Ζούμε σε ένα σκοτάδι που αγνοούμε οι άνθρωποι, ιδίως των
καιρών μας. Καθώς προσπαθούμε να γεμίσουμε τον χρόνο μας με δράσεις, με
εικόνες, με απολαύσεις, με εργασία, με χρήμα, με ταξίδια, με σχέσεις,
δυσκολευόμαστε να δούμε ότι υπάρχει εντός μας αυτό που η παράδοσή μας ονομάζει
καρδιά και είναι το κέντρο της ύπαρξης. Δεν είναι μόνο το σωματικό κέντρο, από
το οποίο περνά η ζωή. Είναι και το κέντρο της ψυχής, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στα
συναισθήματα ή στις προσδοκίες, αλλά, κυρίως, σε ό,τι αφορά το δόσιμο του
εαυτού μας. «Όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας», μας υπενθυμίζει
το Ευαγγέλιο. Και υπάρχει σκοτάδι στην καρδιά μας, διότι τη σκοτίζουν οι
μέριμνες, αλλά και η φιλαρέσκεια. Κέντρο της καρδιάς μας είναι το «εγώ» μας. Όχι
όμως ένα «εγώ» δοτικό, αλλά κυριαρχικό. Φανταζόμαστε ότι το παν στη ζωή είναι
εμείς να είμαστε καλά, να έχουμε δίκιο, να μην νικιόμαστε, να μην ταπεινωνόμαστε,
να είμαστε οι έξυπνοι της ιστορίας, αυτοί που έχουμε γνώμη για όλα, αυτοί που
το θέλημά μας κυριαρχεί σε όλα. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όλη αυτή η
κατάσταση είναι το σκοτάδι του θανάτου που ονομάζεται πνευματικός. Πού να
χωρέσει ο Θεός σε μια τέτοια πορεία; Πού να χωρέσει ο άλλος ως εικόνα του Θεού;
Πώς να γεννηθεί το λογικό υποκείμενο (Λακάν), όταν τα πάντα είναι «εγώ»; Πώς να
υπάρξει έρωτας αυθεντικός, αφού ο έρωτας είναι «η αυθυπέρβαση της φυσικής
ατομικότητας» (Χρ. Γιανναράς);
Και η εποχή μας τροφοδοτεί το σκοτάδι. Παλαιότερα,
ο άνθρωπος ένιωθε ότι αμαρτάνει, ότι σφάλλει, ότι αποτυγχάνει, ότι έχει κάποιες
εντολές που οριοθετούν την πορεία του και οι οποίες πηγάζουν από την αυθεντία του Θεού και της Εκκλησίας.
Σήμερα, όλα έχουν απορριφθεί στην πράξη. Πώς να νιώσουμε λοιπόν ότι είμαστε στο
σκοτάδι του πνευματικού θανάτου, ο οποίος θα συναντήσει τον σωματικό και τότε
όλα όσα έχουμε κάνει ή έχουμε αποκτήσει ή δεν προλάβαμε και θα θέλαμε να έχουμε
θα προσγειωθούν στην ματαιότητα; Αλλά κι εδώ ο άνθρωπος έχει βρει απάντηση.
Είναι το μηδέν, η ανυπαρξία, το τέλος της καρδιάς. Αγνοεί όμως ότι η ζωή
υπάρχει για να συνεχιστεί, διότι δεν βλέπει την αγιότητα.
Στο
σκοτάδι λοιπόν αυτό, το αφανές και το αγνοούμενο, έρχεται η Εκκλησία μας να
εορτάσει Θεοφάνια. Και ο ιερός υμνογράφος, βάζει στα χείλη του Προδρόμου, του
Βαπτιστή του Χριστού, εκείνου που άνοιξε την οδό της βασιλείας για να την
νοηματοδοτήσει ο Χριστός, να μας υποδεικνύει τρία μηνύματα, τα οποία είναι πρόσκληση
για να ξαναδούμε τη ζωή με κέντρο την καρδιά, όχι όμως αυτή που έχει ως θησαυρό
της το εγώ, αλλά την αγάπη που δίνει ο Χριστός.
Το
πρώτο είναι η λύτρωσή μας από τη φθορά. Μόνο όποιος έχει σχέση με τον Χριστό,
τον Θεό δηλαδή που έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο κατά χάρη Θεό,
μπορεί να αντέξει τη φθαρτότητα του χρόνου. Ο Χριστός δίνει υπομονή. Γεννά τον
πόθο της προσευχής και της κοινωνίας μαζί Του. Δίνει ελπίδα. Και στις μεγάλες
δοκιμασίες στέκεται δίπλα μας, αρκεί η καρδιά μας να θέλει να Τον δει. Και στον
θάνατο μας συντροφεύει ως το πρόσωπο εκείνο που μας δίνει την κοινωνία της αγιότητας
και της αιωνιότητας και την προσδοκία της ανάστασης, διότι τίποτε δεν θα χαθεί,
ούτε και το σώμα μας!
Το
δεύτερο είναι η λύτρωσή μας από τη
θλίψη, τόσο για την ανημπόρια της αμαρτίας, όσο και για τις όποιες αποτυχίες μας,
αλλά και τη μοναξιά μας. Η θλίψη ως κατάθλιψη είναι το σήμα κατατεθέν των
καιρών μας. Ο εγκλεισμός στο «εγώ», που δεν μπορεί να καταξιωθεί με γνώμονα τι ονειρεύεται και τι επιθυμεί,
συναντά δυσκολίες ψυχικές και γεννά μείγμα εκρηκτικό. Η σχέση με τον Χριστό,
ακριβώς διότι είναι έρωτας, που σημαίνει κοινότητα και κοινωνία, ακριβώς διότι μας
οδηγεί στο «ανήκειν» της Εκκλησίας, αρκεί να θέλουμε, είναι υπέρβαση της θλίψης
και της κατάθλιψης. Σχέση αληθινή σημαίνει εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη στην πρόνοια και την αγάπη
του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού είναι αρχή λύτρωσης.
Το
τρίτο είναι η άφεση των αμαρτιών. Για να συγχωρήσεις, πρέπει να μην υφίστασαι
την αμαρτία εντός σου. Και ο Χριστός είναι ο αναμάρτητος. Δεν συγχωρεί επειδή έχει ανάγκη να συγχωρέσει τον ίδιο Του
τον εαυτό, αλλά συγχωρεί διότι αγαπά. Η συγχώρεση πηγάζει από την επιθυμία να
μην μετρήσεις τον άλλο με βάση του τι θα ήθελες να κάνει ή να δώσει, αλλά
επειδή είναι ο άλλος. Μόνο ο Χριστός μπορεί να δει τον άνθρωπο έτσι, ως εικόνα
Του. Δεν είναι η μετάνοια η προϋπόθεση της συγγνώμης από την πλευρά του
Χριστού. Η μετάνοια είναι η δική μας απόφαση να ζητήσουμε την άφεση, όχι γιατί το
αξίζουμε ή μας ταιριάζει, αλλά γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε Εκείνος να μας αγαπά
κι εμείς να λέμε «όχι» στην αγάπη Του, διαλέγοντας τα μέτρα και τα πάθη μας.
Βγαίνουμε
από το σκοτάδι διά του ύδατος του θείου βαπτισμού. Έγινε άνθρωπος ο Θεός, μας δείχνει
ότι ακολουθεί τον δρόμο μας και τον τρόπο μας όπως εμείς το έχουμε ανάγκη. Να
καθαριστούμε από τον ρύπο του σώματος, αλλά και της ψυχής. Κι Εκείνος εισέρχεται
στον Ιορδάνη, όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί θέλει να μας δείξει ότι είναι Ένας από
εμάς. Και μέσα στη ζωή μας μάς κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι χωρίς Αυτόν, το
σκοτάδι κυβερνά. Με Αυτόν η καρδιά μας έχει απαντοχή, έχει νόημα, νιώθει ότι η
αγάπη είναι το κλειδί κι ο θησαυρός της και εκεί όπου υστερούμε, Αυτός μας αναπληρώνει,
διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, καθιστώντας την Τριαδική Θεοφάνεια γιορτή
ζωής για όλους μας. Όπως βιώνουμε την παρουσία της Αγίας Τριάδος ως πρότυπο
αγάπης, ζωής, κοινότητας, έτσι κι εμείς καλούμαστε αυτόν τον δρόμο να
ακολουθήσουμε.
Βαπτιστήκαμε
στην Εκκλησία. Λάβαμε το Χρίσμα. Ανανεώνουμε τον τρόπο της αγάπης με την
μετάνοια. Κοινωνούμε τον Θεό στην θεία Λειτουργία. Και εξερχόμαστε στον κόσμο
και στη ζωή φωτισμένοι, αγιασμένοι, γνωρίζοντας ότι κάθε σχέση, όταν είναι με
τον τρόπο του Θεού, με τον τρόπο της αγάπης, είναι ζωή, στην οποία όλη η κτίση
συμμετέχει. Και ναι, το σκοτάδι διαλύεται! Φως η Αγάπη!
Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!
π.
Θεμιστοκλής Μουρτζανός
6
Ιανουαρίου 2026
Άγια
Θεοφάνια