Ο πρόσφατος λόγος του Πάπα Λέοντος ότι δεν φοβάται τον Αμερικανό Πρόεδρο και την παντοδυναμία των όπλων και της εξουσίας του, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει ανάγκη την εξουσία κάθε μορφής και κατά πόσον τη φοβάται. Στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση ισχύει η “συναλληλία” Εκκλησίας και Πολιτείας. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την ορθόδοξη πίστη ως την επικρατούσα θρησκεία της πατρίδας μας, προσφέρει σε αυτήν κάποια προνόμια, σε συνέχεια των μεγάλων αγώνων της Εκκλησίας για να κρατηθεί ζώσα η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα προνόμια αυτά όμως δεν είναι λόγος για να σταματήσει η Εκκλησία να έχει άποψη για ό,τι τεκταίνεται στην κοινωνία και για τις όποιες αποφάσεις της Πολιτείας, ιδίως αν αυτές έχουν σχέση με ζητήματα πίστης.
Η Εκκλησία έχει λόγο για τη ζωή των ανθρώπων και οφείλει αυτόν τον λόγο να τον καταθέτει. Είναι μάλλον αναπόφευκτο ο λόγος να είναι ελεγκτικός των κακώς πεπραγμένων. Ό,τι ακολουθεί την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνήθως έρχεται σε ρήξη με τη νοοτροπία του κόσμου. Η Εκκλησία ουδέποτε φοβήθηκε να κρατήσει ακαινοτόμητη την διδασκαλία της, μόνο και μόνο για να μην διακινδυνεύσει την εκδήλωση της οργής της Πολιτείας. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία την Πολιτεία, για να επιβιώσει. Ζητά όμως η Εκκλησία να υπάρχει γαλήνη στις σχέσεις της με την Πολιτεία, ώστε να έχουμε “ήρεμον και ησύχιον βίον”, όπως προσευχόμαστε στη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Η Εκκλησία δεν είναι όμως ένα θεολογικό καθίδρυμα. Η παρουσία της είναι δεδομένη στην Ιστορία του κόσμου. Ζητά το “πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας”, αλλά δεν λησμονεί το “νυν”. Οι πιστοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, διότι η Εκκλησία είναι Οικουμενική και το μήνυμα της πίστης δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς αλλά σε όλους, έχουν την ανάγκη τόσο της επιβίωσης, όσο και της ελευθερίας να εκδηλώνουν την πίστη τους δημοσίως. Επίσης, έχουν την ανάγκη να στηρίζονται και από την Εκκλησία, την οποία βλέπουν και ζούνε ως Μητέρα. Έχουν ανάγκη να ακούνε τη γνώμη της Εκκλησίας για τη ζωή και την πραγματικότητα του κόσμου. Και η Εκκλησία δεν πρέπει να κρύβεται. Χρειάζεται θάρρος και παρρησία, όπως ο Χριστός διεμήνυσε, ώστε ο λόγος να ακούγεται. Βεβαίως και δεν πρέπει να έχει την απαίτηση η Εκκλησία η Πολιτεία να συμμορφώνεται. Θα βοηθούσε όμως πολύ την Πολιτεία να μην ξεχνά τον λόγο της Εκκλησίας, λόγο σοφίας, λόγο εμπειρίας, αγάπης και αλήθειας που έρχεται εκ Θεού.
Από την άλλη, πολλοί πιστοί ζητούν από την Εκκλησία να εκφράζει λόγο για θέματα που δεν άπτονται της πνευματικής πορείας τους. Παρασυρμένοι από κινδυνολόγους και εσχατολογούντες, νομίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί επαναστατικά και αντιστασιακά, όχι πάνω σε ζητήματα αλλοτρίωσης του ορθοδόξου φρονήματος, αλλά σε ζητήματα που επαφίενται στην προσωπική ευθύνη και τον αγώνα του πιστού ως πολίτη στο “νυν” της Ιστορίας. Ζητούν και απαιτούν μια Εκκλησία που να βλέπει παντού εχθρούς και όχι μια Εκκλησία που να αγαπά και να ορθοτομεί εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης της πίστης.
Έχει σημασία η διακήρυξη της ανάγκης για ειρήνη στον κόσμο. Η καταδίκη της αλαζονείας των Ισχυρών. Η αίσθηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ευλογεί επιθετικούς πολέμους. Από την άλλη, η θέση της Εκκλησίας είναι δύσκολη όταν γίνονται πόλεμοι των οποίων οι αιτίες δεν είναι μονόπλευρες και το δίκιο δεν είναι εμφανές. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι τού να ευλογείται η εξουσία αδιακρίτως η απόσταση είναι μεγάλη.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
στο φύλλο της Τετάρτης 22 Απριλίου 2026
