3/14/20

ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΑΠΟΛΟΥΝΤΑΙ, ΣΥ ΔΕ ΔΙΑΜΕΝΕΙΣ




«Οἱ ούρανοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις» (Εβρ. 1, 11)
«Οι ουρανοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ αιώνια παραμένεις»


            Δοκιμάζεται η πίστη μας αυτό το διάστημα. Δεν είναι μόνο οι συντονισμένες επιθέσεις που η πνευματική μας παράδοση δέχεται από τους εκτός, αλλά και από τους εντός Εκκλησίας. Είναι και ερωτήματα που αναφύονται έντονα σε κάθε εποχή στην οποία το κακό θριαμβεύει ανεξέλεγκτα.
            Γιατί ο Θεός δεν παρεμβαίνει, ώστε να σταματήσει το κακό, η επιδημία, ο φόβος, η αγωνία των ανθρώπων, που είναι παιδιά του;
            Γιατί οι συνέπειες του κακού να αγγίζουν και την ζωή της Εκκλησίας, να υπάρχει αμφισβήτηση τόσο του κοινωνείν τον Θεό, όσο και του κοινωνείν μεταξύ των ανθρώπων; Και τα δύο τίθενται υπό διωγμώ, υποτίθεται για το καλό του κόσμου, για να ανακουφιστεί ο φόβος. Δεν αρκούν οι προτροπές της Εκκλησίας σε όσους δυσκολεύονται, να μείνουν στα σπίτια τους. Δεν αρκεί η εμπειρία αιώνων της πίστης για την μετάδοση της θείας κοινωνίας. Στην ουσία όλα φαίνεται να λειτουργούν ως μία μικρή πρόβα, για μεγαλύτερους διωγμούς στο μέλλον. Τώρα στήνεται ο μηχανισμός, αύριο θα υπάρξει η διάρκεια.
            Γιατί δεν γίνεται καθόλου λόγος για την αιτία του κακού, που δε είναι άλλη από την ποικίλη αμαρτία, δηλαδή την αυτοθέωση του ανθρώπου, την υπεροψία, την πεποίθηση ότι όλα στην ζωή εξαρτώνται από τον νου και τον ορθολογισμό, τα επιτεύγματα της επιστήμης και ότι δεν χρειάζεται πίστη και Θεός; Γιατί δεν επισημαίνεται ότι κάθε μορφή κακού δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση της ανεξέλεγκτης παντοδυναμίας του ανθρώπου, ο οποίος, ζώντας την ελευθερία του, θεωρεί ότι μπορεί να φάει ό,τι θέλει, να πιει ό,τι θέλει, να σμίξει με όποιον και όποια θέλει, να πάει όπου θέλει, να ζήσει όπως θέλει, χωρίς νοικοκυροσύνη, σταθερότητα, αγάπη, μέτρο, εγκράτεια, άσκηση;
            Γιατί δεν γίνεται καθόλου λόγος για την φθορά και τον θάνατο που είναι συνδεδεμένα με την φύση μας,  για το ότι ο άνθρωπος καλείται να δει την οντολογική παρουσία του στην ζωή, την ύπαρξή του, να απαντήσει στο ερώτημα αν υπάρχει συνέχεια της ζωής, να διακριβώσει για το αν και πόσο πιστεύει, να μιλήσει, αν είναι χριστιανός, και να διατρανώσει την πίστη στην ανάσταση; Το κακό μένει πίσω στην ζωή αυτή και στον χρόνο του κόσμου. Κανείς όμως δεν θέλει να το δει στην προοπτική της κατάργησής του, με την ανάσταση του Χριστού και των ανθρώπων. Θέλουμε να ζήσουμε όλοι για πάντα. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσον κατανοούμε την φθαρτότητά μας και κατά πόσο εναποθέτουμε την ελπίδα για την ζωή και τούτη και την άλλη στον Θεό, στα έργα της αγάπης, στην μετάνοια για τα λάθη μας, στον τρόπο της αγιότητας; Ο άνθρωπος έχει όριο. Να παλέψουμε να παρατείνουμε την ζωή μας, αλλά αυτό δεν φτάνει. Ποιας ποιότητας και περιεχομένου ζωή έχουμε ανάγκη; Αυτή της διασκέδασης, της ασωτίας, της αυτάρκειας, της ευχαρίστησης με κάθε τρόπο, χωρίς σεβασμό και αγάπη ή κάποια άλλη ζωή χρειαζόμαστε τελικά;
            Στην δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής η Εκκλησία μας φέρει στην σκέψη και στην καρδιά έναν λόγο του αποστόλου Παύλου, παρμένο από τους Ψαλμούς του Δαβίδ (101): «οι ουρανοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ, Κύριε, αιώνια παραμένεις»  (Εβρ.  1,11). Η βεβαιότητα της φθαρτότητας, ότι «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου» είναι δεδομένη. Ακόμη και η επιστήμη το παραδέχεται, ότι όλα έχουν τέλος. Η βεβαιότητα της πίστης όμως είναι ένα δώρο που χαρίζεται σε όλους, αλλά δεν βιώνεται από όλους. Δεν είναι θέμα μόνο αναζήτησης και προβληματισμού. Είναι θέμα καρδιακής απόφασης. Ο ταπεινός άνθρωπος, αυτός που γνωρίζει τα μέτρα του, νιώθει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πολλά από τον κόσμο και την ζωή. Αφήνεται λοιπόν στην πίστη, μπορεί να κλαίει για τον πόνο του κόσμου και τον δικό του, αλλά δεν εγκαταλείπει τον Θεό και την αγάπη Του.
Παρεμβαίνει ο Θεός στο κακό, δίνοντας δύναμη σε όσους Τον εμπιστεύονται, να αντέξουν. Αφήνει ο Θεός και την Εκκλησία να δοκιμάζεται, γιατί η ζωή της Εκκλησίας είναι σταυρός. Οι πιστοί κρίνουν και αποφασίζουν αν θα αφήσουν το κοινωνείν. Τώρα δεν είναι θέμα να χτυπήσει η Εκκλησία την καμπάνα, αλλά να ζητήσουν αυτοί που θέλουν να κρατήσουν στις καρδιές τους τον τρόπο της ζωής της. Προσευχή, νηστεία,  υπομονή, επικοινωνία με κάθε εφικτό τρόπο, καθώς η παγκοσμιοποίηση της εποχής μας έχει δώσει όπλα τα οποία μπορούν οι πιστοί να χρησιμοποιήσουν ώστε να μην χαθεί η κοινωνία. Και η προσευχή και η λατρεία του Θεού, όπως και η κοινωνία του σώματος και του αίματος του Θεού, υπάρχουν τρόποι να μην σταματήσουν. Πρωτίστως όμως τα πάντα χρειάζονται μετάνοια. Χρειάζονται και προσευχή για τον εαυτό μας και για τους άλλους, ιδίως για όσους δεν μπορούν να αποδεχτούν την πίστη ή φοβούνται ανθρώπινα.
«Συ δε διαμένεις». Και εφόσον διαμένει ο Θεός, διαμένουμε και όλοι όσοι πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Διαμένουμε εν τη αγάπη. Διαμένουμε εν τη Αναστάσει. Διαμένουμε εν τη ελπίδι. Αφήνουμε στον Θεό την τελική κρίση, όπως επίσης και τον χρόνο τον οποίο θα αφήσει να δοκιμάζεται ο άνθρωπος και ο κόσμος. Όπως, δηλαδή , τα παιδιά, εμπιστευόμαστε τον Πατέρα μας τον εν ουρανοίς!

Κέρκυρα, 15 Μαρτίου 2020
Β’ Νηστειών

3/13/20

ΧΑΙΡΕ ΑΝΟΡΘΩΣΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΧΑΙΡΕ ΚΑΤΑΠΤΩΣΙΣ ΤΩΝΔΑΙΜΟΝΩΝ 




Η πίστη μας έχει κάποιες προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να προσεγγισθεί. Η πρώτη είναι τα δόγματα, ότι δηλαδή παραδεχόμαστε κάποιες αλήθειες που ξεκινούν από την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού, την διδασκαλία της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, την ιστορία της συνάντησης Θεού και ανθρώπου από τους χρόνους του Αβραάμ, δηλαδή της Παλαιάς Διαθήκης, μέχρι τον ερχομό του Χριστού και την  διδασκαλία της Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Η δεύτερη είναι η ζώσα παράδοση της εκκλησιαστικής ζωής, όπως αυτή εκφράζεται διά της λατρείας του Θεού. Η τρίτη είναι η προσωπική μετοχή στον τρόπο της συνάντησης, στον τρόπο της πίστης. Όποιος δεν αποδέχεται αυτές τις προϋποθέσεις είτε είναι συνειδητά απορριπτικός, είτε αδιάφορος, είτε καλοπροαίρετος και αμφιβάλλων, δεν μπορεί στην ουσία να αποδεχθεί όψεις της πίστης που ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική, όπως τα μυστήρια.
Τα μυστήρια δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις τελετές και ακολουθίες της Εκκλησίας, στις οποίες επικαλούμαστε την χάρη και την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, ώστε αυτό που βιώνουμε να φύγει από το πεδίο της όψης, των αισθήσεων, του παρόντος χρόνου και κόσμου και να γίνει κοινωνία με τον Θεό και μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Μυστήριο είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας μας αγιάζεται ζητώντας τον Θεό και αποδεχόμενος την παρουσία Του στην ζωή.  Μυστήριο είναι το μεγάλο ΝΑΙ που ο καθένας μας λέει στην πρόσκληση του Θεού να είναι ο προσωπικός μας Θεός, να τον βιώνουμε δηλαδή στα πλαίσια μιας σχέσης μοναδικής, στην οποία σταυρός και ανάσταση μπορεί να εναλλάσσονται, αλλά δεν είναι και τα πάντα μόνο όπως φαίνονται. Μυστήριο είναι ο τρόπος με τον οποίο το κακό δεν μας αγγίζει, με την έννοια ότι δεν μας υποτάσσει. Μυστήριο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ανορθωνόμαστε από τις πτώσεις και τα λάθη μας, νικάμε τις αγωνίες και τις αμφιβολίες μας, νικάμε τους φόβους μας, αναλαμβάνουμε όχι μόνο τα δικά μας αλλά και των άλλων, παραιτούμαστε από την αυτάρκειά μας και μοιραζόμαστε ελπίδα και πόνο. Μυστήριο, τέλος, είναι η άρνησή μας να ακούσουμε την φωνή των δαιμόνων, του κακού δηλαδή που μας πιέζει, που χρησιμοποιεί ως όργανά του όλους εκείνους που κατέχουν κάποια εξουσία και που χωρίς ντροπή, για να δικαιολογήσουν την άρνηση και την απιστία τους μάς θεωρούν  περιθωριακούς και επικίνδυνους. Κι εμείς αντιτάσσουμε αγάπη στο μίσος, αλήθεια στο ψέμα, υπομονή στους διωγμούς.
Στον δρόμο αυτό επικεφαλής μας έχουμε την σπουδαιότερη ανθρώπινη ύπαρξη που εμφανίστηκε ποτέ στην ιστορία του κόσμου, την Παναγία μας. Στην ακολουθία των Χαιρετισμών ο ιερός υμνογράφος την αποκαλεί «ανόρθωση των ανθρώπων και κατάπτωση των δαιμόνων» και την χαιρετά ολοκάρδια! Ανόρθωση των ανθρώπων είναι η Παναγία όχι μόνο γιατί γέννησε τον Χριστό και ανόρθωσε την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση, η οποία διάλεξε να είναι αυτοθεωμένη χωρίς Θεό. Ανόρθωση των ανθρώπων είναι η Παναγία γιατί διάλεξε με ταπείνωση και απλότητα και ταπείνωση να αλλάξει τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουμε την ζωή μας. Δεν είναι οι δυνάμεις μας, το λογικό μας, τα όπλα της επιστήμης και της τεχνολογίας, το ως πού φτάνει ο νους μας ό,τι καθορίζει την πορεία μας, αλλά η εμπιστοσύνη και η υπακοή στο θέλημα του Θεού που γεννά η πίστη.
Και την ίδια στιγμή, η Παναγία γίνεται κατάπτωση των δαιμόνων, διότι δείχνει ότι το ανθρώπινο εγώ δεν πρέπει να ακολουθεί τους δαίμονες που προσπαθούν να μας ελκύσουν στην οδό της αυτοθέωσης, κάνοντάς μας να υπερτιμούμε τις κοσμικές ικανότητες, την γνώση, την σοφία, την αποδοχή από τους άλλους, την δόξα, την υπερηφάνεια της ομορφιάς του σώματος, ακόμη και την τεκνοποιία και τις ανθρώπινες χαρές. Ο Θεός έρχεται σε εκείνον ή εκείνη που αγαπά, αφοσιώνεται στην αλήθεια της πίστης, κάνει τον αγώνα της αρετής, δεν αφήνει δηλαδή τις επιθυμίες αυτής της ζωής να μπούνε πιο πάνω από την σχέση με τον Θεό, ούτε και τον ορθολογισμό να αμφισβητήσει την αγάπη του Θεού.
Στους καιρούς της αμφισβήτησης που γίνεται μίσος, η Εκκλησία μάς ζητά να είμαστε παιδιά της Παναγίας! Να μη φοβηθούμε, γιατί έχουμε μητρική αγκαλιά που είναι πλατυτέρα  των ουρανών. Ας φρυάττουν οι δαίμονες των καιρών και τα όργανά τους, τα οποία δεν πιστεύουν ότι οι δαίμονες  υπάρχουν, αλλά είναι στην πράξη παγιδευμένα απ’ αυτούς. Εμείς τα μικρά και τα μεγάλα λάθη και πάθη, τους σταυρούς μας, τους φόβους μας θα τα εναποθέτουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο και με χαρά θα προχωρούμε  ζώντας το μυστήριο της πίστης! Είναι καιρός να ξανασπουδάσουμε τις δογματικές αλήθειες. Να μετέχουμε όσο είναι εφικτό στην λατρεία του Θεού. Και να ζητάμε την συνάντηση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο στην αγάπη! Αυτή είναι η Εκκλησία στην οποία η Παναγία μας είναι η πρώτη που δέεται και ενισχύει!

Κέρκυρα, 13 Μαρτίου 2020
Β’  Χαιρετισμοί


3/12/20

ΝΕΟΙ, ΛΙΒΑΝΙ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


Ο θόρυβος και το άγχος για κάθε κοινωνική συναναστροφή που προκάλεσε η εμφάνιση του κορονοϊού δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Εκκλησία. Κατεξοχήν χώρος συνάθροισης η εκκλησιαστική κοινότητα στηρίζεται στην συνάντηση των προσώπων, στην έκφραση της αγάπης και με το σώμα, στην μετοχή των ανθρώπων στο κοινό ποτήριο της Θείας Κοινωνίας. Όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό βρήκαν την ευκαιρία να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ενίοτε και μέλη της Εκκλησίας το σκέφτονται. Προβληματίζονται. Είναι η Θεία Κοινωνία ανθρώπινη τροφή, ανθρώπινο έργο; Μέχρι πού μπορεί να συγκαταβεί η Εκκλησία στην ασθενική πίστη κάποιων;
          Τα ερωτήματα σήμερα μπορεί να τίθενται από αυτούς που είναι εκτός της ζωής της Εκκλησίας. Έρχεται όμως στο προσκήνιο μία γενιά στην πατρίδα μας η οποία έχει εθιμική σχέση, κάποτε και μόνο σχολική. Είναι οι έφηβοι και οι νέοι οι οποίοι εκπαιδεύονται όχι στην πίστη, αλλά στην συνήθεια, όχι στην μετοχή στην όντως Ζωή, αλλά στο «για το καλό του χρόνου». Είναι αυτοί για τους οποίους η ποιμαίνουσα Εκκλησία έχει πάψει εντελώς να μιλά στα πολλά λόγια των ταγών της ή τους θυμάται μόνο όταν πρόκειται να κάνει μία εκδήλωση, να βγάλει φωτογραφίες ή να τους φέρει το καλοκαίρι στην κατασκήνωση.
    Αυτή η γενιά πάσχει από λιβανοφοβία. Πνίγεται συχνά μόλις το μυρίσει, κάποτε από αναπνευστικές ευαισθησίες, κάποτε επειδή είναι ασυνήθιστη, συνήθως επειδή έχει ταυτίσει την Εκκλησία με το χτες. Είναι η γενιά για την οποία η πολιτεία και οι μεγάλοι ομνύουν στα δικαιώματα μετοχής της στον πολιτισμό, χωρίς αντισώματα πνευματικής εξισορρόπησης, διότι δήθεν της στερούν την ελευθερία.  Ο Χριστός  που είναι η αλήθεια, η γνώση της οποίας ελευθερώνει, τίθεται στο περιθώριο των προτεραιοτήτων της παιδείας, κάποτε και με ευθύνη  αυτών που έχουν την αποστολή να τον καταδείξουν. Είναι η γενιά που βλέπει την Εκκλησία να ασχολείται με γιορτές και πανηγύρια σε άδειους ναούς, να μιλά για έναν κόσμο που έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει, να τσακώνεται για δικαιοδοσίες και εξουσίες, να ξεχνά  να ξαναφέρει στο προσκήνιο  τον πιο τρυφερό τρόπο ζωής κι ελπίδας:  την αγάπη και την ανάσταση στο πρόσωπο του Χριστού.
       Αυτή η γενιά βιώνει την προπαγάνδα ότι η θεία κοινωνία είναι μία συνηθισμένη τροφή, η οποία λειτουργεί συμβολικά. Μαθαίνει ότι δεν κοινωνούμε σώμα και αίμα Χριστού, αλλά κάνουμε μία κίνηση δήλωσης, όπως κάνουν οι οπαδοί κάποιας ποδοσφαιρικής ομάδας, ενός κόμματος, κάποιου τραγουδιστή, κάποιου ηθοποιού, ότι ακολουθούμε και είμαστε μέλη. Δεν είναι ο Χριστός Αυτός που γίνεται παρών εντός μας, ενεργεί δίνοντάς μας άφεση αμαρτιών και ζωήν αιώνιον, φέροντάς μας πέρα από το υλικό, στην εμπειρία της αγιότητας, δηλαδή της μεταμόρφωσής μας σε υπάρξεις που δεν φοβούνται τον θάνατο. Αφού όλα στην Εκκλησία είναι συμβολικά, καθώς δεν μιλάμε την γλώσσα που οι νέοι ζούνε και κατανοούν, γιατί να μην είναι και η θεία κοινωνία έτσι;
    Οικογένεια και ενορία χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε ότι η γενιά της λιβανοφοβίας θα δυσκολευτεί στο άμεσο μέλλον να πλησιάσει τον Χριστό και την Εκκλησία διότι δεν θα έχει τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις να ζήσει το μυστήριο της πίστης. Εκτός αν το ομολογήσουμε, ότι έχουμε αποφασίσει, επειδή μας κουράζει η προσπάθεια, να αφήσουμε αυτήν την γενιά στον δικό της κόσμο, χωρίς εμάς. Δεν κληθήκαμε όμως για το ρεαλιστικό, αλλά για το αδύνατο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 11 Μαρτίου 2020

3/7/20

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 48- ΝΤΑΝΙΕΛ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ, «ΜΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ: ΕΝΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΕΝΑΣ ΓΙΟΣ, ΕΝΑ ΕΠΟΣ», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)




Είναι πανθομολογούμενο ότι Η επαφή μας με κείμενα μοναδικής αξίας τόσο για την παράδοσή μας, όσο και για την πραγματικότητα που ζούμε, όπως είναι τα ομηρικά έπη, περιορίζεται στην σχολική μας εμπειρία. Ας μην ξεχνούμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και όλα τα παιδιά στα χρόνια του Βυζαντίου, μάθαιναν γράμματα ξεκινώντας από τα ομηρικά έπη, συνεχίζοντας την παράδοση της Αθήνας από τα χρόνια του Πεισιστράτου, οπότε και τα κείμενα αυτά καταγράφηκαν γραπτώς.  Ενώ όμως καυχόμαστε για την σχέση μας με τους αρχαίους προγόνους μας και την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, έχουμε εγκαταλείψει τις πηγές. Ενώ στην εκκλησιαστική μας παράδοση θαυμάζουμε τους μεγάλους Αγίους που συνέζευξαν τον ελληνισμό με τον χριστιανισμό, αγνοούμε τόσο τους Πατέρες όσο και τους αρχαίους.
Ο Όμηρος δεν είναι ξεπερασμένος ούτε γλωσσικά ούτε ιδεολογικά. Μας το υπενθυμίζει ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο δεν είναι μυθιστόρημα με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ένα είδος αυτοβιογραφικού κειμένου που καταγράφει ο Ντάνιελ Μέντελσον, Αμερικανός συγγραφέας και κλασικός φιλόλογος, ο οποίος εν είδει εξομολόγησης καταγράφει τη σχέση του με τον πατέρα του και την οικογένειά του μέσα από ένα σεμινάριο στην ομηρική «Οδύσσεια». Είναι σύνηθες φαινόμενο στην σύγχρονη κουλτούρα ο άνθρωπος να αναζητεί από την μία τις οικογενειακές του ρίζες και από την άλλη να κάνει ένα είδος ψυχανάλυσης, προσπαθώντας να δει  το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά του εντός της οικογένειάς του. Από την άλλη η καταγραφή έρχεται να συνδυασθεί με την γνώση της ζωής που ο συγγραφέας έχει αποκτήσει, το δικό του ταξίδι, το δικό του έπος.
Γιατί αυτά να μας ενδιαφέρουν όμως;
Μα γιατί ο Μέντελσον καταγράφει την ζωή του αναλογικά με το ταξίδι του Οδυσσέα προς την Ιθάκη. Καθηγητής της κλασικής φιλολογίας κάνει ένα σεμινάριο στην «Οδύσσεια» (ενδιαφέρον ότι αυτό γίνεται στην Αμερική- ας αναρωτηθούμε αν στις φιλοσοφικές σχολές της πατρίδας μας ο Όμηρος απασχολεί για πάνω από ένα ή το πολύ δύο εξάμηνα και αυτό αποσπασματικά τους νέους επιστήμονες). Στο σεμινάριο αυτό συμμετέχει ως ακροατής, όπως η ακαδημαϊκή τάξη επιτρέπει να γίνεται ελεύθερα, ο ...πατέρας του! Ως νέος Τηλέμαχος ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει την σχέση του με τον πατέρα του, βλέπει νοήματα της ζωής του συζητώντας πάνω στην «Οδύσσεια»  και κάνοντας ένα ταξίδι στα μέρη όπου είχε τις περιπέτειές του ο Οδυσσέας δίνει την δυνατότητα στον ελληνικό τρόπο σκέψης και ζωής να μιλήσει και πάλι στον κόσμο.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η ανάλυση της «Οδύσσειας». Η θεώρηση της παρουσίας του Τηλέμαχου ως του γιου που μαθαίνει για να ενηλικιωθεί και να ωριμάσει, της Ναυσικάς ως αφορμής για να τονιστεί η αρετή της «ομοφροσύνης» ανάμεσα στα ζευγάρια που θέλουν να κάνουν οικογένεια, η τύφλωση του Κύκλωπα Πολύφημου από τον Οδυσσέα επειδή ο βάρβαρος γίγαντας δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε δύο ομόηχες λέξεις (μή τις: Κανένας/ μήτις: πανουργία, σκέψη ισχυρή), το παιχνίδι ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο στις περιπέτειες του Οδυσσέα, η σύνδεση με τον «Οδυσσέα»  του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα ‘Αλφρεντ Τέννυσον και ο τονισμός ότι το πνεύμα του ταξιδιού της ζωής είναι «να πασχίζεις, να αναζητάς, να βρίσκεις και να μην υποκύπτεις», η συζήτηση πάνω στο έγκλημα και την  τιμωρία, όπως  και την σκληρότητα της δικαιοσύνης, τα σημάδια και οι μνήμες που συνοδεύουν ένα ζευγάρι που αγαπιέται καρδιακά, η ώριμη σχέση του Οδυσσέα με τον δικό του πατέρα τον Λαέρτη, που καταδεικνύει ότι η σχέση γονέα και παιδιού δεν τερματίζεται, μόνο που χρειάζεται νέες οπτικές στον χρόνο!
Παράλληλα, μία επισήμανση για τους δασκάλους των καιρών μας, αλλά και κάθε εποχής, ότι: «πυρήνας της διδασκαλίας είναι η ομορφιά και η απόλαυση. Γιατί ο καλύτερος δάσκαλος είναι εκείνος που θέλει  να βρεις νόημα και σε όσα χαίρεται ο ίδιος, ώστε η χαρά για την ομορφιά τους να επιζήσει και μετά απ’  αυτόν. Και κάπως έτσι- επειδή ακριβώς εκκινεί από την αποδοχή του αναπόφευκτου του θανάτου- η καλή διδασκαλία μοιάζει με τον γονιό που κάνει καλά τη δουλειά του»  (σελ. 350)
Ένα εξαιρετικό βιβλίο που μας ξαναφέρνει με έμμεσο τρόπο την ομορφιά της πνευματικής μας παράδοσης. Κι εδώ χρειάζεται να αναρωτηθούμε για την δική μας ραστώνη! Προφανώς και μπορούμε να στήσουμε διαλόγους με βάση την δική μας εμπειρία, τα μηνύματα που η δική μας μεταφυσική, η δική μας ελπίδα ανάστασης προσθέτουν στα ομηρικά έπη, όπως επίσης και η αγάπη, η κοινότητα, οι πειρασμοί, η ένταξη του εαυτού στο σύνολο είναι στοιχεία που καθιστούν την ομηρική «Οδύσσεια»  ευκαιρία για ένα ταξίδι στην δική μας εποχή! Στερούμαστε το «πολύτροπον», την αναζήτηση της αλήθειας, την χαρά του ταξιδιού σήμερα, αποχαυνωμένοι στο έτοιμο της πληροφορίας. Η ελληνικότητά μας σε τι συνίσταται άραγε;  Αυτό το βιβλίο μπορεί να γίνει αφορμή να ξαναδιαβάσουμε με μία πιο φρέσκια ματιά τον δικό μας Όμηρο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 7 Μαρτίου 2020

3/6/20

ΠΙΣΤΕΙ ΜΩΥΣΗΣ ΜΕΓΑΣ ΓΕΝΟΜΕΝΟΣ


«Πίστει Μωυσῆς μέγας γενόμενος ἤρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἤ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν» (Ἑβρ. 11, 24-25)
«Με την πίστη ο Μωυσής, όταν πια μεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται γιος της κὀρης του Φαραώ. Προτίμησε να υποφέρει μαζί με τον λαό του Θεού, παρά να απολαμβάνει την πρόσκαιρη αμαρτωλή ζωή»


            


            Η Ορθοδοξία μας είναι μία αλληλουχία γεγονότων πίστης, που ξεκινούν από την Παλαιά Διαθήκη και φτάνουν μέχρι την εποχή μας, αλλά δεν θα σταματήσουν εν χρόνω, καθώς η πορεία μας είναι προς την αιωνιότητα. Η Εκκλησία προβάλλει στην πνευματική της καθημερινότητα τα πρόσωπα που έζησαν την πίστη, καθώς αυτή δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα ή μία σειρά επιχειρημάτων θεολογικοφιλοσοφικών, αλλά τα πρόσωπα που έζησαν την παρουσία του Αποκεκαλυμμένου Θεού στην Δημιουργία, τη Ιστορία και την προσδοκία των εσχάτων. Τα πρόσωπα αυτά όμως δεν είναι αυτόνομα. Δεν είναι αυτόφωτα. Δεν είναι απομονωμένα από την παράδοση, αλλά είναι ενταγμένα οργανικά σ’ αυτήν. Και η παράδοση σαρκώνεται στο σώμα του Χριστού που είναι η Ζωή και δίνει ζωή, στην Εκκλησία μας. Εκτός Εκκλησίας η μαρτυρία των προσώπων είναι οι ιδέες και η ζωή κάποιων που διακρίθηκαν, αλλά δεν σώζουν ούτε σώζονται, δεν βλέπουν Θεού πρόσωπο, καθώς μόνο εν κοινωνία βρίσκεται η αλήθεια και η αλήθεια βρίσκεται εν κοινωνία. Στην Εκκλησία τα πρόσωπα που πιστεύουν συναντούν και άλλα τέτοια πρόσωπα. Και όλα μαζί τον Χριστό καταδεικνύουν και διά του Χριστού σώζονται. Και όποιος πιστεύει στον Χριστό, γνωρίζει τον Πατέρα και φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή ομολογεί τον Τριαδικό Θεό!
            Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του Ιουδαίους, φέρει ως παράδειγμα αυτής της πίστης, μεταξύ άλλων, τον θεόπτη Μωυσή, αυτόν που έβγαλε τους Ιουδαίους από την δουλεία των Αιγυπτίων, τους οδήγησε στο πέρασμα, το Πάσχα της Ερυθράς θαλάσσης, τους έδωσε τον Νόμο, τους οδήγησε προς την γη της Επαγγελίας. Ο θεόπτης δεν νοείται εκτός του λαού. Μάλιστα, η πίστη τον έκανε να περνά όλες τις κακουχίες που πέρασε ο λαός στην δουλεία, στην έρημο, στους πολέμους, στην πείνα, στην δίψα. Κοινώνησε μαζί τους την χαρά και την λύπη. Και προτίμησε να πάρει επάνω του την αμαρτία της συχνής απιστίας του λαού του, παρά να τον αφήσει να πληρώσει γι ’αυτήν και να μην αξιωθεί να εισέλθει στο ποθούμενο, στην γη της επαγγελίας. Τόση ήταν η αγάπη για τον λαό του. Προτίμησε ακόμη να μην αποκληθεί γιός της θυγατέρας του Φαραώ, η οποία τον έσωσε από το ποτάμι όταν ήταν βρέφος, τον μεγάλωσε με όλα τα προνόμια ενός πρίγκιπα, του έδωσε την ευκαιρία να γίνει αξιωματούχος, μέγας και τρανός στην Αίγυπτο, αρκεί να απαρνιόνταν τους συμπατριώτες του, να αλλάξει ταυτότητα και να ζήσει την ζωή του.
            Αυτό είναι η πίστη. Ένα ξεβόλεμα από τους πειρασμούς και τα ταξίματα του κόσμου τούτου. Μία επιλογή κακουχίας, αγώνα, πνευματικής πάλης, αλλά και συμπόρευσης με ένα σώμα που πολλές φορές δεν ξέρει τι ζητά. Με συνανθρώπους που λένε ότι πιστεύουν, αλλά γκρινιάζουν και μεμψιμοιρούν. Που αρνιούνται την αγάπη του Θεού και την αγάπη στον συνάνθρωπο, χάριν των δικών τους ιδεών και αντιλήψεων. Κυρίως όμως η άρνηση του συσσχηματισμού με έναν πολιτισμό που τα προσφέρει όλα, δόξα, ηδονή, αναγνώριση, μετοχή σε άλλες πραγματικότητες, λογική, επιτεύγματα, πρόοδο, αρκεί να αρνηθούμε την ταυτότητά μας: ότι κληθήκαμε να πιστεύουμε, δηλαδή να αγαπούμε, να είμαστε αληθινοί, να αγωνιζόμαστε ασκητικά να ζήσουμε ένα αλλιώτικο μέτρο.
            Η πίστη είναι εξορία από το πνεύμα του κόσμου και ταξίδι στην έρημο ενός Σινά που έχει λίγες παρηγοριές. Όπως ο Μωυσής έκανε οικογένεια, μοιράστηκε ως άνθρωπος αυτά που η φύση μας ορίζει, ησύχασε για λίγο, αλλά στην συνέχεια ανέλαβε μία αποστολή να αφήσει έξω ό,τι δικό του, όπως έβγαλε τα παπούτσια του ενώπιον της φλεγομένης βάτου, και να κρατήσει μόνο τον Θεό στην καρδιά του, ό,τι κι αν αυτό του κόστισε, να κοπιάσει, να νικήσει κάθε φόβο, κάθε ορθολογισμό, αλλά και την μοναξιά να είναι ο μόνος που γνώριζε τι ο Θεός ήθελε, έτσι κι εμείς καλούμαστε, χωρίς κατ’ ανάγκην να αφήσουμε τις ανθρώπινες παρηγοριές, να κρατήσουμε τον Θεό στην καρδιά μας, να νικήσουμε φόβους και ορθολογισμούς, αλλά και την μοναξιά να είναι η ζωή μας κάποτε χωρίς συμπαραστάτες. Ο Θεός όμως ακούει, όπως λαλούσε ενώπιος ενωπίω με τον Μωυσή.
            Η πίστη είναι πορεία μέχρι τέλος. Ακόμη και στην ήττα του χρόνου και του θανάτου, αυτός που πιστεύει αφήνεται στον Θεό και την χάρη του, όπως έκανε ο Μωυσής, ακόμη κι αν ο αγώνας φαίνεται για τον κόσμο αδικαίωτος. Ακόμη κι αν η ταφή του γίνεται έξω της γης της επαγγελίας, ακόμη κι αν ο λόγος του θα λησμονηθεί, θα παραποιηθεί, όπως ο μωσαϊκός νόμος από τους Εβραίους οι οποίοι τον έκαναν τυπολατρία και διατάξεις γραμματέων, η ουσία της ζωής θα παραμείνει αδιάφθορη: ο δεκάλογος σημάδεψε την πορεία του κόσμου, το Πάσχα της Ερυθράς θάλασσας γιορτάζεται, αλλά ο άνθρωπος δεν σώζει. Έπρεπε να έρθει ο Χριστός, για να αποκτήσουν αυτά την πληρότητά τους. Έτσι είναι και η ζωή κάθε χριστιανού. Μία προσδοκία Χριστού που τον κάθε κόπο θα τον νοηματοδοτήσει και θα του δώσει πληρότητα!
            Εορτάζοντας την Ορθοδοξία, ας μην λησμονούμε ότι η πίστη περνά από τα πρόσωπα και ας γίνει ο καθένας και η καθεμιά μας ένας τέτοιος κρίκος, μέλος του σώματος του Χριστού, συνοδοιπόρος στην πορεία της βασιλείας! Είναι το νόημα που αλλάζει την ζωή μας! Ας το παλέψουμε στην Εκκλησία!

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020
Της Ορθοδοξίας

3/5/20

ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΤΡΥΦΗΣ ΑΝΑΘΑΛΛΕΙΣ, ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΛΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙΣ




                Το όραμα του ανθρώπου είναι να ζήσει έναν παράδεισο. Ο καθένας μπορεί να ορίζει τα επιμέρους του παραδείσου του διαφορετικά, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τις επιθυμίες του. Όμως όλοι συμφωνούν ότι παράδεισος σημαίνει την ευτυχία. Και η ευτυχία έρχεται όταν ο άνθρωπος έχει αυτά που του δίνουν την χαρά που κρατά. Στον παράδεισο θα βάζαμε μία σχέση που δεν έχει προβλήματα, που δομείται στην αγάπη, στο μοίρασμα, στην τρυφερότητα, στο να προλαβαίνει ο ένας τις επιθυμίες του άλλου. Στον παράδεισο θα βάζαμε μία ζωή χωρίς λύπη, χωρίς πειρασμούς, χωρίς δοκιμασίες και σταυρούς. Θα βάζαμε έναν κόσμο ο οποίος δεν θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά, αλλά φιλικά. Μια κοινωνία στην οποία ο ένας θα βοηθούσε τον άλλον. Κυρίως όμως, στον παράδεισο θα θέλαμε να μην υπάρχει θάνατος, κακό, τέλος.
                Αυτή η νοσταλγία εκφράζεται με την αντίδραση του ανθρώπου σε κάθε αναποδιά στην ζωή. Σαν ένας νέος πρωτόπλαστος, όποια επιλογή κι αν κάνει, ο άνθρωπος προσπαθεί να απεκδυθεί τις ευθύνες του. Να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Να ρίξει τα βάρη στους άλλους, στην κοινωνία, στον Θεό τον ίδιο. Να εξαιρέσει τον εαυτό του από την αποτυχία, την αμαρτία, την ήττα. Ο άνθρωπος μοιάζει με έναν αιώνιο έφηβο, που γκρινιάζει διότι ο κόσμος δεν είναι παράδεισος, αλλά και δυσκολεύεται να παλέψει για να τον καταστήσει παράδεισο. Διότι ο κόσμος μας προϋποθέτει την συμμετοχή του ανθρώπου για να γίνει καιρός χαράς. Την αγάπη του ανθρώπου και την εμπιστοσύνη του στον Θεό, για να μπορέσει κατά κάποιον τρόπο να μετατραπεί σε κοινωνία στην οποία τα όνειρα του ανθρώπου θα πραγματωθούν. Ακόμη και στις πιο ιδανικές συνθήκες, πάντα θα υπάρχει η ανθρώπινη ελευθερία να παλέψει με εμπιστοσύνη στον Θεό και στις εντολές του να δει τον κόσμο ως παράδεισο ή η επιλογή της αυτοθέωσης, δηλαδή να κάνει τον κόσμο όπως θέλει ο ίδιος, χωρίς Θεό, με τον πλησίον υποταγμένο, σε έναν αέναο ανταγωνισμό ποιος θα επικρατήσει και ποιος θα φταίει. Οδός θανάτου.
                Σ’  αυτόν τον κόσμο η Εκκλησία μας προβάλλει ως ένα αλλιώτικο υπόδειγμα την Υπεραγία Θεοτόκο. Μας δηλώνει ότι η Παναγία κάνει να ανθίζει λιβάδι πνευματικής αγαλλίασης, η Παναγία ετοιμάζει λιμάνι για τις ψυχές μας. Το λιβάδι αυτό είναι ο Χριστός. Αυτός γίνεται ο Παράδεισός μας. Αυτός έρχεται να αναλάβει την ευθύνη να γιατρέψει τον θάνατο σε κάθε μορφή του, δίνοντάς μας ανάσταση. Αυτός έρχεται να μας δείξει ότι ο Θεός είναι αγάπη, αλλά η αγάπη δεν είναι μόνο συγχώρεση και μακροθυμία. Είναι απόφαση άρσης του σταυρού μας. Απόφαση αγώνα να αλλάξουμε εμείς, να μετανοήσουμε για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα σφάλματά μας, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, να μοιραστούμε, να τροφοδοτήσουμε τον εαυτό μας με την αλήθεια της πίστης. Ότι ο Παράδεισος έρχεται όταν η καρδιά μας εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού. Όταν πορευόμαστε με ανοιχτότητα ψυχής. Όταν είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε την αλήθεια, ακόμη κι αν αυτή κάνει τους άλλους να δυσαρεστούνται, να απογοητεύονται, να μας κηρύσσουν αποσυνάγωγους, να μας χαρακτηρίζουν συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς.
                Αυτή την οδό την έζησε πρώτη η Παναγία. Ανέλαβε την ευθύνη να φέρει στον κόσμο τον Χριστό. Να νικήσει κάθε αντιξοότητα του καιρού της. Ακόμη κα την ίδια την αδυναμία της φύσης να νοήσει πώς μπορεί να κυοφορήσει άνευ ανδρός, πώς ο αχώρητος θα χωρέσει εν μήτρα. Κάθε ζάλη λογισμών αμφιβόλων. Κάθε άρνηση των άλλων να δεχτούν τον Θεό που γίνεται παιδί, πέραν της λογικής και της προσδοκίας. Και συνεχίζει να υπάρχει σ’  αυτήν την οδό, καθώς μεσιτεύει για τον καθέναν μας, που την επικαλείται, χωρίς πάντοτε να είναι έτοιμος να παλέψει για τον παράδεισο, κάποτε κουρασμένος και αποκαμωμένος από τον φόρτο της ζωής ή κάποτε με αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Γι’  αυτό και η Παναγία έγινε λιμάνι, όχι για λίγους, αλλά για όλους. Γιατί στην αγκαλιά της, στην μητρική της στοργή, στην υπόμνησή της ότι δεν μας εγκαταλείπει, ο καθένας μας βρίσκει παρηγοριά στις φουρτούνες της ζωής του. Προσεύχεται, εναποθέτει βάρη, ξαναβρίσκει την ασφάλεια της παιδικής ηλικίας, όταν αρκούσε η αγκαλιά της μάνας μας και κάθε φόβος έσβηνε.
             Ο κόσμος δεν γίνεται παράδεισος, αν δεν παλέψουμε. Αλλά κι όλη μας την ζωή να δώσουμε, πάλι ο παράδεισος αργεί. Γιατί δεν αρκούν η θέληση και ο αγώνας μας, εφόσον πάντοτε θα υπάρχει παράγοντας δωρεάς, ευλογίας, αλλά και σταυρού και αντίθεσης, η ελευθερία μας και η ελευθερία των άλλων. Η Παναγία, ως μητέρα του Θεού, μας δείχνει ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Ας την μιμηθούμε, ας την παρακαλούμε, ας αναπαυόμαστε στον τρόπο της!

Κέρκυρα, 6 Μαρτίου 2020
Α’ Χαιρετισμοί

3/4/20

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΥ




                Μία από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ορθοδοξία στους καιρούς μας είναι και η ανάγκη να οριοθετήσει στις καρδιές των πιστών την θέαση της έναντι της ψυχολογίας, έναντι των επιστημών ψυχικής υγείας γενικότερα. Η θέση αυτή, πέρα από το θεωρητικό επίπεδο, πέρα από τον όποιο διάλογο είναι απαραίτητος να γίνει και ήδη έχει ξεκινήσει, χρειάζεται να μεταφερθεί στο επίπεδο της καθημερινότητας στα πρόσωπα κυρίως των ιερέων  που επηρεάζουν τους πιστούς, τους γονείς, αλλά και όποιον τα προβλήματά του δεν φαίνεται να λύνονται μόνο διά της πνευματικής οδού.
                Οι πιστοί έχουμε μια αίσθηση ότι ο Θεός υπάρχει για να λύνει όλα μας τα προβλήματα. «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», λέμε. Δεν έχουμε όμως διακρίνει ότι ο Θεός λύνει διά της πίστεως κυρίως τα προβλήματα προσανατολισμού στην ζωή μας, τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την πνευματική μας πορεία, με την σχέση μας με τον πλησίον, όταν Εκείνος κρίνει και όποτε Εκείνος κρίνει. Κάθε κατάσταση στην ζωή μας δεν έχει πάντοτε άμεση φανέρωση του θελήματος του Θεού. Κι αυτό διότι ο Θεός ξέρει τι είναι προς πνευματικό μας όφελος και τι όχι.
Ανάλογα συμβαίνει και με δοκιμασίες της υγείας μας. Δεν είναι μόνο ό,τι μας προκαλεί σωματικό πόνο. Είναι και η κατάσταση του νου και της ψυχής μας, η οποία συνδέεται με σωματικές ελλείψεις ή με αδυναμία διαχείρισης των ψυχικών μας δυνάμεων, με αποτέλεσμα να πάσχουμε. Καταστάσεις όπως η κατάθλιψη που προέρχεται από ψυχικά τραύματα, για τα οποία μπορεί και να μην είμαστε υπαίτιοι, αλλά να μην μπορούμε να βρούμε λύσεις, διότι στην ψυχή μας και στον νου μας γίνονται εμμονές, ενώ ο χαρακτήρας μας διαμορφώνεται και εξ αυτών, δεν μπορούν να λυθούν απαραίτητα μόνο διά της προσευχής και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Και η επιστήμη άλλωστε δώρο του Θεού είναι. Αλλιώς ούτε και την ιατρική θα έπρεπε να την χρησιμοποιούμε, αλλά να παραμένουμε στην παθητικότητα του να αφήνουμε τον εαυτό μας μόνο στο έλεος του Θεού για κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη αρρώστια.
Αν κάτι μας δυσκολεύει στην πνευματική μας ζωή είναι να βρούμε το λεπτό, αλήθεια, όριο, ανάμεσα στο πού περιμένουμε και πού κινούμαστε κατά τα ανθρώπινα πλαίσια. Εδώ ο πιστός καλείται να συζητήσει με τον πνευματικό του και να δεχθεί συμβουλές προς τα πού θα κατευθυνθεί. Ο πνευματικός όμως, πέρα από τον φωτισμό της προσευχής που καλείται να έχει, αλλά και να κάνει για τον κάθε πιστό, χρειάζεται να έχει και την σχετική γνώση για τις δυνατότητες της επιστήμης και να μην θεωρεί την πίστη πανάκεια για ζητήματα που δεν έχουν να κάνουν μ’  αυτήν και μόνο.
Ο πνευματικός μπορεί να βοηθήσει τον πιστό στην οδό της συγχώρεσης. Στην οδό της υπομονής. Στην οδό της προσευχής. Να συνεχίσει δηλαδή την όποια εργασία μπορεί ένας καταρτισμένος ειδικός στην ψυχική υγεία να κάνει και να την τροφοδοτήσει με την δύναμη της πίστης. Η Ορθοδοξία σε έναν κόσμο ολοένα και πιο ψυχολογικοποιημένο, δεν χρειάζεται να λειτουργεί στην λογική των μαγικών συνταγών, αλλά ούτε και να κλείνει την πόρτα στον διάλογο. Όπως το πατερικό ήθος μας διδάσκει, ας πάρουμε ό,τι υγιές και χρήσιμο από την επιστήμη και ας το μπολιάσουμε με την δύναμη της πίστης. Δεν θα χάσουμε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 4 Μαρτίου 2020