Showing posts sorted by relevance for query Χριστούγεννα. Sort by date Show all posts
Showing posts sorted by relevance for query Χριστούγεννα. Sort by date Show all posts

12/22/13

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΟΡΙΣΤΙΚΑ

Χριστούγεννα: γιορτάζω για να αλλάξω οριστικά

Χριστούγεννα
(Μουσική, Στίχοι, Ερμηνεία Φοίβος Δεληβοριάς,  από το δίσκο  Ο καθρέφτης)

Χριστούγεννα
Δεν περιμένω όμως τίποτα πια, τον Αι Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά
Κι είν’ ένας πρώην Έλλην αριστερός, ένας θνητός
Με τ’ όνειρό του δίχως στέγη καμιά, και το ανοιξιάτικο κορίτσι
μαμά
Πλακώνεται απ’ τη συνταγή την παλιά, οι μυρωδιές θυμίζουν κάτι βαρύ
Κάποια πληγή, που απλώς δε θέλουμε ν’ ανοίξει ξανά
Χριστούγεννα
Τα πλεϊμομπίλ μου είν’ εξαιτίας μου κουτσά, σβησμένα στη σαμπάνια βεγγαλικά
Ίσως για κάποιους νά `ναι ακόμα γιορτή, μα ποιοι είν’ αυτοί;
Ζουν σε θερμοκοιτίδες ή σε χωριά;
Χριστούγεννα
Κι ό,τι αρχίζω μου πηγαίνει στραβά, πάντα με πάει σ’ ενός σταυρού τα καρφιά
Και πότε πότε τα καρφώνω κι εγώ, σε άλλον αμνό
Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θά `ναι ξανά
Χριστούγεννα
Κι εσύ τι θες απ’ τη ζωή μου ξανά; Με τα λαμπιόνια σου τα θανατερά
Και το φιλί σου πάντοτε αποδεκτό, πώς σε μισώ
Θες νά `σαι η ίδια και ν’ αλλάζω εγώ, με θες προσωπικό σου δημιουργό
Μη λες πως μοιάζω με τον Ντόναλντ εγώ
Λάμπω εγώ, μα μ’ ένα σπότλαϊτ που δε μου είναι αρκετό
Χριστούγεννα
Τι φταίω που αν λείπεις η ζωή μου διψά, το γαϊδουράκι της τραβάει αργά
Να βρει ένα πανδοχείο νυχτερινό, να `ναι ανοιχτό
Ή έστω μια φάτνη να χωράει το κενό
Χριστούγεννα
Χωρίς αυτά ο χρόνος δεν ξεκινά, βοσκούς μαζεύω, μάγους από μακριά
Γιορτάζω για ν’ αλλάξουμε οριστικά, χρόνια πολλά
Χωρίς να προσποιούμαι τίποτα πια

Ερμηνευτικά Σχόλια
Χριστούγεννα: ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια ενός σύγχρονου τραγουδοποιού, που με πικρό χιούμορ και εμβάθυνση στις ανθρώπινες σχέσεις, αποτυπώνει τη ζωή μας. Στέκεται απέναντι στα Χριστούγεννα και βλέπει το πώς τα γιορτάζουμε, ποια είναι η ζωή μας, πώς μπορούμε να δώσουμε στη γιορτή ένα αληθινό νόημα.
Δεν περιμένω όμως τίποτα πια: ο άνθρωπος δεν περιμένει τίποτε ιδιαίτερο από τον τρόπο της γιορτής, όπως τον ζούμε. Ψώνια, διασκέδαση, ξεκούραση, έθιμα, μία επιφανειακή εκδήλωση συναισθημάτων, χωρίς καμία εμβάθυνση στο νόημα της γιορτής. Και την ίδια στιγμή η αίσθηση του μάταιου, πως ό,τι κι αν κάνει κάποιος, η γιορτή δεν μπορεί να του δώσει αληθινό σκοπό στη ζωή.   
πρώην Έλληνας αριστερός: τα Χριστούγεννα είναι οικογενειακή γιορτή. Έτσι και ο τραγουδοποιός βλέπει την οικογένειά του που ζει τον συμβιβασμό στα όνειρά της.  Τα δώρα δεν τα φέρνει ο Αϊ Βασίλης, αλλά ο μπαμπάς του (απομυθοποίηση του τρόπου σκέψης της παιδικής ηλικίας, μαζί με την ίδια την παιδική ηλικία), ο οποίος είναι ένας «πρώην Έλληνας», διότι δεν ξέρει αν ανήκει στην Ευρώπη, στον ελληνικό τρόπο ζωής και σκέψης, στον παγκόσμιο τρόπο, στη Δύση ή στην Ανατολή, παντού και πουθενά, με το πλέον πιθανό να είναι πρώην Έλληνας σήμερα, δηλαδή αλλοτριωμένος από την σύγχυση ταυτότητας που ζει η πατρίδα και η κοινωνία μας. Είναι θνητός και όχι η αυθεντία, ο αθάνατος, ο σπουδαίος, ο ξεχωριστός, όπως νομίζουν τα παιδιά για τους μπαμπάδες του. Την ίδια στιγμή τα όνειρά του δεν βρίσκουν καμία στέγη, δεν έχουν πού να στεγαστούν, έχει παραιτηθεί από αυτά, τα κρατά μόνο για τον εαυτό του, δεν ελπίζει σε κάτι ουσιαστικό, έχει αρχίσει να γερνάει. Την ίδια στιγμή και η μαμά του έπαψε να είναι το «ανοιξιάτικο κορίτσι», αυτό που έχει νιάτα, φρεσκάδα, δροσιά και έγινε μία κυρία που γκρινιάζει με τις συνταγές του φαγητού και τις δουλειές του σπιτιού, ενώ οι μυρωδιές του σπιτιού, των καβγάδων, της ζωής θυμίζουν μια πληγή του παρελθόντος που δεν θέλει κανείς να θυμάται, δηλαδή λάθη ή φόβους ή τον θάνατο που έχει ρίξει τον φόβο του στις ψυχές μας. Σημείο κλειδί ο συμβιβασμός.  
τα πλέιμομπίλ μου είναι εξαιτίας μου κουτσά: ο τραγουδοποιός έχει παραιτηθεί από την παιδικότητά του. Παιδί είναι αυτό που μπορεί να παίξει, να χαρεί και να κρατήσει την καρδιά του φρέσκια. Αυτός –εξαιτίας μου- έχει μισοκαταστρέψει τα παιχνίδια του και τα κρατά μόνο ως μνήμη, γι’ αυτό είναι κουτσά. Την ίδια στιγμή η χλιδή να σβήνει τα βεγγαλικά με σαμπάνια μας δείχνει ότι σκοπός της ζωής του έγινε η απόκτηση και η σπατάλη υλικών αγαθών. Πώς να γιορτάσει κάποιος όταν σκέφτεται και λειτουργεί έτσι; Γι’ αυτό και θεωρεί πως οι μόνοι που μπορούν να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα είναι τα μωρά στις θερμοκοιτίδες, όσοι δηλαδή κρατούνε μία αθωότητα στην καρδιά, και όσοι βρίσκονται στα χωριά, δηλαδή οι απλοί και ταπεινοί στην καρδιά. Σημείο κλειδί η ζωή χωρίς παιδικότητα και απλότητα που έχουμε χάσει.
κι ό,τι αρχίζω μου πηγαίνει στραβά: εδώ επισημαίνει ότι έχει κάνει ως κέντρο της ζωής του τον εαυτό του και έχει αφήσει στην άκρη το Θεό και την πίστη σ’ Αυτόν. Ξεκινά μόνος του να πετύχει και αποτυγχάνει, ενώ ο ίδιος με τη ζωή του της αμαρτίας προσθέτει καρφιά στο Χριστό. Και όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και όλοι οι άνθρωποι και στο παρελθόν (πάντα) και στο μέλλον (θα είναι πάντα ξανά). Σημείο κλειδί η ζωή χωρίς Θεό που γίνεται μια ζωή αποτυχίας και αμαρτίας. 
Κι εσύ τι θες απ’ τη ζωή μου ξανά; Απόπειρα να βρει νόημα στον έρωτα, στη σχέση του με την κοπέλα που αγαπά. Κι εκεί όμως νιώθει να αποτυγχάνει. Αυτή είναι γεμάτη λαμπιόνια, δηλαδή στολισμένη, γκλαμουράτη, ξεχωριστή και την ίδια στιγμή «θανατερή», δηλαδή εγωκεντρική και σκληρόκαρδη. Το φιλί της, την αγάπη της το χρειάζεται, αλλά την ίδια στιγμή την μισεί, γιατί «θέλει να είναι πάντα η ίδια και να αλλάζει αυτός». Δεν σέβεται το πρόσωπό του, αλλά ζητά από τον ίδιο να αλλάξει για χάρη της, χωρίς όμως αυτό να λειτουργεί αμοιβαία. Παρόλα αυτά, τον θέλει προσωπικό της δημιουργό, ζητά από αυτόν να δημιουργήσει για χάρη της, να είναι ο καλλιτέχνης που θα γεννά αγάπη γι’ αυτήν και ομορφιά, θα της κάνει τις χάρες που χρειάζεται, όπως ο Ντόναλντ Ντακ στην Ντέζι του, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της ότι κι αυτός λάμπει, μόνο που είναι ένα προβολάκι που δεν είναι αρκετό για να φωτίσει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του. Αναζητεί το αληθινό του πρόσωπο, είναι παραδομένος σε μια σχέση που δεν τον βοηθά να γίνει αληθινός και να βρει την ταυτότητά του, παρότι νιώθει πως έχει δυνατότητες και χαρίσματα. Είναι παγιδευμένος. Σημείο κλειδί ο έρωτας που παγιδεύει τον άνθρωπο όταν δεν τον βοηθά να βγάλει το αληθινό του πρόσωπο αλλά τον εγκλωβίζει στον εγωισμό και στην πρόσκαιρη ικανοποίηση. 
Αν λείπεις η ζωή μου διψά: Απέναντι στη γιορτή ο τραγουδοποιός νιώθει πως η ζωή του διψά από νόημα, αγάπη, ταυτότητα, αλήθεια, γιατί λείπει ο Χριστός. Έτσι ψάχνει όπως η Παναγία, με υπομονή στο γαϊδουράκι της, ένα πανδοχείο ή έστω μια φάτνη, τον κόσμο ή την Εκκλησία ή μια γωνιά κρυμμένη, έναν άνθρωπο, κάπου που να μπορεί να χωρέσει το κενό του, για να το θεραπεύσει, να το γεμίσει. Σημείο κλειδί η αναζήτηση του νοήματος και της ελπίδας στον κόσμο ή στην Εκκλησία, όπου μπορεί το κενό μας να χωρέσει.
Γιορτάζω για ν ’αλλάξουμε οριστικά: Πήρε την απόφασή του. Μαζεύει όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να συναντήσει το Θεό, είτε ως απλός και ταπεινός βοσκός, είτε ως σοφός και επιστήμονας μάγος, με καρδιά και μυαλό, λέει «χρόνια πολλά» και το εννοεί και την ίδια στιγμή αποφασίζει να γιορτάσει για να αλλάξει οριστικά, να μετανοήσει για την προτέρα ζωή του και να γίνει αληθινός, χωρίς προσποίηση, ψέμα και υποκρισία. Στους αληθινούς ανθρώπους αναπαύεται ο Θεός. Όχι στους δήθεν. Στους αληθινούς γεννιέται ο Χριστός. Αυτούς που έχουν αποφασίσει να δούνε τι αξίζει αληθινά στη ζωή. Για μας είναι η πίστη και η αγάπη. Εκεί βρίσκεται και το νόημα της γιορτής, χωρίς την οποία ο χρόνος για τον ουρανό, για την Ανάσταση δεν ξεκινά.  Σημεία κλειδιά η γιορτή, η αλλαγή και η αλήθεια, με το Χριστό μαζί.   

Β.Γιορτάζουμε αληθινά Χριστούγεννα 
Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε θεωρεί τα Χριστούγεννα σημαντικά. Τα έχει μετατρέψει από γιορτή χαράς για το «δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός», για το ότι ο Θεός αγαπά τον κάθε άνθρωπο προσωπικά και την ανθρωπότητα ζητώντας την να της δώσει νόημα ζωής που νικά τον θάνατο, δια της σχέσης μαζί Του, της αγάπης, της αλήθειας, της μετάνοιας, σε γιορτή εμπορίου. Τραγούδια, αγορές, στολισμοί, διακοπές, ξεκούραση, ταξίδια, γλέντι, ρεβεγιόν, Christmas eve, έρωτες, παιδικότητα, συναισθήματα, αποτελούν τα σημεία κλειδιά της γιορτής για τους πολλούς. Ακόμη και ο εκκλησιασμός έχει περιοριστεί στον απολύτως απαραίτητο: τον σχολικό. Οι περισσότεροι μεγάλοι αποφεύγουν την Εκκλησία. Γι’ αυτό και τελικά από τα Χριστούγεννα απουσιάζει ο αληθινός πρωταγωνιστής τους, ο Χριστός.
Αυτού του είδους τα Χριστούγεννα κρατούνε μία επιφανειακή ομορφιά. Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτήν όσο μένουμε σ’ αυτόν τον κόσμο και γι’ αυτό δεν έχει νόημα να τα απορρίψουμε και αυτόν τον τρόπο εορτασμού. Όμως τα Χριστούγεννα μας δίνονται για να αλλάξουμε. Να αφήσουμε το Χριστό να γεννηθεί στις καρδιές μας. Να μας αναπλάσει ως ανθρώπινο γένος. Να μας ξαναδημιουργήσει ως υπάρξεις που πιστεύουμε, ελπίζουμε, αγαπούμε, που χωρίς να εγκαταλείπουμε τον κόσμο, ξεχωρίζουμε από την λογική της εμπορευματοποίησης, της κάλυψης των υλικών αναγκών και των αισθήσεων. Αυτό είναι μία διαφορετική στάση ζωής, η οποία προϋποθέτει την αποτίναξη του ζυγού της αμαρτίας. Και για να έρθει αυτό, δηλαδή η απόφαση να μην αφήνουμε το κακό να μπαίνει στις καρδιές μας, στη σχέση μας με το Θεό και τον συνάνθρωπο, υψώνοντας «μεσότοιχον φραγμού», δηλαδή έναν τοίχο που μπαίνει ανάμεσα σε όσους θα μπορούσαμε να αγαπήσουμε και να μας αγαπήσουν και που δεν είναι άλλος από το «εγώ» μας που γίνεται φραγμός, φράχτης και σύνορο την ίδια στιγμή, χρειαζόμαστε τον ίδιο το Χριστό να γεννηθεί στις καρδιές μας. Γι’ αυτό και νηστεύουμε. Προσευχόμαστε. Ασκούμε τον εαυτό μας. Και πρωτίστως, κοινωνούμε. Έτσι, Χριστούγεννα χωρίς εκκλησία, χωρίς πίστη, χωρίς αγάπη, χωρίς φιλανθρωπία δεν έχουν νόημα.
Τα Χριστούγεννα είναι για όλους μας, μικρότερους και μεγαλύτερους, η ευκαιρία να ξαναβρούμε την αληθινή μας ταυτότητα. Ότι είμαστε παιδιά του Θεού και ο ίδιος ο Θεός έγινε παιδί για να είναι ένας από εμάς. Για να ξεκινήσει επικεφαλής όλων μας το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου και της ζωής: τη χαρά να είμαστε μέλη της οικογένειας που είναι η Εκκλησία και να ακολουθούμε μία ζωή αληθινή, χωρίς να προσποιούμαστε και χωρίς να φοβόμαστε.
Χριστούγεννα με Χριστό. Γιορτάζουμε για να αλλάξουμε οριστικά! 

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  12              

21.12.2013

12/21/15

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


            Ποιο είναι το νόημα των Χριστουγέννων; 
           Όταν μία γιορτή έρχεται από τα βάθη των αιώνων η δύναμη της συνήθειας είναι αυτή που της δίνει δυναμική, διότι όλοι θέλουν να τη γιορτάσουν, αλλά και της τρώει την ικμάδα, διότι δεν είναι εύκολο να της δοθεί το περιεχόμενο που θα την καταστήσει όχι ξεχωριστή απλώς  στον χρόνο, αλλά για τον καθέναν άνθρωπο. Πάντοτε, βεβαίως, τα Χριστούγεννα είναι ξεχωριστά για τα παιδιά. Διακοπές από το σχολείο, έθιμα και παραδόσεις, όπως τα κάλαντα, τα δώρα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, η έξοδος την παραμονή, οι αγορές, παρότι περιορισμένες λόγω της κρίσης. Αλλά και η θύμηση ορισμένων ωραίων ιστοριών, όπως αυτή με το κοριτσάκι που ονειρεύεται μέσα από τα σπίρτα του ή τον πλούσιο μοναχικό γερο- τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρούτζ που συναντά τα τρία φαντάσματα, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός του ή τους δικούς μας καλικάντζαρους, που πριονίζουν το δέντρο της γης.
          Τα Χριστούγεννα είναι ξεχωριστά για τις πόλεις. Μεγάλα δέντρα, φάτνες, φωτισμοί και λαμπιόνια, εκδηλώσεις, συναυλίες, παραστάσεις. Απόπειρα η γιορτή να συνδυασθεί με τον πολιτισμό. Με τον στολισμό. Με μία διάθεση να αλλάξουμε τα χρώματα της ζωής μας. Απόπειρα η γιορτή να συνδυαστεί με ταξίδια για να γνωρίσουμε τον κόσμο. Να επισκεφθούμε τουριστικά θέρετρα και άλλες χώρες, για να ζήσουμε διαφορετικά Χριστούγεννα. Λες και η γιορτή δεν είναι πρωτίστως τρόπος, αλλά περιορίζεται το νόημά της στον τόπο.
Την ίδια στιγμή εκκλήσεις για φιλανθρωπία ακούγονται παντού. Να φάει χριστουγεννιάτικα και ο φτωχός και ο μόνος. Να μη στερηθεί έστω αυτή την πρόσκαιρη χαρά της γιορτής αυτός που δυσκολεύεται. Και οι άνθρωποι, σα να έχουμε ενοχές διότι τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχει συνάνθρωπος, προσπαθούμε να αναπληρώσουμε το χαμένο έδαφος των ελλιπών σχέσεων τις ημέρες των γιορτών. Και τραγούδια χριστουγεννιάτικα, παιδικά, εφηβικά, με κριτήριο χαμένες αγάπες.
Και ο Χριστός πού;
Τα Χριστούγεννα σήμερα έπαψαν να είναι ελληνικά. Να έχουν το χαρακτήρα του εκκλησιασμού, της μετοχής στη θεία κοινωνία, της αγάπης που δεν είναι υποκριτική, αλλά γνήσια και συνεχής. Της παρουσίας του νεογέννητου Χριστού στις καρδιές. Της αξιοποίησης των  εθίμων και των παραδόσεων, μόνο που αυτά στρέφονταν γύρω από την οικογένεια. Η οικογένεια πήγαινε εκκλησία. Η οικογένεια μαζεύονταν γύρω από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η οικογένεια ήταν ανοιχτή στους φίλους και τις ημέρες των Χριστουγέννων φιλοξενούσε. Όσοι ζούσαν στις μεγάλες πόλεις επέστρεφαν στα χωριά τους για να κάνουν Χριστούγεννα με τους δικούς τους. Ακόμη και οι ναυτικοί γύριζαν πίσω. Νοσταλγία του σπιτιού. Και τραγούδια, κάλαντα, ανοιχτές πόρτες, με γενναιοδωρία για τα παιδιά. Και η αίσθηση του καινούργιου. Από τα ρούχα και τα παπούτσια μέχρι τις καρδιές των ανθρώπων. Γιατί τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν από τον Χριστό και πήγαιναν στον άνθρωπο.
Δεν είναι εύκολο να ξαναγυρίσουμε στο παρελθόν. Ο χρόνος πορεύεται παράλληλα με μας, γελάει με τις όποιες απόπειρές μας να ξαναγυρίσουμε πίσω. Γελάει ακόμη με την αίσθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον ρου των Χριστουγέννων αναφορικά με το κομμάτι της επιστροφής στην οικογένεια, την επανεύρεση μιας αυθεντικής κοινωνικότητας, αυτής της ελληνορθόδοξης παράδοσης, εφόσον δεν αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και ζωής μας. Αν δεν καταλάβουμε ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να μας δώσει την ευκαιρία να δούμε ότι πρώτα είναι ο Θεός, η πίστη, η αγάπη. Έγινε άνθρωπος για να μας βοηθήσει να παραιτηθούμε από το να θεωρούμε ότι τα πάντα έχουν να κάνουν με τα δικαιώματά μας, από  το να κάνουμε τον εαυτό μας θεό, από το να συνεχίζουμε την πορεία μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι Εκείνος είναι παρών. Έγινε άνθρωπος για να μας βοηθήσει να συναντηθούμε με κριτήριο την αγάπη για τον συνάνθρωπό μας, ακόμη κι αν αυτός μας πληγώνει. Για να μας βοηθήσει να γίνουμε απλοί όπως οι βοσκοί και ταπεινοί όπως οι Μάγοι και πρόθυμοι να μείνουμε μαζί Του όπως ο Ιωσήφ. Πρωτίστως όμως να μοιάσουμε την Παναγία μας, προσφέροντάς Του την υπακοή μας και τον εαυτό μας, με τα σωστά και τα λάθη του, ως αντίδωρο για να μας αγιάσει.
Ελληνικά Χριστούγεννα. Από την μιά κάθε γωνιά της πατρίδας μας έχει τα έθιμά της.   Το χριστόψωμο στην Κρήτη, η κουλούρα της Ζακύνθου, το τάισμα της βρύσης στην Κεντρική Ελλάδα, το πάντρεμα της φωτιάς στην Έδεσσα, τα χριστόξυλα στη Μακεδονία, το στεφάνι στην πόρτα, τα γλυκά, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το καράβι, τα κάλαντα, το φαγητό, τα συναισθήματα.  Κατάλοιπα μιας εποχής στην οποία τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν από τον ναό και συνεχίζονταν στα σπίτια και τις καρδιές. Αυτά τα Χριστούγεννα, με τον Χριστό, μπορούν να ξαναζήσουν πρώτα αυτοί που είναι νήπιοι στην κακία, τα παιδιά και οι νέοι, αλλά και όσοι μεγάλοι θέλουμε η παράδοσή μας να μείνει ζωντανή, όχι μόνο στις εξωτερικές εκδηλώσεις της, αλλά, κυρίως, στο πνευματικό της περιεχόμενο. Αυτό δηλαδή που νικά τον Χρόνο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δείτε το οπτικοποιημένο στο

   

12/22/20

ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΤΕ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΤΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ;


Στην αγωνία της πανδημίας, στην οποία ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι νιώθουμε ανασφάλεια, έρχεται και πάλι η Μητρόπολη των εορτών, η Γέννηση του Χριστού, να μας χτυπήσει την πόρτα. Αυτονόητα τα όχι σε ρεβεγιόν, αγορές, τραγούδια, φαγητό, διασκέδαση. Έχει κουράσει μία μόνιμη υπενθύμιση της Εκκλησίας για Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Ο δυτικός κόσμος τα έχει μετατρέψει είτε σε χριστουγεννιάτικες ιστορίες αγάπης και αλληλεγγύης προς τους φτωχούς, είτε σε ρομαντικές ταινίες και σειρές από τα συνδρομητικά και διαδικτυακά κανάλια, έτσι  για να μπούμε στο πνεύμα των Χριστουγέννων. Φέτος καταργήθηκαν και οι σχολικές γιορτές της τελευταίας ημέρας διδασκαλίας και ησυχάσαμε. Άντε να χτυπήσει η καμπάνα για τους λίγους τυχερούς και να ακούσουμε το μονότονο ευχολόγιο πολιτικών, εκκλησιαστικών, στρατιωτικών και άλλων αρχών, με την γλώσσα που ξέρει να επαναλαμβάνεται, για να μην την θυμάται κανείς.

Δεν κουραστήκατε να γιορτάζετε Χριστούγεννα; 

Ας ρωτήσουμε τις καρδιές μας αυτό το διάστημα αν η απάντηση μπορεί να είναι όχι. Παιδιά του δυτικού κόσμου όλοι μας, ας πάψουμε να προσποιούμαστε ότι μας λείπει το νόημα των Χριστουγέννων. Δεν το αναζητούμε άλλωστε, γιατί το έχουμε ως παράδοση και συνήθεια, αντιμετωπίζουμε χωρίς ενοχές την γιορτή ως μία στάση στο πανδοχείο του χρόνου για να θυμηθούμε την παιδική μας ηλικία, να ξεκουραστούμε, να εκκλησιαστούμε ίσως αφού νηστέψουμε, γιατί όχι, να κοινωνήσουμε, αλλά δεν θα μείνουμε στην γιορτή καθαυτή. 

Αν θέλουμε να το παλέψουμε πραγματικά, θα διαπιστώσουμε ότι ο Χριστός δεν είναι το κέντρο μας. Ούτε ο ίδιος πιθανόν να το ήθελε, γιατί θα φρόντιζε η γέννα Του να κάνει εντύπωση. Αντίθετα, γεννήθηκε ταπεινά και σιωπηλά, εκτός του συστήματος της ανθρώπινης καθημερινότητας, δίπλα από κλειστά σπίτια και καρδιές στον κόσμο τους. Και επιμένει να γεννιέται χωρίς θόρυβο, παρότι τον καλούμε ως τυπικό πρωταγωνιστή της γιορτής. Πόσοι από μας ρίχνουμε την ματιά της καρδιάς μας στην φάτνη που στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο; Ψηλό, χαρούμενο, με τις γιρλάντες, τα λαμπιόνια και τις μπάλες, με το αστέρι στην κορυφή να ομορφαίνει τον χώρο. Και στα ΄πόδια του το αποτύπωμα της γέννας, που όταν τελειώσουν οι γιορτές θα το ξαναβάλουμε στην αποθήκη. 

Κουραστήκαμε να γιορτάζουμε τα ίδια Χριστούγεννα γιατί δεν σκεφτήκαμε ότι υπάρχουν κι αλλιώτικα. Υπάρχουν τα Χριστούγεννα ενός κόσμου που αναζητά απάντηση στο “γιατί;” του θανάτου. Τα Χριστούγεννα του “γιατί;” της κοινωνικής αδικίας. ΤΤου “γιατί;” ο άνθρωπος να είναι μόνο ό,τι τρώει. Του “γιατί;” να μην μπορώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Του “γιατί;’ της ανάγκης για έναν Θεό όμοιο με μας. Του “γιατί;” να μην μπορώ να συγχωρήσω και να συγχωρεθώ. Τα Χριστούγεννα του να νιώσω ότι ο Θεός με αγαπά, ώστε να γίνει άνθρωπος για να μου δώσει όλες αυτές τις απαντήσεις κι ας μην τον πιστέψω.

Τα Χριστούγεννα της πανδημίας μου δίνουν την αφορμή να αφήσω πίσω τα όσα Χριστούγεννα με κούρασαν με τον τρόπο που τα έζησα. Δεν με νοιάζει αν οι άλλοι δεν τα έχουν ή δείχνουν ότι δεν τα έχουν βαρεθεί. Καιρός μου να κατεβώ από τα ψηλά του δέντρου εκεί στην φάτνη. Να συλλογιστώ ότι φτάνει η κακία, φτάνει η αναζήτηση λύσεων, φτάνει η περηφάνεια για όσα έχω. Κατεβαίνω, κοιτάζω, εμπιστεύομαι, βάζω αρχή μετανοίας και αγάπης και ελπίζω ότι θα μου χαμογελάσει όντας μαζί μου σε μιαν άλλη γιορτή!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”

Στο φύλλο της Τετάρτης 23 Δεκεμβρίου 2020

12/28/23

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 127-  ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ”, μτφρ. Μαρία Μπλάνα, εκδόσεις ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ

 

Σε ρεπορτάζ αθηναϊκής εφημερίδας («Κ» της «Καθημερινής της Κυριακής» 24 Δεκεμβρίου 2024)  τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα: τι έχει να πει η γιορτή των Χριστουγέννων στους νέους της γενιάς Ζ, σ’ αυτούς δηλαδή που έχουν γεννηθεί την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Η απάντηση μπορεί να προκαλέσει έκπληξη, ωστόσο για όσους συναναστρέφονται τη γενιά αυτή, είναι μάλλον αναμενόμενη. Τα Χριστούγεννα ως γεγονός είναι μία αδιάφορη πραγματικότητα. Κάπως συγκινούν οι διακοπές και τα δώρα, ελάχιστα η πίστη στον Χριστό και στην παράδοση. Ένα ποσοστό περίπου 39% δηλώνει άθρησκο, άθεο ή θρησκευτικά αδιάφορο και γι’ αυτό δεν θα εκκλησιαστεί. Αντίστοιχα, ένα μεγάλο ποσοστό έχει πάψει να βλέπει τηλεόραση, όπως επίσης και οι γονείς των νέων αυτών, με αποτέλεσμα και οι χριστουγεννιάτικες σειρές και ταινίες, οι οποίες δημιουργούν μια επαφή με τοπ «πνεύμα των Χριστουγέννων» να μην παρακολουθούνται. Απομένει στο σχολείο για τους μικρότερους, με τις γιορτές την τελευταία ημέρα πριν τις διακοπές, κάποιος εκκλησιασμός, όπου γίνεται, τα κάλαντα την παραμονή και το ρεβεγιόν, δηλαδή το ξενύχτι το διήμερο της αργίας, 24 προς 25 και 25 προς 26 Δεκεμβρίου. Και η ζωή συνεχίζεται.

Στον χώρο της λογοτεχνίας τον 19ο αιώνα δέσποζαν δύο μεγάλες μορφές που ασχολήθηκαν με τα Χριστούγεννα. Ο δικός μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, η γλώσσα του οποίου σήμερα είναι για τους πολλούς, νεώτερους και μεγαλύτερους, δυσκατάληπτη, και ο κλασικός Δυτικός συγγραφέας Κάρολος Ντίκενς.  Ο Ντίκενς έγραψε την περίφημη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», με τον Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο οποίος θα δεχθεί την επίσκεψη του πνεύματος του συνεταίρου του Μάρλεϊ και θα ταξιδέψει σε άλλα τρία πνεύματα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον του, για να νιώσει τι σημαίνει η μοναξιά σε όλες της τις διαστάσεις και να κατανοήσει ότι δεν είναι τα χρήματα αυτά που φέρνουν την ευτυχία. Το διήγημα έγινε μεγάλη επιτυχία μέσα από τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και ενέπνευσε και τον Γουώλτ Ντίσνεϊ να δημιουργήσει τον ήρωά του Σκρουτζ Μακ Ντακ, σε άλλη όμως προοπτική. Ο Ντίκενς όμως δεν έγραψε μόνο αυτό το διήγημα, αλλά και άλλα που αναφέρονται στα Χριστούγεννα.

Μια τέτοια σειρά κυκλοφορείται από τις εκδόσεις «Περισπωμένη», σε μετάφραση της Μαρίας Σ. Μπλάνα, με δύο σχέδια της Μυρτώς Παπαδημητράκη. Το πρώτο διήγημα της συλλογής επιγράφεται «Μια Χριστουγεννιάτικη Γιορτή» (1835), στο οποίο ουσιαστικά ο Ντίκενς, λειτουργώντας ως προφήτης, περιγράφει τον κόσμο σχεδόν 200 χρόνια μετά: «Χριστούγεννα! Μόνο ένας μισάνθρωπος δεν θα ‘νιωθε να ξυπνούν στην καρδιά του αισθήματα χαράς- και στο μυαλό του σκέψεις γιορτινές-κάθε που φτάνουν, ξανά, τα Χριστούγεννα. Κάποιοι θα σας πουν πως τα Χριστούγεννα δεν είναι πια γι’  αυτούς ό,τι ήταν κάποτε. Πώς, χρόνο με τον χρόνο, τα Χριστούγεννα χάνουν κάτι από την ελπίδα που φυλάγαμε στην καρδιά ή τη χαρά που μέλλει να ‘ρθει, λες κι έχουν ξεθωριάσει, λες κι έχουν σβήσει αυτά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Θα σας πουν ακόμα πως το παρόν τίποτε άλλο δεν κάνει παρά να τους θυμίζει αυτά που κάποτε είχαν και έχασαν, όλα αυτά που τους ζορίζουν και τους περιορίζουν- τα φαγοπότια που κάποτε έδιναν για φίλους, που αποδείχθηκε πως δεν άξιζαν και τα παγωμένα βλέμματα που συναντούν τώρα, που τους έτυχαν αναποδιές και κακουχίες. Τι να τις κάνεις τούτες τις θλιβερές αναμνήσεις; Υπάρχουν όμως κι ορισμένοι άνθρωποι που έχουν ζήσει αρκετά σ’ αυτόν τον κόσμο και που δεν κάνουν τέτοιες σκέψεις καμία μέρα του χρόνου. Επομένως, γιατί να επιλέξεις την πιο χαρούμενη από τις τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες του χρόνου για να κάνεις τέτοιες στενάχωρες σκέψεις, αντί να τραβήξεις την καρέκλα σου πλάι στο τζάκι, να γεμίσεις το ποτήρι σου και να πιάσεις κι εσύ το τραγούδι- και, αν το σπίτι σου είναι μικρότερο απ’ ό,τι ήταν δέκα χρόνια πριν, και, αν το ποτήρι σου είναι γεμάτο με άγευστο πάντς αντί καλό κρασί, χαμογέλασε, άδειασέ το μονορούφι και ξαναγέμισέ το, διασκέδασε μ’ εκείνον τον παλιό σκοπό που τραγούδαγες κάποτε, κι ευχαρίστησε τον Θεό που δεν είσαι χειρότερα... Καλοσυνάτες καρδιές που ήθελαν να σμίξουν, μα δεν το έκαναν, από αυταπάτες περηφάνιας και εγωισμού, ενώνονται ξανά, κι όλα είναι αγάπη και καλοσύνη. Αχ και να κρατούσαν τα Χριστούγεννα όλο τον χρόνο (όπως και θα’ πρεπε!)! Αχ και να έλειπαν οι προκαταλήψεις και τα πάθη που χαλούν την καλή μας πλευρά και που θα ‘πρεπε να μας είναι ξένες!». Κλειδί για τον συγγραφέα η οικογένεια και η μάζωξη των μελών της. Αυτό που λείπει από τους καιρούς μας.

Το δεύτερο διήγημα της συλλογής επιγράφεται «Ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο» (1850). Ο Ντίκενς περιγράφει το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του ως «την γλαφυρότερη ανάμνηση όλων μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο της δικής μας παιδικής  ηλικίας, μέσω του οποίου σκαρφαλώσαμε στην πραγματικότητα» (σ. 25). Ο συγγραφέας αναπολεί, κοιτώντας τα στολίδια του δέντρου τα παιχνίδια και τα παραμύθια της παιδικής του ηλικίας, τα απτά και τα αφηγημένα, αλλά δεν ξεχνά ότι πίσω από όλα βρίσκεται η πίστη στον Χριστό. «Ένας άγγελος μιλά σε κάποιους βοσκούς σ’ ένα χωράφι. Κάποιοι ταξιδιώτες, με το βλέμμα ψηλά, ακολουθούν ένα αστέρι. Ένα μωρό σε μια φάτνη. Ένα παιδί σ’  έναν ευρύχωρο ναό μιλά με τους ραβίνους. Μια ιερή φιγούρα με γαλήνιο, όμορφο πρόσωπο ανασταίνει ένα νεκρό κορίτσι. Κι ύστερα, πλάι στις πύλες της πόλης, καλεί πίσω στη ζωή τον γιο της χήρας. Πλήθος άνθρωποι κοιτούν, σκαρφαλωμένοι στους τοίχους της εσωτερικής αυλής όπου κάθεται Εκείνος, και κάποιοι κατεβάζουν με σχοινιά ένα κρεβάτι όπου κείτεται ένας άρρωστος άνθρωπος. Και πάλι Εκείνος, που περπατά πάνω στο νερό προς μια βαρκούλα μέσα στην καταιγίδα. Κι ύστερα, σε μια ακτή, μιλά σ’ ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Και πάλι Εκείνος, μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, και γύρω του πολλά ακόμα παιδιά. Εκείνος, να δίνει φως στους τυφλούς, φωνή στους άλαλους, ακοή στους κωφούς, υγείας στους αρρώστους, δύναμη στους ανάπηρους, γνώση στους αδαείς. Εκείνος, να πεθαίνει επάνω στον Σταυρό, φρουρούμενος, ενώ ξεσπά μπόρα και σκοτεινιά και η γη τρέμει, κι ακούγεται μόνο μία φωνή: Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (σσ. 37-38). Κλειδί η πίστη στην παιδική ψυχή και, ταυτόχρονα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο ψίθυρος του Χριστού που ακούγεται ανάμεσα στα φύλλα του δέντρου: « Όλα ετούτα, εις ανάμνησιν του νόμου της αγάπης και της καλοσύνης, της συμπόνιας και της ευσπλαχνίας. Όλα ετούτα, εις ανάμνησιν Εμού!» (σ. 51).

Το τρίτο διήγημα επιγράφεται «Τι σημαίνουν τα Χριστούγεννα όσο μεγαλώνουμε» (1851). Ο Ντίκενς μας αφυπνίζει: «Το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι το πνεύμα της θετικής χρησιμότητας, της επιμονής, της χαρωπής αποδέσμευσής μας από τη δουλειά, της μεγαλοψυχίας και της ανεκτικότητας. Ειδικά σ’  αυτές τις αρετές είναι που μπορούμε, ή θα έπρεπε, να βρούμε τη δύναμη να αντισταθμίσουμε τα απραγματοποίητα οράματα της νεότητας. Γιατί ποιος μπορεί να πει πως δεν μας δίδαξαν, αυτά τα οράματα, πώς ν’ αντιμετωπίζουμε νηφάλια ακόμα και ό,τι είναι ανεπαίσθητα ανύπαρκτο σ’  αυτήν τη γη; Επομένως, όσο μεγαλώνουμε, ας είμαστε περισσότερο ευγνώμονες που ο κύκλος των χριστουγεννιάτικων  αναφορών μας και των μαθημάτων που μας δίνουν επεκτείνεται!» (σ. 57) Οι αναμνήσεις για τον Ντίκενς πρέπει να μας δίνουν «θάρρος παρήγορο! Είναι κομμάτι της ζωής και του ιαματικού χρόνου, που ανακουφίζει και γαληνεύει την ψυχή. Και της ιστορίας που ενώνει ξανά, ακόμα και πάνω σε τούτη τη γη, ζωντανούς και νεκρούς. Και της αστείρευτης μεγαλοσύνης και φιλανθρωπίας, που τόσοι και τόσοι άνθρωποι προσπάθησαν να ευτελίσουν» (σ. 62).

Το τέταρτο διήγημα επιγράφεται «Η ιστορία του φτωχού συγγενή»» (1851) και ο Ντίκενς αφηγείται μέσα από τα λόγια του ήρωά του Μάικλ την ιστορία της ζωής του που αυτός, ο φτωχός συγγενής, θα ήθελε να έχει, αφήνοντας πίσω μας ένα γλυκόπικρο σχόλιο για τον κόσμο στον οποίο δεσπόζει το χρήμα, η καταγωγή, οι κοινωνικές ανισότητες, η αδυναμία των ανθρώπων να προτάξουν την αγάπη.

Το πέμπτο διήγημα επιγράφεται «Η ιστορία του παιδιού» (1852), και στηρίζεται στη μνήμη με την οποία ο άνθρωπος νικά τον χρόνο και τον θάνατο, όταν αυτή συνδυάζεται με την αγάπη, τις σχέσεις με τους ανθρώπους, την κοινωνία των προσώπων.

Το έκτο διήγημα επιγράφεται «Η ιστορία του μαθητή» (1853). Ο Ντίκενς διηγείται την ιστορία του Τσίζμαν, ο οποίος ήρθε από μικρό παιδί σε ένα οικοτροφείο της εποχής και έγινε καθηγητής των Λατινικών. Η φτώχεια ήταν το χαρακτηριστικό της ζωής του στο οικοτροφείο. Η μοναξιά. Το ότι δεν μπορούσε να πάει κάπου διακοπές. Όμως και η καλοσύνη και η αγάπη του τον έκαναν να αντέχει. Ακόμη και ο διορισμός του σε καθηγητή των Λατινικών προκάλεσε την οργή των συνομηλίκων του. Η μόνη που του συμπαραστάθηκε ήταν η οικονόμος Τζέην, η οποία υπέστη αντίστοιχο bullying με τον Τσίζμαν μόνο και μόνο διότι διάλεξε να τον στηρίξει. Κι όταν ο Τσίζμαν έγινε κατά αναπάντεχο τρόπο πλούσιος, αντί να εκδικηθεί όσους τον κακομεταχειρίστηκαν , επέδειξε ταπεινότητα, συγχωρητικότητα και αγάπη, κάνοντας τους σκληρόκαρδους να ντροπιαστούν. Ο Τσίζμαν θα παντρευτεί την Τζέην και το κακό θα συντριβεί, όπου υπάρχουν οι αρετές.

Το έβδομο διήγημα είναι "Η ιστορία του κανένα" (1853) και αναφέρεται σε έναν ασήμαντο άνθρωπο, ο οποίος όμως πρόλαβε στη ζωή του να νικήσει τον εαυτό του και τις δυσκολίες της μοναξιάς, της εκμετάλλευσης και της κακίας και έφυγε χωρίς να προκαλέσει κακό σε κανέναν. Αυτός ο κανένας στην πραγματικότητα είναι η ιστορία του κάθε αφανούς που όμως αποτελεί τον κόσμο. Στην πίστη είναι ο κάθε πλησίον, τον οποίο λησμονούμε.

Το όγδοο και τελευταίο διήγημα είναι «Οι επτά φτωχοί ταξιδιώτες σε τρία κεφάλαια» (1854-1867) και περιγράφει την ιστορία έξι ουσιαστικά ταξιδιωτών και του αφηγητή, οι οποίοι έρχονται να μείνουν σε ένα Φιλανθρωπικό Ίδρυμα στην παλιά πόλη του Ρότσεστερ, αγαπημένου τόπου του Ντίκενς. Ο αφηγητής θα βρεθεί στο Ίδρυμα-πανδοχείο την παραμονή των Χριστουγέννων και εκεί θα καθίσει με την παρέα των άλλων έξι: ένας που έχει σχέση με τη ναυπηγική, ένα ναυτάκι, ένας αξιοπρεπής φτωχός, ένας ξένος στην καταγωγή αλλά Βρετανός στη γλώσσα που παριστάνει τον ωρολογοποιό, μια χήρα κοπέλα και ένας πλανόδιος πωλητής βιβλίων.. Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο, θα ξεκινήσουν όλοι να λένε ιστορίες. Η πρώτη αναφέρεται στον στρατιώτη Ρίτσαρντ Ντάμπλντικ, ο οποίος θα αναλάβει  να μεταφέρει μια τούφα από μαλλιά στην μητέρα του ταγματάρχη Τώντον, του υπεύθυνου για την μεταστροφή του σε άνθρωπο του καθήκοντος, και να σκοτώσει τον Γάλλο αξιωματικό που έδωσε διαταγή να πεθάνει ο Τώντον. Αφού πολεμήσει στο Βατερλώ, η μητέρα του φίλου του θα τον βοηθήσει να αναρρώσει από τα τραύματά του. Και μετά από αρκετά χρόνια θα βρει τον Γάλλο αξιωματικό, μαζί με τη συγχώρηση και την αγάπη. Την ίδια ανακούφιση και γαλήνη θα βρει ο αφηγητής, ο οποίος θα αποχαιρετήσει τους άλλους έξι ταξιδιώτες, γνωρίζοντας ότι τελικά η ζωή έχει νόημα όταν συγχωρείς και όταν βλέπεις όλον τον κόσμο στην προοπτική της αγάπης.

Τα όσα μας λέει ο Ντίκενς στην πραγματικότητα απαντούν στην απαξίωση του βαθύτερου νοήματος των Χριστουγέννων και στην μετάλλαξή τους σε μια γιορτή κατανάλωσης, ξεκούρασης και, τελικά, χωρίς πνευματικό περιεχόμενο. Η αντίσταση λοιπόν ξεκινά από τους λογοτέχνες μας και την μελέτη τους. Ξεκινά από ένα περιεχόμενο εσωτερικό, που έχουμε ανάγκη να το βρούμε, για να είμαστε άνθρωποι. Διότι από εκεί ξεκινά το νόημα  της ζωής. Από το να δούμε τον άνθρωπο και τον κόσμο ως πλησίον μας. Και τα Χριστούγεννα ως συνάντηση με τον Θεό και τον άλλο, ιδίως στην οικογένεια, χτίζοντας αναμνήσεις και νικώντας τις ανισότητες και τον εγωκεντρισμό. Νικώντας τα πάθη που μας κάνουν να λησμονούμε ότι η  ουσία της ζωής είναι η αγάπη.

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

27 Δεκεμβρίου 2023

 

12/21/14

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

       Χριστούγεννα πάλι. Σε μία εποχή σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, όπου οι άνθρωποι έχουν μείνει στο παρελθόν της ευμάρειας, θρηνούν για τους χαμένους παραδείσους της άνεσης, της κατανάλωσης, της απληστίας, της ψεύτικης ισχύος, χωρίς να βλέπουν ότι όλα αυτά χάθηκαν γιατί απωλέσαμε το μέτρο, απωλέσαμε την πίστη, απωλέσαμε την διάθεση για κόπο συλλογικό. Σε μια εποχή όπου η αμαρτία θεωρείται δικαίωμα, όπου το χαμόγελο είναι προσποιητό και μένουμε κολλημένοι στις μικρότητές μας. Σε μία εποχή όπου η παιδεία δεν νοιάζεται για την καλλιέργεια χαρακτήρων, αλλά μόνο για γνώσεις, στείρες απομνημονεύσεις, όπου το όραμα είναι οι επαναστάτες χωρίς αιτία ή τα πειθήνια όργανα ενός συστήματος που δεν αγαπά.
            Χριστούγεννα πάλι. Και θέλουμε ελπίδα. Θέλουμε νόημα. Θέλουμε κάτι για να ξυπνήσει τις καρδιές μας. Κάτι ή Κάποιον;
           Χριστούγεννα πάλι. Θα στολίσουμε τα δέντρα μας, θα ανταλλάξουμε τα δώρα μας, θα πούμε τα κάλαντά μας, θα κάνουμε την ελεημοσύνη μας, θα ψωνίσουμε για να τονωθεί η αγορά, θα παρακολουθήσουμε τις εορταστικές εκδηλώσεις, θα ζητήσουμε από τα παιδιά να δώσουν ένα ίχνος χαράς στη ζωή μας. Μπορεί και το πρωί της μεγάλης μέρας, ακούγοντας την καμπάνα να χτυπά χαρούμενα, να νιώσουμε την ανάγκη  να περάσουμε από το ναό της γειτονιάς μας, να ανάψουμε ένα κερί και να φάμε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι σαν μία ξεχωριστή μέρα της ζωής μας.
            Χριστούγεννα πάλι. Ναι, θέλουμε Κάποιον να μας δώσει ελπίδα. Ή  να γίνει ο Ίδιος η ελπίδα.
         Ο λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Μηνύματα που μαρτυρούν ένα πέρασμα από τη ζωή την δική μας, την καθημερινή, την ανθρώπινη, αυτή των επιθυμιών και των λογισμών, των ανεκπλήρωτων και των εκπληρούμενων, από τη ζωή της ανάγκης και της στόχευσης στον εαυτό μας, στη ζωή που βγαίνει από το εγώ και συναντά το εμείς, τον άλλο, αυτόν που καλούμαστε να βάλουμε στην καρδιά μας και να μπούμε στη δική του καρδιά, μα πρωτίστως την συνάντηση με Εκείνον τον Κάποιο που προσέλαβε τη ζωή μας για να γίνει η Ζωή μας. Το ταπεινό νήπιο της Βηθλεέμ, το οποίο μπήκε στο χρόνο μας για να γίνει ο Χρόνος της αιωνιότητας για μας. Που μπήκε στον κόσμο από αγάπη και φανερώθηκε ως η  Αγάπη. «Που έγινε άνθρωπος, για να λάβουμε από Εκείνον το δώρο να γίνουμε θεοί κατά χάριν»(Μέγας Αθανάσιος).
            «Ο Θεός δεν εγκατέλειψε το δημιούργημά Του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε  στη φθορά. Αλλά με την προσφορά του δικού του σώματος εξαφάνισε τον επερχόμενο θάνατο. Διόρθωσε με την διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων και κατάφερε με τη δύναμή Του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα» (Μέγας Αθανάσιος).  «Οι άνθρωποι  νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια. Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα, ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι άνθρωποι; Και πώς θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πώς λοιπόν θα έπειθαν την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, πώς θα το διδάξει και σ’ άλλους; Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον Πατέρα; Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους, όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του. Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα... Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους  χρειάζεται έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή» (Μέγας Αθανάσιος).
            Αυτά τα τελευταία λόγια μας δείχνουν ότι για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα με Χριστό, χρειάζεται να ξαναβρούμε Ποιος είναι η Αλήθεια και τι είναι αληθινό στη ζωή μας. Να μη μείνουμε σε ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά να αφήσουμε στην άκρη είδωλα, ψεύτικες ιδέες ευτυχίας, ψεύτικα πρότυπα, μεγάλα λόγια και να ξαναγίνουμε παιδιά του Θεού. Στις εκκλησιές μας, στο μυστήριο της Ευχαριστίας, στην ευγνωμοσύνη για Εκείνον που μας αγαπά τόσο ώστε να γίνει Ένας από μας. Να ξαναβρούμε τις αξίες της εντιμότητας στη ζωή, της καθαρής ψυχής και της χριστιανικής αρετής. Αυτές που η εποχή μας λησμόνησε. Αυτές που ο Χριστός μας τις δίνει ως τον τρόπο της δωρεάς που μας οδηγεί στην Βασιλεία Του. Και να μεταμορφώσουμε κάθε έργο μας, την παιδεία μας, τις σχέσεις μας με τους άλλους, τον τρόπο της πολιτικής και της κοινωνίας, τον τρόπο του πολιτισμού ο καθένας με τον αγώνα του Εκείνος να είναι το νόημά μας.
Χριστούγεννα πάλι. Θα μείνουμε στον τρόπο της αμαρτίας, της αποτυχίας, θα μείνουμε στην όψη της γιορτής, ή θα ζήσουμε Εκείνον που έδωσε και έγινε η Ζωή μας;
Η απάντηση περνά από την Εκκλησία!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
βλ. και https://www.youtube.com/watch?v=v-ECsMIuLRs

12/27/18

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΓΙΑ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ ΟΡΙΣΤΙΚΑ


Ένα εξαιρετικό τραγούδι λέει για τα Χριστούγεννα: “γιορτάζω για ν᾽αλλάξουμε οριστικά” (Φ. Δεληβοριάς). Είναι ίσως μία από τις πιο εμπνευσμένες προτροπές για το νόημα της μεγάλης γιορτής της πίστης μας όχι μόνο για τον καθέναν προσωπικά, αλλά και για όλη την οικογένεια. Γιατί ο Χριστός μετά δυσκολίας συναντιέται με τον καθέναν μας στον ορυμαγδό της κατανάλωσης που καθιστά τα Χριστούγεννα την πλέον εμπορική εορτή του χρόνου, στην καταιγίδα των εικόνων με την οποία τηλεόραση και ταινίες θέλουν να μας πείσουν ότι η γιορτή εξαντλείται στο ανθρωποκεντρικό περιεχόμενό της. Ο έρωτας, τα δώρα, η τρυφερότητα του οικογενειακού τραπεζιού και η αφθονία του κυρίως, λίγη φιλανθρωπία για το καλό, ταξίδια, μικρότερες ή μεγαλύτερες περιπέτειες εντοπίζουν το νόημα της εορτής στα ίδια. 
“Ήρθε στον τόπο τον δικό Του και οι δικοί Του δεν Τον δέχτηκαν” (Ιωάν. 1, 11). Αυτός ο συγκλονιστικός λόγο του ευαγγελιστή παραμένει επίκαιρος. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι, ενώ κάποιες μνήμες υπάρχουν στην ψυχή μας από την παράδοση της πίστης και του λαού μας, δεν μπορούμε εύκολα να κάνουμε το μεγάλο βήμα: να γιορτάσουμε Χριστούγεννα με τον Χριστό. Εκκλησιαζόμαστε και, τα τελευταία χρόνια περισσότεροι, κοινωνούμε. Ανοίγουμε την καρδιά μας στον πλησίον μας και συγκινούμαστε από τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες, όπως αυτή του Σκρουτζ και του Ευτυχισμένου πρίγκηπα ή από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Δυσκολευόμαστε όμως πολύ να κατανοήσουμε ότι οι μεταστροφές, οι αλλαγές ή η μοναδικότητα του τρόπου εορτασμού των Χριστουγέννων δεν είναι υπόθεση του μυαλού, αλλά της καρδιάς που είναι ανοιχτή στην πίστη. Διότι τότε μόνο η μεταστροφή είναι μόνιμη και δεν κρατά για το λίγο της εορτής. Η εκζήτηση του Χριστού είναι το νόημα των Χριστουγέννων. Το να κατοικήσει Αυτός στις καρδιές μας, να Τον ακολουθήσουμε στην οδό της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ακόμη και προς εκείνον που μας ταλαιπωρεί, το να δεχτούμε ότι η αλήθεια της ζωής δεν είναι η κατανάλωση, αλλά ο σταυρός και η ανάσταση, όπως φανερώνεται στην εικόνα της Γέννησης, όπου ο μικρός Ιησούς είναι τυλιγμένος με τα εντάφια σπάργανα και το λίκνο Του είναι το μνήμα του πάθους. Μόνο έτσι θα Τον δεχτούμε αληθινά.
Και η οικογενειακή ατμόσφαιρα θα γίνει αυθεντικά εορταστική όχι μένοντας μόνο στις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές ή στον στολισμό ή στα κάλαντα και στα δώρα. Είναι αυτονόητο ότι τίποτα δεν περιφρονούμε, όμως και τίποτα από μόνο του δεν αρκεί για να είναι τα Χριστούγεννα η γιορτή που οδηγεί τον άνθρωπο στην οδό της θέωσης. Γονείς και παιδιά καλούμαστε να υπερβούμε το συναίσθημα του εφήμερου και να ξαναδούμε την ζωή μας στην προοπτική της αναγέννησης, της παιδικότητας ως προς την κακία, της ταπεινής αγάπης, η οποία παλεύει να εμπιστευθεί τον Θεό και το θέλημά Του, όπως η Παναγία και ο Ιωσήφ, λέει ΝΑΙ όπως οι βοσκοί με χαρά στην πρόσκληση της Εκκλησίας να γιορτάσουμε πρώτα στον ναό, λέει ΝΑΙ όπως οι Μάγοι στην αναζήτηση της αλήθειας πέρα από την αυτάρκεια της επιστήμης και λέει ΟΧΙ στην κακία του Ηρώδη που βλέπει τον πλησίον ως απειλή. Ο δρόμος περνά μέσα από την Εκκλησία!
Ας ζήσουμε το “Γιορτάζουμε για ν᾽ αλλάξουμε οριστικά” ως τον τρόπο που κάνει τα Χριστούγεννα την μητρόπολη των εορτών!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
             στο φύλλο της Πέμπτης 26 Δεκεμβρίου 2018

12/22/17

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ


      Ο χρόνος μάς τραβά προς την «Μητρόπολη των εορτών», τα Χριστούγεννα. Παγκόσμια γιορτή. Συναντιόμαστε με όλους τους ανθρώπους, με όλα τα χριστιανικά δόγματα μέσα από τα έθιμα, τους στολισμούς, τα δώρα, τα τραγούδια και τα κάλαντα, το  «ένα βήμα πιο κοντά» στην θρησκεία του χτες, την νοσταλγία της παιδικότητας. Όμως όπως έρχονται, έτσι θα φύγουν. Η προσδοκία θα περάσει, μαζί με τον χρόνο. Θα ξαναγυρίσουμε στην κανονικότητα της ζωής μας, μετά από ένα κρεσέντο κατανάλωσης, φιλανθρωπίας, λίγης ή πολλής θρησκευτικότητας.
                Δεν είναι πλειοψηφία όσοι ενδιαφέρονται να προχωρήσουν πέρα από το έθιμο. Να ζήσουν τα Χριστούγεννα με τον τρόπο της Εκκλησίας, ο οποίος  ξεκινά από τις ιερές ακολουθίες, από την μετοχή στα μυστήρια, από την αγάπη που γίνεται μετάνοια και συγχώρεση, από την πίστη ότι ο δρόμος μας είναι προς την θέωση διά του Θεανθρώπου. Δεν φτάνει η ηθικοποίησή μας. Το να γίνουμε καλοί άνθρωποι ή καλοί χριστιανοί. Η αλλαγή είναι υπαρξιακή. Καλούμαστε να αγαπήσουμε τον νηπιάσαντα!
 Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται επαναπροσδιορισμός  του πώς βλέπουμε τον χρόνο.  Έξοδος πρώτα από το πνεύμα των ημερών. Στροφή από τα μάτια στην καρδιά. Είσοδος στον μέσα κόσμο μας. Στην παιδικότητα της ταπείνωσης και της συγχώρεσης και της εμπιστοσύνης σ’ Εκείνον που έλαβε την πτωχεία της φύσης μας.  Αρχή ενός αλλιώτικου τρόπου θέασης και βίωσης του κόσμου, καθώς η φύση μας, αντί να κοιτά μόνο στο εγώ, στα πάθη, στην εκπλήρωση των θελημάτων άσχετα αν συγκρούονται με το θέλημα του Θεού, καλείται  μέσα από την κοινωνία μαζί Του στην Εκκλησία να κοιτάξει προς τα πάνω και προς τον πλησίον.
Είναι έτοιμη η Εκκλησία στις μέρες μας να δείξει αυθεντικά την στροφή προς τον δρόμο αυτό; Φτάνουν το έθιμο, οι λόγοι, η φιλανθρωπία, η απόδειξη της χρησιμότητας; Ενώ ψάλλει και απεικονίζει σε γλώσσα εκφραστική ένα ήθος  ανακαινιστικό, δεν εμπνέει πάντοτε. Επανάπαυση στο χτες και όχι υπέρβαση της θρησκευτικότητας που ενώ μιλά για αγάπη προς τον άλλο, δεν μπορεί ή δεν προλαβαίνει να δείξει ότι τα πάντα ξεκινούν από την αγάπη του Θεού προς εμάς.
Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, αυτός είναι ο μόνιμος κίνδυνος. Και δεν έχει να κάνει μόνο με την εκκοσμίκευση των καιρών όσο με την εκκοσμίκευση των καρδιών μας. Έχουμε  συμβιβαστεί με λίγες ενέσεις θρησκευτικότητας, μας φτάνουν. Γι’ αυτό και η συνάντησή μας στην χριστουγεννιάτικη θεία λειτουργία με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο κρατά λίγο. «Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ» ψάλλει η Εκκλησία. Αναρωτιόμαστε, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, αν η διάθεσή μας είναι να βγούμε από το βόλεμα της ζωής μας και να την αλλάξουμε καρδιακά όπως οι Μάγοι, αν μέσα από την απλότητα της καρδιάς, όπως οι ποιμένες, είμαστε έτοιμοι να δοξολογήσουμε και να ευχαριστήσουμε  τον γεννηθέντα Κύριο;
Ένας ζεστός λόγος πίστης στην χριστουγεννιάτικη ακολουθία, μία προτροπή συγχώρεσης και νηπιότητας ως προς την κακία, ένας επαναπροσδιορισμός της ανάγκης να αγαπήσουμε αληθινά εκείνους με τους οποίους θα φάμε στην υλική τράπεζα και να προσευχηθούμε για εκείνους που είμαστε μαζί στην πνευματική τράπεζα αλλά και όσους λείπουν και η παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας με απόφαση ζωής, τα Χριστούγεννα πέρα από το έθιμο. Το χρειαζόμαστε! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Δεκεμβρίου 2017

12/21/16

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)

Οι γιορτές συνοδεύονται από προσδοκίες. Ξεκούραση και κατανάλωση. Προσθήκη υλικών αγαθών. Επανάληψη συνηθειών της παράδοσης που μας θυμίζουν την παιδικότητά μας. Ευχές που γεννούν ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Ακόμη και η αίσθηση ότι θα βρούμε περισσότερο χρόνο για αγαπημένα πρόσωπα. Πάντως είναι έξοδος από τη ρουτίνα. Οι τηλεοπτικές εκπομπές, οι ταινίες, οι προτάσεις διασκέδασης το μαρτυρούν.
         Ιδίως τα Χριστούγεννα, γιορτή παγκόσμια, στην οποία Δύση και Ανατολή τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφώσει κοινούς τρόπους εορτασμού, είναι μία ευκαιρία αλλαγής ρυθμού μέσα στο χειμώνα. Όπως και να επιλέξει κάποιος να τα γιορτάσει, με τα παραδοσιακά κάλαντα και τους στολισμούς, τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς ή τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, με τις αγγλικές και γερμανικές μελωδίες, με τη βόλτα στα μαγαζιά, δεν παύουν να είναι μία ευκαιρία  η ζωή να βρει στάση, πανδοχείο. Οι πολλοί βεβαίως δεν προβληματίζονται για το ότι και τα Χριστούγεννα έχουν παραδοθεί στην παγκοσμιοποίηση. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να τα ζήσουν ελληνικά, διότι περιορίζουν τον ελληνικό τρόπο στα κάλαντα, τα γλυκά και τον εκκλησιασμό.
       Τα τελευταία χρόνια έχει  εισαχθεί ο θεσμός του ρεβεγιόν, του Christmas Eve και στα καθ’ ημάς. Δυτικοποιείται η κοινωνία μας μάλλον ανεπιστρεπτί. Η προετοιμασία για τα Χριστούγεννα για τους πολλούς ελάχιστα περιλαμβάνει νηστεία, εξομολόγηση, επίγνωση της σημασίας του γεγονότος. Η ουσία της γιορτής αφήνεται στην άκρη. Μπορεί οι ναοί να γεμίζουν στη χριστουγεννιάτικη θεία λειτουργία. Υπάρχουν όμως και πολλοί που απουσιάζουν, ιδίως νέοι. Διαλέγουν νυχτερινά κέντρα ή κλαμπ, όπου διασκεδάζουν μέχρι πρωίας. Άλλοι θα περάσουν από τον ναό να ανάψουν ένα κερί. Άλλοι θα γυρίσουν στο σπίτι τους για να ξυπνήσουν νωρίς το απόγευμα, με τα απομεινάρια του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.  Κι ενώ θα χτυπούν οι καμπάνες και θα ψάλλεται το «Η Παρθένος σήμερον», αυτό το «δι’  ημάς γαρ εγενήθη» θα μένει απροσπέλαστο.
   Επαναπαυόμαστε ως Εκκλησία στο πλήθος που έρχεται. Δε θέλουμε να βλέπουμε την πλειονοψηφία που απουσιάζει. Που μένει αλειτούργητη αυτή τη μέρα. Αλλά και όσοι βρίσκονται στον ναό πόσο μεταφέρουν στο υπόλοιπο του καιρού το μήνυμα των Χριστουγέννων; Αυτό που εμπερικλείεται στα δώρα των Μάγων, το χρυσάφι στον βασιλιά, το λιβάνι στον Θεό, την σμύρνα στον νεκρό. Πόσοι θέλουμε το «παιδίον νέον» να ανακαινίσει την ύπαρξή μας;  Να μας δώσει κάτι από την διακονία της αγάπης και την αρχοντιά της συγχώρησης που χαρακτηρίζει τον αυθεντικό βασιλιά; Την πίστη στον Θεό που θέλει να μας σώσει από τα άγχη και τις απελπισίες μας και να γίνει οικείος στη ζωή μας;  Την επιλογή να μη νικιόμαστε από τα πάθη και τα λάθη μας, από το κοσμικό πνεύμα, από τη ζωή που δεν αφήνει περιθώριο ταπείνωσης, δηλαδή την απόφαση να νεκρώσουμε το εγώ μας που μας χωρίζει από τον πλησίον και τον Θεό;
     Αυτή η προετοιμασία έρχεται μέσα από τα ελληνικά, τα ορθόδοξα Χριστούγεννα. Αυτά που χωρίς να μας στερούν τις χαρές της παράδοσης, μας καλούν να ξαναδούμε την πορεία της ζωής μας. Και να αντισταθούμε στην αποψίλωση της γιορτής από τον αληθινό πρωταγωνιστή της: «τον προ αιώνων Θεό».
Ας ακολουθήσουμε στις καρδιές μας αυτή την πορεία, καθώς ήγγικεν η ώρα.       

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 21 Δεκεμβρίου 2016

βλ. και οπτικοποιημένο στο  https://www.youtube.com/watch?v=wy0SvwFWQO8

5/1/07

ΧΩΡΙΣ ΠΙΣΤΗ & ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πολλά θα μπορούσε κανείς να καταμαρτυρήσει στο βιβλίο της Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού. Έχουν εντοπιστεί σημεία που φαίνονται ξεκάθαρα ότι είναι προβληματικά, αλλά υπάρχουν και άλλα, τα οποία αποτυπώνουν τις προθέσεις των συγγραφέων και όσων τα ενέκριναν για να γίνουν αντικείμενο διδασκαλίας στα παιδιά μας και δείχνουν ότι οι όποιες επιλογές αποσκοπούν σε μια άλλη ιδεολογική διαμόρφωση της νέας γενιάς. Κι ενώ γίνεται λόγος για «αποδόμηση της παραδοσιακής ιστορίας», για «αντικειμενική προσέγγιση του παρελθόντος μας», για «απομυθοποίηση θεσμών και συμβόλων», για «ιστορική αλήθεια πέρα από συναισθηματισμούς», για «αυτά που μας ενώνουν και όχι για αυτά που μας χωρίζουν με τους γείτονές μας», στην ουσία το βιβλίο λειτουργεί χωρίς την δέουσα αντικειμενικότητα και καλεί δασκάλους και μαθητές να κινηθούν σε μιαν άλλη ιδεολογική πορεία. Το σήμερα και το επιθυμητό αύριο, όχι η ίδια η Ιστορία διαμορφώνουν την ιστορία του λαού μας. Οι συγγραφείς και οι υποστηρικτές τους κάνουν το ίδιο για το οποίο κατηγορούν τους επικριτές τους. Διαβάζουν μέσα από το δικό τους ιδεολογικό πρίσμα την Ιστορία.
Θα χρησιμοποιήσουμε τρία παραδείγματα από το ίδιο το βιβλίο. Το πρώτο έχει να κάνει με την κατάσταση των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία. Το βιβλίο μιλά για την καθημερινότητα των ραγιάδων (σελ. 24 και 25) και για τις εορτές τους και παραθέτει κείμενο του Γάλλου περιηγητή Γκρελό: «Οι Έλληνες έχουν και μερικές ακόμη ευκαιρίες διασκεδάσεων. Είναι οι τέσσερις κυριότερες γιορτές του χρόνου: του Αγίου Ανδρέου, του Αγίου Νικολάου, των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και του Αγίου Γεωργίου...». Ο Γκρελό αποτυπώνει κατόπιν μερικά έθιμα που συνδέονται μ’ αυτές τις εορτές και οι μαθητές καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν σήμερα είναι οι ίδιες εορτές οι κυριότερες του έτους. Στο βιβλίο του δασκάλου (σελ. 38 και 39) δίδεται η απάντηση ότι «σήμερα οι γιορτές αυτές είναι σημαντικές, σημαντικότερες όμως είναι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα».
Αναρωτιέται κανείς αν όντως κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σημαντικότερες ήταν οι τέσσερις αυτές εορτές ή τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Αναρωτιέται αν εμείς σήμερα ανακαλύψαμε ότι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα είναι οι πιο σπουδαίες γιορτές της πίστης μας και οι πρόγονοί μας, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, το αγνοούσαν. Επίσης, αναρωτιέται αν γιορτή σημαίνει μόνο έθιμο. Διότι η παράδοση του λαού μας ταυτίζει τη γιορτή πρώτα με την λατρευτική ζωή, τη θεία λειτουργία, την συμμετοχή στη θεία ευχαριστία και κατόπιν με όλα τα άλλα έθιμα. Στην εποχή μας, βεβαίως, βλέπουμε ότι οι γιορτές ταυτίζονται τηλεοπτικά, καταναλωτικά, κοινωνικά μόνο με τα έθιμα. Προβάλλουμε λοιπόν το σήμερα στο παρελθόν και αποσιωπούμε τα αυτονόητα. Χρησιμοποιούμε μία πηγή μονομερή, που πιθανόν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, από άνθρωπο που αγνοεί το περιεχόμενο της πίστης μας, κι αφήνουμε στην άκρη ό,τι είναι η ουσία της θρησκευτικής ζωής, δηλαδή η λατρεία, μέσα από την οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας διασώθηκε η ταυτότητά μας ως Ελλήνων, η γλώσσα μας, η παράδοσή μας, το ήθος της ελευθερίας, και μένουμε στον φολκλορισμό.
Το δεύτερο παράδειγμα έχει να κάνει με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό (σελ. 38-39). Λέει χαρακτηριστικά το βιβλίο: «Οι Έλληνες διαφωτιστές πιστεύουν ότι μόνο η μόρφωση μπορεί να δώσει τα εφόδια για την διεκδίκηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό το λόγο ιδρύουν, με την υποστήριξη κυρίως των εμπόρων, σχολεία. Θαυμάζουν επίσης τους Αρχαίους Έλληνες, τους οποίους θεωρούν προγόνους τους». ¨Όπως αναφέρει το βιβλίο του δασκάλου (σελ. 45-47), σκοπός του μαθήματος είναι «η ανάδειξη ομάδων εμπόρων και λογίων που συγκροτούν κυρίως τους φορείς υποστήριξης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού... κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η αποδέσμευση από τη θρησκοληψία, η σύνδεση με την Ελληνική Αρχαιότητα, η αποδοχή του ορθού λόγου, η ανάδειξη της ελευθερίας, η πρόοδος, η επιστημονική σκέψη». Και για να δείξει αυτή την αγάπη για την αρχαιότητα χρησιμοποιεί την περίφημη ιστορία του Μακρυγιάννη με τα αγάλματα που κάποιοι στρατιώτες ήθελαν να πουλήσουν σε Ευρωπαίους και ο αγωνιστής τους σταματά λέγοντάς τους: «Γι’ αυτά πολεμήσαμε». Καλούνται οι μαθητές λοιπόν να απαντήσουν στο ερώτημα «γιατί πολέμησαν οι Έλληνες, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη». Και στο βιβλίο του δασκάλου δίδεται η απάντηση: «Οι Έλληνες, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, πολέμησαν για την διαφύλαξη της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς τους».
Αναρωτιέται κανείς αν οι Νεοέλληνες Διαφωτιστές «θεωρούσαν» τους Αρχαίους προγόνους τους ή αν ξαναπροβάλλουν την συνέχεια του Ελληνισμού, που βιώνονταν από τον πολύ λαό στην γλώσσα και την παράδοση της Εκκλησίας και ήταν γνωστή στους μορφωμένους μέσα από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα και τους άλλους μεγάλους αρχαίους Έλληνες, θέλοντας να ενισχύσουν τον πόθο της ελευθερίας που έρχεται μέσα από τη γνώση. Αναρωτιέται κανείς αν ήταν μόνο έμποροι και λόγιοι οι φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και όχι και κληρικοί. Στο βιβλίο του δασκάλου γίνεται λόγος για τον Άνθιμο Γαζή και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, χωρίς αναφορά στην ιδιότητά τους ως κληρικών. Πλήθος άλλοι κληρικοί, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Νεόφυτος Βάμβας (ανήκαν στους προοδευτικούς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού), ο Αθανάσιος Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Μακάριος Νοταράς (ανήκαν στους συντηρητικούς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού) έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη των γραμμάτων και της παιδείας. Η «θρησκοληψία» τους δεν τους εμπόδισε να έχουν ανοικτό πνεύμα, αλλά και κριτική στάση έναντι της αθεΐας που ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός προέβαλλε, σε αντίθεση με τον Νεοελληνικό, όπου ακόμη και οι πιο προοδευτικοί λόγιοι ουδέποτε αρνήθηκαν την θρησκευτική πίστη ως στοιχείο της ταυτότητας των Ελλήνων, που τους διαφοροποίησε από τους Τούρκους και που αποτέλεσε τη βάση για τον αγώνα της ελευθερίας.
Αναρωτιέται ακόμη αν το «γι’ αυτά πολεμήσαμε» του Μακρυγιάννη έχει να κάνει με την αρχαιοελληνική κληρονομιά ή με την παράδοση του λαού μας. Αν ο Μακρυγιάννης πολέμησε μόνο για τον Παρθενώνα ή και για την Αγία Σοφία, για την Αγία Λαύρα, για τη γλώσσα, το ήθος, τις αξίες που ο πολιτισμός, η παράδοση και η ιστορία του λαού μας διασώζουν και που βλέπουμε να διαπερνούν την ψυχή του μεγάλου αγωνιστή. Οι εκσυγχρονιστές συγγραφείς μας περιθωριοποιούν την πίστη και την Εκκλησία, ό,τι αποτελεί παράδοση του λαού μας όχι φολκλορικά, αλλά ουσιαστικά, αυτό που είναι το «τζιβαϊρικόν πολυτίμητον» του Μακρυγιάννη και μας κάνει «την μαγιά του εμείς». Στην ουσία απορρίπτουν την ταυτότητα του λαού μας γιατί το σήμερα θέλει άθρησκους ανθρώπους, ευάλωτους σε υλιστικές ιδέες, με φολκλορική αντίληψη του παρελθόντος.
Το τρίτο παράδειγμα έχει να κάνει με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το βιβλίο αναφέρει (σελ. 56-57) ότι «η ηγεσία των Ελλήνων απευθύνεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του Αγώνα στις Μεγάλες Δυνάμεις και ζητά την προστασία και τη βοήθειά τους... κι αυτές αναλαμβάνουν διπλωματικές ενέργειες για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος που συνδέονται με τα συμφέροντά τους στην περιοχή αλλά και με τον ανταγωνισμό μεταξύ τους». Πουθενά στο βιβλίο, ούτε του μαθητή ούτε του δασκάλου, δε γίνεται αναφορά στα κόμματα που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα με την ενθάρρυνση και υποστήριξη των μεγάλων Δυνάμεων (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό), τον εμφύλιο πόλεμο που προκλήθηκε ανάμεσα στους Έλληνες εξαιτίας και των Μεγάλων Δυνάμεων, τα δάνεια που μας χορηγήθηκαν και υπονόμευσαν το νεοελληνικό κράτος, αλλά και τις συνεχείς παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων μετά την απελευθέρωση.
Αναρωτιέται κανείς αν τελικά η Ελλάδα που προέκυψε μετά την Επανάσταση του 1821 ήταν πραγματικά ελεύθερη ή εξαρτημένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις και αν για τις εθνικές μας περιπέτειες φταίμε μόνο εμείς. Αναρωτιέται κανείς αν σήμερα είμαστε εθνικά ελεύθεροι ή εξαρτημένοι από την παγκοσμιοποίηση και τα όποια συμφέροντα των Ισχυρών. Και επειδή οι απαντήσεις μάλλον είναι αυτονόητες, η απόκρυψη του ρόλου των Μεγάλων Δυνάμεων λέει πολλά σε όσους προβληματίζονται για το αν ένας λαός μπορεί να είναι πραγματικά ανεξάρτητος, χωρίς να ξέρει την αλήθεια για τα συμφέροντα που τον αγγίζουν και χωρίς να έχει την δική του ταυτότητα.
Το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού κρύβει πολλή ιδεολογία. Αυτή του σήμερα που θέλει να γίνει αύριο. Αποσιωπά αλήθειες και κατασκευάζει μια Ιστορία για έναν λαό χωρίς παράδοση και ταυτότητα. Ο δάσκαλος που καλείται να το διδάξει μπορεί να δώσει κι άλλες οπτικές. Δεν περιποιεί όμως τιμή για την Πολιτεία να υιοθετεί στο όνομα της ελεύθερης έκφρασης τη λογική της λήθης. Τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν για να μπορούν να κρίνουν. Η συνύπαρξη δεν στηρίζεται στην άγνοια, αλλά στη συγγνώμη για το παρελθόν. Κι εδώ η Ιστορία δεν φανατίζει, αλλά ελευθερώνει. «Διαφωτισμός, άλλωστε, είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την άγνοια». Ας σεβαστούν, λοιπόν, τόσο η Πολιτεία, όσο και οι συγγραφείς, αυτό που πρεσβεύουν.

Άρθρο του π. Θεμιστοκλή στο περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

12/23/15

ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Πώς μπορούν οι νεώτεροι να ζήσουν με τον τρόπο της Εκκλησίας τα Χριστούγεννα; Μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι εφόσον το νόημα της εορτής περιορίζεται, σχεδόν αποκλειστικά, σε έναν τυπικό εκκλησιασμό, στον στολισμό, στα κάλαντα, στα δώρα, στις αγορές και στις διακοπές από το πρόγραμμα; Βεβαίως το παράδειγμα των μεγαλυτέρων είναι σημαντικό. Η προσκόλληση στα έθιμα, η έγνοια για το υλικό τραπέζι, η φιλανθρωπία για το καλό του χρόνου, χωρίς να απορρίπτονται, στην πράξη  απομακρύνουν τα Χριστούγεννα από το υπαρξιακό και σωτηριολογικό τους περιεχόμενο. Δε γεννήθηκε ο Χριστός για να τρώμε, να ξεκουραζόμαστε, να αγοράζουμε ή, έστω, να δίνουμε και κάτι από το περίσσευμα ή το υστέρημά μας σε όσους έχουν ανάγκη. 
Η γλώσσα της εκκλησιαστική παράδοσης και τέχνης είναι μία υπόμνηση ψηλάφησης του αληθινού νοήματος των Χριστουγέννων. Το «η Παρθένος σήμερον» μάς δείχνει την επικαιρότητα του γεγονότος. Ότι η γέννηση του Χριστού και η πρόταση για την αναγέννηση του ανθρώπου δεν είναι έργο του χτες, αλλά συμβαίνει σήμερα, ενώπιόν μας. Σήμερα καλούμαστε να ζητήσουμε την ανακαίνιση της καρδιάς μας. Να ελέγξουμε τον εαυτό μας αν ανήκουμε στην κατηγορία των απλών μα πιστών βοσκών, των σοφών μα καλοπροαίρετων αναζητητών της αλήθειας Μάγων, του διακόνου του μυστηρίου Ιωσήφ, των Αγγέλων που δοξολογούν τον Θεό για την αγάπη Του ή ανήκουμε στους αδιάφορους, εκείνους οι οποίοι δεν συγκινήθηκαν να παραχωρήσουν μία γωνιά στο πανδοχείο της Βηθλεέμ σε μία έγκυο γυναίκα, ανέχτηκαν τη σφαγή των νηπίων, συνέχισαν τη ζωή τους σα να μην είχε έρθει ο Λυτρωτής. Ή αν η καρδιά μας, προσκολλημένη στην αναζήτηση και διατήρηση της εξουσίας που που γεννούν  η δύναμη του χαρακτήρα, η επιθυμία οι άλλοι να μας υπηρετούν, η γνώση, ακόμη και η θρησκευτική αυτάρκεια, αρνείται και πολεμά την παρουσία του Χριστού.
Η μετοχή, ακόμη, στο μυστήριο της Ευχαριστίας, η νηστεία, η συγχώρεση προς όλους όσους μας θλίβουν, η δίψα για ουρανό, αποτελούν σημάδια μίας άλλης θέας των Χριστουγέννων. Ότι δεν περιοριζόμαστε στην κοινωνικότητα, την εθιμολατρία, την τυπικότητα, αλλά ζητούμε από τον Θεό να αγιάσει τις καρδιές μας.  Και αποφασίζουμε να αλλάξουμε ζωή, με μετάνοια και συνάντηση με τον συνάνθρωπό μας στην κοινότητα της ενορίας.  Δεν είναι μία επιφανειακή, θεραπευτική των ενοχών μας κάποτε, φιλανθρωπία που αφήνει «το πνεύμα των Χριστουγέννων»  να μας φωτίσει, αλλά η διάθεση της ψυχής μας να δούμε ότι υπάρχει άλλος, όποιος κι αν είναι αυτός, ότι μπορούμε να χαρούμε με τη χαρά του και να λυπηθούμε με τη λύπη του, κι αυτό καθιστά τον Χριστό προσιτό.
Και, τέλος, μία παιδικότητα καρδιάς, όπως αυτή μεταφράζεται με το να χαιρόμαστε όχι για τις επιτυχίες ή την ποιότητα της ζωής μας ή τα αγαθά μας, αλλά γιατί ο Θεός μάς αγαπά προσωπικά και πιστεύουμε ότι αυτή η αγάπη μάς σώζει, όπως τα παιδιά που τους αρκεί η αγάπη των γονέων τους για να ξεπερνούν κάθε φόβο και μέριμνα, για να  λησμονούν κάθε λάθος που τα ίδια κάνουν, αυτός είναι ο δρόμος για αληθινά Χριστούγεννα.
 Μπορούμε να δείξουμε αυτό τον τρόπο στα παιδιά και τους νεώτερους;  Να συναντηθούμε όλοι μας στον τρόπο της Εκκλησίας; Αν ναι, ο Χριστός « δι’  ημάς εγεννήθη»!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»,
στο φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου 2015

  

12/23/25

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΩΡΑ Ν’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ;

               


Άδειος κι ορφανός ο κόσμος μας, όπως λέει το τραγούδι του Μάνου Χατζηδάκι. Κι εμείς γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Όχι από ανθρώπους, διότι κυριαρχεί ένας υπερπληθυσμός, αλλά από νόημα. Μοιάζει η Ευρώπη στην οποία ανήκουμε μια έρημη χώρα, όπως είχε προφητέψει ο σπουδαίος Νομπελίστας ποιητής T.S. Elliot. Έρημη από αγάπη, από πίστη στην ανάσταση, από έγνοια για τον συνάνθρωπο. Μπορεί να φορτώνεται η ψυχή μας από συναισθήματα, όταν βλέπουμε πόνο, δυστυχία, πόλεμο, θάνατο, αλλά όλα μετριούνται με βάση τις ιδέες, τις απόψεις και τα συμφέροντά μας. Δικαιολογημένος είναι ο πόλεμος όταν τον διεξάγουν αυτοί που υποστηρίζουμε. Η δυστυχία μάς προβληματίζει όταν έχει να κάνει με οικείους, όχι με ξένους. Και ένα αίσθημα μηδενισμού κυβερνά τον προοδευμένο άνθρωπο, αυτόν που έχει ορθολογικοποιήσει τον ουρανό, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίσει σε μια ζωή στην οποία δεν είναι μόνο το εγώ που κυβερνά.

       Γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Τα έχουμε μετατρέψει σε γιορτή γέννας, παιδιών, δώρων, ξεκούρασης, φαγητού, ταξιδιών. Είναι η γιορτή στην οποία απλώς κρατάμε έθιμα και κάλαντα, για να γυρίζουμε στην παιδικότητά μας, όχι όμως ως προς τη συγχώρεση, την αγάπη, την προσδοκία της αγκαλιάς, αλλά για να μην μας τρελαίνει το ότι μεγαλώνουμε, το ότι νιώθουμε στο βάθος μοναξιά, το ότι όσο κι αν προσπαθούμε να ξεγελάσουμε την αδυναμία να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, καθώς δεν είναι προτεραιότητα για τους πολλούς η κένωση, το άδειασμα από τον παντοδύναμο, αλλά και αμαυρωμένο εαυτό μας, νιώθουμε ότι μόνο με το να γίνουμε ή να χαζεύουμε τα παιδιά υπάρχει παρηγοριά.

Προσπερνούμε όμως την πρόκληση για πρόσληψη της αγάπης που ο Θεός μας έφερε ως δωρεά ανεκτίμητη και ανεπίστροφη, ως δωρεά που περνά από τον θάνατο για να γίνει ανάσταση, περνά από τον κόπο και την παραίτηση από κάθε εξουσία, για να γίνει ζωή διακονίας του άλλου. Έτσι, τα Χριστούγεννα θα έλθουν και θα παρέλθουν, σαν μια ευχάριστη, όχι όμως λυτρωτική αλλαγή. Γιατί αν δεν αλλάξουμε εντός μας, η αλήθεια θα μας καταβάλει.

Τι να μας πει η Εκκλησία σε τέτοιους καιρούς; Πώς να λειτουργήσει σαν προφήτης που θα ακουστεί, σαν φωνή σε στέρνα κλειστή; Κάποτε μοιάζει και η Εκκλησία να είναι κλεισμένη σ’ αυτή τη στέρνα. Του βολέματος. Της διατήρησης της ταυτότητας ως αυτάρκειας και όχι ως διαλόγου. Η Εκκλησία που έχει χάσει την επαναστατική της ορμή, αυτή που δεν περιορίζεται στη φιλανθρωπία του Ντίκενς, αλλά που με την πίστη ως όπλο μάς δείχνει ότι  για να ζήσεις, πρέπει να πεθάνεις. Δεν είναι ανάγκη να μαρτυρήσεις. Ανάγκη είναι όμως να πεθάνεις ως προς το εγώ σου, ώστε να ξυπνήσεις, να ακούσεις την καμπάνα της συνείδησής σου, να μιλήσεις με χαμόγελο και όχι κουνώντας το δάχτυλο, να καλέσεις όχι σε άρνηση του κόσμου στον οποίο ζούμε, αλλά σε απόφαση να πάρουμε από το χέρι όσους μπορούμε για να τους δείξουμε ότι «παιδός η βασιλίη». Και παιδί είναι όποιος αγαπά, ακόμη και τον εχθρό, τον αδιάφορο, τον ψεύτικο, τον ακοινώνητο, αυτόν που η ζωή του όλη είναι μία εικόνα, μία τοξίνη, μία άρνηση.

Προφητική είναι η φωνή που προσεύχεται και εναποθέτει στον Χριστό το ελλείπον. Αρκεί να το νιώθουμε εντός μας. Να βγούμε από την αποθέωση της αυτοθέωσης και να παραδοθούμε στην Αγάπη Του. Παιδίον νέον Εκείνος, άνθρωποι νέοι εμείς. Κοντά Του.               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 24 Δεκεμβρίου 2025

12/12/20

ΕΔΙΚΑΙΩΣΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΠΑΤΟΡΑΣ



“Ἐν πίστει τούς προπάτορας ἐδικαίωσας τήν ἐξ Ἐθνῶν δι᾽  αὐτῶν προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν. Καυχῶνται ἐν δόξῃ οἱ Ἅγιοι, ὅτι ἐκ σπέρματος αὐτῶν ὑπάρχει καρπός εὐκλεής ἡ ἀσπόρως τεκοῦσα σε. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν”. (Ἀπολυτίκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Προπατόρων, ἡ ὁποία ἑορτάζεται δύο Κυριακές πρίν τά Χριστούγεννα)

“Ἀπέδειξες τήν ἀξιοπιστία Σου δικαιώνοντας τούς Προπάτορες καθώς ἔδωσες ὡς σημεῖο τόν ἀρραβῶνα σου μέ τήν Ἐκκλησία πού προέρχεται ἀπό τούς εἰδωλολάτρες χάρις σ᾽ αὐτούς. Καυχῶνται κι ἐκεῖνοι δοξασμένοι  διότι ἀπό τήν έκ σπέρματος γενεαλογική διαδοχή τους ἔρχεται ὡς ἔνδοξος καρπός αὐτή πού σέ γέννησε ἄνευ σπορᾶς. Μέ τίς παρακλήσεις τους γιά μᾶς Χριστέ, Θεέ μας, σῶσε τίς ψυχές μας”.  


“Διά μέσου των Αγίων Προπατόρων και Πατριαρχών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι κι Εκείνος κατά κάποιον τρόπο καρπός της πίστεως του Αβραάμ. Για τον λόγο αυτό, κάθε φορά που ο καθένας μας ακούει την φωνή του Θεού, ενώ βρίσκεται στην εξορία των παθών και της ματαιότητας του κόσμου, πρέπει όπως ο Αβραάμ, δίχως δισταγμό, να αποτάξει τα πάντα, και ιδίως το θέλημά του, για να ακολουθήσει την θεία κλήση έως την Γη της Επαγγελίας, όπου θα μπορέσει με την σειρά του, πνευματικώ τω τρόπω, να γεννήσει τον Χριστό. Διότι αφού εμφυτεύεται εντός μας διά της πίστεως και του Αγίου βαπτίσματος, πρέπει να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει ο Χριστός διά μέσου των ευαγγελικών αρετών, ώστε να λάμψει με το φως της θεωρίας. Γενόμενοι “υιοί Θεού” διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να διακρίνουμε τον Χριστό που λαμβάνει μορφή μέσα σε εμάς, τους απογόνους του Αβραάμ. Ας γίνουμε λοιπόν, με την σειρά μας, “προπάτορες” του Χριστού, προσκαρτερώντας στην πίστη, ώστε να εορτάσουμε την Γέννηση λέγοντας: Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός (Γαλ. 2,20)” (“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος 4ος Δεκέμβριος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ).

Οι άνθρωποι στην ζωή μας έχουμε ανάγκη την δικαίωση για τις επιλογές μας. Κι αν τα αποτελέσματά τους στην καθημερινότητα αλλά και σε μεγάλες επιλογές πουν σημαδεύουν την ζωή μας είναι συνήθως ορατά, τα αισθανόμαστε, τα βλέπουμε, τα κρίνουμε και μαζί τους κρινόμαστε κι εμείς από αυτά (οικογένεια, επάγγελμα, κοινωνική θέση, απόψεις, εκπλήρωση ονείρων), υπάρχει το μονοπάτι της πίστης, στο οποίο η δικαίωση δεν είναι δεδομένη, ούτε σ’ αυτήν, ίσως ούτε και στην άλλη ζωή, διότι συνήθως έχουμε ανατροπές σ’ αυτά που περιμένουμε. Η πίστη δεν μας παρέχει βεβαιότητες και αποδείξεις. Είναι ελπίδα και ταυτόχρονα έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων. Πολλές φορές η δικαίωση ενός ανθρώπου στον χώρο και στον τρόπο της πίστης απλώνεται σε βάθος χρόνου. Ιδίως όσοι έχουν κοσμοθεωρία βασισμένη στην πίστη και μάλιστα σε συγκεκριμένες πτυχές της και ερμηνείες της ή όσοι έχουν κληθεί να κάνουν θυσίες εξαιτίας της νιώθουν τον χρόνο να κυλά αργά, κάποτε βασανιστικά, για να δούνε καρπούς και, την ίδια στιγμή, καλούνται να επανεβεβαιώνουν το αμφίβολο χωρίς να αισθάνονται στήριγμα ανθρώπινο, παρά μόνο μία βαθιά στην καρδιά εμπιστοσύνη ότι όσα ο Θεός υπόσχεται, είναι αδιάψευστα!

Αυτό έζησαν οι Προπάτορες του Χριστού, τους οποίους τιμούμε δύο Κυριακές πριν τα Χριστούγεννα. Μία μακρά πορεία πίστης και δοκιμασίας σ’ αυτήν. Εγκατάλειψης της πατρικής γης και μετοικεσία από την Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη, με μόνο εφόδιο την υπόσχεση, την επαγγελία του Θεού ότι ο άκληρος θα αποκτήσει παιδί και ο χωρίς λαό θα γίνει πατέρας εθνών! Και ο Αβραάμ πίστει παρώκησε! Και στον νέο τόπο πειρασμοί, δοκιμασίες από επιθέσεις άλλων εθνών και την ίδια στιγμή ακόμη και η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του: να θυσιάσω το δώρο του Θεού που θα ήταν η βάση για την εκπλήρωση της υπόσχεσής Του ή να αρκεστώ στα όσα έλαβα προς συμφέρον μου; Η απάντηση ξεκάθαρη: είμαι του Θεού! Και ο Θεός τον δικαιώνει. Σε μία τέτοια πορεία πίστης, με στάσεις στον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τους Πατριάρχες, τον Μωυσή και τον νόμο, τον Δαβίδ τον προφήτη και βασιλιά, τον Δανιήλ και τους τρεις Παίδες που νίκησαν τα στοιχεία της φύσης, τα λιοντάρια και την φωτιά, αλλά και τους άπιστους, άθεους και ειδωλολάτρες οι οποίοι με βάση την έπαρση της εξουσίας και της υπεροχής τους στην φιλοσοφία, τον κοσμοπολιτισμό, την ταχύτητα, το εμπόριο, το χρήμα, τα όπλα, θέλησαν κατά καιρούς να υποδουλώσουν, να εκμηδενίσουν, να συντρίψουν τους πιστούς! Κι όμως, οι Προπάτορες, επικεφαλής πίστης, αξιώθηκαν να φτάσουν την γενεαλογία τους μέχρι τον Χριστό!

Και έλαβαν δύο ανταμοιβές:  η πρώτη ήταν να προετοιμάσουν τον ειδωλολατρικό κόσμο με την σύμμειξη και το παράδειγμα στο να αναζητήσει έναν Θεό και όχι να μείνει στην πολυθεΐα! Να γίνουν οι προξενητές στον αρραβώνα του Θεού με την εξ εθνών Εκκλησία, διότι οι νοήμονες άνθρωποι, αλλά και οι κουρασμένοι από την φιληδονία, την θεοποίηση των παθών, την κακία και τον θάνατο ένιωθαν ότι αλλού βρισκόταν η σωτηρία και η αλήθεια! Και όταν ήρθε ο Χριστός, το “ιερό σχολείο” της οικουμένης (Μέγας Αθανάσιος), όπως ήταν οι Ιουδαίοι διά των Προπατόρων, έγινε η βάση ώστε ο Νόμος να συμπληρωθεί με την Αγάπη και η ανθρωπότητα να κάνει μία καινούργια αρχή. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος αποτέλεσε το πιο όμορφο δώρο της ανθρωπότητας στον Θεό, δώρο όμως που προήλθε εκ του σπέρματος των Προπατόρων, δείχνοντας σε όλους μας ότι η πίστη γίνεται αφορμή διαλόγου και προετοιμασίας των ανθρώπων για να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό, ενώ αυτό που δεν φαίνεται καν ότι υπάρχει, ένας άνθρωπος ασήμαντος, μία κοπέλα που κανείς δεν θα την γνώριζε αν ακολουθούσε τον συνήθη δρόμο των γυναικών κάθε εποχής, αξιώνεται να γίνει η πολυτιμοτάτη!

Στην δική μας αγωνία για δικαίωση, η Εκκλησία καθώς πλησιάζουμε στα Χριστούγεννα, μας προτείνει τον τρόπο των Προπατόρων. Ζητά από τον κάθε χριστιανό που ζει σε ανάλογους καιρούς απιστίας, αθεΐας, κακίας και φιληδονίας, οπότε οι άνθρωποι κάνουν θεό τον εαυτό τους, να γίνουμε οι  προξενητές στον αρραβώνα του Θεού με τον πλησίον. Να ζήσουμε την πίστη και να μιλήσουμε λόγοις και έργοις γι’ αυτήν στον κόσμο που δοκιμάζεται αλλά και κουράζεται από την απουσία νοήματος. Στην πολυθεΐα των καιρών, που έχουν ξαναβάλει στο προσκήνιο την έπαρση της εξουσίας, την υπεροχή στην διανοητική γνώση και φιλοσοφία, τον κοσμοπολιτισμό, το εμπόριο, το χρήμα, τα όπλα  εμείς να αντιτάσσουμε την πίστη στην καινή διαθήκη, αυτή της αγάπης που γίνεται ανάσταση! Χωρίς να αποκάμουμε από την απόρριψη, να εργαζόμαστε αυτό το “του Θεού εσμέν”! Και να αξιωθούμε, βλέποντας και ζώντας το παράδειγμα της Θεοτόκου, να λέμε το μεγάλο ΝΑΙ με την σειρά μας στην κλήση του Θεού να διαχειριζόμαστε κάθε στιγμή της ζωής μας με εμπιστοσύνη στην αγάπη Του. Παιδιά αυτού του κόσμου, να παλεύουμε στην Εκκλησία να γίνουμε και να είμαστε παιδιά του Θεού! Αυτή είναι η κορυφαία δικαίωση στην ζωή μας, αυτήν ας αναζητούμε!


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 13 Δεκεμβρίου 2020

Των Αγίων Προπατόρων