3/6/26

ΑΝΘΟΣ ΤΟ ΑΜΑΡΑΝΤΟΝ Η ΕΞΑΝΘΗΣΑΣΑ

 


«Ἰατῆρα τῶν ἀνθρώπων ἡ κυήσασα, χαῖρε, Θεόνυμφε. Ἡ ράβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον ἡ ἐξανθήσασα. Χαῖρε, Δέσποινα, δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα καὶ ζωήν κληρονομοῦμεν» (Ζ’ Ὠδή τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου)

«Χαῖρε, Νύμφη τοῦ Κυρίου, σύ, ἡ ὁποία ἐγέννησες τὸν Ἰατρόν τῶν (ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν) ἀνθρώπων. (Χαῖρε), Σύ, πού εἶσαι ἡ μυστική ράβδος ἡ βλαστήσασα τὸ ἄνθος (τὸν Χριστόν), πού ποτέ δὲν μαραίνεται. Χαῖρε, ὦ Δέσποινα, σύ, διά μέσου τῆς ὁποίας γεμίζομεν ἀπό χαράν καὶ κληρονομοῦμεν τὴν (αἰώνιον) ζωήν» (μετάφραση Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου). 

            Η ομορφιά της ποίησης του Ακάθιστου Ύμνου δεν είναι μόνο στους Χαιρετισμούς. Ξεκινά από τον Κανόνα, έργο του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου. Στην Ζ’ Ωδή, απευθυνόμενος στην Παναγία, ο ποιητής την περιγράφει με εικόνες παρμένες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και από τη ζωή της Εκκλησίας, με τον δικό του τρόπο, τον συμβολικά μεταφορικό, αποδίδοντας με θεϊκή έμπνευση το κάλλος της Παναγίας, αλλά και την χάρη με την οποία η παρουσία της άλλαξες τη ζωή μας. Έτσι κι αλλιώς η Παναγία είναι ό,τι πιο όμορφο ο άνθρωπος μπόρεσε ποτέ να γεννήσει και να προσφέρει στον Θεό και στον κόσμο.

            Ιατήρα τον ανθρώπων η κυήσασα. Δεν λέει «ιατρό». Χρησιμοποιεί τη ομηρική κατάληξη. «Ιατήρ». Στους αρχαίους το ιδανικό των ανθρώπων ήταν να είναι «λόγων τε ρητήρ, έργων δε πρηκτήρ», δηλαδή ρήτορας σε ό,τι αφορά στη χρήση των λόγων, ικανός στο να πράττει έργα που πρέπει, για να βοηθά το σύνολο. Ο Χριστός όμως είναι ο «ιατήρ» . δεν εργάζεται για τον εαυτό Του, ούτε για να Τον αποδεχθούν οι άνθρωποι. Μας γιατρεύει από τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Κάνει θαύματα που παρατείνουν τη ζωή, αναστέλλοντας τον θάνατο και δίνοντας ποιότητα σ’ εκείνους  που ήταν οι απορριμμένοι από την κοινωνία εξαιτίας της ανημπόριας τους, κάποτε επαναφέροντας τη δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιοι τη σκέψη και τη βούλησή τους, που ο διάβολος τους στερούσε με τις ψυχικές επιθέσεις, όπως στους δαιμονισμένους. Κάνει όμως και το μεγαλύτερο θαύμα, που είναι η το να μας κληροδοτήσει την αιώνια ζωή, νικώντας με την ανάστασή Του τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο. Χάρις στην Παναγία το πρότυπό μας δεν είναι ο πετυχημένος για την κοινωνία και τον εαυτό του άνθρωπος, ο οποίος όμως νικιέται από τον θάνατο, αλλά ο άγιος, ο μιμητής του Χριστού και της ίδιας, αυτός που με την αγάπη νικά τον θάνατο, ζώντας με τον τρόπο του θελήματος του Θεού.

            Η ράβδος η μυστική, άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα. Στην Παλαιά Διαθήκη το ξεραμένο ραβδί του αδερφού του Μωυσή, του Ααρών, βλαστάνει θαυματουργικά και βγάζει λουλούδια, επικυρώνοντας την ευλογία του Θεού ο Ααρών και η γενιά του να έχουν την ιερωσύνη ως δώρο και προνόμιο. Η Παναγία όμως γίνεται στην Καινή Διαθήκη ένα ραβδί μυστικό, που οι άνθρωποι δεν το γνώριζαν, όχι για να γεννήσει έναν ιερέα ή μία ιερατική γενιά, αλλά τον Χριστό, του οποίου το αξίωμα είναι τρισσόν: βασιλικό, ιερατικό και προφητικό. Ο Χριστός θα προσφέρει, όπως οι ιερείς στην Παλαιά Διαθήκη και στην Εκκλησία τα δώρα, τον εαυτό Του ως δώρο στον Θεό, διά του Σταυρού, κάνοντας τη ζωή Ευχαριστία, ευγνωμοσύνη, αγάπη, θυσία, προσφορά. Αυτά είναι τα σημάδια του αμάραντου άνθους, που ζούμε σε κάθε θεία λειτουργία.  Αυτά είναι τα σημάδια της δυνατότητας της ανθρώπινης φύσης, την οποία ο Χριστός προσέλαβε. Να γίνει η ζωή μας αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και θυσία για τον άλλο. Και η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Αυτό όλο το θαύμα το γεννά η Παναγία, η οποία παραμένει προ τόκου, κατά τον τόκον και μετά τον τόκον, Παρθένος. Αδιανόητο μυστήριο για τη σκέψη μας, όπως αδιανόητο ήταν να ανθίσει το ξεραμένο ραβδί. Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ.

            Δι’ ης χαράς πληρούμεθα και ζωήν κληρονομούμεν. Η χαρά δεν έχει να κάνει μόνο με τις στιγμές που εκπληρώνονται όνειρα, που νιώθουμε την αγάπη δυνατή, που τα ανθρώπινα πηγαίνουν όπως το επιθυμούμε, που κάποιοι μας κάνουν να γελούμε, βγάζοντας από μέσα μας μια θετική διάθεση για τη ζωή. Η χαρά είναι πνευματική κατάσταση και έχει να κάνει με το να γεμίζουμε Χριστό και ελπίδα, όταν νιώθουμε δυνατή την "την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένης μέσα στο κορμί μας, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς" (Γιώργος Σεφέρης, "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο"). Ή, μάλλον, το ξέρουμε ότι δεν πεθαίνει, διότι η σχέση με τον Χριστό, όπως πρώτη τη ξεκίνησε η Παναγία, δεν πεθαίνει και γι' αυτό η χαρά κάνει την ύπαρξή μας πεπληρωμένη. Η ζωή της Εκκλησίας είναι ζωή αιώνια. Κι αυτόν τον δρόμο τον ξεκίνησε η Παναγία.

            Σ' έναν κόσμο, στον οποίο παλεύουμε να ζήσουμε με τον ξερό ορθολογισμό, την επιθυμία, την ηδονή, το δικαίωμα, το πρόσωπο της Παναγίας εξανθίζει το άνθος το αμάραντον που είναι ο Χριστός. Μαζί Του όλα γίνονται καινούργια. Και στα δύσκολα  το άνθος παραμένει ακέραιο και όμορφο, όσο κι αν οι φλόγες ή τα τσεκούρια του κακού επιχειρούν να το διαγράψουν. Ας είναι οι πρεσβείες της Παναγίας μας η βοήθειά μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

6 Μαρτίου 2026

Β' Χαιρετισμοί