1/31/20

ΕΙΣ ΗΝ ΦΥΛΗΝ ΟΥΔΕΝ ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΜΩΥΣΗΣ ΕΛΑΛΗΣΕ




«Πρόδηλον γάρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἥν φυλήν οὐδέν περί ἱερωσύνης Μωυσῆς ἐλάλησεν» (Ἑβρ. 7, 14)
«Γιατί ὅλοι γνωρίζουμε πώς ὁ Κύριος γεννήθηκε ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα, γιά τήν ὁποία ὁ Μωυσῆς δέν  ἔκανε καθόλου λόγο γιά ἱερωσύνη»

            Ὅλα τά γεγονότα στήν ζωή τοῦ Κυρίου μας, χωρίς νά ἀφίστανται ἀπό τά δεδομένα τῆς ἀνθρώπινης φύσης δίχα ἁμαρτίας, ἔχουν ἕναν χαρακτῆρα ἀνακαίνισης. Εἶναι μία ἀνατροπή τῶν συμβάσεων, τίς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι ἔχουν συνηθίσει. Γεννιέται μέ φυσικό τρόπο, ἀλλά ἡ σύλληψίς του δέν γίνεται κατά τόν φυσικό τρόπο. Ἡ μητέρα Του γεννᾶ ἄνευ ὠδίνων. Καταδέχεται περιτομή, τό ὄνομά Του ὅμως «Ἰησοῦς» δέν εἶναι δοσμένο ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀλλά ἀπό τόν Θεό, καθώς ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, κατά τόν Εὐαγγελισμό, τό ζήτησε ἀπό τήν Παναγία καί ὁ ἴδιος ἀρχάγγελος ἐμφανίστηκε στό ὄνειρο τοῦ Ἰωσήφ γιά τήν θεραπεία τῶν λογισμῶν ἀμφιβολίας του καί ζήτησε τό ἴδιο ὄνομα ἀπό τόν προστάτη τῆς Θεοτόκου. Βαπτίζεται στόν Ἰορδάνη ποταμό καί βγαίνει ἀμέσως ἀπό τό νερό, καθώς δέν ἔχει κάποια ἁμαρτία νά ἐξομολογηθεῖ. Ὅλοι εὐλογοῦνται ἀπό τόν Πρόδρομο καί Αὐτός τόν εὐλογεῖ, ὅπως καί τά νερά τοῦ ποταμοῦ. Στήν διδασκαλία Του προσλαμβάνει τά ἀνθρώπινα καί τά ἀνακαινίζει, ἀνατρέποντας τήν ἀντίληψη πού ὁ κόσμος ἔχει γιά τό ποιό εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἀλήθειας. Ἀκόμη καί στόν θάνατο, παραιτεῖται ἑκούσια ἀπό τό δικαίωμα κατά ἄνθρωπον στήν ἀθανασία. Καί στήν ταφή Του  «ἡ σάρξ διαφθοράν οὐκ εἶδεν». Καί δέν παρέμεινε στόν Ἅδη, ἀλλά ἀναστήθηκε, γενόμενος πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Καί δέν ἔμεινε ὅμως μέ τήν φυσική Του παρουσία κοντά μας,  ἀλλά ἀνελήφθη στούς οὐρανούς. Καί θά ξαναέρθει «κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς», μέ τήν δική Του δύναμη!
            Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ἐπίσκεψή Του στόν ναό, γιά τήν τελετή τοῦ καθαρισμοῦ, τόν σαραντισμό, ὅπως ὀνομαζόταν. Κι ἐκεῖ ὁ Χριστός, ἀντί νά εὐλογηθεῖ ἀπό τόν ἱερέα Συμεών, Τόν εὐλογεῖ! Ἀντί νά Τόν περιμένει ὁ ἀρχιερέας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Τόν κρατᾶ στά χέρια του ὁ πλέον γηρασμένος, ὁ πρεσβύτης, αὐτός πού τελειώνει καί τήν ἱερατική του σταδιοδρομία καί τήν ζωή μετά ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή. Ὁ κόσμος πού παρέρχεται καί τό παιδίον νέον πού γίνεται ἡ ἀφετηρία τῆς καινούργιας ἐποχῆς. Ἀντί ὁ Συμεών νά δώσει εὐχές στήν νέα μητέρα καί νά μοιραστεῖ τήν χαρά τῆς γεννήσεως, τῆς προφητεύει δεινά, θάνατο, σημεῖον ἀντιλεγόμενον, τήν ῥομφαία πού θά διέλθει τήν ὕπαρξή της. Τίποτε ὅμως δέν θά εἶναι τό ἴδιο γιά τόν κόσμο καί τήν ζωή, μετά ἀπό αὐτά τά γεγονότα!
            Ἀλλά καί ἡ ἱερωσύνη πού ἔρχεται νά δώσει ὁ Χριστός εἶναι πλέον καινούργια. Μέχρι τότε οἱ ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων προέρχονταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Λευί, διότι σ’ αὐτήν δόθηκε ἀπό τόν Μωυσῆ τό δικαίωμα καί ἡ εὐλογία. Ὁ Χριστός ὅμως εἶναι «ἱερεύς εἰς τόν αἰῶνα», μολονότι καταγόταν ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἰούδα. Δείχνει ἔτσι στήν ἀνθρωπότητα ὅτι ἡ διακονία τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι ἕνα κλειστό ἐπάγγελμα, ἀλλά μία δωρεά πού δίδεται σέ ὅλους καί ὅτι ἐάν ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό, τότε λαμβάνουμε τήν πεμπτουσία τῆς ἱερωσύνης, πού εἶναι ἡ δοξολογία στόν Θεό γιά κάθε τι πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίδει, τήν προτροπή τῆς ἀντιπροσφορᾶς ὡς εὐγνωμοσύνης τῶν δώρων τοῦ κόσμου. Στήν θεία λειτουργία τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, στήν ζωή μας τῶν σχέσεών μας, τῶν ἀγαθῶν μας, τῆς καθημερινότητάς μας, τοῦ χρόνου μας τοῦ ἴδιου, τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀγάπης πού ὁ Θεός μᾶς δίδει καί τήν ἀνταπόδοση αὐτῆς τῆς ἀγάπης στόν συνάνθρωπο, στόν κόσμο, στόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό.
            Εἶχε λόγο ὁ Χριστός πού γεννήθηκε ἀπό τήν γενιά τοῦ Ἰούδα, δηλαδή ἀπό τήν γενιά τοῦ Δαβίδ. Ἐκπλήρωσε τήν προφητεία γιά τόν Μεσσία. Ὅμως προσέθεσε στόν ἑαυτό Του καί κατά συνέπειαν σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους πού θά Τόν ἀκολουθοῦσαν, τήν νέα ἱερωσύνη, πού καθιστοῦσε περιττή τήν θυσία τῶν ζώων. Διότι ἔγινε ὁ Ἴδιος θυσία γιά ὅλους μας, θυσία θανάτου πού ἔφερε ζωή, θυσία παραίτησης ἀπό τήν παντοδυναμία ἔναντι τοῦ κόσμου, θυσία ἐγκατάλειψης τοῦ ἑαυτοῦ Του ὡς ἀνθρώπου καί ἀπό τόν Θεό Πατέρα ἐπάνω στόν Σταυρό. Καί εἶναι ἡ πρόσληψη τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ προτροπή γιά μᾶς νά δοῦμε τήν ζωή μας καί νά τήν βιώσουμε μέ τήν εὐτυχία τῆς θυσίας γιά τόν συνάνθρωπο, μέ τήν ἔγνοια μας γιά ἐκεῖνον, μέ τό ἀγκάλιασμα τῆς συγχώρησης, μέ τήν συνύπαρξη στήν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας.
            Ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται στήν παιδικότητα τῆς ἡλικίας Του. Ὁ Συμεών βλέπει αὐτή τή νέα ἱερωσύνη στό βρέφος πού ἐναγκαλίζεται. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀκόμη στοιχεῖο τῆς ἱερωσύνης. Ἡ ἐπιστροφή μας ὄχι στήν χρονικότητα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἀλλά στήν νηπιότητα ὡς πρός τήν κακία, στό χαμόγελο γιά τήν κάλυψη τῆς μίας καί μοναδικῆς ἀνάγκης πού ὁ ἄνθρωπος ἔχει γιά νά ἐπιβιώσει καί νά εὐτυχήσει: τοῦ νά δώσει καί νά πάρει ἀγάπη. Στήν ἐλπίδα πού ἕνα παιδί πάντοτε φέρει μαζί του. Στήν μνήμη ὅτι στόν ναό τοῦ Θεοῦ βρίσκουμε τήν ἀληθινή μας οἰκογένεια. Στό ΝΑΙ σε ὅλους πού θέλουν νά ἀγκαλιάσουν ἕνα παιδί. Δέν εἶναι μόνο λόγος ἡ ἱερωσύνη. Εἶναι ἡ ἐπαναφορά μας στήν τρυφερότητα τῆς σχέσης μέ τόν πλησίον, ὅταν αὐτή στηρίζεται στήν χάρη τοῦ Θεοῦ, στήν ἀποδοχή τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἀξίας τῆς κάθε στιγμῆς! Διότι ὅταν κρατᾶμε στήν ἀγκαλιά μας ἕνα παιδί, δέν μᾶς νοιάζει τί σκεφτόμαστε πρίν ἤ μετά, ἀλλά χαιρόμαστε! Ἐκείνη ἡ στιγμή, ὅσο κι ἄν κρατήσει, μόνο χαρά περικλείει! Κι αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς ἱερωσύνης! Νά  δώσει τήν χαρά τοῦ Θεοῦ!
            Ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς γίνεται διά τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ὡς τῆς ὄντως ἀγάπης καί τῆς ὄντως ζωῆς! Ἄς μή τό λησμονοῦμε στήν καθημερινότητά μας. Ἄς μή μένουμε στούς τύπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἄς δοῦμε τήν ἱερωσύνη, κλῆρος καί λαός, τόσο τήν βαπτισματική πού λάβαμε ὅλοι, ὅσο καί τήν χαρισματική πού ἡ Ἐκκλησία διά τοῦ ἐπισκόπου προσφέρει  πρός εὐλογίαν τῶν πολλῶν,  ὡς εὐχαριστία καί θυσία, ἀλλά καί ὡς τήν ἀλήθεια γιά τήν πορεία τήν ὁποία κληθήκαμε νά ἀκολουθήσουμε. Ζῶντας τόν Χριστό καί μέ τήν βοήθειά Του, ἐπικαλούμενοι τήν παρουσία Του, ἄς τόν κρατοῦμε στήν ἀγκαλιά τῆς ὕπαρξής μας κοινωνῶντας Τον στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἔνθυμούμενοι ὅτι κληθήκαμε νά ζήσουμε τήν ζωή μας μέχρι τήν τελευταία της στιγμή, μέχρι τό «νῦν ἀπολύεις» περιμένοντας τόν ἁγιασμό μας, ὅπως ὁ Συμεών. Καί ἄς γίνει ἡ ζωή μας μία συνεχής προσπάθεια ὑπαπαντῆς, συνάντησής μας μέ τόν Χριστό ἐν τῇ ἀγάπῃ πού δίνει χαρά αἰωνιότητας!

Κέρκυρα, 2 Φεβρουαρίου 2020
Τῆς Ὑπαπαντῆς   

1/28/20

«ΤΟΥΣ ΑΚΡΑΙΦΝΕΣΤΑΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ...»




                Έχουμε ανάγκη στη ζωή μας μορφές όπως αυτές των Τριών Ιεραρχών;
         Στην υμνολογία της εορτής τους στις 30 Ιανουαρίου τους αποκαλούμε, μεταξύ άλλων,  «ακραιφνεστάτους θεολόγους», γνήσιους, αυθεντικούς, ακέραιους θεολόγους. Θεολόγος σημαίνει όχι απλώς αυτός που κάνει λόγο για τον Θεό, αλλά αυτός που ζει τον Θεό. Είναι όποιος ελεύθερα διάλεξε να είναι ο Θεός η πρώτη προτεραιότητα της καρδιάς και της ζωής του και Τον άφησε να διαμορφώσει την πορεία μέσα στον χρόνο.
Τι έκαναν ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος;  Έζησαν τον Θεό και το έδειξαν με μία σειρά πράξεων που τους κατέστησαν αληθινά φαινόμενα τόσο για τον κόσμο όσο και για την Εκκλησία. Μορφώθηκαν και την κατά κόσμον και την κατά Θεόν μόρφωση. Δεν υπήρχε γνώση του καιρού τους που να μην κατέχουν σε όλες τις επιστήμες, θεωρητικές και πρακτικές, ανθρωπιστικές και θετικές. Ακόμη και την ιατρική κατείχαν, ιδίως ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος την άσκησε στην πράξη περιθάλποντας συνανθρώπους απόβλητους, όπως οι λεπροί. Η γνώση όμως την οποία έλαβαν και αυτή την οποία προσέθεσαν στην πορεία τους δεν τους έκανε υπερήφανους στην σκέψη, διανοούμενους που θεωρητικά μπορούν να λύσουν κάθε ανθρώπινο πρόβλημα, αλλά τους οδήγησε να αφιερωθούν στον Θεό, αρχικά να ασκητέψουν στην έρημο  και στη συνέχεια να γίνουν ιερείς και επίσκοποι της Εκκλησίας με σκοπό να μοιραστούν ό,τι προσέλαβαν. Διότι αληθινό είναι ό,τι μοιραζόμαστε και όχι ό,τι κρατάμε για τον εαυτό μας, και διά της αληθείας ο άνθρωπος παλεύει όχι απλώς να βελτιώσει τον κόσμο, αλλά να τον μεταμορφώσει. Η πραγματική όμως μεταμόρφωση έρχεται όταν στον κόσμο επέρχεται το θέλημα του Θεού, που είναι η αγάπη!
Και προσέφεραν λόγο, μόρφωση, τροφή, στέγη, περίθαλψη, ενδυμασία, κυρίως όμως αλήθεια και αγάπη και ελπίδα ουρανού και αιωνιότητας, τουτέστιν Χριστό στους ανθρώπους. Τελούσαν οι ίδιοι αδιαλείπτως την θεία λειτουργία, που σημαίνει ότι εναπέθεταν τα πάντα στον Θεό και έδιναν τον Χριστό ως τροφή και ζωή στους άλλους. Και με το ήθος τους που ήταν δυναμικό, μαρτυρικό, καθαρό, χωρίς περιττές διπλωματίες, έλεγαν τι χρειάζεται αληθινά ο άνθρωπος: Θεό, αγάπη, ελευθερία! Και όταν χρειάστηκε, υπερασπίστηκαν την πίστη και το ήθος τους με παρρησία, με αυταπάρνηση, χωρίς να νοιαστούν για θέσεις και αξιώματα, χωρίς να φοβηθούν ακόμη και όσους εντός της Εκκλησίας επέλεγαν εύκολους δρόμους: της ταύτισης με την εκκοσμίκευση των καιρών, την πρόταξη της εξουσίας χωρίς αλήθεια, την σύνδεση με τους ισχυρούς που ελέγχονταν και γι’  αυτό αντιδρούσαν από την αυθεντικότητα των Τριών Ιεραρχών.  
Οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες προσέφεραν παιδεία με τον λόγο, τα έργα τους, το ήθος τους. Μ’  αυτό δηλαδή που ήταν! Διότι όλη η ύπαρξή τους μιλούσε γι’  αυτό που έδιναν και ουσιαστικά καλούσαν τους συνανθρώπους τους να ζήσουν. Σε μία εποχή στην οποία παιδεία είναι μόνο η γνώση και η επαφή με τον πολιτισμό των καιρών μας, συχνά διανοητικά και ελάχιστα καρδιακά, οι άγιοι που άλλαξαν τον κόσμο της εποχής τους και μας άφησαν αυθεντικότητα χάρις στην κοινωνία με τον Θεό, μας ωθούν να ξαναδούμε την πορεία μας.
 Μεγαλύτεροι και νεώτεροι, γονείς, εκπαιδευτικοί, εκκλησιαστικοί ταγοί, καθημερινοί άνθρωποι, πολιτικοί και επιστήμονες, άνδρες και γυναίκες έχουμε ανάγκη να διδαχτούμε, να επικαλεστούμε, να προβληματιστούμε. Τουλάχιστον, ας τους τιμήσουμε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
               στο φύλλο της Τετάρτης 29 Ιανουαρίου 2020

1/25/20

ΤΥΠΟΣ ΓΙΝΟΥ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ


«Μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω, ἀλλά τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἀγνείᾳ» (Α’Τιμ. 4, 12)
«Κανείς να μη σε καταφρονεί που είσαι ακόμη νέος. Αντίθετα, να γίνεις υπόδειγμα για τους πιστούς με το λόγο, με τη συμπεριφορά σου, με την αγάπη, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητα».


            
         Απαιτητική είναι η πίστη μας ως προς το ήθος το οποίο καλούμαστε να έχουμε και να φανερώνουμε προς τους συνανθρώπους μας. Δεν είναι ζήτημα επίδειξης, να φαινόμαστε κάποιοι, να είναι η ηθική μας εμφανής στο επίπεδο της συμπεριφοράς και αυτό είναι αρκετό. Είναι η βίωση της αλήθειας του Χριστού μία συνεχής πρόκληση αγώνα για μεταμόρφωση του εαυτού μας με την βοήθεια της χάριτος του Θεού, ώστε και οι άλλοι άνθρωποι κοντά μας να νιώθουν ότι η καρδιά μας χτυπά για Θεό. Η ζωή μας ξεδιψά από την σχέση με τον Θεό και προσφέρουμε από το ξεδίψασμά μας και στους άλλους. Και αυτό μας καθιστά «τύπους», υποδείγματα.
            Την προτροπή αυτή την απευθύνει ο απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο της Εφέσου. Την απευθύνει σε όσους εκπροσωπούν τους ανθρώπους στον Θεό, τους επισκόπους, τους ιερείς, τους μοναχούς. Την απευθύνει όμως και στον καθέναν από μας χωριστά, διότι η χριστιανική ζωή είναι για όλους.
            Εν λόγω. Τα λόγια μας να είναι αυθεντικά. Δεν είναι μόνο η αποφυγή της αμαρτίας με την άρνηση της αισχρολογίας και της ανηθικότητας. Είναι κυρίως το να βγαίνει από το στόμα μας αγάπη. Να είναι τρυφερά και ειλικρινή τα ρήματά μας. Να δείχνουν έγνοια για τον άλλον, κυρίως όμως για την αλήθεια. Να μην είναι λόγια σκληρά, αλλά λόγια διακριτικά. Να εκφράζουν ειλικρινές ενδιαφέρον για την πορεία του άλλου, να μαλώνουν με γλυκύτητα όπου χρειάζεται και να μη υποτιμούν το πρόσωπο. Να είναι λόγια που δείχνουν την αμαρτία και δεν κατακρίνουν την καρδιά και το μέλλον του άλλου ανθρώπου. Να είναι λόγια που ζητούν διάλογο και όχι μονόλογο. Να είναι λόγια που προέρχονται από χαρούμενη καρδιά, διότι αυτός που νοιάζεται για τον άλλον χαίρεται!
            Εν αναστροφή. Δεν αρκεί ο λόγος. Χρειάζεται και ο τρόπος της συναναστροφής μας να αποπνέει Θεό. Να μην είναι τρόπος ματαιότητας. τρόπος που μόνο σκοτώνει τον χρόνο. Τρόπος που ζητά υποταγή από τον άλλον, αλλά τρόπος προσφοράς, έγνοιας, αγάπης. Τρόπος που δίνει και δεν μένει μόνο στο να λαμβάνει, μολονότι κι αυτό είναι ανθρώπινο. Τρόπος που συγχωρεί και δεν εκδικείται. Τρόπος που δεν αποκλείει κανέναν από την κοινωνικότητα και την συντροφικότητα. Τρόπος καρδιάς ανοιχτής στον πλησίον.
            Εν αγάπη. Η αγάπη φαίνεται όταν δεν λειτουργούμε με γνώμονα το συμφέρον μας, αλλά την πρόοδο όλων. Όταν είμαστε πρόθυμοι για τον άλλον. Όταν δεν ζητούμε την δικαίωσή μας, αλλά την συμπόρευση, ακόμη κι αν ο άλλος μας δυσκολεύει. Όταν ο τελικός σκοπός κάθε σχέσης μας είναι να μη σκανδαλισθεί ο άλλος και αφήσει τον Χριστό, αλλά να νιώσει ότι η έγνοια μας είναι ο Θεός να μιλήσει στην καρδιά του. Όταν είμαστε πρόθυμοι να σηκώσουμε λίγο τον σταυρό και το φορτίο του.
            Εν πνεύματι. Η πνευματικότητα φαίνεται όταν δεν μένουμε στα του κόσμου τούτου, στις βιοτικές μέριμνες, στο τι δεν έχουν κάνει οι άλλοι για μας, αλλά βλέπουμε την πορεία της ζωής με βάση τι μπορούμε να κάνουμε εμείς γι  αυτούς. Φαίνεται στην μετάνοια για τα λάθη μας, στην αυτογνωσία την οποία παλεύουμε να αποκτήσουμε, στην προσευχή που είναι η τροφοδοσία της καρδιάς και του νου μας. Φαίνεται στο «γενηθήτω το θέλημά σου», στο «ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
            Εν πίστει. Η πίστη φαίνεται στην γνώση και την βίωση των δογμάτων της αληθείας. Στο ανυποχώρητο στην αλήθεια. Φαίνεται όμως και στην επιμονή να διατηρούμε στην υπομονή στις δυσκολίες μας. Στην εναπόθεση της ελπίδας μας στον Θεό. Στην συμμετοχή μας στην ζωή της Εκκλησίας. Στην βαθιά ανάσα που παίρνουμε και συνεχίζουμε τον αγώνα μας. Στο μέτρο που έχουμε στην χαρά και στην λύπη.  
            Εν αγνεία. Η αγνότητα φαίνεται όταν θέλουμε να βλέπουμε στον κάθε άνθρωπο την καλή του όψη, την νηπιότητα ως προς την κακία, όταν δίνουμε δεύτερη ευκαιρία εκεί όπου μας το ζητούνε, όταν δεν βλέπουμε τον άλλο ως σκεύος ηδονής, ως αντικείμενο εκμετάλλευσης, όταν δεν θεοποιούμε τις σωματικές μας ανάγκες, όταν είμαστε πιστοί στις σχέσεις μας, όταν δεν είναι η προβολή της εικόνας μας και η πρόκληση διά του σώματός μας της φιληδονίας των άλλων, όταν δεν κυριαρχεί στην ύπαρξή μας η φιλαρέσκεια.
            Όλος αυτός ο αγώνας έρχεται σε μία πραγματικότητα στην οποία η πίστη θεωρείται περιθώριο. Θεωρείται οπισθοδρόμηση. Όμως η πίστη μάς κάνει να βλέπουμε τον εαυτό μας με γνώμονα την συνείδησή μας, την φωνή του Θεού εντός μας και, την ίδια στιγμή, να προχωρούμε με κριτήριο την μετοχή μας στην Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού. Ακόμη κι αυτοί που λοιδορούν τους χριστιανούς τότε, έρχεται η ώρα που αναγνωρίζουν την διαφορετικότητά μας και ότι η πίστη μάς κάνει να ζούμε μία αλλιώτικη ζωή, πιο ελπιδοφόρα, πιο ζεστή πιο αγαπητική.
Δεν είμαστε μόνοι μας. Προηγούνται ημών οι άγιοι. Έχουμε την χάρη του Πνεύματος. Και είμαστε όλοι μαζί στην από κοινού πορεία για να γίνει η γη ουρανός!

Κέρκυρα, 26 Ιανουαρίου 2020
ΙΕ’ Λουκά

1/21/20

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΥΖΗΤΙΕΤΑΙ...


Το κατέβασμα των αφισών για το αγέννητο παιδί από το μετρό της Αθήνας, με πολιτική απόφαση, ύστερα από πιέσεις συγκεκριμένων ομάδων, έφερε στο προσκήνιο το ερώτημα για το τι μπορεί να συζητηθεί και τι όχι στην κοινωνία μας. Πόση ισχυρή είναι μια δημοκρατία όταν λογοκρίνει τις απόψεις όσων δεν συμφωνούν με την πολιτική ορθότητα;  Ένας νόμος είναι θέσφατος; Δεν υπάρχει δεύτερη άποψη; Αν αυτό ισχύει, τότε ποιο είναι το νόημα να μιλούμε για ελευθερία του λόγου, όταν υπάρχουν θέσεις οι οποίες εκ των προτέρων έχουν αποκλειστεί από τον δημόσιο διάλογο;
Πριν από μερικά χρόνια στο Λονδίνο ο διάσημος Άγγλος βιολόγος και συγγραφέας Ρίτσαρντ Ντώκινς, επικεφαλής μιας ομάδας αθέων, έκαναν μια διαφημιστική καμπάνια στα κόκκινα λεωφορεία της αγγλικής πρωτεύουσας με θέμα:  «πιθανότατα δεν υπάρχει θεός, οπότε χαρείτε την ζωή σας». Δεν διανοήθηκε κάποιος να μην επιτρέψει την δεδομένα συγκρουσιακή με την πίστη των περισσότερων Βρετανών αντίληψη του Ντώκινς και να κατεβάσει τις αφίσες και τα συνθήματα στον προβλεπόμενο χώρο των λεωφορείων, που κινούνταν στην μεγάλη πόλη. Η καμπάνια έκανε τον κύκλο της, συζητήθηκε και δεν συνεχίστηκε.
Δεν θέλουμε να συζητάμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, με ευθύνη, τις περισσότερες φορές, των αποκαλούμενων «προοδευτικών», οι οποίοι έχουν αναγάγει τις θέσεις τους σε θέσφατες, δεν ενδιαφέρονται  για την πειστικότητα των επιχειρημάτων τους και θεωρούν ορθότερο να μην ακούγονται οι απόψεις όσων διαφωνούν μ’  αυτούς, βγάζοντας φόβο και ανασφάλεια. Αντιθέτως, προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς που δεν τους τιμούν, διότι δείχνουν ότι όχι μόνο δεν έχουν καταλάβει τι υποστηρίζουν οι άλλοι, αλλά ούτε καν έχουν διαβάσει τα επιχειρήματά τους. Επειδή διαφωνείτε μαζί μας, δεν πρέπει να έχετε δημόσιο λόγο. Το μονοπώλιο της αλήθειας...
Η αντίληψη αυτή είναι απλωμένη και σε άλλους τομείς της κοινωνίας μας. Για παράδειγμα, στην οικογένεια. Οι γονείς αισθάνονται δυσκολία να συζητήσουν με τα παιδιά τους, ιδίως όταν αυτά βρίσκονται στην εφηβεία. Δεν έχουν την υπομονή οι μεγάλοι να αντέξουν την εφηβική αμφισβήτηση, κάποτε και επιχειρήματα που είναι εντελώς συναισθηματικά, στιγμιαία, γενικά, άδικα. Αντί να πείσουν όμως, απαγορεύουν την συζήτηση. Δείχνουν έτσι ένα πρόσωπο φοβικό. Αφήνουν τα παιδιά με πολλά παράπονα και, κυρίως, με την αντίληψη ότι οι γονείς δεν συζητούνε. Το ότι θα υπάρχει διάλογος, δεν σημαίνει ότι κατ’  ανάγκην θα υπάρχει συμφωνία. Δεν χρειάζεται προφανώς οι γονείς να ικανοποιήσουν αιτήματα ή να αποδεχτούν επιχειρήματα. Χρειάζεται όμως να ακούσουν. Να νιώσουν ότι υπάρχει κι άλλη άποψη, με σεβασμό που δεν μειώνει.
Αντίστοιχες νοοτροπίες καλλιεργούνται από φοβικούς ανθρώπους και στην εκκλησιαστική πραγματικότητα. Ένας δογματισμός που αρνείται αναζητήσεις και αμφιβολίες, που αρνείται την  άλλη πλευρά, μία εμμονή στο θέσφατο των απόψεων το οποίο βαφτίζεται «αλήθεια», ενώ είναι «η αλήθεια μας» και όχι κατ’  ανάγκην η μόνη αλήθεια, οδηγεί σε απόρριψη των άλλων πριν καν ακουστούν. Αλλά και στην πολιτική και στην φιλοσοφία και στην εργασία και στο σχολείο, σε κάθε μορφή συνύπαρξης και κοινωνίας, αν δεν μάθουμε να λέμε και να πιστεύουμε ότι «ελάτε να συζητήσουμε», η ποιότητα της κριτικής μας σκέψης  θα παραμένει υποβαθμισμένη και η πόρτα της αυθεντικής κοινωνικότητας θα παραμένει κλειστή.
«Ελάτε όπως είστε», είχε πει ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στους νέους σχεδόν είκοσι χρόνια πριν.  Ας τον θυμηθούμε στην πράξη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 22 Ιανουαρίου 2020

1/17/20

Η ΚΑΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙA



“Νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καί τήν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία, δι᾽ ἅ ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας” (Κολοσ. 3, 5-6)
“Απονεκρώστε λοιπόν ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν. Την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σε κείνους που δε θέλουν να πιστέψουν”

Ο πολιτισμός μας αποθεώνει την επιθυμία. Πρώτα την έχει απενοχοποιήσει από ένα αρνητικό φορτίο, το οποίο έφερε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, καθώς εκείνοι μιλούσαν για μέτρο, μιλούσαν για τον νου που πρέπει να ηγεμονεύει στο “επιθυμητικό” μέρος της ψυχής, δηλαδή να μην επιτρέπει στην επιθυμία να δεσπόζει του ανθρώπου οδηγώντας τον στην κυριαρχία του σώματος, αλλά και του εφήμερου. Για τους αρχαίους η τρυφή, η πολυτέλεια, η φιληδονία δεν θεωρούνταν επιθυμητές καταστάσεις, αλλά στοιχεία ζωής που κατά βάθος δεν είχε νόημα. Η επιθυμία απομάκρυνε τον άνθρωπο από την αλήθεια, από το νόημα της ζωής, από την δυνατότητα να πλησιάσει το αγαθό, δηλαδή τον Θεό. Και γι’ αυτό η παιδεία είχε ως στόχο να καλλιεργήσει χαρακτήρες οι οποίοι θα έβλεπαν την προτεραιότητα του συλλογικού, της πόλης δηλαδή, όπως επίσης και σε ατομικό επίπεδο θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι να φιλοσοφούν την ζωή τους, να γνωρίζουν δηλαδή ότι υπάρχει μία ανώτερη αλήθεια, διά της οποίας θα ζήσουν με πληρότητα στην ύπαρξή τους. 
Ο πολιτισμός μας παρέλαβε και την στάση ζωής της χριστιανικής παράδοσης, η οποία διαχωρίζει την επιθυμία σε καλή και κακή. Καλή είναι η επιθυμία της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, καλή είναι η επιθυμία της κοινωνίας με τον ουρανό, καλή είναι η απόφαση να νικηθούν τα πάθη στις ρίζες τους και να μεταμορφωθούν σε δίψα για Θεό και αλήθεια. Για παράδειγμα, ο θυμός που έχει να κάνει με την κατάκριση του άλλου, με την απόρριψή του επειδή δεν είναι όπως τον θέλουμε, να γίνει αφορμή δημιουργικότητας, ιεραποστολής για την αλήθεια, μάχη πνευματική με όπλο την ταπείνωση. Κακή είναι η επιθυμία που κρατά τον άνθρωπο προσκολλημένο στον παρόντα κόσμο και χρόνο, που τον ρίχνει σε ένα ήθος χωρίς Θεό, που καθιστά την καρδιά του έρμαιο των παρορμήσεών του, των αναγκών του, συνήθως τεχνητών, που τον καθιστά καταναλωτή εμπειριών που δεν μας επιτρέπουν να ζούμε την αλήθεια, που καθιστούν το σώμα του ανθρώπου κυρίαρχο στον νου του, άνευ όμως αγάπης.
Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος τονίζει, γράφοντας στους Κολοσσαείς, ότι χρειάζεται νέκρωση των στοιχείων εκείνων που κρατούν τον χριστιανό εγκλωβισμένο στα παρόντα του κόσμου: να αφήσουμε οι χριστιανοί στην άκρη την πορνεία, δηλαδή την ηδονή για την ηδονή, συνήθως με ανθρώπους που δεν έχουμε σχέση μαζί τους, την ακαθαρσία, δηλαδή κάθε τι που μολύνει τον λογισμό του νου και στην συνέχεια καθιστά το σώμα έρμαιο των επιθυμιών που δεν οδηγούν στην κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον, το πάθος, δηλαδή κάθε εξάρτηση από τις επιθυμίες μας, την κακή επιθυμία που μας οδηγεί να ζούμε ως καταναλωτές των τερπνών του κόσμου, αλλά και των αναγκών μας (ζούμε για να τρώμε, για να απολαμβάνουμε, για να ξεκουραζόμαστε, για να ξοδεύουμε τον χρόνο μας σαν να μην έχουμε όριο, για να επικρατήσουμε, για να δοξαστούμε) και, τέλος, την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία, διότι μας κάνει να λατρεύουμε το χρήμα και τα υλικά αγαθά ως θεότητες που μαζί τους απολαμβάνουμε και που ποτέ δεν μας φτάνουν. Η επιθυμία γίνεται για μας η παγίδα του διαβόλου, για να μας απομακρύνει από την σχέση με τον Θεό, για να μας οδηγήσει στην πτωτική κατάσταση της αυτοθέωσης. 
Ο πολιτισμός μας έρχεται να τονίσει ότι η επιθυμία, όταν δεν βλάπτει εμφανώς τον άλλον, όταν δηλαδή δεν παραβιάζει τα δικαιώματά του με τρόπο που να προκαλείται κακό στην ελευθερία και την αξιοπρέπειά του, δεν χρειάζεται να έχει ηθικό περιεχόμενο με βάση τον χριστιανισμό και την φιλοσοφία. Η επιθυμία είναι η αρχή της ευτυχίας για τον άνθρωπο. Έχοντας απορρίψει τον Θεό και το χρονικό όριο της ζωής, εφόσον για τον πολιτισμό μας ο θάνατος είναι το τέρμα, τα πάντα είναι “μια ζωή την έχουμε”. Επομένως, η εκπλήρωση της επιθυμίας είναι το κλειδί. Και γι’ αυτό ο κόσμος μας είναι στηριγμένος σε ένα διαρκές “θέλω”, η ικανοποίηση του οποίου καθίσταται δικαίωμα. Γι’ αυτό και έχει διαγραφεί από το λεξιλόγιό μας η αμαρτία. Δεν υπάρχουν επιθυμίες που να απορρίπτονται, καθώς δεν υφίσταται για τον σύγχρονο άνθρωπο το Ευαγγέλιο ως βάση της ζωής και της πορείας του.  Η επιθυμία μας καθιστά μικρούς θεούς, ακριβώς διότι μας κάνει να γευόμαστε την απόλαυση στο σώμα μας, που τα αποτελέσματά της είναι εμφανή.
Η αλήθεια όμως δεν είναι ευχάριστη γι’ αυτή την στάση ζωής. Πρώτον, δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι την δυνατότητα να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες που ο καταναλωτικός πολιτισμός μάς τις καθιστά αναγκαίες. Έτσι έχουμε εισέλθει στην νέα μεγάλη πλάνη: αυτής της εικονικής ικανοποίησης διά του διαδικτύου και της εικόνας. Αφού δεν μπορούμε να έχουμε όλα όσα ο πολιτισμός μας μάς προβάλλει ως πρότυπα και που έχουν να κάνουν με την πορνεία, την ακαθαρσία του νου, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, μπορούμε να τα βλέπουμε, να μετέχουμε εικονικά σ’ αυτά και μάλιστα σε απεριόριστο χρόνο.  Ακόμη κι έτσι όμως δεν θα μπορέσουμε να γίνουμε ευτυχισμένοι, διότι θα μας λείπουν αυτά που νοηματοδοτούν την ζωή: η αγάπη, η έγνοια, η έξοδος από το εγώ, το μέτρο, η αλήθεια. Θα μας λείπει ο Θεός που αφήσαμε στην άκρη. Και την ίδια στιγμή ο θάνατος που καραδοκεί θα μας υπενθυμίζει τα όριά μας. Το σώμα μας κουράζεται από το ψεύτικο και μας ανταποδίδει με φθορά και πόνο την αδιαφορία μας για το μέτρο που το ξεκουράζει.
Χρειάζεται λοιπόν επιστροφή στην παράδοση του μέτρου, της άσκησης, της διάθεσης με άλλον τρόπο του χρόνου και των προτεραιοτήτων μας. Είναι ουτοπία να λέμε ότι δεν θα μετέχουμε στον πολιτισμό μας. Αν δεν τον μπολιάσουμε όμως με την πίστη, την αγάπη, τον αγώνα να νικήσουμε τα πάθη μας και να μην κυριαρχήσει η κακή επιθυμία, τότε θα μας ξεφύγει το νόημα της ζωής. Και αν δεν επέλθει η ανάπτυξη της σύνολης ύπαρξης, ψυχής και σώματος, τότε ο χρόνος θα λειτουργήσει αδυσσώπητα εις βάρος μας, καθώς θα μας κάνει να τρέχουμε για να ικανοποιήσουμε αυτό που δεν δίνει ευτυχία, ενώ θα έχουμε χάσει την αλήθεια. Χρειαζόμαστε Θεό!

Κέρκυρα, 19 Ιανουαρίου 2020
Κυριακή ΙΒ’ Λουκά


1/15/20

ΦΟΒΑΜΑΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ, ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΠΩΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΘΩ...



                Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο φόβος να μιλήσουμε στον άλλον γι’  αυτό που αισθανόμαστε, γι’  αυτό που σκεφτόμαστε, γι’  αυτό που θέλουμε. Ο φόβος έχει να κάνει με την παρεξήγηση, ότι δηλαδή ο άλλος δεν θα καταλάβει τι εννοούμε ή ότι θα  εκλάβει την σκέψη, την παρατήρηση, την κριτική μας, την όποια αλήθεια μας ως αμφισβήτηση όχι συγκεκριμένων πράξεων ή χαρακτηριστικών του, αλλά του προσώπου του εν γένει, θα αμυνθεί, θα μας αντεπιτεθεί κάνοντας κριτική για ανάλογα δικά μας ελαττώματα, με αποτέλεσμα η σχέση να κινδυνεύει.
                Πόση αυθεντικότητα όμως μπορεί να έχει μία σχέση στην οποία η αλήθεια αποκρύβεται, για να μην δυσαρεστηθεί ο άλλος;  Η αλήθεια αποκρύβεται το όνομα της αγάπης;
                Είναι άλλο η υπομονή και η μετά ταπεινότητος διάκριση και άλλο η δειλία. Κάθε σχέση εμπεριέχει και ένα ρίσκο, το οποίο πηγάζει από το γεγονός ότι όταν αγαπούμε θέλουμε ο άλλος να γίνει καλύτερος, όχι κατ’  ανάγκη να κάνει αυτό που του ζητούμε γιατί η αλήθεια μας και μόνο είναι σωστή, αλλά διότι νοιαζόμαστε αληθινά γι’  αυτόν και όταν βλέπουμε κάτι που δεν τον βοηθά, αισθανόμαστε την ανάγκη να το μοιραστούμε μαζί του. Προφανώς παίζει ρόλο ο τόνος και ο τρόπος της επισήμανσης. Η επιθετικότητα δεν βοηθά, όπως επίσης ούτε και η απαίτηση. Όμως δεν βοηθά και η απόκρυψη. Αν ο άλλος έχει εγωισμό σε τέτοια ένταση, τότε η σχέση έτσι κι αλλιώς είναι ανισομερής. Αν βεβαίως έχουμε πάρει απόφαση να ανεχτούμε οτιδήποτε ο άλλος είναι και κάνει και αυτός είναι ένας δρόμος αγιότητος και υπομονής, τότε μπορούμε να σιωπήσουμε, αν και δεν βοηθάμε, σε βάθος χρόνου, τον άλλον να δει τον εαυτό του. Επειδή όμως είμαστε άνθρωποι με όρια και μέτρα και συγκεκριμένες αντοχές, το να προσποιούμαστε τους αγίους, τους υπομονετικούς, τους ανεξίκακους, ενώ ο λογισμός μας μάς ταλαιπωρεί, δεν ωφελεί σε τίποτα, διότι κάποια στιγμή όλη η εικόνα, την οποία με επιμέλεια προσπαθούμε να χτίσουμε, θα καταρρεύσει, αργά ή γρήγορα.
                Το μεγάλο πρόβλημα είναι η απαίτηση, το να καθιστούμε συνήθως δευτερεύοντα στοιχεία χαρακτήρα ή συμπεριφοράς, κόκκινες γραμμές. Το να καλλιεργούμε εντός μας τον δαιμονικό λογισμό ότι δεν αντέχουμε τον άλλον επειδή είναι έτσι ή αλλιώς και να παραθεωρούμε την αγάπη που καλούμαστε να έχουμε ή με την οποία έχουμε χτίσει την σχέση. Κανείς δεν είναι αλάνθαστος. Η αυτοθυματοποίησή μας όμως και η συνεχής γκρίνια ότι δεν αντέχουμε τον άλλον επειδή έχει κάποιο ελάττωμα, οδηγεί στην υπονόμευση και την διάλυση της ομορφιάς της σχέσης.
                Ο φόβος του να μείνουμε μόνοι κάποτε μας κάνει να σιωπούμε, ιδίως απέναντι σε συμπεριφορές που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, όπως η προσβολή της αξιοπρέπειας ή η αυτοκαταστροφικότητα, διά του αλκοόλ ή των ναρκωτικών ή της κατάθλιψης. Εκεί χρειάζεται προσευχή, αποφασιστικότητα και αλήθεια και κάποτε και δύσκολες λύσεις. Στα λιγότερο σημαντικά όμως, ας μιλούμε με διάκριση και αγάπη, ώστε τουλάχιστον ο άλλος να γνωρίζει τι μας ενοχλεί. Αν φύγει, σημαίνει ότι δεν αγαπά αληθινά. Αν δεν αλλάξει άμεσα, σημαίνει ότι μπορεί να θέλει τον χρόνο του. Αν δεν αλλάξει καθόλου, ας βάλουμε την αγάπη ψηλότερα. Η πίστη βοηθά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 15 Ιανουαρίου 2020

1/11/20

ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ


«Μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 13)
«Έτσι θα καταλήξουμε όλοι στην ενότητα που δίνει η πίστη και η βαθιά γνώση του Υιού του Θεού, θα γίνουμε ώριμοι και θα φτάσουμε στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός»

Ένα από τα ζητήματα που δεν μας απασχολούν στους καιρούς μας είναι η ενότητα. Τόσο σε οικογενειακό, όσο και σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό, ο καθένας διεκδικεί το δικαίωμα να έχει τη άποψή του για την ζωή του, για το τι είναι σωστό και τι όχι και δεν είναι διατεθειμένος εύκολα να κάνει υποχωρήσεις, ώστε να αποδεχθεί και τις απόψεις των άλλων και να συμπορευθεί μαζί τους. Η ανάγκη και η εξουσία επιβάλλουν ενότητα, τουλάχιστον στο φαίνεσθαι. Στην πραγματικότητα, η διάσπαση και η σύγκρουση καραδοκούν. Όταν το θέλημά μας, για διαφόρους λόγους, ικανοποιείται, τότε δεν διαμαρτυρόμαστε, δεν γκρινιάζουμε, δεν στενοχωριόμαστε. Μόλις όμως δούμε ότι υπάρχει άλλη άποψη, άλλο θέλημα, άλλη επιθυμία που συγκρούονται με τα δικά μας, τότε ο διχασμός επέρχεται. Χωρίς όμως την ενότητα, δεν επέρχεται η ωριμότητα, αλλά ούτε και η τελειότητα σε οποιαδήποτε κοινωνική, οικογενειακή, διαπροσωπική πραγματικότητα.
Ίσως εδώ κρύβεται η απάντηση, γιατί δεν μας ενδιαφέρει η ενότητα. Διότι έχουμε πάψει να ασχολούμαστε με την ωριμότητα ως στόχο της ύπαρξής μας. Οι άνθρωποι διαπνεόμαστε από μία εφηβική νοοτροπία. Ο έφηβος τα θέλει όλα δικά του και είναι λογικό αυτό, διότι τώρα γνωρίζει τον κόσμο, θέλει να διαφοροποιηθεί από την ταυτότητα των γονέων του, αλλά και παροτρύνεται από την εποχή μας που του λέει ότι πρέπει να ικανοποιήσει όλες του τις επιθυμίες για να είναι ευτυχισμένος. Η εφηβική νοοτροπία όμως έχει μεταφερθεί και στους μεγαλύτερους, με αποτέλεσμα η αντίληψη ότι δεν έχουμε ως στόχο την ωριμότητα, αλλά  την αυτάρκεια και την καλοπέραση, να διαλύει και το αίτημα της ενότητας. Γιατί να μας ενδιαφέρει να πορευόμαστε μαζί με τους άλλους, όταν αναγκαστικά θα πρέπει να συμβιβαστούμε, δηλαδή να θέσουμε όρια στις δικές μας θέσεις και επιθυμίες, προκειμένου αμοιβαία να προχωρήσουμε;
Στην πίστη την οδό της ενότητας μάς την χαράζουν οι δύο πνευματικοί μας πυλώνες: η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση. Κανένας από αυτούς τους δύο πυλώνες δεν λειτουργεί όμως αυτόνομα, αλλά εντός της Εκκλησίας. Η Εκκλησία ανά τους αιώνες, στην λειτουργία της ως σώμα Χριστού, στην ανταλλαγή των θέσεων και των εμπειριών, στην αγάπη, στην ταπεινοφροσύνη, αλλά και στην παραμονή στην σταθερότητα των δογμάτων και των διδασκαλιών, με έμφαση και στο γράμμα και στο πνεύμα τους, δείχνει ότι η ενότητα είναι εφικτή, ιδίως όταν δεν βάζουμε την αλήθεια και το εγώ μας πιο πάνω από το σώμα του Χριστού. Ακόμη κι αν υπάρχει διαφορετική προσέγγιση, εφόσον δεν παραβιάζει δόγματα, μπορεί να γίνει ανεκτή, όμως μόνο στο σώμα του Χριστού και όχι με αποκοπή από αυτό. Ακόμη κι αν πρόσωπα δεν μας αναπαύουν, η μετοχή μας στο σώμα μάς προφυλάσσει από την αυτάρκεια του εγώ και από την διάσπαση.
Η ενότητα στην Εκκλησία είναι εγγύηση ότι πορευόμαστε προς την ωριμότητα. Ώριμος είναι αυτός που δε κινείται με γνώμονα μόνο το εγώ του, αλλά λαμβάνει υπόψιν του και το εμείς, την δυνατότητα των άλλων να τον ακολουθήσουν και να τον παρακολουθήσουν. Ώριμος είναι εκείνος που μπορεί να παραιτηθεί από το δικαιώματά του όταν χρειαστεί, αλλά και να εμείνει όταν αυτά διαφυλάττουν τα δικαιώματα των άλλων! Ώριμος είναι αυτός που προχωρά εν ταπεινώσει. Που αγαπά , συγχωρεί και συνυπάρχει με υπομονή. Που διαγράφει μνησικακία και λύπη από την ζωή του διότι οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλει και αφήνεται στην χάρη και το έλεος του Θεού. Ο ώριμος οδηγεί τα βήματά του στον Χριστό και εκεί βρίσκεται το τελικό κριτήριο της εκκλησιαστικής ζωής: η αγιότητα ως τελειότητα, ως τελείωση, ολοκλήρωση της πορείας μας, όχι η αγιότητα ως αναμαρτησία διότι αυτό δεν γίνεται!
Μια κοινωνία που θα νοιαζόταν για την ενότητα, δεν θα ήταν μία κοινωνία στην οποία θα υπήρχε μία συνεχής υποχώρηση των πιο ώριμων, αλλά η υπομονή της διδαχής. Η υπομονή της σταθερότητας. Αυτό μας λείπει σήμερα. Η διδαχή και η σταθερότητα. Η παιδεία που θα στηρίξει την οδό της αλήθειας, όπως επίσης και η απεξάρτηση από την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, από την σαγήνη του καταναλωτισμού. Εδώ έρχεται η ανάγκη να ξαναβρούμε την σχέση μας με τον Χριστό. Και να κάνουμε την ζωή μας πορεία ωριμότητας!

Κέρκυρα, 12 Ιανουαρίου 2020
Κυριακή μετά τα Φώτα