Τότε μερικοί ἀπό τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: «Μά αὐτός προσβάλλει τό Θεό».
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια. Οι άνθρωποι δεν κρατμάμε για τον εαυτό μας τις σκέψεις μας, αλλά, αυτόματα, εκφράζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας είτε στις συνομιλίες μας με τους άλλους είτε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αυτό θεωρείται νίκη κατά της υποκρισίας, απόδειξη του αληθινού μας εαυτού, και, ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε μάς υπονομεύει, ότι η δημοκρατία η οποία μας περιβάλλει δεν είναι αυθεντική, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ εύκολο να πούμε αυτό που νιώθουμε, χωρίς να έχει συνέπειες, ακόμη κι αν ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας, της ευγένειας, του σεβασμού στον άλλο. Τα σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στις διάφορες διαδικτυακές ομάδες, αλλά και στις ειδήσεις που αναρτώνται στο Διαδίκτυο, μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Όσο ενοχλητικές, όσο αυθαίρετες, όσο καταστροφολογικές, όσο υβριστικές και συκοφαντικές κι αν είναι οι απόψεις, αν κάποιος τις καλύψει υπό το προσωπείο του ανώνυμου ή αν έχουν κάποια μικρή και μερική αλήθεια μέσα τους, περνάνε χωρίς συνέπειες, κάποτε αποθρασύνοντας τον εκφραστή τους, κάποτε οδηγώντας στον θρίαμβο ενός ανορθολογισμού που δεν έχει σχέση με το μυστήριο της πίστης.
Όταν ο Χριστός στην Καπερναούμ βρίσκεται σε ένα σπίτι και διδάσκει, Του φέρνουν έναν παράλυτο άνθρωπο. Ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν να του δώσει την άφεση των αμαρτιών του. Οι γραμματείς, οι εγγυητές της πίστης των Ιουδαίων, καθώς γνώριζαν γράμματα και τον Μωσαϊκό νόμο και κατέγραφαν τις ερμηνείες τους, σκέφτονται μέσα τους ότι ο Χριστός προσβάλλει τον Θεό με το να λέει ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες ενός ανθρώπου, ο οποίος εκ της ασθενείας του θεωρούνταν τιμωρημένος από τον Θεό ακριβώς διότι είχε αμαρτήσει. Μόνο ο Θεός, κατά τη γνώμη των γραμματέων, είχε το δικαίωμα να συγχωρέσει αμαρτίες, αλλά γι’ αυτούς ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Ο Κύριος όμως γνωρίζει τι σκέφτονται και, αφού τους το φανερώσει, θα αποδείξει ότι δεν γιατρεύει μόνο την πνευματική ασθένεια της αμαρτίας που ταλαιπωρεί τον κάθε άνθρωπο και τον παράλυτο, αλλά και γιατρεύει και το σώμα του ανθρώπου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να σηκωθεί, να πάρει στους ώμους το κρεβάτι της ασθενείας και να βαδίσει υγιής προς το σπίτι του.
Οι γραμματείς δεν αποκαλύπτουν τι σκέφτονται. Είναι υποκριτές. Δείχνουν όμως με τον τρόπο τους αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα σε κάθε άνθρωπο, είτε φανερώνει είτε όχι τις σκέψεις του. Ο νους και η καρδιά μας αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε. Αυτός που μιλά με αγάπη, δεν είναι από τυπικότητα, αλλά επειδή ζει για την αγάπη και με την αγάπη. Αυτός που καθυβρίζει, που διασύρει, που απορρίπτει, που θεωρεί ότι κατέχει την αλήθεια, στην πραγματικότητα είναι ασθενής ο ίδιος και επιχειρεί να επιβάλει την ασθένεια της αυτο-αυθεντίας στους άλλους. Και επειδή με τον θόρυβο και την πρόκληση νομίζει ότι θα πετύχει να δείξει ότι είναι σημαντικός και ότι έχει δίκιο, δεν διστάζει να εκφράσει το έλλειμμα της αγάπης, που συνδέεται με τον ανορθολογισμό. Η πειθώ θέλει επιχειρήματα, θέλει ευγένεια, θέλει να ακούς τον άλλον, θέλει να βλέπεις λίγο παραπέρα. Διότι τελικά οι γραμματείς, έχοντας τη βεβαιότητα της δικής τους αυθεντίας, δεν μπόρεσαν ούτε μετά το θαύμα της ίασης του παραλυτικού να κάνουν το βήμα να αποδεχτούν ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και όχι ένας άνθρωπος που καπηλεύεται και βλασφημεί το όνομα του Θεού.
Στην εποχή μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, οικείους, ξένους, επώνυμους και άσημους, ας παλεύουμε να βγάζουμε λόγο αγάπης, λόγο πειθούς, λόγο ευγένειας, αρχοντιάς, ακόμη και στην κριτική μας. Υποκρισία είναι να κατηγορείς τους άλλους ότι δεν κάνουν κάτι, που κι εσυ ο ίδιος δεν κάνεις. Να επικαλείσαι την τελειότητα, ενώ είσαι ατελής. Να ομνύεις ότι εσύ κατέχεις την αλήθεια του Θεού και να κατακρίνεις τους άλλους. Να μη νιώθεις ότι στη ζωή υπάρχει το “γίγνεσθαι” και ότι ο Θεός μιλά μέσω ανθρώπων και περιστάσεων που εσύ δεν βλέπεις, ακριβώς διότι έχεις αναγορεύσει τον εαυτό σου σε αυθεντία και θεωρείς, επειδή η εποχή μας σου έχει δημιουργήσει την ψευδαίσθηση, ότι έχεις δύναμη ή εκτονώνεσαι μη ξεκινώντας από τη δική σου παραλυσία και ζητώντας από τον Θεό να σου τη γιατρέψει, αλλά βλέποντας μόνο την παραλυσία των άλλων.
Αν οι γραμματείς είχαν πόνο και αγάπη για τον παραλυτικό, δεν θα σκέφτονταν έτσι για τον Χριστό. Αν έχουμε πόνο και αγάπη για τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, θα βρούμε τον τρόπο να μιλήσουμε τη γλώσσα της αγάπης και της αλήθειας. Για να συμπορευτούμε στην οδό της Εκκλησίας, στην οδό της αφέσεως των αμαρτιών, στην οδό της πνευματικής ιάσεως, που, αν θέλει ο Χριστός, θα γίνει και σωματική.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
12 Ιουλίου 2026
Κυριακή ΣΤ’ Ματθαίου
