«Ἰδού ἡ ἀνάκλησις νῦν ἐπέφανεν ἡμῖν. Ὑπέρ λόγον ὁ Θεός τοῖς ἀνθρώποις ἑνοῦται. Ἀρχαγγέλου τῇ φωνῇ ἡ πλάνη ἐκμειοῦται. Ἡ Παρθένος γάρ δέχεται τὴν χαράν. Τά ἐπίγεια γέγονεν οὐρανός. Ὁ κόσμος λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς. Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις καὶ φωναῖς ἀνυμνείτω, ὁ Ποιητής καὶ Λυτρωτής ἡμῶν, Κύριε, δόξα Σοι» (Στιχηρό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ ἦχο δ’).
«Να πού φάνηκε τώρα το κάλεσμα τοῦ Θεού να επιστρέψουμε σ’ Αυτόν, διότι με τρόπο που ξεπερνά τη λογική μας ο Θεός ενώνεται με τους ανθρώπους. Με τη φωνή του Αρχαγγέλου Γαβριήλ η περιπλάνηση μακριά από τον Θεό στον κόσμο της αμαρτίας μηδενίζεται. Η Παρθένος δέχεται το χαρμόσυνο μήνυμα. Τα επίγεια γίνονται ουρανός. Ο κόσμος λύνεται από τα δεσμά της αρχαίας κατάρας. Ας είναι γεμάτη αγαλλίαση η κτίση και με χαρούμενες φωνές ας ανυμνεί λέγοντας: ο Ποιητής και Λυτρωτής, Κύριε, ας είσαι δοξασμένος».
Γιορτή νέου ξεκινήματος
της ανθρωπότητας ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μία γλώσσα αλλιώτικη μπορεί να
μιλήσει πλέον ο κόσμος, τη γλώσσα της συνάντησης με τον Θεό όχι στο επίπεδο της
παροχής, της ευεργεσίας, της εκζήτησης αγαθών, αλλά στον τρόπο της ένωσης του
Θεού με τον άνθρωπο, καθώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός προσλαμβάνει τη φύση μας, γίνεται ένα μαζί μας, ζει όπως εμείς, χωρίς όμως
την αμαρτία, και έρχεται για να μας δώσει την ανάσταση και την αιωνιότητα. Και
γεννιέται αυτή η νέα γλώσσα, η οποία, ταυτόχρονα, γίνεται συνέχεια εκείνης της πρώτης,
της γλώσσας του Παραδείσου, στον οποίο Θεός και άνθρωπος μοιράζονταν τη χαρά της
αγάπης, της κοινωνίας, πάντοτε στο πλαίσιο της ελευθερίας, καθώς ο άνθρωπος
είχε και έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τον Θεό και να θεοποιήσει τον εαυτό του.
Στον Ευαγγελισμό ξεκινά η ανακαίνιση των πάντων. Γι
’αυτό και εκμηδενίζεται με τον χαιρετισμό του αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Θεοτόκο, με το
«Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου», η απόσταση της περιπλάνησης του
ανθρώπου σε έναν κόσμο αμαρτίας και φθοράς, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί με τα
επιτεύγματά του, τεχνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, να δείξει στον
Θεό και στον συνάνθρωπό του ότι αξίζει. Να επιβληθεί και να δηλώσει την
αυτονομία του. Και γίνεται η πλάνη κόσμος χωρίς ελπίδα, διότι ο θάνατος ο
σωματικός έπεται του πνευματικού. Και ο Θεός, όντας πνεύμα και όχι «σώμα και
ψυχή», όντας μυστήριο, που δεν έχει αρχή και τέλος, δεν μπορεί να προσπελαστεί
από τον άνθρωπο, διότι δεν είναι ο άνθρωπος έτοιμος να Τον δεχτεί, να
παραιτηθεί από την αυτάρκεια τού εγώ του, να αφεθεί με όλη του την ύπαρξη στην
αγάπη του Θεού. Μπορεί να προσπαθεί, όπως έκαναν οι δίκαιοι της
Παλαιάς Διαθήκης, όπως οι σοφοί που βίωσαν τον σπερματικό λόγο της αναζήτησης
του Ενός Θεού, όμως «ό,τι είναι απρόσληπτο, είναι και αθεράπευτο». Γι ‘αυτό
έπρεπε να έρθει ο Θεός στον κόσμο λαμβάνοντας την ανθρώπινη μορφή όχι φαντασιακά
ή εξωτερικά, αλλά με την ουσία της, τέλειος άνθρωπος, χωρίς να παύει να είναι
τέλειος Θεός. Και βρίσκει το ωραιότερο δώρο της ανθρώπινης φύσης, που είναι η
Υπεραγία Θεοτόκος, αυτή που έχει ετοιμάσει την ύπαρξή της με την προσευχή, τη
νηστεία, την αγνότητα του λογισμού, την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο σε
τέτοιο βαθμό, που να ελκυσθεί ο Θεός, αλλά και να γίνει ένα δι’ αυτής με μας,
δίνοντάς μας τη δυνατότητα κατά χάριν να γίνουμε θεοί, κατά χάριν να νικήσουμε
τον θάνατο, διότι με την ανάσταση του Χριστού θα αναστηθούμε κι εμείς. Μπορούμε
πλέον να κοινωνήσουμε ψυχή τε και σώματι Αυτόν που έγινε ένα με μας. Γι ‘αυτό
και η Παρθένος Μαρία δέχεται την χαρά, που είναι χάρις και νέο ξεκίνημα, όχι
μόνο για εκείνην, αλλά και για όλους μας. Τώρα έχουμε τον τρόπο, που είναι το
ευαγγέλιο της κοινωνίας με τον Χριστό στην Εκκλησία. Τώρα είμαστε μαζί και όχι
περιπλανώμενοι εμείς στον δικό μας κόσμο, από τον οποίο λείπει η ελπίδα της αιώνιας
ζωής.
Γι’ αυτό και τα επίγεια γίνονται ουρανός. Διότι
κάθε τι δικό μας ο Χριστός του δίνει την χάρη του ουρανού. Τις σχέσεις μας με τους
συνανθρώπους μας τις περνά από το πεδίο της εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χρήσης,
στο πεδίο της αγάπης, της θυσίας, της έγνοιας, του μοιράσματος. Την επιθυμία μας
να είναι οι άλλοι όπως εμείς θέλουμε, την κάνει σεβασμό στην ελευθερία και την
αξιοπρέπεια, ακόμη κι αν δεν μας είναι ευχάριστες. Τα επιτεύγματά μας τα
καθιστά μέσα για τη ζωή αυτή και την βελτίωση της ζωής των άλλων και όχι όπλα
επιβολής, ευκολίας, περηφάνειας, αλαζονείας. Διότι έτσι κι αλλιώς πρέπει να
περάσουμε από το καμίνι του θανάτου, για να ζήσουμε τη ζωή. Κι ο θάνατος έχει
να κάνει με την απόφαση να σταυρώσουμε τον εαυτό μας και τα πάθη μας, για να
γεννηθεί ο άλλος ως αξία, ως μοναδικότητα, ως το πρόσωπο με το οποίο μπορούμε
να κοινωνήσουμε, ακόμη και διά της προσευχής, αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Κι
έτσι η αρχαία κατάρα λύθηκε, διότι η ζωή θριαμβεύει, το φως κυριαρχεί, η σχέση
με τον Χριστό γίνεται χαράς ευαγγέλιο.
Αυτόν τον δρόμο μάς τον ανοίγει η Υπεραγία
Θεοτόκος. Η ασήμαντη. Μια κοπέλα μέσα σε όλες τις άλλες, αλλά και τόσο μοναδική
και ξεχωριστή, που στο πρόσωπό της «νικάται φύσεως τάξις». Και αυτή γίνεται η
πρώτη που μιλά τη νέα γλώσσα: «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα
σου». Είναι η γλώσσα της υπακοής. Της εμπιστοσύνης. Της ταπεινότητας, ότι αυτό
που είμαι και αυτό που κάνω δεν είναι για να δοξασθώ ή για να τα έχω καλά με
τον Θεό, αλλά μόνο έκφραση αγάπης. Της μίας και μοναδικής. Αυτής που
ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού και καταφάσκει εν ελευθερία την μεγάλη
αλήθεια: ότι Αυτός που μας εποίησε, Αυτός και μας λυτρώνει, αρκεί εμείς να
δώσουμε την καρδιά μας, όσο μπορούμε. Να Τον ζούμε στην Εκκλησία, ταις
πρεσβείαις της Θεοτόκου. Κι αυτή τη γλώσσα, όσο κι αν φαίνεται αδιανόητο, να την
μιλήσουμε και να την μοιραστούμε εν αγάπη και εν ελευθερία με όλους τους άλλους.
Αυτούς που μας αγαπούν κι αυτούς που μας πολεμούν. Αυτούς που ελπίζουν κι αυτούς
που είναι απογοητευμένοι. Διότι όταν βλέπεις τη ζωή μόνο μέσα από τα μάτια του
εγώ σου, όσο δίκιο κι αν έχεις, χάνεις την πληρότητα της εμπιστοσύνης, της ευγνωμοσύνης,
αλλά και της αγάπης του Θεού, που δεν μας λησμονά.
Ας παρακαλούμε την Παναγία να μας κάνει ομιλητές της
δικής της γλώσσας και μετόχους της χαράς της!
Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
25 Μαρτίου 2026
Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου