9/5/26

IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 185- IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας από τους κορυφαίους ψυχιάτρους-ψυχοθεραπευτές εν ζωή. Παρά το βαθύ γήρας, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει. Το τελευταίο του χρονικά, αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής του, όπως ο ίδιος καταγράφει, βιβλίο, στη συγγραφή του οποίου βοήθησε ο γιος του Μπέντζαμιν, είναι ένας ύμνος στην τρίτη ηλικία. Ο ίδιος ο Γιάλομ, μετά την απώλεια της γυναίκας και μούσας του Μαίριλυν, πήρε μία μεγάλη απόφαση. Επειδή του ήταν αδύνατον να αναλαμβάνει ψυχοθεραπείες που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να κρατήσουν καιρό, δεχόταν σε μία και μοναδική συνεδρία, όσους επιθυμούσαν και όσους επέλεγε ο ίδιος να δει, θέλοντας να βοηθήσει με την πείρα του στις δυσκολίες της προσωπικής, της επαγγελματικής, αλλά και της κοινωνικής και υπαρξιακής τους πορείας, παραπέμποντάς τους σε άλλους ψυχοθεραπευτές για συστηματική ψυχοθεραπεία. Καρπός αυτής του της απόφασης είναι το βιβλίο «Η ώρα της καρδιάς- πώς συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα», το οποίο κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, ψυχοθεραπεύτριας, και σε πρόλογο του Γιάννη Ζέρβα, καθηγητής της Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ, οι οποίοι μας έκαναν γνωστό στην Ελλάδα τον Γιάλομ και το έργο του τα τελευταία 25 χρόνια.  

Θαυμάζει κανείς έναν γέροντα στην ηλικία πόση ζωή κρύβει μέσα του και άρνηση να παραιτηθεί από ό,τι την νοηματοδοτεί. Παρά τη μεγάλη θλίψη της απώλειας της γυναίκας του, ενώ πρόσφατα έφυγε από τη ζωή και ο ένας γιος του Βίκτορ, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει προβλήματα  υγείας που είχε, ο Γιάλομ «ενενήντα πέντε ετών, με έναν βαθμό εγκεφαλικής ατροφίας πια, που δυσκολεύει πολύ τη δημιουργική του εργασία» (σ. 11), όπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο Γ. Ζέρβας, μας διδάσκει ότι «η βούληση είναι πιο ισχυρή από τον εγκέφαλο, ότι η επιθυμία για ζωή και επαφή βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις σωματικές ανεπάρκειες, όταν αυτό έχει σημασία για εμάς. Η ψυχή βρίσκει δρόμο και τρόπο» (σ. 11).

«Η γνώση της βεβαιότητας του θανάτου, η διαχείριση της ελευθερίας, η έλλειψη εγγενούς νοήματος στη ζωή και η απομόνωση από την κοινότητα είναι, όπως μας έμαθε ο Γιάλομ, οι τέσσερις μείζονες υπαρξιακές αγωνίες. Και τα αντίδοτα που πρότεινε, αντίστοιχα, είναι για τον θάνατο η πλήρης βίωση της ζωής, για την ελευθερία η συνειδητή επιλογή του τομέα ευθύνης μας και η υπηρέτησή του, για το νόημα η ανακάλυψη του προσωπικού μας νοήματος μέσα από την πορεία στη ζωή του και, τέλος, για τη μοναξιά η ενεργή συμμετοχή  μας στην κοινότητα, αφού όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα και παρόμοιες αγωνίες» (σ. 12).

Το βιβλίο του Γιάλομ λοιπόν «Η ώρα της καρδιάς» είναι το κύκνειο άσμα του, στο οποίο αποτυπώνει μέσα από την μία και μοναδική συνεδρία που κάνει με διάφορους θεραπευόμενους, τον τρόπο της δικής του πάλης έναντι των τεσσάρων αυτών υπαρξιακών αγωνιών. Ο Γιάλομ «πρώτον, τις αναγνώρισε στον εαυτό του και τις παραδέχτηκε ανοιχτά προς τα έξω: στους φοιτητές το, στους συναδέλφους του, στους ασθενείς του, στους συνεργάτες του, στο κοινό του. Συνειδητοποίηση και ειλικρίνεια, ισότιμα. Η ανακούφιση βρίσκεται στο να έρθουμε αντιμέτωποι μέσα μας μ’ αυτές τις αγωνίες, να τις παραδεχτούμε, να τις μοιραστούμε με τους άλλους και να μη σταματήσουμε εκεί! Να εξερευνήσουμε διαδρομές στη ζωή μας που να μας επιτρέψουν  να ανεχτούμε αυτές τις αγωνίες και να μην εμποδίσουν τη ζωή μας. Αυτό αναγκαστικά οδηγεί σε επιλογές και δέσμευση σε αυτές τις επιλογές. Μια ζωή δική μας, όσο μας επιτρέπουν οι συνθήκες. Περιέργεια, εξερεύνηση, συμμετοχή» (σ. 12)

Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Ζέρβας, ο Γιάλομ μάς δείχνει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή η ζωή συνεχίζει, η δημιουργία συνεχίζει, η επικοινωνία συνεχίζει, η επαφή και η μετάδοση εμπειρίας δεν σταματούν ποτέ όσο έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Και μαζί τους δεν σταματούν οι αφηγήσεις και οι ιστορίες  που μας μεταδίδουν και συντηρούν τη συνέχεια της ζωής, της αγάπης και της δημιουργίας. Εμείς μπορεί να θλιβόμαστε μπροστά στην προοπτική του αποχωρισμού. Εκείνος όχι. Συνεχίζει να ζει και να γράφει» (σσ. 14-15).

Διαβάζοντας το βιβλίο στεκόμαστε ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Τζέρρυ, ο οποίος είχε πολύ έντονο κίνητρο να κάνει αλλαγές στη ζωή του, αλλά η απαιτητικότητα και η απαξιωτική συμπεριφορά  προς τους άλλους τον εμπόδιζαν να προχωρήσει.  Ο Τζέρρυ ήταν και η αφορμή που ο Γιάλομ ξεκίνησε την μία και μοναδική συνεδρία. Ενδιαφέρουσες είναι η περίπτωση της Σούζαν που χρειαζόταν ενθάρρυνση στη ζωή της, της που συνειδητοποιεί ότι για να γίνει καλή ψυχοθεραπεύτρια δεν αρκεί η παιδεία, αλλά χρειάζεται και να τακτοποιήσει τα δικά της θέματα χωρίς να φοβάται να ανοιχτεί, του Πωλ που καταφέρνει να ενεργοποιήσει το λογοτεχνικό του τάλαντο, της Μάγια, η οποία φοβάται να συμπεριλάβει τον Τσάρλυ στη ζωή της και βρίσκει υποκατάστατο τη ζωοφιλία (όπως σε πολλά ζευγάρι τα παιδιά γίνονται το κέντρο και η ανάγκη για μοίρασμα και επικοινωνία τίθεται στο περιθώριο), του Αλμπέρτο, ο οποίος φοβάται την εισβολή και την επιθετικότητα των άλλων και κλείνεται στον εαυτό του, του Άμπερτ που το άγχος του θανάτου κάνει τον Γιάλομ να επανεκτιμήσει τον δικό του τρόπο διαχείρισης του πένθους για τη γυναίκα του, της Άντγε, που δυσκολεύεται να  αντιμετωπίσει παλαιά τραύματα καλύπτοντάς τα με μια φαινομενική αταραξία, της Τζην που καλείται να παλέψει με τη σύγκρουση ανάμεσα στην τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά του εαυτού της και την ανάγκη των άλλων να τη βλέπουν ως σκληρή και δυνατή, της Ρόουζ προς την οποία ο Γιάλομ έστειλε κατά λάθος ένα mail που αποτύπωνε τις παρατηρήσεις του γι’ αυτήν και το οποίο την πλήγωσε βαθιά, γεννώντας ενοχές στον ίδιο , της Ντέμπι που κάνει τον Γιάλομ να συνειδητοποιήσει ότι η μνήμη του τον εγκαταλείπει, όχι όμως και η ικανότητά του να είναι άνθρωπος και να νοιάζεται, του Ρίτσαρντ, ο οποίος θέτει τα μεγάλα ερωτήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης στον Γιάλομ και ο σεβασμός με τον οποίο ο σπουδαίος ψυχοθεραπευτής αντιμετωπίζει το ζήτημα της πίστης, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν πιστεύει και η απόφασή του να σταματήσει να βλέπει ανθρώπους όταν συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του πλέον δεν επαρκούν γι’ αυτό.

Στον επίλογό του ο γιος του Γιάλομ Μπέντζαμιν που τον βοήθησε στη συγγραφή επισημαίνει αυτό που ο Γιάλομ προσπάθησε να κάνει στη ζωή του: να λειτουργήσει μοιραζόμενος προσωπικά βιώματα με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς απόσταση από τους θεραπευόμενους, βγάζοντας αυτό που ονομάζουμε δίψα για εγγύτητα, όντας ανοιχτός, ειλικρινής και ανθρώπινος.   Αυτό το στοιχείο πιστεύουμε ότι μπορεί να βοηθήσει όσους βρισκόμαστε σε θέση ισχύος, τους γονείς απέναντι στα παιδιά, τους πνευματικούς απέναντι στους εξομολογούμενους, τους δασκάλους απέναντι στους μαθητές, όχι για να προβάλουμε όσα εμείς θέλουμε ή πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά για να μπούμε στη θέση τους, να φανερώσουμε και στον εαυτό μας και σε εκείνους ότι είμαστε ανθρώπινοι, να ταπεινωνόμαστε και να αγαπούμε. Αυτό άλλωστε ήταν και είναι το βαθύτερο νόημα της ενανθρώπησης του Θεού, ότι έγινε ένας από μας και μας νιώθει σε όλα, ακόμη και στον θάνατο.

Ένα βιβλίο που εκτός από το κύκνειο άσμα του σπουδαίου ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα, αποπνέει ενθάρρυνση σε όσους προχωρούμε ηλικιακά, αλλά και σε όσους δεν θέλουμε η ζωή μας να κλειστεί στο εγώ μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Σεπτεμβρίου 2026