9/1/20

ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥΣ;




Με αφορμή τον πρόσφατο αποσχηματισμό ενός διάσημου κοινωνικά κληρικού, αυτό που κατά κόρον γράφτηκε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης ήταν ότι βοήθησε πολλούς ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι. Δεν είναι αυτονόητο αυτό στους καιρούς του ατομοκεντρισμού. Οι περισσότεροι ασχολούμαστε με τον εαυτό μας, με τις δικές μας ανάγκες, δεν μοιραζόμαστε, δεν βγαίνουμε προς τα έξω, προς τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνο για να ικανοποιήσουμε φιλοδοξίες, για να προβάλουμε το ποιοι είμαστε. 
Αυτή η νοοτροπία υφίσταται και στην Εκκλησία. Πολλοί θεωρούν ότι ο χριστιανός πιστεύει για να σώσει την ψυχή του και είναι αρκετό να πηγαίνει στην Εκκλησία, να τηρεί τις βασικές εντολές στο ηθικό πεδίο και να μην κάνει κακό στον συνάνθρωπό του. Κάποιοι προχωρούν σε μία πιο συλλογική προσέγγιση: ο χριστιανός πρέπει να είναι ένας καλός άνθρωπος και η αποστολή του έχει να κάνει με το να δείχνει αυτή την καλοσύνη στους άλλους. Φτάνει αυτό όμως;
Είναι δείγμα απίστευτης πνευματικής πενίας, η οποία σε ό,τι αφορά την όρεξη της νεώτερης γενιάς για προβληματισμό συνοδεύεται από απογοήτευση σε σχέση με τις προοπτικές του μέλλοντος, η απάρνηση του συλλογικού οράματος. Το να γίνονται λοιπόν οι άνθρωποι καλύτεροι θεωρείται σήμερα μη αυτονόητο. Έτσι, όσοι βάζουν σκοπό της ζωής τους, μαζί με το ατομικό, να βοηθήσουν και ευρύτερα, ξεχωρίζουν. Στην πίστη όμως αυτό ούτε ήταν ούτε είναι ούτε θα είναι αρκετό. 
Ο χριστιανός δεν καλείται να είναι μόνο ένας καλός άνθρωπος. Καλείται να ζήσει την πίστη ως βάση νοήματος της ζωής και να μεταλαμπαδεύσει την πίστη στον Χριστό ως σκοπό όχι μόνο της δικής του, αλλά και της ζωής των άλλων. Η πίστη δεν είναι ένας ψυχολογικοποιημένος λόγος, ούτε συνταγές ευτυχίας. Ξεκινά από την σχέση με τον Χριστό. Από την ασκητική της Εκκλησίας, από το βίωμα της αγάπης, από την κοινωνία με τον Θεό που μας ενισχύει στις δυσκολίες της ζωής, ως την ωραία προσευχή “μη αποστρέψης το πρόσωπό σου από του παιδός σου ότι θλίβομαι. Ταχύ επάκουσόν μου”!
Προφανώς και η χριστιανική παράδοση προσφέρει λύσεις στην καθημερινότητα της ζωής μας, οι οποίες μπορούν να συναντήσουν την ανάγκη του ανθρώπου να διαλεχθεί με τις επιστήμες της ψυχικής υγείας, να κοιτάξει το σώμα του, να δει τι του λείπει και όσοι κάνουν έναν τέτοιον αγώνα δεν αφίστανται της πίστης. Ωστόσο, αν προτεραιότητα της ζωής μας δεν είναι ο Χριστός, τότε  το συνταγολόγιο γίνεται ψευδαίσθηση αυτάρκειας. Το πρόσωπο μετατρέπεται σε ένα είδος γκουρού, που ό,τι λέει ή ό,τι κάνει ταυτίζεται με ένα είδος “αλάθητου” και οι άνθρωποι συρρέουν σ’ αυτό συνήθως όχι για να αρχίσουν να παλεύουν στην ζωή τους να συναντήσουν τον Χριστό, αλλά για να λύσουν μαγικά τα προβλήματά τους. Αντίστοιχα συμβαίνει και με όσους θεοποιούν “γεροντάδες” ή “γερόντισσες” και λησμονούν ότι ο Χριστός είναι ο δρόμος. 
Δεν είμαστε του Κηφά, του Απολλώ, του Παύλου. Ο Χριστός μας καλεί την πίστη μας να την μοιραστούμε. Να μην απολυτοποιούμε την όποια πρόοδό μας μεθώντας από δόξα. Να έχουμε επίγνωση των παθών μας και μέτρο μετανοίας. Και οι άλλοι θα παίρνουν από το φως του Χριστού που έρχεται σε μας, για να φωτίζονται! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου 2020