1/5/19

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ: ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΡΕΙΑΣ!


«Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας επί τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ’  αυτού» (Ματθ. 3, 13)
«Τότε έρχεται ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαφτιστεί απ’  αυτόν».


                Δεν μας είναι εύκολο να αναλογιστούμε ότι κάθε μεγάλο έργο, κάθε γεγονός της ζωής μας προϋποθέτει πορεία, κόπο. Λίγο ο πολιτισμός μας ο οποίος μάς απατά με το αίσθημα ότι δικαιούμαστε τα πάντα και τα δικαιούμαστε εδώ και τώρα, λίγο ο φόβος του Γολγοθά, της ήττας δηλαδή, την οποία δεν θέλουμε να υποστούμε, διότι είναι ανατροπή του θελήματός μας, του εγώ μας, και ο κόπος δεν είναι ευχάριστος.  Όμως άνευ κόπου, και η χαρά δεν έχει νόημα, διότι δεν περιλαμβάνει το στοιχείο της εργασίας. Και η εργασία και ο κόπος κάνουν το γεγονός, την σχέση, το επίτευγμα κτήμα μας. Δίνουν το στοιχείο της οικειότητας, αλλά και της ανταμοιβής για την προσπάθεια. Είναι σαν να εισερχόμαστε στην χαρά του Κυρίου μας, έχοντας εργαστεί πάνω στα τάλαντά μας.
                Αυτό που κάνει εντύπωση στην ζωή του Χριστού είναι πως για κάθε γεγονός που γίνεται σ’  αυτήν προϋποτίθεται ο κόπος. Για παράδειγμα, στα Θεοφάνεια, στην βάπτισή Του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο Χριστός βαδίζει από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη ποταμό. Καταβάλλει κόπο, για να εκπληρώσει έναν σκοπό. Να δείξει στον Ιωάννη, αλλά και στον κόσμο ότι έχει γίνει τέλειος άνθρωπος, έχει προσλάβει την φύση μας για να την αναπλάσει. Ξεκινά από την πρόσληψη των αναγκαίων, που έχουν να κάνουν με την μεταβολή της φύσης μας, την κίνησή της, την ενσάρκωση, την κυοφορία, την γέννηση, το μεγάλωμα, την εφηβεία, την ενηλικίωση. Ταυτόχρονα οικειούται τα αδιάβλητα πάθη, όπως την πείνα, την δίψα, τον κάματο, την λύπη, τον πόνο, την χαρά. Ουδόλως αφήνει τις επιλογές μας και τις συνήθειές μας, όπως την εργασία, τον σχετισμό με τον πλησίον, την παρέα και την κοινωνία, τον διάλογο με τον κόσμο, από την εξουσία μέχρι τον καθημερινό άνθρωπο, μηδενός εξαιρουμένου, ούτε των γυναικών και των παιδιών μολονότι κάτι τέτοιο στην εποχή του Χριστού δεν συνηθίζονταν. Θα οικειωθεί θεληματικά και το πιο έσχατο σημείο της φύσης μας που είναι ο θάνατος.
Η πρόσληψη γίνεται ταυτόχρονα και θεραπεία, χάρις στην κοινωνία των δύο φύσεων στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου, μείξη στην οποία έχουμε μεν υποταγή εκούσια της ανθρώπινης φύσης στην θεϊκή, αλλά όχι απουσία των ανθρώπινων ιδιωμάτων. Ο Χριστός δεν έχει ένα θέλημα ή μία ενέργεια, αλλά το ανθρώπινο θέλημα υποτάσσεται εκούσια, δηλαδή ελεύθερα, στο θεϊκό. Οι ανθρώπινες ενέργειες σχετίζονται με τα αδιάβλητα πάθη, αλλά κάθε έργο αγάπης του Χριστού φέρει επάνω του την σφραγίδα της θείας ενέργειας. Έτσι η κίνηση της φύσης μας, η μεταβολή της φέρει επάνω της την σφραγίδα της ανάπλασής της. Η ενσάρκωση είναι άνευ ανδρός. Η γέννηση είναι άνευ ωδίνων. Το μεγάλωμα είναι «σοφία και ηλικία και χαρτί» και όλοι απορούν. Η εφηβεία συνοδεύεται από την διδασκαλία στον ναό του δωδεκαετούς Χριστού και την δήλωση ότι σπίτι του είναι η σχέση με τον Πατέρα, δηλαδή όπως πλάστηκε εξ αρχής ο άνθρωπος να είναι. Το ίδιο και τα αδιάβλητα πάθη. Η πείνα γίνεται νηστεία στην έρημο, αλλά και πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων για τους ακροατές του λόγου Του.  Η δίψα «ύδωρ ζων» στην συνάντηση με την Σαμαρείτιδα και «πλήρωση της γραφής» επάνω στον Σταυρό.  Ο κάματος προσευχή και βάδισμα στην θάλασσα. Η λύπη για τον θάνατο, ανάσταση στον Λάζαρο, στον γιο της χήρας, στην κόρη του αρχισυνάγωγου. Η λύπη για την περιπέτεια της ανθρώπινης φύσης θαυματουργική θεραπεία, για να ζήσουν οι άνθρωποι την χαρά της πίστης και της παρουσίας του Θεού. Η χαρά ευλογία για μετατροπή του νερού σε κρασί στην Κανά, αλλά και συντροφικότητα με τους μαθητές. Η εργασία, εκτός από υλική κοντά στον Ιωσήφ, γίνεται εργασία σωτηρίας όλων των ανθρώπων διά του Ευαγγελίου. Ο διάλογος δεν είναι ρητορεία ή αγώνας λόγων, για την επικράτηση και την φήμη, αλλά διακήρυξη της όντως Αλήθειας. Η δόξα είναι ο Σταυρός. Και ο θάνατος γίνεται Ανάσταση.   
Όλα αυτά ξεκινούν από μία πορεία. Από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη. Συνεχίζονται με μία νέα πορεία. Αυτήν της πειθούς προς τον Πρόδρομο να αποδεχθεί το αίτημά Του. Ακολουθεί η κατάδυση στον Ιορδάνη και η άμεση έξοδός Του από το νερό, καθώς δεν έχει καμία αμαρτία, αλλά διά της κινήσεως αυτής αγιάζει τα πάντα και δείχνει ότι δεν θα εξαιρέσει τον εαυτό Του από τα ανθρώπινα. Ξεκινά η διδασκαλία του Ευαγγελίου με κόπο και πορείες σε όλη την Παλαιστίνη. Ολοκληρώνεται ο κόπος με τα Πάθη και την Σταύρωση. Καταπαύει των έργων Αυτού επί τριήμερον, ζώντας ως προς το σώμα Του τον σαββατισμό της έβδομης ημέρας της Δημιουργίας, κι εδώ όμως χωρίς χωρισμό του από την θεότητα, καθώς «η σαρξ Του διαφθοράν ουκ οίδεν». Το πνεύμα Του όμως κηρύττει στον Άδη την Ανάσταση. Και ξεκινά την όγδοη ημέρα διά της δικής Του Αναστάσεως και διά της εργασίας της Εκκλησίας, στην οποία όλοι καλούμαστε να συμμετέχουμε.
Αυτή την πορεία του Χριστού, πορεία αυθεντικής αγάπης, καλούμαστε να την ζήσουμε σε κάθε σημείο της δικής μας ζωής. Η Βασιλεία του Θεού θέλει κόπο και πορεία. Και ο κόπος δεν έχει να κάνει μόνο με την επιβίωσή μας, αλλά με την μετοχή μας στον τρόπο του Χριστού. Στον τρόπο της αγάπης για τον Θεό και τον πλησίον. Σε κάθε έργο, σε κάθε συναναστροφή μας, σε κάθε δοκιμασία μας, σε κάθε λύπη και χαρά στην πορεία της ζωής καλούμαστε τον τρόπο της Αγάπης να τον ζούμε και να τον μεταδίδουμε. Και επικαλούμενοι τον Χριστό και ζώντας Τον στην Εκκλησία, να γιορτάζουμε κάθε στιγμή! Φως είναι ο Χριστός. Το Φως δίδεται χωρίς προϋπόθεση από Εκείνον. Εμείς όμως χρειαζόμαστε να εργαστούμε για να μπορέσουμε να το προσλάβουμε. Από το βάπτισμά μας και το χρίσμα μας, που είναι η αρχή της οικείωσης, μέχρι την μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και την αγάπη, που είναι η επαναβεβαίωση της γιορτής για όλους μας!
Τα Θεοφάνεια ας είναι η γιορτή της ανάπλασής μας και της απόφασης για τον κόπο της αγάπης!

Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2019

1/1/19

Ο ΧΡΟΝΟΣ, ΤΟ ΕΓΩ, ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΤΟ ΘΕΛΩ


                Στην αγγλική παράδοση υπάρχουν «οι αποφάσεις της Πρωτοχρονιάς». Ο άνθρωπος καλείται να σκεφτεί την ζωή του και να πάρει αποφάσεις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με στόχο ο νέος χρόνος να τον βρει σε πορεία αλλαγής.
Πολλοί από μας υστερούμε βεβαίως σε αποφασιστικότητα. Συνήθως είμαστε ή βολεμένοι ή δειλοί και φοβόμαστε τον κόπο. Αυτό συμβαίνει διότι δεν δινόμαστε εύκολα και με την καρδιά μας ούτε σε πρόσωπα ούτε σε τρόπους πορείας της ύπαρξης. Πρυτανεύουν σήμερα το «εγώ», το «δικαίωμα», το «θέλω». Το «εγώ» μάς κάνει να θεωρούμε ότι τα πάντα νοηματοδοτούνται για μάς, ότι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου και δεν χρειάζεται να λαμβάνουμε υπόψιν αντιδράσεις και αντιλήψεις των άλλων. Τα δικαιούμαστε όλα γιατί είμαστε οι μοναδικές προσωπικότητες! Αφού ο κόσμος περιστρέφεται γύρω μας, γιατί να μην έχουμε όσα θέλουμε; Μας το χρωστούν η ζωή και οι άλλοι! Σημάδια αυτού του τρόπου είναι το καταναλωτικό πρότυπο το οποίο ενισχύει την προτεραιότητα των επιθυμιών όχι για αγάπη και μοίρασμα, αλλά για κατάκτηση, η ενασχόληση με τα τραύματά μας- και μέσω των επιστημών ψυχικής υγείας- όχι για να συγχωρέσουμε και να συγχωρεθούμε, αλλά για να δικαιολογούμε την συμπεριφορά μας, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης στα οποία αισθανόμαστε καλά, διότι υπάρχει κοινό που μας αποδέχεται και τα σχόλια στις φωτογραφίες που ανεβάζουμε δείχνουν ότι δεν είμαστε μόνοι μας.
                Για την Εκκλησία πάντως ο χρόνος αποτελεί ένα μοναδικό δώρο ζωής του Θεού στον άνθρωπο, για να βρει νόημα και να το ζήσει!  Και θα ήταν μία ενδιαφέρουσα πρόταση στις όποιες αποφάσεις της Πρωτοχρονιάς να μπορούσαμε να σκεφτούμε μιαν άλλη πορεία, πέρα από την διαχείριση της καθημερινότητάς μας. Με επίγνωση της καταγωγής μας από τον Θεό ως εικόνες Του, να αποφασίσουμε να οικειωθούμε τον σκοπό της ύπαρξής μας, όπως εξ ουρανού μας δόθηκε: να ζήσουμε με τον Θεό και τον πλησίον τον τρόπο της Βασιλείας, δηλαδή την αγάπη στην σταυρική της διάσταση, που είναι απόλυτη κένωση, καρπός έρωτα. Ο έρωτας είναι ασυμβίβαστος με το «λίγο». Τα θέλει όλα. Δεν γνωρίζει κούραση και μέτρο. Κάνει την ύπαρξη απόλυτα δοτική, τόσο προς τον Θεό με την προσευχή και την άσκηση, όσο και προς τον συνάνθρωπο. Ο ερωτευμένος είναι ευαίσθητος, βλέπει και προβλέπει τον πόνο, την έλλειψη, την ανάγκη. Παρηγορεί για τα πεπραγμένα, για τον θάνατο, για την ήττα. Και εφευρίσκει τρόπους για να συναντηθεί με τον άλλο, κάνοντας τον χρόνο γιορτή!
                Τέτοια πρότυπα είναι οι Άγιοι. Αυτοί, στην πράξη, αγίασαν διότι μας έδειξαν την οδό της αρετής. Σ’ αυτήν καλούμαστε να επιστρέψουμε. Να ξαναβρούμε την καλοσύνη ως πρώτη μας επιλογή. Τον ζήλο που μας κάνει να ξεφεύγουμε από τον φόβο της κόπωσης. Την ομολογία της αλήθειας που, για τον άνθρωπο που πιστεύει, είναι ο Χριστός. Την ταπεινότητα, που μας κάνει να μην απογοητευόμαστε από τον άλλο, αλλά να του δίνουμε ευκαιρίες. Την αγάπη που μας οδηγεί να μπαίνουμε στην θέση του άλλου, να συμπαθούμε αυθεντικά, πέρα από το εγώ!
                Φαντάζει ανέφικτη μια τέτοια πρωτοχρονιάτικη απόφαση για την λογική του κόσμου. Αντίκειται στην σκληρότητα των πολλών. Είναι όμως απόφαση αυθεντικού εκκλησιαστικού τρόπου ύπαρξης, διότι ο χρόνος χωρίς Θεό κι αγάπη δεν έχει νόημα!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 2 Ιανουαρίου 2019

12/29/18

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΔΗ, Ο ΘΥΜΟΣ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ



«Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν» (Ματθ. 2, 16)
«Όταν κατάλαβε ο Ηρώδης πως οι μάγοι τον εξαπάτησαν, οργίστηκε πάρα πολύ».



                Γιατί θυμώνουμε οι άνθρωποι; Τι είναι αυτό που μας κάνει να χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας, να αισθανόμαστε ταπεινωμένοι, να προχωρούμε σε εκφράσεις και πράξεις που δείχνουν ότι δεν έχουμε επίγνωση του τι είναι σωστό και τι λανθασμένο, αλλά να αναζητούμε είτε το δίκιο μας, είτε την εκδίκηση έναντι εκείνων οι οποίοι προκαλούν τον θυμό μας, είτε το να λύσουμε το πρόβλημα που μας κάνει να θυμώνουμε με ανορθόδοξο τρόπο;
                Κάποιες από τις απαντήσεις βρίσκονται στον τρόπο με τον οποίο ο βασιλιάς του Ισραήλ Ηρώδης αντέδρασε όταν πληροφορήθηκε ότι γεννήθηκε ο Χριστός.
                Το πρώτο βήμα για να οδηγηθεί ο Ηρώδης στον θυμό ήταν η ανασφάλεια του εγώ του, το αίσθημα ότι η θέση την οποία κατείχε, αποτέλεσμα ικανότητας, αλλά και συναλλαγής με το ρωμαϊκό κράτος, απειλούνταν, όχι από τους ανθρώπους αλλά από τον Θεό. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσον ο Ηρώδης πίστευε στον Θεό. Όμως γνωρίζουμε καλά ότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του έναν μικρό θεό. Η προσπάθεια ανοικοδόμησης του ναού των Ιεροσολύμων, η οποία κράτησε πολλά χρόνια, ήταν όνειρο του βασιλιά. Δεν φαίνεται όμως να τον ενδιέφερε  τόσο η κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών του λαού, η οποία επιτυγχάνονταν και με κτήρια μικρότερων διαστάσεων, όσο το να γραφτεί ο ίδιος στην ιστορία με ένα μεγάλο έργο, αντίστοιχο με αυτό του Σολομώντος. Ο θυμός έρχεται εύκολα σε αυτόν που αισθάνεται ότι η θέση του, η αποδοχή του, το έργο του απειλούνται.
                Ο θυμός αυτός όμως λειτουργεί στην αρχή κρυφά. Υποκριτικά. Ο Ηρώδης ζητά από τους μάγους να τον ενημερώσουν πού βρίσκεται ο Χριστός, δήθεν για να τον προσκυνήσει. Προσποιείται ότι έναντι του Θεού είναι υποταγμένος. Μέσα του όμως ο θυμός γεννά σενάρια πονηρίας. Σκοπός του είναι να εξοντώσει τον σφετεριστή.  Και το θέατρο είναι το κλειδί. Αυτοί που μπορούν να του δώσουν πληροφορίες, πρέπει να πειστούν για τις καλές του προθέσεις. Ο Ηρώδης λοιπόν προσποιείται ότι χάρηκε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και το κυριότερο, συσκοτίζει την αλήθεια προς τα έξω. Πολλοί άνθρωποι που εύκολα θυμώνουν, προσποιούνται ότι δεν τους ενοχλούν πρόσωπα και καταστάσεις. Στην ουσία όμως μέσα τους ο θυμός τούς έχει κάνει να διαμορφώσουν ένα προσωπείο, να λειτουργούν θεατρικά, προκειμένου να έρθει η ώρα να δράσουν για να ικανοποιήσουν τον θυμό τους. Θέλει ταλέντο. Θέλει αυτοσυγκράτηση. Θέλει σκοτεινή καρδιά αυτού του είδους η ηθοποιΐα. Έτσι όμως αυτός που θυμώνει, έχει περισσότερες πιθανότητες να δει τον θυμό του νικητή. Με το ψέμα.
                Ο Ηρώδης, «ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν». Έρχεται η στιγμή που η ηθοποιΐα δεν είναι αποτελεσματική. Η αλήθεια φανερώνεται και τότε το σκοτεινό συναίσθημα πλημμυρίζει τον υποκριτή. Ο Ηρώδης διαπιστώνει ότι οι Μάγοι προσποιήθηκαν εξίσου καλά με αυτόν. Δεν επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα για να του πούνε πού βρίσκεται ο Χριστός, αλλά έφυγαν από άλλη διαδρομή. Τότε το προσωπείο αποβάλλεται και το αυθεντικό πρόσωπο του σκληρού εξουσιαστή, ο πληγωμένος εγωισμός, ο φόβος για την θέση του, κάνουν τον θυμό να τον καταλαμβάνει και εσωτερικά και εξωτερικά. Ο θυμός τον οδηγεί να φανερώσει αυτό που πιστεύει ότι είναι: ο ίδιος θεός. Με την εξουσία της θέσης του εκδικείται τους μάγους που τον ενέπαιξαν, εκδικείται τους θρησκευτικούς άρχοντες, όχι γιατί οι ίδιοι προσωπικά του έκαναν κάτι, αλλά γιατί υπηρετούν έναν Θεό ο οποίος  δεν αναγνωρίζει τον κόπο του ναού και τον κόπο να κρατά τον λαό του ήσυχο και εν ζωή ενώπιον της ρωμαϊκής τρομοκρατίας, αφού θα εξοντώσει τον αναμενόμενο από εκείνους Μεσσία, εκδικείται τον λαό που δεν τον αγαπά. Και η εκδίκησή του γίνεται παράλογη, όπως και πολλές φορές μας κάνει να συμπεριφερόμαστε ο  θυμός. Σφαγιάζει τα νήπια της Βηθλεέμ, τα μόνα που δεν έχουν καμία σχέση με την αιτία και το περιεχόμενο του θυμού του. Νομίζει ότι έτσι θα κορέσει το πάθος του για εξουσία και ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να κινδυνεύσει. Η ιστορία τον διαψεύδει πανηγυρικά, καθώς το τέλος του υπήρξε επώδυνο.
                Το ψυχογράφημα του Ηρώδη μας δείχνει την πορεία του θυμού και στις δικές μας καρδιές. Αρχικά σιωπηλά, ο θυμός φέρνει στην επιφάνεια της σκέψης μας τις ανασφάλειες της καρδιάς μας, την διάθεσή μας να εξουσιάζουμε, να γίνεται το θέλημά μας, να κάνουν οι άλλοι αυτό που εμάς μας ευχαριστεί. Μπορούμε να χρησιμοποιούμε και προσωπεία. Να εκλογικεύουμε. Να παραπλανούμε. Να διαβεβαιώνουμε για το ακριβώς αντίθετο των πραγματικών μας προθέσεων. Κάποτε μάλιστα το πιστεύουμε κι εμείς ότι δεν θυμώνουμε, ότι εννοούμε τις καλές μας προθέσεις, ενώ μέσα μας είμαστε βυθισμένοι στο ψέμα. Και όταν διαπιστώνουμε  την απογύμνωσή μας από άλλες επιλογές, ο θυμός μας πλημμυρίζει και εσωτερικά και εξωτερικά. Και η συμπεριφορά μας γίνεται κάποτε παράλογη, μόνο και μόνο για να πετύχουμε τον κόρο του θυμού μας, να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, να επιβάλουμε το θέλημά μας, να υποτάξουμε  τους άλλους σ’ αυτό που επιθυμούμε, κάποτε άμετρα και τυραννικά.
                Ο θυμός του Ηρώδη είναι στοιχείο της ζωής και του πολιτισμού και των καιρών μας. Η ανασφάλεια και το ίδιον θέλημα τον γεννούν. Το προσωπείο τον συντηρεί και τον κάνει να διοχετεύεται με υποκριτικό τρόπο στην καθημερινότητα. Η δύναμη του καθενός δημιουργεί τις συνθήκες της έκφρασής του. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι είμαστε εκτεθειμένοι σε ένα πάθος, το οποίο μόνο η αγάπη στον Χριστό, η άσκηση η οποία μας βοηθά όχι να αποκρύβουμε την αλήθεια ότι θυμώνουμε, αλλά να αντικαθιστούμε τον θυμό με την αγάπη και την συγχώρεση, όπως επίσης και ο τρόπος της εκκλησιαστικής ζωής στον οποίο οι άνθρωποι συνυπάρχουμε από επιλογή και από αγάπη, μπορούν να μας βοηθήσουν να δούμε το κακό που προκαλεί ο θυμός, ο οποίος διαλύει την κοινωνικότητα, μας κάνει κακούς και δημιουργεί την ψεύτικη εντύπωση ότι είμαστε μικροί θεοί. Η αποδοχή ότι μέσα από μία δημιουργική προσέγγιση, ο θυμός μπορεί να μας κάνει να παλέψουμε για το καλό, είναι ο αντίθετος δρόμος για να μην νικηθούμε από το κακό.
                Πάντως, η παρουσία του γεννηθέντος Κυρίου στις καρδιές μας, η νηπιότητα ως προς την κακία και τον θυμό, είναι το κλειδί για την νίκη κατά του θυμού, για την αποδοχή και βίωση της αγάπης.

                Κέρκυρα, 30 Δεκεμβρίου 2018

12/27/18

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΓΙΑ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ ΟΡΙΣΤΙΚΑ


Ένα εξαιρετικό τραγούδι λέει για τα Χριστούγεννα: “γιορτάζω για ν᾽αλλάξουμε οριστικά” (Φ. Δεληβοριάς). Είναι ίσως μία από τις πιο εμπνευσμένες προτροπές για το νόημα της μεγάλης γιορτής της πίστης μας όχι μόνο για τον καθέναν προσωπικά, αλλά και για όλη την οικογένεια. Γιατί ο Χριστός μετά δυσκολίας συναντιέται με τον καθέναν μας στον ορυμαγδό της κατανάλωσης που καθιστά τα Χριστούγεννα την πλέον εμπορική εορτή του χρόνου, στην καταιγίδα των εικόνων με την οποία τηλεόραση και ταινίες θέλουν να μας πείσουν ότι η γιορτή εξαντλείται στο ανθρωποκεντρικό περιεχόμενό της. Ο έρωτας, τα δώρα, η τρυφερότητα του οικογενειακού τραπεζιού και η αφθονία του κυρίως, λίγη φιλανθρωπία για το καλό, ταξίδια, μικρότερες ή μεγαλύτερες περιπέτειες εντοπίζουν το νόημα της εορτής στα ίδια. 
“Ήρθε στον τόπο τον δικό Του και οι δικοί Του δεν Τον δέχτηκαν” (Ιωάν. 1, 11). Αυτός ο συγκλονιστικός λόγο του ευαγγελιστή παραμένει επίκαιρος. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι, ενώ κάποιες μνήμες υπάρχουν στην ψυχή μας από την παράδοση της πίστης και του λαού μας, δεν μπορούμε εύκολα να κάνουμε το μεγάλο βήμα: να γιορτάσουμε Χριστούγεννα με τον Χριστό. Εκκλησιαζόμαστε και, τα τελευταία χρόνια περισσότεροι, κοινωνούμε. Ανοίγουμε την καρδιά μας στον πλησίον μας και συγκινούμαστε από τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες, όπως αυτή του Σκρουτζ και του Ευτυχισμένου πρίγκηπα ή από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Δυσκολευόμαστε όμως πολύ να κατανοήσουμε ότι οι μεταστροφές, οι αλλαγές ή η μοναδικότητα του τρόπου εορτασμού των Χριστουγέννων δεν είναι υπόθεση του μυαλού, αλλά της καρδιάς που είναι ανοιχτή στην πίστη. Διότι τότε μόνο η μεταστροφή είναι μόνιμη και δεν κρατά για το λίγο της εορτής. Η εκζήτηση του Χριστού είναι το νόημα των Χριστουγέννων. Το να κατοικήσει Αυτός στις καρδιές μας, να Τον ακολουθήσουμε στην οδό της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ακόμη και προς εκείνον που μας ταλαιπωρεί, το να δεχτούμε ότι η αλήθεια της ζωής δεν είναι η κατανάλωση, αλλά ο σταυρός και η ανάσταση, όπως φανερώνεται στην εικόνα της Γέννησης, όπου ο μικρός Ιησούς είναι τυλιγμένος με τα εντάφια σπάργανα και το λίκνο Του είναι το μνήμα του πάθους. Μόνο έτσι θα Τον δεχτούμε αληθινά.
Και η οικογενειακή ατμόσφαιρα θα γίνει αυθεντικά εορταστική όχι μένοντας μόνο στις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές ή στον στολισμό ή στα κάλαντα και στα δώρα. Είναι αυτονόητο ότι τίποτα δεν περιφρονούμε, όμως και τίποτα από μόνο του δεν αρκεί για να είναι τα Χριστούγεννα η γιορτή που οδηγεί τον άνθρωπο στην οδό της θέωσης. Γονείς και παιδιά καλούμαστε να υπερβούμε το συναίσθημα του εφήμερου και να ξαναδούμε την ζωή μας στην προοπτική της αναγέννησης, της παιδικότητας ως προς την κακία, της ταπεινής αγάπης, η οποία παλεύει να εμπιστευθεί τον Θεό και το θέλημά Του, όπως η Παναγία και ο Ιωσήφ, λέει ΝΑΙ όπως οι βοσκοί με χαρά στην πρόσκληση της Εκκλησίας να γιορτάσουμε πρώτα στον ναό, λέει ΝΑΙ όπως οι Μάγοι στην αναζήτηση της αλήθειας πέρα από την αυτάρκεια της επιστήμης και λέει ΟΧΙ στην κακία του Ηρώδη που βλέπει τον πλησίον ως απειλή. Ο δρόμος περνά μέσα από την Εκκλησία!
Ας ζήσουμε το “Γιορτάζουμε για ν᾽ αλλάξουμε οριστικά” ως τον τρόπο που κάνει τα Χριστούγεννα την μητρόπολη των εορτών!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
             στο φύλλο της Πέμπτης 26 Δεκεμβρίου 2018

12/26/18

ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΚΑΡΠΟΣ ΜΟΥ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ!


Μοναδική η ομορφιά της εκκλησιαστικής ποίησης! "Εσύ είσαι ο καρπός μου, εσύ είσαι η ζωή μου", λέει η Παναγία στον Χριστό, σύμφωνα με τον ποιητή του Οίκου του Όρθρου της 26ης Δεκεμβρίου, στον οποίο πρωταγωνοστεί η Υπεραγία Θεοτόκος. Την δεύτερη ημέρα κάθε μεγάλης γιορτής θυμόμαστε το πρόσωπο εκείνο που υπήρξε συμπρωταγωνιστής. Ανήμερα γιορτάζουμε και θυμόμαστε τον Θεάνθρωπο και όσα έκανε για μας. Την δεύτερη μέρα γιορτάζουμε τον άνθρωπο που μας δείχνει τα όριά μας, τα οποία φτάνουν στην συνάντηση με τον Θεάνθρωπο και γίνονται πηγή μίμησης και αγιότητας. Πουθενά αλλού δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος, παρά μόνο στην πίστη. Ο πολιτισμός τον κάνει θεό, ενώ ο χρόνος τον προσγειώνει. Ο Χριστός τον παίρνει από το χέρι, βλέπει την προαίρεσή του και τον κάνει θεό κατά χάριν, πέρα από τον χρόνο!
Η Παναγία λέει το καταπληκτικό: "Εσύ είσαι ο καρπός μου", σε γέννησα, βγήκες από μένα, συγκατένευσες και προσέλαβες σάρκα και ύπαρξη από το αμπέλι μου. Έγινες το σταφύλι που δίνει χαρά σε όλη την ανθρωπότητα.
 "Μα εσύ είσαι η ζωή μου". Ξέρω ότι ενώ σε γέννησα, εσύ μου δίνεις ζωή πέρα από την ζωή του παρόντος. Και δεν μου δίνεις μόνο. Είσαι η ζωή μου, τα πάντα, το νόημα, η πορεία, η αλήθεια, η ανάσταση, η αιωνιότητα της αγάπης!
Αληθινή ποίηση! Μόνο το στόμα της Μάνας μπορεί να πει τέτοιο λόγο για το παιδί της, αλλά και το στόμα της Μάνας εκείνης που γνωρίζει ότι το παιδί της ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, γιατί γίνεται ζωή για όλους, κάθε εποχή!
Ο ποιητής! Πόσο ερωτευμένος με τον Θεό θα έπρεπε να είναι για να βάλει τέτοιον λόγο στο στόμα της Παναγίας! 
Εμείς;

π. Θ.

Το πλήρες κείμενο: 

Τὸν ἀγεώργητον βότρυν βλαστήσασα, ἡ μυστικὴ ἄμπελος ὡς ἐπὶ κλάδων, ἀγκάλαις ἐβάσταζε, καὶ ἔλεγε. Σὺ εἶ καρπός μου, σὺ εἶ ἡ ζωή μου. Ἀφ' οὗ ἔγνων, ὅτι καὶ ὃ ἤμην εἰμί, σύ μου Θεός· τὴν γὰρ σφραγῖδα τῆς Παρθενίας μου ὁρῶσα ἀκατάλυτον, κηρύττω σε ἄτρεπτον Λόγον, σάρκα γενόμενον. Οὐκ οἶδα σποράν, οἶδά σε λύτην τῆς φθορᾶς· Ἁγνὴ γὰρ εἰμι, σοῦ προελθόντος ἐξ ἐμοῦ· ὡς γὰρ εὗρες, ἔλιπες μήτραν ἐμήν. Διὰ τοῦτο συγχορεύει πᾶσα κτίσις βοῶσά μοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.  

12/22/18

ΙΩΣΗΦ ΔΙΚΑΙΟΣ ΩΝ


«Ιωσήφ ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν» (Ματθ. 1, 19)

«Κι ο Ιωσήφ ο μνηστήρας της, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος και δεν ήθελε να την διαπομπεύσει, αποφάσισε να διαλύσει τον αρραβώνα χωρίς επίσημη διαδικασία».

                Συχνά λέμε ότι αναζητούμε στην ζωή μας καλούς ανθρώπους για να μας στηρίξουν. Ξεκινούμε από την ανάγκη  ο κόσμος να διέπεται από καλοσύνη, αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια. Ο καλός άνθρωπος δεν δέχεται να υστερούν οι άλλοι κι ο ίδιος να είναι ευτυχισμένος. Ο καλός άνθρωπος είναι πρόθυμος να συμπαρασταθεί, να στηρίξει, να μοιραστεί. Ο καλός άνθρωπος είναι έτοιμος να παλέψει να μην κρατήσει, να συγχωρήσει, να αφήσει πίσω ό,τι τον χωρίζει από τους άλλους. Δεν νιώθει ότι έχει εχθρούς. Και την ίδια στιγμή διακατέχεται από μία διακριτικότητα. Δεν κάνει θόρυβο, αλλά είναι έτοιμος να βάλει πλάτη χωρίς να ζητά κάποτε ούτε και ένα «ευχαριστώ».  Και είναι εμφανές ότι έχουμε έλλειψη καλών ανθρώπων στους καιρούς μας, ίσως διότι οι άνθρωποι έχουμε αποθεώσει τον εγωκεντρισμό μας.
                Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι γιατί περιμένουμε να βρούμε καλούς ανθρώπους και δεν ξεκινούμε από εμάς. Να γίνουμε δηλαδή εμείς άνθρωποι της καλοσύνης και να ζήσουμε όλα αυτά τα ωραία χαρακτηριστικά που μας εμπνέουν κατά τα άλλα. Μία απάντηση μπορούμε να βρούμε στην αναφορά του ευαγγελιστή Ματθαίου για τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Υπεραγίας Θεοτόκου και προστάτη του παιδίου Ιησού. «Δίκαιος ων».
Έχει πολλές προεκτάσεις η λέξη «δίκαιος». Επειδή οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι κατ’  εικόνα Θεού, μας έχει δοθεί η δικαιοσύνη από τον Δημιουργό μας. Η εκκλησιαστική μας παράδοση την ονομάζει «αρχέγονο». Η προαίρεσή μας όμως, η ελευθερία μας, μάς κάνει να την απορρίπτουμε ως σημείο της σχέσης μας με τον Θεό και να την οδηγούμε προς την ανθρώπινη πλευρά, αυτήν της ισονομίας, της τιμωρίας για να επανέλθει η τάξη, αλλά και του αισθήματος ότι ο καθένας μας, εξαιτίας των χαρισμάτων του δικαιούται να έχει περισσότερα από τους άλλους και οι άλλοι να τον διακονούν. Τραβούμε λοιπόν την γραμμή της δικαιοσύνης κατά το συμφέρον μας. Την αμαυρώνουμε έτσι, όπως και όλα τα στοιχεία του κατ’  εικόνα και γι’ αυτό ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να μπορέσουμε να έχουμε επίγνωση ότι η δικαιοσύνη είναι στοιχείο και του καθ’  ομοίωσιν και ότι δεν είμαστε μόνοι μας σ’  αυτόν τον δρόμο. Άλλωστε ο δικός μας αμαυρωμένος τρόπος θέασής της, έχει όριο τον θάνατο. Γι’  αυτό και με ην παρουσία του Χριστού και της δικαιοσύνης ουκ έστιν όριο.
Καλούμαστε λοιπόν να ζήσουμε την δικαιοσύνη πρωτίστως στον τρόπο της ευσέβειας.  Ο δίκαιος σέβεται τον νόμο του Θεού και τον τηρεί. Κι ο νόμος είναι η αγάπη. Είναι ο διπλός προσανατολισμός τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον. Και η αγάπη είναι σταυρός. Δεν είναι ωραία λόγια, αλλά απόφαση να μιμηθούμε τον Θεό, που τόσο μας αγαπά ώστε να ενανθρωπίσει.
«Δίκαιος» σημαίνει αυτός που εξετάζει τι είναι σωστό και τι όχι και επιλέγει στην ζωή του να μην πέφτει στην παγίδα να κρίνει τα πράγματα μόνο με βάση την δική του πρώτη εκτίμηση. Ακούει. Σκέπτεται. Ρωτά. Υπολογίζει. Διαβλέπει τις συνθήκες μέσα στις οποίες γίνονται τα γεγονότα της ζωής, πορευόμαστε οι άνθρωποι, τους χαρακτήρες, τον σκοπό της όποιας πορείας με τους άλλους, τον τρόπο που λειτουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις και αποφασίζει όχι βιαστικά, αλλά με κριτήριο τι θα κάνει καλό και τι όχι ή τι θα κάνει περισσότερο καλό από ό,τι κακό.
«Δίκαιος»  σημαίνει αυτός που δεν τιμωρεί άμετρα. Δεν οδηγεί τον άλλον στην απόγνωση, αλλά με κριτήριο την αλήθεια, τον βοηθά να έλθει εις εαυτόν. Ο δίκαιος δεν χρησιμοποιεί την εξουσία υπέρ του, για να παρηγορηθεί επειδή οι άλλοι δεν τον υπολογίζουν. Χρησιμοποιεί την εξουσία για να δείξει τα όρια, χωρίς όμως να μηδενίσει τον άλλον. Γι’  αυτό και Ο Ιωσήφ, όταν διαπιστώνει ότι η Παναγία είναι έγκυος και γνωρίζει καλά ότι το παιδί δεν είναι δικό του, δεν σκέπτεται να την διαπομπεύσει διά του λιθοβολισμού ή του δημόσιου διασυρμού, όπως όριζε ο ιουδαϊκός νόμος, αλλά να διαλύσει τον αρραβώνα χωρίς επίσημη διαδικασία. Να της δώσει δηλαδή την ευκαιρία να ζήσει και να μεγαλώσει το παιδί της, χωρίς όμως να εξευτελισθεί και ο ίδιος. Ακολουθεί δηλαδή το όριο που ισορροπεί μεταξύ της ανθρώπινης δικαιοσύνης και της προσωπικής αγάπης και τρυφερότητας.
«Δίκαιος»  σημαίνει τελικά αυτός που συγχωρεί τον άλλον, όσο κι αν η συμπεριφορά του είναι προσβλητική. Συγχωρώ σημαίνει ότι θεωρώ πως ο Θεός επιτρέπει να συμβούν ορισμένα πράγματα στην ζωή μου, προς ταπείνωσίν μου, και δεν ανταποδίδω το κακό που μου γίνεται, αλλά προσπαθώ να προχωρήσω με αγάπη για τον πλησίον μου. Άλλωστε στην ίδια παγίδα μπορώ να πέσω κι εγώ και αυτό είναι εύκολο, διότι οι άνθρωποι πειραζόμαστε τόσο από τον λογισμό μας, όσο και από τον διάβολο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να δούμε καθαρά. Ο δίκαιος όμως έχει ως κριτήριο την καρδιά και όχι την ανταπόδοση που ζητά ο νους.
Γιατί όμως μας είναι δύσκολο να γίνουμε «δίκαιο», τουτέστιν άνθρωποι καλοσύνης;
Διότι θεωρούμε ότι είμαστε. Αντί να στρέφουμε τον προβληματισμό μας εντός μας, κοιτούμε τους άλλους και τους κρίνουμε. Αντί να ζητούμε με την προσευχή στον Θεό εμείς να γινόμαστε άνθρωποι της διακριτικότητας  και της αγάπης, επιλέγουμε να θέλουμε να επιβάλλουμε το σωστό στον κόσμο και να αρνούμαστε την ελευθερία του άλλου. Αντί να σκεφτόμαστε τα δικά μας λάθη, ασχολούμαστε συνεχώς με τα λάθη των άλλων. Και όταν ζητάς από τους άλλους, εύκολα θα απογοητευθείς.
Ο Ιωσήφ είναι ένα ουσιαστικά σιωπηλό πρόσωπο στην ιστορία της ενανθρώπισης. Αγαπά διακριτικά. Δεν βιάζεται να υλοποιήσει τον δίκαιο λογισμό του. Εμπιστεύεται τα μηνύματα του Θεού. Και είναι συνεχώς έτοιμος να αλλάξει την ζωή του χάριν της αγάπης προς το παιδίον Ιησούν. Να γίνει πρόσφυγας και ο ίδιος. Να συγχωρέσει, να προστατέψει, να αγαπήσει, να στηρίξει. Ας παραδειγματιστούμε κι ας ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας την εκζήτηση και τον αγώνα για καλοσύνη! Αυτήν του Θεού!

Κέρκυρα, 23 Δεκεμβρίου 2018

12/20/18

Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΡΑΤΑ




Μία αμερικάνικη εταιρεία ερευνών (PEW Research), σε πρόσφατη πανευρωπαϊκή της έρευνα, διαπίστωσε ότι οι Έλληνες είμαστε ο τέταρτος κατά σειράν θρησκευόμενος λαός στην Ευρώπη (49% του πληθυσμού), ότι το 38% εκκλησιάζεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ενώ το 29% προσεύχεται καθημερινά. Το 92 % είμαστε απολύτως ή σχεδόν βέβαιοι ότι υπάρχει Θεός! Όλα αυτά σε μία εποχή κατά την οποία υπάρχει αντι-θρησκευτική και αντι-εκκλησιαστική υστερία από ΜΜΕ, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, από διανοούμενους, από καλλιτέχνες, από ανθρώπους που  δεν διστάζουν να απορρίψουν την πίστη δημόσια. Την ίδια στιγμή συνεχίζεται η αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα σε σχολεία, με καθηγητές και δασκάλους οι οποίοι δεν διστάζουν να δηλητηριάζουν τους μαθητές με τις ιδέες τους, ευρισκόμενοι στην ασφάλεια της σχολικής τάξης και με τους γονείς παθητικά αδιάφορους.
Το ακόμη πιο παρήγορο είναι ότι σ’  αυτό το μεγάλο ποσοστό συμμετέχουν και οι νέοι, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους δεν έχουν ηττηθεί από την προπαγάνδα. Παρότι η εκκλησιαστική ζωή δεν είναι εύκολη για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν (γλώσσα, νηστεία, εγκράτεια στις σχέσεις, εκκλησιασμός στην μοναδική ημέρα που υπάρχει σχετική άνεση στο πρόγραμμα), εντούτοις οι νέοι κρατούν. Δεν είναι μόνο η οικογένεια που συντελεί. Είναι και η φωνή της παράδοσης, η οποία κάνει τους νέους να μην είναι ευκολόπιστοι σε προπαγάνδες, να θέλουν την αλήθεια, να νιώθουν ότι στην Εκκλησία υπάρχει τόπος και γι’  αυτούς, ακόμη κι αν δεν είναι δεδομένο το ξεβόλεμα των ταγών της από την ιδέα ότι επειδή «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», δεν χρειάζεται να γίνουν βήματα προσέγγισης προς τους ανθρώπους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι παρηγορητικά, δεν πρέπει όμως να λειτουργούνε αποπροσανατολιστικά. Είναι δεδομένο ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει λαούς, οικογένειες, πρόσωπα που παλεύουν να Τον γνωρίσουν και να ζήσουν κατά το θέλημά Του. Είναι εξίσου δεδομένο πως ό,τι σπέρνεται με πίστη, θα καρπίσει κάποια στιγμή. Από την άλλη δεν έχει νόημα αν νομίζουμε ότι επειδή αντέχει το μήνυμα της πίστης, δεν χρειάζεται αυθεντικότητα στην βίωσή του. Είναι πολλά εκείνα τα οποία χρειάζονται επαναπροσδιορισμό στην εκκλησιαστική πραγματικότητα. Η τέλεση των μυστηρίων, όταν χάνουν την ιεροπρέπειά τους και μεταβάλλονται σε κοινωνική εκδήλωση. Το κήρυγμα, όταν απέχει από την γλώσσα του σήμερα και γίνεται μία προτροπή ηθικής αλλαγής, χωρίς αγάπη και μετάνοια. Η ενοριακή κοινότητα, όταν δεν καλλιεργεί συνάντηση και σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα που την απαρτίζουν, αλλά μένει στο κλίμα της διατήρησης των εθίμων και του διασκορπισμού των ανθρώπων μετά την θεία λειτουργία ή της αντιμετώπισής τους ως οικονομικά ενισχυόντων τις ανάγκες των εμπερίστατων, χωρίς την βίωση του μυστηρίου της αγάπης. Η κατήχηση, όταν δεν γεννά παρέες, όταν χρησιμοποιεί μία ξύλινη γλώσσα, όταν είναι αποκομμένη από την σύνδεση με την πραγματικότητα της ζωής, ιδίως των νέων.
Είναι ο καιρός της Εκκλησίας! Είναι ο καιρός της αφύπνισης, του νέου ξεκινήματος. Η διδαχή και το βίωμα της Εκκλησίας να γίνει μεταμορφωτική πνοή για τον κόσμο μας. Θέλει δουλειά πολλή! Θέλει νέκρωση της ιδιοτέλειας, παιδεία για κλήρο και στελέχη, απόφαση να δοθούν χρήματα για υποδομές και ανοιχτό πνεύμα. Με μέτρο στην πρόσληψη του κόσμου, αλλά όχι με φοβία! Με άσκηση, αλλά και χαρά! Με το πρόσωπο του Χριστού ως αρχή και τέλος μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 19 Δεκεμβρίου 2018