2/2/26

ΣΑΛΛΥ ΡΟΥΝΕΫ, «ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ»

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 175- ΣΑΛΛΥ ΡΟΥΝΕΫ, «ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ», μτφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, εκδόσεις  ΠΑΤΑΚΗ 

Διαβάζοντας το βιβλίο της Σάλλυ Ρούνεϋ «Ιντερμέτζο», σε μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά και με ένα πρωτότυπο σκακιστικό εξώφυλλο, συνδυασμένο με 5 ανθρώπινες σκιές στη βάση των κομματιών της σκακιέρας (όσοι και οι βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος), σχεδιασμένο από την June Park και τον Rodrigo Corral, αναρωτήθηκα για μία ακόμη φορά για την πολυπλοκότητα των σχέσεων ανάμεσα στους νέους στην εποχή μας. Οι μεγαλύτεροι ακολουθούσαμε κάποιες νόρμες, τις οποίες η συγγραφέας δείχνει πώς η νεώτερη γενιά τις παραβιάζει, συνειδητά, καθώς νιώθει την ανάγκη να βρει ανθρώπους που να συνδεθεί, αλλά κανένας δεν είναι τόσο εύκολο να κλειδώσει με τον άλλον, διότι πάντα κάτι λείπει. Κι αυτό συμβαίνει στους συνομηλίκους.

Συνήθως, οι νέοι σήμερα βρίσκουν κατανόηση σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, πάντως διαφορετικής. Είναι το κενό νοήματος της γενιάς που έχει μεγαλώσει με το Διαδίκτυο ως πηγή ζωής; Είναι η απογοήτευση από τους γονείς, που είναι συμβιβασμένοι με ένα σύστημα το οποίο δίνει χρήματα, χωρίς όμως να παρωθεί στην αγάπη; Είναι το κενό πίστης στον Θεό, που γεννά κενό ηθικής; Είναι η αίσθηση του δικαιώματος στην ευτυχία, που δεν περιορίζεται από κοινωνικές  συνθήκες στερεοτυπικού χαρακτήρα, όπως το ότι ο άντρας πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τη γυναίκα, ότι καλό είναι το ζευγάρι να έχει κάποια διαφορά ηλικίας, χωρίς όμως αυτή να είναι υπερβολική, ότι ο έρωτας δεν προϋποθέτει αποκλειστικότητα, ότι δεν είναι κακό να πουλήσεις το σώμα σου διαδικτυακά και εκ του σύνεγγυς για να βγάλεις χρήματα και να σπουδάσεις;

Η συγγραφέας, που είναι από τις πολύ καλές πέννες του καιρού μας, γράφει ένα μυθιστόρημα με έμφαση στη σχέση δύο αδερφιών, του Πίτερ και του Ίβαν. Ο Πίτερ είναι «πετυχημένος» δικηγόρος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος ζει έναν διπλό έρωτα, αυτόν της τρυφερότητας, της συντροφικότητας, της βοήθειας με τη Σύλβια, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο, και εκείνον του πάθους, που συνδυάζεται με την πατρότητα, με την νεαρή φοιτήτρια Ναόμι, που έχει μέσα της αναρχικά και επαναστατικά στοιχεία. Ο Ίβαν είναι ο σχετικά «αποτυχημένος» φοιτητής, αφοσιωμένος στο σκάκι,  ετών 22, ο οποίος ερωτεύεται μετά από μία σχέση μιας βραδιάς την τριανταεξάχρονη Μάργκαρετ, μία χωρισμένη γυναίκα, που βρίσκει στο πρόσωπό του και άντρα και φίλο και το παιδί που θα ήθελε, σχέση ερωτικού πάθους και μητρότητας. Τα δύο αδέρφια θα συγκρουστούν, διότι ο μεγάλος θα αμφισβητήσει την επιλογή του μικρού φέρνοντας στην επιφάνεια το ερώτημα της ενηλικίωσης και του απογαλακτισμού. Όλο το μυθιστόρημα θα είναι μία παρακολούθηση των βημάτων που θα ξαναφέρουν τα δύο αδέρφια, των οποίων οι γονείς έχουν χωρίσει και ο πατέρας έχει πεθάνει πρόσφατα, στην απόφαση να ξαναβρούνε την αδερφική τους σχέση, αυτή τη φορά όμως με τη αγάπη που σέβεται τον άλλον, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί, ενώ επιτρέπει στον άλλον τη φροντίδα, πέρα από την υπερηφάνεια της ανεξαρτησίας.

Η Ρούνεϋ γράφει ένα μυθιστόρημα για άντρες, μέσα από γυναικεία ματιά, στην πραγματικότητα όμως αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη που πεινά για νόημα ζωής. Τολμά στους καιρούς του politically correct  να θέσει σπουδαία θέματα, όπως: η αναζήτηση του Θεού που δεν μπορεί να απορριφθεί επειδή είναι της μόδας η αθεΐα ή επειδή η θρησκευτικότητα μέσα από τα δόγματα δεν δείχνει να συγκινεί. Η αναζήτηση της ευτυχίας στην αγάπη και στην προσφορά. Η αναγνώριση στους γονείς ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι επιτυχημένοι και τέλειοι για να μπορούν να δώσουν στα παιδιά τους ενίσχυση, αλλά και η αδυναμία τους όταν δεν έχουν ενσυναίσθηση να τα προσεγγίσουν. Η ανάγκη της αυθυπέρβασης, της θυσίας, της κατανόησης πέρα από όσα ο αξιακός μας κώδικας και το εγώ μας επιτρέπουν για να κρατηθεί μία σχέση. Η ζωοφιλία που αγγίζει πολλούς νέους στην εποχή μας ως ευθύνη, αφοσίωση και φροντίδα. Η ανάγκη για γνήσια επικοινωνία που δεν μπορεί να γίνει μέσω των κινητών, αλλά προϋποθέτει διάλογο και πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση. Το παιχνίδι της εξουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Η στεγαστική κρίση που αγγίζει περισσότερο τους νέους. Η εφηβεία με τους πειραματισμούς γύρω από την σεξουαλική ζωή και ταυτότητα. Το πένθος  για τον θάνατο και την απώλεια, ιδίως όταν δεν έχουμε προλάβει να πούμε το «σ’ αγαπώ» πριν φύγει το αγαπημένο μας πρόσωπο, διότι δεν έχουμε καταφέρει να νικήσουμε τον θυμό μας για όσα θέλαμε, αλλά δεν πήραμε από αυτό. Κυρίως όμως ο τονισμός από τη συγγραφέα της μεγάλης αλήθειας ότι στους καιρούς μας μοιάζει ότι είναι πολύ το να θέλει ο άνθρωπος να αγαπά και ν’ αγαπιέται, αλλά αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία. Κι όλα αυτά στην προοπτική δύο λέξεων: ευγνωμοσύνη   και συγχώρεση (σ. 528). Ευγνωμοσύνη στον Θεό για όσα μπορούμε να ζήσουμε, ακόμη κι αν δεν είναι όλα όσα θα θέλαμε, και συγχώρεση για όσα δεν μπορέσαμε να δώσουμε. Η συγγραφέας θα καταλήξει μέσα από τον Ίβαν να μας πει: «ότι αυτό που ζει ζει για να πεθάνει»(σ. 554) Κι όμως, κι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής, που δεν μπορείς να τον ξορκίσεις ούτε να τον προσπεράσεις. Μόνο να τον αποδεχτείς. Αν η ζωή είναι αγάπη, τότε κι ο θάνατος αντέχεται.

Ο τίτλος πρωτότυπος. Ο όρος «ιντερμέτζο» σημαίνει ένα μουσικό κομμάτι που μπαίνει στη μέση μιας μεγάλης σύνθεσης για να ξεκουράσει τον ακροατή. Η σύνθεση στο μυθιστόρημα της Ρούνεϋ είναι η ζωή του Πίτερ και του Ίβαν και το «ιντερμέτζο» είναι ο θάνατος του πατέρα που γεννά την υπαρξιακή κρίση των δύο πρωταγωνιστών σχετικά με το ποιο είναι το νόημα της ζωής τους. Η ζωή είναι μία παρτίδα σκάκι. Στο σκάκι το «ιντερμέτζο» είναι μία αναπάντεχη κίνηση που διακόπτει την ανταλλαγή των κομματιών, δημιουργώντας νέα δεδομένα. Στο μυθιστόρημα ο έρωτας του Ίβαν και της Μαργαρίτας είναι αυτό το αναπάντεχο «ιντερμέτζο» που θα βάλει και τον Πίτερ στην προοπτική να επανεκτιμήσει τις δικές του σχέσεις, όπως επίσης και τη σχέση με τους γονείς, αλλά και τον αδερφό του.  Ο έρωτας είναι το «ιντερμέτζο» που αλλάζει αυθεντικά τη ζωή μας, ασχέτως της κατάληξής του, διότι ακόμη και το τραύμα που προκαλεί είναι αφόρμηση ωρίμασης.

Ξαναγυρίζοντας στον αρχικό προβληματισμό, ζούμε σε μια εποχή στην οποία η αστάθεια χαρακτηρίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και ιδιαιτέρως των νέων. Η αστάθεια πηγάζει από το γεγονός ότι όλα επιτρέπονται, όλα μπορούν να δοκιμαστούν, ότι η ζωή και ο έρωτας μοιάζουν ένα παιχνίδι σωματικό, χωρίς να συνδέονται απαραίτητα με το ψυχικό κομμάτι, οι νέοι προβάλλουν στις γνωριμίες τους, όταν τις θεωρούν σημαντικές, την ανάγκη για υποκατάσταση των ελλείψεων των γονέων τους απέναντί τους, όπως επίσης και την απουσία στιβαρού νοήματος ζωής. Σε έναν κόσμο στον οποίο η εργασία, η περιπέτεια, το χρήμα, το Διαδίκτυο, η αίσθηση της αναγνωρισιμότητας, η ανάγκη για αυτοβεβαίωση κυριαρχούν, η αγάπη παραμένει ζητούμενο. Ας μην το ξεχνούμε αυτό όσοι είμαστε γονείς και μεγαλώνουμε παιδιά. Ό,τι δεν βρούνε κοντά μας, θα το αναζητήσουν, και πρόωρα, στο περιβάλλον τους, εκεί όπου όλα επιτρέπονται.

Η συγγραφέας δίνει την απάντηση ότι η μόνη αγάπη που δεν νικιέται η αγάπη του φυσικού δεσμού, της οικογένειας. Όμως, ευτυχισμένος είναι αυτός που θα βρει έναν γνήσιο έρωτα, εκεί όπου μπορεί να ανοίξει την ψυχή του, πέρα από κοινωνικές νόρμες. Η πίστη είναι αρνητική σε ό,τι δεν λειτουργεί στην προοπτική της πιστότητας και της μονογαμίας. Η συγγραφέας, έστω και με υπερβάσεις, στην πραγματικότητα αυτό επισημαίνει. Ότι ο αληθινός έρωτας  δεν είναι για να περνάει, αλλά για να μένει.

Καταγράφω έναν από τα πιο δυνατά σημεία που διάβασα στο βιβλίο, τη θέαση του Θεού στο δίπολο ομορφιά και ηθική (σ. 238-239).

«Πιστεύεις πως υπάρχει (ο Θεός);τον ρωτά (η Μάργκαρετ).

Προσπαθώ να πιστεύω, ναι, απαντά ο Ίβαν. Πως υπάρχει έστω κάποιου είδους τάξη στο σύμπαν. Καμιά φορά έτσι νιώθω. Ακούγοντας συγκεκριμένη μουσική, ή κοιτάζοντας έργα τέχνης. Ακόμα κι όταν παίζω σκάκι, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Είναι σαν η αρμονία αυτή να είναι τόσο βαθιά, και τόσο όμορφη, που νιώθω ότι σίγουρα πρέπει να υπάρχει κάτι από πίσω. Κι άλλες φορές, πάλι, νιώθω πως υπάρχει μόνο χάος και, πέρα από αυτό, τίποτε άλλο. Ίσως η όλη σύλληψη μιας τάξης να προέρχεται απλώς από κάποια εξελικτική υπεροχή, όποια κι αν είναι αυτή. Κάνουμε συσχετισμούς εκεί που δεν υπάρχουν. Δεν ξέρω αν μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις τι εννοώ. Αλλά όταν το βιώνω αυτό, όταν αισθάνομαι αυτή την ομορφιά, στ’ αλήθεια νιώθω να πιστεύω στον Θεό. Σαν να υπάρχει κάποιο νόημα πίσω από τα πάντα

Ακούγοντάς τον, ασυναίσθητα κατανεύει ξανά. Διστακτικά λέει δυνατά. Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι έτσι τον Θεό. Σε σχέση με την ομορφιά του κόσμου. Φαντάζομαι, η δική μου αντίληψη για τον Θεό έχει να κάνει με την ηθική. Με το τι είναι σωστό και τι λάθος. Κάνει μια παύση, έπειτα προσθέτει: Δεν είμαι και πολύ σίγουρη γι’ αυτό. Ωστόσο το λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, ή, τουλάχιστον, προσπαθώ. Θέλω να κάνω το σωστό.

Όσο μιλά, βλέπει με την άκρη των ματιών της πως την παρακολουθεί προσεχτικά. Καταλαβαίνω, της λέει. Εμένα μου φαίνεται πως όλα ίσως συνδέονται κάπως. Για παράδειγμα, ξέρω ‘γω, το να βλέπεις την ομορφιά στη ζωή ίσως συνδέεται με το σωστό και το λάθος. Όμως δεν το έχω πολυσκεφτεί κιόλας για να σου πω παραπάνω. Καμιά φορά, είναι μόνο μια εντύπωση που έχω. Μια αίσθηση, σχεδόν, ότι με αγαπάει ο Θεός. Δεν είναι κάτι που θα μπορούσα να σ’ το εξηγήσω.

Εκείνη γελά με γέλιο αλλόκοτο. Κοίτα, αν πράγματι υπάρχει Θεός, λέει, είμαι σίγουρη πως σε αγαπάει πολύ.

Χαμηλώνει το βλέμμα του. Ναι, το νιώθω καμιά φορά, λέει. Όπως όταν είμαι μαζί σου, το νιώθω. Ελπίζω να μη σε πειράζει που σ’ το λέω αυτό».  

                Ας αναρωτηθούμε στη δική μας ορθόδοξη παράδοση αν έχουμε λησμονήσει ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» και έχουμε μετατρέψει-είναι εύκολος ο δρόμος και ο τρόπος αυτός- τον Θεό σε έναν  διδάσκαλο και φρουρό της ηθικής, ενώ χρειάζονται, προφανώς, και τα δύο. Μόνο που και η ομορφιά και η ηθική, αν δεν είναι δεμένες με την αγάπη, δεν οδηγούν αληθινά στον Θεό.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

2 Φεβρουαρίου 2026