1/7/26

ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΑ ΔΥΟ

                 

Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει ένα περιστατικό που δείχνει την προτύπωση της βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό. Μετά τον Μωυσή, ηγέτης του λαού του Ισραήλ διετέλεσε ο Ιησούς του Ναυή. Αυτός έζησε το θαύμα να αποσυρθούν με θαυματουργικό τρόπο τα νερά του ποταμού, να γίνουν ξηρά και να περάσουν οι ιερείς με την Κιβωτό της Διαθήκης και όλος ο λαός από την έρημο στη γη της Επαγγελίας. Έτσι και ο Χριστός, με το βάπτισμά Του στον Ιορδάνη, μας περνά από την έρημο της αμαρτίας στο φως του ουρανού, στην πορεία προς τη Βασιλεία των ουρανών, στη ζωή της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η εορτή των Θεοφανίων, η οποία για τους πολλούς μένει στο πεδίο του αγιασμού των υδάτων, όπου υπάρχουν θάλασσες και ποτάμια, και στη λήψη του Μεγάλου Αγιασμού από τον ναό, στην πραγματικότητα είναι γιορτή ανακαίνισης του ανθρώπου και ξεκινήματος μιας νέας ζωής.

                Το νερό του Ιορδάνη χωρίστηκε στα δύο. Έτσι γίνεται και στη ζωή μας. Ο χρόνος μας χωρίζεται στην προ βαπτίσεως περίοδο και στην μετά τη βάπτιση, στον παλαιό άνθρωπο και στον νέο, αυτόν που ανακαινίζεται σύμφωνα με την εικόνα του Δημιουργού μας, κατά την οποία είμαστε πλασμένοι. Σημείο-κλειδί το νερό και ο χωρισμός του. Το νερό είναι η ίδια η ζωή μας, αυτή που έχει γαλήνη και φουρτούνα, ταξίδι στη θάλασσα και ξεκούραση στο λιμάνι, επιθέσεις των λογισμών – πειρατών και άμυνα του ανθρώπου που νιώθει ότι ο αγώνας του ξεκινά από την πίστη στον Θεό, τη νήψη, αλλά και την επίθεση με την αγάπη και την μετοχή στην κοινότητα. Το νερό καθαρίζει, αγιάζει, δροσίζει, ξεκουράζει. Το νερό όμως θέλει και διψασμένους ανθρώπους για αλήθεια και ζωή.

                Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο κόσμος μας, στην πλειοψηφία του, έχει πάψει να γιορτάζει τις γιορτές της πίστης στην προοπτική της πίστης. Δεν κάνει ένα βήμα στον έσω άνθρωπο. Δεν θέλει να δει το γιατί ο Χριστός έγινε άνθρωπος και βρέθηκε ανάμεσά μας, γιατί προσέλαβε τα πάντα της φύσης μας, εκτός από την αμαρτία, γιατί καλούμαστε κι εμείς να Τον ακολουθήσουμε στην οδό της αγάπης, γιατί κάθε γιορτή είναι μία υπενθύμιση της δωρεάς που μας δόθηκε, για να την αντιπροσφέρουμε σε όσους αγαπούμε και για να αντέξουμε την πίεση των ανθρωπίνων πραγμάτων, τα οποία ο διάβολος τα δεσμεύει στην προοπτική του θανάτου. Ο κόσμος όμως σήμερα βλέπει τη γιορτή σαν μια ανάπαυλα, σαν την τήρηση της παράδοσης και των εθίμων, σαν μια μνήμη από τα παλιά, χωρίς να θέλει να αφεθεί στον πρωταγωνιστή της, που είναι ο Χριστός, και η σχέση μαζί Του στην Εκκλησία.

                Έτσι, τα Θεοφάνια μπορούν να γίνουν η γιορτή του αγιασμού της κτίσης και του ανθρώπου. Η υπενθύμιση ότι για την Εκκλησία δεν υπάρχει κάτι από τα έργα του Θεού που να μην είναι ιερό και να μην επιδέχεται ευλογίας. Που να μην μπορεί να γίνει ζωή και περίσσειά της. Προτυπώνονται τα πολλά στην Παλαιά Διαθήκη. Γίνονται πράξη στην Καινή. Και καλούμαστε στη ζωή της πίστης να ξαναδούμε τον κόσμο ως δώρο και ευλογία, ώστε μέσα από αυτόν να μπορούμε να νικήσουμε την καταβολή μας από τον κόπο του πρόσκαιρου και να πορευθούμε προς το αιώνιο της σχέσης με τον Χριστό που γίνεται η όντως ζωή μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της 7ης Ιανουαρίου 2026