10/12/26

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΟΔΥΣΣΕΙΑ»

    Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο θεατές στην Ελλάδα είδαν μέχρι τώρα την «Οδύσσεια» του διάσημου σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν. Αυτό το γεγονός και μόνο έφερε ξανά στο προσκήνιο το ομηρικό έπος, με το οποίο μεγάλωσαν τα Ελληνόπουλα από τα αρχαία χρόνια, έμαθαν γράμματα, ένιωσαν την αξία του ηρωισμού και, κυρίως, του νόστου, της αγάπης δηλαδή για την πατρίδα, την οικογένεια, τη συντροφικότητα, μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού προς την πατροπαράδοτη θρησκευτική πίστη, αλλά και τη σπουδή της ύβρεως, δηλαδή της προσβολής των ιερών και των οσίων της ανθρώπινης ύπαρξης, που οδηγεί στην καταστροφή.

                Ανεξαρτήτως του περιεχομένου της ταινίας, του τι επέλεξε να παρουσιάσει και τι όχι,  και της σύγχρονης οπτικής με την οποία ο σκηνοθέτης είδε τον αρχαίο μύθο, έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η δίψα για την παράδοσή μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν είναι αποτέλεσμα μόνο περιέργειας ή καλής διαφήμισης. Έχουμε ανάγκη από ήρωες και στην εποχή μας.  Ήρωες που δεν θα παλεύουν μόνο για το καλό ή το κακό, αλλά ήρωες που θα αναζητούν, θα νοσταλγούν ό,τι δίνει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή. Κι αυτό είναι η σχέση, διότι ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που μόνο όταν σχετίζεται βρίσκει νόημα.

Η σχέση του Οδυσσέα με την πατρίδα του δεν ήταν απλά σχέση με την ομορφιά και τη μοναδικότητα ενός τοπίου.   Θα ήταν τότε ένας ρομαντισμός και μόνο. Η πατρίδα είναι ο χρόνος στον οποίο ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, είναι ο τόπος, η γλώσσα, η ιστορία, η παράδοση, η γενιά, ό,τι αξίζει να πεθάνει κάποιος γι’ αυτήν. Η πατρίδα είναι οι μνήμες μας, που μας αγκιστρώνουν στον τόπο, διότι κάθε γωνιά της έχει κάτι να μας πει.

 Η οικογένεια δεν είναι η έκφραση της ανάγκης να επιβιώσουμε ή να έχουμε μία νόμιμη κοινωνικά και ηθικά ηδονή.  Είναι η σχέση του ζευγαριού, η σχέση των προσώπων που ξεκινάνε άγνωστα μεταξύ τους και γίνονται ένα, με μνήμες και σημάδια μοναδικά, με χαρές και λύπες, με χωρισμούς και με αναγνωρίσεις, με παιδιά που αλλάζουν την πορεία της ζωής, διότι χτίζουν την ευθύνη και τη θυσία στην ψυχή και στο σώμα.

Η συντροφικότητα είναι η κοινότητα, η κοινωνία. Είναι οι σχέσεις με τους άλλους, τους οποίους ο άνθρωπος αισθάνεται αδέρφια του. Βλέπει τα λάθη τους και παλεύει να τα διορθώσει. Βλέπει τις ανάγκες τους και παλεύει να προλάβει να μη γίνουν αιτία καταστροφής. Βλέπει τα πρόσωπά τους όχι ως δούλους, υπηρέτες, αντικείμενα, όπως έκαναν οι μνηστήρες, αλλά ως τους συνταξιδιώτες της ζωής, που η δική τους χαρά είναι και χαρά του ήρωα, του ηγέτη, του φίλου.

Η θρησκευτική πίστη βάζει τα όρια της ιερότητας στη ζωή. Δείχνει τι έχει διάρκεια που ξεπερνά τον χρόνο και τον θάνατο. Δίνει την παρηγοριά και την ελπίδα. Και αποτρέπει τον άνθρωπο από την ύβρη της αυτοθεοποίησης ή της θεοποίησης των αναγκών του. Διότι μόνο ο άνθρωπος που εμπιστεύεται Θεό, θα αντέξει τον πειρασμό τού να είναι μόνο σάρκα ή να βλέπει τον κόσμο και τους άλλους ότι υπάρχουν για να τον υπηρετούν.

Η «Οδύσσεια» είναι η σπουδή στην αρχαιοελληνική παράδοση, η οποία θα έρθει να συναντήσει  την χριστιανική πίστη και ζωή. Ο Οδυσσέας που κατεβαίνει στον Άδη για να βρει πώς θα πετύχει τον νόστο του μας θυμίζει τον Χριστό που κατεβαίνει στον Άδη για να καλέσει στη δική Του πατρίδα, την Εκκλησία, τη Βασιλεία των Ουρανών όχι λίγους, αλλά όλους. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών, ούτε ένιωθαν την δύναμη της μετάνοιας. Εμείς όμως ξέρουμε και ζούμε εκτός από τις αξίες της αρχαιοελληνικής παράδοσης τη δική μας μοναδική συνάντηση και σχέση με τον Χριστό, που δίνει νόημα παρόντος και αιωνίου στη ζωή μας. Ας είναι και η «Οδύσσεια» μία αφόρμηση προετοιμασίας για να βρούμε τη συνέχεια  που έχουμε χάσει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Κυριακής 11 Οκτωβρίου 2026

10/10/26

ΟΙ ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ


  «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3, 10-11)

«Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀκολουθεῖ πλανερὲς διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μιὰ δυὸ φορές, κι ἂν δὲν ἀκούσει ἄφησέ τον, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, καταδικάζοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του». 

Η Κυριακή Δ’ Λουκά είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 367 Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αυτής που έδωσε θεολογικό και δογματικό τέλος στην Εικονομαχία, ξεκαθαρίζοντας ότι ο Χριστός και οι Άγιοι μπορούν να ιστορούνται στους ναούς και να τιμώνται από τους πιστούς. Ο Χριστός, διότι είναι ο Υιός του Θεού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, έγινε ένας από εμάς, και οι άγιοι, διότι είναι οι εικόνες του Θεού, τουτέστιν οι εικόνες του Υιού και Λόγου του Θεού και σωματικά και πνευματικά.

Ίσως αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτή η εορτή έχει κάποιο νόημα στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι έχουμε τη δυνατότητα, εφόσον είμαστε ενταγμένοι στην Εκκλησία και τη ζωή της, να γνωρίζουμε ποιες είναι οι αιρέσεις και να μην κινδυνεύουμε να πλανηθούμε. Τα χρόνια των Πατέρων οι αιρέσεις δίχαζαν την Εκκλησία. Ισχυρά πνευματικώς πρόσωπα είχαν ακολούθους και διέδιδαν τις πλανεμένες ιδέες τους στους πιστούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες διαμάχες και κίνδυνοι περί της αληθείας. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα τον εκκλησιαστικό αναφορικά με τα δόγματα. Υπάρχουν όμως συμπεριφορές και νοοτροπίες, οι οποίες λειτουργούν ως αφορμήσεις πλάνης και δυσκολεύουν την μαρτυρία του μηνύματος της Εκκλησίας στους καιρούς μας, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι φορείς τους διεκδικούν την αυθεντία, την βεβαιότητα ότι είναι οι σωστοί και αναζητούν και καταλογίζουν αιρετικές τοποθετήσεις σε όσους προσπαθούν να δώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη γλώσσα που καταλαβαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Φανατίζουν οι προστάτες του Θεού και δημιουργούν κλίμα διχασμού στην Εκκλησία. Αντί να φωτίζουν και να επισημαίνουν θέσεις, αναζητούν εχθρούς, κάτι που είναι το σήμα κατατεθέν του φανατικού. Πρέπει να έχω εχθρούς, για να δικαιολογώ την ύπαρξη και παρουσία μου.

Είναι πολλές οι αιρέσεις των καιρών μας, απότοκα του ανθρώπινου νου, ο οποίος δεν θέλει να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας, ούτε να θέσει την δική του ερμηνεία της αλήθειας στην κρίση της Εκκλησίας. Ίσως η δυσκολότερη και λιγότερη εμφανής να είναι η "αίρεση" της κατάκρισης της Εκκλησίας, των επισκόπων, της Ιεραρχίας, κληρικών, θεολόγων με βάση τις δικές του απόψεις, τις οποίες τις θεωρεί ως τις μόνες ορθές, και κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει ότι μόνο η δική του γραμμή οδηγεί στη σωτηρία. Σκάνδαλο για τους ανθρώπους αυτούς είναι ο κόσμος. Μπορεί ο κόσμος πάντοτε να κείται εν τω πονηρώ, όπως ο Χριστός ξεκάθαρα μας είπε, όμως δεν είναι για να απορρίψουμε τον κόσμο αυτή η θέση, αλλά για να τον αγαπήσουμε. Και τον αγαπάμε όταν με συμπάθεια και υπομονή διαλέγουμε τι δεν μας βλάπτει και επισημαίνουμε τι αποτελεί αμαρτία και κίνδυνο για τη σωτηρία μας. Η κλήση να ζήσουμε εκτός του κόσμου, εκτός από την υποκρισία και το ανέφικτο που κρύβει, όπως επίσης και μια φαρισαϊκή έπαρση ότι δεν είμαστε εμείς όπως οι λοιποί των ανθρώπων, είναι μία κλήση που αφήνει απρόσληπτο και αθεράπευτο τον κόσμο.

Η Εκκλησία πάντοτε κρίνει τον πολιτισμό, τις προκλήσεις του κόσμου, το ήθος του. Δεν φανατίζει όμως ούτε φανατίζεται. Αρνείται την μεγάλη «αίρεση» της εποχής μας που είναι η δοκησισοφία. Ο δοκησίσοφος έχει σχηματίσει μέσα του την εικόνα ότι κατέχει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ότι αυτή η Χάρη είναι αρκετή για να του δίνει το δικαίωμα να κρίνει τα πάντα, είτε τα γνωρίζει και τα έχει σπουδάσει, είτε όχι. Το τελευταίο είναι το χειρότερο. Ο δοκησίσοφος, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, έχει άποψη για ζητήματα που είτε ακουμπούν την πνευματικότητα είτε είναι εκτός αυτής, με αποτέλεσμα στους γνωρίζοντες να γελοιοποιείται. Δεν έχει όμως την ταπείνωση να ακούσει, να μάθει, να μελετήσει, καθώς ζει μέσα στη δική του αυτάρκεια. Έτσι, αντί να λειτουργήσει επαγωγικά, ξεκινά από την φιλοσοφική απαγωγή ότι ο κόσμος είναι κακός και αμαρτωλός σε όλα του και δεν κοιτά τι χρειάζεται αληθινά και πώς μπορούμε αυτό να το εντάξουμε ή να το κρίνουμε, οδηγώντας το στη θεραπεία στη δική μας αυθεντική Πνευματικότητα.

Και κάτι τελευταίο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν αυθεντικοί γνώστες των θεμάτων της κοσμικής πραγματικότητας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της κοσμολογίας, της θύραθεν σοφίας και προχωρούσαν στον διάλογο με την πίστη. Ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τέτοια παιδεία, ακολουθούσαν εκείνους που την είχαν και επικύρωναν με την πνευματικότητά τους και την αγιότητά τους τα συμπεράσματα της πίστης που οι κατηρτισμένοι Πατέρες συνέτασσαν. Οι σημερινοί δοκησίσοφοι ζούνε την αυτάρκεια της δικής τους ημιμάθειας και θεωρούν αυτονόητο ότι είναι "Πατέρες". Ας μην τους κάνουμε τη χάρη και ας εμπιστευόμαστε την Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

11 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Δ’ Λουκά, των Αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου

 

10/5/26

ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

                

Υπάρχει μία μεγάλη απορία στους ανθρώπους της Εκκλησίας, γιατί, ενώ η συντριπτική πλειονοψηφία των Ελληνόπουλων διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εντούτοις υπάρχει μεγάλος θρησκευτικός αναλφαβητισμός. «Ακατήχητος» χαρακτηρίζεται ο λαός μας και στην Εκκλησία ζητάμε επανευαγγελισμό.  Φταίνε οι δάσκαλοι και οι θεολόγοι που δεν διδάσκουν το μάθημα με έμπνευση και μεράκι; Φταίει το ότι στο Δημοτικό η διδασκαλία του μαθήματος έχει περιοριστεί ανεπισήμως κατά πολύ, καθώς πολλοί εκ των δασκάλων το αντικαθιστούν με Γλώσσα και Μαθηματικά, καθότι οι ίδιοι δυσκολεύονται να μιλήσουν για ένα μάθημα, το οποίο θεωρούν ότι προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, ενώ, είναι γεγονός ότι, στις Παιδαγωγικές Σχολές των ελληνικών Πανεπιστημίων η Διδακτική των Θρησκευτικών είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη.  

                Αν αναλογιστούμε τα συμπεράσματα της έρευνας της PISA για την ελληνική εκπαίδευση, τα οποία καταδεικνύουν ότι σχεδόν το ήμισυ των Ελληνόπουλων δεν μπορούν να κατανοήσουν ένα κείμενο ούτε και να κάνουν στοιχειώδεις αριθμητικούς και μαθηματικούς συλλογισμούς, μπορούμε να σκεφτούμε γιατί η απαίτηση του θρησκευτικού εγγραμματισμού μοιάζει ουτοπία. Μπορεί το μάθημα να θεωρείται ομολογιακό, δηλαδή εκμάθηση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και παράδοσης, στην πραγματικότητα όμως δεν παύει να είναι μάθημα. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής οφείλει να καταβάλει κόπο για να διαβάσει, να εξεταστεί, να απαντήσει σε ερωτήσεις, ακόμη κι αν αυτές τίθενται με μοντέρνο τρόπο, να γράψει διαγώνισμα και τεστ, να απομνημονεύσει, να βαθμολογηθεί. Επομένως, η ουσία του θρησκευτικού εγγραμματισμού που είναι όχι μόνο η γνώση, αλλά και η βίωση της πίστης, περιορίζεται σε διαδικασίες αξιολόγησης μιας γνώσης που, συχνά, δεν είναι ελκυστική και δημιουργική, όταν μάλιστα και το σπίτι δεν ενδιαφέρεται.

                Το μάθημα των Θρησκευτικών όμως, ακόμη κι αν διεξάγεται σε τέτοιες συνθήκες, δεν παύει να είναι μία εξαιρετική αφορμή όχι μόνο για να μπορέσει  ο μαθητής, είτε είναι Έλληνας είτε αλλοδαπής καταγωγής (ίσως θα έπρεπε να εντυπωσιάζει τους ποιμένες της Εκκλησίας, όπως επίσης και πολλούς συντηρητικούς θεολόγους, το γεγονός ότι, κυρίως στο Δημοτικό, αλλά και στις άλλες εκπαιδευτικές βαθμίδες απαλλαγή από το μάθημα παίρνουν Έλληνες και όχι αλλοδαποί, που δεν είναι κάποτε καν χριστιανοί), να ξεκινά έναν γόνιμο διάλογο, διαθεματικό, με μαθήματα όπως η Γλώσσα, η Ιστορία, η Μουσική, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, η Φυσική και η Βιολογία, η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, που του καλλιεργούν τη σκέψη, αλλά και την ψυχή.

Ταυτόχρονα, είναι ένα μάθημα αναστάσιμης ελπίδας και υπέρβασης του μηδενισμού, ενώ η γνωριμία με τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, τη διδασκαλία και την εμπειρία της πίστης γίνεται αφορμή για να δει το παιδί τον μέσα κόσμο του, όπως επίσης και να αναλογιστεί τι είναι ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, ο κόσμος, η αλήθεια και το ψέμα.

                Με έναν λόγο, το μάθημα των Θρησκευτικών γίνεται εφαλτήριο για να μπορέσει το παιδί και ο έφηβος να συμπληρώσει όψεις της ταυτότητάς του και να αναζητήσει το νόημα της ζωής, που λείπει από τον σύγχρονο άνθρωπο, παραδομένος όπως είναι στον υλισμό και στην ηδονοθηρία της εικόνας και των εντυπώσεων, με κριτήριο τον εαυτό του και μόνο.

                Η προσωπικότητα του δασκάλου και του θεολόγου διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Αν το κλειδί της διδασκαλίας και της εν γένει παρουσίας είναι η αγάπη, τότε υπάρχουν πιθανότητες το μάθημα να γίνεται σπορά στην καρδιά της  αλήθειας και της δύναμης της πίστης. Αν, μάλιστα, συνδυαστεί με τη γνωριμία  με την Εκκλησία διά της ενορίας και των κατηχητικών συνάξεων, τότε τα Θρησκευτικά μπορούν να γίνουν μάθημα  δημιουργικής χαράς και αναζήτησης. Αν περιορίζεται όμως σε ένα κλειστό, ομολογιακό πλαίσιο, τότε θα μείνει  μία ακόμη χαμένη ευκαιρία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Κυριακής 4 Οκτωβρίου 2026

10/2/26

ΔΙΝΩ ΕΠΕΙΔΗ ΛΥΠΑΜΑΙ


«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός»
(Β’ Κορ. 9,7)

«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός». 

            Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν  το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί».  Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.

            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.

            Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.

            Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.   

            Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

4 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Β’ Λουκά

9/28/26

Η ΑΙΩΝΙΑ ΝΕΟΤΗΤΑ

 
               

Ο αδόκητος θάνατος του δημοφιλούς τραγουδιστή έφερε στο προσκήνιο ένα παλαιό ανθρώπινο αίτημα: τη διατήρηση της νεότητας και την υπέρβαση της φθοράς που φέρνουν το γήρας και ο δύσκολος τρόπος ζωής, όταν ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τους συνήθεις ρυθμούς. Όταν κάποιος είναι χαρισματικός, ξεχωρίζει, γίνεται είδωλο στα μάτια των πολλών, όταν έχει να διαχειριστεί χρήματα και δόξα, οι ψυχικές του δυνάμεις δεν επαρκούνε. Και είναι γρηγορότερη η φθορά από ό,τι ζούνε οι άνθρωποι του μέσου όρου. Όμως η αγωνία και η αναζήτηση των πολλών είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατηρηθούνε νέοι, θα αντέξουνε, θα μπορέσουν να ανταποκριθούνε στις απαιτήσεις της εικόνας που έχουν φτιάξει είτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε οι άλλοι για εκείνους. Και εδώ έρχονται συχνά όσοι υπόσχονται θαύματα με τη βοήθεια της επιστήμης ή κάποιας τεχνικής που είναι μυστικό που αγοράζεται. Η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών του Μεσαίωνα έχει επανέλθει με άλλη μορφή.
                Θέλουμε να ζήσουμε, ει δυνατόν για πάντα. Πόσο κακό να είναι αυτό; Το εύλογο ερώτημα δεν αγγίζει όσους είναι ακόμη νέοι. Καθώς περνάνε όμως τα χρόνια, η αιώνια νεότητα ως ζητούμενο φυτεύεται και καλλιεργείται στον νου και στην καρδιά. Το ερώτημα όμως θα έπρεπε να τεθεί αλλιώς: γιατί να πεθαίνουμε; Έχουμε καταφέρει με τη βοήθεια της ιατρικής, της φαρμακευτικής, της τεχνολογίας να παρατείνουμε τη ζωή μας κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η θεολογική απάντηση ότι ο θάνατος υπάρχει «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»  είναι μια ερμηνεία, όχι όμως παρηγοριά. Γι’ αυτό και η εποχή μας, στην οποία η θεολογική ερμηνεία της ζωής θεωρείται παρωχημένη, έχει πέσει με όλη της τη δύναμη, συχνά καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις, να μας οδηγήσει στη μακροζωΐα, η οποία όμως ταυτίζεται με την νεότητα.
                Είναι γνωστός ο μύθος του Τιθωνού. Η Ηώς, η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ερωτεύτηκε έναν θνητό, τον Τιθωνό. Ζητά από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Δεν σκέφτηκε όμως να ζητήσει την νεότητα για εκείνον. Έτσι, γερνούσε, αλλά δεν πέθαινε, ζώντας ένα μαρτύριο. Και η Ηώς θα παρακαλέσει τους θεούς να τον απαλλάξουν. Κι αυτοί θα τον μεταμορφώσουν σε τζιτζίκι, που τραγουδά όλη την ημέρα για χατίρι της Ηούς και σιωπά τη νύχτα, όταν η αγαπημένη του κρύβεται.
                Η θεολογική απάντηση δεν περιορίζεται στον θάνατο. Συμπεριλαμβάνει και την ανάσταση και την αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για να ζήσουμε. Το σώμα μας υφίσταται τη δοκιμασία του χρόνου και της φθοράς, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», διότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο για την ανθρωπότητα. Όμως η σχέση με τον Χριστό μάς οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου, πρώτα με την μία πλευρά της εικόνας του Θεού εν τω προσώπω μας που είναι η ψυχή, διά της οποίας συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο, και κατόπιν με την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, διά της οποίας θα καταργηθεί ο θάνατος.   
                Κλειδί η αγάπη. Η αγάπη είναι ο τρόπος της νεότητας που την καθιστά αιώνια. Αυτός που αγαπά, δεν γερνά, διότι δίνει και δίνεται. Μπορεί οι ρυθμοί του σώματος να πέφτουν. Όμως η αγάπη κρατά την ύπαρξη ακμαία. Τι να την κάνεις τη ζωή αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αγαπήσεις; Μοιάζει με αυτή του Τιθωνού που μαράζωνε, διότι τόσο η Ηώς όσο κι εκείνος έβλεπαν τη σχέση στη σωματική της διάσταση και ακμή και όχι στην κοινωνία των προσώπων, η οποία δεν νικιέται από τον χρόνο. Και για την πίστη η αγάπη γίνεται ανάσταση. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την εικόνα Του.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου 2026

9/25/26

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ, ΤΟ ΔΩΡΟ ΚΑΙ Η ΠΑΛΗ


“Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β’ Κορ. 7,1)
᾿”Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ”.

    Η υπόσχεση ότι ο Τριαδικός Θεός είναι ο Θεός μας είναι ένα συγκλονιστικό άνοιγμα εκ μέρους του Θεού προς το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Πάντοτε ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την τιμή. Και να είναι το να είμαστε υιοί και θυγατέρες Θεού η μεγαλύτερη δωρεά την οποία λάβαμε και θα λάβουμε ποτέ. Οι γονείς που σκέπτονται υγιώς δεν κρατάνε τα παιδιά τους στη λογική της ιδιοκτησίας τους, αλλά τα μεγαλώνουν εν ελευθερία, για να τα αφήσουν να φύγουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να τα αγαπούν ως παιδιά τους και να τα στηρίζουν όποτε και όπως είναι εφικτό. Αυτοί οι γονείς μιμούνται τον Θεό, ο Οποίος μας δημιούργησε ως την κορωνίδα της Δημιουργίας, με τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν θεοί μέσα από τη σχέση μαζί Του, και μας ανέπλασε με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, τη σταύρωση και την ανάστασή Του, για να νικήσουμε και τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο, χωρίς να υπολογίζει την ανταρσία μας, την αυτοθεοποίησή μας, την απόφασή μας να ζούμε ασώτως μακριά Του. Και βιώνουμε την υιοθεσία μας συνεχώς στην Εκκλησία και τον τρόπο της. Διότι σ’ αυτήν βλέπουμε το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού, που είναι για μας η εμπειρία της θείας λειτουργίας, της Ευχαριστίας, της κοινωνίας μαζί Του, που μας αναπλάθει με το σώμα και το αίμα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, για να μπορούμε μέσω του Υιού να γνωρίζουμε τον Πατέρα.
    Αν είμαστε καρδιές ευγνώμονες, τότε έχουμε κληθεί να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας καθαρίζονταςτον εαυτό μας “από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος”. Δεν είναι μόνο τα πάθη μας και οι λογισμοί. Είναι πρωτίστως το αίσθημα ιδιοκτησίας που έχουμε απέναντι στη ζωή, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό θεωρώντας ότι τα πάντα τα δικαιούμαστε, τα πάντα μας ανήκουν. Έτσι, οδηγούμε τους εαυτούς μας όχι στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο-θεό, παραθεωρώντας τη φθαρτότητά μας, αλλά, και κάποτε, απαιτώντας όλος ο κόσμος να πορευθεί κατά τη δική μας κρίση και φέρνοντας στη ψυχή μας είτε την επιθετικότητα είτε την λύπη και την απογοήτευση. Όμως ο χριστιανός, αν νιώθει την μεγάλη ευλογία να είναι παιδί του Θεού, παλεύει να είναι διάκονος. Παλεύει να συγχωρεί. Παλεύει τα πάθη και οι λογισμοί του να μην τον ωθούν στη χρήση του κόσμου, αλλά στην συνύπαρξη της αγάπης, η οποία γίνεται αγιωσύνη. 
    Ο χριστιανός φοβάται τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ντρέπεται το να πράττει το κακό, όχι διότι ο Θεός είναι τιμωρός, αλλά διότι ο ίδιος ο πιστός, νιώθοντας ότι η σχέση με τον Θεό είναι σχέση υιότητας, ευγνωμονεί τον πατέρα Του και του δείχνει ότι έμαθε να χαίρεται που είναι παιδί Του, αγαπώντας Τον και αγαπώντας όλον τον κόσμο. Η ελευθερία μας είναι δώρο ζωής. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να επαναστατούμε εναντίον του Δωρεοδότη, επειδή την έχουμε, όμως, στην πραγματικότητα, μας δόθηκε για να επαναστατούμε εναντίον του πνεύματος του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, που γίνονται βάση για να μολύνουμε εν τω ιδίω θελήματι την ύπαρξή μας, αλλάζοντας τον προορισμό της. Ο θάνατος είναι το όριό μας. Μπορεί όμως μέσα από την υιότητα απέναντι στον Θεό να γίνει το πέρασμά μας στην κατάργηση του κακού.
    Σ’ έναν κόσμο κατεξοχήν αχαριστίας, εγωκεντρισμού και θριαμβολογίας για το ποιοι είμαστε, η υπόμνηση της υπόσχεσης του Θεού ότι θα είναι ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά και η αφετηρία για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή μας. Αυτό της αγιωσύνης, που την είναι συνέργεια στο δώρο του Θεού, επομένως δική μας ευθύνη και αγώνας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
27 Σεπτεμβρίου 2026
Κυριακή Α’ Λουκά




      

9/20/26

«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΞΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΟΝΙΟΣ…»

Ο δρ Τόμας Σομπότκα, επικεφαλής του Ινστιτούτου Δημογραφίας της Βιέννης, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» (15/16 Αυγούστου 2026), ότι «δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός», και τονίζει ότι η πολιτική τού να δίδονται οικονομικά κίνητρα δεν έχει μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα , καθώς το κόστος ανατροφής των παιδιών παραμένει τεράστιο, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται ενίσχυση η απόφαση των οικογενειών να κάνουν παιδιά, η στέγαση, οι γονικές άδειες και στους δύο γονείς, τα εισοδήματα που αναπληρώνονται όταν ένας γονέας πρέπει να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει το παιδί του. Όμως το πρόβλημα είναι αξιακής προτεραιότητας.

Έχει ενδιαφέρον η θέαση αυτή, ιδίως για την ελληνική κοινωνία, η οποία πορεύεται στην ίδια ευρωπαϊκή λογική, ότι στην ανταγωνιστική πραγματικότητα που έχουμε κτίσει, στο όραμα της ατομικής επιτυχίας με καλό εισόδημα και επαγγελματική αποκατάσταση, η γονεϊκότητα δεν μπορεί να είναι προτεραιότητα, καθώς υπάρχει και αρνητική εικόνα με τις ευθύνες που ένας γονιός καλείται να αναλάβει απέναντι στο παιδί του. Γι’ αυτό και η όποια   συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα, δεν μπορεί να μπει στο βάθος του, αλλά περιορίζεται στην υλιστική πλευρά του πράγματος, στην οικονομία, η οποία ταυτίζεται με την ευτυχία.

Η Εκκλησία απευθύνει εκκλήσεις στους νέους να ξαναδούνε το θέμα. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπίας. Απόφαση ότι η ευθύνη δεν είναι απευκταία, αλλά δίνει δύναμη και κουράγιο στον άνθρωπο να ξέρει γιατί ζει. Να έχει στόχο που ξεπερνά το παρόν. Ότι το επάγγελμα προφανώς διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, αλλά από αυτό κάποια στιγμή θα πρέπει να παραιτηθούμε. Από τα παιδιά δεν παραιτείσαι, διότι, όσες δυσκολίες κι αν έχει η σχέση μαζί τους, υπάρχει το δώρο της αγάπης, η έγνοια, η προσευχή, η χαρά και η λύπη, το μοίρασμα, η ελπίδα, η διαδοχή που γεμίζουν τη ζωή, ακόμη κι αν φέρνουν και οδύνες.

Ιδίως το ζήτημα της διαδοχής της γενιάς είναι πολύ σημαντικό. Ο εγωκεντρικός άνθρωπος θεωρεί πως η ζωή του αξίζει καθαυτή και ότι δεν χρειάζεται να παραταθεί στα πρόσωπα κάποιων άλλων, ακόμη κι αν αυτά είναι σπλάχνα του. Αναζητεί στην τεχνολογία μια ψευδοαθανασία, ιδίως αν έχει χρήματα, μια και ο πλούσιος του καιρού μας τείνει να πιστέψει πως αν καταφέρει και συνδέσει τον εγκέφαλό του με μία μηχανή καταγραφής των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αντιδράσεών του, θα μπορέσει όταν το σώμα του δεν θα αντέχει, να μεταφυτευθεί σε ένα καινούργιο τεχνητό σώμα, για να ζήσει εις τον αιώνα, σαν να είναι ο άνθρωπος υπολογιστής.   Οι πολλοί μένουν στο «φάγωμεν , πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» ως αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό και όσοι έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν εργασία σε  νέους ανθρώπους σκέπτονται μόνο το δικό τους κέρδος, τους εκμεταλλεύονται, χωρίς να νιώθουν ότι λιγότερα κέρδη μπορούν να βοηθήσουν την κοινωνία, εκτός από την ανανέωση του δυναμικού της,  να  αναπτυχθεί και οικονομικά σε βάθος χρόνου.

Ας ενθαρρύνουμε τη νεώτερη γενιά να επενδύσει στην αγάπη και στο μοίρασμα. Οι παλαιότεροι έκαναν περισσότερα παιδιά, χωρίς να νοιάζονται για τις ανέσεις. Ήταν διότι τα παιδιά ήταν και κοινωνική καταξίωση, εκτός από προσωπική χαρά. Και ένιωθαν υπεύθυνοι γι’ αυτά. Μπορεί οι σχέσεις του ζευγαριού να μην ήταν ειλικρινείς, όμως υπήρχε περισσότερη κοινωνική λογοδοσία. Κάπου πρέπει να ξαναβρούμε την ισορροπία ανάμεσα στην κάλυψη των προσωπικών θέλω και την ομορφιά της αγάπης που αναπληρώνει ό,τι λείπει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            Στο φύλλο της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 2026

9/18/26

ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ

 


«Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο» (Γαλ. 2,17)

«῍Αν ὅμως, ζητώντας νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βρεθήκαμε νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ὅπως οἱ ἐθνικοί, σημαίνει τάχα πὼς ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία; ῎Οχι βέβαια!» 

            Πολλοί άνθρωποι, θέλοντας να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους ή την άρνησή τους απέναντι στην πίστη, επικαλούνται ως επιχείρημα το ότι  οι χριστιανοί είμαστε αμαρτωλοί. Δεν τηρούμε τις εντολές του Χριστού και του Ευαγγελίου. Δίνουμε συχνά ένα κάκιστο παράδειγμα στον κόσμο. Επομένως, ισχυρίζονται, γιατί να πιστέψουμε σε μια θρησκεία, οι πιστοί της οποίας δείχνουν ότι δεν τους αλλάζει καθόλου εντός τους, ούτε αυτή η αλλαγή φαίνεται στη συμπεριφορά τους;

            Το επιχείρημα έρχεται να συναντήσει την πρώτη Εκκλησία, αυτή της Γαλατίας στην Μικρά Ασία, και το αντιμετωπίζει ο απόστολος Παύλος. Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Χριστό και στους ανθρώπους. Αυτός που θέλει να πιστέψει στον Χριστό, δεν μένει στο ανθρώπινο παράδειγμα, το οποίο μπορεί να σκανδαλίζει. Όμως δεν πιστεύουμε σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό. Οι άνθρωποι φέρουμε την ευθύνη για όσα πράττουμε. Για το ότι είμαστε ανακόλουθοι έναντι της πίστης μας. Για το ότι δεν προσπαθούμε να αγαπήσουμε τον Χριστό, αλλά βολευόμαστε με την ιδέα ότι είμαστε χριστιανοί, άρα δικαιωμένοι. Δεν φτάνει όμως η ιδιότητα ή η διαβεβαίωση ότι πιστεύουμε, διότι η πίστη είναι σχέση με τον Χριστό και η σχέση έρωτας και ο έρωτας μεταμόρφωση της ζωής μας.

            Σκανδαλίζουμε οι χριστιανοί με τη στάση μας, ιδίως στους καιρούς μας, οπότε η συμπεριφορά μας είναι ευδιάκριτη.  Και δίνουμε δικαίωμα στον διάβολο να πειράζει τους αδύναμους ως προς την αναζήτηση και την πίστη ανθρώπους, για να έχουν δικαιολογία στη συνείδησή τους για την άρνησή τους. Φέρουμε λοιπόν μεγάλη ευθύνη. Όμως αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη και των άλλων ανθρώπων να διακρίνουν ότι ο Χριστός δεν οδηγεί στην αμαρτία, αλλά στην όντως ζωή. Να παλέψουν με την ύπαρξή τους και τα ερωτήματα της ζωής. Να εστιάσουν στην πνευματική υγεία των αγίων. Πρωτίστως, στην μετάνοια που είναι ο δρόμος όλων.

            Και κάτι ακόμη. Άλλοι χριστιανοί αγκιστρώνονται σε αγίους, σε γεροντάδες, σε ξεχωριστά πρόσωπα, τα οποία φημίζονται για την πνευματικότητά τους. Δεν είναι όμως άλλοθι αυτό, να είναι του Πέτρου, του Κηφά, του Απολλώ, του Παύλου. Αν δεν κινητοποιηθούν οι ίδιοι, δεν μπορούν να ζήσουν την αλήθεια. Και ουδείς εκ των Πέτρου, Κηφά, Απολλώ, Παύλου είναι αλάνθαστος και μάλιστα σε γνώμες που δεν έχουν να κάνουν με την πίστη, αλλά με  τον κόσμο και τους φόβους μας έναντί του.

Η μόνη αλήθεια είναι ο Σταυρός και στον κόσμο θλίψη θα έχουμε. Όμως Εκείνος που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή Του για εμάς μάς λυτρώνει.  Όχι οι άνθρωποι. Ο Εσταυρωμένος και Αναστάς. Ο Χριστός της Εκκλησίας και όχι ο δικός μου  ή ο δικός σου, στο όνομα του οποίου δοξάζουμε την απολυτότητα και τη δική μας υπερηφάνεια ή το δικό μας βόλεμα, σκανδαλίζοντας τελικά με την ψευτοτελειότητά μας εκείνους που ζητούνε αγάπη και παλεύουν για την μετάνοιά τους. Θέλουν έναν Θεό του ελέους και όχι της δίκης. Και στην δική μας έπαρση ή αυτάρκεια δεν Τον βρίσκουν.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός  

20 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού 

9/13/26

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΣΤΑΥΡΟΥ


Οι άνθρωποι στη ζωή μας έχουμε προσδοκίες. Θέλουμε να εκπληρώσουμε στόχους, ελπίζουμε ότι οι οικείοι μας θα μας συμπαρασταθούν, ότι θα βρεθούν κάποιοι που θα συμμεριστούν τις σκέψεις και τα οράματά μας, ότι δικαιούμαστε να πετύχουμε και θα έρθουν οι περιστάσεις έτσι, ώστε ό,τι προσδοκούμε να πραγματοποιηθεί. Οι προσδοκίες μας βοηθούν να μη λυγίσουμε στις δυσκολίες, αλλά να ελπίσουμε. Οι προσδοκίες όμως μπορεί να γίνουν αιτία οι όποιες ματαιώσεις να μας καταβάλουν, εάν δεν έχουμε υπ’ όψιν ένα μήνυμα ζωής, το οποίο η πίστη στον Θεό το καθιστά οδηγό στη ζωή.

Οι όποιες προσδοκίες μας περνούν μέσα από σταυρό. Σταυρός είναι ο κόπος. Είναι η απόφασή μας να αντέξουμε και στις ήττες μας. Να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας κάνοντας αυτοκριτική για τις προσπάθειές μας, βλέποντας αν στέκεται ό,τι έχουμε επιλέξει ή όχι, αν όντως πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους βοήθεια ή αν ο δρόμος μας είναι εκ των πραγμάτων μοναχικός, διότι είτε δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε αληθινά μαζί τους, να τους καταστήσουμε μετόχους και κοινωνούς των οραματισμών μας είτε όντως χρειάζεται να παλέψουμε με τις αντιθέσεις των ανθρώπων και της ζωής, διότι αυτό που έχουμε επιλέξει δεν είναι το εύκολο. Και είναι σταυρός η αλήθεια, διότι καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι ξεκινάμε από την μοναξιά μας για να πετύχουμε κάτι. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι άλλοι τον καταλαβαίνουν αυτόματα; Μόνο αν αγαπάς και σε αγαπάνε μπορεί να βρεθεί η βάση για την αλληλοστήριξη και αυτό θέλει χρόνο.

Στην εποχή μας κάνουμε ένα άλμα στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, ιδίως τους οικείους μας. Στο ζευγάρι ο ένας θεωρεί ότι ο άλλος καταλαβαίνει τις προσδοκίες του, διότι προϋποτίθεται η αγάπη, διότι υπάρχει γνωριμία, διότι έχει περάσει χρόνος μαζί, διότι αν δεν σε νιώθει ο δικός σου άνθρωπος, τότε ποιος ο λόγος να υπάρχει σχέση; Και θεριεύουν οι λογισμοί, όταν ο άλλος δεν κατανοεί τις προσδοκίες σου. Κι όμως, πολλά προβλήματα θα μπορούσαν να είχαν λυθεί, αν υπήρχε η τόλμη της ειλικρίνειας, που περνά μέσα από τον σταυρό. Η σχέση δεν είναι αυτονόητα διάφανη. Μπορούμε να την κάνουμε. Είναι σταυρός να παραδεχτείς τα λάθη σου. Είναι σταυρός να ζητήσεις χρόνο από τον άλλο, να σε ακούσει και να του εξηγήσεις τι περιμένεις. Μπορεί να σε απορρίψει ή να μη δώσει σημασία. Όμως αν δεν λυγίσεις στον σταυρό αυτό και επιμείνεις αγαπητικά, όπως και υπομονετικά, θα μοιραστείς τις προσδοκίες σου. Αυτό προϋποθέτει όμως και χρόνο από τη δική σου πλευρά για να μοιραστείς τις προσδοκίες του. Ο σταυρός είναι αμφοτέρων.

Όταν φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, έχουμε την προσδοκία της χαράς, της εξιδανίκευσης ότι γινόμαστε γονείς και ότι αυτό είναι κάτι πανέμορφο. Όμως η γονεϊκότητα είναι σταυρός και ευθύνη ταυτόχρονα. Ο σταυρός έγκειται στο ότι το μεγάλωμα του παιδιού θέλει πολύ κόπο και χρόνο, θέλει θυσία. Η ευθύνη έγκειται στο ότι θα αφήσουμε αυτά που νοηματοδοτούν τη δική μας ζωή, για να δώσουμε προτεραιότητα και σε εκείνα που θα δώσουν νόημα στη ζωή των παιδιών. Και δεν περιορίζονται στις υλικές συνθήκες αυτά ή στα εφόδια που πρέπει να δώσουμε. Ο σταυρός έγκειται στην απόφαση να συγχωρήσουμε την έκφραση του εγώ και του θελήματος του παιδιού μας και να το αγαπήσουμε όπως κι αν είναι. Να παλέψουμε να χτίσουμε δυνατό χαρακτήρα, αλλά να μην απογοητευτούμε για τα λάθη και τις ήττες, ακόμη και την απόρριψη προς εμάς.

Ο λόγος του Σταυρού του Χριστού έμοιαζε μωρία για τους καλλιεργημένους της εποχής του και κάθε εποχής. Όμως ο σταυρός είναι η μόνη προσδοκία που φέρνει ανάσταση. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Χριστό να μας βοηθήσει και στους δικούς μας σταυρούς και να αντέξουμε κρατώντας την προσδοκία της αγάπης και της ανάστασης ως εφόδιο ζωής.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

           στο φύλλο της Κυριακής 13 Σεπτεμβρίου 2026

9/12/26

ΟΧΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ


«Οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. ᾿Εμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ»
(Γαλ. 6, 13-14) .

«῎Αλλωστε οὔτε κι αὐτοὶ ποὺ ἐπιμένουν στὴν περιτομὴ τηροῦν τὸν νόμο. ῾Απλῶς θέλουν νὰ περιτέμνεστε ἐσεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν ὅτι σᾶς κατάφεραν νὰ τὸ κάνετε. ῞Οσο γιὰ μένα, δὲν θέλω ἄλλη ἀφορμὴ γιὰ καύχηση ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τὸν σταυρὸ ποὺ πάνω του ὁ κόσμος πέθανε γιὰ μένα κι ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο». 

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που νιώθουμε ότι οι άλλοι μας χρησιμοποιούν. Άλλοτε για οικονομικά οφέλη, άλλοτε για να μπαίνουμε εμείς μπροστά και εκείνοι να μην εκτίθενται, άλλοτε γιατί παίζουν και διασκεδάζουν μαζί μας, συνήθως επειδή αισθάνονται την ανάγκη να εξουσιάζουν. Και εκείνοι και εμείς λησμονούμε ότι το αληθινό νόημα της ζωής περνά από την αγάπη και την προσφορά, όχι από την εξουσία και την επίδειξη. Ο κόσμος μας όμως είναι έτσι δομημένος, που το «κατέχειν» και «εξουσιάζειν»  να θεωρούνται τα μείζονα, ενώ όποιος είναι δυναμικός, είτε εκ θέσεως είτε εκ χαρακτήρος, και μπορεί να επιβάλλει στους άλλους το θέλημά του, δοξάζεται.

Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Γαλάτες, τους επισημαίνει τρία σημεία: το πρώτο, ότι χρειάζεται να επιλέγουν τι είναι σωστό και τι όχι και να μην πέφτουν θύματα σε όσους και στη θρησκευτική πραγματικότητα τους χρησιμοποιούν, για να ικανοποιούνται έχοντας οπαδούς. «Όσοι σας πιέζουν να κάνετε περιτομή, δεν τηρούν απαραίτητα τον νόμο, αλλά θέλουν να δείξουν τη δύναμή τους και να σας χρησιμοποιήσουν ως αφορμή καύχησης και αυτοδοξασμού». Να μην τους ακούτε. Να αντιστέκεστε. Το δεύτερο είναι ότι ο μοναδικός λόγος που ένας χριστιανός επιτρέπεται να καυχιέται είναι ο σταυρός του Χριστού, διότι πάνω σ’ αυτόν τον σταυρό κάθε κοσμική έννοια δόξας, εξουσίας, αμαρτίας, επίδειξης έχει πεθάνει. Το ίδιο και όποιος αποφασίζει να σηκώσει τον σταυρό του. Έχει αφήσει στην άκρη τις προτεραιότητες αυτού του κόσμου. Το τρίτο είναι ότι η σχέση μας με τον Χριστό δημιουργεί έναν καινούργιο κόσμο και όλα κάθε στιγμή ξεκινούν από την αρχή, χωρίς να χρειαζόμαστε τα σύμβολα του παλαιού, όπως ήταν τότε η περιτομή και η ακροβυστία. Αυτός είναι ο κόσμος του Σταυρού, τον οποίο, όταν ο άνθρωπος υιοθετήσει, ο Χριστός και η πίστη θα του δώσουν την ανάσταση.

Δεν είναι εύκολο να αποφύγουμε όσους μας χρησιμοποιούν και όσους μας χειραγωγούν. Φοβόμαστε να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Φοβόμαστε τη θέση μας, τις αμοιβές μας, την μοναξιά, τον διασυρμό, τη σύγκρουση. Έτσι όμως παύουμε να είμαστε ελεύθεροι. Το χειρότερο είναι όταν θεωρούμε ότι αγάπη είναι να κάνεις αυτό που θέλει ο άλλος, ακόμη κι αν δεν είναι σωστό. Έτσι όμως καταργείται η προσωπικότητά μας. Και αν στην κοινωνία δεν είναι πάντοτε εύκολο να λέμε όχι, τουλάχιστον ας επιλέξουμε να αντιστεκόμαστε σε ό,τι είναι σημαντικό για την προσωπικότητά μας. Ας έχουμε την παρρησία του λόγου και την παρηγοριά της προσευχής. Και ας μη φοβόμαστε τον σταυρό. Η ζωή είναι και θέλει υπομονή και προσμονή ότι ο Θεός θα μιλήσει. Για το δίκαιο και το αληθινό. Όχι για τη διατήρηση συμβόλων ή εξουσιών που δεν έχουν αξία διάρκειας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

13 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

9/5/26

IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 185- IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας από τους κορυφαίους ψυχιάτρους-ψυχοθεραπευτές εν ζωή. Παρά το βαθύ γήρας, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει. Το τελευταίο του χρονικά, αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής του, όπως ο ίδιος καταγράφει, βιβλίο, στη συγγραφή του οποίου βοήθησε ο γιος του Μπέντζαμιν, είναι ένας ύμνος στην τρίτη ηλικία. Ο ίδιος ο Γιάλομ, μετά την απώλεια της γυναίκας και μούσας του Μαίριλυν, πήρε μία μεγάλη απόφαση. Επειδή του ήταν αδύνατον να αναλαμβάνει ψυχοθεραπείες που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να κρατήσουν καιρό, δεχόταν σε μία και μοναδική συνεδρία, όσους επιθυμούσαν και όσους επέλεγε ο ίδιος να δει, θέλοντας να βοηθήσει με την πείρα του στις δυσκολίες της προσωπικής, της επαγγελματικής, αλλά και της κοινωνικής και υπαρξιακής τους πορείας, παραπέμποντάς τους σε άλλους ψυχοθεραπευτές για συστηματική ψυχοθεραπεία. Καρπός αυτής του της απόφασης είναι το βιβλίο «Η ώρα της καρδιάς- πώς συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα», το οποίο κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, ψυχοθεραπεύτριας, και σε πρόλογο του Γιάννη Ζέρβα, καθηγητής της Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ, οι οποίοι μας έκαναν γνωστό στην Ελλάδα τον Γιάλομ και το έργο του τα τελευταία 25 χρόνια.  

Θαυμάζει κανείς έναν γέροντα στην ηλικία πόση ζωή κρύβει μέσα του και άρνηση να παραιτηθεί από ό,τι την νοηματοδοτεί. Παρά τη μεγάλη θλίψη της απώλειας της γυναίκας του, ενώ πρόσφατα έφυγε από τη ζωή και ο ένας γιος του Βίκτορ, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει προβλήματα  υγείας που είχε, ο Γιάλομ «ενενήντα πέντε ετών, με έναν βαθμό εγκεφαλικής ατροφίας πια, που δυσκολεύει πολύ τη δημιουργική του εργασία» (σ. 11), όπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο Γ. Ζέρβας, μας διδάσκει ότι «η βούληση είναι πιο ισχυρή από τον εγκέφαλο, ότι η επιθυμία για ζωή και επαφή βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις σωματικές ανεπάρκειες, όταν αυτό έχει σημασία για εμάς. Η ψυχή βρίσκει δρόμο και τρόπο» (σ. 11).

«Η γνώση της βεβαιότητας του θανάτου, η διαχείριση της ελευθερίας, η έλλειψη εγγενούς νοήματος στη ζωή και η απομόνωση από την κοινότητα είναι, όπως μας έμαθε ο Γιάλομ, οι τέσσερις μείζονες υπαρξιακές αγωνίες. Και τα αντίδοτα που πρότεινε, αντίστοιχα, είναι για τον θάνατο η πλήρης βίωση της ζωής, για την ελευθερία η συνειδητή επιλογή του τομέα ευθύνης μας και η υπηρέτησή του, για το νόημα η ανακάλυψη του προσωπικού μας νοήματος μέσα από την πορεία στη ζωή του και, τέλος, για τη μοναξιά η ενεργή συμμετοχή  μας στην κοινότητα, αφού όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα και παρόμοιες αγωνίες» (σ. 12).

Το βιβλίο του Γιάλομ λοιπόν «Η ώρα της καρδιάς» είναι το κύκνειο άσμα του, στο οποίο αποτυπώνει μέσα από την μία και μοναδική συνεδρία που κάνει με διάφορους θεραπευόμενους, τον τρόπο της δικής του πάλης έναντι των τεσσάρων αυτών υπαρξιακών αγωνιών. Ο Γιάλομ «πρώτον, τις αναγνώρισε στον εαυτό του και τις παραδέχτηκε ανοιχτά προς τα έξω: στους φοιτητές το, στους συναδέλφους του, στους ασθενείς του, στους συνεργάτες του, στο κοινό του. Συνειδητοποίηση και ειλικρίνεια, ισότιμα. Η ανακούφιση βρίσκεται στο να έρθουμε αντιμέτωποι μέσα μας μ’ αυτές τις αγωνίες, να τις παραδεχτούμε, να τις μοιραστούμε με τους άλλους και να μη σταματήσουμε εκεί! Να εξερευνήσουμε διαδρομές στη ζωή μας που να μας επιτρέψουν  να ανεχτούμε αυτές τις αγωνίες και να μην εμποδίσουν τη ζωή μας. Αυτό αναγκαστικά οδηγεί σε επιλογές και δέσμευση σε αυτές τις επιλογές. Μια ζωή δική μας, όσο μας επιτρέπουν οι συνθήκες. Περιέργεια, εξερεύνηση, συμμετοχή» (σ. 12)

Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Ζέρβας, ο Γιάλομ μάς δείχνει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή η ζωή συνεχίζει, η δημιουργία συνεχίζει, η επικοινωνία συνεχίζει, η επαφή και η μετάδοση εμπειρίας δεν σταματούν ποτέ όσο έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Και μαζί τους δεν σταματούν οι αφηγήσεις και οι ιστορίες  που μας μεταδίδουν και συντηρούν τη συνέχεια της ζωής, της αγάπης και της δημιουργίας. Εμείς μπορεί να θλιβόμαστε μπροστά στην προοπτική του αποχωρισμού. Εκείνος όχι. Συνεχίζει να ζει και να γράφει» (σσ. 14-15).

Διαβάζοντας το βιβλίο στεκόμαστε ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Τζέρρυ, ο οποίος είχε πολύ έντονο κίνητρο να κάνει αλλαγές στη ζωή του, αλλά η απαιτητικότητα και η απαξιωτική συμπεριφορά  προς τους άλλους τον εμπόδιζαν να προχωρήσει.  Ο Τζέρρυ ήταν και η αφορμή που ο Γιάλομ ξεκίνησε την μία και μοναδική συνεδρία. Ενδιαφέρουσες είναι η περίπτωση της Σούζαν που χρειαζόταν ενθάρρυνση στη ζωή της, της που συνειδητοποιεί ότι για να γίνει καλή ψυχοθεραπεύτρια δεν αρκεί η παιδεία, αλλά χρειάζεται και να τακτοποιήσει τα δικά της θέματα χωρίς να φοβάται να ανοιχτεί, του Πωλ που καταφέρνει να ενεργοποιήσει το λογοτεχνικό του τάλαντο, της Μάγια, η οποία φοβάται να συμπεριλάβει τον Τσάρλυ στη ζωή της και βρίσκει υποκατάστατο τη ζωοφιλία (όπως σε πολλά ζευγάρι τα παιδιά γίνονται το κέντρο και η ανάγκη για μοίρασμα και επικοινωνία τίθεται στο περιθώριο), του Αλμπέρτο, ο οποίος φοβάται την εισβολή και την επιθετικότητα των άλλων και κλείνεται στον εαυτό του, του Άμπερτ που το άγχος του θανάτου κάνει τον Γιάλομ να επανεκτιμήσει τον δικό του τρόπο διαχείρισης του πένθους για τη γυναίκα του, της Άντγε, που δυσκολεύεται να  αντιμετωπίσει παλαιά τραύματα καλύπτοντάς τα με μια φαινομενική αταραξία, της Τζην που καλείται να παλέψει με τη σύγκρουση ανάμεσα στην τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά του εαυτού της και την ανάγκη των άλλων να τη βλέπουν ως σκληρή και δυνατή, της Ρόουζ προς την οποία ο Γιάλομ έστειλε κατά λάθος ένα mail που αποτύπωνε τις παρατηρήσεις του γι’ αυτήν και το οποίο την πλήγωσε βαθιά, γεννώντας ενοχές στον ίδιο , της Ντέμπι που κάνει τον Γιάλομ να συνειδητοποιήσει ότι η μνήμη του τον εγκαταλείπει, όχι όμως και η ικανότητά του να είναι άνθρωπος και να νοιάζεται, του Ρίτσαρντ, ο οποίος θέτει τα μεγάλα ερωτήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης στον Γιάλομ και ο σεβασμός με τον οποίο ο σπουδαίος ψυχοθεραπευτής αντιμετωπίζει το ζήτημα της πίστης, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν πιστεύει και η απόφασή του να σταματήσει να βλέπει ανθρώπους όταν συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του πλέον δεν επαρκούν γι’ αυτό.

Στον επίλογό του ο γιος του Γιάλομ Μπέντζαμιν που τον βοήθησε στη συγγραφή επισημαίνει αυτό που ο Γιάλομ προσπάθησε να κάνει στη ζωή του: να λειτουργήσει μοιραζόμενος προσωπικά βιώματα με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς απόσταση από τους θεραπευόμενους, βγάζοντας αυτό που ονομάζουμε δίψα για εγγύτητα, όντας ανοιχτός, ειλικρινής και ανθρώπινος.   Αυτό το στοιχείο πιστεύουμε ότι μπορεί να βοηθήσει όσους βρισκόμαστε σε θέση ισχύος, τους γονείς απέναντι στα παιδιά, τους πνευματικούς απέναντι στους εξομολογούμενους, τους δασκάλους απέναντι στους μαθητές, όχι για να προβάλουμε όσα εμείς θέλουμε ή πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά για να μπούμε στη θέση τους, να φανερώσουμε και στον εαυτό μας και σε εκείνους ότι είμαστε ανθρώπινοι, να ταπεινωνόμαστε και να αγαπούμε. Αυτό άλλωστε ήταν και είναι το βαθύτερο νόημα της ενανθρώπησης του Θεού, ότι έγινε ένας από μας και μας νιώθει σε όλα, ακόμη και στον θάνατο.

Ένα βιβλίο που εκτός από το κύκνειο άσμα του σπουδαίου ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα, αποπνέει ενθάρρυνση σε όσους προχωρούμε ηλικιακά, αλλά και σε όσους δεν θέλουμε η ζωή μας να κλειστεί στο εγώ μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΕΤΑΙΡΕ, ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕΣ ΩΔΕ;


«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου,
  καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. 22, 11-12) 

Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου, και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.  

            Μία από τις πιο δύσκολες στην πρόσληψη παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λίγο πριν ο Χριστός συλληφθεί και οδηγηθεί στο Πάθος και στον Σταυρό. Ο Κύριος παρομοιάζει την βασιλεία των ουρανών με ένα γαμήλιο τραπέζι για τον γιο ενός βασιλιά. Στο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι οι φίλοι του βασιλιά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να παραστούν, άλλοι διότι δεν ήθελαν, άλλοι διότι είχαν εργασίες, γεωργικές και εμπορικές, ενώ άλλοι επέδειξαν τέτοια κακία, ώστε να σκοτώσουν τους απεσταλμένους του βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε, έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους, δείχνοντας ότι όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη ζωή και τον Θεό με όρους δικής σου εξουσίας, τότε θα συντριβείς. Ο βασιλιάς όμως θέλει να κάνει το τραπέζι  των γάμων και θα στείλει τους υπηρέτες του, για να φέρουν στο τραπέζι όσους βρούνε στις διακλαδώσεις των οδών και να τους καλέσουν. Θα έρθουν διάφοροι, κακοί και καλοί, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση. Ένας μόνο από όσους εισήλθαν, θα δείξει περιφρόνηση στον βασιλιά, ερχόμενος με ένδυμα ακατάλληλο για το τραπέζι, κάνοντας επίδειξη αλαζονείας και πνεύματος εξουσίας. Ο βασιλιάς, αφού τον ελέγξει, αποστομώνοντάς τον, θα διατάξει να τον δέσουν και να τον στείλουν στο σκότος το εξώτερο, επισημαίνοντας ότι πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί.

            Ο βασιλιάς είναι ο Θεός. Ο γιος Του είναι ο Χριστός και είναι ο Ίδιος και ο γάμος και η τροφή του τραπεζιού. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος του καθενός ανθρώπου και το Σώμα Του και το Αίμα Του η τροφή μας, ενώ το τραπέζι είναι η Θεία Λειτουργία. Οι ανάξιοι καλεσμένοι ήταν ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, αλλά και κάθε άνθρωπος, ο οποίος βάζει την επιβίωση, την υλικότητα, το συμφέρον πάνω από τη σχέση με τον Θεό, πάνω από την υιότητα, πάνω από την κοινότητα της Εκκλησίας. Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, γιατί του υπενθυμίζει την πρόκληση της αγάπης του Θεού, και αυτό γίνεται με την απόρριψη, την ειρωνεία, την κακία, κάποτε και το μαρτύριο, τότε ο άνθρωπος γίνεται εξουσιαστής. Αρνείται τον Θεό της αγάπης και ζητά να κυριαρχήσει η δύναμη και η εξουσία. Η συνέπεια όμως του παιχνιδιού της εξουσίας είναι η καταστροφή του ανθρώπου, η οποία έχει να κάνει με τον πνευματικό του θάνατο, ο οποίος γίνεται δυστυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, και την συντριβή, το κάψιμο των υλικών πραγμάτων στα οποία στηρίζεται, της πόλης στην οποία μένει και πιστεύει ότι μπορεί να είναι οχυρωμένη χωρίς Θεό. Η εξουσία φέρνει θάνατο, γιατί ο Θεός δεν δέχεται την ύβρη, την αλαζονεία του ανθρώπου.

            Μεγαλύτερος όμως είναι ο προβληματισμός για εκείνον που πηγαίνει στο τραπέζι του Θεού, χωρίς ένδυμα κατάλληλο. Είναι ο υποκριτής. Είναι εκείνος που προσποιείται ότι θέλει να πάει στον Θεό, χωρίς όμως να αλλάξει τον εαυτό του. Αυτός που μένει ως έχει. Χωρίς να αγαπά. Χωρίς να μετανοεί. Χωρίς να στολίζει την ύπαρξή του με ένδυμα που δείχνει σεβασμό και τιμή στον οικοδεσπότη Θεό. Και δεν είναι το υλικό ένδυμα, αλλά η ρυπαρή καρδιά που κάνει τον άνθρωπο ανάξιο του γαμήλιου τραπεζιού. Μας καλεί ο Χριστός που έγινε ένα με μας, για να μας δείξει ότι μας νιώθει, Αυτός ο οποίος σταυρώθηκε για μας, για να μας δοθεί ως θυσία και αγάπη, Αυτός που δεν μας ξεχνά ποτέ, αλλά είναι «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (από τη θεία λειτουργία, τέσσερις μετοχές ενεστώτα, που δηλώνουν παρόν και διάρκεια), να τον γευτούμε και να δούμε ότι Εκείνος είναι ο χρηστός, ο γλυκύς, ο καλός, που μας σώζει και μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αρχή και εμείς παρουσιάζουμε έναν εαυτό προκλητικό, ρυπαρό, αταίριαστο, χωρίς αιδώ και χωρίς να έχουμε το στολίδι, το ρούχο της αγάπης, όσο ταπεινό κι αν είναι, για να δείξουμε το «ευχαριστώ» για μια πρόκληση που, έτσι κι αλλιώς, δεν δικαιούμασταν.

            Η παραβολή μιλά για μας τους χριστιανούς. Αν είμαστε οι εξ αρχής κλητοί, μήπως αντιτάσσουμε τις βιοτικές μας μέριμνες ή το θέλημά μας στην διαρκή Κυριακή στην οποία μας καλεί ο Θεός; Μήπως αντιτάσσουμε την έπαρση μιας ψεύτικης παντοδυναμίας, ότι είμαστε θεοί, επειδή έχουμε γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, όπλα, επικοινωνία και νομίζουμε ότι όλα τα δικαιούμαστε; Μήπως δεν νιώθουμε ότι κληθήκαμε όντας στις διακλαδώσεις των δρόμων, δηλαδή άνθρωποι που αναζητούμε νόημα και σκοπό ζωής, χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε, και  ο Χριστός δεν μας αφήνει; Μήπως , τελικά, η έπαρση ότι συμμετέχουμε στα γαμήλιο τραπέζι της βασιλείας μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε, αρνούμενοι να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε, να συγχωρέσουμε, να ταπεινωθούμε;

            Ας γίνουμε οι εκλεκτοί, της αγάπης, της αλήθειας, της όντως ζωής εν τη Εκκλησία! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή ΙΔ’ Ματθαίου

9/1/26

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ


 Η κουλτούρα της ευεξίας έχει γίνει ένα είδος θρησκείας στους καιρούς μας. Η φροντίδα του σώματός μας, η δίαιτα, η άσκηση, η αισθητική είναι ένας τρόπος ζωής ο οποίος στηρίζεται στο αξίωμα ότι οφείλουμε στον εαυτό μας να τον προστατεύουμε, να τον περιποιούμαστε, να νικούμε τη ραθυμία, την αρνητική εικόνα που εκπέμπουμε απέναντι στους άλλους, ότι θα πρέπει να γίνουμε αποδεκτοί όχι για εκείνους, αλλά για εμάς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ενασχόληση με τη γιόγκα.  Πρέπει να αποβάλουμε από τον εαυτό μας σκέψεις και διαθέσεις, οι οποίες γίνονται βασανιστικές και γι’ αυτό, χωρίς να ασχολούμαστε με τη θρησκευτική διάσταση της γιόγκα, που είναι η ανακάλυψη του ινδουιστικού άτμαν εντός μας, αξιοποιούμε την αθλητική- γυμναστική της πλευρά, για να νιώσουμε καλύτερα.

Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.

Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.

Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;

Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου 2026

8/29/26

ΟΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

“Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ.   Καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν” (Ματθ. 21, 38-39) 

“Τελευταῖον τοὺς ἔστειλε τὸν γιό του μὲ τὴ σκέψη· “θὰ σεβαστοῦν τὸν γιό μου”. Οἱ γεωργοὶ ὅμως, ὅταν εἶδαν τὸν γιό, εἶπαν μεταξύ τους· “αὐτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. ᾿Εμπρός, ἂς τὸν σκοτώσουμε καὶ ἂς ἁρπάξουμε τὴν κληρονομιά του”. ῎Ετσι, τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸν σκότωσαν”. 

    Μία από τις πιο συγκλονιστικές παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή των κακών γεωργών. Ο Χριστός, λίγο πριν το πάθος Του, απευθύνεται προς τους μαθητές, αλλά και προς τους θρησκευτικούς ηγέτες του λαού του Ισραήλ, όπως επίσης και προς τον λαό που Τον ακούνε, και αναφέρει την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Πώς δηλαδή ο Θεός διάλεξε τον λαό του Ισραήλ για να καλλιεργήσει τον αμπελώνα Του, δηλαδή την ανθρωπότητα, ώστε να μπορέσουμε οι άνθρωποι να καταστήσουμε ενεργό τον σκοπό της ζωής μας, που είναι η ομοίωση προς τον Θεό. Και η επιλογή του Θεού δεν ήταν τυχαία. Ο λαός του Ισραήλ ήταν ένας δυνατός λαός ψυχικά, είχε αναζήτηση της αλήθειας και ποθούσε την σχέση με τον αληθινό Θεό, ακολουθώντας τους Πατριάρχες του, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, εκείνους δηλαδή που έδειξαν ότι η πίστη δεν είναι πεποίθηση σε προτάσεις ή σκέψεις, αλλά σχέση με τον Θεό, Τον Οποίο ο άνθρωπος αναζητεί για να έχει η ζωή του νόημα, Τον λόγο του Οποίου ο άνθρωπος είναι έτοιμος να ακολουθήσει, θυσιάζοντας τις βεβαιότητές του, το σπίτι, την ιδιοκτησία, τον τόπο, ακόμη και τη συγγένεια, όπως έκανε ο γενάρχης του Ισραήλ, ο Αβραάμ.
    Κι ενώ ο Θεός έκανε αυτή την εκλογή και όρισε αυτόν τον λαό να κρατήσει τον αμπελώνα της γης, να τρυγήσει τους καρπούς, να ζήσει ο ίδιος και να μοιραστεί το κρασί της χαράς που δίνει η πίστη, αλλά και να ανταποδώσει με ευχαριστία στον Θεό το μερίδιό Του, που είναι η αντιπροσφορά, η ευγνωμοσύνη, η αγάπη, η παραμονή στην πίστη, αυτός ο λαός θεώρησε ότι μπορεί να κρατήσει τη θέση του στον κόσμο και τα αγαθά που ο Θεός του έδωσε μόνο με τον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Έτσι, όταν ο Θεός έστελνε τους προφήτες για να κηρύξουν μετάνοια, για να αναγγείλουν τον ερχομό του Μεσσία, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού, να διακηρύξουν την ανάγκη για πιστότητα στις εντολές του Θεού και άρνηση του συγκρητισμού, δηλαδή της ειδωλολατρίας, ο λαός, με επικεφαλής τους βασιλείς και τους θρησκευτικούς του άρχοντες, οδήγησε τους προφήτες στον θάνατο, για να μην ακούγονται οι ενοχλητικές φωνές τους. Το ίδιο έκανε και με τον Υιό του Θεού, τον κληρονόμο του αμπελώνος, της βασιλείας δηλαδή των ουρανών που περιλαμβάνει όλον τον κόσμο. Και Αυτόν Τον οδήγησαν στον σταυρικό θάνατο, έξω του αμπελώνος, έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, της ιερής πόλης του Ισραήλ, για να κρατήσουν το δικό τους αλάθητο της αποκλειστικής ερμηνείας των εντολών του Θεού, να είναι αυτοί που θα εξουσιάζουν τον αμπελώνα και όχι αυτοί που θα ανοίγουν την πίστη στους άλλους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο Χριστός τονίζει ότι ο Θεός δεν θα αφήσει αυτή τη νοοτροπία ατιμώρητη. Ο αμπελώνας είναι για όσους πιστεύουν, για όσους μοιράζονται, για όσους ευγνωμονούν, για όσους υπερβαίνουν το εγώ και την περιουσιότητα, δηλαδή και για τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, που θα βρούνε τον Χριστό και την αλήθεια.
    Ποια είναι τα μηνύματα της παραβολής για τους καιρούς μας;
    Πρώτον, το ότι στον αμπελώνα του Θεού, που είναι η Εκκλησία, που είναι η βασιλεία του Θεού, ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε βαπτιστεί, όσοι ξεκινούμε να καταστήσουμε το καθ’ ομοίωσιν τον σκοπό της ζωής μας. Όμως καλούμαστε να υπερβούμε την παγίδα της αυτάρκειας, ότι οι καρποί του αμπελώνα είναι μόνο για μας, διότι εμείς αισθανόμαστε ως οι ιδιοκτήτες της Εκκλησίας. Ο Θεός ζητά από εμάς να μοιραστούμε μαζί Του, με πίστη, με ευγνωμοσύνη, με αγάπη ό,τι μας δόθηκε και να δώσουμε και στους άλλους που είναι εκτός του αμπελώνα τη γλυκύτητα του καρπού και τη χαρά.
    Δεύτερον, ότι ο κληρονόμος του Θεού και ιδιοκτήτης του αμπελώνος είναι ο Υιός του Θεού, δηλαδή ο Χριστός. Αυτός υπέστη και υφίσταται την κακία όσων θεοποιούν τον εαυτό τους και μαζί Του και όλοι όσοι Τον ακολουθούν εκ της καρδιάς των στην οδό της αγάπης, του μοιράσματος, της θυσίας, της ευγνωμοσύνης, του σταυρού. Μπορεί πρόσκαιρα Εκείνος και οι ακόλουθοί Του να δείχνουν ηττημένοι από τους σφετεριστές της Εκκλησίας, όσοι νομίζουν ότι είναι οι αυθεντίες και οι αυτάρκεις με την ερμηνεία του αποκλεισμού των ταπεινών, των καταφρονεμένων, των αμαρτωλών, των αδύναμων εκ του καρπού και της χαράς και της διεκδίκησης διά της εξουσίας, της δύναμης, της ιδιοκτησίας μιας αποκλειστικότητας που δεν έχει αγάπη, αλλά μόνο ιδιοτέλεια. Μπορεί αυτοί να βγάζουν από την Εκκλησία όσους ζούνε την αγάπη, τη συγχώρηση, την καλοσύνη. Ο κληρονόμος όμως, μέσα στην ήττα Του θα αναστηθεί, μαζί και όσοι κατανοούν και βιώνουν το ήθος Του.
    Και τρίτον, ότι μπορεί ο πολύς κόσμος σήμερα να θεωρεί με αδιαφορία τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία, διότι πιστεύει πως δεν του χρειάζεται να ανήκει στον αμπελώνα, αλλά εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Ο θάνατος καραδοκεί, όπως επίσης και η ιδιοτέλεια, το συμφέρον, η αχαριστία. Το μήνυμα ότι ο Θεός θα βρει καλούς γεωργούς είναι μήνυμα ελπιδοφόρο. Δεν θα αφήσει ο Θεός τον κόσμο στην κακία. Και ο κληρονόμος του αμπελώνος θα καταστήσει συγκληρονόμους εκείνους που θέλουν το καλό, την αγάπη, τη ζωή που ξεπερνά τον θάνατο, αυτούς δηλαδή που επιδιώκουν την ομοίωση μαζί Του.
    Ας προβληματιστούμε και ας επιλέξουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
30 Αυγούστου 2026
Κυριακή ΙΓ’ Ματθαίου


8/28/26

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 184- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ


    Ένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο του καιρού μας, ιδίως εκείνον που η εργασία ή το λειτούργημά του τον φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους, λειτουργώντας σε μία σχεσιακή προοπτική, η οποία άλλοτε ενισχύει τους στόχους του και άλλοτε (το σύνηθες) τον απογοητεύει, είναι η ψυχική ανθεκτικότητα. Εχθροί της είναι η ρουτίνα της αστικής κοινωνίας, η εντατικοποιημένη εργασία, η απουσία οράματος πέραν της επιθυμίας για πλουτισμό, το έλλειμμα αγάπης για τον άνθρωπο σε μια ατομοκεντρική πραγματικότητα. Όλα αυτά κουράζουν ψυχικά τον άνθρωπο. Τον κάνουν να αισθάνεται ότι τίποτα από όσα κάνει δεν του δίνει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει ούτε στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, ούτε στη ζωή του με περιεχόμενο. Ιδίως όταν έρχονται απροσδόκητα δύσκολες και ανατρεπτικές της κανονικότητάς του στιγμές και καταστάσεις, ο άνθρωπος μπορεί και να συντριβεί ψυχικά. Να νιώσει ότι τίποτε δεν αξίζει και ότι όλα όσα έχει κάνει είναι μάταια, εκτός από άχρηστα. Και δεν είναι η θρησκεία η μόνη απάντηση, δηλαδή μία μεταφυσική θεώρηση της ζωής, η οποία περνά από την υπομονή, κάποτε ιώβειο, αλλά η ίδια η ζωή στην οποία χρειάζεται να βρούμε ή να χτίσουμε ελπίδα.
    Χρειαζόμαστε λοιπόν εμψύχωση. Αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου βιβλίου του κ. Βασίλη Καραποστόλη, ενός σπουδαίου διανοούμενου των καιρών μας, ομότιμου καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος συχνά με την επιφυλλιδογραφία του και τα κείμενά του μας δίνει τη δυνατότητα ενός πολύ γόνιμου, υπαρξιακού, κοινωνικού, σχεσιακού προβληματισμού, κάνοντάς μας να ξαναβλέπουμε την πορεία της ζωής μας. “Το πιο βαθύ, το πιο συναρπαστικό όνειρο του ανθρώπου είναι να κρατά το τιμόνι μπροστά στα απρόοπτα” (σ.9). Μόνο που ο άνθρωπος, συνήθως, οργανώνει τις άμυνές του μπροστά στα απρόοπτα (κυρίως στηριζόμενος στην αποταμίευση ή τον πλουτισμό), “αντί να ετοιμάζει ένα άνοιγμα στον κόσμο” (σ.10). Γι’ αυτό και “ύστατο μέλημα του ανθρώπου είναι να μην εξορίσει από μέσα του την ιδέα ότι είναι ικανός και για άλματα” (σ.13).
     “Η ανάγκη της εμψύχωσης” (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι βιβλίο που χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο επιγράφεται “Η γέννηση των προσδοκιών”. Ο συγγραφέας μας καλεί να σπουδάσουμε τον μύθο της Ηούς και του Τιθωνού, να δούμε δηλαδή τη ζωή με βάση “τον έρωτα για τη δυνατότητα να ξεπεταχθεί το ωραίο μέσα από το τετριμμένο” (σ.21), χωρίς να παραδιδόμαστε στα χρειώδη. “Ο μέγιστος κίνδυνος έρχεται όταν ο ανθρώπινος βίος γίνεται ανεξέταστος” (σ. 30). Γι’ αυτό χρειάζεται να εξετάζουμε τις επιθυμίες μας. Να βλέπουμε αν από την ικανοποίησή τους ή μη θα προκύψει σημαντική χαρά ή σημαντική λύπη, για να μπορούμε να  τις κατατάσσουμε στις αναγκαίες ή μη. Το ίδιο και με τις ηδονές.  Γι’ αυτό χρειάζεται και ονειροπόληση και δράση, όχι παράδοση στον μηδενισμό. Έτσι, υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιήσουμε τη φαντασία μας, όχι για να δραπετεύσουμε στον χώρο της ψευδαίσθησης, αλλά για να δημιουργήσουμε συνθήκες και να ενεργοποιήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δεν είναι το ανέφικτο αυτό στο οποίο πρέπει να στοχεύουμε, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας και τους στόχους μας αν κάτι μοιάζει ανέφικτο. Πρώτα χρειάζεται να παλέψουμε, να βάλουμε δύναμη και φαντασία μέσα μας, ώστε να μη γίνουμε μειοδότες της ζωής, αλλά εκείνοι οι οποίοι θα παλεύουμε, ακόμη κι αν συναντούμε διαψεύσεις και ματαιώσεις, για ό,τι αληθινά αξίζει για μας.
    Ο συγγραφέας θα επιμείνει σε κάτι που έρχεται να συναντήσει την πνευματική μας παράδοση: “να θέλεις να επιθυμείς εκείνο που δεν εξαντλείται” (σ.56). Αυτό για μας είναι ο Χριστός και η αγάπη. Είναι το Απόλυτο που μοιάζει ανέφικτο, όμως γίνεται ένα κίνητρο όντως ζωής, ένα κίνητρο που σε κάνει να μην πτοηθείς εντελώς, ακόμη και στις ήττες σου. Εδώ λοιπόν η φαντασία που δημιουργεί, ονειρεύεται, αναζητεί τρόπους, διψά, σε κάνει να αναζητείς δάσκαλο, διότι “δέχθηκες να γίνεις μαθητής” (σ.63), ώστε να αναζητείς κάτι που υπερβαίνει την ημέρα, την καθημερινότητα, το παρόν. Γι’ αυτό αξίζει να παλέψεις, να προσθέσεις, ακόμη και να θυσιαστείς. 
    Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Φαντασία και Ελπίδα”. Ο συγγραφέας επισημαίνει μία μεγάλη αλήθεια που μας διαποτίζει: “η πρωτογενής ανάγκη του ανθρώπου για ενωση με τους ομοίους του επισκιάσθηκε από τη δευτερογενή ανάγκη του να ξεχωρίσει μέσα στους πολλούς. Στη συνέχεια, από την ανάγκη για ξεχώρισμα πέρασε στην επιδίωξη της επικράτησης, και με την επιδίωξη αυτή επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε όταν αποκόπηκε από το φυσικό βασίλειο: στον απέραντο φόβο ότι είναι κατάμονος, φόβο που, για να τον σκεπάσει, ήταν έτοιμος ακόμη και να φθάσει στον φόνο. Έτσι, απλώθηκε και δεν έπαψε να απλώνεται η ανασφάλεια” (σσ.69-70). Η περιγραφή αυτή μάς δείχνει το γιατί του θριάμβου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στους καιρούς μας. Συμμετέχουμε σ’ αυτά για να είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας, τους οικείους μας. Θέλουμε να ξεχωρίσουμε όμως ανάμεσά τους και γι’ αυτό αναρτούμε, κυρίως φωτογραφίες που προκαλούν με κάποιον τρόπο το ενδιαφέρον ή σχόλια που κάνουν θόρυβο. Κάποιοι θέλουν να επικρατήσουν, όπως στην πολιτική, στον φονταμενταλισμό, στο star system, με αποτέλεσμα να “δολοφονούν” χαρακτήρες, να οργανώνουν στρατούς από τρολς, να κατασκευάζουν”αλήθειες”, χωρίς να διαλέγονται. Κι όλοι παραμένουν μόνοι κατά βάθος, διότι όλος αυτός ο δρόμος δεν γεννιέται μέσα από την εμπιστοσύνη, αλλά από τον νόμο και τον τρόπο της ζούγκλας. Γι’ αυτό και η όποια “εφαρμογή του καλού- έστω και του τυπικά καλού, διεγείρει το κακό, προκαλώντας το να αποδείξει πόσο εφευρετικό είναι στο να ακυρώνει το καλό” (σ. 71). 
   
Έτσι, αντί να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε έρμαια στην κακή βούληση του οποιουδήποτε, χάρις και στην νομοθέτηση μέτρων, ορίων, κανόνων, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά το κακό, κάτι που βλέπουμε και στην έξαρση της βίας, στην υποκρισία, στην ωμή εκμετάλλευση, στην εξαπάτηση (σ.71). “Η βαθύτερη αιτία αυτής της ανωμαλίας ήταν ότι οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ του καλού φαινόταν να μην πηγάζουν από μια ελπίδα για το καλύτερο, αλλά από τον φόβο για το χειρότερο” (σ.71) “Η βούληση της πολιτείας είναι ισχνή: οι τυπικές ενέργειες του πολιτικού, του δημόσιου λειτουργού ή και του νομοθέτη προδίδουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα τους: την πειθώ, τον λόγο, την παράθεση επιχειρημάτων, την αναφορά σε αξίες και κυρίως την κατάδειξη της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις τους. Άμεση συνέπεια είναι η διάχυση της ανασφάλειας σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα” (σσ.71-72). Έπαψε να ισχύει το “λόγω τιμής” και μετετράπησαν τα πάντα σε έγγραφα και συμφωνίες, σε μια συναλλαγή. Γι’ αυτό και υπάρχει σήμερα η καχυποψία και ο φόβος ότι ακόμη κι όταν υφιστάμεθα το καλό, κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτό. Οι άνθρωποι δεν μπορούμε να χαρούμε τις σχέσεις μας, φοβόμαστε όχι το απώτερο, αλλά το άμεσο μέλλον και οχυρωνόμαστε πίσω από το εγώ, το άτομό μας, το συμφέρον μας, χωρίς να μπορούμε να υιοθετήσουμε την αγάπη ως στάση ζωής. Αυτό το βλέπουμε και στην παιδεία. 
    Ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη να ξαναχτίσουμε χαρακτήρες με αγνότητα προσδοκιών και προθέσεων. Να μάθουμε να συνάπτουμε γερούς δεσμούς με τους ομοίους μας. Να αντισταθούμε στην αντίληψη ότι η ζωή χαρίζεται, στην ψευδαίσθηση που γεννιέται μέσα από τον τρόπο ζωής του πολιτισμού μας ότι το να μην κουράζεσαι είναι το μείζον. “Οι μη κοπιώντες διάγουν ,,παράνομο’’ βίο, δηλαδή παρά φύσιν” (σ.89). Γι’ αυτό χρειάζεται θυσία και, επιπλέον, όχι μετακύλιση των ευθυνών στους άλλους. Χρειάζεται η πλατωνική “εμπιστοσύνη στην καινοτόμο ανθρώπινη θέληση” (σ.100). Σε κοινωνικό επίπεδο λοιπόν πρέπει να προταχθεί η έννοια της δικαιοσύνης, χωρίς να είναι αρκετή από μόνη της, αν ο άνθρωπος δεν αναλάβει την ευθύνη να είναι υποκείμενο, πρόσωπο ξεχωριστό, με όρεξη για αλλαγή των πραγμάτων: “ζώντας με τους κανόνες του δικαίου οι άνθρωποι θα είναι ευτυχέστεροι. Η δικαιοσύνη κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται καλύτερα, να παίρνει μεγαλύτερη ικανοποίηση από ό,τι αν φερόταν αδίκως. Επομένως, θα θέλει να είναι δίκαιος, όχι από καθήκον, αλλά για χάρη της μακαριότητας με την οποία θα ανταμειφθεί. Είναι άλλο θέμα το κατά πόσον η θέληση των ανθρώπων είναι σταθερή. Και επίσης είναι άλλο θέμα το κατά πόσον οι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι αυτό που θα τους δώσει ευτυχία. Σε κάθε περίπτωση, το να θελήσουν να σκεφθούν και να δοκιμάσουν να δράσουν με βάση τις σκέψεις τους είναι προϋπόθεση για κάθε αλλαγή. Προτού λάβουν υπ’ όψιν τους την αντικειμενικότητα, πρέπει να είναι υποκείμενα που σε κάτι αποβλέπουν και που δεν αρκούνται να το χαίρονται μες στον ύπνο τους” (σ.100).
    Συνείδηση, ευθύνη, υποκείμενο που έχει άποψη, όρεξη, φαντασία, δημιουργικότητα, είναι στοιχεία που μπορούν να δώσουν εμψύχωση και τελικά ανθεκτικότητα σε όποιον δεν άγεται και φέρεται από τα ρεύματα της ζωής. Και, όπως προσθέτει ο συγγραφέας, χρειάζεται ο έρωτας “ως πόθος που φωλιάζει πίσω από το πάθος: είναι η απαίτηση να μπορεί το ανθρώπινο πλάσμα να ζήσει στο έπακρο αυτά που εμπεριέχει η ζωή” (σ.102). Ο έρωτας είναι πλεόνασμα και δίνει πλεόνασμα στην καθημερινότητα της ύπαρξης. Μπορεί στην εποχή μας να ισχύει πως “ό,τι πλεονάζει αργά ή γρήγορα περιθωριοποιείται” (σ.103). Ακόμη όμως κι αυτό να συμβαίνει ο έρωτας, όχι αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, αλλά και για κάθε τι με το οποίο νιώθουμε ότι η ζωή μας αξίζει, δίνει τη δυνατότητα να αντέξουμε. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχής των παιδιών και των νέων, όχι η απομύζησή τους από την τεχνολογία, τα κινητά, την μαγκιά, το φαίνεσθαι: “ τα παιδιά, οι νέοι είναι οι πιο αυθεντικοί ειδωλολάτρες, όχι όμως λόγω ευπιστίας, όσο εξαιτίας της ανάγκης που πρωτοξυπνά στον άνθρωπο να διευρύνει τα όσα κοιτάζει, να αναπλάσει τα στερεά, να αναδιατάξει τα γεωμετρικά σχήματα, να βρεθεί στην πίσω μεριά της ευθύνης των φαινομένων και να δει, επιτέλους, τι βρίσκεται εκεί και γιατί. Μπορεί ο ενήλικος να απογοητεύεται, διότι όταν αγγίξει το είδωλό του θα δει, κατά τον λόγο του Φλωμπέρ, “την επιχρύσωση πάνω στα δάχτυλά του” (σ.109), ωστόσο ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη που θα τον κρατήσει ζωντανό. Θα τον βοηθήσει να ξαναδοκιμάσει, να ξαναδεί τον δρόμο της ευτυχίας.
    Σε ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για τις προσευχές και τις επικλήσεις, ο συγγραφέας επισημαίνει τα εξής: “Αναφερόμενος στην ανώτερη δύναμη ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει διαφορετικά αυτό που του λείπει, ως εάν να είχε ξαφνικά αποκτήσει ένα νέο εσωτερικό όργανο με το οποίο ,,παρακολουθεί’’ τις ταραχές και τις αγωνίες του. Το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα πάθη του είναι καινούργιο. Του το έχει χορηγήσει η ανώτερη δύναμη προς την οποία στράφηκε για βοήθεια. Προτού φανεί αν θα λάβει ή όχι βοήθεια, έχει αποκτήσει την ικανότητα επανεξέτασης των επιθυμιών του” (σ.112). “Αυτά που στερείται ο άνθρωπος ο Θεός τα γνωρίζει, χωρίς να είναι γνωστό στον άνθρωπο ποιες είναι οι βουλές του Θεού, ούτε επίσης το γιατί ο Θεός ανέχεται ή επιτρέπει το κακό της στέρησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή και γενικά. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα δεν είναι η ενημέρωση του Θεού για τα παθήματα των ανθρώπων. Είναι να καταδειχθεί η δυνατότητα του ανθρώπου να συνομιλήσει για τα παθήματά του με μιαν οντότητα, η οποία, μολονότι δεν τα υφίσταται, τα κατανοεί. Το πρώτο στάδιο στην πράξη της προσευχής είναι η αίσθηση του ανθρώπου ότι δεν είναι μόνος και ότι ο μονόλογός του θα σπάσει μ’ έναν τρόπο τη σιωπή του σύμπαντος. Πώς; Θα του απαντήσει κανείς; Μήπως ακούσει αλλόκοσμες φωνές- άγγελοι είναι; άγιοι;- μέσα από τα βάθη της νύχτας; Ποτέ δεν θα μάθει κανείς ποια είναι τα λόγια του προσευχόμενου που αποστέλλονται στην απώτατη πλευρά του σύμπαντος θα παραληφθούν και από ποιον. Στη θρησκευτική εμπειρία καταλύτης για τις εξελίξεις είναι η Χάρη. Μπορεί να έλθει η Χάρη ή να μην έλθει. Δεν θα δοθεί όμως από πουθενά καμιά διευκρίνηση ή εξήγηση επ’ αυτού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κατά τη διαδικασία της προσευχής δημιουργήθηκε η ιδέα ενός όντος που δεν είναι ξένο ούτε και κωφεύει στα λόγια που του απευθύνει ο άνθρωπος. Αντίκρυ στον άνθρωπο πρόβαλε ένα Εσύ, απόμακρο και ταυτόχρονα κοντινό. Είναι ένα πρόσωπο και ως τέτοιο έχει βούληση, με τη διαφορά πως για τον άνθρωπο είναι ανεξιχνίαστη. Το σημαντικό όμως είναι ότι τα λόγια του τελευταίου δεν πέφτουν στο κενό. Το αν το Ον που τα ακούει έχει τις άλφα ή βήτα ιδιότητες, αν είναι ένας Πατέρας πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, άπειρος, δεν είναι καθοριστικό. Εκείνο που βαραίνει είναι η δεκτικότητά του απέναντι στον άνθρωπο που του απευθύνεται. Το μείζον Εσύ ακροάται το έλασσον εγώ, έτσι πιστεύει το εγώ, κι αυτό του δίνει μαζί με την αγαλλίαση μια ώθηση προς τα πάνω” (σσ.113-114).
    Τα παραπάνω έρχονται να συναντήσουν την πνευματική μας παράδοση, στην οποία ο Θεός δεν είναι μόνο δεκτικός στον άνθρωπο, αλλά έγινε άνθρωπος και γι’ αυτό νιώθει τον άνθρωπο, τον σπλαχνίζεται. Φέρει τη φύση μας επί γης και εν τω ουρανώ. Αναστήθηκε και θα μας αναστήσει. Και δεκτικός σημαίνει ακόμη αυτός που ακούει όχι από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά από αγάπη. Όλο αυτή η θέαση έρχεται να συναντήσει την ανάγκη του ανθρώπου να ελπίσει, να ενεργοποιήσει έμπρακτα τα ιδεώδη του, να μην παραιτηθεί όσες κι αν είναι οι απορρίψεις και οι ψυχικές πιέσεις που υφίσταται. Η θρησκευτική πίστη, για τον τίμιο στοχαστή, δεν είναι απλώς χρήσιμη ή ανακουφιστική. Γίνεται κίνητρο ψυχικής ανθεκτικότητας. 
    Σε ένα εξίσου ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο “Πειράματα με την ελπίδα”, ο καθηγητής Καραποστόλης επισημαίνει ένα φαινόμενο των καιρών μας, συνδέοντάς τον με τον σπουδαίο Λατίνο στοχαστή, φιλόσοφο και θεολόγο, Θωμά Ακινάτη. Είναι το ζήτημα της “ευελπιστίας”. “Η λέξη δηλώνει τη στάση του ανθρώπου ο οποίος, χωρίς να έχει πράξη τα ανάλογα, αξιώνει να έλθουν τα πράγματα όπως το επιθυμεί. Παρόλο που δεν έχει μετανιώσει για κάτι επιλήψιμο που έπραξε, ζητά συγγνώμη. Ελπίζει στη συγχώρεση, αφήνοντας στην άκρη την αυτοεξέταση που θα ‘πρεπε να έχει προηγηθεί. Και αυτό γιατί αδημονεί να βγει από τη δυσάρεστη κατάσταση” (σ.133). Ο συγγραφέας αποτυπώνει μία νοοτροπία, η οποία βιώνεται από πολλούς νέους: δικαιούμαι να πετύχω, ακόμη κι αν δεν έχω εργαστεί όσο πρέπει. Είναι άδικη η ζωή, όταν δεν μου δίνει αυτό που εγώ πιστεύω ότι μου ανήκει. Και ισχύει ξεκάθαρα η παρατήρηση του συγγραφέα: “η ευελπιστία προετοιμάζει συχνά τη γρήγορη μετάβαση στο άλλο άκρο, στην απόγνωση” (σ.134). Κι αυτό το βιώνουμε έντονα στους καιρούς μας. Νέοι καταθλιπτικοί, μελαγχολικοί, ανικανοποίητοι, με αδυναμία να παλέψουν, με την αίσθηση ότι το παν είναι το εγώ τους και ότι ο κόσμος τους χρωστά, χωρίς να είναι σε θέση να ελπίσουν αληθινά, να παλέψουν, να δημιουργήσουν καινούργιες προοπτικές, ώστε να μη νικηθούν ψυχικά. Νέοι χωρίς να αγαπούν. Και, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, εμβαθύνοντας στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, “αν η αγάπη υπερτερεί, είναι γιατί είναι ζυμωμένη με την πραγματικότητα και ξέρει από πρώτο χέρι τι της εναντιώνεται. Δίχως αγάπη η ελπίδα θα ήταν ένα μελαγχολικό αιώρημα της ψυχής, και η πίστη μια άγκυρα που ψάχνει για βυθό. Έρχεται όμως η αγάπη και βάζει στην πράξη αυτά που η ελπίδα έχει φανταστεί. Είναι το όργανό της. Πράττουμε σύμφωνα με ό,τι αγαπάμε, και αγαπάμε σύμφωνα με ό,τι ελπίζουμε” (σ.141).
    Το τρίτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Το έργο της εμψύχωσης”. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα δεσπόζει το δίπολο “νωχέλεια- ανίχνευση”. “Το πιο μεγάλο ψυχικό έλλειμμα στον καιρό μας συνίσταται στην αποφυγή της προσπάθειας. Είναι σαν να έχει υποβληθεί στους ανθρώπους η ιδέα ,,να μην ξοδεύονται’’, προκειμένου να μπορούν να ,,ξοδεύουν’’… ,,το μόνο σίγουρο είναι τα αντικείμενα που μπορείτε να αποκτήσετε. Ένα υλικό απόκτημα είναι μια πραγματικότητα. Ένα νέο βίωμα όμως; Ένα συναίσθημα; Είναι και δεν είναι πραγματικότητα. Το υλικό αντικείμενο δεν αλλάζει. Δεν ισχύει το ίδιο για τα συναισθήματα. Οπότε, αν μπείτε στην τροχιά ενός συναισθήματος, πολύ πιθανόν να χάσετε τον έλεγχο. Συνεπώς, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της αγοράς, καλύτερα να αγοράζετε τα παρόντα παρά να επενδύετε στα μέλλοντα”. Κάτι τέτοιο όμως μειώνει τις προσδοκίες για το μέλλον. Αυτό που δημιούργησε η ανθρωπότητα ως πολιτισμό του καιρού, συνειδητοποιεί ότι την εμποδίζει “πλέον να συνεχίσει να δημιουργεί” (σ.148). Η καταστροφή της φύσης, ο θρίαμβος των μηχανών, η οίηση της παντοδυναμίας δημιουργούν αδιέξοδα. Γι’ αυτό και το ψυχικό βάρος είναι σήμερα έντονο, διότι δεν είναι μόνο οι προσωπικές δυσκολίες και αποτυχίες το πρόβλημα, αλλά και το ευρύτερο κλίμα, που γεννά απογοήτευση. Έτσι, ακόμη και εκείνοι που ανιχνεύουν την υπέρβαση των μέτρων και των δυνατοτήτων τους αισθάνονται εύκολα την πίεση μιας επερχόμενης ματαίωσης.  
    Η πρόταση του συγγραφέα είναι η όρεξη για τη γνώση (σ.152). Είναι το ρίσκο, ώστε να μη νικηθούμε οριστικά από τη στασιμότητα και την ευκολία του να αισθανόμαστε ότι τα έχουμε όλα. Είναι η ψυχική ενίσχυση. “Ψυχή είναι ακριβώς η δύναμη τού να θέλει (κάποιος) να καταστήσει πραγματικό αυτό που λανθάνει μέσα του, που τη μια κεντρίζεται και την άλλη οπισθοχωρεί” (σ.157). Σε μια εποχή στην οποία “ο άνθρωπος αποθαρρύνεται να εξασκήσει τον νου του” (σ.159), ο συγγραφέας ενθαρρύνει να αξιοποιούμε τον υποθετικό και τον επαγωγικό συλλογισμό, να αρνούμαστε να ισχύει για μας “το δικαίωμα της άγνοιας, της αμάθειας ή της ημιμάθειας, ή ακόμη και του παραλογισμού” (σ.163), για να μπορούμε να συνεννοούμαστε, να αισθανόμαστε ότι λογοδοτούμε, να κρατάμε την αιδώ και την αισχύνη, όταν υστερούμε απέναντι στους ισοτίμους μας (σ.163). Δεν μπορούμε να αντέξουμε όταν φωνάζουμε, αποθεώνοντας την υποκειμενικότητα, ότι “είμαι αυτός που είμαι και τα πράγματα είναι έτσι όπως νομίζω πως είναι”, παραδίδοντας τον εαυτό μας στην οίηση (σ.164). Να αξιοποιήσουμε τη φαντασία μας, χωρίς να παραδοθούμε στις εντυπώσεις, που μας κάνουν να ζούμε συχνά σε έναν κόσμο απατηλό, ούτε γιατί όλα εξηγούνται και όλα τα έχουμε δει, αλλά για να  ανοιχτούμε στη δημιουργικότητα. Να μην παραδοθούμε στην υπόδυση ρόλων, αλλά να αφεθούμε στη συγκίνηση, ακόμη κι αν κάποτε πέφτουμε έξω. Ο κόσμος της διασκέδασης, ο οποίος μοιάζει πληθωρικός και προβάλει την επανάληψη ως αντίδοτο στην πλήξη, δεν μας επιτρέπει να είμαστε ευγνώμονες απέναντι στη ζωή. Ναι, η ζωή δεν έχει υπογράψει με τον καθέναν μας σύμφωνο σταθερότητας. Όμως η παγίδα της διασκέδασης είναι η εξής: “απέναντι στο πλήθος αυτό των αποφασισμένων  να μη χαίρονται μήπως και στενοχωρηθούν στη συνέχεια, να μην παρασύρονται μήπως και επανέλθουν απότομα στην πραγματικότητα, η διασκέδαση θα αναγκάζεται όλο και περισσότερο να επινοεί δολώματα, να προτείνει περισπασμούς, να επιβάλλεται με κρότους και πυροτεχνήματα” (σ.183). Έτσι, καταργείται η προσδοκία της έκπληξης και η εργασία διά της φαντασίας αυτή να δημιουργηθεί. “Χωρίς τις εκπλήξεις η ψυχή είναι αδύνατο να βγει από τα όριά της” (σ.185). 
    Αυτός ο δρόμος γεννά την απαίτηση η ζωή να έχει ποιότητα. “Μυστήρια έννοια η ποιότητα. Δεν προσδιορίζεται τόσο από κάποιους δείκτες, όσο από ορισμένες απαιτήσεις που εγείρονται βαθμιαία μέσα στην ψυχή, υπό την επήρεια της μάθησης, της μόρφωσης και τελικά της ευαισθησίας. Απαιτεί κάποιος καλύτερη ποιότητα στη ζωή, όταν έχει έτσι διαμορφωθεί εσωτερικά ώστε από την μια να μην αντέχει τον εκχυδαϊσμό και από την άλλη η ψυχή του να πανηγυρίζει. Όταν η ευγένεια ή η αυθεντικότητα αφήνουν τη σφραγίδα τους πάνω στα πράγματα” (σ.194). Και αυτός ο δρόμος γίνεται διέξοδος όταν “η συνείδηση φύγει προς το υπερπροσωπικό. Είναι μια κίνηση που ανταποκρίνεται απολύτως στο αίτημα για εξύψωση των συναισθημάτων. Ένα ανώτερο συναίσθημα δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνον αν αναφέρεται στον κόσμο και όχι στο άτομο. Ανωτερότητα προσδίδει σε ένα συναίσθημα η απόσπασή του από την αποκλειστική επιδίωξη της ιδιωφέλειας. Το να πασχίζεις να ωφελήσεις τον εαυτό σου σε φέρνει υποχρεωτικά κάποια στιγμή αντιμέτωπο με την εμπειρία της ματαιότητας: για ποιον λόγο να προσθέτει κανείς μονάδες ευχαρίστησης σε μιαν ύπαρξη για την οποία το τελικό άθροισμα προβλέπεται μηδενικό; Να χαιρόμαστε πριν πεθάνουμε, ναι. Αλλά να χαιρόμαστε με ό,τι μας δίδεται, και το οποίο μπορεί να μας αφαιρεθεί, και όχι με την ιδέα ότι τα συν θα είναι τελικά περισσότερα από τα πλην” (σ.197).
    Σ’ αυτό το πλαίσιο η ορμή προς τα άνω, η υπέρβαση του μηδενισμού, αποτελεί το κλειδί για να αντέξουμε. Η πίστη δίνει τη δυνατότητα να μη γινόμαστε νωθροί, ούτε να αφήνουμε τον ζήλο μας να μαραίνεται από τις απογοητεύσεις. Χρειαζόμαστε ένα εκ νέου γήτεμα σε όλους τους στόχους που νιώθουμε ότι μας νοηματοδοτούν, χρειαζόμαστε να κοιτάμε προς τα πάνω, αλλά να θέλουμε ο κόσμος στον οποίο ζούμε και κινούμαστε να αναπνέει, να μοιράζεται ζωή. Έτσι, και στα δύσκολα υπάρχει η ελπίδα: “δεν είναι απίθανο ο άνθρωπος να επανέλθει στην πραγματικότητα με τη φιλοδοξία να την οικοδομήσει ξανά, μπολιάζοντας την αλήθεια και την ομορφιά μέσα σε όσα έχει συνηθίσει να φτιάχνει το βαριεστημένο χέρι και να υπογράφει το κουρασμένο μυαλό” (σ.209). Ας παλέψουμε λοιπόν να μεταγγίσουμε από το Εκείθεν, “όποιο κι αν είναι, δυνάμεις που να υπηρετούν το Εντεύθεν. Έχει λεχθεί ότι η έννοια του θείου δεν μορεί να έχει άλλο νόημα από το να κάνει την παρούσα ζωή υποφερτή για όσους πιστεύουν. Γιατί να μην την κάνει και ευτυχέστερη; Το ίδιο ισχύει και για τις ιδέες και τις κοσμικές αξίες, διαμορφωμένες με τόσο πάθος, έξαρση και προσμονή από τις ανθρώπινες γενιές στην ιστορική πορεία τους. Τοποθέτησαν την ακεραιότητα, τη γενναιοδωρία, τη μεγαλοθυμία, τη δικαιοσύνη σ’ ένα ύψος στο οποίο τους έκανε καλό να στρέφουν τον νου τους, γιατί το είχαν διαπιστώσει πως το ιδεατό δεν είναι ασύνδετο με το πραγματικό” (σ.215). Κι αν δεν μπορούμε όμως να φτάσουμε εκεί, καθώς υπάρχει το μεταβατικό στάδιο του καιρού μας, ας ακολουθήσουμε την συμβουλή του Ντοστογιέφσκι: “Κάνε το καλό κλείνοντας τα μάτια σου και φράζοντας τη μύτη σου” (σ.216). Έτσι, θα αντέξουμε!
    Ένα βιβλίο τροφή για σκέψη και αφύπνιση! Ένα βιβλίο που θα βοηθήσει όσες και όσους έχουν την αποστολή να εκπαιδεύουν, να καθοδηγούν, να ενισχύουν, να γίνονται οδηγοί ελευθερίας και αγάπης, ένα βιβλίο και για γονείς που χρειάζεται να βάλουν όραμα στην ανατροφή των παιδιών τους! Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την δυνατότητα που μας δίνει να ερευνούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνεχίζουμε τον μικρό αγώνα μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Αυγούστου 2026