9/5/26

IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 185- IRVIN D. YALOM- BENJAMIN YALOM, “Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», μτφρ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, πρόλογος Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ

 Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας από τους κορυφαίους ψυχιάτρους-ψυχοθεραπευτές εν ζωή. Παρά το βαθύ γήρας, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει. Το τελευταίο του χρονικά, αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής του, όπως ο ίδιος καταγράφει, βιβλίο, στη συγγραφή του οποίου βοήθησε ο γιος του Μπέντζαμιν, είναι ένας ύμνος στην τρίτη ηλικία. Ο ίδιος ο Γιάλομ, μετά την απώλεια της γυναίκας και μούσας του Μαίριλυν, πήρε μία μεγάλη απόφαση. Επειδή του ήταν αδύνατον να αναλαμβάνει ψυχοθεραπείες που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να κρατήσουν καιρό, δεχόταν σε μία και μοναδική συνεδρία, όσους επιθυμούσαν και όσους επέλεγε ο ίδιος να δει, θέλοντας να βοηθήσει με την πείρα του στις δυσκολίες της προσωπικής, της επαγγελματικής, αλλά και της κοινωνικής και υπαρξιακής τους πορείας, παραπέμποντάς τους σε άλλους ψυχοθεραπευτές για συστηματική ψυχοθεραπεία. Καρπός αυτής του της απόφασης είναι το βιβλίο «Η ώρα της καρδιάς- πώς συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα», το οποίο κυκλοφορήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, ψυχοθεραπεύτριας, και σε πρόλογο του Γιάννη Ζέρβα, καθηγητής της Ψυχιατρικής στο ΕΚΠΑ, οι οποίοι μας έκαναν γνωστό στην Ελλάδα τον Γιάλομ και το έργο του τα τελευταία 25 χρόνια.  

Θαυμάζει κανείς έναν γέροντα στην ηλικία πόση ζωή κρύβει μέσα του και άρνηση να παραιτηθεί από ό,τι την νοηματοδοτεί. Παρά τη μεγάλη θλίψη της απώλειας της γυναίκας του, ενώ πρόσφατα έφυγε από τη ζωή και ο ένας γιος του Βίκτορ, ο οποίος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει προβλήματα  υγείας που είχε, ο Γιάλομ «ενενήντα πέντε ετών, με έναν βαθμό εγκεφαλικής ατροφίας πια, που δυσκολεύει πολύ τη δημιουργική του εργασία» (σ. 11), όπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο Γ. Ζέρβας, μας διδάσκει ότι «η βούληση είναι πιο ισχυρή από τον εγκέφαλο, ότι η επιθυμία για ζωή και επαφή βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις σωματικές ανεπάρκειες, όταν αυτό έχει σημασία για εμάς. Η ψυχή βρίσκει δρόμο και τρόπο» (σ. 11).

«Η γνώση της βεβαιότητας του θανάτου, η διαχείριση της ελευθερίας, η έλλειψη εγγενούς νοήματος στη ζωή και η απομόνωση από την κοινότητα είναι, όπως μας έμαθε ο Γιάλομ, οι τέσσερις μείζονες υπαρξιακές αγωνίες. Και τα αντίδοτα που πρότεινε, αντίστοιχα, είναι για τον θάνατο η πλήρης βίωση της ζωής, για την ελευθερία η συνειδητή επιλογή του τομέα ευθύνης μας και η υπηρέτησή του, για το νόημα η ανακάλυψη του προσωπικού μας νοήματος μέσα από την πορεία στη ζωή του και, τέλος, για τη μοναξιά η ενεργή συμμετοχή  μας στην κοινότητα, αφού όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα και παρόμοιες αγωνίες» (σ. 12).

Το βιβλίο του Γιάλομ λοιπόν «Η ώρα της καρδιάς» είναι το κύκνειο άσμα του, στο οποίο αποτυπώνει μέσα από την μία και μοναδική συνεδρία που κάνει με διάφορους θεραπευόμενους, τον τρόπο της δικής του πάλης έναντι των τεσσάρων αυτών υπαρξιακών αγωνιών. Ο Γιάλομ «πρώτον, τις αναγνώρισε στον εαυτό του και τις παραδέχτηκε ανοιχτά προς τα έξω: στους φοιτητές το, στους συναδέλφους του, στους ασθενείς του, στους συνεργάτες του, στο κοινό του. Συνειδητοποίηση και ειλικρίνεια, ισότιμα. Η ανακούφιση βρίσκεται στο να έρθουμε αντιμέτωποι μέσα μας μ’ αυτές τις αγωνίες, να τις παραδεχτούμε, να τις μοιραστούμε με τους άλλους και να μη σταματήσουμε εκεί! Να εξερευνήσουμε διαδρομές στη ζωή μας που να μας επιτρέψουν  να ανεχτούμε αυτές τις αγωνίες και να μην εμποδίσουν τη ζωή μας. Αυτό αναγκαστικά οδηγεί σε επιλογές και δέσμευση σε αυτές τις επιλογές. Μια ζωή δική μας, όσο μας επιτρέπουν οι συνθήκες. Περιέργεια, εξερεύνηση, συμμετοχή» (σ. 12)

Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Ζέρβας, ο Γιάλομ μάς δείχνει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή η ζωή συνεχίζει, η δημιουργία συνεχίζει, η επικοινωνία συνεχίζει, η επαφή και η μετάδοση εμπειρίας δεν σταματούν ποτέ όσο έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Και μαζί τους δεν σταματούν οι αφηγήσεις και οι ιστορίες  που μας μεταδίδουν και συντηρούν τη συνέχεια της ζωής, της αγάπης και της δημιουργίας. Εμείς μπορεί να θλιβόμαστε μπροστά στην προοπτική του αποχωρισμού. Εκείνος όχι. Συνεχίζει να ζει και να γράφει» (σσ. 14-15).

Διαβάζοντας το βιβλίο στεκόμαστε ιδιαιτέρως στην περίπτωση του Τζέρρυ, ο οποίος είχε πολύ έντονο κίνητρο να κάνει αλλαγές στη ζωή του, αλλά η απαιτητικότητα και η απαξιωτική συμπεριφορά  προς τους άλλους τον εμπόδιζαν να προχωρήσει.  Ο Τζέρρυ ήταν και η αφορμή που ο Γιάλομ ξεκίνησε την μία και μοναδική συνεδρία. Ενδιαφέρουσες είναι η περίπτωση της Σούζαν που χρειαζόταν ενθάρρυνση στη ζωή της, της που συνειδητοποιεί ότι για να γίνει καλή ψυχοθεραπεύτρια δεν αρκεί η παιδεία, αλλά χρειάζεται και να τακτοποιήσει τα δικά της θέματα χωρίς να φοβάται να ανοιχτεί, του Πωλ που καταφέρνει να ενεργοποιήσει το λογοτεχνικό του τάλαντο, της Μάγια, η οποία φοβάται να συμπεριλάβει τον Τσάρλυ στη ζωή της και βρίσκει υποκατάστατο τη ζωοφιλία (όπως σε πολλά ζευγάρι τα παιδιά γίνονται το κέντρο και η ανάγκη για μοίρασμα και επικοινωνία τίθεται στο περιθώριο), του Αλμπέρτο, ο οποίος φοβάται την εισβολή και την επιθετικότητα των άλλων και κλείνεται στον εαυτό του, του Άμπερτ που το άγχος του θανάτου κάνει τον Γιάλομ να επανεκτιμήσει τον δικό του τρόπο διαχείρισης του πένθους για τη γυναίκα του, της Άντγε, που δυσκολεύεται να  αντιμετωπίσει παλαιά τραύματα καλύπτοντάς τα με μια φαινομενική αταραξία, της Τζην που καλείται να παλέψει με τη σύγκρουση ανάμεσα στην τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά του εαυτού της και την ανάγκη των άλλων να τη βλέπουν ως σκληρή και δυνατή, της Ρόουζ προς την οποία ο Γιάλομ έστειλε κατά λάθος ένα mail που αποτύπωνε τις παρατηρήσεις του γι’ αυτήν και το οποίο την πλήγωσε βαθιά, γεννώντας ενοχές στον ίδιο , της Ντέμπι που κάνει τον Γιάλομ να συνειδητοποιήσει ότι η μνήμη του τον εγκαταλείπει, όχι όμως και η ικανότητά του να είναι άνθρωπος και να νοιάζεται, του Ρίτσαρντ, ο οποίος θέτει τα μεγάλα ερωτήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης στον Γιάλομ και ο σεβασμός με τον οποίο ο σπουδαίος ψυχοθεραπευτής αντιμετωπίζει το ζήτημα της πίστης, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν πιστεύει και η απόφασή του να σταματήσει να βλέπει ανθρώπους όταν συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του πλέον δεν επαρκούν γι’ αυτό.

Στον επίλογό του ο γιος του Γιάλομ Μπέντζαμιν που τον βοήθησε στη συγγραφή επισημαίνει αυτό που ο Γιάλομ προσπάθησε να κάνει στη ζωή του: να λειτουργήσει μοιραζόμενος προσωπικά βιώματα με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς απόσταση από τους θεραπευόμενους, βγάζοντας αυτό που ονομάζουμε δίψα για εγγύτητα, όντας ανοιχτός, ειλικρινής και ανθρώπινος.   Αυτό το στοιχείο πιστεύουμε ότι μπορεί να βοηθήσει όσους βρισκόμαστε σε θέση ισχύος, τους γονείς απέναντι στα παιδιά, τους πνευματικούς απέναντι στους εξομολογούμενους, τους δασκάλους απέναντι στους μαθητές, όχι για να προβάλουμε όσα εμείς θέλουμε ή πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά για να μπούμε στη θέση τους, να φανερώσουμε και στον εαυτό μας και σε εκείνους ότι είμαστε ανθρώπινοι, να ταπεινωνόμαστε και να αγαπούμε. Αυτό άλλωστε ήταν και είναι το βαθύτερο νόημα της ενανθρώπησης του Θεού, ότι έγινε ένας από μας και μας νιώθει σε όλα, ακόμη και στον θάνατο.

Ένα βιβλίο που εκτός από το κύκνειο άσμα του σπουδαίου ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα, αποπνέει ενθάρρυνση σε όσους προχωρούμε ηλικιακά, αλλά και σε όσους δεν θέλουμε η ζωή μας να κλειστεί στο εγώ μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

5 Σεπτεμβρίου 2026

 

ΕΤΑΙΡΕ, ΠΩΣ ΕΙΣΗΛΘΕΣ ΩΔΕ;


«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου,
  καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. 22, 11-12) 

Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου, και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.  

            Μία από τις πιο δύσκολες στην πρόσληψη παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λίγο πριν ο Χριστός συλληφθεί και οδηγηθεί στο Πάθος και στον Σταυρό. Ο Κύριος παρομοιάζει την βασιλεία των ουρανών με ένα γαμήλιο τραπέζι για τον γιο ενός βασιλιά. Στο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι οι φίλοι του βασιλιά. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να παραστούν, άλλοι διότι δεν ήθελαν, άλλοι διότι είχαν εργασίες, γεωργικές και εμπορικές, ενώ άλλοι επέδειξαν τέτοια κακία, ώστε να σκοτώσουν τους απεσταλμένους του βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε, έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους, δείχνοντας ότι όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη ζωή και τον Θεό με όρους δικής σου εξουσίας, τότε θα συντριβείς. Ο βασιλιάς όμως θέλει να κάνει το τραπέζι  των γάμων και θα στείλει τους υπηρέτες του, για να φέρουν στο τραπέζι όσους βρούνε στις διακλαδώσεις των οδών και να τους καλέσουν. Θα έρθουν διάφοροι, κακοί και καλοί, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση. Ένας μόνο από όσους εισήλθαν, θα δείξει περιφρόνηση στον βασιλιά, ερχόμενος με ένδυμα ακατάλληλο για το τραπέζι, κάνοντας επίδειξη αλαζονείας και πνεύματος εξουσίας. Ο βασιλιάς, αφού τον ελέγξει, αποστομώνοντάς τον, θα διατάξει να τον δέσουν και να τον στείλουν στο σκότος το εξώτερο, επισημαίνοντας ότι πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί.

            Ο βασιλιάς είναι ο Θεός. Ο γιος Του είναι ο Χριστός και είναι ο Ίδιος και ο γάμος και η τροφή του τραπεζιού. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος του καθενός ανθρώπου και το Σώμα Του και το Αίμα Του η τροφή μας, ενώ το τραπέζι είναι η Θεία Λειτουργία. Οι ανάξιοι καλεσμένοι ήταν ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, αλλά και κάθε άνθρωπος, ο οποίος βάζει την επιβίωση, την υλικότητα, το συμφέρον πάνω από τη σχέση με τον Θεό, πάνω από την υιότητα, πάνω από την κοινότητα της Εκκλησίας. Όταν ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, γιατί του υπενθυμίζει την πρόκληση της αγάπης του Θεού, και αυτό γίνεται με την απόρριψη, την ειρωνεία, την κακία, κάποτε και το μαρτύριο, τότε ο άνθρωπος γίνεται εξουσιαστής. Αρνείται τον Θεό της αγάπης και ζητά να κυριαρχήσει η δύναμη και η εξουσία. Η συνέπεια όμως του παιχνιδιού της εξουσίας είναι η καταστροφή του ανθρώπου, η οποία έχει να κάνει με τον πνευματικό του θάνατο, ο οποίος γίνεται δυστυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, και την συντριβή, το κάψιμο των υλικών πραγμάτων στα οποία στηρίζεται, της πόλης στην οποία μένει και πιστεύει ότι μπορεί να είναι οχυρωμένη χωρίς Θεό. Η εξουσία φέρνει θάνατο, γιατί ο Θεός δεν δέχεται την ύβρη, την αλαζονεία του ανθρώπου.

            Μεγαλύτερος όμως είναι ο προβληματισμός για εκείνον που πηγαίνει στο τραπέζι του Θεού, χωρίς ένδυμα κατάλληλο. Είναι ο υποκριτής. Είναι εκείνος που προσποιείται ότι θέλει να πάει στον Θεό, χωρίς όμως να αλλάξει τον εαυτό του. Αυτός που μένει ως έχει. Χωρίς να αγαπά. Χωρίς να μετανοεί. Χωρίς να στολίζει την ύπαρξή του με ένδυμα που δείχνει σεβασμό και τιμή στον οικοδεσπότη Θεό. Και δεν είναι το υλικό ένδυμα, αλλά η ρυπαρή καρδιά που κάνει τον άνθρωπο ανάξιο του γαμήλιου τραπεζιού. Μας καλεί ο Χριστός που έγινε ένα με μας, για να μας δείξει ότι μας νιώθει, Αυτός ο οποίος σταυρώθηκε για μας, για να μας δοθεί ως θυσία και αγάπη, Αυτός που δεν μας ξεχνά ποτέ, αλλά είναι «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (από τη θεία λειτουργία, τέσσερις μετοχές ενεστώτα, που δηλώνουν παρόν και διάρκεια), να τον γευτούμε και να δούμε ότι Εκείνος είναι ο χρηστός, ο γλυκύς, ο καλός, που μας σώζει και μας βοηθά να ξεκινήσουμε από την αρχή και εμείς παρουσιάζουμε έναν εαυτό προκλητικό, ρυπαρό, αταίριαστο, χωρίς αιδώ και χωρίς να έχουμε το στολίδι, το ρούχο της αγάπης, όσο ταπεινό κι αν είναι, για να δείξουμε το «ευχαριστώ» για μια πρόκληση που, έτσι κι αλλιώς, δεν δικαιούμασταν.

            Η παραβολή μιλά για μας τους χριστιανούς. Αν είμαστε οι εξ αρχής κλητοί, μήπως αντιτάσσουμε τις βιοτικές μας μέριμνες ή το θέλημά μας στην διαρκή Κυριακή στην οποία μας καλεί ο Θεός; Μήπως αντιτάσσουμε την έπαρση μιας ψεύτικης παντοδυναμίας, ότι είμαστε θεοί, επειδή έχουμε γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, ιατρική, όπλα, επικοινωνία και νομίζουμε ότι όλα τα δικαιούμαστε; Μήπως δεν νιώθουμε ότι κληθήκαμε όντας στις διακλαδώσεις των δρόμων, δηλαδή άνθρωποι που αναζητούμε νόημα και σκοπό ζωής, χωρίς να ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε, και  ο Χριστός δεν μας αφήνει; Μήπως , τελικά, η έπαρση ότι συμμετέχουμε στα γαμήλιο τραπέζι της βασιλείας μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε, αρνούμενοι να αγαπήσουμε, να μετανοήσουμε, να συγχωρέσουμε, να ταπεινωθούμε;

            Ας γίνουμε οι εκλεκτοί, της αγάπης, της αλήθειας, της όντως ζωής εν τη Εκκλησία! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή ΙΔ’ Ματθαίου

9/1/26

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ


 Η κουλτούρα της ευεξίας έχει γίνει ένα είδος θρησκείας στους καιρούς μας. Η φροντίδα του σώματός μας, η δίαιτα, η άσκηση, η αισθητική είναι ένας τρόπος ζωής ο οποίος στηρίζεται στο αξίωμα ότι οφείλουμε στον εαυτό μας να τον προστατεύουμε, να τον περιποιούμαστε, να νικούμε τη ραθυμία, την αρνητική εικόνα που εκπέμπουμε απέναντι στους άλλους, ότι θα πρέπει να γίνουμε αποδεκτοί όχι για εκείνους, αλλά για εμάς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ενασχόληση με τη γιόγκα.  Πρέπει να αποβάλουμε από τον εαυτό μας σκέψεις και διαθέσεις, οι οποίες γίνονται βασανιστικές και γι’ αυτό, χωρίς να ασχολούμαστε με τη θρησκευτική διάσταση της γιόγκα, που είναι η ανακάλυψη του ινδουιστικού άτμαν εντός μας, αξιοποιούμε την αθλητική- γυμναστική της πλευρά, για να νιώσουμε καλύτερα.

Αυτή η κουλτούρα της ευεξίας μοιάζει να συνδέεται με τον δικαιωματισμό των καιρών μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όποια επιλογή κρίνουμε ότι μας εκφράζει, αρκεί να μη βλάπτουμε τους άλλους. Είναι και το ότι δικαιούμαστε, καθώς έχουμε μόνο μία ζωή, να λειτουργούμε με μια αυτοεικόνα, κυρίως σωματική, που να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Στην πνευματική μας παράδοση η ακηδία είναι αμαρτία, καθώς αποτελεί έκφραση ραθυμίας να βρούμε τον Θεό και να να παλέψουμε εναντίον των παθών μας. Στην κουλτούρα της ευεξίας η ακηδία είναι ένα άλλο είδος αμαρτίας, που στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Είμαστε ράθυμοι να κάνουμε την ύπαρξή μας να είναι η καλύτερη δυνατή. Μόνο που εδώ δεν έχει να κάνει με την ομοίωση του Θεού, την βίωση των δυνατοτήτων του «κατ’ εικόνα» με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι, αλλά με την απώλεια της ευκαιρίας να είμαστε όμορφοι, δυνατοί, καλλιεργημένοι, αξιοπρόσεκτοι, για να είμαστε καλά.

Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν: μα ο Θεός δεν μας θέλει να προσέχουμε το σώμα μας; Δεν είναι το σώμα μας και αυτό δώρο του Θεού; Προφανώς δεν μπορούμε να δώσουμε αρνητική απάντηση. Ποιο είναι όμως το μέτρο; Το να προσέχουμε το σώμα μας σημαίνει να το φροντίζουμε με μέτρο, χωρίς να το θεοποιούμε. Το να κοιτάμε την υγεία μας είναι σημαντικό, αλλά το να έχουμε την αίσθηση πως θα μείνουμε άτρωτοι και αθάνατοι είναι αυταπάτη. Η σάρκα παρέρχεται. Η ψυχή είναι αθάνατη. Η αλήθεια αυτή είναι αδιάψευστη. Όταν λοιπόν πιστεύουμε ότι η εικόνα μας είναι αυτή που μετρά για να είμαστε καλά, τότε χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό.

Η κουλτούρα της ευεξίας κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί αυτόνομα, να ταυτίζει την ευτυχία, τον σκοπό, το περιεχόμενο της ζωής με το να είναι και να αισθάνεται αυτός καλά. Κάποιοι λένε ότι μόνο έτσι μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους, με το να είσαι εσύ καλά, πιστεύοντας στον εαυτό σου. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις στους άλλους, θυσιάζοντας κάτι από το εγώ σου, όταν η προτεραιότητά σου είναι αυτό κυρίως και, κάποτε, αποκλειστικά; Πού πάει η αγάπη, όταν δεν αφήνεις χώρο για το «εμείς»; Λειτουργεί αντίστροφα το ερώτημα: μήπως γίνεσαι καλά, όταν προσφέρεις; Χωρίς να περιφρονείς τον εαυτό σου και το σώμα σου, μήπως τελικά χρειάζεται να βρεις την ψυχή σου και το νόημα της, για να υπάρχει γνήσια ευεξία;

Η σχέση με τον Θεό νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Της δίνει τα μέτρα της και τις ισορροπίες που λείπουν. Της αφήνει τελικά χώρο και για τον άλλον, καθώς στο «εμείς» βρίσκεται η ευεξία που διαρκεί. Μόνο που θέλει θυσία και προσφορά και όχι εγωπάθεια. Θέλει Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

            στο φύλλο της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου 2026

8/29/26

ΟΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

“Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ.   Καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν” (Ματθ. 21, 38-39) 

“Τελευταῖον τοὺς ἔστειλε τὸν γιό του μὲ τὴ σκέψη· “θὰ σεβαστοῦν τὸν γιό μου”. Οἱ γεωργοὶ ὅμως, ὅταν εἶδαν τὸν γιό, εἶπαν μεταξύ τους· “αὐτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. ᾿Εμπρός, ἂς τὸν σκοτώσουμε καὶ ἂς ἁρπάξουμε τὴν κληρονομιά του”. ῎Ετσι, τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸν σκότωσαν”. 

    Μία από τις πιο συγκλονιστικές παραβολές του Ευαγγελίου είναι αυτή των κακών γεωργών. Ο Χριστός, λίγο πριν το πάθος Του, απευθύνεται προς τους μαθητές, αλλά και προς τους θρησκευτικούς ηγέτες του λαού του Ισραήλ, όπως επίσης και προς τον λαό που Τον ακούνε, και αναφέρει την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Πώς δηλαδή ο Θεός διάλεξε τον λαό του Ισραήλ για να καλλιεργήσει τον αμπελώνα Του, δηλαδή την ανθρωπότητα, ώστε να μπορέσουμε οι άνθρωποι να καταστήσουμε ενεργό τον σκοπό της ζωής μας, που είναι η ομοίωση προς τον Θεό. Και η επιλογή του Θεού δεν ήταν τυχαία. Ο λαός του Ισραήλ ήταν ένας δυνατός λαός ψυχικά, είχε αναζήτηση της αλήθειας και ποθούσε την σχέση με τον αληθινό Θεό, ακολουθώντας τους Πατριάρχες του, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, εκείνους δηλαδή που έδειξαν ότι η πίστη δεν είναι πεποίθηση σε προτάσεις ή σκέψεις, αλλά σχέση με τον Θεό, Τον Οποίο ο άνθρωπος αναζητεί για να έχει η ζωή του νόημα, Τον λόγο του Οποίου ο άνθρωπος είναι έτοιμος να ακολουθήσει, θυσιάζοντας τις βεβαιότητές του, το σπίτι, την ιδιοκτησία, τον τόπο, ακόμη και τη συγγένεια, όπως έκανε ο γενάρχης του Ισραήλ, ο Αβραάμ.
    Κι ενώ ο Θεός έκανε αυτή την εκλογή και όρισε αυτόν τον λαό να κρατήσει τον αμπελώνα της γης, να τρυγήσει τους καρπούς, να ζήσει ο ίδιος και να μοιραστεί το κρασί της χαράς που δίνει η πίστη, αλλά και να ανταποδώσει με ευχαριστία στον Θεό το μερίδιό Του, που είναι η αντιπροσφορά, η ευγνωμοσύνη, η αγάπη, η παραμονή στην πίστη, αυτός ο λαός θεώρησε ότι μπορεί να κρατήσει τη θέση του στον κόσμο και τα αγαθά που ο Θεός του έδωσε μόνο με τον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Έτσι, όταν ο Θεός έστελνε τους προφήτες για να κηρύξουν μετάνοια, για να αναγγείλουν τον ερχομό του Μεσσία, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού, να διακηρύξουν την ανάγκη για πιστότητα στις εντολές του Θεού και άρνηση του συγκρητισμού, δηλαδή της ειδωλολατρίας, ο λαός, με επικεφαλής τους βασιλείς και τους θρησκευτικούς του άρχοντες, οδήγησε τους προφήτες στον θάνατο, για να μην ακούγονται οι ενοχλητικές φωνές τους. Το ίδιο έκανε και με τον Υιό του Θεού, τον κληρονόμο του αμπελώνος, της βασιλείας δηλαδή των ουρανών που περιλαμβάνει όλον τον κόσμο. Και Αυτόν Τον οδήγησαν στον σταυρικό θάνατο, έξω του αμπελώνος, έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, της ιερής πόλης του Ισραήλ, για να κρατήσουν το δικό τους αλάθητο της αποκλειστικής ερμηνείας των εντολών του Θεού, να είναι αυτοί που θα εξουσιάζουν τον αμπελώνα και όχι αυτοί που θα ανοίγουν την πίστη στους άλλους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο Χριστός τονίζει ότι ο Θεός δεν θα αφήσει αυτή τη νοοτροπία ατιμώρητη. Ο αμπελώνας είναι για όσους πιστεύουν, για όσους μοιράζονται, για όσους ευγνωμονούν, για όσους υπερβαίνουν το εγώ και την περιουσιότητα, δηλαδή και για τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, που θα βρούνε τον Χριστό και την αλήθεια.
    Ποια είναι τα μηνύματα της παραβολής για τους καιρούς μας;
    Πρώτον, το ότι στον αμπελώνα του Θεού, που είναι η Εκκλησία, που είναι η βασιλεία του Θεού, ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε βαπτιστεί, όσοι ξεκινούμε να καταστήσουμε το καθ’ ομοίωσιν τον σκοπό της ζωής μας. Όμως καλούμαστε να υπερβούμε την παγίδα της αυτάρκειας, ότι οι καρποί του αμπελώνα είναι μόνο για μας, διότι εμείς αισθανόμαστε ως οι ιδιοκτήτες της Εκκλησίας. Ο Θεός ζητά από εμάς να μοιραστούμε μαζί Του, με πίστη, με ευγνωμοσύνη, με αγάπη ό,τι μας δόθηκε και να δώσουμε και στους άλλους που είναι εκτός του αμπελώνα τη γλυκύτητα του καρπού και τη χαρά.
    Δεύτερον, ότι ο κληρονόμος του Θεού και ιδιοκτήτης του αμπελώνος είναι ο Υιός του Θεού, δηλαδή ο Χριστός. Αυτός υπέστη και υφίσταται την κακία όσων θεοποιούν τον εαυτό τους και μαζί Του και όλοι όσοι Τον ακολουθούν εκ της καρδιάς των στην οδό της αγάπης, του μοιράσματος, της θυσίας, της ευγνωμοσύνης, του σταυρού. Μπορεί πρόσκαιρα Εκείνος και οι ακόλουθοί Του να δείχνουν ηττημένοι από τους σφετεριστές της Εκκλησίας, όσοι νομίζουν ότι είναι οι αυθεντίες και οι αυτάρκεις με την ερμηνεία του αποκλεισμού των ταπεινών, των καταφρονεμένων, των αμαρτωλών, των αδύναμων εκ του καρπού και της χαράς και της διεκδίκησης διά της εξουσίας, της δύναμης, της ιδιοκτησίας μιας αποκλειστικότητας που δεν έχει αγάπη, αλλά μόνο ιδιοτέλεια. Μπορεί αυτοί να βγάζουν από την Εκκλησία όσους ζούνε την αγάπη, τη συγχώρηση, την καλοσύνη. Ο κληρονόμος όμως, μέσα στην ήττα Του θα αναστηθεί, μαζί και όσοι κατανοούν και βιώνουν το ήθος Του.
    Και τρίτον, ότι μπορεί ο πολύς κόσμος σήμερα να θεωρεί με αδιαφορία τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία, διότι πιστεύει πως δεν του χρειάζεται να ανήκει στον αμπελώνα, αλλά εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Ο θάνατος καραδοκεί, όπως επίσης και η ιδιοτέλεια, το συμφέρον, η αχαριστία. Το μήνυμα ότι ο Θεός θα βρει καλούς γεωργούς είναι μήνυμα ελπιδοφόρο. Δεν θα αφήσει ο Θεός τον κόσμο στην κακία. Και ο κληρονόμος του αμπελώνος θα καταστήσει συγκληρονόμους εκείνους που θέλουν το καλό, την αγάπη, τη ζωή που ξεπερνά τον θάνατο, αυτούς δηλαδή που επιδιώκουν την ομοίωση μαζί Του.
    Ας προβληματιστούμε και ας επιλέξουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
30 Αυγούστου 2026
Κυριακή ΙΓ’ Ματθαίου


8/28/26

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 184- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΜΨΥΧΩΣΗΣ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ


    Ένα από τα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο του καιρού μας, ιδίως εκείνον που η εργασία ή το λειτούργημά του τον φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους, λειτουργώντας σε μία σχεσιακή προοπτική, η οποία άλλοτε ενισχύει τους στόχους του και άλλοτε (το σύνηθες) τον απογοητεύει, είναι η ψυχική ανθεκτικότητα. Εχθροί της είναι η ρουτίνα της αστικής κοινωνίας, η εντατικοποιημένη εργασία, η απουσία οράματος πέραν της επιθυμίας για πλουτισμό, το έλλειμμα αγάπης για τον άνθρωπο σε μια ατομοκεντρική πραγματικότητα. Όλα αυτά κουράζουν ψυχικά τον άνθρωπο. Τον κάνουν να αισθάνεται ότι τίποτα από όσα κάνει δεν του δίνει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει ούτε στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, ούτε στη ζωή του με περιεχόμενο. Ιδίως όταν έρχονται απροσδόκητα δύσκολες και ανατρεπτικές της κανονικότητάς του στιγμές και καταστάσεις, ο άνθρωπος μπορεί και να συντριβεί ψυχικά. Να νιώσει ότι τίποτε δεν αξίζει και ότι όλα όσα έχει κάνει είναι μάταια, εκτός από άχρηστα. Και δεν είναι η θρησκεία η μόνη απάντηση, δηλαδή μία μεταφυσική θεώρηση της ζωής, η οποία περνά από την υπομονή, κάποτε ιώβειο, αλλά η ίδια η ζωή στην οποία χρειάζεται να βρούμε ή να χτίσουμε ελπίδα.
    Χρειαζόμαστε λοιπόν εμψύχωση. Αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου βιβλίου του κ. Βασίλη Καραποστόλη, ενός σπουδαίου διανοούμενου των καιρών μας, ομότιμου καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος συχνά με την επιφυλλιδογραφία του και τα κείμενά του μας δίνει τη δυνατότητα ενός πολύ γόνιμου, υπαρξιακού, κοινωνικού, σχεσιακού προβληματισμού, κάνοντάς μας να ξαναβλέπουμε την πορεία της ζωής μας. “Το πιο βαθύ, το πιο συναρπαστικό όνειρο του ανθρώπου είναι να κρατά το τιμόνι μπροστά στα απρόοπτα” (σ.9). Μόνο που ο άνθρωπος, συνήθως, οργανώνει τις άμυνές του μπροστά στα απρόοπτα (κυρίως στηριζόμενος στην αποταμίευση ή τον πλουτισμό), “αντί να ετοιμάζει ένα άνοιγμα στον κόσμο” (σ.10). Γι’ αυτό και “ύστατο μέλημα του ανθρώπου είναι να μην εξορίσει από μέσα του την ιδέα ότι είναι ικανός και για άλματα” (σ.13).
     “Η ανάγκη της εμψύχωσης” (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ) είναι βιβλίο που χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο επιγράφεται “Η γέννηση των προσδοκιών”. Ο συγγραφέας μας καλεί να σπουδάσουμε τον μύθο της Ηούς και του Τιθωνού, να δούμε δηλαδή τη ζωή με βάση “τον έρωτα για τη δυνατότητα να ξεπεταχθεί το ωραίο μέσα από το τετριμμένο” (σ.21), χωρίς να παραδιδόμαστε στα χρειώδη. “Ο μέγιστος κίνδυνος έρχεται όταν ο ανθρώπινος βίος γίνεται ανεξέταστος” (σ. 30). Γι’ αυτό χρειάζεται να εξετάζουμε τις επιθυμίες μας. Να βλέπουμε αν από την ικανοποίησή τους ή μη θα προκύψει σημαντική χαρά ή σημαντική λύπη, για να μπορούμε να  τις κατατάσσουμε στις αναγκαίες ή μη. Το ίδιο και με τις ηδονές.  Γι’ αυτό χρειάζεται και ονειροπόληση και δράση, όχι παράδοση στον μηδενισμό. Έτσι, υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιήσουμε τη φαντασία μας, όχι για να δραπετεύσουμε στον χώρο της ψευδαίσθησης, αλλά για να δημιουργήσουμε συνθήκες και να ενεργοποιήσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δεν είναι το ανέφικτο αυτό στο οποίο πρέπει να στοχεύουμε, αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας και τους στόχους μας αν κάτι μοιάζει ανέφικτο. Πρώτα χρειάζεται να παλέψουμε, να βάλουμε δύναμη και φαντασία μέσα μας, ώστε να μη γίνουμε μειοδότες της ζωής, αλλά εκείνοι οι οποίοι θα παλεύουμε, ακόμη κι αν συναντούμε διαψεύσεις και ματαιώσεις, για ό,τι αληθινά αξίζει για μας.
    Ο συγγραφέας θα επιμείνει σε κάτι που έρχεται να συναντήσει την πνευματική μας παράδοση: “να θέλεις να επιθυμείς εκείνο που δεν εξαντλείται” (σ.56). Αυτό για μας είναι ο Χριστός και η αγάπη. Είναι το Απόλυτο που μοιάζει ανέφικτο, όμως γίνεται ένα κίνητρο όντως ζωής, ένα κίνητρο που σε κάνει να μην πτοηθείς εντελώς, ακόμη και στις ήττες σου. Εδώ λοιπόν η φαντασία που δημιουργεί, ονειρεύεται, αναζητεί τρόπους, διψά, σε κάνει να αναζητείς δάσκαλο, διότι “δέχθηκες να γίνεις μαθητής” (σ.63), ώστε να αναζητείς κάτι που υπερβαίνει την ημέρα, την καθημερινότητα, το παρόν. Γι’ αυτό αξίζει να παλέψεις, να προσθέσεις, ακόμη και να θυσιαστείς. 
    Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Φαντασία και Ελπίδα”. Ο συγγραφέας επισημαίνει μία μεγάλη αλήθεια που μας διαποτίζει: “η πρωτογενής ανάγκη του ανθρώπου για ενωση με τους ομοίους του επισκιάσθηκε από τη δευτερογενή ανάγκη του να ξεχωρίσει μέσα στους πολλούς. Στη συνέχεια, από την ανάγκη για ξεχώρισμα πέρασε στην επιδίωξη της επικράτησης, και με την επιδίωξη αυτή επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε όταν αποκόπηκε από το φυσικό βασίλειο: στον απέραντο φόβο ότι είναι κατάμονος, φόβο που, για να τον σκεπάσει, ήταν έτοιμος ακόμη και να φθάσει στον φόνο. Έτσι, απλώθηκε και δεν έπαψε να απλώνεται η ανασφάλεια” (σσ.69-70). Η περιγραφή αυτή μάς δείχνει το γιατί του θριάμβου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στους καιρούς μας. Συμμετέχουμε σ’ αυτά για να είμαστε ενωμένοι με τους συνανθρώπους μας, τους οικείους μας. Θέλουμε να ξεχωρίσουμε όμως ανάμεσά τους και γι’ αυτό αναρτούμε, κυρίως φωτογραφίες που προκαλούν με κάποιον τρόπο το ενδιαφέρον ή σχόλια που κάνουν θόρυβο. Κάποιοι θέλουν να επικρατήσουν, όπως στην πολιτική, στον φονταμενταλισμό, στο star system, με αποτέλεσμα να “δολοφονούν” χαρακτήρες, να οργανώνουν στρατούς από τρολς, να κατασκευάζουν”αλήθειες”, χωρίς να διαλέγονται. Κι όλοι παραμένουν μόνοι κατά βάθος, διότι όλος αυτός ο δρόμος δεν γεννιέται μέσα από την εμπιστοσύνη, αλλά από τον νόμο και τον τρόπο της ζούγκλας. Γι’ αυτό και η όποια “εφαρμογή του καλού- έστω και του τυπικά καλού, διεγείρει το κακό, προκαλώντας το να αποδείξει πόσο εφευρετικό είναι στο να ακυρώνει το καλό” (σ. 71). 
   
Έτσι, αντί να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε έρμαια στην κακή βούληση του οποιουδήποτε, χάρις και στην νομοθέτηση μέτρων, ορίων, κανόνων, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά το κακό, κάτι που βλέπουμε και στην έξαρση της βίας, στην υποκρισία, στην ωμή εκμετάλλευση, στην εξαπάτηση (σ.71). “Η βαθύτερη αιτία αυτής της ανωμαλίας ήταν ότι οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ του καλού φαινόταν να μην πηγάζουν από μια ελπίδα για το καλύτερο, αλλά από τον φόβο για το χειρότερο” (σ.71) “Η βούληση της πολιτείας είναι ισχνή: οι τυπικές ενέργειες του πολιτικού, του δημόσιου λειτουργού ή και του νομοθέτη προδίδουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στα ίδια τα μέσα τους: την πειθώ, τον λόγο, την παράθεση επιχειρημάτων, την αναφορά σε αξίες και κυρίως την κατάδειξη της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις τους. Άμεση συνέπεια είναι η διάχυση της ανασφάλειας σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα” (σσ.71-72). Έπαψε να ισχύει το “λόγω τιμής” και μετετράπησαν τα πάντα σε έγγραφα και συμφωνίες, σε μια συναλλαγή. Γι’ αυτό και υπάρχει σήμερα η καχυποψία και ο φόβος ότι ακόμη κι όταν υφιστάμεθα το καλό, κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτό. Οι άνθρωποι δεν μπορούμε να χαρούμε τις σχέσεις μας, φοβόμαστε όχι το απώτερο, αλλά το άμεσο μέλλον και οχυρωνόμαστε πίσω από το εγώ, το άτομό μας, το συμφέρον μας, χωρίς να μπορούμε να υιοθετήσουμε την αγάπη ως στάση ζωής. Αυτό το βλέπουμε και στην παιδεία. 
    Ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη να ξαναχτίσουμε χαρακτήρες με αγνότητα προσδοκιών και προθέσεων. Να μάθουμε να συνάπτουμε γερούς δεσμούς με τους ομοίους μας. Να αντισταθούμε στην αντίληψη ότι η ζωή χαρίζεται, στην ψευδαίσθηση που γεννιέται μέσα από τον τρόπο ζωής του πολιτισμού μας ότι το να μην κουράζεσαι είναι το μείζον. “Οι μη κοπιώντες διάγουν ,,παράνομο’’ βίο, δηλαδή παρά φύσιν” (σ.89). Γι’ αυτό χρειάζεται θυσία και, επιπλέον, όχι μετακύλιση των ευθυνών στους άλλους. Χρειάζεται η πλατωνική “εμπιστοσύνη στην καινοτόμο ανθρώπινη θέληση” (σ.100). Σε κοινωνικό επίπεδο λοιπόν πρέπει να προταχθεί η έννοια της δικαιοσύνης, χωρίς να είναι αρκετή από μόνη της, αν ο άνθρωπος δεν αναλάβει την ευθύνη να είναι υποκείμενο, πρόσωπο ξεχωριστό, με όρεξη για αλλαγή των πραγμάτων: “ζώντας με τους κανόνες του δικαίου οι άνθρωποι θα είναι ευτυχέστεροι. Η δικαιοσύνη κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται καλύτερα, να παίρνει μεγαλύτερη ικανοποίηση από ό,τι αν φερόταν αδίκως. Επομένως, θα θέλει να είναι δίκαιος, όχι από καθήκον, αλλά για χάρη της μακαριότητας με την οποία θα ανταμειφθεί. Είναι άλλο θέμα το κατά πόσον η θέληση των ανθρώπων είναι σταθερή. Και επίσης είναι άλλο θέμα το κατά πόσον οι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι αυτό που θα τους δώσει ευτυχία. Σε κάθε περίπτωση, το να θελήσουν να σκεφθούν και να δοκιμάσουν να δράσουν με βάση τις σκέψεις τους είναι προϋπόθεση για κάθε αλλαγή. Προτού λάβουν υπ’ όψιν τους την αντικειμενικότητα, πρέπει να είναι υποκείμενα που σε κάτι αποβλέπουν και που δεν αρκούνται να το χαίρονται μες στον ύπνο τους” (σ.100).
    Συνείδηση, ευθύνη, υποκείμενο που έχει άποψη, όρεξη, φαντασία, δημιουργικότητα, είναι στοιχεία που μπορούν να δώσουν εμψύχωση και τελικά ανθεκτικότητα σε όποιον δεν άγεται και φέρεται από τα ρεύματα της ζωής. Και, όπως προσθέτει ο συγγραφέας, χρειάζεται ο έρωτας “ως πόθος που φωλιάζει πίσω από το πάθος: είναι η απαίτηση να μπορεί το ανθρώπινο πλάσμα να ζήσει στο έπακρο αυτά που εμπεριέχει η ζωή” (σ.102). Ο έρωτας είναι πλεόνασμα και δίνει πλεόνασμα στην καθημερινότητα της ύπαρξης. Μπορεί στην εποχή μας να ισχύει πως “ό,τι πλεονάζει αργά ή γρήγορα περιθωριοποιείται” (σ.103). Ακόμη όμως κι αυτό να συμβαίνει ο έρωτας, όχι αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, αλλά και για κάθε τι με το οποίο νιώθουμε ότι η ζωή μας αξίζει, δίνει τη δυνατότητα να αντέξουμε. Αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχής των παιδιών και των νέων, όχι η απομύζησή τους από την τεχνολογία, τα κινητά, την μαγκιά, το φαίνεσθαι: “ τα παιδιά, οι νέοι είναι οι πιο αυθεντικοί ειδωλολάτρες, όχι όμως λόγω ευπιστίας, όσο εξαιτίας της ανάγκης που πρωτοξυπνά στον άνθρωπο να διευρύνει τα όσα κοιτάζει, να αναπλάσει τα στερεά, να αναδιατάξει τα γεωμετρικά σχήματα, να βρεθεί στην πίσω μεριά της ευθύνης των φαινομένων και να δει, επιτέλους, τι βρίσκεται εκεί και γιατί. Μπορεί ο ενήλικος να απογοητεύεται, διότι όταν αγγίξει το είδωλό του θα δει, κατά τον λόγο του Φλωμπέρ, “την επιχρύσωση πάνω στα δάχτυλά του” (σ.109), ωστόσο ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη που θα τον κρατήσει ζωντανό. Θα τον βοηθήσει να ξαναδοκιμάσει, να ξαναδεί τον δρόμο της ευτυχίας.
    Σε ένα εξαιρετικό κεφάλαιο για τις προσευχές και τις επικλήσεις, ο συγγραφέας επισημαίνει τα εξής: “Αναφερόμενος στην ανώτερη δύναμη ο άνθρωπος αρχίζει να βιώνει διαφορετικά αυτό που του λείπει, ως εάν να είχε ξαφνικά αποκτήσει ένα νέο εσωτερικό όργανο με το οποίο ,,παρακολουθεί’’ τις ταραχές και τις αγωνίες του. Το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα πάθη του είναι καινούργιο. Του το έχει χορηγήσει η ανώτερη δύναμη προς την οποία στράφηκε για βοήθεια. Προτού φανεί αν θα λάβει ή όχι βοήθεια, έχει αποκτήσει την ικανότητα επανεξέτασης των επιθυμιών του” (σ.112). “Αυτά που στερείται ο άνθρωπος ο Θεός τα γνωρίζει, χωρίς να είναι γνωστό στον άνθρωπο ποιες είναι οι βουλές του Θεού, ούτε επίσης το γιατί ο Θεός ανέχεται ή επιτρέπει το κακό της στέρησης για τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή και γενικά. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα δεν είναι η ενημέρωση του Θεού για τα παθήματα των ανθρώπων. Είναι να καταδειχθεί η δυνατότητα του ανθρώπου να συνομιλήσει για τα παθήματά του με μιαν οντότητα, η οποία, μολονότι δεν τα υφίσταται, τα κατανοεί. Το πρώτο στάδιο στην πράξη της προσευχής είναι η αίσθηση του ανθρώπου ότι δεν είναι μόνος και ότι ο μονόλογός του θα σπάσει μ’ έναν τρόπο τη σιωπή του σύμπαντος. Πώς; Θα του απαντήσει κανείς; Μήπως ακούσει αλλόκοσμες φωνές- άγγελοι είναι; άγιοι;- μέσα από τα βάθη της νύχτας; Ποτέ δεν θα μάθει κανείς ποια είναι τα λόγια του προσευχόμενου που αποστέλλονται στην απώτατη πλευρά του σύμπαντος θα παραληφθούν και από ποιον. Στη θρησκευτική εμπειρία καταλύτης για τις εξελίξεις είναι η Χάρη. Μπορεί να έλθει η Χάρη ή να μην έλθει. Δεν θα δοθεί όμως από πουθενά καμιά διευκρίνηση ή εξήγηση επ’ αυτού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κατά τη διαδικασία της προσευχής δημιουργήθηκε η ιδέα ενός όντος που δεν είναι ξένο ούτε και κωφεύει στα λόγια που του απευθύνει ο άνθρωπος. Αντίκρυ στον άνθρωπο πρόβαλε ένα Εσύ, απόμακρο και ταυτόχρονα κοντινό. Είναι ένα πρόσωπο και ως τέτοιο έχει βούληση, με τη διαφορά πως για τον άνθρωπο είναι ανεξιχνίαστη. Το σημαντικό όμως είναι ότι τα λόγια του τελευταίου δεν πέφτουν στο κενό. Το αν το Ον που τα ακούει έχει τις άλφα ή βήτα ιδιότητες, αν είναι ένας Πατέρας πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης, άπειρος, δεν είναι καθοριστικό. Εκείνο που βαραίνει είναι η δεκτικότητά του απέναντι στον άνθρωπο που του απευθύνεται. Το μείζον Εσύ ακροάται το έλασσον εγώ, έτσι πιστεύει το εγώ, κι αυτό του δίνει μαζί με την αγαλλίαση μια ώθηση προς τα πάνω” (σσ.113-114).
    Τα παραπάνω έρχονται να συναντήσουν την πνευματική μας παράδοση, στην οποία ο Θεός δεν είναι μόνο δεκτικός στον άνθρωπο, αλλά έγινε άνθρωπος και γι’ αυτό νιώθει τον άνθρωπο, τον σπλαχνίζεται. Φέρει τη φύση μας επί γης και εν τω ουρανώ. Αναστήθηκε και θα μας αναστήσει. Και δεκτικός σημαίνει ακόμη αυτός που ακούει όχι από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά από αγάπη. Όλο αυτή η θέαση έρχεται να συναντήσει την ανάγκη του ανθρώπου να ελπίσει, να ενεργοποιήσει έμπρακτα τα ιδεώδη του, να μην παραιτηθεί όσες κι αν είναι οι απορρίψεις και οι ψυχικές πιέσεις που υφίσταται. Η θρησκευτική πίστη, για τον τίμιο στοχαστή, δεν είναι απλώς χρήσιμη ή ανακουφιστική. Γίνεται κίνητρο ψυχικής ανθεκτικότητας. 
    Σε ένα εξίσου ενδιαφέρον κεφάλαιο με τίτλο “Πειράματα με την ελπίδα”, ο καθηγητής Καραποστόλης επισημαίνει ένα φαινόμενο των καιρών μας, συνδέοντάς τον με τον σπουδαίο Λατίνο στοχαστή, φιλόσοφο και θεολόγο, Θωμά Ακινάτη. Είναι το ζήτημα της “ευελπιστίας”. “Η λέξη δηλώνει τη στάση του ανθρώπου ο οποίος, χωρίς να έχει πράξη τα ανάλογα, αξιώνει να έλθουν τα πράγματα όπως το επιθυμεί. Παρόλο που δεν έχει μετανιώσει για κάτι επιλήψιμο που έπραξε, ζητά συγγνώμη. Ελπίζει στη συγχώρεση, αφήνοντας στην άκρη την αυτοεξέταση που θα ‘πρεπε να έχει προηγηθεί. Και αυτό γιατί αδημονεί να βγει από τη δυσάρεστη κατάσταση” (σ.133). Ο συγγραφέας αποτυπώνει μία νοοτροπία, η οποία βιώνεται από πολλούς νέους: δικαιούμαι να πετύχω, ακόμη κι αν δεν έχω εργαστεί όσο πρέπει. Είναι άδικη η ζωή, όταν δεν μου δίνει αυτό που εγώ πιστεύω ότι μου ανήκει. Και ισχύει ξεκάθαρα η παρατήρηση του συγγραφέα: “η ευελπιστία προετοιμάζει συχνά τη γρήγορη μετάβαση στο άλλο άκρο, στην απόγνωση” (σ.134). Κι αυτό το βιώνουμε έντονα στους καιρούς μας. Νέοι καταθλιπτικοί, μελαγχολικοί, ανικανοποίητοι, με αδυναμία να παλέψουν, με την αίσθηση ότι το παν είναι το εγώ τους και ότι ο κόσμος τους χρωστά, χωρίς να είναι σε θέση να ελπίσουν αληθινά, να παλέψουν, να δημιουργήσουν καινούργιες προοπτικές, ώστε να μη νικηθούν ψυχικά. Νέοι χωρίς να αγαπούν. Και, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, εμβαθύνοντας στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, “αν η αγάπη υπερτερεί, είναι γιατί είναι ζυμωμένη με την πραγματικότητα και ξέρει από πρώτο χέρι τι της εναντιώνεται. Δίχως αγάπη η ελπίδα θα ήταν ένα μελαγχολικό αιώρημα της ψυχής, και η πίστη μια άγκυρα που ψάχνει για βυθό. Έρχεται όμως η αγάπη και βάζει στην πράξη αυτά που η ελπίδα έχει φανταστεί. Είναι το όργανό της. Πράττουμε σύμφωνα με ό,τι αγαπάμε, και αγαπάμε σύμφωνα με ό,τι ελπίζουμε” (σ.141).
    Το τρίτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται “Το έργο της εμψύχωσης”. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα δεσπόζει το δίπολο “νωχέλεια- ανίχνευση”. “Το πιο μεγάλο ψυχικό έλλειμμα στον καιρό μας συνίσταται στην αποφυγή της προσπάθειας. Είναι σαν να έχει υποβληθεί στους ανθρώπους η ιδέα ,,να μην ξοδεύονται’’, προκειμένου να μπορούν να ,,ξοδεύουν’’… ,,το μόνο σίγουρο είναι τα αντικείμενα που μπορείτε να αποκτήσετε. Ένα υλικό απόκτημα είναι μια πραγματικότητα. Ένα νέο βίωμα όμως; Ένα συναίσθημα; Είναι και δεν είναι πραγματικότητα. Το υλικό αντικείμενο δεν αλλάζει. Δεν ισχύει το ίδιο για τα συναισθήματα. Οπότε, αν μπείτε στην τροχιά ενός συναισθήματος, πολύ πιθανόν να χάσετε τον έλεγχο. Συνεπώς, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της αγοράς, καλύτερα να αγοράζετε τα παρόντα παρά να επενδύετε στα μέλλοντα”. Κάτι τέτοιο όμως μειώνει τις προσδοκίες για το μέλλον. Αυτό που δημιούργησε η ανθρωπότητα ως πολιτισμό του καιρού, συνειδητοποιεί ότι την εμποδίζει “πλέον να συνεχίσει να δημιουργεί” (σ.148). Η καταστροφή της φύσης, ο θρίαμβος των μηχανών, η οίηση της παντοδυναμίας δημιουργούν αδιέξοδα. Γι’ αυτό και το ψυχικό βάρος είναι σήμερα έντονο, διότι δεν είναι μόνο οι προσωπικές δυσκολίες και αποτυχίες το πρόβλημα, αλλά και το ευρύτερο κλίμα, που γεννά απογοήτευση. Έτσι, ακόμη και εκείνοι που ανιχνεύουν την υπέρβαση των μέτρων και των δυνατοτήτων τους αισθάνονται εύκολα την πίεση μιας επερχόμενης ματαίωσης.  
    Η πρόταση του συγγραφέα είναι η όρεξη για τη γνώση (σ.152). Είναι το ρίσκο, ώστε να μη νικηθούμε οριστικά από τη στασιμότητα και την ευκολία του να αισθανόμαστε ότι τα έχουμε όλα. Είναι η ψυχική ενίσχυση. “Ψυχή είναι ακριβώς η δύναμη τού να θέλει (κάποιος) να καταστήσει πραγματικό αυτό που λανθάνει μέσα του, που τη μια κεντρίζεται και την άλλη οπισθοχωρεί” (σ.157). Σε μια εποχή στην οποία “ο άνθρωπος αποθαρρύνεται να εξασκήσει τον νου του” (σ.159), ο συγγραφέας ενθαρρύνει να αξιοποιούμε τον υποθετικό και τον επαγωγικό συλλογισμό, να αρνούμαστε να ισχύει για μας “το δικαίωμα της άγνοιας, της αμάθειας ή της ημιμάθειας, ή ακόμη και του παραλογισμού” (σ.163), για να μπορούμε να συνεννοούμαστε, να αισθανόμαστε ότι λογοδοτούμε, να κρατάμε την αιδώ και την αισχύνη, όταν υστερούμε απέναντι στους ισοτίμους μας (σ.163). Δεν μπορούμε να αντέξουμε όταν φωνάζουμε, αποθεώνοντας την υποκειμενικότητα, ότι “είμαι αυτός που είμαι και τα πράγματα είναι έτσι όπως νομίζω πως είναι”, παραδίδοντας τον εαυτό μας στην οίηση (σ.164). Να αξιοποιήσουμε τη φαντασία μας, χωρίς να παραδοθούμε στις εντυπώσεις, που μας κάνουν να ζούμε συχνά σε έναν κόσμο απατηλό, ούτε γιατί όλα εξηγούνται και όλα τα έχουμε δει, αλλά για να  ανοιχτούμε στη δημιουργικότητα. Να μην παραδοθούμε στην υπόδυση ρόλων, αλλά να αφεθούμε στη συγκίνηση, ακόμη κι αν κάποτε πέφτουμε έξω. Ο κόσμος της διασκέδασης, ο οποίος μοιάζει πληθωρικός και προβάλει την επανάληψη ως αντίδοτο στην πλήξη, δεν μας επιτρέπει να είμαστε ευγνώμονες απέναντι στη ζωή. Ναι, η ζωή δεν έχει υπογράψει με τον καθέναν μας σύμφωνο σταθερότητας. Όμως η παγίδα της διασκέδασης είναι η εξής: “απέναντι στο πλήθος αυτό των αποφασισμένων  να μη χαίρονται μήπως και στενοχωρηθούν στη συνέχεια, να μην παρασύρονται μήπως και επανέλθουν απότομα στην πραγματικότητα, η διασκέδαση θα αναγκάζεται όλο και περισσότερο να επινοεί δολώματα, να προτείνει περισπασμούς, να επιβάλλεται με κρότους και πυροτεχνήματα” (σ.183). Έτσι, καταργείται η προσδοκία της έκπληξης και η εργασία διά της φαντασίας αυτή να δημιουργηθεί. “Χωρίς τις εκπλήξεις η ψυχή είναι αδύνατο να βγει από τα όριά της” (σ.185). 
    Αυτός ο δρόμος γεννά την απαίτηση η ζωή να έχει ποιότητα. “Μυστήρια έννοια η ποιότητα. Δεν προσδιορίζεται τόσο από κάποιους δείκτες, όσο από ορισμένες απαιτήσεις που εγείρονται βαθμιαία μέσα στην ψυχή, υπό την επήρεια της μάθησης, της μόρφωσης και τελικά της ευαισθησίας. Απαιτεί κάποιος καλύτερη ποιότητα στη ζωή, όταν έχει έτσι διαμορφωθεί εσωτερικά ώστε από την μια να μην αντέχει τον εκχυδαϊσμό και από την άλλη η ψυχή του να πανηγυρίζει. Όταν η ευγένεια ή η αυθεντικότητα αφήνουν τη σφραγίδα τους πάνω στα πράγματα” (σ.194). Και αυτός ο δρόμος γίνεται διέξοδος όταν “η συνείδηση φύγει προς το υπερπροσωπικό. Είναι μια κίνηση που ανταποκρίνεται απολύτως στο αίτημα για εξύψωση των συναισθημάτων. Ένα ανώτερο συναίσθημα δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνον αν αναφέρεται στον κόσμο και όχι στο άτομο. Ανωτερότητα προσδίδει σε ένα συναίσθημα η απόσπασή του από την αποκλειστική επιδίωξη της ιδιωφέλειας. Το να πασχίζεις να ωφελήσεις τον εαυτό σου σε φέρνει υποχρεωτικά κάποια στιγμή αντιμέτωπο με την εμπειρία της ματαιότητας: για ποιον λόγο να προσθέτει κανείς μονάδες ευχαρίστησης σε μιαν ύπαρξη για την οποία το τελικό άθροισμα προβλέπεται μηδενικό; Να χαιρόμαστε πριν πεθάνουμε, ναι. Αλλά να χαιρόμαστε με ό,τι μας δίδεται, και το οποίο μπορεί να μας αφαιρεθεί, και όχι με την ιδέα ότι τα συν θα είναι τελικά περισσότερα από τα πλην” (σ.197).
    Σ’ αυτό το πλαίσιο η ορμή προς τα άνω, η υπέρβαση του μηδενισμού, αποτελεί το κλειδί για να αντέξουμε. Η πίστη δίνει τη δυνατότητα να μη γινόμαστε νωθροί, ούτε να αφήνουμε τον ζήλο μας να μαραίνεται από τις απογοητεύσεις. Χρειαζόμαστε ένα εκ νέου γήτεμα σε όλους τους στόχους που νιώθουμε ότι μας νοηματοδοτούν, χρειαζόμαστε να κοιτάμε προς τα πάνω, αλλά να θέλουμε ο κόσμος στον οποίο ζούμε και κινούμαστε να αναπνέει, να μοιράζεται ζωή. Έτσι, και στα δύσκολα υπάρχει η ελπίδα: “δεν είναι απίθανο ο άνθρωπος να επανέλθει στην πραγματικότητα με τη φιλοδοξία να την οικοδομήσει ξανά, μπολιάζοντας την αλήθεια και την ομορφιά μέσα σε όσα έχει συνηθίσει να φτιάχνει το βαριεστημένο χέρι και να υπογράφει το κουρασμένο μυαλό” (σ.209). Ας παλέψουμε λοιπόν να μεταγγίσουμε από το Εκείθεν, “όποιο κι αν είναι, δυνάμεις που να υπηρετούν το Εντεύθεν. Έχει λεχθεί ότι η έννοια του θείου δεν μορεί να έχει άλλο νόημα από το να κάνει την παρούσα ζωή υποφερτή για όσους πιστεύουν. Γιατί να μην την κάνει και ευτυχέστερη; Το ίδιο ισχύει και για τις ιδέες και τις κοσμικές αξίες, διαμορφωμένες με τόσο πάθος, έξαρση και προσμονή από τις ανθρώπινες γενιές στην ιστορική πορεία τους. Τοποθέτησαν την ακεραιότητα, τη γενναιοδωρία, τη μεγαλοθυμία, τη δικαιοσύνη σ’ ένα ύψος στο οποίο τους έκανε καλό να στρέφουν τον νου τους, γιατί το είχαν διαπιστώσει πως το ιδεατό δεν είναι ασύνδετο με το πραγματικό” (σ.215). Κι αν δεν μπορούμε όμως να φτάσουμε εκεί, καθώς υπάρχει το μεταβατικό στάδιο του καιρού μας, ας ακολουθήσουμε την συμβουλή του Ντοστογιέφσκι: “Κάνε το καλό κλείνοντας τα μάτια σου και φράζοντας τη μύτη σου” (σ.216). Έτσι, θα αντέξουμε!
    Ένα βιβλίο τροφή για σκέψη και αφύπνιση! Ένα βιβλίο που θα βοηθήσει όσες και όσους έχουν την αποστολή να εκπαιδεύουν, να καθοδηγούν, να ενισχύουν, να γίνονται οδηγοί ελευθερίας και αγάπης, ένα βιβλίο και για γονείς που χρειάζεται να βάλουν όραμα στην ανατροφή των παιδιών τους! Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την δυνατότητα που μας δίνει να ερευνούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνεχίζουμε τον μικρό αγώνα μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Αυγούστου 2026

8/25/26

ΝΑ ΖΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ;

           

Σε μία εποχή στην οποία τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης γεννούν ένα κλίμα απαιτήσεων για να εξηγούν οι άνθρωποι τι κάνουν και γιατί το κάνουν, ιδίως όταν είναι δημόσια πρόσωπα, έχει πέσει το σύνθημα: «Ζήσε χωρίς εξηγήσεις». Οι παλιοί έλεγαν «να ζεις χωρίς να σ’ ενδιαφέρει ο κόσμος τι θα πει». Αυτό θεωρούνταν σημάδι ελεύθερης ψυχής, αίσθησης ανεξαρτησίας, κάποτε και γενναιότητας. Στους έρωτες που μοιάζανε αταίριαστοι κοινωνικά, ηθικά, οικονομικά το ζευγάρι που προχωρούσε, παρά τις αντιδράσεις, ήταν αυτό που πολλοί θαύμαζαν κρυφά, αλλά και άλλοι ζήλευαν και απέρριπταν. Σήμερα, ο δικαιωματισμός ως στάση ζωής έχει δικαιώσει την αντίληψη της αδιαφορίας για εξηγήσεις. Έχει όμως θέσει και στο περιθώριο την ντροπή, την αιδώ, με αποτέλεσμα να έχουμε σύγχυση στο τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και η ηθική διάσταση του ανθρώπου να μην έχει πραξιακή πλευρά.
          Προφανώς και δεν είναι απαραίτητο να δίνουμε εξηγήσεις για τις αποφάσεις μας, εφόσον αυτές δεν βλάπτουν το σύνολο. Έχουμε όμως σκεφτεί ότι ο καθένας μας έχει εντός του τη φωνή που ονομάζεται συνείδηση; Η συνείδηση, ανεξαρτήτως αν κάποιος πιστεύει στον Θεό, ανήκει στην ψυχή και την διαμορφώνει, κάνοντάς της να λογοδοτεί, ακόμη κι αν αυτή η λογοδοσία περιορίζεται μόνο στον εαυτό. Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η έλλειψη λογοδοσίας στη συλλογική μας ζωή, η περιφρόνηση προς τους θεσμούς ή η χρήση τους προς ίδιον όφελος είναι σημάδια ατροφικής συνείδησης, που δεν θέλει να δώσει εξηγήσεις  για τις επιλογές της; Έχουμε σκεφτεί άραγε ότι η δυσκολία μας να κοιμηθούμε το βράδυ συχνά οφείλεται στο ότι η συνείδησή μας δεν είναι αναπαυμένη από τις αποφάσεις μας, ιδίως όταν αυτές μπορεί να είναι νόμιμες, αλλά πληγώνουν τους άλλους και δεν δίνουν σταθερότητα σε μας;
           Στην πνευματική μας παράδοση διαβάζουμε τη φράση: «να μπορείς να δίνεις λόγο σε καθέναν που σου το ζητά για την ελπίδα που ζούμε», δηλαδή τον Χριστό (Α’ Πέτρ. 3, 15). Αυτή η φράση, αν ερμηνευθεί διασταλτικά, είναι μία προτροπή όχι για να δικαιολογούμε τις πράξεις μας ελαφρά τη καρδία, αλλά για να μπορούμε να σκεπτόμαστε τις συνέπειές τους από πριν, ώστε να επιλέγουμε τι αληθινά μπορούμε να πράξουμε και τι όχι. Το να πορευόμαστε με ένα άγχος, ότι θα πρέπει να ευαρεστούμε τους ανθρώπους, σε μία εποχή μάλιστα σχετικοποίησης των πάντων, είναι παγίδα, η οποία κρύβει μία κρυφή υπερηφάνεια. Να αγαπάμε δηλαδή τη δόξα των ανθρώπων, την ανθρωπαρέσκεια, κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει και στην άρνηση του Θεού. Από την άλλη, η συνείδησή μας δεν υπάρχει μόνο για το εγώ. Αποτελεί κριτήριο για να ζήσουμε στο σύνολο, να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε και τον εαυτό μας και το κοινωνικό «εμείς», αλλά και να πατάμε σε σταθερές οι οποίες δεν γκρεμίζουν την αγάπη και την αλήθεια.
             Η ανάγκη για χαρά που να υπερβαίνει την ενοχή δεν χρειάζεται να καταργήσει το σωστό. Γι’ αυτό και στην ανατροφή των παιδιών θέλουμε όρια. Θέλουμε ανάληψη ευθύνης. Η συνείδηση και η καλλιέργειά της είναι ο πρώτος κριτής. Αλλά και η συλλογικότητα, είτε είναι οικογένεια είτε σχολείο είτε εργασιακός χώρος είτε πολιτική είτε ενορία, αποτελούν όρια που μας δείχνουν ότι δεν μας επιτρέπονται όλα. Η αγάπη είναι και θυσία. Αυτό βεβαίως δεν δικαιολογεί ασφυκτικές συμπεριφορές, που να κάνουν τον άνθρωπο να μην μπορεί να χαρεί τίποτα, αλλά να καταπιέζεται ψυχικά. Η ταμπέλα του καλού παιδιού δεν σώζει, αλλά δεν είναι και για πέταμα. Το μέτρο είναι το άριστο.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 26 Αυγούστου 2026

8/22/26

ΕΝΟΣ ΔΕ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ

 

“Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·  ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς” (Λουκ. 10, 42)

Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνιάς  για πολλά,  ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαρία, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί»

    “Ενός δε έστι χρεία”, λέει ο Χριστός στην Μάρθα, την αδερφή του Λαζάρου, όταν εκείνη διαμαρτύρεται, διότι η αδερφή της Μαρία δεν βοηθά στην προετοιμασία της δοχής, της φιλοξενίας, της τράπεζας που η Μάρθα από την καρδιά της ήθελε να παραθέσει στον Ιησού και τους μαθητές Του. Και ο Κύριος, χωρίς να αρνείται την αγάπη της Μάρθας, της υποδεικνύει ότι δεν είναι η τροφή με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή του, αλλά το να χορτάσει η καρδιά του με τον λόγο του Θεού, επιζητώντας, αφήνοντας παραπίσω κάθε τι άλλο, ακούγοντας και ζώντας τη χαρά και τη χάρη.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Και η χρεία είναι η κοινωνία με τον Χριστό, η σχέση μαζί Του, που κάνει τον άνθρωπο να αγαπά, να φωτίζεται, να γνωρίζει γιατί ζει, να μη φοβάται το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, αλλά να χαίρεται γιατί είναι παιδί του Θεού.
    “Ενός δε έστι χρεία”. Αυτό έζησε η Κυρία Θεοτόκος. Από την πρώτη στιγμή της ζωής της αφιερώθηκε στον Θεό. Μεγάλωσε στον ναό. Εμπιστεύθηκε την ύπαρξή της διά της προσευχής και της αφιερώσεως στον Κύριο και όταν κλήθηκε να ζήσει εν τω κόσμω, στο σπίτι του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, εκεί είπε το μεγάλο ΝΑΙ στον ευαγγελισμό του ουρανού. Και έφερε στον κόσμο τον Χριστό και συνοδοιπόρησε με τον Χριστό μέχρις Σταυρού, Ταφής, Αναστάσεως. Και έμεινε εν τη Εκκλησία μέχρι την Κοίμησή της και την εις ουρανούς μετάστασή της. Και παραμένει εν τη Εκκλησία, αγκαλιάζοντας και προσευχόμενη τον καθέναν μας μέχρι τέλους. Και μας δείχνει ότι αν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή μας, όλα μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Αν είμαστε εν τω φωτί της αγάπης Του και μοιραζόμαστε την αγάπη, τότε θάνατος ου κυριεύει. 
    “Ενός δε έστι χρεία”. Στον καιρό της εγωκεντρικής ευτυχίας, της ψευδαίσθησης ότι μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς Θεό, ότι δεν χρειαζόμαστε συνεκτικούς ιστούς, ότι το παν είναι ο παρών χρόνος, ότι τα προβλήματά μας μάς τα λύνουν οι ιδεολογίες, η δύναμη, το χρήμα, η Υπεραγία Θεοτόκος μάς καλεί να αναζητήσουμε όχι το εν, αλλά τον Ένα. Τον Υιό και Θεό της. Και να ελπίσουμε, να μοιραστούμε, να ζήσουμε, να αφεθούμε στη χάρη Του εν τη Εκκλησία. Κι εκείνη δεν θα μας εγκαταλείψει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
23 Αυγούστου 2026
Απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

8/18/26

Η ΑΝΘΡΩΠΑΡΕΣΚΕΙΑ

             


  Είπε η Αμμάς Σάρρα: «καλό είναι για τα μάτια των ανθρώπων να κάνει κάποιος ελεημοσύνη. Γιατί και από την ανθρωπαρέσκεια καταλήγει στην αρέσκεια του Θεού» (από το  «Γεροντικό») 

                Οι άνθρωποι έχουμε στην ψυχή μας μία επιθυμία που γίνεται κριτήριο των πράξεων της ζωής μας: «να αρέσουμε». Έτσι, κάνουμε πράγματα για να μας επιδοκιμάσουν. Ευχαριστιόμαστε να είμαστε το επίκεντρο της προσοχής. Συχνά, ακούμε από τους γονείς να λένε για κάτι ότι «δεν κάνει να το πράξεις», δεν επιτρέπεται, διότι «τι θα πει ο κόσμος;». Κι έτσι, αν δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε τον έπαινο, τουλάχιστον καλούμαστε να προσέχουμε να μην αποδοκιμαστούμε.

                Είναι σαν να υπάρχει ένα μάτι ηθικής στον κόσμο αυτό, τη διαχείριση του οποίου σήμερα έχουν αναλάβει τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου, όχι χωρίς υστεροβουλία από αυτούς που κάνουν θόρυβο, κάποιοι αποδοκιμάζονται, για κάποιους υπάρχει αδιαφορία και κάποιοι, ολοένα και λιγότερο, επιβραβεύονται με τον έπαινο . Συνήθως, η αποδοκιμασία είναι το κίνητρο το οποίο προκαλεί θόρυβο. Έτσι, το δόγμα «να φαίνομαι κι ας μην είμαι» κυριαρχεί στους καιρούς μας.

              Αλλά και στην οικογενειακή ζωή και πραγματικότητα, πολλά παιδιά μεγαλώνουν επιδιώκοντας τον έπαινο των γονέων τους για ό,τι κάνουν. Επιλέγουν όχι γιατί τα ίδια αισθάνονται καλά με τις επιλογές τους, αλλά για να μη δυσαρεστήσουν τους γονείς τους. Και υπάρχουν γονείς, οι οποίοι δεν είναι σε θέση να επαινέσουν ποτέ το παιδί τους, διότι μοιάζουν ανικανοποίητοι ή έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να μην μπορούν να φανταστούν ότι τα παιδιά τους θα τους ξεπεράσουν. Κι έτσι, δημιουργούνται τραύματα ψυχικά. Ο νεώτερος βάζει ως σκοπό της ζωής του να δείξει στον μεγαλύτερο ότι αξίζει. Κι όταν εκείνος ή δεν τον προσέχει ή δεν θεωρεί τις επιτυχίες τόσο σημαντικές, η απογοήτευση συσσωρεύεται. Κάποτε μπορεί να γίνει και καταστροφική συμπεριφορά. Ίσως η βία των νεώτερων να είναι μία ένδειξη ότι δεν τους προσέχουν οι γονείς τους όσο θα χρειαζόταν. Δεν τους αναγνωρίζουν την αξία τους, κάποτε ούτε καν ότι υπάρχουν.

                Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας επισημαίνεται ότι δεν είναι πάντοτε κακή η ανθρωπαρέσκεια, αλλά είναι ελλιπής. Όταν η γερόντισσα της ερήμου προτείνει την ελεημοσύνη, έστω και για τα μάτια των ανθρώπων, καταλαβαίνει ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη από την επιδοκιμασία, καθώς δεν είναι τέλεια. Αρκεί να έχει μέσα του ο άνθρωπος την επίγνωση ότι η κλήση μας είναι να αρέσουμε στον Θεό. Και ο Θεός ευαρεστείται με την αγάπη.  Την ανταποδίδει. Μας ενισχύει, ώστε να πάψουμε να πράττουμε το καλό για να επαινεθούμε και να κάνουμε το καλό θέλημά μας και τρόπο ζωής. Διότι αν μένουμε στην ανθρωπαρέσκεια, τότε αυτοδοξαζόμαστε, μένουμε σε μία συνεχή εκζήτηση του συμφέροντός μας και βλέπουμε τη ζωή στην προοπτική του τι θα κερδίσουμε, ακριβώς όπως λειτουργεί ο πολιτισμός μας. Έτσι, εύκολα μένουμε στην κατάκριση των άλλων, χωρίς να λειτουργούμε αγαπητικά.

                Οι γονείς ας δίνουμε στα παιδιά μας τον έπαινο με μέτρο, να τα ενθαρρύνουμε χωρίς να τα αποθεώνουμε. Να τα βοηθάμε να οδηγούνται προς ένα ήθος, στο οποίο ο κόσμος, όταν βλέπει με υγιή τρόπο τις σκέψεις και τις πράξεις, να λαμβάνεται υπόψιν, χωρίς όμως το κοσμικό κριτήριο να εμποδίζει το αληθινό να βιωθεί. Ανήκουμε στον κόσμο, αλλά δεν ταυτιζόμαστε. Ό,τι είναι καλό, το αποδεχόμαστε. Δεν συμβιβαζόμαστε όμως με το κακό, επειδή έτσι κάνουν οι πολλοί για να επαινεθούμε. Και κάτι τελευταίο. Ας μη μεγαλώνουν τα παιδιά μας με το παράπονο ότι δεν τα προσέξαμε ή ότι τα οδηγήσαμε προς μια κατεύθυνση, διότι εμείς οι μεγάλοι ξέρουμε. Δύσκολη η ισορροπία, διότι καλούμαστε να παλέψουμε με το τι αρέσει σε μας. Ας μη λησμονούμε όμως την ελευθερία του νεώτερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 19 Αυγούστου 2026

8/16/26

Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 183- "Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων", έκδοση του Συλλόγου Κορακιανιτών Κέρκυρας

               Ο Σύλλογος Κορακιανιτών Κέρκυρας, με πρόεδρο τον συνεργάτη και φίλο Κωνσταντίνο Π. Θύμη, προχώρησε σε μία εξαιρετική έκδοση με τίτλο “Η Κορακιάνα στην πορεία των αιώνων”. Σ’ αυτήν εκλεκτοί επιστήμονες, αλλά και άνθρωποι που κατάγονται από την Άνω Κορακιάνα, ζούνε σ’ αυτήν, την διακονούνε, αλλά και έχουν γράψει στο παρελθόν, προχωρούν σε μία πολύ επιτυχημένη προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας, της παράδοσης, των δράσεων, των προσώπων που σημάδεψαν την πορεία αυτού του σπουδαίου χωριού της Κέρκυρας, και καταφέρνουν να δώσουν μία πολύτιμη έκδοση για όποιον ενδιαφέρεται να δει κάτι αξιομνημόνευτο. 
              Ότι δηλαδή ένας τόπος, ένας νομός, δεν είναι το κέντρο του, αλλά κάθε περιοχή του, αν είναι φιλοπρόοδη, αν έχει δίψα για δημιουργικότητα, αν οι άνθρωποι δεν μένουν μόνο στην επιβίωση και στην αυτάρκεια, μπορεί να δώσει δείγματα ζωής και πολιτισμού που γράφουν ιστορία. Μνημεία, ναοί, σπίτια, ζωγραφική, μουσική, παιδεία, αθλητισμός, επιστήμη έχουν ως φορείς τους πρόσωπα που νιώθουν περηφάνεια για τον τόπο τους, όχι για να τον κληροδοτήσουν όπως τον παρέλαβαν, αλλά για να προσφέρουν και σ’ αυτόν και ευρύτερα τα τάλαντά τους. Αυτο έχει γίνει στην Άνω Κορακιάνα επί αιώνες και εξακολουθεί να γίνεται. Η κατά κεφαλήν καλλιέργεια, όπως έλεγε ο αείμνηστος Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος φιλοξενήθηκε αρκετές φορές στο ΚΕΛΛΙ του Αγίου Αθανασίου της Άνω Κορακιάνας, με πρωτοβουλία του αείμνηστου γιατρού και δικού μας φίλου Σπύρου Σαββανή, είναι το κριτήριο της αληθινής προόδου. Κι αυτό διαφαίνεται μέσα από την έκδοση, την οποία διαβάζοντάς την κάποιος αισθάνεται θαυμασμό και χαρά, διότι “των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία”.
           Μοιάζει ουτοπικό να σκεφτούμε ότι η κατάργηση των κοινοτήτων με τα σχέδια ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (θλίψη για την ονομασία) και ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, ο γιγαντισμός της κεντρικής πόλης κάθε νομού για λόγους οικονομικούς και διοικητικούς, η υποβάθμιση της επαρχίας για να “εξευρωπαϊστούμε” ή για να “αναπτυχθούμε”, είναι κατάσταση που μπορεί να αναστραφεί. Δεν συμβαίνει άλλωστε μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτό που πάλι έλεγε ο Χρήστος Γιανναράς “πού είναι το κράτος;” σε κάθε δυσκολία και πρόβλημα έχει επιταθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της κατάργησης των κοινοτήτων. Σ’ αυτές διασώζεται αυτό που ονομάζουμε “κοινωνία”, όχι ως άθροισμα ατόμων, αλλά ως άθροιση σχέσεων, στις οποίες λειτουργούν ο εθελοντισμός, το φιλότιμο, η κριτική, “ο έπαινος των σοφιστών και του δήμου”. Σήμερα έχουμε υποκαταστήσει την κοινότητα με το Facebook και την κακία που αυτό αναπαράγει, χωρίς πρωτοβουλίες, χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης και με το ερώτημα “πού είναι το κράτος;” να αποτελεί το άλλοθι για το κλείσιμο στον εαυτό μας.
            Απολαύσαμε την έκδοση, η οποία είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Σπύρου Σαββανή και του Σπύρου Ζερβόπουλου, και συγχαίρουμε τον Σύλλογο Κορακιανιτών Κέρκυρας και τον πρόεδρο Κωνσταντίνο Π. Θύμη για την έκδοση, η οποία είναι επιστημονικά άρτια, αλλά και περιλαμβάνει ό,τι θα ήθελε κάποιος, όχι μόνο να πληροφορηθεί, αλλά και να μάθει για ένα ιστορικό χωριό της Κέρκυρας, το οποίο δεν κοιτάζει προς το χθες, αλλά έχει και παρόν και μέλλον, με τις εκκλησίες, τη Φιλαρμονική ΣΠΥΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ, τους ανθρώπους του, τις φυσικές ομορφιές, αλλά και τον αγώνα του να αναπτυχθεί πολυποίκιλα και όχι μόνο να φανεί ως εναλλακτικό τουριστικό προϊόν προς κατανάλωση. Άλλωστε, η Άνω Κορακιάνα δεν έχει θάλασσα. Ίσως κι αυτό τη σώζει από το βόλεμα του εφήμερου. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Αυγούστου 2026





8/15/26

ΜΑΚΡΟΘΥΜΗΣΟΝ ΕΠ’ ΕΜΟΙ

 

«Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18, 26)

῾Ο δοῦλος τότε ἔπεσε στὰ πόδια του, τὸν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε· “δεῖξε μου μακροθυμία καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα τὰ χρέη μου πίσω”. 

            Η μακροθυμία είναι μία άγνωστη λέξη για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής μας, ιδίως αυτοί που εξουσιάζουν. Ο μακρόθυμος είναι αυτός που έχει αντοχή στον θυμό, δηλαδή στην ψυχή του. Δείχνει μεγαλοκαρδία, δεν βιάζεται να θυμώσει, να τιμωρήσει, να επιβληθεί, αλλά ακούει τον άλλον, προσπαθεί να κατανοήσει τη στάση του, βρίσκει ελαφρυντικά και δεν καταδικάζει. Μια ματιά στο Διαδικτύου, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα, θα μας πείσει ότι η λέξη είναι αδιανόητη. Άνθρωποι οργισμένοι, άνθρωποι που πιστεύουν στο δίκιο τους, άνθρωποι που αδιαφορούν για τον άλλον και έχουν ως κριτήριο μόνο τον εαυτό τους και τις απόψεις τους, δεν διστάζουν να καταγράφουν χολή και μίσος σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Αλλά και άνθρωποι οι οποίοι έχουν ζήσει μακροθυμία, ανταποδίδουν αχαριστία όταν έχουν την εξουσία να το πράξουν.

            Αυτή είναι η εικόνα της παραβολής του αχάριστου δούλου. Χρωστά στον Θεό πολλά και ο Θεός μακροθυμεί. Κι όταν εκείνος θα έρθει ενώπιον ενός σύνδουλού του, ενός συνανθρώπου του, ο οποίος του χρωστά κάτι ελάχιστο, θα του δείξει στον σκληρότερο εαυτό του. Θα λάβει την μακροθυμία του Θεού  και θα αρνηθεί να δείξει μακροθυμία στον πλησίον του. Θα ζήσει την αγάπη, την καλοσύνη, τη συγχωρητικότητα, την ανοχή και θα επιδείξει κακία, σκληρότητα, αδιαφορία. Και ο Θεός δεν θα του δώσει δεύτερη ευκαιρία, διότι ο ίδιος διάλεξε την αυστηρότητα της τυπικής δικαιοσύνης για τον συνάνθρωπο, μη συγκινούμενος από την μακροθυμία του Θεού.

            Οι χριστιανοί έχουμε μέσα μας το μικρόβιο της δικαίωσης. Θεωρούμε ότι ο Θεός  μάς οφείλει επειδή είμαστε μέλη της Εκκλησίας του, επειδή προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του, επειδή συμπεριφορικά είμαστε οι καλοί της ιστορίας. Παραθεωρούμε όμως ότι οφείλουμε σ’ Αυτόν τα πάντα. Ότι η ζωή μας, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας, συχνά και οι πράξεις μας δεν ξεκινούν από την αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο και ότι έχουμε χρέη απέναντί Του, καθώς ο Θεός είναι αγάπη και την αγάπη μάς καλεί να δείξουμε. Κι όταν έρχονται στιγμές στη ζωή μας, στις οποίες δοκιμαζόμαστε, δεν μπορούμε να νιώσουμε ότι ο Θεός μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες διά της μακροθυμίας του, δεν επιβάλλει τη δικαιοσύνη, αλλά μας αφήνει ελεύθερους να συνεχίσουμε να ζούμε κατά τη δυνατότητά μας, αρκεί να δείξουμε κι εμείς αγάπη στον συνάνθρωπό μας.

            Είναι ευκαιρία πνευματικής αυτογνωσίας η παραβολή του αχάριστου δούλου. Ευκαιρία να δούμε τελικά αν υπάρχει στην καρδιά μας χαιρεκακία, αν είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε έναν εκδικητικό εαυτό προς τον συνάνθρωπο, ιδίως αν αυτός μας χρωστά κάτι, ή αν λειτουργεί μέσα μας ο λόγος της Κυριακής προσευχής: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».  

            Και το ερώτημα της δικαιοσύνης σ’ αυτόν τον κόσμο; 

           Πάντα υπάρχει η προτροπή για μετάνοια στα λάθη όλων μας. Υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία στον κάθε πλησίον μας ή, τουλάχιστον, με καλοσύνη και σταθερότητα να του επισημάνουμε τις οφειλές του, όχι για να τον εξοντώσουμε ούτε για να δικαιωθούμε, αλλά για να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει και ο ίδιος επίγνωση των ορίων του και να ξεκινήσει να παλεύει να διορθωθεί, να καλύψει τα λάθη και τις οφειλές του και να μπορέσει να κάνει καινούργια αρχή. Κι εκεί όπου βλέπουμε  αδιαφορία και αδυναμία, ας μην βιαζόμαστε να βγάλουμε τελική απόφανση, αλλά ας αφήνουμε τον Θεό να δώσει την τελική απάντηση.

            Ζήτα και δείξε μακροθυμία, αυτό ας είναι  ένα μήνυμα αυθεντικής χριστιανικής ζωής, ακόμη κι αν κουράζει λίγο την καρδιά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

16 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου

8/14/26

ΚΑΙ ΠΛΑΤΥΣΜΟΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΚΟΡΗ


«Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καὶ ψυχῶν σε παντελῆ σωτηρίαν καὶ πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, κόρη, καὶ τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα. Ὦ Δέσποινα, καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον»
(από τον Μικρό Παρακλητικό Κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο)

«Σε έχουμε δικό μας τείχος για να καταφεύγουμε στις δυσκολίες μας και πλήρη σωτηρία για τις ψυχές μας και μια πλατιά αγκαλιά στις θλίψεις, Κόρη, και με το φως που προέρχεται από σένα χαιρόμαστε ολόψυχα. Δέσποινα Παναγία, και τώρα σώσε μας από τα πάθη μας και τους κινδύνους της ζωής» 

            «Πλατυσμό» χαρακτηρίζει την Παναγία ο υμνογράφος της Μικράς Παρακλήσεως. Δεν είναι μόνο η πλατυτέρα των ουρανών, αυτή δηλαδή της οποίας η αγκαλιά χωράει όλους τους ουρανούς και ακόμη περισσότερο, από τη στιγμή που αγκάλιασε ως Μάνα τον Δημιουργό των ουρανών, τον Υιό και Λόγο του Θεού.  Είναι και πλατυσμός, δηλαδή η αγκαλιά της μας χωρά στις θλίψεις και τις δοκιμασίες, οι οποίες κατατραυματίζουν, κατατρώγουν την καρδιά μας με τα βέλη τους. Και δεν μας χωρά μίζερα, τσιγκούνικα, από υποχρέωση, επειδή έχει έναν ρόλο τον οποίο της ανέθεσε ο Χριστός, αλλά και εμείς οι άνθρωποι, αυτόν της Μητέρας όλων μας. Ο πλατυσμός της αγκαλιάς της είναι από την καρδιά της ολόκληρη. Είναι μάνα για τον καθέναν και την καθεμιά μας, είτε τη γνωρίζουμε είτε όχι. Η αγάπη της δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή, χωρίς όρια, για τους πάντες. Είναι αυτή η οποία βλέπει τον Υιό και Θεό της στον κάθε Αδάμ, στον κάθε άνθρωπο, και η αγάπη της πλαταίνει κάθε στιγμή, διότι η αγάπη δεν μετριέται, αλλά βιώνεται χωρίς να μπορεί να περιγραφεί με λόγια, χωρίς να εξαντλείται, χωρίς να περιορίζεται. Αρκεί ένα βλέμμα. Αρκεί το δάκρυ της στον Χριστό για τον καθέναν μας. Αρκεί να νιώθουμε την ανάσα της σε κάθε δυσκολία μας και την προσευχή της κι όταν δεν υπάρχει διέξοδος.

            Γι’ αυτό και η έξοδός της από αυτόν τον κόσμο  γίνεται πλατυσμός. Δεν βρίσκεται πλέον σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, συνδεόμενη με τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.  Η αγκαλιά της, η έγνοια, η προσευχή της απλώνονται σε όλο τον κόσμο, διότι τώρα μπορούν να τη γνωρίσουν και να την αγαπήσουν όλοι. Απλώνεται η αγκαλιά της με την Εκκλησία μαζί. Και πριν έτσι ήταν, αλλά τώρα φαίνεται κιόλας. Και ο θάνατός της δεν είναι πορεία μόνο της ίδιας προς τον Χριστό, πέρασμα στην όντως ζωή, αλλά και πρόκληση προς όλους να μπούμε στην αγκαλιά της, να ακούσουμε το καρδιοχτύπι της, να μοιραστούμε την προσευχή της, να την ακολουθήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό.

            Γι’ αυτό κι εμείς στο Πάσχα του καλοκαιριού χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε. Δεν είναι ένα κατόρθωμα πίστης ο πλατυσμός της Παναγίας. Είναι κατόρθωμα σχέσης. Η Παναγία δεν εκφράζει λόγους ιδεολογικούς. Εκφράζει την εμπειρία της μάνας που γέννησε το Παιδίον Νέον, που Το μεγάλωσε, Το άφησε ελεύθερο, Το ακολούθησε με εμπιστοσύνη μέχρι θανάτου και αναστάσεως, και έγινε το Πρόσωπο αναφοράς για τα ανθρώπινα στην Εκκλησία. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίσθηκαν για να την ασπαστούν για τελευταία φορά κατά άνθρωπον. Για να της πούνε το «Χαίρε», όπως ο Γαβριήλ. «Χαίρε» όχι γιατί θα πεθάνεις, αλλά γιατί θα είσαι δίπλα στον Υιό σου και σωματικά. Γιατί δεν θα σε χωρίζει ο χρόνος και ο τόπος, αλλά θα είναι η φωνή Του συνεχώς στα ώτα σου, αλλά και η δική σου στα δικά Του. Γιατί θα είναι το βλέμμα Του επάνω σου και το δικό σου επάνω Του. Γιατί, χωρίς να είσαι θεός κατά φύσιν, θα είσαι θεός κατά χάριν, αυτό για το οποίο πλάστηκε κάθε άνθρωπος ερχόμενος εις τον κόσμον, χωρίς να νικιέται ούτε από τον θάνατο. Γιατί ζεις πλέον αυτό που προσδοκούμε όλοι μας, την ανάσταση των νεκρών και την ζωή του μέλλοντος αιώνος. Γιατί όλοι μας μπορούμε να χωρέσουμε στον πλατυσμό σου, να είμαστε παιδιά σου, «να μας φάει ο Παράδεισος» (άγιος Κλεόπας Ηλίε, ο Ρουμάνος ασκητής του 20ού αιώνα) μαζί σου.

            Πολλές οι θλίψεις του αιώνος τούτου. Συχνά δυσβάστακτες, με μεγαλύτερη τον θάνατο, όχι μόνο τον οικείο, αλλά και των οικείων. Όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και κάθε ήττας στη ζωή. Σε έναν κόσμο που ζητά την περιχαράκωση στα ίδια, όταν κάνει την αμαρτία δικαίωμα,  όταν δεν την βλέπει στην άρνηση κάθε σχέσης που υπερβαίνει την ιδιοτέλεια, όταν θεοποιεί τον νου, όταν μετατρέπει την πίστη σε ιδεολόγημα, σε αυτοδικαίωση, σε φανατισμό, σε φόβο, ο πλατυσμός της Παναγίας είναι απάντηση και πρόταση σωτηρίας. Και η γιορτή της Κοιμήσεως μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και την αγκαλιά μας, να μοιραστούμε τον σταυρό τον δικό μας και των άλλων με απλοχεριά, γενναιοδωρία, χωρίς φόβο, ξεκινώντας πορεία εμπιστοσύνης στον Χριστό, με τον τρόπο της Παναγίας, με τον τρόπο της Εκκλησίας. Και Εκείνος παραλαμβάνει πάντοτε το πνεύμα, το νόημα, την πράξη, τη σκέψη, το κάθε τι της ζωής μας, πρώτιστα το αμαρτωλό για να το συγχωρέσει, να το αγιάσει με τις δικές της πρεσβείες και να το κάνει αναστάσιμο, αιώνιο, γιορτινό κοντά της. Κι εμάς παιδιά της και παιδιά Του.

            Χρόνια πολλά κι ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

15 Αυγούστου 2026

Κοίμηση της Θεοτόκου

8/12/26

Η ΟΡΓΗ 

             

  Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι οργή και απάντησε: «Φιλονικία και ψεύδος και έλλειψη Θεογνωσίας» (από το «Γεροντικό»).

                Στις ανθρώπινες σχέσεις εύκολα εμφανίζεται η οργή. Δεν είναι απλώς ένας θυμός διότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Είναι μία ένταση ψυχική, στην οποία ο άλλος θεωρείται όχι μόνο απορριπτέος, αλλά εχθρός μας.  Του φορτώνουμε την ευθύνη για ό,τι στραβό. Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε. Τον κατακρίνουμε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην του δίνουμε περιθώριο να εκφραστεί. Η οργή έχει ως αποτελέσματα την επιθετικότητα, την κακία, τη βία, την εσωτερική ταραχή που κρατά. Άλλοτε η οργή μπορεί να γίνει αφόρμηση να χτίσουμε καινούργιες σχέσεις, καινούργιο εαυτό για να αποδείξουμε ότι το πρόσωπο ή η κατάσταση που μας κάνουν να οργιζόμαστε, δεν θα μας καθηλώσουν  στη στασιμότητα, στην εκδικητικότητα, στην ενασχόληση αποκλειστικά μαζί τους, αλλά θα αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερα και καλύτερα. Συνήθως όμως η οργή γίνεται αιτία καθήλωσης και σπατάλης χρόνου και κεφαλαίου ζωής, που δεν μας αφήνει να κάνουμε βήματα.

                Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας επισημαίνει ότι η οργή είναι πνευματικό πρόβλημα. Οργίζεται ο φιλόνικος άνθρωπος, αυτός ο οποίος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και λειτουργεί συγκρουσιακά έναντι των άλλων που δεν αναγνωρίζουν την αξία του, δεν κάνουν υπακοή στο δικό του θέλημα, δεν εκπληρώνουν τις επιθυμίες του. Κι ενώ η σύγκρουση κάποτε είναι αναγκαία, για να εκτονωθεί η οργή, στον φιλόνικο  άνθρωπο είναι μόνιμη κατάσταση, διότι τρέφεται από αυτήν, γίνεται επίδειξη και τον οδηγεί στην άρνηση της υγιούς συνύπαρξης. Ο φιλόνικος γίνεται εξουσιαστής με κάθε τρόπο, αγιάζοντας κάθε μέσο, αλλά και παλεύοντας με όλη του τη δύναμη να είναι ο πρώτος, χωρίς να ακούσει, να αγαπάει, να μοιράζεται.

                Οργίζεται αυτός που επιλέγει το ψεύδος ως στοιχείο της ζωής του. Ο αληθινός άνθρωπος είναι ταπεινός. Βλέπει ποιο είναι το τάλαντό του και σε τι υστερεί. Ο ψεύτικος άνθρωπος θεοποιεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι αξίζει ως προς όλα, πείθει τον εαυτό του ότι έχει δίκιο και ότι δικαιούται τα πάντα, με αποτέλεσμα να οργίζεται όταν διαπιστώνει ότι δεν έχει την ανταπόκριση που θέλει.

                Οργίζεται αυτός που δεν έχει Θεογνωσία. Ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε είναι αγάπη, ταπείνωση, συγχώρηση, φως. Για να έχεις Θεογνωσία, δεν είναι αρκετό να γνωρίζεις με το μυαλό, τον νου, αλλά να εμπιστεύεσαι τον Θεό, το πώς είναι, το τι σου ζητά με την καρδιά σου. Όταν όμως θεοποιούμε τον εαυτό μας, τότε ούτε ο Θεός έχει για μας νόημα, αλλά, συχνά, τον φέρνουμε στα μέτρα μας, για να δικαιολογούμε την οργή μας εναντίον του κόσμου, του συστήματος, των άλλων. Ο Χριστός συγχώρεσε τους σταυρωτές Του, δείχνοντάς μας τον δρόμο της αυθεντικής πορείας προς τη βασιλεία Του. Αντί να οργιζόμαστε, ας αλλάξουμε, ας εμπιστευθούμε τον Θεό, το θέλημά Του, την πρόνοιά Του και ας παλέψουμε, όπου και όπως μπορούμε να συμβάλουμε στην αλλαγή και των άλλων. Και όπου δεν γίνεται κάτι, με ταπείνωση ας προσευχόμαστε, διότι έχουμε όρια.

                Οι μεγαλύτεροι, όταν διαπιστώνουμε ότι οι μικρότεροι οργίζονται, με κατανόηση, διάλογο, υπομονή και επιμονή  ας οδηγούμε στον προβληματισμό που δεν γκρεμίζει μόνο, αλλά και χτίζει. Το ίδιο ας κάνουμε και με τον εαυτό μας. Να μην τον θεοποιούμε, ούτε να απορρίπτουμε συλλήβδην τους πάντες και τα πάντα, αλλά να διαλεγόμαστε, να κρίνουμε, να προτείνουμε. Κι ας ακούμε και τους άλλους. Κάποτε, μας ελέγχουν γόνιμα, ακόμη και στην απόρριψή μας από την πλευρά τους.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 12 Αυγούστου 2026

8/8/26

ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΙΠΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΥΔΩΡ

 

«Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι» (Ματθ. 17, 25-26)

«Κύριε, σπλαχνίσου τὸν γιό μου, γιατὶ εἶναι ἐπιληπτικὸς καὶ ὑποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στὴ φωτιά καὶ στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητές σου, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν». 

            Αμέσως μετά την Μεταμόρφωση, ο Κύριος και οι τρεις μαθητές, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, επιστρέφουν στον κόσμο, για να συμπορευτούν προς τις τελευταίες ημέρες του Χριστού, προς τον Γολγοθά, τον Σταυρό, την Ταφή και την Ανάσταση. Ένα περιστατικό όμως τους περιμένει. Ένας πατέρας φέρνει στον Χριστό τον επιληπτικό γιο του, για να τον θεραπεύσει. Τον έχει πάει στους υπόλοιπους μαθητές, οι οποίοι, καίτοι επικαλούνται το όνομα του Χριστού, εντούτοις δεν μπορούν να τον γιατρέψουν. Είναι ένα μήνυμα αυτό και προς τους ανθρώπους που ελπίζουν στον Θεό, μολονότι δεν είναι η πίστη τους δυνατή, συχνά και προς εμάς του χριστιανούς, οι οποίοι θεωρούμε ότι επειδή πιστεύουμε, μπορούμε να κάνουμε θαύματα, να υπερβούμε τους φυσικούς νόμους επικαλούμενοι το όνομα του Χριστού. Το θέλημα του Θεού επιτρέπει τα θαύματα, όπως και η πίστη σ’ Εκείνον και όχι οι δικές μας επιθυμίες, που κάποτε καθιστούν την πίστη μαγεία. «Πίστεψε και όλα σου τα προβλήματα θα λυθούν», αναφωνούμε και διαψευδόμαστε, προσπαθώντας στη συνέχεια να δικαιολογήσουμε τον Θεό ή τους εαυτούς μας. «Πίστεψε και θα έχεις δύναμη να διαχειριστείς τις δυσκολίες και τους σταυρούς της ζωής», θα ήταν το ορθότερο και το αυθεντικότερο. Και φαίνεται πως οι μαθητές δεν είχαν πίστη στον Θεό, αλλά ήθελαν να αξιοποιήσουν τη σχέση μαζί Του, για να δείξουν ότι είναι δυνατοί.

            Είναι χαρακτηριστικό της ασθένειας της επιληψίας η απώλεια του ελέγχου του νου. Ο νέος έπεφτε άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στον νερό. Η ασθένεια γενικότερα έχει μία καταστροφική διάσταση, βιολογικά, αλλά και ψυχικά. Στην περίπτωση του σεληνιαζόμενου νέου, ο οποίος ζούσε σε μια εποχή όπου δεν υπήρχαν τα φάρμακα του σήμερα, η αυτοκαταστροφικότητα έπαιρνε δαιμονική διάσταση και φαίνεται πως δεν ήταν μόνο θέμα ασθένειας, αλλά και κατοχής του ανθρώπου από το πνεύμα του πονηρού. Διότι η επιληψία φέρνει απώλεια της συνείδησης, αλλά η ορμή με την οποία ο νέος αθέλητά του έκανε κακό στον εαυτό του δεν εξηγείται εύκολα από ιατρικής πλευράς.

            Η φωτιά και το νερό είναι δύο αντίθετα στοιχεία. Η αρχαία φιλοσοφία, των προσωκρατικών, θεωρούσε ότι ανήκαν στα τέσσερα στοιχεία από τα οποία αποτελείται ο κόσμος (τα άλλα δύο ο αέρας και η γη). Το να πέφτει ο νέος είτε στο ένα είτε στο άλλο έδειχνε ότι η ύλη τον τραβούσε, η λογική δεν μπορούσε να τον κάνει να δημιουργήσει από τη ύλη, αλλά ο νέος υποτασσόταν και απορροφιόταν από αυτήν. Δεν πλαστήκαμε όμως να υποτασσόμαστε στην ύλη, αλλά να την νικούμε, να την αξιοποιούμε, να δημιουργούμε συνθήκες όχι απλώς επιβίωσης, αλλά και ευχαριστίας στον Θεό, δημιουργίας που να δείχνει πολιτισμό, να λειτουργεί η ύλη ως αφόρμηση συνάντησης μεταξύ μας και όχι θεοποίησης. Η μεταπτωτική μας πορεία όμως μάς κάνει να παραδιδόμαστε στο υλικό στοιχείο, να περιορίζουμε το νόημα της ζωής σ’ αυτό, κάποτε και να υποτασσόμαστε αυτοκαταστρεφόμενοι, όπως με τους πολέμους.

            Ο Χριστός θα γιατρέψει τον νέο. Θα διακρίνει στην καρδιά του πατέρα την πίστη σ’ Αυτόν. Δεν θα θεραπεύσει μόνο την ασθένεια, αλλά θα διώξει και το δαιμονικό πνεύμα που φωλιάζει στην απιστία. Διότι ο διάβολος αξιοποιεί όχι μόνο τους λογισμούς της αμφιβολίας, αλλά την επιθυμία μας να διακρινόμαστε χάρις στην ύλη, ανταγωνιζόμενοι τους άλλους και αρνούμενοι να αποδεχθούμε ότι ο Δημιουργός, ο Κτίστης των απάντων, επομένως και της ύλης, μας καλεί όχι να επενδύσουμε σ’ αυτήν, αλλά να λειτουργούμε ευχαριστιακά, να Τον δοξάζουμε για όσα μας έχει δώσει, να μοιραζόμαστε τα αγαθά με τους συνανθρώπους μας, οικείους και ξένους, και να πορευόμαστε με πίστη που να μην αφήνει στον πονηρό περιθώριο να μας απομακρύνει από την αλήθεια που είναι ο Χριστός. Η προσευχή και η νηστεία, όπως επισημαίνει ο Χριστός, είναι οι δύο παράγοντες που δείχνουν την αυθεντική πίστη και μας βοηθούν να νικούμε τον διάβολο. Η προσευχή μάς κάνει να αισθανόμαστε τα μέτρα μας και να έχουμε εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, ενώ η νηστεία μάς ταπεινώνει και δείχνει ότι δεν είναι η εξάρτηση από την ύλη το ουσιώδες, αλλά η υπακοή στον Θεό και στην Εκκλησία. Μ’ αυτό τον τρόπο ας αντιμετωπίσουμε τον θρίαμβο της ύλης στους καιρούς μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

9 Αυγούστου 2026

Κυριακή Ι’ Ματθαίου