ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 184- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Ένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο του καιρού μας, ιδίως εκείνον που η εργασία ή το λειτούργημά του τον φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους, λειτουργώντας σε μία σχεσιακή προοπτική, η οποία άλλοτε ενισχύει τους στόχους του και άλλοτε (το σύνηθες) τον απογοητεύει, είναι η ψυχική ανθεκτικότητα. Εχθροί της είναι η ρουτίνα της αστικής κοινωνίας, η εντατικοποιημένη εργασία, η απουσία οράματος πέραν της επιθυμίας για πλουτισμό, το έλλειμμα αγάπης για τον άνθρωπο σε μια ατομοκεντρική πραγματικότητα. Όλα αυτά κουράζουν ψυχικά τον άνθρωπο. Τον κάνουν να αισθάνεται ότι τίποτα από όσα κάνει δεν του δίνει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει ούτε στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, ούτε στη ζωή του με περιεχόμενο. Ιδίως όταν έρχονται απροσδόκητα δύσκολες και ανατρεπτικές της κανονικότητάς του στιγμές και καταστάσεις, ο άνθρωπος μπορεί και να συντριβεί ψυχικά. Να νιώσει ότι τίποτε δεν αξίζει και ότι όλα όσα έχει κάνει είναι μάταια, εκτός από άχρηστα. Και δεν είναι η θρησκεία η μόνη απάντηση, δηλαδή μία μεταφυσική θεώρηση της ζωής, η οποία περνά από την υπομονή, κάποτε ιώβειο, αλλά η ίδια η ζωή στην οποία χρειάζεται να βρούμε ή να χτίσουμε ελπίδα.
Χρειαζόμαστε λοιπόν εμψύχωση. Αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου βιβλίου του κ. Βασίλη Καραποστόλη, ενός σπουδαίου διανοούμενου των καιρών μας, ομότιμου καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος συχνά με την επιφυλλιδογραφία του και τα κείμενά του μας δίνει τη δυνατότητα ενός πολύ γόνιμου, υπαρξιακού, κοινωνικού, σχεσιακού προβληματισμού, κάνοντάς μας να ξαναβλέπουμε την πορεία της ζωής μας. “Το πιο βαθύ, το πιο συναρπαστικό όνειρο του ανθρώπου είναι να κρατά το τιμόνι μπροστά στα απρόοπτα” (σ.9). Μόνο που ο άνθρωπος, συνήθως, οργανώνει τις άμυνές του μπροστά στα απρόοπτα (κυρίως στηριζόμενος στην αποταμίευση ή τον πλουτισμό), “αντί να ετοιμάζει ένα άνοιγμα στον κόσμο” (σ.10). Γι’ αυτό και “ύστατο μέλημα του ανθρώπου είναι να μην εξορίσει από μέσα του την ιδέα ότι είναι ικανός και για άλματα” (σ.13).
“Η ανάγκη της εμψύχωσης” (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι βιβλίο που χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο επιγράφεται “Η γέννηση των προσδοκιών”. Ο συγγραφέας μας καλεί να σπουδάσουμε τον μύθο της Ηούς και του Τιθωνού, να δούμε δηλαδή τη ζωή με βάση “τον έρωτα για τη δυνατότητα να ξεπεταχθεί το ωραίο μέσα από το τετριμμένο” (σ.21), χωρίς να παραδιδόμαστε στα χρειώδη. “Ο μέγιστος κίνδυνος έρχεται όταν ο ανθρώπινος βίος γίνεται ανεξέταστος” (σ. 30). Γι’ αυτό χρειάζεται να εξετάζουμε τις επιθυμίες μας. Να βλέπουμε αν από την ικανοποίησή τους ή μη θα προκύψει σημαντική χαρά ή σημαντική λύπη, για να μπορούμε να τις κατατάσσουμε στις αναγκαίες ή μη. Το ίδιο και με τις ηδονές. Γι’ αυτό χρειάζεται και ονειροπόληση και δράση, όχι παράδοση στον μηδενισμό. Έτσι, υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιήσουμε τη φαντασία μας, όχι για να δραπετεύσουμε στον χώρο της ψευδαίσθησης, αλλά για να δημιουργήσουμε συνθήκες και να ενεργοποιήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δεν είναι το ανέφικτο αυτό στο οποίο πρέπει να στοχεύουμε, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας και τους στόχους μας αν κάτι μοιάζει ανέφικτο. Πρώτα χρειάζεται να παλέψουμε, να βάλουμε δύναμη και φαντασία μέσα μας, ώστε να μη γίνουμε μειοδότες της ζωής, αλλά εκείνοι οι οποίοι θα παλεύουμε, ακόμη κι αν συναντούμε διαψεύσεις και ματαιώσεις, για ό,τι αληθινά αξίζει για μας.
Ο συγγραφέας θα επιμείνει σε κάτι που έρχεται να συναντήσει την πνευματική μας παράδοση: “να θέλεις να επιθυμείς εκείνο που δεν εξαντλείται” (σ.56). Αυτό για μας είναι ο Χριστός και η αγάπη. Είναι το Απόλυτο που μοιάζει ανέφικτο, όμως γίνεται ένα κίνητρο όντως ζωής, ένα κίνητρο που σε κάνει να μην πτοηθείς εντελώς, ακόμη και στις ήττες σου. Εδώ λοιπόν η φαντασία που δημιουργεί, ονειρεύεται, αναζητεί τρόπους, διψά, σε κάνει να αναζητείς δάσκαλο, διότι “δέχθηκες να γίνεις μαθητής” (σ.63), ώστε να αναζητείς κάτι που υπερβαίνει την ημέρα, την καθημερινότητα, το παρόν. Γι’ αυτό αξίζει να παλέψεις, να προσθέσεις, ακόμη και να θυσιαστείς.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Φαντασία και Ελπίδα”. Ο συγγραφέας επισημαίνει μία μεγάλη αλήθεια που μας διαποτίζει: “η πρωτογενής ανάγκη του ανθρώπου για ενωση με τους ομοίους του επισκιάσθηκε από τη δευτερογενή ανάγκη του να ξεχωρίσει μέσα στους πολλούς. Στη συνέχεια, από την ανάγκη για ξεχώρισμα πέρασε στην επιδίωξη της επικράτησης, και με την επιδίωξη αυτή επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε όταν αποκόπηκε από το φυσικό βασίλειο: στον απέραντο φόβο ότι είναι κατάμονος, φόβο που, για να τον σκεπάσει, ήταν έτοιμος ακόμη και να φθάσει στον φόνο. Έτσι, απλώθηκε και δεν έπαψε να απλώνεται η ανασφάλεια” (σσ.69-70). Η περιγραφή αυτή μάς δείχνει το γιατί του θριάμβου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στους καιρούς μας. Συμμετέχουμε σ’ αυτά για να είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας, τους οικείους μας. Θέλουμε να ξεχωρίσουμε όμως ανάμεσά τους και γι’ αυτό αναρτούμε, κυρίως φωτογραφίες που προκαλούν με κάποιον τρόπο το ενδιαφέρον ή σχόλια που κάνουν θόρυβο. Κάποιοι θέλουν να επικρατήσουν, όπως στην πολιτική, στον φονταμενταλισμό, στο star system, με αποτέλεσμα να “δολοφονούν” χαρακτήρες, να οργανώνουν στρατούς από τρολς, να κατασκευάζουν”αλήθειες”, χωρίς να διαλέγονται. Κι όλοι παραμένουν μόνοι κατά βάθος, διότι όλος αυτός ο δρόμος δεν γεννιέται μέσα από την εμπιστοσύνη, αλλά από τον νόμο και τον τρόπο της ζούγκλας. Γι’ αυτό και η όποια “εφαρμογή του καλού- έστω και του τυπικά καλού, διεγείρει το κακό, προκαλώντας το να αποδείξει πόσο εφευρετικό είναι στο να ακυρώνει το καλό” (σ. 71).
Έτσι, αντί να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε έρμαια στην κακή βούληση του οποιουδήποτε, χάρις και στην νομοθέτηση μέτρων, ορίων, κανόνων, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά το κακό, κάτι που βλέπουμε και στην έξαρση της βίας, στην υποκρισία, στην ωμή εκμετάλλευση, στην εξαπάτηση (σ.71). “Η βαθύτερη αιτία αυτής της ανωμαλίας ήταν ότι οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ του καλού φαινόταν να μην πηγάζουν από μια ελπίδα για το καλύτερο, αλλά από τον φόβο για το χειρότερο” (σ.71) “Η βούληση της πολιτείας είναι ισχνή: οι τυπικές ενέργειες του πολιτικού, του δημόσιου λειτουργού ή και του νομοθέτη προδίδουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα τους: την πειθώ, τον λόγο, την παράθεση επιχειρημάτων, την αναφορά σε αξίες και κυρίως την κατάδειξη της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις τους. Άμεση συνέπεια είναι η διάχυση της ανασφάλειας σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα” (σσ.71-72). Έπαψε να ισχύει το “λόγω τιμής” και μετετράπησαν τα πάντα σε έγγραφα και συμφωνίες, σε μια συναλλαγή. Γι’ αυτό και υπάρχει σήμερα η καχυποψία και ο φόβος ότι ακόμη κι όταν υφιστάμεθα το καλό, κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτό. Οι άνθρωποι δεν μπορούμε να χαρούμε τις σχέσεις μας, φοβόμαστε όχι το απώτερο, αλλά το άμεσο μέλλον και οχυρωνόμαστε πίσω από το εγώ, το άτομό μας, το συμφέρον μας, χωρίς να μπορούμε να υιοθετήσουμε την αγάπη ως στάση ζωής. Αυτό το βλέπουμε και στην παιδεία.
Ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη να ξαναχτίσουμε χαρακτήρες με αγνότητα προσδοκιών και προθέσεων. Να μάθουμε να συνάπτουμε γερούς δεσμούς με τους ομοίους μας. Να αντισταθούμε στην αντίληψη ότι η ζωή χαρίζεται, στην ψευδαίσθηση που γεννιέται μέσα από τον τρόπο ζωής του πολιτισμού μας ότι το να μην κουράζεσαι είναι το μείζον. “Οι μη κοπιώντες διάγουν ,,παράνομο’’ βίο, δηλαδή παρά φύσιν” (σ.89). Γι’ αυτό χρειάζεται θυσία και, επιπλέον, όχι μετακύλιση των ευθυνών στους άλλους. Χρειάζεται η πλατωνική “εμπιστοσύνη στην καινοτόμο ανθρώπινη θέληση” (σ.100). Σε κοινωνικό επίπεδο λοιπόν πρέπει να προταχθεί η έννοια της δικαιοσύνης, χωρίς να είναι αρκετή από μόνη της, αν ο άνθρωπος δεν αναλάβει την ευθύνη να είναι υποκείμενο, πρόσωπο ξεχωριστό, με όρεξη για αλλαγή των πραγμάτων: “ζώντας με τους κανόνες του δικαίου οι άνθρωποι θα είναι ευτυχέστεροι. Η δικαιοσύνη κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται καλύτερα, να παίρνει μεγαλύτερη ικανοποίηση από ό,τι αν φερόταν αδίκως. Επομένως, θα θέλει να είναι δίκαιος, όχι από καθήκον, αλλά για χάρη της μακαριότητας με την οποία θα ανταμειφθεί. Είναι άλλο θέμα το κατά πόσον η θέληση των ανθρώπων είναι σταθερή. Και επίσης είναι άλλο θέμα το κατά πόσον οι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι αυτό που θα τους δώσει ευτυχία. Σε κάθε περίπτωση, το να θελήσουν να σκεφθούν και να δοκιμάσουν να δράσουν με βάση τις σκέψεις τους είναι προϋπόθεση για κάθε αλλαγή. Προτού λάβουν υπ’ όψιν τους την αντικειμενικότητα, πρέπει να είναι υποκείμενα που σε κάτι αποβλέπουν και που δεν αρκούνται να το χαίρονται μες στον ύπνο τους” (σ.100).
Συνείδηση, ευθύνη, υποκείμενο που έχει άποψη, όρεξη, φαντασία, δημιουργικότητα, είναι στοιχεία που μπορούν να δώσουν εμψύχωση και τελικά ανθεκτικότητα σε όποιον δεν άγεται και φέρεται από τα ρεύματα της ζωής. Και, όπως προσθέτει ο συγγραφέας, χρειάζεται ο έρωτας “ως πόθος που φωλιάζει πίσω από το πάθος: είναι η απαίτηση να μπορεί το ανθρώπινο πλάσμα να ζήσει στο έπακρο αυτά που εμπεριέχει η ζωή” (σ.102). Ο έρωτας είναι πλεόνασμα και δίνει πλεόνασμα στην καθημερινότητα της ύπαρξης. Μπορεί στην εποχή μας να ισχύει πως “ό,τι πλεονάζει αργά ή γρήγορα περιθωριοποιείται” (σ.103). Ακόμη όμως κι αυτό να συμβαίνει ο έρωτας, όχι αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, αλλά και για κάθε τι με το οποίο νιώθουμε ότι η ζωή μας αξίζει, δίνει τη δυνατότητα να αντέξουμε. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχής των παιδιών και των νέων, όχι η απομύζησή τους από την τεχνολογία, τα κινητά, την μαγκιά, το φαίνεσθαι: “ τα παιδιά, οι νέοι είναι οι πιο αυθεντικοί ειδωλολάτρες, όχι όμως λόγω ευπιστίας, όσο εξαιτίας της ανάγκης που πρωτοξυπνά στον άνθρωπο να διευρύνει τα όσα κοιτάζει, να αναπλάσει τα στερεά, να αναδιατάξει τα γεωμετρικά σχήματα, να βρεθεί στην πίσω μεριά της ευθύνης των φαινομένων και να δει, επιτέλους, τι βρίσκεται εκεί και γιατί. Μπορεί ο ενήλικος να απογοητεύεται, διότι όταν αγγίξει το είδωλό του θα δει, κατά τον λόγο του Φλωμπέρ, “την επιχρύσωση πάνω στα δάχτυλά του” (σ.109), ωστόσο ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη που θα τον κρατήσει ζωντανό. Θα τον βοηθήσει να ξαναδοκιμάσει, να ξαναδεί τον δρόμο της ευτυχίας.
Σε ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για τις προσευχές και τις επικλήσεις, ο συγγραφέας επισημαίνει τα εξής: “Αναφερόμενος στην ανώτερη δύναμη ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει διαφορετικά αυτό που του λείπει, ως εάν να είχε ξαφνικά αποκτήσει ένα νέο εσωτερικό όργανο με το οποίο ,,παρακολουθεί’’ τις ταραχές και τις αγωνίες του. Το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα πάθη του είναι καινούργιο. Του το έχει χορηγήσει η ανώτερη δύναμη προς την οποία στράφηκε για βοήθεια. Προτού φανεί αν θα λάβει ή όχι βοήθεια, έχει αποκτήσει την ικανότητα επανεξέτασης των επιθυμιών του” (σ.112). “Αυτά που στερείται ο άνθρωπος ο Θεός τα γνωρίζει, χωρίς να είναι γνωστό στον άνθρωπο ποιες είναι οι βουλές του Θεού, ούτε επίσης το γιατί ο Θεός ανέχεται ή επιτρέπει το κακό της στέρησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή και γενικά. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα δεν είναι η ενημέρωση του Θεού για τα παθήματα των ανθρώπων. Είναι να καταδειχθεί η δυνατότητα του ανθρώπου να συνομιλήσει για τα παθήματά του με μιαν οντότητα, η οποία, μολονότι δεν τα υφίσταται, τα κατανοεί. Το πρώτο στάδιο στην πράξη της προσευχής είναι η αίσθηση του ανθρώπου ότι δεν είναι μόνος και ότι ο μονόλογός του θα σπάσει μ’ έναν τρόπο τη σιωπή του σύμπαντος. Πώς; Θα του απαντήσει κανείς; Μήπως ακούσει αλλόκοσμες φωνές- άγγελοι είναι; άγιοι;- μέσα από τα βάθη της νύχτας; Ποτέ δεν θα μάθει κανείς ποια είναι τα λόγια του προσευχόμενου που αποστέλλονται στην απώτατη πλευρά του σύμπαντος θα παραληφθούν και από ποιον. Στη θρησκευτική εμπειρία καταλύτης για τις εξελίξεις είναι η Χάρη. Μπορεί να έλθει η Χάρη ή να μην έλθει. Δεν θα δοθεί όμως από πουθενά καμιά διευκρίνηση ή εξήγηση επ’ αυτού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κατά τη διαδικασία της προσευχής δημιουργήθηκε η ιδέα ενός όντος που δεν είναι ξένο ούτε και κωφεύει στα λόγια που του απευθύνει ο άνθρωπος. Αντίκρυ στον άνθρωπο πρόβαλε ένα Εσύ, απόμακρο και ταυτόχρονα κοντινό. Είναι ένα πρόσωπο και ως τέτοιο έχει βούληση, με τη διαφορά πως για τον άνθρωπο είναι ανεξιχνίαστη. Το σημαντικό όμως είναι ότι τα λόγια του τελευταίου δεν πέφτουν στο κενό. Το αν το Ον που τα ακούει έχει τις άλφα ή βήτα ιδιότητες, αν είναι ένας Πατέρας πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, άπειρος, δεν είναι καθοριστικό. Εκείνο που βαραίνει είναι η δεκτικότητά του απέναντι στον άνθρωπο που του απευθύνεται. Το μείζον Εσύ ακροάται το έλασσον εγώ, έτσι πιστεύει το εγώ, κι αυτό του δίνει μαζί με την αγαλλίαση μια ώθηση προς τα πάνω” (σσ.113-114).
Τα παραπάνω έρχονται να συναντήσουν την πνευματική μας παράδοση, στην οποία ο Θεός δεν είναι μόνο δεκτικός στον άνθρωπο, αλλά έγινε άνθρωπος και γι’ αυτό νιώθει τον άνθρωπο, τον σπλαχνίζεται. Φέρει τη φύση μας επί γης και εν τω ουρανώ. Αναστήθηκε και θα μας αναστήσει. Και δεκτικός σημαίνει ακόμη αυτός που ακούει όχι από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά από αγάπη. Όλο αυτή η θέαση έρχεται να συναντήσει την ανάγκη του ανθρώπου να ελπίσει, να ενεργοποιήσει έμπρακτα τα ιδεώδη του, να μην παραιτηθεί όσες κι αν είναι οι απορρίψεις και οι ψυχικές πιέσεις που υφίσταται. Η θρησκευτική πίστη, για τον τίμιο στοχαστή, δεν είναι απλώς χρήσιμη ή ανακουφιστική. Γίνεται κίνητρο ψυχικής ανθεκτικότητας.
Σε ένα εξίσου ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο “Πειράματα με την ελπίδα”, ο καθηγητής Καραποστόλης επισημαίνει ένα φαινόμενο των καιρών μας, συνδέοντάς τον με τον σπουδαίο Λατίνο στοχαστή, φιλόσοφο και θεολόγο, Θωμά Ακινάτη. Είναι το ζήτημα της “ευελπιστίας”. “Η λέξη δηλώνει τη στάση του ανθρώπου ο οποίος, χωρίς να έχει πράξη τα ανάλογα, αξιώνει να έλθουν τα πράγματα όπως το επιθυμεί. Παρόλο που δεν έχει μετανιώσει για κάτι επιλήψιμο που έπραξε, ζητά συγγνώμη. Ελπίζει στη συγχώρεση, αφήνοντας στην άκρη την αυτοεξέταση που θα ‘πρεπε να έχει προηγηθεί. Και αυτό γιατί αδημονεί να βγει από τη δυσάρεστη κατάσταση” (σ.133). Ο συγγραφέας αποτυπώνει μία νοοτροπία, η οποία βιώνεται από πολλούς νέους: δικαιούμαι να πετύχω, ακόμη κι αν δεν έχω εργαστεί όσο πρέπει. Είναι άδικη η ζωή, όταν δεν μου δίνει αυτό που εγώ πιστεύω ότι μου ανήκει. Και ισχύει ξεκάθαρα η παρατήρηση του συγγραφέα: “η ευελπιστία προετοιμάζει συχνά τη γρήγορη μετάβαση στο άλλο άκρο, στην απόγνωση” (σ.134). Κι αυτό το βιώνουμε έντονα στους καιρούς μας. Νέοι καταθλιπτικοί, μελαγχολικοί, ανικανοποίητοι, με αδυναμία να παλέψουν, με την αίσθηση ότι το παν είναι το εγώ τους και ότι ο κόσμος τους χρωστά, χωρίς να είναι σε θέση να ελπίσουν αληθινά, να παλέψουν, να δημιουργήσουν καινούργιες προοπτικές, ώστε να μη νικηθούν ψυχικά. Νέοι χωρίς να αγαπούν. Και, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, εμβαθύνοντας στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, “αν η αγάπη υπερτερεί, είναι γιατί είναι ζυμωμένη με την πραγματικότητα και ξέρει από πρώτο χέρι τι της εναντιώνεται. Δίχως αγάπη η ελπίδα θα ήταν ένα μελαγχολικό αιώρημα της ψυχής, και η πίστη μια άγκυρα που ψάχνει για βυθό. Έρχεται όμως η αγάπη και βάζει στην πράξη αυτά που η ελπίδα έχει φανταστεί. Είναι το όργανό της. Πράττουμε σύμφωνα με ό,τι αγαπάμε, και αγαπάμε σύμφωνα με ό,τι ελπίζουμε” (σ.141).
Το τρίτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Το έργο της εμψύχωσης”. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα δεσπόζει το δίπολο “νωχέλεια- ανίχνευση”. “Το πιο μεγάλο ψυχικό έλλειμμα στον καιρό μας συνίσταται στην αποφυγή της προσπάθειας. Είναι σαν να έχει υποβληθεί στους ανθρώπους η ιδέα ,,να μην ξοδεύονται’’, προκειμένου να μπορούν να ,,ξοδεύουν’’… ,,το μόνο σίγουρο είναι τα αντικείμενα που μπορείτε να αποκτήσετε. Ένα υλικό απόκτημα είναι μια πραγματικότητα. Ένα νέο βίωμα όμως; Ένα συναίσθημα; Είναι και δεν είναι πραγματικότητα. Το υλικό αντικείμενο δεν αλλάζει. Δεν ισχύει το ίδιο για τα συναισθήματα. Οπότε, αν μπείτε στην τροχιά ενός συναισθήματος, πολύ πιθανόν να χάσετε τον έλεγχο. Συνεπώς, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της αγοράς, καλύτερα να αγοράζετε τα παρόντα παρά να επενδύετε στα μέλλοντα”. Κάτι τέτοιο όμως μειώνει τις προσδοκίες για το μέλλον. Αυτό που δημιούργησε η ανθρωπότητα ως πολιτισμό του καιρού, συνειδητοποιεί ότι την εμποδίζει “πλέον να συνεχίσει να δημιουργεί” (σ.148). Η καταστροφή της φύσης, ο θρίαμβος των μηχανών, η οίηση της παντοδυναμίας δημιουργούν αδιέξοδα. Γι’ αυτό και το ψυχικό βάρος είναι σήμερα έντονο, διότι δεν είναι μόνο οι προσωπικές δυσκολίες και αποτυχίες το πρόβλημα, αλλά και το ευρύτερο κλίμα, που γεννά απογοήτευση. Έτσι, ακόμη και εκείνοι που ανιχνεύουν την υπέρβαση των μέτρων και των δυνατοτήτων τους αισθάνονται εύκολα την πίεση μιας επερχόμενης ματαίωσης.
Η πρόταση του συγγραφέα είναι η όρεξη για τη γνώση (σ.152). Είναι το ρίσκο, ώστε να μη νικηθούμε οριστικά από τη στασιμότητα και την ευκολία του να αισθανόμαστε ότι τα έχουμε όλα. Είναι η ψυχική ενίσχυση. “Ψυχή είναι ακριβώς η δύναμη τού να θέλει (κάποιος) να καταστήσει πραγματικό αυτό που λανθάνει μέσα του, που τη μια κεντρίζεται και την άλλη οπισθοχωρεί” (σ.157). Σε μια εποχή στην οποία “ο άνθρωπος αποθαρρύνεται να εξασκήσει τον νου του” (σ.159), ο συγγραφέας ενθαρρύνει να αξιοποιούμε τον υποθετικό και τον επαγωγικό συλλογισμό, να αρνούμαστε να ισχύει για μας “το δικαίωμα της άγνοιας, της αμάθειας ή της ημιμάθειας, ή ακόμη και του παραλογισμού” (σ.163), για να μπορούμε να συνεννοούμαστε, να αισθανόμαστε ότι λογοδοτούμε, να κρατάμε την αιδώ και την αισχύνη, όταν υστερούμε απέναντι στους ισοτίμους μας (σ.163). Δεν μπορούμε να αντέξουμε όταν φωνάζουμε, αποθεώνοντας την υποκειμενικότητα, ότι “είμαι αυτός που είμαι και τα πράγματα είναι έτσι όπως νομίζω πως είναι”, παραδίδοντας τον εαυτό μας στην οίηση (σ.164). Να αξιοποιήσουμε τη φαντασία μας, χωρίς να παραδοθούμε στις εντυπώσεις, που μας κάνουν να ζούμε συχνά σε έναν κόσμο απατηλό, ούτε γιατί όλα εξηγούνται και όλα τα έχουμε δει, αλλά για να ανοιχτούμε στη δημιουργικότητα. Να μην παραδοθούμε στην υπόδυση ρόλων, αλλά να αφεθούμε στη συγκίνηση, ακόμη κι αν κάποτε πέφτουμε έξω. Ο κόσμος της διασκέδασης, ο οποίος μοιάζει πληθωρικός και προβάλει την επανάληψη ως αντίδοτο στην πλήξη, δεν μας επιτρέπει να είμαστε ευγνώμονες απέναντι στη ζωή. Ναι, η ζωή δεν έχει υπογράψει με τον καθέναν μας σύμφωνο σταθερότητας. Όμως η παγίδα της διασκέδασης είναι η εξής: “απέναντι στο πλήθος αυτό των αποφασισμένων να μη χαίρονται μήπως και στενοχωρηθούν στη συνέχεια, να μην παρασύρονται μήπως και επανέλθουν απότομα στην πραγματικότητα, η διασκέδαση θα αναγκάζεται όλο και περισσότερο να επινοεί δολώματα, να προτείνει περισπασμούς, να επιβάλλεται με κρότους και πυροτεχνήματα” (σ.183). Έτσι, καταργείται η προσδοκία της έκπληξης και η εργασία διά της φαντασίας αυτή να δημιουργηθεί. “Χωρίς τις εκπλήξεις η ψυχή είναι αδύνατο να βγει από τα όριά της” (σ.185).
Αυτός ο δρόμος γεννά την απαίτηση η ζωή να έχει ποιότητα. “Μυστήρια έννοια η ποιότητα. Δεν προσδιορίζεται τόσο από κάποιους δείκτες, όσο από ορισμένες απαιτήσεις που εγείρονται βαθμιαία μέσα στην ψυχή, υπό την επήρεια της μάθησης, της μόρφωσης και τελικά της ευαισθησίας. Απαιτεί κάποιος καλύτερη ποιότητα στη ζωή, όταν έχει έτσι διαμορφωθεί εσωτερικά ώστε από την μια να μην αντέχει τον εκχυδαϊσμό και από την άλλη η ψυχή του να πανηγυρίζει. Όταν η ευγένεια ή η αυθεντικότητα αφήνουν τη σφραγίδα τους πάνω στα πράγματα” (σ.194). Και αυτός ο δρόμος γίνεται διέξοδος όταν “η συνείδηση φύγει προς το υπερπροσωπικό. Είναι μια κίνηση που ανταποκρίνεται απολύτως στο αίτημα για εξύψωση των συναισθημάτων. Ένα ανώτερο συναίσθημα δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνον αν αναφέρεται στον κόσμο και όχι στο άτομο. Ανωτερότητα προσδίδει σε ένα συναίσθημα η απόσπασή του από την αποκλειστική επιδίωξη της ιδιωφέλειας. Το να πασχίζεις να ωφελήσεις τον εαυτό σου σε φέρνει υποχρεωτικά κάποια στιγμή αντιμέτωπο με την εμπειρία της ματαιότητας: για ποιον λόγο να προσθέτει κανείς μονάδες ευχαρίστησης σε μιαν ύπαρξη για την οποία το τελικό άθροισμα προβλέπεται μηδενικό; Να χαιρόμαστε πριν πεθάνουμε, ναι. Αλλά να χαιρόμαστε με ό,τι μας δίδεται, και το οποίο μπορεί να μας αφαιρεθεί, και όχι με την ιδέα ότι τα συν θα είναι τελικά περισσότερα από τα πλην” (σ.197).
Σ’ αυτό το πλαίσιο η ορμή προς τα άνω, η υπέρβαση του μηδενισμού, αποτελεί το κλειδί για να αντέξουμε. Η πίστη δίνει τη δυνατότητα να μη γινόμαστε νωθροί, ούτε να αφήνουμε τον ζήλο μας να μαραίνεται από τις απογοητεύσεις. Χρειαζόμαστε ένα εκ νέου γήτεμα σε όλους τους στόχους που νιώθουμε ότι μας νοηματοδοτούν, χρειαζόμαστε να κοιτάμε προς τα πάνω, αλλά να θέλουμε ο κόσμος στον οποίο ζούμε και κινούμαστε να αναπνέει, να μοιράζεται ζωή. Έτσι, και στα δύσκολα υπάρχει η ελπίδα: “δεν είναι απίθανο ο άνθρωπος να επανέλθει στην πραγματικότητα με τη φιλοδοξία να την οικοδομήσει ξανά, μπολιάζοντας την αλήθεια και την ομορφιά μέσα σε όσα έχει συνηθίσει να φτιάχνει το βαριεστημένο χέρι και να υπογράφει το κουρασμένο μυαλό” (σ.209). Ας παλέψουμε λοιπόν να μεταγγίσουμε από το Εκείθεν, “όποιο κι αν είναι, δυνάμεις που να υπηρετούν το Εντεύθεν. Έχει λεχθεί ότι η έννοια του θείου δεν μορεί να έχει άλλο νόημα από το να κάνει την παρούσα ζωή υποφερτή για όσους πιστεύουν. Γιατί να μην την κάνει και ευτυχέστερη; Το ίδιο ισχύει και για τις ιδέες και τις κοσμικές αξίες, διαμορφωμένες με τόσο πάθος, έξαρση και προσμονή από τις ανθρώπινες γενιές στην ιστορική πορεία τους. Τοποθέτησαν την ακεραιότητα, τη γενναιοδωρία, τη μεγαλοθυμία, τη δικαιοσύνη σ’ ένα ύψος στο οποίο τους έκανε καλό να στρέφουν τον νου τους, γιατί το είχαν διαπιστώσει πως το ιδεατό δεν είναι ασύνδετο με το πραγματικό” (σ.215). Κι αν δεν μπορούμε όμως να φτάσουμε εκεί, καθώς υπάρχει το μεταβατικό στάδιο του καιρού μας, ας ακολουθήσουμε την συμβουλή του Ντοστογιέφσκι: “Κάνε το καλό κλείνοντας τα μάτια σου και φράζοντας τη μύτη σου” (σ.216). Έτσι, θα αντέξουμε!
Ένα βιβλίο τροφή για σκέψη και αφύπνιση! Ένα βιβλίο που θα βοηθήσει όσες και όσους έχουν την αποστολή να εκπαιδεύουν, να καθοδηγούν, να ενισχύουν, να γίνονται οδηγοί ελευθερίας και αγάπης, ένα βιβλίο και για γονείς που χρειάζεται να βάλουν όραμα στην ανατροφή των παιδιών τους! Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την δυνατότητα που μας δίνει να ερευνούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνεχίζουμε τον μικρό αγώνα μας!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Αυγούστου 2026
