7/21/22

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ, “ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ- ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ”


 ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 98- ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ, “ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ- ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ”, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Το τελευταίο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη είναι ένα απολαυστικό ταξίδι νόστου στην ιστορία της οικογένειάς της. Ο τίτλος αναφέρεται στους γονείς της: “Εμμανουήλ και Αικατερίνη”. Ο υπότιτλος “τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια” περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο τον παραμυθητικό χαρακτήρα του λόγου, την παρηγοριά δηλαδή που ο αναγνώστης απολαμβάνει όταν διαβάζει ένα εξαιρετικό κείμενο από μία λογοτέχνη που, χωρίς να λησμονεί την σύγχρονη αντίληψη περί  ανάλυσης της ψυχικής κατάστασης των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν, δεν ξεχνά και την κατεξοχήν λειτουργία της λογοτεχνίας: ως γλώσσας περιγραφικής της ζωής, της πόλης, του χωριού, της φύσης, των γεγονότων, των ανθρώπων, της ιστορίας, του κόσμου. Η Γαλανάκη λειτουργεί ως μία καταπληκτική αφηγήτρια ιστοριών. Μπορεί το μυθιστόρημα να θυμίζει προφορική ιστορία, σαν οι ήρωές της να αφηγούνται μόνοι τους τα γεγονότα της ζωής τους, όμως η εξαίρετη συγγραφέας δένει αυτές τις ιστορίες με την συναρπαστική της πέννα σε ένα σύνολο που γίνεται παραμύθι, χωρίς να είναι παραμύθι.

Οι γονείς της Γαλανάκη ήταν και οι δύο γιατροί. Κέντρο της ζωής τους η Κρήτη, Άνω Βιάννος, Ηράκλειο, Νεάπολη Λασιθίου. Και οι δύο όμως μπόρεσαν να φύγουν από τον τόπο τους και να σπουδάσουν στην Εσπερία: ο πατέρας της στο Μπορντώ της Γαλλίας και η μητέρα της στη Βιέννη. Ο πατέρας της πολέμησε στην Μικρασία, διετέλεσε γιατρός στην Αθήνα και την Λάρισα κατά την ιταλική εισβολή και επέστρεψε στο Ηράκλειο, για να κάνει τον αγώνα του εναντίον των ναζί που είχαν καταλάβει την Κρήτη, χωρίς θόρυβο και χωρίς να διεκδικεί περγαμηνές δόξας. Βενιζελικός, αντιφασίστας, αστός, άνθρωπος με εξαιρετική σχέση με την Εκκλησία, αυστηρός με τις παραδόσεις και τις κρητικές συνήθειες, κατά βάθος όμως άνθρωπος με όλη την σημασία της λέξης, άρχοντας κυριολεκτικώς. Η μητέρα της ξεπέρασε τα πρότυπα για την γυναίκα της εποχής της και της μεγαλονήσου ιδιαιτέρως, έγινε μικροβιολόγος, κοσμοπολίτισσα, κοινωνική, αστή με ήθος αυστηρό, αλλά με μια τρυφερότητα, κάποτε αδιόρατη, κάποτε ορατή, που την κατέστησαν ένα πραγματικά διαλεχτό άνθρωπο.

Η συγγραφέας δεν αποσκοπεί στο να αποθεώσει τους γονείς της ούτε να αποκρύψει τις δυσκολίες στη σχέση της μαζί τους. Κάνει αυτό το ταξίδι για να ζήσει μαζί με τους αναγνώστες την ενηλικίωσή της μέσα από την διαμόρφωση της προσωπικής της μυθολογίας: “Γιατί, αν η ενηλικίωση του καθενός μας μπορεί, και μάλλον πρέπει, να θεμελιώνεται στη νεανική του άρνηση, η προσωπική του μυθολογία, που χτίζεται σιγά-σιγά, απαιτεί στοιχεία και περιστατικά κρυμμένα πίσω από τον καθρέφτη της πρώτης μας νιότης. Με άλλα λόγια, απαιτεί να κολυμπήσεις στα βαθιά νερά εκείνου που ονομάζουμε ,,οικογενειακή ιστορία’’, είτε έχει κυλήσει ομαλά σαν το νερό στ’ αυλάκι, είτε σαν το βαθύ ποτάμι που ορμάει κατ’ ευθείαν στον γκρεμό. Ακόμη κι αν δεν επρόκειτο να ανακαλύψω ποτέ στο οικογενειακό δέντρο ένα δεύτερο ,,μαύρο πρόβατο’’, όπως είχα κάποτε θεωρηθεί εγώ, ίσως άξιζε να καταλάβω πιο βαθιά τι ήταν εκείνο που προέτρεψε, ή που επέτρεψε σε μένα, να ζήσω με τον τρόπο που έζησα, να γίνω εντέλει αυτό που έγινα. Δεν αμφιβάλλω, είναι πολλά σε μια ζωή εκείνα που δεν εξηγούνται. Μήπως, ωστόσο, αξίζει η τόλμη να ειπωθούνε κάποια τέτοια παραμύθια που δεν είναι παραμύθια, έστω και μόνο για την ,,παραμυθία’’ που προσφέρουν καθώς αχνοφέγγει πάνω μας χρυσή η δύση της ζωής;” (σελ. 105)

Η ζωή της συγγραφέως είναι γεμάτη από συναντήσεις και συνυπάρξεις με πρόσωπα αυθεντικά. Γιαγιάδες και παππούδες που μέσα στην κρητική νοοτροπία δεν έπαψαν να αγαπάνε τη γη, τους ανθρώπους, τις οικογένειές τους, τον Θεό, τις παραδόσεις, να κάνουν μικρά ή μεγαλύτερα ταξίδια σ’ αυτό που ονομάζουμε “χρέος” και “νόημα” ζωής, που μπορεί να μην συγκινεί τη νεώτερη γενιά ή τους καιρούς μας, αλλά γεννά ανθρώπους με ποιότητα και σκοπό όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για την κοινωνία στην οποία έζησαν. Παράλληλα, η ιστορία της Κρήτης, από την αποτυχημένη επανάσταση εναντίον των Τούρκων το 1866, τον αγώνα για την ένωση με την Ελλάδα, την οικονομική ανάπτυξη, την παιδεία αγοριών και κοριτσιών μέσω φωτισμένων δασκάλων, αλλά και κληρικών, όπως ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Γαλανάκης, οι οποίοι θεώρησαν και εργάστηκαν στη γραμμή ότι “η παιδεία φέρνει την ελευθερία”, την πολιτική ως ευθύνη, τον Διχασμό που οδήγησε τον Ελληνισμό σε δοκιμασίες, το όραμα για προσφορά στο σύνολο που καταξιώνει τον άνθρωπο ως πρόσωπο, τον αγώνα εναντίον των ναζί και την απλότητα του έρωτα και των συναισθημάτων, μάς κάνει να ταξιδεύουμε στην παράδοση της Ελλάδας, μέτρο της οποίας είναι ο άνθρωπος. Συναρπαστικές οι αφηγήσεις, κρατούν τον αναγνώστη καθηλωμένο, δείγμα και πάλι μαις σπουδαίας λογοτέχνιδος αυτοβιογραφούμενης.

Η Ρεά Γαλανάκη δεν έκρυψε ποτέ την αριστερή της ταυτότητα και ιδεολογία. Δεν μπορούμε πάντως παρά να σημειώσουμε τον εξαιρετικό σεβασμό που με τιμιότητα αποδίδει στην Εκκλησία, σε πρόσωπα όπως ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος Ψαλλιδάκης, ο οποίος, ως αρχιμανδρίτης, όταν οι ναζί του ζήτησαν να υπογράψει ότι στον Άνω Βιάννο δεν έγιναν εγκλήματα πολέμου, “μη πτοηθείς από τας απειλάς των, έβγαλεν από το στήθος του τον σταυρόν, τον επέθεσεν επί της τραπέζης του Γερμανού αξιωματικού και εφώναξεν ,,τουφεκίστε με, αλλά ψεύτικη δήλωση δεν υπογράφω. Γιατί είδα με τα μάτια μου γυναίκες ξεκοιλιασμένες’’…Θυμάμαι και τους ήχους που άκουγα όταν η ψηλή και επιβλητική φιγούρα του Αρχιεπισκόπου Ευγένιου (σημειωτέον ότι υπέγραψε για τον γάμο της συγγραφέως όταν αυτή ήταν 20 ετών και θεωρούνταν ανήλικη, παρά την αντίρρηση του πατέρα της, δείχνοντας μια Εκκλησία που σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και ζητά αγάπη και όχι εξουσία) ερχόταν στο σπίτι μας: τα γαβγίσματα γερμανικών διαταγών, τις καμπανιστές και θαρραλέες λέξεις του ιερωμένου, το κλάμα των αθώων μέσα από το σχολείο αδιάκοπο και σιγανό, λίγες κραυγές απόγνωσης, μα κι εμψυχωτικές φωνές… άκουγα τους ήχους από το μάζεμα των πυροβόλων και την αναχώρηση των στρατιωτών σ’ ένα μακρύ κομβόι από καμιόνια, οι οποίοι, όπως εντόπισα αργότερα σε έγκυρες πηγές, ήπιαν και γλέντησαν το βράδυ της πρώτης ημέρας του αίματος και της φωτιάς, περήφανοι για τα ,,κατορθώματά’’ τους (αναφέρεται στη σφαγή του Άνω Βιάννου από τους ναζί). Άκουγα μέχρι και τη γυάλινη ενός λεπτού σιγή που μεσολάβησε, ώσπου να θρυμματιστεί από τους ήχους της χαράς: αναφιλητά, τροπάρια, ζητωκραυγές, καμπάνες. Και να σταματάνε πάλι όλοι οι ήχοι ξαφνικά για να ξαναρχίσουνε οι θρήνοι, αυτή τη φορά για όσα μόλις μάθαιναν, για τη σφαγή άλλων εκατοντάδων συνεπαρχιωτών τους, για τις λεηλασίες και το κάψιμο πολλών χωριών της επαρχίας” (σσ. 163 και 164). Το ίδιο και με την περιγραφή του θείου του πατέρα της Αρχιμανδρίτη Αμβρόσιου Γαλανάκη, ο οποίος επέβλεπε προσωπικά την πρόοδο των παιδιών που δίδασκε ως φιλόλογος και θεολόγος στην Νεάπολη Λασιθίου,  σπούδαζε με δικά του έξοδα φτωχά παιδιά του χωριού του που είχαν έφεση για γράμματα και “έδειχνε ότι τα γράμματα απαιτούν ήθος-κι αν όχι από όλους, το γνωρίζουμε αυτό, οπωσδήποτε από μερικούς το απαιτούν” (σελ. 60). Ξεχωριστή προσωπικότητα!

Εξαιρετικές οι φωτογραφίες και το καρτ ποστάλ που συνοδεύουν την έκδοση. Σας συστήνουμε το βιβλίο ανεπιφύλακτα!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

22 Ιουλίου 2022