4/25/15

ΤΙΣ ΑΠΟΚΥΛΙΣΕΙ ΗΜΙΝ ΤΟΝ ΛΙΘΟΝ;

Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί για τους ανθρώπους μία πρόκληση στην δύναμη της λογικής. Πώς μπορεί ένα πρόσωπο να επιστρέψει από τους νεκρούς, επαναπροσλαμ- βάνοντας το σώμα του, το ίδιο, αλλά χωρίς τις κύριες ανθρώπινες ανάγκες, τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη (πείνα, δίψα, κάματος, πόνος, δέσμευση από τον χώρο και τον χρόνο), και πώς μπορεί να μην πεθάνει ποτέ πια; Οι απαντήσεις δίνονται ουσιαστικά μόνο με την βοήθεια της πίστης, διότι η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να αποδεχτεί το μυστήριο, το οποίο είναι υπέρλογο. Όμως η πίστη δεν είναι μία απρόσωπη κατάσταση. Δεν υπάρχει ως ιδέα. Ως βιβλίο. Ως κατάσταση την οποία ο άνθρωπος καλείται να υιοθετήσει ή όχι. Η πίστη περνά μέσα από τα πρόσωπα των άλλων, οι οποίοι «εωράκασι» τον Αναστημένο. Και βεβαιώνουν γι’  Αυτόν. Για το μυστήριο. Και δεν είδαν τον Χριστό επειδή Εκείνος μόνο διάλεξε να τους συναντήσει και να τους καταστήσει ορατή και προσιτή την Ανάστασή Του, για να την βεβαιώσουν και σε όλους εμάς τους μεταγενέστερους. Έκαναν και οι ίδιοι οι άνθρωποι βήματα προς Εκείνον. Προς το μνημείο Του. Εκζήτησαν την παρουσία Του, ακόμη κι αν δεν πίστευαν ότι θα αναστηθεί. Κι η αγάπη τους επιβραβεύθηκε, με την θεωρία του Αναστάντος.
                Η ανθρώπινη λογική όμως χρειάζεται βοήθεια, ακόμη κι όταν υπάρχει η Αγάπη, αυτή που συνοδεύει την Ζωή και την Ανάσταση του κόσμου, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Βλέπουμε στο ευαγγέλιο των Μυροφόρων γυναικών, οι οποίες «διαγενομένου του Σαββάτου ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσι το σώμα του Ιησού». Καθώς, όρθρου βαθέος, πήγαιναν προς το μνήμα, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν καλυμμένο με λίθο μέγα, συζητούσαν μεταξύ τους:  « τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» (Μάρκ. 16, 3). Ποιος θα κυλήσει για χάρη μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος; Από την μία η αγάπη, η τόλμη, η γενναιοδωρία, η λαχτάρα για να αλείψουν με αρώματα το σώμα του Κυρίου, ώστε να μην αποσυντεθεί, να αναστείλουν τη φθορά και από την άλλη ένα ερώτημα τετράγωνης λογικής: ποιος θα κυλήσει για χάρη μας την πέτρα. Αντιφατικές εκ πρώτης όψεως καταστάσεις. Απόδειξη όμως ότι εντός μας συνυπάρχουν πάντοτε η δίψα για το Απόλυτο, για τον Αιώνιο Θεό, για την υπέρβαση της λογικής του κόσμου τούτου και από την άλλη τα ερωτήματα τα οποία ο ανθρώπινος νους είναι πλασμένος να θέτει σχετικά με τον Θεό, τον κόσμο, την Ανάσταση.
                «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Το ερώτημα τίθεται εύλογα και σε μας. Λίθος είναι τα εμπόδια για να δούμε τον Χριστό. Είναι οι μέριμνές μας. Είναι οι γνώσεις μας οι θεωρητικές. Είναι ο πολιτισμός που θεοποιεί τον νου μας. Είναι ό,τι βάζουν για να καλύψουν την Ανάσταση όλοι εκείνοι οι οποίοι θεωρούν τον Χριστό έναν πλάνο. Είναι η επιθυμία της ύπαρξής μας να δει με τις αισθήσεις της το θαύμα. Είναι η αδυναμία μας, ακόμη κι αν διψούμε γα τον Χριστό, ακόμη κι αν είμαστε έτοιμοι να βαδίσουμε λίαν πρωί της ζωής μας, από την νεώτερη ηλικία μέχρι και την μεγαλύτερη προς τον Αναστάντα, να αφήσουμε στην άκρη τα ερωτήματα, τον ορθολογισμό και να αφεθούμε στην δύναμη της πίστης και της αγάπης προς Εκείνον. Είναι ο παλαιός άνθρωπος ο οποίος μάς καλεί συνεχώς στη ζωή της κοσμικότητας, της αμαρτίας, των παθών. Είναι η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία δεν μας επιτρέπει να έχουμε χρόνο για να βαδίζουμε προς το μνημείο. Είναι ο φόβος του θανάτου μας και του τι θα γίνει μετέπειτα, αν υπάρχει μετέπειτα που μας γεμίζει αγωνία. Κι ενώ γνωρίζουμε ότι ο Αναστημένος βρίσκεται στην Εκκλησία και την ζωή της, βάζουμε λίθους μεγαλύτερους ή μικρότερους από μόνοι μας ή βλέπουμε τέτοιους λίθους στη ζωή εκείνων που θα θέλαμε να μας βοηθήσουν να τους αποκυλίσουμε, με αποτέλεσμα να κάνουμε πίσω.
                «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Χρειαζόμαστε Κάποιον που για χάρη μας να κάνει να φύγουν από τα μάτια της ψυχής μας οι λίθοι που δεν μας επιτρέπουν να δούμε την Ανάσταση. Αυτός ο Κάποιος είναι ο Χριστός και η επιθυμία μας να Τον συναντήσουμε. Είναι ο λόγος Του, όπως αποτυπώνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι το μυστήριο της Ευχαριστίας. Είναι το μυστήριο της μετανοίας, το οποίο κάνει με την ταπείνωση να θραύονται τα συστατικά του λίθου, τα φαινομενικά πανίσχυρα. Διότι ο λίθος έχει να κάνει με τον εγωκεντρισμό μας. Με την αίσθηση ότι εμείς γνωρίζουμε. Με την αδυναμία μας να ταπεινωθούμε. Να ακούσουμε την φωνή του Αιωνίου. Να γευτούμε την χαρά της αναστάσιμης κραυγής:  «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Επειδή «ώδε» Τον αναζητούμε. Όχι στο πρόσωπο του αδελφού μας, ούτε στην καρδιά μας, εντός μας, αλλά στις  εξωτερικές αποδείξεις, στα πειστήρια και στα επιχειρήματα. Τον αναζητούμε στην δύναμη και όχι στη ήττα του Σταυρού και του Τάφου. Τον αναζητούμε στην εξουσία έναντι των ανθρώπων και όχι στην ταπεινή διακονία τους. Έχοντας πλάσει έναν Θεό στα δικά μας μέτρα, έναν Θεό που θα μας δικαιώνει και που θα καταδικάζει τους άλλους, δεν μπορούμε να Τον εμπιστευθούμε να αποκυλίσει για χάρη μας τον λίθο του μνήματος στο οποίο έχουμε καταδικάσει τον εαυτό μας, τον λίθο του πνευματικού θανάτου ή μίας  ζωής γεμάτης φόβο και αγωνία για τα υλικά.         
                «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Το ερώτημα μοιάζει ακόμη πιο επώδυνο στην εποχή μας. Ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο αποδεχόμαστε παθητικά ό,τι κλείνει τον Χριστό στο μνημείο. Αποδεχόμαστε παθητικά ό,τι κλείνει κι εμάς σε μια ζωή ατομοκεντρική. Όπου τα πάντα είναι εικόνα. Όπου κέντρο όλων είναι το «εγώ»  μας. Όπου ακόμη κι αν πειστούμε, δεν θέλουμε να πειστούμε. Ο λίθος για χάρη των Μυροφόρων αποκεκύλισται διότι η καρδιά τους είχε πίστη και αγάπη. Είχε τόλμη. Είχε θυσία. Είχε συνεχή πορεία προς το μνημείο, ακόμη κι αν δεν γνώριζαν αν θα μπορούσαν να εισέλθουν. Συνέχιζαν όμως, χωρίς να νικιούνται από τα ερωτήματα της λογικής, αφήνοντας τα πάντα στην πίστη και στην αγάπη.  Όχι αφηρημένα. Αλλά προς ένα Πρόσωπο. Τον Θεάνθρωπο Κύριό μας. Αυτόν που με τα έργα μας, τους λόγους μας, τις στρεβλώσεις, την απιστία ο κόσμος κλείνει στο μνήμα και σφραγίζει τον λίθον. Εκείνος όμως ανέστη! Και έδωσε στις μυροφόρες και στον καθέναν την δυνατότητα να αποκυλίσει τους δικούς του προσωπικούς λίθους, δια των αγγέλων Του που είναι οι Άγιοι και η ζωή της Εκκλησίας, αλλά πρωτίστως η πίστη και η αγάπη. Για να Τον συναντούμε και να Τον ακούμε να μας απευθύνει τον αναστάσιμο χαιρετισμό:  «Χαίρετε!». Αυτόν που κανένας λίθος δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει!

Κέρκυρα, 26 Απριλίου 2015