4/3/25

ΧΑΙΡΕ, Η ΓΕΦΥΡΑ ΟΝΤΩΣ Η ΜΕΤΑΓΟΥΣΑ ΕΚ ΘΑΝΑΤΟΥ ΠΑΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΖΩΗΝ ΤΟΥΣ ΥΜΝΟΥΝΤΑΣ ΣΕ

               


 Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η  γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε». Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο  Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.

                Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πώς μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.

                Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω. Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί.  Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.

                Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε  με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

4 Απριλίου 2025

Ακάθιστος  Ύμνος

4/1/25

Η ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΙΑ

 

Έλεγε ο αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «η φοβερή και αδίστακτη της φιλοχρηματίας αγάπη, κόρο μη γνωρίζοντας, στο έσχατο των κακών σπρώχνει την ψυχή, αφού την κυριεύσει. Λοιπόν, από την αρχή-αρχή ας διώξουμε τέτοια αγάπη. Γιατί, αν κυριαρχήσει μέσα μας, δεν κατανικάται» (από το «Γεροντικό»).

Στο εσώτερο του ανθρώπου συγκρούονται δύο δυνάμεις: η μία είναι το συμφέρον και η άλλη η αγάπη. Το συμφέρον ορθώνει ένα τεράστιο «εγώ». Μόνο αυτό υπάρχει. Το «εγώ» γίνεται δίκιο, δικαίωμα, απόλαυση, κτήση, προτεραιότητα. Η αγάπη κάνει τον άνθρωπο να νιώθει και το «εσύ», τον άλλον, τον πλησίον. Ο άνθρωπος τότε βλέπει τη ζωή σε σχέση με τον συνάνθρωπό του. Αυτό που έχει το μοιράζεται. Αυτό που είναι χωράει και τον άλλον.

Κλειδί για τη θέαση της ζωής στην προοπτική του συμφέροντος είναι το χρήμα. Προφανώς και το χρήμα είναι μέσο για την επιβίωση του ανθρώπου, για την ποιότητα της κατά κόσμον ζωής, για  την καλλιέργεια του νου, για να μπορεί ο άνθρωπος να χαρεί. Και το χρήμα έρχεται ως ανταμοιβή για την εργασία, ως δωρεά από γονιό σε παιδί, ως απόκτημα συνύπαρξης μέσα από μία σχέση. Όταν όμως όλη ζωή του ανθρώπου στηρίζεται στη φιλοχρηματία, τότε δεν υπάρχει κόρος, χορτασμός. Γιατί τότε κυριεύει την ψυχή, κάνοντας τον άνθρωπο πλεονέκτη, να μην αρκείται στην κάλυψη των αναγκών του ή στην αξιοποίηση των πόρων για να έχει ο άνθρωπος χαρά, αλλά νομίζει ότι με τη δύναμη του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει τα πάντα, τον συνάνθρωπο, τις θέσεις, κάποτε και όλον τον κόσμο. Το χρήμα γίνεται πηγή εξουσίας και η εξουσία γίνεται μέθη γι’ αυτόν που δεν έχει όριο πνευματικό στην καρδιά του.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός στο ευαγγέλιο επισημαίνει ότι το να θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης δεν μας δίνει προοπτική αιωνιότητας. Πέρα από το ότι αυτοί οι θησαυροί σκουριάζουν την καρδιά μας, διότι την σκληραίνουν, έχουμε πάντοτε και το άγχος μη τους χάσουμε, μην μας τους κλέψουν. Μοιάζουμε ολοένα και περισσότερο με τον ήρωα των κόμικς που κάνει μπάνιο στα δολάρια, που φοβάται όσο κανείς την κλοπή τους, που είναι μόνος του, με τους μόνους που νοιάζονται γι’ αυτόν να είναι ο ανιψιός του και η οικογένειά του, ένας ήρωας που έχει τα πάντα, αλλά δεν μπορεί να χαρεί τίποτα, ένας ήρωας που δεν νιώθει την φθαρτότητά του.

Από την άλλη, η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μάς υπενθυμίζει ότι η φιλοχρηματία θέλει αγώνα για να τη διώξεις εξαρχής. Θέλει υπενθύμιση των αληθινών προτεραιοτήτων, που έχουν να κάνουν με την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, θέλει εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, που δεν θα αφήσει οι ανάγκες μας να μην εκπληρωθούν. Δεν ζητά η Εκκλησία να μην εργαζόμαστε, να μην παλεύουμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Θέλει όμως από εμάς να μην παραδιδόμαστε στην κυριαρχία του χρήματος, ακριβώς διότι αυτό δεν μας σώζει, αλλά μας υποδουλώνει. Κλειδί είναι το μέτρο. Μαζί και η ελεήμων καρδιά. Η μίμηση του Θεού. Και το βίωμα ότι η αγάπη δίνει νόημα, καθώς δεν είναι το συμφέρον που δίνει χαρά, αλλά το να μπορείς να αγαπάς, ακόμη κι αν χάσεις.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 2 Απριλίου 2025

 

3/28/25

ΕΙΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑΤΟΣ


 «Ἥν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα» (Εβρ. 6, 19-20).

«Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ». 

            Στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής Δ’ Νηστειών ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Εβραίους, μάς υπενθυμίζει  την υπόσχεση του Θεού στον γενάρχη τους Αβραάμ, γενάρχη όλης της ανθρωπότητας ως προς την πίστη στον ένα και αληθινό Θεό. Ο Θεός του  ζήτησε να αφήσει τον τόπο κατοικίας του στην Ουρ της Μεσοποταμίας και να πάει στη γη της επαγγελίας, στην Παλαιστίνη, και του υποσχέθηκε ακόμη ότι θα τον καταστήσει γενάρχη πολλών ανθρώπων, παρότι δεν είχε παιδιά. Η υπόσχεση του Θεού εκπληρώθηκε, ενώ και ο Αβραάμ υπάκουσε στην προτροπή του ουρανού. Το ότι ο Θεός τηρεί τις υποσχέσεις Του είναι δεδομένο. Αυτή η τήρηση γεννά ελπίδα. Και η ελπίδα γίνεται άγκυρα στους κλονισμούς και στους σταυρούς της ζωής, ώστε να μπορούμε να μπούμε κι εμείς «στα ενδότερα του καταπετάσματος», στα Άγια των Αγίων, όπως ήταν ο ιερότερος χώρος του ναού του Σολομώντα, εκεί όπου προσφέρονταν η εξιλαστήριος θυσία μία φορά τον χρόνο από τον Αρχιερέα των Εβραίων, προκειμένου να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων έναντι του Θεού. Στα ενδότερα του καταπετάσματος εισήλθε για χάρη μας ο Χριστός, για να προσφέρει άπαξ ως θυσία τον ίδιο Του τον εαυτό, όχι μόνο για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, αλλά και για να ζήσουμε αιώνια νικώντας μαζί Του τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.

            «Εις το εσώτερον του καταπετάσματος».  Η πίστη μας δεν έχει μυστικά. Όλα είναι διάφανα, στο φως. Ο δρόμος της αγάπης που γίνεται θυσία δίνει ελπίδα. Ο δρόμος κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού γίνεται άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνια. Ο δρόμος της προσευχής και της εκζήτησης της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας γίνεται το στήριγμα και το περιεχόμενό της. Στο «εσώτερον του καταπετάσματος» που είναι η Εκκλησία ακολουθούμε τον Χριστό, με μόνη προϋπόθεση την επίγνωση ότι όλα μας έχουν χαριστεί και το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι η ευχαριστία. Είναι η κίνηση της καρδιάς που γίνεται έξοδος από τις βεβαιότητες των αισθήσεων και από τη δόξα του «φαίνεσθαι», είναι παραίτηση από την απολυτότητα της ισχύος της προσωπικής μας άποψης και κρίσης, είναι άνοιγμα στον συνάνθρωπο, είναι ζωή που είναι ήδη λυτρωμένη από τον φόβο του θανάτου. Διότι στον θάνατο προχωρά με γενναιότητα αυτός που γνωρίζει να ζει. Και ζωή δεν είναι η απόλαυση του παρόντος, χωρίς να αποκλείεται και αυτή. Ζωή είναι η σχέση με τον Θεό που γίνεται αιωνιότητα και μνήμη των υποσχέσεών Του, ότι η πίστη απλώνεται και δι’ ημών σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους ανθρώπους.

            Αν κάτι ξεχωρίζει τον χριστιανό από τον κόσμο, ιδίως τον σύγχρονο, είναι η αλήθεια. Κι αυτή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την μνήμη του «εσώτερον του καταπετάσματος». Ότι ακολουθούμε έναν Θεό που δεν κρύφτηκε. Που δεν εκμεταλλεύτηκε. Που δεν δικαίωσε τα πάθη μας, αλλά δεν μας εξουθένωσε γι’ αυτά. Που έγινε ένα με μας, έκλαψε για μας, υπέφερε για μας, έζησε τις χαρές μας, πέθανε για μας, αναστήθηκε για μας και είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Αυτόν τον Θεό Τον προσπερνάμε, απορροφημένοι στον θρίαμβο ενός πολιτισμού επηρμένου, που δεν όμως λυτρώνει. Που μας δίνει ελευθερία να έχουμε ταυτότητα, στην πραγματικότητα όμως θέλει να έχουμε την ταυτότητα τη δική του. Που κρύβει πολλά, το κυριότερο, τον θάνατο που δεν μπορεί να νικήσει παρά την καύχηση, την δύναμη της επιστήμης του, την τεχνολογία του, την εξουσία, τη δόξα. Αλλού είναι η αλήθεια. Στο  «εσώτερον του καταπετάσματος», μαζί με τον Χριστό. Στον Σταυρό και στην Ανάσταση. Στην αγάπη που γίνεται ελπίδα. Ας ακολουθήσουμε. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

30 Μαρτίου 2025

Κυριακή Δ’ Νηστειών

 

3/27/25

ΧΑΙΡΕ Ο ΠΟΚΟΣ Ο ΕΝΔΡΟΣΟΣ, ΟΝ ΓΕΔΕΩΝ ΠΑΡΘΕΝΕ ΠΡΟΕΘΕΑΣΑΤΟ

                

 Θαύματα αναζητούμε οι άνθρωποι στη ζωή μας. Μάλιστα, όσοι πιστεύουμε στον Θεό συχνά έρχεται η στιγμή που θέλουμε την απόδειξη ότι Αυτός και υπάρχει και μας αγαπά. Κυρίως σε δυσκολίες, σε θέματα υγείας, σε κρίσιμα σταυροδρόμια, στις σχέσεις μας με τους άλλους, μοιάζουν τα θαύματα οι μοναδικές λύσεις τις οποίες περιμένουμε. Όταν μάλιστα αυτά δεν έρχονται, θυμώνουμε με τον Θεό, σαν τα παιδιά που μας χάλασαν το χατίρι, και ριχνόμαστε στην απιστία, στην άρνηση, στην απογοήτευση. Βεβαίως, όταν τα θαύματα πρόκειται να μας ωφελήσουν στην πνευματική μας κατάσταση, όταν είναι προς το αληθινό μας συμφέρον που έχει να κάνει με την αιωνιότητα, αλλά και έχουν να κάνουν και με τη βοήθεια προς τους άλλους την οποία τα θαύματα μπορεί να προσφέρουν, ο Θεός διά της Παναγίας και των Αγίων Του τα δίνει. Αρκεί η πίστη μας να μην στηρίζεται στα θαύματα, διότι τότε όσα και να δούμε, πάλι δεν θα ικανοποιηθούμε.

                Στην Παλαιά Διαθήκη, στα χρόνια της ιστορίας του Εβραϊκού λαού που ονομάστηκαν «χρόνια των Κριτών», ο κριτής Γεδεών κλήθηκε από τον Θεό να συγκεντρώσει κάποιον στρατό για να πολεμήσει εναντίον των Μαδιανιτών, εχθρών του ισραηλιτικού λαού. Ο Γεδεών ένιωθε ότι το έργο αυτό θα ήταν δύσκολο και έτσι ζήτησε από τον Θεό ένα θαύμα, ένα σημείο: ήταν καλοκαίρι και είχε κουρέψει τα πρόβατά του. Ενώ παντού υπήρχε ξηρασία, σε ένα ποκάρι μαλλιών από τα πρόβατα θα υπήρχε δροσιά, η οποία θα το νότιζε τόσο πολύ το ποκάρι, που θα ήταν αδύνατον άνθρωπος να το είχε ποτίσει, ενώ το έδαφος γύρω του θα παρέμεινε ξερό. Ο Θεός επιτέλεσε το θαύμα και ο πόκος είχε τόση δροσιά, ώστε ο Γεδεών να τον πιέσει και να γεμίσει μία λεκάνη με νερό. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Γεδεών ζήτησε από τον Θεό ο πόκος να στεγνώσει το επόμενο πρωί και όλο το έδαφος γύρω του να είναι γεμάτο δροσιά. Έτσι κι έγινε και ο Γεδεών ανέλαβε τον αγώνα εναντίον των Μαδιανιτών, τους οποίους και κατενίκησε, ελευθερώνοντας τον λαό του Ισραήλ από την τυραννία.

                Η Εκκλησία βλέπει στον «ένδροσο πόκο» του Γεδεών τον τύπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γι’ αυτό και ο ιερός υμνογράφος του Κανόνος του ακαθίστου Ύμνου, ο άγιος Ιωσήφ, χαιρετίζει την Παναγία ως «πόκον τον ένδροσον, όν Γεδεών, Παρθένε, προεθεάσατο». Η Θεοτόκος έδωσε, εκ Πνεύματος Αγίου, σάρκα στον Θεό που γίνεται άνθρωπος, και Εκείνος ως ένδροσος πόκος κατέρχεται σ’ αυτήν αθόρυβα και ήσυχα, χωρίς να προξενήσει φθορά στην παρθενία της. Γίνεται μάνα η Παναγία και αυτό αποτυπώνεται στον ένδροσο πόκο, αλλά παραμένει παρθένος, και αυτό αποτυπώνεται στο ότι το ποκάρι ξαναγίνεται στεγνό, όπως στο θαύμα του Γεδεών.

                Με αυτή την εικόνα η πνευματική μας παράδοση μάς υπενθυμίζει τρία σημεία. Το πρώτο, ότι στο πρόσωπο της Παναγίας συντελείται το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία του κόσμου, ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος δι’ ημάς, για να μας λυτρώσει από τον θάνατο και να μας καταστήσει θεούς κατά χάριν, τουτέστιν να ζήσουμε αιωνίως κοντά Του, στο φως και στην αγάπη Του. Το δεύτερο, ότι ο Θεός προσθέτει, δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο. Προσθέτει ευλογίες, χαρίσματα, ενισχύει τον αγώνα του ανθρώπου για αλήθεια και χάρη, χωρίς να του αφαιρεί ό,τι είναι η προσωπικότητά του, η ομορφιά του, η ταυτότητά του. Μάλιστα, στην περίπτωση της Παναγίας, η παρθενία ως σημείο νεανικότητας, καθαρότητας, αγνότητας, ομορφιάς παραμένει αδιαλώβητη και την ίδια στιγμή η Παναγία δεν ανήκει σε άνθρωπο, μόνο στον Θεό, ενώ έτσι γίνεται μάνα όλων των ανθρώπων καθώς ο Κύριός μας προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να σώσει τους πάντας. Γι’ αυτό και την επικαλούμαστε. Το τρίτο, ότι όταν ο Θεός βλέπει πως ένας άνθρωπος θα προσφέρει στο σύνολο, στην κοινότητα, όπως ο Γεδεών στους συμπατριώτες του, δείχνει την παρουσία Του, καθότι το μεγαλύτερο θαύμα είναι η αγάπη, το »εμείς», η έγνοια για τους πολλούς, η πίστη ως εμπιστοσύνη όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για όλους τους συνανθρώπους μας, τουλάχιστον αυτούς με τους οποίους ανήκουμε στην ίδια κοινότητα και παλεύουμε για τον Θεό.

                Αυτά τα σημεία ας μας βοηθήσουν να βρούμε περισσότερο ουρανό στη ζωή μας και ας επικαλούμαστε τις πρεσβείες της Παναγίας μας, για να αντέξουμε στις δυσκολίες της ζωής! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

28 Μαρτίου 2025

Δ’ Χαιρετισμοί

3/25/25

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΚΑΙ Ο ΠΛΗΣΙΟΝ


 «Έλεγε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: Δεν γίνεται κάποιος να χτίσει σπίτι αρχίζοντας από τα επάνω και καταλήγοντας στα κάτω. Θα αρχίσει από τα θεμέλια και θα συνεχίσει προς τα πάνω. Τα θεμέλια  είναι ο πλησίον και πώς θα τον κερδίσεις. Και ωφελείσαι πρώτος. Γιατί σ’ αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού» (Από το «Γεροντικό)

                Πόσο δύσκολο είναι να θεωρήσουμε ως πλησίον μας εκείνον που δεν συμφωνεί μαζί μας, εκείνον που μας έχει πληγώσει, εκείνον που αδιαφορεί για μας! Συνήθως έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε ως πλησίον μας τον ανήμπορο, τον φτωχό, αυτόν που έχει την ανάγκη μας και λησμονούμε ότι για τον Θεό ο κάθε άνθρωπος είναι ο πλησίον μας και ιδιαίτερα αυτός που μας δυσκολεύει. Γιατί θέλει κόπο η αγάπη τότε. Θέλει υπέρβαση του εαυτού. Θέλει να αφήσουμε κατά μέρος τα συναισθήματά μας, ώστε να μπορέσουμε να βρούμε εκείνο τον κάποτε ελάχιστο χώρο στην καρδιά μας που να μπορεί να βγάλει ένα δάκρυ, λίγη καλοσύνη, ακόμη και την άρνηση της χαιρεκακίας ή του «καλά να πάθει», που αυθόρμητα έρχεται στα χείλη μας όταν μαθαίνουμε ότι αυτός που νιώθουμε εχθρό μας έχει νικηθεί.

                Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο σε μια εποχή στην οποία ως πιστοί, κάποτε και ως Εκκλησία, δυσκολευόμαστε να επιλύσουμε διαφορές. Μένουμε στα όποια δίκια μας και περιμένουμε από τους άλλους να κάνουν τα βήματα, τα οποία δεν είναι αναμενόμενο ότι θα γίνουν. Γι’ αυτό και η ασκητική μας παράδοση θεωρεί ως θεμέλιο της πνευματικής οικοδομής τον πλησίον. Να κερδίσουμε τον πλησίον, για να ωφεληθούμε κι εμείς, και μάλιστα, πρώτοι.  

                Αυτό το «πρώτοι» ίσως μοιάζει χρησιμοθηρικό. Ότι βλέπουμε τη σχέση με τον Θεό ως σχέση ανταγωνισμού με τους άλλους. Όμως αυτό το «πρώτοι» είναι σημάδι βαθιάς αγάπης, ταπείνωσης και συγχωρητικότητας. Είναι νίκη κατά του εαυτού μας που θέλει τους άλλους να υποτάσσονται στις ιδέες μας, στον τρόπο θέασης του κόσμου από εμάς, ακόμη και στην πίστη μας. Μοιάζει να θέλουμε να υποχρεώσουμε με τον τρόπο μας όλους να σκέφτονται όπως εμείς, κι αυτό μας φέρνει σε ρήξη με τον συνάνθρωπο. Κάποτε μπορεί να τον σκανδαλίζουμε κιόλας, διότι εύκολα θα αναρωτηθεί για το ποια είναι η αγάπη των χριστιανών. Αν μάλιστα η σκέψη του είναι αντίθεη, θα αισθανθεί τις αντιλήψεις του δικαιωμένες. Γι’ αυτό και χρειάζεται αλήθεια, αποφασιστικότητα, αλλά και μέτρο. Να φαίνεται η αγάπη, χωρίς όμως να συντρίβει.

                Καλούμαστε πρώτοι να κάνουμε το βήμα προς τον πλησίον. Πρώτοι να σπάμε τον πάγο, να ρίχνουμε γέφυρες, να αφήνουμε πίσω ό,τι μας χωρίζει. Να νιώθουμε ότι ο άλλος είναι κι αυτός εικόνα Θεού, ανάλογα τραυματισμένη με μας. Και να δίνουμε μαρτυρία που φέρνει προς τον Θεό, ένα παράδειγμα αγώνα που μπορεί να μοιάζει άγονος για το πνεύμα και το ήθος των καιρών, αλλά είναι η μαρτυρία μας. Και μπορεί ο πολιτισμός μας να έχει χάσει τις συντεταγμένες της ιερότητας, της αιωνιότητας, της έγνοιας που μας βγάζει από την απολυτότητα του εγώ, όμως κληθήκαμε να παλεύουμε σ’  αυτόν τον κόσμο και σ’  αυτόν τον χρόνο. Κι εδώ η πίστη μας βοηθά να βλέπουμε το θεμέλιο που είναι ο πλησίον,  για τον οποίο, όπως και για μας, ο Χριστός σταυρώθηκε, αναστήθηκε και μας καλεί μαζί να προχωρήσουμε στην οδό της βασιλείας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 26 Μαρτίου 2025

3/24/25

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, «ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΣΑ- ένα βιβλίο για τον πόνο και την ελπίδα»

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 159-  ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, «ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΣΑ- ένα βιβλίο για τον πόνο και την ελπίδα», εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ 

                Ο Ελευθέριος Ελευθεριάδης είναι ένας ψυχολόγος ο οποίος πιστεύει στον Θεό και δεν διστάζει να το δείξει μέσα από τα βιβλία του. Δεν επικαλείται την επιστημονική του ιδιότητα για να τοποθετηθεί σε ζητήματα όπως οι σχέσεις, ο πόνος, το νόημα της ζωής, αλλά τη δική του ψυχή και αυτό καθιστά τα βιβλία του όχι απλώς ενδιαφέροντα, αλλά μικρές προτάσεις ζωής. Αυτό συμβαίνει και με το τελευταίο, που επιγράφεται «ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΣΑ- ένα βιβλίο για τον πόνο και την ελπίδα» (εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ). Πέρα από την ουσιαστική πρόοδο του στον τρόπο γραφής και παρουσίασης των θέσεων και των εμπειριών του, καθώς έχει αφήσει κατά μέρος τον προφορικό λόγο με τον οποίο αποτύπωνε παλαιότερα τα κείμενά του, χωρίς αυτό να έκανε την αξία τους να υποβαθμίζεται, αλλά είναι όμορφο να διαβάζει κάποιος ωραία ελληνικά, όχι δυσνόητα μα με απλότητα δοσμένα, ο συγγραφέας τολμά να καταπιαστεί με ένα θέμα δύσκολο. Μιλάμε για τον πόνο, την απώλεια, τον θάνατο.

Πολλοί χριστιανοί, ακόμη και ιερείς-πνευματικοί, προτιμούν να πετάξουν τη μπάλα στον Θεό και το θέλημά Του για ένα τέτοιο θέμα. Χωρίς να παρηγορούν ουσιαστικά τους ανθρώπους, αφήνουν με ένα «αυτό ήταν το θέλημα του Θεού» να διαφανεί όχι απλώς η αμηχανία τους μπροστά στο θέμα, αλλά και η ανάγκη να επιρρίψουν την ευθύνη για ό,τι κακό συμβαίνει στο Θεό που το επιτρέπει. Δεν είναι όμως έτσι και αυτή η θέαση δεν παρηγορεί αληθινά. Μάλλον χειροτερεύει το τραύμα στην ψυχή αυτού που πενθεί ή δυσκολεύεται. Ο συγγραφέας το ξεκαθαρίζει ότι μία τέτοια θέση, εκτός του ότι θεολογικώς πάσχει, δεν είναι η δέουσα από καμία πλευρά. Αντιθέτως, η αγάπη είναι αυτή που βοηθά, η συμπαράσταση, η συν-πάθεια με αυτόν που υποφέρει και εδώ βρίσκεται και ο τρόπος του Θεού. Το ίδιο γίνεται και με φράσεις που συχνά χρησιμοποιούνται ως παρηγορητικές, όπως  το «όλα θα πάνε καλά» ή το «υπάρχουν και χειρότερα» δεν λυτρώνουν, αλλά αφήνουν μεγαλύτερα ερωτηματικά.  

Ο Ελευθεριάδης αξιοποιεί την εξαιρετική προσέγγισης της Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ Ρος για τον θάνατο και το πένθος, με τα πέντε στάδια: άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή. Θεωρεί απαραίτητη τη  βίωση κάποιων από αυτά, ως πορεία αποδοχής της απώλειας και γόνιμης διαχείρισής της, καθώς είτε η άρνηση να ασχοληθούμε με αυτήν είτε η υστερία είτε η κατάθλιψη χωρίς έξοδο δεν βοηθούν τη ζωή να προχωρήσει.

Ο συγγραφέας παραθέτει παραδείγματα από την κλινική του εμπειρία, όπως επίσης και από τις συναντήσεις του με ανθρώπους, αλλά και από προσωπικά και οικογενειακά βιώματα. Είναι σημαντικό το ότι δεν βλέπει με κείνη την κρυφή επιστημονική έπαρση τον άνθρωπο που πονά, αλλά συμπάσχει μαζί του. Και προτείνοντας την οδό της πίστης, πέρα από την όποια επιστημονική βοήθεια, ανοίγει έναν δρόμο γόνιμο, πνευματικής θέασης της ζωής, αισιοδοξίας και ελπίδας. Κλειδί άλλωστε δεν παύει να είναι για όποιον πιστεύει η ανάσταση που συνοδεύει τον σταυρό, όσο βαρύς κι αν είναι.

Αξιοσημείωτη η αναφορά του στο Άγιον Όρος, αλλά και σε πνευματικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες που με το παράδειγμά τους, την αγάπη τους, την προσευχή τους, ενισχύουν αυτούς που δοκιμάζονται.

Η κατανόηση και η αγάπη προς αυτόν που δοκιμάζεται, αλλά και ο λόγος της ελπίδας που δίνει η πίστη καθιστούν το βιβλίο μία όντως Μικρή ή και Μεγαλύτερη Ανάσα για όποιον το διαβάσει. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

24 Μαρτίου 2025

3/21/25

ΠΕΠΕΙΡΑΣΜΕΝΟΝ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

 


«Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας» (Εβρ.  4, 15)

«Δὲν ἔχουμε ἀρχιερέα ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συμμεριστεῖ τὶς ἀδυναμίες μας. ᾿Αντίθετα, ἔχει δοκιμαστεῖ σὲ ὅλα, ἐπειδὴ ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ἁμαρτήσει». 

            Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη τη συμπάθεια και την αγάπη. Μπορεί να μην είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τις ευθύνες για τα πάθη, τα λάθη, τις αμαρτίες μας τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι των άλλων ανθρώπων, αλλά δύσκολα θα βρούμε κάποιον, ο οποίος να ζητά να αντιμετωπιστεί με αυστηρότητα για ό,τι έχει κάνει. Ιδίως από τον Θεό περιμένουμε αυτή τη συμπάθεια, την ευσπλαχνία, την υπέρβαση ενός πνεύματος κρίσης και καταδίκης. Γι’ αυτό και όταν η Εκκλησία εκφράζεται με αυστηρότητα, εξεγειρόμαστε εντός μας, αισθανόμαστε ότι δεν είναι αυτό Εκκλησία.

 Στον νου μας, κατά βάθος, υπάρχει η εικόνα του Χριστού στον Σταυρό να συγχωρεί τους σταυρωτές Του. Δεν περνά βεβαίως από τη σκέψη μας η εικόνα εκείνη του λαού που παρακολουθούσε τη Σταύρωση απαθώς και με χαιρεκακία, ως ένα θέαμα εξόντωσης ενός εχθρού Του. Δεν περνά από τη σκέψη μας ούτε ο τρόπος με τον οποίο ο λαός εκείνος επέστρεψε από τον Γολγοθά, με ένα πένθος για την κακία του, «τύπτοντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον» (Λουκ. 23, 48).  Δεν έχουν να κάνουν με την συμπάθεια του Θεού η απάθεια και η ενοχή. Περισσότερο έχουν να κάνουν με την αίσθηση ότι οι άνθρωποι μέσα μας δεν συνειδητοποιούμε τη δική μας αμαρτωλότητα, αλλά βλέπουμε μόνο έξω από εμάς, τους άλλους, τους οποίους κοιτάμε αφ’ υψηλού. Κι αυτό μας κάνει να διεκδικούμε αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό μας το έλεος του Θεού, την αγάπη και την επιείκειά Του, χωρίς να είμαστε έτοιμοι να ζητήσουμε το ίδιο για όλους τους άλλους, χωρίς να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε ότι ο Θεός δεν μπορεί να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Ο Χριστός έγινε άνθρωπος. Γι’ αυτό και συμμερίστηκε τις αδυναμίες μας. Ένιωσε την πείνα και τη δίψα μας. Ένιωσε τον κόπο της εργασίας μας. Ένιωσε τον πόνο για την αρρώστια και τη φθορά και τον θάνατο. Ένιωσε την κακία μας. Ένιωσε την αγωνία της ύπαρξής μας για ανάσταση και ζωή. Ένιωσε και τον δικό Του θάνατο, όπως τον θάνατο κάθε ανθρώπου, διότι στο πρόσωπό Του συμπεριελήφθη όλη η ανθρώπινη φύση, η ανταρσία της εναντίον του Θεού και του πλησίον, η αδικία που πράττει εις βάρος του άλλου, είτε αυτή πηγάζει από θρησκευτικούς λόγους, όπως έκαναν οι Αρχιερείς, οι γραμματείς, οι Φαρισαίοι, είτε από πολιτικούς και εξουσιαστικούς λόγους, όπως έκανε η Ρωμαϊκή παντοδύναμη κατά κόσμον διοίκηση, είτε από φθόνο και κακία, όπως έκανε ο λαός. Όλα τα συγχώρεσε ο Χριστός. τα ανέλαβε στους ώμους Του, τα πήρε μαζί Του στον Σταυρό, στον τάφο και μας ανέστησε μαζί Του, ανοίγοντάς μας τον δρόμο και δείχνοντάς μας τον τρόπο που οδηγεί στη βασιλεία Του. Αρκεί να είμαστε μαζί Του.

Ο Χριστός είναι το πρόσωπο που μας λυτρώνει. Μας συμπαθεί, δηλαδή συμπάσχει μαζί μας για ό,τι δεν μπορούμε να πράξουμε, για ό,τι υφιστάμεθα, για ό,τι μας λείπει. Δεν αμάρτησε ο Χριστός, γι’ αυτό και ενώ γνωρίζει την κατάστασή μας, είναι, ταυτόχρονα, πάνω και πέρα από αυτήν. Στον Σταυρό Του δείχνει και τον δικό μας τρόπο. Ναι, αξίζουμε τη συμπάθεια, την ευσπλαχνία, την αγάπη, τη συγχώρηση, την μη καταδίκη, την αγκαλιά, τη λύτρωση. Το θέμα είναι εμείς αν μπορούμε να ξεκινήσουμε αυτόν τον δρόμο να τον ζούμε για τους άλλους. Με λιγότερη κατάκριση. Λιγότερη έπαρση ότι είμαστε ανώτεροι. Μετάνοια για τα λάθη, τα πάθη και τις αμαρτίες μας. Επιστροφή τελικά στη σχέση με τον Χριστό και εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, όχι μόνο για την αγάπη και το έλεος προς εμάς, αλλά για όλους, ιδίως για τους εχθρούς Του και για τους εχθρούς μας.

Έχουμε ανάγκη για προτροπή σε μετάνοια, αλλά ξεκινώντας από εμάς. Και μας χρειάζεται όχι η σκληρότητα και η υπερηφάνεια του σεσωσμένου, αλλά η ταπείνωση του εν τω Σταυρώ ελεημένου. Η ευγνωμοσύνη για την αγάπη του Θεανθρώπου, που μπορούμε να την μοιραστούμε με τον πλησίον. Αυτή ας είναι και μία από τις σκέψεις μας, όταν προσκυνούμε τον Τίμιο Σταυρό, στην μέση του ναού, στο μέσον της Σαρακοστής.

Χρόνια πολλά! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

23 Μαρτίου 2025

Κυριακή Γ’ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως