα, Αλβανία, Σκόπια), ανήκοντας στους αρχαίους Εγχελείς. Ο Λύκαστος είναι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα και με μοναδικό του σκοπό την επιβίωση. Η “περιπέτεια” της ζωής του θα τον αφήσει χωρίς μητέρα (τον μόνο συγγενικό δεσμό που έχει), θα δοκιμάσει τη θρησκεία, αλλά και εκεί δεν θα βρει καταφυγή, θα πουληθεί ως δούλος στον βασιλιά των Παιόνων και θα τον ακολουθήσει στην Τροία, στο πλευρό των Τρώων. Θα δεθεί συναισθηματικά με ένα άλογο, το οποίο θα ονομάσει “Αξιό”, ως σύνδεσμο με το χτες του. Θα τον συντροφεύει κατά καιρούς η “Φωνή”, ένα είδος σωκρατικού δαιμονίου ή μία ακουστική εικόνα από τον ουρανό που του θυμίζει τη μητέρα του και η οποία θα του δίδει συμβουλές για να διαχειριστεί τη ζωή του. Θα αιχμαλωτιστεί από τον Οδυσσέα και θα γίνει ο αφηγητής εικόνων “του θυμού του, της θλίψης του, της πανουργίας του, πιο πολύ της ικανότητάς του να προσαρμόζεται σε όποια δυσκολία συναντούσε” (σ.94).
    Η ζωή του θα συνδεθεί λοιπόν με τον μεγάλο ομηρικό ήρωα. Θα είναι μαζί με δύο γυναίκες που ο Οδυσσέας έχει ως επικεφαλής του πρόχειρου σπιτιού, την Αελλώ, την ηλικιωμένη οικονόμο που θα σημαδευτεί η ζωή της από τον θάνατο του γιου της στις επιδρομές των Τρώων στα καράβια, και την Μελίβοια, την οποία θα ερωτευτεί. Η εξαφάνισή της, η οποία θα συνδεθεί στον νου του με βιασμό της, όπως νόμισε, από τον Οδυσσέα, θα τον κάνει να μισήσει τον ήρωα. Ταυτόχρονα όμως, θα στήσει μία ψεύτικη πραγματικότητα γύρω από τον εαυτό του: ότι τον επισκέπτεται στον ύπνο του η θεά Αθηνά και του δίνει σημάδια, με πρώτο την κατασκευή ενεός αλόγου από όπου θα νικηθούν οι Τρώες. Μολονότι η έμπνευση του Λύκαστου έχει να κάνει με πραγματικά περιστατικά, όπως η εύρεση του νεκρού αλόγου του στην Τροία, σφαγιασμένου, με έμφαση στην κοιλιά του, ο Οδυσσέας αξιοποιεί την ψευδή ονειρομαντία και κατασκευάζει τον Δούρειο Ίππο. Θα γνωρίσει τον Ύλακα, ένα εξίσου ικανό στην υποκρισία δούλο και ιερέα από τη Φοινίκη, με τον οποίο θα συνεργαστούν. Θα ζήσει τη σφαγή της Τροίας και το ξεκίνημα της επιστροφής από τη χώρα των Κικόνων στη Θράκη. Εκεί θα νιώσει στην ψυχή του την αδικία της προσφυγιάς, την απανθρωπιά των νικητών, την αστοχασιά τους, διότι όλα ανατρέπονται κάποια στιγμή, αλλά και την χρήση των ανθρώπων ως αντικειμένων προς εκμετάλλευση, ηδονή και σφαγή. Και το φιλοσοφημένο μήνυμα: “ Η ζωή είναι πόλεμος. Πόλεμος είναι πράγματι, αλλά και απάτη” (σ. 199).
    Θα πάει μαζί με τον Οδυσσέα στη χώρα των Λωτοφάγων. Εκεί, όπου η λήθη κυριαρχεί, ως απάντηση στα βάσανα της ζωής, ο Λύκαστος θα θυμίσει στον ήρωα την Πηνελόπη, ότι τον περιμένει για να επιστρέψει. Φάρμακο στη λήθη η αγάπη. Η οικογένεια. Η πατρίδα. Η ασφάλεια της κοινότητας. Δεν δίνει νόημα στη ζωή ο πόλεμος. Μία απάτη είναι ότι θα πλουτίσουν οι άνθρωποι που αρπάζουν, εξουσιάζουν, είναι νικητές. Και δεν είναι ο πλούτος η ευτυχία. Ούτε το “κύδος”, παρότι οι Αχαιοί χόρτασαν από αυτό. Το τίμημα του θανάτου, της κατάργησης των αξιών στις ανθρώπινες σχέσεις, της αστάθειας των πραγμάτων κάνει το όποιο “κύδος” πρόσκαιρο. Στην πραγματικότητα, ο πανούργος επιβιώνει, αλλά ποιο είναι το νόημα της ζωής του; Θα ζήσει τις περιπέτειες του Κύκλωπα, των Λαιστρυγόνων, της Κίρκης. Εκεί θα βρεθεί στον ανταγωνισμό της γυναικείας πονηριάς, η οποία αμφισβητεί την επικοινωνία του με την θεά Αθηνά και την μαντική του ικανότητα. Όμως ο Λύκαστος θα στήσει πάλι μία νέα ιστορία. Ότι η Πηνελόπη έχει απαχθεί από εμπόρους της Ανατολής και θα πρέπει ο Οδυσσέας να μην γυρίσει στην Ιθάκη, αλλά να πάει προς τη Φοινίκη για να τη σώσει. 
    Ο Λύκαστος θα διαπρέψει ως “ονειρουργός”. Θα οδηγήσει, μαζί με τον Ύλακα, τον Οδυσσέα στην Τύρο, στα παράλια της Παλαιστίνης, και στη συνέχεια στον βασιλιά Σολομώντα. Εκεί, θα διαπιστώσει την αλήθεια για το πρόσωπο του ήρωά του, που θα τον κάνει να σβήσει όποιο μίσος. Μόνο θαυμασμός ταιριάζει στον Οδυσσέα, ο οποίος έκανε τα πάντα για να οργανώσει το σχέδιο της άλωσης της Τροίας, βάζοντας σε κίνδυνο και τον εαυτό του τον ίδιο, με την μεταμφίεσή του σε ζητιάνο, που μπήκε στην πόλη του Πριάμου, συνάντησε την Ελένη και την Εκάβη, τη γυναίκα του Τρώα βασιλιά, χωρίς να μπορέσει όμως να τη βοηθήσει μετά την άλωση της πόλης από τους Αχαιούς, δέσμιος των εθίμων και των θεσμών, παρότι ο πρόξενος της νίκης. Ο Λύκαστος θα αποκαταστήσει μέσα του την εμπιστοσύνη στον Οδυσσέα, θα διαπιστώσει ότι τα ψεύτικα όνειρά του θα τα χρησιμοποιήσει ο Ύλακας, για να κάνει τον Οδυσσέα να μείνει για πάντα στην Παλαιστίνη, μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να τον ακολουθήσει πίσω στην Ιθάκη. Το ένα ψέμα φέρνει το άλλο, υπόμνηση του σημερινού κόσμου. Ο Λύκαστος θα ζήσει την μετάνοια, όταν διαπιστώνει ότι ο Οδυσσέας κινδυνεύει έχοντας ακολουθήσει τόσα ψέματα και θα αφεθεί από εκείνον ελεύθερος. Ο ομηρικός ήρωας θα επιστρέψει στην Ιθάκη του, αλλά και ο Λύκαστος στη δική του πατρίδα, αξιοποιώντας όσα έμαθε κοντά στον Οδυσσέα. Πριν από τον νόστο του όμως, θα γνωρίσει τη γη του Ισραήλ, τον ανταγωνισμό με τους Φοίνικες, τον δρόμο για τον πόλεμο και τον θάνατο για την κτήση της γης, αλλά και την μοναξιά της πίστης σε έναν Θεό που κι αυτός ήταν μόνος Του και θύμωνε με τον λαό Του, χωρίς όμως να παύει να τον αγαπά. Ο Λύκαστος θα μας θυμίσει τελικά ότι χρειαζόμαστε την παρηγοριά που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, αλλά γίνεται αγάπη στον κόσμο τούτο.
    Το μυθιστόρημα είναι συναρπαστικό. Είναι ένα σχόλιο στην ματαιότητα των καιρών μας, αυτή των πολέμων, της εξουσίας, των fake news, της απανθρωπιάς, της κακίας, της επιβίωσης με γνώμονα το εγώ και μόνο αυτό. Η αγάπη είναι η άλλη απάντηση, η αλήθεια και η ελευθερία νοηματοδοτούν έναν κόσμο ανάμεσα στα “χάλκινα κατώφλια” των θεών όχι μόνο του χθες αλλά και του σήμερα, που όμως είναι συνυφασμένα με τον θάνατο, και της αναζήτησης ενός στέρεου νοήματος ζωής που θα θέλαμε να μας καθοδηγεί. Δεν είναι η εξυπνάδα ούτε η εξουσία ούτε η φιληδονία αυτό το νόημα. Δεν είναι μία θρησκεία ειδώλων, συμφερόντων, ιδεοληψιών, δεισιδαιμονιών αυτή που μπορεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο για τα δεινά της ζωής, γι’ αυτό που ονομάζουμε κακό. Αυτό μας το δείχνει ξεκάθαρα ο Ζουργός, παίζοντας συγγραφικά με την μεγάλη μορφή του Οδυσσέα, δείχνοντάς μας όμως ότι πέρα από τα ταξίδια, την καθοδήγηση, την αρχηγικότητα ο μεγάλος ήρωας δεν παύει να είναι άνθρωπος. 
    Πρωτότυπος ο συγκερασμός, ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που δεν προσφέρεται για εύκολες αναγνώσεις και σχηματοποιημένες προσεγγίσεις, αλλά είναι σημείο καλής λογοτεχνίας, αληθινό προτέρημα του συγγραφέα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
26 Δεκεμβρίου 2025