6/29/21

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ

               


«Εκείνος που αγαπά τον πλησίον του, ποτέ δεν θα ανεχθεί ανθρώπους που καταλαλούν»
(άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)

                Στην σχέση του ζευγαριού, όπως και στις σχέσεις γονέων και παιδιών και των αδερφιών μεταξύ τους, είναι αναπόφευκτο φαινόμενο η κατάκριση. Αυτή εκφράζεται με την καταλαλιά, δηλαδή τις συνεχείς κατηγορίες εις βάρος του άλλου, αληθινές και ψεύτικες, με την απαίτηση «γιατί δεν κάνεις ή δεν είσαι αυτό που θέλω εγώ;», αλλά και με τον θρίαμβο των λογισμών που γίνονται σενάρια αμφισβήτησης της αγάπης του άλλου και, την ίδια στιγμή, διάλυσης του χαρακτήρα του. Η κατάκριση μαρτυρεί πως η αγάπη δεν είναι τόσο δυνατή στη σχέση.

Η κατάκριση μας στερεί την χαρά της σχέσης. Βλέπουμε τα αρνητικά του άλλου και όχι τι καλό μπορεί να μας δώσει ή πόσο να τον ενθαρρύνουμε να βγάλει προς τα έξω την δυνατότητα για καλοσύνη. Η κατάκριση ψυχραίνει την αγάπη. Κάνει τον άνθρωπο να βουλιάζει στην δική του αυτοδικαίωση, αφού μπορεί να έχει άποψη, κατά τη γνώμη του, σωστή για τον κόσμο και τον συνάνθρωπό του και δεν κοιτάζει ποτέ τα δικά του λάθη ή τις δικές του ευθύνες.              

Οι καιροί μας στηρίζονται στην κατάκριση. Έχοντας ταυτίσει την γόνιμη κριτική, η οποία γίνεται ενώπιον του άλλου με σκοπό να τον βοηθήσει να δει αν κάτι δεν κάνει καλά ή αν σε κάτι υστερεί ως προς το ήθος και μπορεί να το διορθώσει, όχι όμως με την απαίτηση της καταδίκης του, με την κατάκριση, η εποχή μας έχει οργανώσει μηχανισμούς που αξιοποιούν την ελευθερία, τα δικαιώματα, το συμφέρον, το δίκιο του καθενός, για να θεοποιήσουν τον κρίνοντα και κατακρίνοντα.  Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, τα σχόλια στις διάφορες ιστοσελίδες, οι εκπομπές της τηλεόρασης στις οποίες πρωταγωνιστούν οι κατακρίνοντες, αλλά επαναλαμβανόμενη προώθηση συγκεκριμένων ειδήσεων που προκαλούν την κοινή γνώμη να συζητήσει, με την βοήθεια και των κάθε λογής troll του Διαδικτύου, καθιστούν την εμπορευματοποιημένη κατάκριση ως τον κύριο τρόπο ο άνθρωπος να περάσει την ώρα του και να έχει άποψη για τα γεγονότα του κόσμου, που είναι όμως αφοριστική και όχι δημιουργική.

                Η πνευματική μας παράδοση ζητά από τον καθένα μας να μην ανέχεται ανθρώπους που καταλαλούν. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Εμείς να μην καταλαλούμε εις βάρος του άλλου, να μην διοχετεύουμε προς τα έξω ή να μην πλάθουμε σενάρια εντός μας χωρίς να μιλήσουμε στον άλλον για ό,τι μας στενοχωρεί, χωρίς να μπούμε στην θέση του, έστω και για λίγο, για να κατανοήσουμε τι φταίει. Και η καταλαλιά γίνεται κατάκριση, όταν αποφαινόμαστε ως δικαστές ότι ο άλλος δεν αλλάζει και ότι τον περιμένει απόρριψη και από τον Θεό και από τους ανθρώπους.

                Πώς να πας κόντρα στο ρεύμα; Θέλει ταπείνωση η αγάπη. Θέλει να ξεκινάμε βλέποντας τον άλλον ως τον πλησίον μας. Θέλει διδαχή συγχωρητικότητας από τον έναν στον άλλο, στο ζευγάρι, στους γονείς και τα παιδιά, στ’ αδέρφια μεταξύ τους. Θέλει ήθος εκκλησιοκεντρικό, δηλαδή η καλλιέργεια της φωνής εντός μας, ότι η καταλαλιά και η κατάκριση γκρεμίζουν την ενότητα του σώματος, της οικογένειας, της κοινότητας και ότι χρειάζεται να μην είναι η επιλογή μας. Και θέλει προσευχή και απόφαση ότι «τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. 100,5).

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 30 Ιουνίου 2021