3/17/12

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Όσοι ξεχωρίζουν στον κόσμο αυτό έχουν συνήθως ένα κοινό χαρακτηριστικό: βλέπουν αφ’ υψηλού τους πολλούς, όχι κατ’ ανάγκην από υπερηφάνεια, αλλά επειδή γνωρίζουν περισσότερα, επειδή έχουν εξουσία και αυθεντία, επειδή είναι προορισμένοι και επιλεγμένοι να καθοδηγούν τους άλλους, επειδή έχουν περισσότερα αγαθά ή κοσμοθεωρία που τους επιτρέπει να λειτουργούν με ανωτερότητα έναντι των άλλων. Ο πειρασμός της εξουσίας, ο πειρασμός της αυθεντίας λειτουργεί στις καρδιές των ανθρώπων με ένταση.
Δεν είναι όμως αναπόφευκτη η εξουσία; Η διακυβέρνηση των άλλων; Η ύπαρξη επικεφαλής; Η Εκκλησία απορρίπτει τέτοιους θεσμούς; Μπορεί να σταθεί μία κοινωνία χωρίς αρχές, η ίδια η Εκκλησία χωρίς Κεφαλή και κεφαλές; Μπορεί να σταθεί κάποιο σπίτι, μια σχολική τάξη, η ανθρώπινη εργασία όταν έχει συλλογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι να μπαίνουν πρώτοι;
Η απάντηση φαντάζει αυτονόητη. Ο προβληματισμός όμως δεν έγκειται στο αν πρέπει να υπάρχουν κεφαλές, πρόσωπα δηλαδή που ξεχωρίζουν και πρέπει να απολαμβάνουν της τιμής και της υπακοής από τους πολλούς. Το ερώτημα που αναφύεται έχει να κάνει με το αν αυτοί οι οποίοι διακυβερνούν υποτάσσονται στην γοητεία της εξουσίας τους ή δίδουν σ’ αυτήν ένα διαφορετικό περιεχόμενο, όπως έκανε ο Χριστός.
Ο απόστολος Παύλος μιλά στους Εβραίους για τον Χριστό ως Αρχιερέα (Εβρ. 4, 14). Τους λέει ότι η αυθεντία του Ιησού πηγάζει από το ίδιο το γεγονός ότι είναι ο υιός του Θεού. Δεν την χτίσαμε εμείς, ούτε την προσδώσαμε επειδή αναγνωρίσαμε την αξία Του σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι μία δοτή από τους ανθρώπους αυθεντία. Του εδόθη αχρόνως και αϊδίως επειδή είναι γεννητός από τον Πατέρα. Δεν πρόκειται για μια κληρονομική αυθεντία, γιατί η έννοια της κληρονομιάς έχει να κάνει με θανάτους και διαδοχή γενεών στους ανθρώπους. Είναι ιδίωμα του Χριστού η υιότητα. Και η αυθεντία συνοδεύει την υιότητα. Όμως ο Χριστός δεν είναι μόνο υιός του Θεού. Είναι και άνθρωπος. Επομένως, και η ανθρώπινη υπόσταση του δίνει την αυθεντία. Οι άνθρωποι τοποθετήθηκαν από τον Τριαδικό Θεό όταν πλάσθηκαν για να κατακυριεύουν τον κόσμο, εργαζόμενοι, ταυτόχρονα, και φυλάσσοντές τον. Η αυθεντία του Χριστού όμως διαφέρει από την αυθεντία του καθενός ανθρώπου, διότι είναι «χωρίς αμαρτίας». Είναι χωρισμένος από την αμαρτία ο Χριστός. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιος σπίλος στο πρόσωπό Του, κάτι που να Τον καθιστά ηθικά κατώτερο από τον Θεό. Ο Χριστός είναι τέλειος και άγιος κατά πάντα. Και όχι μόνο. Οι Αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης προσέφεραν την ετήσια θυσία στο ναό του Σολομώντα για τις αμαρτίες του λαού, αλλά και για τον εαυτό τους. Είχαν την αυθεντία, επιλεγμένοι από το Θεό και τον λαό να το πράττουν. Ο Χριστός όμως δεν προσφέρει θυσία ζώα ή καρπούς, κτίσματα δηλαδή, στο Θεό για να λησμονηθούν, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του λαού ή οι δικές Του, γιατί ο ίδιος δεν έχει. Προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό Του, που δεν είναι κτίσμα, αλλά ο ίδιος ο Κτίστης του κόσμου, θυσία για να συγχωρεθούν όχι πρόσκαιρα οι ανθρώπινες αμαρτίες ή μόνο οι αμαρτίες ενός λαού, αλλά για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες όλων των ανθρώπων, πέρα από τον χρόνο και τις κοσμικές διαστάσεις. Καλύτερα, θα λέγαμε, για να συγχωρεθούν οι άνθρωποι ως πρόσωπα, δηλαδή να μπορούν να χωρούν μαζί με τον Θεό και τον πλησίον τους στη ζωή της Εκκλησίας και τίποτε να μην τους χωρίζει. Και αποτελεί η αρχιερωσύνη του Χριστού εγγύηση ότι υπάρχει αυτή η συγχώρεση στον αιώνα και το Σώμα και το Αίμα Του την συνεχή ανάμνηση, βίωση και απόδειξη της κοινωνίας ανθρώπου και Θεού, μέσα από την παρουσία μιας αυθεντίας η οποία δεν εξουσιάζει, αλλά λυτρώνει με την αγάπη.
Σημείο της αυθεντίας του Χριστού ο Σταυρός. Το ξύλο της ατίμωσης και της κατάρας γίνεται σημείο της νέας ζωής που έφερε η αρχιερωσύνη του Χριστού στον κόσμο. Επάνω στο σταυρό ο καθένας μας αποδεικνύει την υιοθεσία του από τον Θεό. Αποδεχόμενος ότι είναι φίλος του Χριστού ακολουθεί τον δρόμο Του. Επάνω στο σταυρό ο καθένας μας δηλώνει ότι θέλει να πορευθεί «χωρίς αμαρτίας» και σταυρώνει την ύπαρξή του, τα πάθη του, τις κακίες του, κάθε τι που τον χωρίζει από τον δρόμο και την αγάπη του Χριστού, γιατί δεν του επιτρέπει να ατενίσει το ύψος της Βασιλείας, αλλά τον κρατά καθηλωμένο στον ψεύτικο δρόμο της αυτοθεοποίησης. Επάνω στο σταυρό ο καθένας νιώθει τι σημαίνει να θυσιάζει τα δικαιώματά του, την δυνατότητά του να απολαμβάνει την τιμή και την αναγνώριση από τους άλλους, γεύεται την κακία σε όλες της τις διαστάσεις και ταυτόχρονα, λυτρώνεται, γιατί δεν είναι μόνος του. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά μας σε σχέση με το Χριστό. Εκείνος στον σταυρό βίωσε την απόλυτη μοναξιά, την απόλυτη εγκατάλειψη από όλους, ακόμη και από τον Θεό- Πατέρα, ενώ εμείς στον κάθε σταυρό που καλούμαστε να σηκώσουμε και να ανεβούμε, έχουμε Εκείνον μαζί μας και δεν είμαστε μόνοι μας. Γι’ αυτό και προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό, για να κρατούμε την πίστη που ομολογούμε στο Χριστό.
Σκληροί και δύσκολοι οι λόγοι αυτοί. Οι άνθρωποι μοιάζουμε συνεχώς μ’ εκείνους που ο Παύλος χαρακτηρίζει ως «νωθρούς γεγονότας ταις ακοαίς» (Εβρ. 5,11), απρόθυμους και ράθυμους να τους ακούσουν. Προϋποθέτουν μία στροφή εντός μας. Υπέρβαση του πνεύματος του κόσμου και της ζωής μας, η οποία μένει στα εξωτερικά. Βλέπει τον σταυρό μόνο σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά περιστατικά, τις δοκιμασίες που έχουν να κάνουν με την υλική μας υπόσταση, την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, τα προβλήματα της υγείας και της ζωής. Οι άνθρωποι ζητούμε μία Εκκλησία η οποία να δίδει υποσχέσεις και λύσεις στα εξωτερικά προβλήματα, στις ψυχολογικές δυσκολίες και, ει δυνατόν, άκοπα για μας. Όμως η Εκκλησία θα επιμείνει να μιλά και να ζητά από εμάς να κρατούμε σταθερή την πίστη, «τας ομολογίας».
Να παλεύουμε στη ζωή της να κρατούμε λυτρωτική την υιότητα που μας έδωσε ο Θεός στο πρόσωπο του Υιού Του. Και για τον πατέρα του δεν πρέπει να αμφιβάλλει κανείς ότι θα κρατήσει τις υποσχέσεις του. Πόσο μάλλον για τον Πατέρα μας τον εν ουρανοίς ότι θα μας δώσει την σωτηρία και την ακεραιότητα της ύπαρξής μας και την αιώνια κοινωνία μαζί Του. Να παλεύουμε εναντίον των παθών και της αμαρτίας, μέσα από την λυτρωτική ζωή της πίστης. Τα μυστήρια. Την ακρόαση του λόγου και την βίωσή του στις καρδιές μας. Την προσευχή και την άσκηση. Και, τέλος, να συν- χωρούμε με τους άλλους. Με την θυσία και την αγάπη. Την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παραίτηση από ό,τι δικαιούμαστε και την απόφαση να προσφερθούμε στους άλλους, αλλά και να προσφέρουμε τη ζωή και τα της ζωής μας, υλικά αγαθά, χαρίσματα, δυνατότητες, χρόνο στο Θεό και τον πλησίον.
Αυτή είναι και η εμπειρία της ομολογίας μας σε σχέση με τις κοσμικές αυθεντίες. Ο κοσμικός εξουσιαστής έχει ως θεό τον εαυτό του και δεν λειτουργεί υιϊκά. Έχει αυθεντοποιήσει τον εαυτό του και δεν του είναι εύκολο, εφόσον δεν βιώνει την υιότητα, να γίνει πατέρας για τους ανθρώπους, να νοιαστεί και να σκεφτεί γι’ αυτό που αληθινά θα τους ωφελήσει. Δεν παλεύει εναντίον των παθών του, αλλά διακηρύττει τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι, επιβάλλει νόμους που δεν είναι ο ίδιος σε θέση να τηρήσει, ούτε θέλει, αλλά, ακόμη κι αν είναι, οι νόμοι είναι προς το συμφέρον του και όχι προς το συμφέρον των πολλών. Και δεν λειτουργεί θυσιαστικά, με αγάπη. Δεν είναι δηλαδή αληθινός, γιατί λειτουργεί δημαγωγικά, θέλει να ευχαριστήσει και όχι να λυτρώσει. Και ο λυτρωμός θέλει πρωτοβουλία ο κηρύττων να είναι και δρων ταυτόχρονα.
Η ζωή της Εκκλησίας, ο σταυρός που αναλαμβάνουμε, γίνεται υπόδειγμα για κάθε άλλο τύπο ζωής. Για την κοινωνία, την οικογένεια, το σχολείο, την εργασία, τις ανθρώπινες και διαπροσωπικές σχέσεις. Και ο Χριστός αποτελεί την παράκληση και απαντοχή μας. Η κοινωνία μας μ’ Αυτόν θα μας βοηθήσει και να αντέξουμε και να προτείνουμε όχι απλώς πρόσωπα ως αυθεντίες, αλλά τον αυθεντικό σταυρικό τρόπο ζωής που θα φέρει την Ανάσταση.

Κέρκυρα, 18 Μαρτίου 2012